Σελίδες

27/6/14

Ποια βιβλία θα προτείνατε σε ένα κορίτσι για να αρχίσει να διαβάζει;





Πριν λίγο καιρό έλαβα ένα πολύ γλυκό mail με την παράκληση να προτείνω 4-5 βιβλία που θα έκαναν ένα νεαρό κορίτσι που μόλις ενηλικιώθηκε, να ξεκινήσει το διάβασμα και μέσα από τα βιβλία να μπορέσει να διαμορφώσει χαρακτήρα, να βρει κάπου να στηριχθεί για να οικοδομήσει την ζωή της. Δεν σας κρύβω πως τα βρήκα μπαστούνια. Για αρχή, παρ' όλο που η κυρία που μου το ζήτησε είχε καλές προθέσεις για την εφηβούλα συγγένισσά της, εγώ διατηρώ τις αμφιβολίες μου για το αν μπορεί κανείς να παρακινήσει κάποιον να διαβάζει. Πιστεύω πως ο δρόμος προς την ανάγνωση είναι μοναχικός, πρέπει να τον βρει ο καθένας μόνος του. Από την άλλη...


Πιέστηκα λοιπόν και πρότεινα 5 βιβλία, που όσο το σκέφτομαι δεν ξέρω γιατί τα διάλεξα, ίσως ήταν η στιγμή ή τα προσωπικά μου βιώματα που με έκαναν να τα επιλέξω. Ένα το έβαλα στη λίστα γιατί με ξεμπλόκαρε αναγνωστικά στα 25 μου (το "Περί τυφλότητας"), ένα άλλο γιατί στην εφηβεία μου ήταν αυτό που με "ξέμπλεξε" από την γενιά του '30 και τον Ντοστογιέφσκι ( "Η μεταμόρφωση")- ο Κάφκα έκτοτε είναι μακράν το βασικό σημείο αναφοράς μου. Το "Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων" μου το έκαναν δώρο κι ήταν αυτό που με μύησε στον Μάρκες. Η "Φόνισσα" είναι ακόμα για μένα το σπουδαιότερο ελληνικό κείμενο. Α, και "Ο Φύλακας στη σίκαλη"- ναι, ξέρω ο πιάστης, τα στάχυα, κτλ- μου φάνηκε πολύ ταιριαστό για μια μετέφηβη, κι ας μην είναι στις πρώτες δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις. 

Όσο όμως κοιτώ την λίστα νιώθω πως χωλαίνει. Γι' αυτό σκέφτηκα να ρωτήσω κι εσάς. Εσείς τι θα προτείνατε σε ένα κορίτσι γύρω στα 20 που δεν διαβάζει αν ήταν να το μυήσετε στην αναγνωστική απόλαυση; Ίσως βόλευε να ξεκινήσει με πιο ελαφριά αναγνώσματα. Ή πάλι αν είναι κανείς να αλλάξει ρότα πρέπει να πέσει με τα μούτρα στα βαθιά. 

        
                                                                           

                 
                                     

25/6/14

«Νίκη», Χ.Α. Χωμενίδης




Λιγότερο η βιογραφία της μητέρας του και περισσότερο ένα κομμάτι από την νεότερη ελληνική Ιστορία του τόπου είναι η «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη. Με αφορμή την πολυτάραχη και βαθιά πολιτικοποιημένη ζωή της νεαρής Νίκης, ο συγγραφέας μας μιλά για τους προπαππούδες και τους παππούδες του, για τη δράση τους κατά την Κατοχή- η οικογένεια είχε και δωσίλογους Υπουργούς και ηγέτες του Κομμουνιστικού κόμματος στους κόλπους της- ενώ δεν αγγίζει καθόλου την κοινή δική του ζωή με την μητέρα του. Εν αντιθέσει δηλαδή με αρκετούς ομότεχνούς του που τον τελευταίο καιρό ασχολήθηκαν με το θέμα, εκείνος δεν φτάνει καν στην εποχή που γεννήθηκε, αφήνει την μαμά του στα 22 της.

Δεν είναι λοιπόν ψυχοθεραπεία τούτο το κείμενο. Όμως τι είναι; Αμιγώς βιογραφία όπως λέει ρητά κι ο ίδιος, όχι. Είναι μια μυθιστορηματική καταγραφή- βασισμένη στην οικογενειακή ιστορία. Ένα κείμενο που φιλοδοξεί να μας μιλήσει για τον εμφύλιο με τρόπο νηφάλιο και διαφορετικό από τις παλιές εμμονές. Αυτό που έλειπε ως τώρα στην ελληνική πεζογραφία ήταν μια πιο μακρινή ματιά, αυτά που γράφονταν είχαν μένος και πάθη ∙τώρα πια, οι μαρτυρίες για το εμφύλιο είναι μετριοπαθέστερες.

Η Νίκη Αρμάου είναι κόρη του Αντώνη Αρμάου, πρόσφυγα από την Μικρασία, που στα νιάτα του είχε το χάρισμα του εμπόρου αλλά τα παράτησε όλα για να προσχωρήσει στο κομμουνιστικό κόμμα. Δίχως καν να το καταλάβει στα 26 του χρόνια εκλέχτηκε βουλευτής και μάλιστα Αττικάρχης. Ακολούθησε μια πολιτική πορεία, φυλακίσεις, εκτοπίσεις. Ο Αρμάος δεν βρέθηκε στο βουνό κι αργότερα αρνήθηκε να συνταχθεί με τον Ζαχαριάδη (που κατονομάζεται μόνο με το μικρό του όνομα) και πέρασε 7 χρόνια στην βαθιά παρανομία παρασέρνοντας το 10χρονο κοριτσάκι του, την Νίκη, μαζί του. Ταυτόχρονα τρέχουν παράλληλες ιστορίες, κάποιες από αυτές περιλαμβάνουν τους κουνιάδους του Αρμάου που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς.

