Σελίδες

27/6/26

"Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια", David Uclés




Είναι μια μυστικιστική εμπειρία να ακούς με το Requiem II: Kyrie του Gyorgy Ligeti το κεφάλαιο της καταστροφής και της ερήμωσης. Και το οφείλω στον αφηγητή. Σε αυτόν τον θερβαντικό αφηγητή- θεό, τον πανταχού παρόντα, έναν αφηγητή εντελώς παλιομοδίτικο, που ξέρει τα πάντα, με ακραίο γκροτέσκο χιούμορ, και την ικανότητα να χειρίζεται τον χρόνο και το χώρο κατά το δοκούν. Έναν αφηγητή που απευθύνεται συνεχώς και αδιαλείπτως στον αναγνώστη, τον ενημερώνει για τα λάθη— αν μετακίνησε μια μάχη έναν χρόνο μπροστά ή πίσω, αν τώρα θα εξαφανίσει δυο ήρωες και δεν ξαναμιλήσει ποτέ για αυτούς.

Είναι μια μυστικιστική εμπειρία να διαβάζεις το πρώτο μυθιστόρημα που γράφτηκε και περιλαμβάνει όλον τον Ισπανικό εμφύλιο, μόλις 90 χρόνια μετά, με απόλυτη ιστορική ακρίβεια, ενώ ταυτόχρονα στις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του χρησιμοποιεί τόσο πολύ τον μαγικό ρεαλισμό, που φτάνει στα όρια του φανταστικού.

Την ιστορία της οικογένειάς του θέλησε να γράψει ο 20χρονος τότε Δαβίντ Ουκλές, κάτι σαν Ιβηρικό Μακόντο, γεμάτο παγανιστικά φυτά, ανθρώπους που αναλήπτονται για να γλιτώσουν τη θλίψη και ξηρασίες που σου ρουφάνε 160 κιλά από το κορμί σου. Και σκόνταψε πάνω σε κάτι μεγαλειώδες, στον Ισπανικό Εμφύλιο και τα σαράντα χρόνια Φρανκισμού μετέπειτα. Το Ιστορικό υψώθηκε σαν τείχος, του έγινε εμμονή, διάβασε άπειρα γι’ αυτό, κατανάλωσε ταινίες, φωτογραφίες, πίνακες, μουσικές, κι έκανε 25.000 χιλιόμετρα με την μηχανή του πηγαίνοντας, τα 15 χρόνια που κράτησε τελικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου, σε όλα τα μέρη που αναφέρονται στον Εμφύλιο. Είδε, άκουσε, μύρισε, γεύτηκε κι έπιασε. Τελικά έγραψε. Ένα μυθιστόρημα που δεν χαρίζεται σε κανέναν για τις βιαιότητες και το ατελείωτο αίμα, για τη φρίκη του αδελφοκτόνου πολέμου


«Ένας αδελφός δεν σε σημαδεύει με το ντουφέκι»


Για τους ανθρώπους που «ήταν με την ύπαιθρο» όπως η οικογένειά του, που δεν είχε ανάμιξη πριν τον πόλεμο, και τελικά κατέληξε ανύπαρκτη, μετά τον πόλεμο.

Το μυθιστόρημα σφύζει από εικόνες, από μουσικές, από λογοτεχνικές αναφορές, από ζωγραφική, από διακειμενικές αναφορές. Θυμίζει Μάρκες, και θυμίζει Θέρκας και θυμίζει Σαραμάγκου, Θερβάντες και Όμηρο. Είναι ένα Ιβηρικό έπος. Μέσα στις σελίδες του κατοικούν ο Πικάσο και ο Θαμπολέτα, ο Χέμιγνγουει και ο Όργουελ, συνομιλούν ο Λιόσα με τον Θερνούδα και τον Καλδερόν, ο Μπερνανός με τον Νερούδα∙ και πεθαίνει ο Λόρκα.

