Σελίδες

30/10/22

"Μολλόυ", Samuel Beckett


           
Αγοράστε το εδώ: 
https://www.booktalks.gr/logotexnia/logotexnia-allon-glosson/irlandiki-logotexnia/irlandiki-pezografia/mollou.html



Έχει καμία σημασία να γράψει κανείς για τον Μολλόυ σήμερα, 70 χρόνια από την έκδοσή του και τι είναι αυτό που θα μπορούσε να γραφτεί για να μην αδικήσει τον συντάκτη του κειμένου, δεν μιλάμε φυσικά για τον Μπέκετ, που είναι μέγεθος τέτοιο που δεν επιδέχεται ουσιαστικής κριτικής. Τη μόνη λογική εξήγηση για αυτό το κείμενο, την κατανοώ μόνο για μένα, θέλω να γράψω για αυτό το βιβλίο γιατί με αναστατώνει και βγάζει τις σκέψεις μου από την όποια λογική σειρά, κάθε φορά που το διαβάζω. Και το διαβάζω σχετικά συχνά, κάτι που δεν κάνω ας πούμε για τα θεατρικά του Μπέκετ ή για άλλα κείμενα στις παρυφές ανάμεσα στον μοντερνισμό και στον μετα-μοντερνισμό.

Ο Μπέκετ υπήρξε σε νεαρή ηλικία γραμματέας του Τζόυς, όταν ο πρώτος έφυγε από την Ιρλανδία και βρέθηκε στο Παρίσι. Αυτός κράτησε τις σημειώσεις για την Αγρύπνια των Φίνεγκαν, και έπειτα σχετίστηκε με την κόρη του Τζόυς. Έλαβε μέρος στη γαλλική αντίσταση, συντρίφτηκε από το μέγεθος των ερειπίων. Οι πιο πολλοί τον ξέρουμε γιατί έχουμε δει στο θέατρο το «Περιμένοντας τον Γκοντό» ή τις «Ευτυχισμένες μέρες». Το «θέατρο του παραλόγου» στηρίχτηκε και πάνω του. Έγραψε στα γαλλικά τα μεγάλα του έργα, αν και έπειτα τα μετέφραζε ο ίδιος στη μητρική του, τα αγγλικά, ουσιαστικά μεταγράφοντάς τα, όχι απλά μεταφράζοντάς τα, σε έναν άλλο τρόπο σκέψης κι όχι απλά σε μιαν άλλη γλώσσα. Έγραψε καταλύοντας τα βασικά στοιχεία της πεζογραφίας, τη δομή, την πλοκή, τους χαρακτήρες και την ανάπτυξή τους, κρατώντας για στήριγμα τη γλώσσα, και τις βαθύτερες μύχιες, άναρχες (;) σκέψεις του ατόμου για τη ζωή του, το θάνατό του, και το ανάμεσό τους. Αυτή η αναμονή, του θανάτου, που προέκυψε από τα χρόνια που κρυβόταν στην Κατοχή, η φθορά και η εγκατάλειψη δίχως την ουσιαστική παρηγορά της λήθης, υπάρχει παντού, σε όλο του το έργο.

Ο Μολλόυ μονολογεί, ο Μολλόυ ψάχνει διαρκώς τη μάνα του, σκαρφαλωμένος πάνω σε ένα ποδήλατο, με το ένα πόδι μαγκωμένο, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αυτά που θυμάται, και αυτά που δεν θυμάται, στο σώμα που συνεχώς τον εγκαταλείπει, και την συνεχή αίσθηση της εγκατάλειψης. Ο Μολλόυ τα γράφει όλα αυτά όταν πια δεν θυμάται ποιος είναι, και δεν θυμάται τη μάνα του, αλλά έχει πάρει τη θέση της μάνας του. Έρποντας. Πιπιλάει βότσαλα με τη σειρά, ψάχνει ψυχαναγκαστικά τη σωστή σειρά στις τσέπες του, αδιαφορεί για τα βασικά, τα πιο βασικά της ανθρώπινης ύπαρξης, αγνοεί το ερείπιο που είναι το κορμί του, αγνοεί, επιδεικτικά τους κανόνες, επί 127 σελίδες, δεν βάζει ούτε μια παράγραφο. Χμ.