Αφηγήτρια είναι σε πρώτο πρόσωπο η νεκρή πια Νίκη, που συχνά πυκνά απευθύνεται στον αναγνώστη για να του θυμίσει το νεκρικό της στάτους. Τα κομμάτια που αφορούν τόσο στην σεξουαλική αφύπνιση του κοριτσιού, όσο και στα ερωτικά των παππούδων του μου φάνηκαν αμήχανα. Θεωρώ πως ο συγγραφέας θέλησε να γράψει για την Ελλάδα κι όχι κατ’ ανάγκη για την μητέρα του. Αυτό το κατανοώ. Θεωρώ όμως πως βάλθηκε σε έναν βαθμό να μας αναλύσει υπέρ του δέοντος την κατάσταση, σα να μην απευθύνεται σε Έλληνες αλλά σε ξένους.

Το μυθιστόρημα είναι ευκολοδιάβαστο, έχει ροή και πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή- τις κοντά 500 σελίδες του τις ολοκλήρωσα σε λιγότερες από 3 ημέρες. Ο Χρήστος Χωμενίδης διαθέτει αδιαμφισβήτητα το χάρισμα της αφήγησης. Για μένα πάντως το καλύτερό του μυθιστόρημα παραμένει εκείνο το πρώτο και αγαπημένο "Σοφό παιδί".

«Νίκη», Χ.Α. Χωμενίδης , εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 492


Υ.Γ. 42 Απόψε ο Χρήστος Χωμενίδης θα λύσει όλες μας τις απορίες στο Booktalks στις 7:30





23/6/14

"Συλλογή διηγημάτων Λόγω Τέχνης"




Κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων "7 λέξεις". Τα 40 διηγήματα προέκυψαν έπειτα από διαγωνισμό στον οποίο έλαβαν μέρος 1911 κείμενα. 



Α’ ΒΡΑΒΕΙΟΤο σημείονΙωάννης ΠαγώνηςΑθήνα
Β’ ΒΡΑΒΕΙΟΗ κόρη μου ΕρμιόνηΆννα-Μαρία ΠαπαδάκηΛάρνακα, Κύπρος
Γ’ ΒΡΑΒΕΙΟΤρέξεΓιώργος ΚαρανταλήςΑθήνα
ΕΠΑΙΝΟΣΤα σημάδιαΠαναγιώτης ΖώηςΙωάννινα
ΕΠΑΙΝΟΣΤο μπουλούκιΒασίλειος - Ερημιάς ΚορολήςΝαύπλιο
ΕΠΑΙΝΟΣΟ ΦάροςΙωάννα ΝτούμπρουΑθήνα
7ΜνήμηΚατερίνα ΜαλακατέΑθήνα
8Η χελώναΛίνα ΒαλετοπούλουΛάρισα
9ΑρπαχτήΕυνομία ΔημητριάδουΑθήνα
10Υπάλληλος ΕσόδωνΧαρίλαος ΤρουβάςΑθήνα
11Μια μέρα, κάθε μέρα...Γιάννης ΒοζίκηςΔράμα
12Ο εύγλωττος εραστής της κυρίας Ειρήνης Ανδρονίκου-ΑσάνΑργυρώ ΜπίστηΠαρίσι, Γαλλία
13Τι κατάλαβα απ΄τον κόσμοΚώστας ΚεφαλογιάννηςΗράκλειο
14Τύχη από χαρτίΓεωργία ΧαραμαράΑθήνα
15ΚεχριμπάριΓιώργος ΑποστόλουΑθήνα
16Ο σκαντζόχοιροςΧρήστος Αρμάνδος ΓκέζοςΑθήνα
17Ο ΤακουνάκιαςΧριστίνα ΜελέτηΚόρινθος
18Η ταμπακιέραΣωτήρης ΓεωργαντόπουλοςΑντίμπ, Κυανή Ακτή
19Δυο νέοι, 23 έως 24 ετώνΑντώνιος ΤσιρικούδηςΗράκλειο
20Ανατολικός ΉλιοςΠερικλής ΧριστίδηςΘεσσαλονίκη
21Ο Ρωμαίος Ψάχνει Στα ΣκουπίδιαΕιρήνη ΜαντάΑθήνα
22O λογαριασμόςΣταμάτης ΣουφλέρηςΚύμη
23Το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδίΓιώργος ΠαυλίδηςΔοξάτο Δράμας
24Το ταξίδιΕλένη ΜπιρμπίληΘεσσαλονίκη
25Πρόταση ΓάμουΒιβιάνα ΜηλιαρέσηΛονδίνο, Αγγλία
26Είναι φωτεινό!Γεώργιος ΡιζόπουλοςΜαρούσι Αττικής
27O ΣτάμοςΧαρά ΚοσεγιάνΡόδος
2845 λεπτάΕυάγγελος ΚεραμίδαςΑθήνα
29Missing personΔέσποινα ΧαραλαμπίδηΑθήνα
30Ψηφιακή ΗδονήΔημήτρης ΣδρόλιαςΑθήνα
31Μέσα στα μάτιαΓιώργος ΣτάμοςΑθήνα
32Η επιστροφήΑλέξανδρος ΑκριτίδηςΜελίκη Ημαθίας
33Τσάρσκογιε ΣελόΧαρά ΣτεφάνουΛευκωσία, Κύπρος
34Δρύινο ΠάτωμαΚατερίνα ΚοντοπούλουΑθήνα
35Οι τρεις συμπτώσειςΑντώνης ΣέκερηςΧαλκίδα
36Εξ αποστάσεως άγνωστοιΠαναγιώτα ΓεωργανάΘεσσαλονίκη
37Ημερολόγιο δύο σελίδων.Ιωάννης ΚουτούδηςΕρμούπολη, Σύρος
38Μικρή ΑγγελίαΝικόλαος ΣκούταςΑθήνα
39Οχτώ ζευγάρια πόδιαΕύη ΒέυλλερΑθήνα
40Η δική μου θάλασσαΕυγενία ΑσλανίδηΧίος


Ξεφυλλίστε εδώ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.






21/6/14

«Κύριε Διοικητά», Romain Slocombe




Βιβλίο λαχταριστό που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου, το «Κύριε Διοικητά» του Romain Slocombe με έβαλε σε σκέψεις μήπως έχω αδικήσει τα τελευταία χρόνια την Γαλλική λογοτεχνία και θα έπρεπε να ασχοληθώ περισσότερο μαζί της.

Ήρωας του μυθιστορήματος και αφηγητής – μιας και είναι γραμμένο σε μορφή επιστολής- ο Πωλ Ζαν Υσσόν, ένας Γάλλος συγγραφέας, από καλή οικογένεια, μορφωμένος, ήρωας και ανάπηρος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Υσσόν είναι ένας άνθρωπος βαθιά αντισημίτης, οπαδός και υποστηρικτής δημόσια του Πεταίν. Η επιστολή του έχει ως αποδέκτη τον Γερμανό διοικητή και σε αυτόν διηγείται πως γνώρισε την Γερμανίδα νύφη του Ίλσε, πως άρχισε να την ποθεί αβυσσαλέα, πως ανακάλυψε πως είναι Εβραία. Ταυτοχρόνως στήνει όλο το σκηνικό της «κατεχόμενης» Γαλλίας, εξηγεί πως αρκετοί Γάλλοι όχι μονάχα αποδέχτηκαν την κυβέρνηση του Βισί, αλλά την αγκάλιασαν και ενστερνίστηκαν την φασιστική ιδεολογία.

Ο Υσσόν είναι ένας απεχθής χαρακτήρας. Το μεγαλείο του βιβλίου είναι πως αυτός ο αποκρουστικός τύπος, που δεν διστάζει να αποκηρύξει τον γιο του μέσα του για να κυνηγήσει την γυναίκα του, που ποθεί την Ίλσε αλλά σιχαίνεται τα παιδιά της- τα εγγόνια του-  επειδή είναι μισά Εβραιόπουλα, είναι ο κεντρικός χαρακτήρας. Το τέλος, κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενο, δίνει την τελική γροθιά στο στομάχι. Γιατί η ανθρώπινη φύση, που στήνει ειδεχθείς πολέμους και κρεματόρια, που μπορεί να μισεί τον διαφορετικό όσο ταυτοχρόνως τον ποθεί, είναι σκοτεινή και άγρια και ξέρει να δικαιολογεί τον εαυτό της.

Συγκλονιστικό και σοκαριστικό, το μυθιστόρημα του Σλοκόμπ καταπιάνεται με ένα γνωστό θέμα και του δίνει άλλη διάσταση. Ο συγγραφέας, πέρα από τα ιστορικά στοιχεία που είναι και πολλά και σημαντικά, ξέρει να σκηνοθετεί τους χαρακτήρες του, πλέκει ένα ερωτικό δράμα με στοιχεία αιμομιξίας που πιθανότατα θα είχε ενδιαφέρον έτσι κι αλλιώς και τελικά μας δωρίζει ένα βιβλίο άξιο να διαβαστεί.


«Κύριε Διοικητά», Romain Slocombe, μετ. Έφη Κορομηλά, εκδ. Πολις, 2014, σελ. 295


19/6/14

Die (Bern)hard του Μαραμπού


       


Θα ξεκινήσω από το συμπέρασμα: αυτός ο συγγραφέας είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει! Υπάρχουν συγγραφείς που μας είναι αγαπητοί για διάφορους λόγους, που κατά περιόδους τους αποκαλούμε αγαπημένους χωρίς να θέλουμε να εξηγήσουμε περισσότερα. Οι “αγαπημένοι” ενέχουν και μια υποψία τρυφερότητας, όμως εκείνοι που πραγματικά συνταράσσουν τον κόσμος μας πρέπει να είναι ολίγον οχληροί, μισητοί και προσβλητικοί. Πάντοτε, μου προκαλούσε θυμηδία η φράση “Αυτός ο συγγραφέας άλλαξε την ζωή μου!”, ίσως γιατί άκουγα τα ονόματα των συγγραφέων και κατ' επέκταση σχημάτιζα εντελώς προκατειλημμένος, μια εντύπωση για την ζωή (που μόλις είχε αλλάξει!) του αναγνώστη. Γενικά, θεωρούσα την φράση κάπως υπερβολική, να συμβάλει στην αλλαγή της ζωής μου, ναι, αλλά να αποτελέσει το σημείο καμπής, το μέγα γεγονός, αυτό με ενοχλούσε, ένιωθα κάπως χειραγωγημένος, θλιβερή μαριονέτα, καταλαβαίνετε!

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αν και συνέβαλε πιο δραστικά στην “αλλαγή”, γιατί όπως συνήθως λέγεται για τα εξελιγμένα αναλγητικά, ήταν διπλής δράσεως! Η περίπτωση Μπέρνχαρντ είναι ιδιάζουσα γιατί καταφέρνει να γίνει ενοχλητικός και με τον τρόπο γραφής του αλλά και με τα γραφόμενά του. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα εξωτερικά στοιχεία της γραφής του: ο λόγος του είναι τόσο χειμαρρώδης που θα σταματήσει μόνο στην τελευταία τελεία! Μην αυταπατάσαι, δεν ελέγχεις εσύ την ροή του λόγου, εκείνη σε ελέγχει, και αν νομίζεις ότι βγήκαμε για βαρκάδα, καλύτερα κατέβα πριν αρχίσει η ταραχή! Γι' αυτό εξάλλου και δεν χρειάζονται οι παράγραφοι! Η απουσία τους γίνεται οδυνηρά ενοχλητική όταν έρθει η ώρα να σταματήσεις την ανάγνωση για λόγους φυσικής αναγκαιότητας, θες να κοιμηθείς και το κείμενο σε περιπαίζει, γελάει μαζί σου, με την ανημπόρια σου, άντε στο διάολο, κρεμόμουν εξαντλημένος στην πρώτη τελεία της αριστερής σελίδας και έκλεινα το βιβλίο με θυμό. Τα βιβλία του έχουν εκατοντάδες επαναλήψεις λέξεων και ολόκληρων φράσεων, που προσδίδουν μια απίστευτη μουσικότητα και ρυθμό στο κείμενο, σχεδόν ακούς μουσική.