Κι έπειτα αναλαμβάνει ο Μοράν, σαν είδωλο ανεστραμμένο, στην αρχή ως διώκτης κι έπειτα ως ενσάρκωση του διωκόμενου. Πατέρας σε λήθη, τον εγκαταλείπει σιγά σιγά το σώμα του, όσο ψάχνει, ως ντετέκτιβ, τον Μολλόυ, γιατί κάποιος του το ανέθεσε. Ο Αγγελιοφόρος. Και σταματά μόλις ο Αγγελιοφόρος τού λέει πως δεν υπάρχει πια αποστολή. Σταματά πριν βρει τον εαυτό του, ενώ ήδη σέρνεται, ενώ ήδη κι αυτός περιμένει τον θάνατο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο φυσικά, να λέμε τους στραβού το δίκιο. Απαιτεί να είσαι υποψιασμένος για να αντέξεις την ανάγνωση, τη ροή των σκέψεων, άλλοτε εντελώς πεζών για το πόσες κλανιές ακριβώς κάνει ο Μολλού την ημέρα, κι άλλοτε τόσο σημαντικών όσο η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη. Μα για μια στιγμή. Δεν είναι και τα δύο εξίσου σημαντικά για την ανθρώπινη ύπαρξη; Σωματικότητα και συνείδηση.

Η φιγουρα της μητέρας, άπιαστη και φασματική, στοιχειώνει το κείμενο, όπως και μιας παράξενης εμμονής με τη γονεϊκότητα, ο Μολλόυ αναρωτιέται τι θα γινόταν αν είχε γιο, ενώ ο Μοράν έχει. Το κείμενο αποπνέει θανατίλα, αυτό είναι που το κάνει τόσο βαρύ, τόσο ασήκωτο αλλά ταυτόχρονα το αλαφραίνει, γιατί το σκοτεινό μαύρο χιούμορ του, καταφέρνει να ξεστοιχειώσει τον ίδιο τον θάνατο. Δεν ξεστοιχειώνει τη φθορά, τη γελοία ιδέα, πως ερειπιωνόμαστε σωματικά και ψυχικά κάθε μέρα, κάθε μέρα βάζει ένα λιθαράκι στην απόγνωση.

Ο Μπέκετ αφήνεται στη γοητεία τη γλώσσας, την αφήνει να τον καθοδηγεί – υποσυνείδητα- κι έπειτα τη χειραγωγεί και την υποτάσσει, για να πει αυτό που του τρώει τα δικά του σωθικά. Κάθε φορά αυτό που τρώει τα σωθικά του ίσως και να είναι άλλο, ανάλογα με αυτό που τρώει εσένα. Αυτή είναι η γοητεία αυτού του σπειροειδούς κειμένου, που κυνηγάει την ουρά του, του ήρωα που ψάχνει τον ερειπιωμένο εαυτό του, του ήρωα που ψάχνει τη μάνα και βρίσκει το θάνατο, καταλαμβάνοντας τη θέση της στην ανθρώπινη μοίρα.

Θα μπορούσε κανείς εύκολα να υπογραμμίσει όλο το βιβλίο ή και να το παρατήσει. Ανάλογα το ποιος είναι στη δεδομένη χρονική της ανάγνωσης. Ο Μπέκετ ποτέ δεν σου στερεί αφορμές, τις αιτίες, τόσο τις ερωτήσεις, όσο και τις απαντήσεις, θα τις βρεις μόνος. Αυτή είναι η γοητεία του. Για αυτό ο Μολλόυ παραμένει σε τόσα κομοδίνα για μέρες, μήνες χρόνια, κάποιες φορές χωρίς να ολοκληρώνεται η ανάγνωση ποτέ. Διαβάζεις όσο αντέχεις. Κάθε φορά.


                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Μολλόυ", Σάμιουελ Μπέκετ, μετ. Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Ύψιλον, Δ' Ανατύπωση 2021, αναθεωρημένη, σ. 255







16/10/22

"Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας", Marina Perezagua


Αγοράστε το εδώ

Μάλλον ήταν κάπως συγκεχυμένοι οι λόγοι που άρχισα το Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας της Μαρίνα Περεθάγουα. Ίσως να έφταιξε το εξώφυλλο που είναι πολύ του γούστου μου, ίσως πάλι να ήταν το οπισθόφυλλο που υποσχόταν ένα βιβλίο πιο αλλόκοτο από τα συνηθισμένα, ή πως πρόκειται για μια Ισπανίδα συγγραφέα στην ηλικία μου. Πιθανότατα βέβαια τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει, απλά μου είπε η κολλητή μου τη φράση κλειδί «τι βιβλίο είναι αυτό».