Σχεδόν όλα τα βιβλία είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έτσι ώστε έχεις την εντύπωση πως ό,τι λέγεται απηχεί τις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μπέρνχαρντ σπάνια αναφέρει (μπορεί και καθόλου) το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα, νομίζοντας ότι δεν δανείζει φωνή σε κανέναν, απλώς κάθεται και μας αραδιάζει τα πιστεύω του! Αυτό μπορεί να είναι θανάσιμη παγίδα για άλλους συγγραφείς, στον Μπέρνχαρντ όμως είναι απαράμιλλα γοητευτικό. Τα αποσπάσματα που μπορείς να επιλέξεις είναι πάμπολλα, αν και καταλαβαίνεις αμέσως ότι, έτσι κολοβό καθώς είναι, χάνει μεγάλο μέρος της γοητείας που του πρόσφερε η συνεκτικότητα που είχε με το προηγούμενο κείμενο καθώς και εκείνη που θα έχει με το επόμενο. Επέλεξα ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου (μιλάω για τον Αφανισμό, που διάβασα τελευταίο) γιατί το βρήκα επίκαιρο με την ηλίθια μόδα των selfie που επικρατεί τελευταία.

...περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν τον συνειδητοποιούν. Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ' αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι. Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο. Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα. Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά. Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

Η πλοκή των βιβλίων του είναι μηδαμινή, η γραφή και η ανάγνωσή τους είναι μόνο εγκεφαλική, οι εικόνες που δημιουργούνται είναι ελάχιστες. Ο Μπέρνχαρντ ασκεί μια έντονη κριτική προς πάσα κατεύθυνση, καθιερώνει μια πολεμική, συντάσσει ένα πολιτικοκοινωνικό μανιφέστο. Όπως ο Τζόυς τα έβαλε με την μισητή του Ιρλανδία, έτσι και ο Μπέρνχαρντ τα βάζει πρώτα με τα του (κάποτε αυτοκρατορικού) οίκου του για να μπορεί στην συνέχεια ανενόχλητος να τα βάλει με όλον τον κόσμο! Η Αυστρία και η μόνιμη κατάπτωσή της αποτελεί το μόνιμο θέμα του. Η οικουμενικότητα όμως των σκέψεών του θα αγγίξει πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, και όχι μόνο τους Αυστριακούς, για τους οποίους εξάλλου, αμφιβάλλει αν μέσα στην αμβλύνοιά τους μπορούν να καταλάβουν το οτιδήποτε!

...ζούμε πάντοτε με την πλάνη ότι, όπως έχουμε εξελιχθεί εμείς, άσχετα προς τα πού, έχουν εξελιχθεί και οι άλλοι, μα αυτό είναι πλάνη, οι περισσότεροι έχουν μείνει στάσιμοι και δεν έχουν καθόλου εξελιχθεί, ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι, έχουν μόνο γίνει γέροι και, με τούτο, στον ύψιστο βαθμό αδιάφοροι. Πιστεύουμε ότι θα αιφνιδιαστούμε από την εξέλιξη ενός ανθρώπου που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε, μα, όταν τον ξαναβλέπουμε, αιφνιδιαζόμαστε μόνο από το ότι δεν έχει εξελιχθεί καθόλου, από το ότι είναι μόνο κατά είκοσι χρόνια πιο γέρος και αντί να έχει καλή μορφή, έχει τώρα χοντρή κοιλιά και μεγάλα κακόγουστα δαχτυλίδια στα χοντρά δάχτυλα, που μας φαίνονταν κάποτε πολύ όμορφα.

Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται με την μεγαλύτερη συχνότητα στα βιβλία του είναι η “ποταπότητα” και η “αμβλύνοια”, αμφότερες ενδεικτικές της κοσμοθεώρησής του. Ειδικά, η λέξη “αμβλύνοια” με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, είναι πιο δυνατή από τις συνώνυμες “ηλιθιότητα” και “βλακεία”, ίσως γιατί πια απαντάται ελάχιστα, και αποτελεί έξυπνη επιλογή του μεταφραστή, που λειτουργεί εξόχως ιδανικά μέσα στον λόγο του Μπέρνχαρντ. Πολλοί μεταφραστές έχουν συνδυαστεί στο μυαλό μας με τα κείμενα που έχουν μεταφράσει, ως οι μόνοι ικανοί και αρμόδιοι για μια τέτοια απαιτητική δουλειά. Ο Βασίλης Τομανάς είναι ένας τέτοιος μεταφραστής, διαβάζεις και αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι πέρα όλων των άλλων, αν μη τι άλλο και πάνω από όλα, απολαμβάνει πρώτος αυτός το κείμενο που μεταφράζει!



Υπάρχει μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Τόμας Μπερνχαρντ να γλείφει ένα μικρό χωνάκι παγωτό. Αυτή η εικόνα είναι πολύ συνδηλωτική των γραπτών που έγραψε αυτός ο συγγραφέας. Το παγωτό, σύμβολο παιδικότητας, φανερώνει μια διάθεση να πει αλήθειες με την αφέλεια και την άγνοια που κουβαλά ένα μικρό παιδί, διατηρώντας όμως την πονηριά και την ειρωνεία ενός ενήλικα, που μας τις πετάει κατάμουτρα, ανενδοίαστα και ασταμάτητα, χωρίς να μπορούμε να του προσάψουμε τίποτε, όπως θα κάναμε απέναντι και σ' ένα παιδί.

H ανάγνωση του Μπέρνχανρτ είναι δύσκολη, απαιτεί υπομονή και έντονη και συνεχή συνειδητότητα. Η γραφή του από την άλλη, είναι πυρωμένη, καίει συνειδήσεις, συναισθήματα και εν τέλει πυρπολεί τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το λέει και ο Μίλτος Πασχαλίδης σε κάποιο από τα τραγούδια του, αν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις.

                                                                                                              Μαραμπού

17/6/14

(Ξανά)διαβάζοντας την «Τριλογία της Νεάς Υόρκης»



Παρακολουθώ συστηματικά τούτο το ιστολόγιο σημαίνει πως ξέρω πως ο Όστερ είναι από τις μεγάλες αδυναμίες της blogger-συγγραφέως- φαρμακοποιού- μάνας-συντάκτριας αυτών των σοβαρών κειμένων για την λογοτεχνία που δημοσιεύονται εδώ. Κι όμως το πρώτο του βιβλίο, την «Τριλογία της Νέας Υόρκης», το διάβασα μόλις δυο χρόνια πριν. Πριν από αυτό, ανάθεμα κι αν είχα ξανακούσει για τον Πολ.

Τις τελευταίες μέρες ξαναδιάβασα την Τριλογία. Θα την παρουσιάσουμε μαζί με την Μαρία Ξυλούρη και την Σταυρούλα Αργυροπούλου την Τετάρτη στις 18/6 στο Booktalks κι είπα να ρίξω μια διαγώνια ματιά. Ναι, ναι, σωστά καταλάβατε, τι διαγώνια και αηδίες, διάβασα το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος, το ρούφηξα σαν να μην το είχα διαβάσει ποτέ ξανά, έκανα συνδέσεις, πρόσεξα λεπτομέρειες, στοχάστηκα και συνειδητοποίησα το εξής: κάθε βιβλίο του Όστερ, αλλά η Γυάλινη Πόλη ιδιαίτερα, θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για μεταπτυχιακό στην λογοτεχνία. Η διακειμενικότητα του αρέσει, την επιδεικνύει, την χώνει στα κρυφά, την υπονοεί, σε δεσμεύει να την κατανοήσεις, να την επινοήσεις, να την ανακαλύψεις. Σαν παιχνίδι θησαυρού.

Όλα όσα έμαθα για τον Όστερ όλα αυτά τα χρόνια (2 είπαμε) δεν μπόρεσαν να με κάνουν να μην το αγαπώ. Δεν έχει τίποτα από το καταραμένο προφίλ των Αμερικάνων λογοτεχνών, δεν είναι μέθυσος, δεν κάνει ναρκωτικά. Είναι ένας ευγενής κύριος που η σκοτεινιά συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του. Λένε πως η αναζήτηση της ταυτότητας, η βαθιά πίστη στο τυχαίο που σου αλλάζει τη ζωή, στην σύμπτωση που καθορίζει ποιος είσαι, η ανάγκη του να πάρει έναν χαρακτήρα κατεστραμμένο από το χέρι και να τον οδηγήσει στην τρέλα ή την λύτρωση έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Υποθέτω πως αυτό έχει βάση για όλους τους συγγραφείς. Αυτό που περισσότερο εδραιώνεται μέσα μου από τις αναγνώσεις είναι πως οι ήρωες του μου ταιριάζουν, η φιλοσοφία του με κινητοποιεί, τα βιβλία του με κάνουν να κοιτάω το ταβάνι έπειτα ή και κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Κι αυτό δεν μου συμβαίνει με τον καθένα.

«Υπάρχουν πολλές ακόμα λέξεις για να πω. Δεν νομίζω όμως ότι θα τις πω. Όχι. Όχι σήμερα. Τώρα το στόμα μου κουράστηκε και θαρρώ πως ήρθε η ώρα να πηγαίνω. Φυσικά δεν ξέρω τίποτα για τον χρόνο, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Για μένα. Σας ευχαριστώ πολύ. Ξέρω ότι θα μου σώσετε την ζωή, κύριε Όστερ. Βασίζομαι σε σας. Η ζωή μπορεί να κρατήσει τόσο πολύ, καταλαβαίνετε. Οτιδήποτε άλλο βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο, με το σκοτάδι, με τη γλώσσα του θεού, με τις κραυγές. Εδώ είμαι φτιαγμένος από αέρα, ένα όμορφο πράγμα για να λάμψει πάνω του το φως. Ίσως το θυμηθείτε αυτό. Είμαι ο Πίτερ Στίλμαν. Αυτό δεν είναι το αληθινό μου όνομα. Σας ευχαριστώ πολύ.»





15/6/14

"Μια χαρά", Χρίστος Κυθρεώτης





Ομολογουμένως ο Χρίστος Κυθρεώτης ξέρει καλά να σκιαγραφεί χαρακτήρες, αυτό φαίνεται στην συλλογή διηγημάτων "Μια χαρά", το πρώτο του βιβλίο. Οι ήρωες του, άνθρωποι της καθημερινότητάς μας, έχουν αμεσότητα και βάθος, μπορούν να σε κάνουν να ταυτιστείς.

Στο πρώτο διήγημα της συλλογής, ο Μιχάλης, ένα κλασικό χουλιγκάνι, χάνει τη ζωή του όχι από τους άλλους αλλά από δικούς. Κι όπως μας αποκαλύπτει ο κολλητός του και αφηγητής, είχε κι ένα μυστικό που θα τον έβγαζε έτσι κι αλλιώς στην απέξω.

Στο δεύτερο ένα έξυπνο αγόρι που έχει την ατυχία να είναι αρκετά στραβοχυμένο στην εξωτερική εμφάνιση (ή έτσι νομίζει) βγαίνει ραντεβού με την κοπέλα των ονείρων του. Η αφήγηση έχει εντάσεις χιούμορ και κρύβει μια πίκρα που κάθε νέος άνθρωπος στην αρχή της σεξουαλικότητάς του μπορεί να κατανοήσει.

Στο επόμενο, και κατ' εμέ πιο αδύναμο της συλλογής,  μια νεαρή κοπέλα, από αυτές τις ανόητες που νομίζουν πως όλς φτιάχνουν με 2 ψώνια προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της πως όλα είναι μια χαρά.

Ακολουθεί αυτό που μίλησε περισσότερο στην καρδιά μου, ένας τριαντάρης πετυχημένος στην δουλειά του κι έτοιμος να παντρευτεί που τα τινάζει όλα στον αέρα.

Και τέλος, μια σαραντάρα ανύπαντρη γυναίκα που κολλάει με έναν παντρεμένο, ενάντια σε κάθε ένστικτο της χειραφέτησής της.