Από τις πρώτες σελίδες κατάλαβα πως η επιλογή ήταν σωστή. Η ιστορία ξεκινά με την ιστορία μιας μεταμόσχευσης. Ο πατέρας του κ. Λίνγουει πεθαίνει από μια σφαίρα σε ένα κινέζικο στρατόπεδο συγκέντρωσης και η καρδιά του μεταμοσχεύεται σε έναν Αμερικανό. Έτσι η καρδιά του πατέρα του ποτέ δεν πεθαίνει πραγματικά και το Σεν του δεν ησυχάζει. Ο κ. Λινγουέι παίρνει απόφαση να εκδικηθεί για να ηρεμήσει το Σεν, και περνά αυτή την αλλόκοτη βεντέτα και στον γιο του. Ο εγγονός, ο Σιντσιάνγκ, είναι αυτός που φτάνει στην Αμερική και θα αναζητήσει τρόπους να αναπαυθεί η ψυχούλα του παππού του∙ σκοτώνοντας. Ταυτοχρόνως, ένα νεαρό τυφλό κορίτσι καταδικάζεται σε θάνατο στα δεκαεφτά του χρόνια για τη δολοφονία της μητέρας της και αναλαμβάνει μέσα από τις επιστολές της από την πτέρυγα των μελλοθανάτων την αφήγηση.
 
Ο τρόπος που διαπλεπλέκονται όλα αυτά κάνει το βιβλίο μοναδικό. Όλα μοιάζουν να εξελίσσονται σπειροειδώς και όχι γραμμικά, η πλοκή κυνηγάει την ουρά της, κι εμείς ακούμε μια νεαρή γυναίκα, που δεν πρόλαβε καν να ζήσει, μιας και την εποχή που ονειρευόταν να γίνει ενήλικη, τότε την κλείσαν στη φυλακή, να περιγράφει την καθημερινότητά της, πότε τυφλή, πότε βλέπουσα.

Θέματα πολύ σοβαρά ξετυλίγονται στο βιβλίο, η πίστη στην αιώνια ψυχή, η βρώμικη βιομηχανία των μεταμοσχεύσεων από ζώντες, η αναπηρία, η γονεικότητα. Η ηρωίδα, που ζει σε έναν κόσμο χωρίς όραση, που δεν έχει ζήσει καμία ενήλικη σχέση, που τρώει μόνο χυλό, που ζει μονίμως στην απομόνωση, που δεν έμαθε να διαβάζει και να διαβάζει μικρή λόγω της τυφλότητάς της, θέλει να ζήσει. Αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό, το μήνυμα που διαπερνά το βιβλίο. Θέλει να δει, θέλει ζήσει, θέλει να αγαπήσει κι απεγνωσμένα να αγαπηθεί. Κι ας μην ξέρει αν είναι αθώα.

Οι τύψεις δεν αφορούν αυτό το βιβλίο. Όπως εν πολλοίς δεν αφορούν και τη ζωή μας. Για αυτό κάποιος αγοράζει ένα όργανο, δίνοντας πολλά λεφτά, ενώ ίσως ξέρει πως κάποιος σε μιαν άλλη χώρα, σε μιαν άλλη ήπειρο, θα πεθάνει επιτόπου για να του δώσει το συκώτι, το νεφρό, την καρδιά του, τους κερατοειδείς του. Η σκληρότητα και η κυνικότητα είναι μέρος της ζωής, μιας ζωής που τυχαία μπορεί τυχαία, μέσα σε μια στιγμή, μπορεί να ανατραπεί. Όσο καλοκουρδισμένη κι αν είναι.

Τη συγγραφέα τίποτε δεν τη σοκάρει, μοιάζει να αφουγκράζεται τις εσχατιές της ανθρώπινης ύπαρξης με νηφαλιότητα, ξέρει πως ανά πάσα στιγμή ο καθένας μπορεί να είναι τέρας ή άγγελος. Δεν είναι μεταφυσικές οι αγωνίες των ηρώων της, δεν νοιάζεται για το «θείο» παρά μόνο ως κοινωνικό φαινόμενο, σαν κάτι που μπορεί να σου τύχει. Όπως ας πούμε η απανθρωπιά της θανατικής ποινής. Γιατί μην ξεχνάμε πως η ηρωίδα περιμένει να την σκοτώσει το ίδιο το κράτος, σε αντίποινα.

Διάβασα τους Έξι τρόπους να πεθάνεις στο Τέξας σχεδόν μονοκοπανιά, το μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου τελείωσε σε μια μέρα, και μετά το φύλαξα, σαν να ήταν οι τελευταίες σελίδες η τελευταία καραμέλα στο κουτί. Σπανίως διαβάζω έτσι βιβλία, σημαίνει πως ξύπνησαν μέσα μου κάτι που κρυβόταν, και πρέπει να το επεξεργαστώ. Κι άργησα να γράψω αυτό το κείμενο, για να μην το αδικήσω, αλλά και να μην αδικήσω κι εμένα ως αναγνώστρια. Μα είναι ξεκάθαρο, οι σπείρες πάντα ήταν της αρεσκείας μου.


                                        Κατερίνα Μαλακατέ 






"Έξι τρόποι να πεθάνεις στο Τέξας", Μαρίνα Περεθάγουα, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Καστανιώτη, 2022, σ. 304