Ο Κυθρεώτης εκφράζει την γενιά μας με ενάργεια, μιλά για τον ρατσισμό, τον χουλιγκανισμό, την οικογένεια, την σεξουαλικότητα, τις σχέσεις. Η γλώσσα του είναι κάπως άνιση, εξαιρετικά απελευθερωμένη στο πρώτο διήγημα και στα υπόλοιπα κάπως πιο μαζεμένη, όμως έχει μια ευχέρεια στην αφήγηση που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον.

"Μια χαρά", Χρίστος Κυθρεώτης, εκδ. Πατάκη, 2013, σελ. 217

Υ.Γ. 42 Την Δευτέρα 16/6 στις 19:30 ο Χρίστος Κυθρεώτης στο Booktalks






14/6/14

"Η θεία Τούλα", Miguel de Unamuno





Ιδιότυπο βιβλίο "Η θεία Τούλα" του Μιγέλ ντε Ουναμούνο, μας μιλά για την ιστορία μιας γυναίκας που αποφασίζει η ίδια να μείνει άσπιλη και αγνή, να μην δοθεί ποτέ σε άντρα, ενώ επιδιώκει και τελικά καταφέρνει να γίνει μάνα πέντε παιδιών.

Η Τούλα και η αδελφή της η Ρόζα ήταν το ακριβώς αντίθετο, με την πρώτη ματιά πρόσεχες την ομορφιά της Ρόζας- που όμως στα έδινε όλα μεμιάς- κι έπειτα στη δεύτερη επαφή έμενες στην Τούλα.

"Οι δυο αδελφές, πάντα μαζί, αν κι όχι απαραίτητα πάντα ενωμένες, σχημάτιζαν ένα ζευγάρι αχώριστο, μια και μόνη ουσία. Ήταν η υπέροχη και κάπως προκλητική ομορφιά της Ρόζας, λουλούδι σάρκινο που ανοίγει σαν λουλούδι ουράνιο στο παραμικρό φως και στον παραμικρό άνεμο, αυτή που αρχικά τραβούσε τα βλέμματα στο ζευγάρι κατόπιν όμως ήταν τα επίμονα μάτια της Γετρούδης αυτά που κατακτούσαν όποια μάτια καρφώνονταν πάνω τους"

Ο Ραμίρο νόμισε πως ερωτεύτηκε την Ρόζα. Η Τούλα τον πίεσε να παντρευτεί την αδελφή της. Όταν γεννήθηκαν τα ανίψια της, η Τούλα μετακόμισε στο σπίτι της αδελφής της κι έγινε για αυτά πιο μάνα κι από μάνα- η Ρόζα ανάρρωνε μετά από κάθε γέννα όλο και δυσκολότερα. Όταν πέθανε, η Γετρούδη (η Τούλα ντε) αρνήθηκε να παντρευτεί τον Ραμίρο, επέβαλλε στα παιδιά να την φωνάζουν μαμά και σε κείνον παντρευτεί μια υπηρετριούλα που πηδούσε.

Η θεία Τούλα, η άμωμος παρθένος που γίνεται μάνα με το έτσι θέλω, που διώχνει τους άντρες, που απαρνιέται το κορμί της, που χρησιμοποιεί τις άλλες γυναίκες για να γίνει μάνα κι αυτές πεθαίνουν πάνω στις γέννες είναι από τα πιο περίεργα θηλυκά της λογοτεχνίας. Δεν είναι σπάνια η μορφή της υστερικής παρθένου που διατάζει όλο το σπίτι ακόμα κι αν δεν είναι δικό της. Αυτό που διαφοροποιεί την ιστορία είναι πως ο συγγραφέας βλέπει μια τέτοια ηρωίδα με συμπάθεια. Ο Ουναμούνο την αγαπά την Τούλα του, δεν την θεωρεί κακιά, της δίνει τον κεντρικό ρόλο. Ταυτόχρονα μιλά για τον θεσμό της οικογένειας, της αδελφικής και της μητρικής αγάπης, της θρησκείας, της έννοιας της «θυσίας».

"Η θεία Τούλα" είναι ένα μικρό μυθιστόρημα γεμάτο φιλοσοφικά ερωτήματα, με γρήγορη πλοκή που σε παρασέρνει στο ρυθμό της και ήρωες ολοζώντανους, βγαλμένους θαρρείς από κάθε κοινωνία, άχρονους και διαχρονικούς. Ένα βιβλιαράκι μικρό, κομψό και απαραίτητο για κάθε βιβλιοθήκη. 

"Η θεία Τούλα", Μιγέλ ντε Ουναμούνο, μετ. Μαρία Μπεζαντάκου, εκδ. Καλλιγράφος, 2013, σελ. 176



11/6/14

"Ο θάλαμος αρ. 6", Anton Pavlovich Chekhov




Ανάμεσα στους βιβλιόφιλους, η συνηθέστερη απάντηση στην ερώτηση «ποιος είναι ο αγαπημένος σας διηγηματογράφος» είναι «Άντον Τσέχωφ». Αν και δεν συγκαταλέγομαι στους φανατικούς του Ρώσου λογοτέχνη, η απάντηση είναι δίκαιη. Κανένας άλλος δεν καταφέρνει με τόση ενάργεια να χτίσει χαρακτήρες στην μικρή φόρμα, να εντάξει την κοσμοθεωρία του στην ιστορία και να σε ξεβράσει πάνω στα βράχια της αλήθειας.

«Αποπνευμάτωση… στραβομουτσούνιασε ο Ιβάν Ντμήτριτς. Τα εκτός μου και τα εντός μου… Με συγχωρείτε, αλλά ολ’ αυτά για μένα είναι αλαμπουρνέζικα. Το μόνο που ξέρω είπε- σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε θυμωμένα τον γιατρό- το μόνο που ξέρω είναι πως ο Θεός με έπλασε από ζεστό αίμα και νεύρα. Μάλιστα! Και το οργανικό κύτταρο αν έχει ζωή μέσα του πρέπει να αντιδρά σε κάθε ερεθισμό. Κι εγώ αντιδρώ! Στον πόνο απαντώ με κραυγές και με δάκρυα, στην προστυχιά με την οργή μου, στην βρωμιά με την αηδία μου. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι ίσα ίσα αυτό που λέμε ζωή».

Η νουβέλα «Θάλαμος αρ.6» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1892 και μιλά για ένα τολμηρό θέμα για την εποχή, την κατάσταση στις ψυχιατρικές πτέρυγες των νοσοκομείων, την ιδρυματοποίηση των ασθενών, την αντιμετώπιση που τους επιφυλάσσουν ιατροί και νοσηλευτές.

Κεντρικός ήρωας ο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς, ένας άντρας μορφωμένος, καλών προθέσεων, διευθυντής σε ένα νοσοκομείο σε μια επαρχιακή πόλη, εξαιρετικά τεμπέλης και αταίριαστος για αυτή τη θέση, που αφήνει το νοσοκομείο στην τύχη του, τις εγχειρήσεις στους κουτοπόνηρους βοηθούς του, δεν πατά στον θάλαμο αρ.6 με τους ψυχιατρικούς ασθενείς- όπου αλωνίζει ένας αγροίκος, ο Νικήτας, που δέρνει τους τρόφιμους, τους κατακλέβει, τους αφήνει νηστικούς και βρώμικους. Έχει μοναχά έναν φίλο σε ολόκληρη την πόλη, τον διευθυντή του ταχυδρομείου, αγαπά να διαβάζει τα βιβλία του και να ακολουθεί με ευλάβεια την ρουτίνα του κι έχει συναίσθηση της καταστάσεως, αλλά από μακριά. Δεν τολμά να κάνει κάτι, δεν θέλει να ξεβολευτεί, αφήνει αυτό που δεν τον αφορά άμεσα να τον προσπερνά.

«Έχοντας επιθεωρήσει το νοσοκομείο, ο Αντρέι Εφίμιτς κατέληξε στο συμπέρασμα πως το ίδρυμα αυτό δεν βασίζεται επί ηθικών αρχών και είναι επιπλέον βλαβερότατον δια την υγεία των κατοίκων. Κατά τη γνώμη του, το λογικότερο από όλα θα ήταν να αφήσει τους αρρώστους να πάνε σπίτια τους και να κλείσει το νοσοκομείο. Σκέφτηκε, όμως, πως για να γίνει κάτι τέτοιο δεν αρκεί μονάχα η δική του θέληση, και ότι, τελικά θα ήταν και ανώφελο∙ αν διώξεις την σωματική και την ηθική βρωμιά από ένα μέρος θα μεταφερθεί σε άλλο∙ πρέπει να περιμένεις να εξαλειφθεί από μόνη της»


Όταν όμως ο γιατρός πιάσει τυχαία φιλίες με έναν από τους ασθενείς της ψυχιατρικής πτέρυγας, οι κατώτεροί του θα βρουν την ευκαιρία να τον αποκαθηλώσουν, να του «φάνε» την θέση και να τον κλείσουν στον θάλαμο αρ.6.

Ο Τσέχωφ με αυτή τη νουβέλα αποδεικνύει το ηθικό του ανάστημα, την δύναμη του ως ψυχρού ψυχογράφου, την ικανότητά του να κρατά τις αποστάσεις από τον ήρωα κι όμως να σε βάζει να ταυτιστείς μαζί του. Παραπάνω από εκατό χρόνια μετά, το κείμενο διαβάζεται σπαρταριστό, σε παίρνει μαζί του. Και μας λέει πως τα πράγματα ήταν πάντοτε έτσι∙ όποιος αφήνει την ζωή του να περνά, αδιάφορος για τα σημαντικά, τελικά τη χάνει. 

"Ο θάλαμος αρ.6", Άντον Τσέχωφ, μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Γκοβόστη, 2012, σελ.111


7/6/14

"Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ", Mordecai Richler







Μια επική family saga είναι το αριστουργηματικό «Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ» του Μορντεκάι Ρίχλερ. Ένα μυθιστόρημα ποταμός, δύσκολο να το χαρακτηρίσεις, σχεδόν αδύνατο να δώσεις έστω και αδρά την περίληψή του, ένα σύμπαν ολόκληρο χαρακτήρων και συνθηκών, έργο ζωής. Όχι, δεν το παρομοιάζουν τζάμπα με το «Εκατό χρόνια μοναξιάς»∙ μοιάζει και δεν μοιάζει. Δεν έχει τίποτα από την λιγωτική τρέλα του Λατινοαμερικάνικου Νότου, έχει όμως αυτόν τον τραχύ κωλοπαιδισμό του Καναδοαμερικάνικου Βορρά, ισορροπεί ανάμεσα στην ηθική και την φαυλότητα, το χιούμορ και την πίκρα, την περιπέτεια και την ηρεμία.
   
Η πλοκή ξεκινά κάπου στα μέσα του 19ου και τελειώνει στα τέλη του 20ου ακολουθώντας τα ιστορικά γεγονότα μέσα από τις ζωές πέντε γενεών Γκάρσκυ. Αρχίζοντας από τον προπροπάππου Εφραίμ, έναν μικρολωποδύτη Εβραίο που έφτασε στον Καναδά όταν απέδρασε από την φυλακή και επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο με αποστολή την Αρκτική όπου κατέληξε σε μια φυλή Εσκιμώων, μόνος επιζών και Μεσσίας, περνώντας στους γιους του γιου του, τον Σόλομον, γοητευτικό τυχοδιώκτη που τα παίζει στα δεκαοκτώ του όλα για όλα σε μια παρτίδα πόκερ και κάνει τα πρώτα του λεφτά κι έπειτα πολύ βολικά εξαφανίζεται, τον κο Μπέρναρντ που εκμεταλλεύεται τα κέρδη του αδελφού του για να χτίσει μια αμύθητη περιουσία στηριζόμενος στο λαθρεμπόριο αλκοόλ και τον Μόρρυ, ένα άβουλο ανθρωπάκι που ακολουθεί τα αδέλφια του κατά πόδας, και τελειώνοντας με τα παιδιά όλων αυτών και τα εγγόνια.

Αφηγητής ο Μόζες Μπέργκερ, μια φιγούρα από αυτές τις καταραμένες, Εβραίος διανοούμενος, γιος ενός ελάσσονος ποιητή που πήρε κάποτε ο κος Μπέρναρντ στη δούλεψή του, σπαταλά τη ζωή του ανάμεσα στο αλκοόλ και την εμμονή του με τον  Σόλομον Γκάρσκυ, σημειώνει ευλαβικά όλα τα στοιχεία για τη ζωή και τον χαμό του.

Το μυθιστόρημα τα έχει όλα, εξωτικά ταξίδια και περιπέτειες, ποτοαπαγόρευση και αμύθητα πλούτη, κακομαθημένους κληρονόμους που δεν ξέρουν τι να κάνουν με την ζωή τους, Εβραίους, Εσκιμώους, δικηγόρους, κανίβαλους. Ο Ρίχλερ αγαπά να πετάγεται από την μια ιστορία στην άλλη, να μπερδεύει τους ήρωες του σε ένα ατελείωτο κουβάρι, τόσο που συχνά σου παίρνει κάποιες σελίδες για να συνειδητοποιήσεις ποιος είναι ποιος, αλλά σε βάζει και σε έναν κόσμο ολόκληρο που γίνεται δικός σου όσο το διαβάζεις, νιώθεις πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι οικείοι.

Τα θέματα του βιβλίου ατελείωτα. Η πολιτική, η θρησκεία, η ηθική, η ανάγκη του ανθρώπου να ενταχθεί σε μια κοινωνία όσο κι αν φαίνεται πως την απεχθάνεται, η αποδοχή ως προϋπόθεση της ύπαρξης. Το χιούμορ είναι υπόγειο, συχνά υποχθόνιο, καταφέρεται εναντίον των ηρώων του που όμως φαίνεται να τους αγαπά∙ ακόμα και τον μοχθηρό και αδίστακτο καπιταλιστή κο Μπέρναρντ, χαρακτηριστικό παράδειγμα σκουληκιού που έγινε λεφτάς με άνομα μέσα και προσπαθεί να κατακτήσει ένα κοινωνικό στάτους ή τον άβουλο Μόρρυ που εκμεταλλεύεται την κατάσταση αλλά είναι δέσμιος του μεγάλου αδελφού του.

Η Εβραϊκότητα και η ιστορία του Καναδά στοιχειώνουν τον συγγραφέα. Κι αν είναι στα όρια του πολιτικά ορθού ένας Εβραίος να κάνει τόσο έντονη πλάκα στη φυλή του, ο Ρίχλερ δεν μένει εκεί, καυτηριάζει συχνά δηκτικά όλες τις φυλές που απαρτίζουν τον Καναδά, σαρκάζει όσο αυτοσαρκάζεται, δεν αφήνει στεγανό που να μην το παραβιάσει, χωρίς ποτέ να φαίνεται το κείμενο ένα άγριο συνονθύλευμα οργίων. Γιατί υπόγεια, η φλέβα του συγγραφέα, η δική του ματιά στα πράγματα, σε αυτό το μυθιστόρημα το τόσο σκόρπιο από άποψη χρόνου, χώρου, χαρακτήρων και ιδεών, διαπερνά την ιστορία και την χαρακτηρίζει.


«Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ», Μορντεκάι Ρίχλερ, μετ. Κατερίνα Γεωργιάδη, Στρατής Μπουρνάζος, εκδ. Πόλις, 2000, σελ. 686

3/6/14

Δεν πρέπει τίποτα




Χθες δήλωσα σε κάποιον πως κάνω πολλά, πάρα πολλά μαζεμένα για αυτό είμαι και τόσο πιεσμένη. Τότε μήπως οι γύρω σου κάνουν πολύ λίγα, μου απάντησε. Αλλά δεν ήταν η σωστή απάντηση, κάνουν κι αυτοί πολλά, για μένα, και για υποχρεώσεις που είναι «δικές μου» και για την οικογένειά μου, τα επαγγελματικά μου. Μόνο που η τελική ευθύνη περνά από μένα. Και η οργάνωση. Κι η ευγνωμοσύνη που πρέπει να νιώθω μετά. Κι οι τύψεις που δεν τα έκανα όλα εγώ.

Μια τυπική γυναίκα θα μου πείτε.

Το περασμένο Σάββατο μιλώντας για βιβλία διαφωνήσαμε. «Πρέπει να έχεις μια σφαιρική άποψη», «να διαβάζεις παγκόσμια αριστουργήματα, να παρακολουθείς την τρέχουσα παραγωγή, να εξελίσσεσαι ως αναγνώστης». Κι εκεί βρήκα ένα μυστικό που με κρατάει στην ανάγνωση λογοτεχνίας τόσα χρόνια, αλλά μακριά από κάθε τι θεωρητικό της. Στην δική μου ανάγνωση «δεν πρέπει τίποτα». Το διάβασμα σε οδηγεί μόνο του δίχως να το πιέσεις. Σε ωθεί το βιβλίο που βγάζει από την τσάντα του ο διπλανός σου, ο ελαφρύς ανταγωνισμός για το πόσες σελίδες διαβάζεις το μήνα, ο εγωισμός σου, η λαχτάρα σου για δυο σελίδες ακόμα πριν τον ύπνο. Αλλά τελικά «δεν πρέπει τίποτα». Η ανάγνωση δεν είναι διδακτορικό.

Αυτό που με ξεκουράζει, που με οδηγεί εκτός- πέρα από την έμφυτη τάση μου για φευγιό, για ψεύτικους κόσμους που γίνονται καθημερινά αληθινοί, για ιστορίες άλλες από την δική μου, κάποτε εντελώς υπερβατικές και μερικές φορές του διπλανού μου- είναι η έλλειψη υποχρέωσης. Στην κανονική μου ζωή είμαι ένα σωρό πράγματα, στο διάβασμα ο ωτακουστής του τίποτα.