Οι εικόνες σκάνε από παντού, οι ήρωες είναι τόσοι πολλοί, μα το κεντρικό θέμα ένα, μας το λέει ο αφηγητής-θεός ευθαρσώς:

«Παρεμπιπτόντως, αν αναρωτιέστε για ποιον λόγο προτίμησα να τα ξεπαγώσω και να τα σκοτώσω αντί να τα αφήσω να ξυπνήσουν σε σαράντα χρόνια, σας το εξηγώ με δυο λόγια: μου ήταν στενάχωρη η σκέψη πως μετά από τέσσερις δεκαετίες, τα παιδιά θα ξυπνούσαν σε μια κοινωνία που αντί να αντιμετωπίζει τον πόλεμο με σθεναρή ιστορική μνήμη, θα υπέγραφε ένα σύμφωνο σιωπής και θα αφιέρωνε στο χρονικό της σύγκρουσης μόλις δύο σελίδες στα σχολικά βιβλία»

Βασικό θέμα λοιπόν είναι η μνήμη, η ανάγκη να σπάσει η σιωπή, να μιλήσει κανείς για την ασύλληπτη βία, για την ισοπέδωση ολόκληρων πόλεων, για τους βιασμούς και τους ομαδικούς τάφους. Να ξέρουν όλοι ποιος ξεκίνησε και ποιος τελείωσε τον πόλεμο και τι έκανε σε αντίποινα, ποιος είναι ποιος. Στην πορεία βέβαια μιλάει για όλα τα βαθιά ανθρώπινα, για τη φρικαλεότητα της ανθρώπινης φύσης, τη ζωή, τον θάνατο, τη σπορά των επόμενων ανθρώπων.

Ο διάολος κρύβεται σε αυτά που λέει για τη θρησκεία και πώς την αντιμετώπισαν οι δυο παρατάξεις, για τον φόβο της αβεβαιότητα αν ο αδελφός σου θα σε σκοτώσει ή όχι, για την πληροφορία και το πόσο σημαντική είναι, για την παιδεία. Κάθε πρόταση αυτού του βιβλίου θα προκαλέσει σε διαφορετικό αναγνώστη την ανάγκη να ψάξει. Οι λεπτομέρειες, κρύβονται εκεί που δεν τις περιμένεις, εκεί που γεννιέται στο Περού ένας σπουδαίος λογοτέχνης που θα ξεκινήσει τη ζωή του αριστερός αλλά θα πεθάνει δεξιός, στην πόλη που ξέρει το μέλλον και υψώνεται προς τον ουρανό με παλιοσίδερα και χαλάσματα, στον τύπο που φέρνει τα βρωμερά υπολείμματα της Γκερνίκα στον Πικάσο σέρνοντας τα πίσω του μισό χρόνο σε ένα κάρο, στην ιδέα της Ιβηρίας, της χερσονήσου που είναι ένα και αποκόπτεται. Στους αυτοεξόριστους που η Γαλλία έβαλε σε καμπ κι έπειτα τους παρέδωσε στον Χίτλερ.

Όταν τελειώσει αυτή τη σάγκα, θέλεις να ξανακούσεις τη μουσική της, θέλεις να διαβάσεις όλους όσους παρελαύνουν μέσα της, και δεν θέλεις να ξεχάσεις. Γιατί οι Ισπανοί όπως κι εμείς, δεν διδάσκουν τον Εμφύλιο στο σχολείο. Γιατί για αυτούς ο Εμφύλιος δεν τελείωσε, συνεχίστηκε με 40 χρόνια Φράνκο και δεν τελειώσε παρά μόνον όταν ο δικτάτορας πέθανε από φυσικό θάνατο. Και ο ακροδεξιός εθνικισμός ξαναδείχνει τα δόντια του. Κι οι λαοί που έχουν κοντή μνήμη, που κρύβουν τα πάντα στις ντουλάπες και κάτω από τα χαλιά, καταδικάζονται να ξανασφάξουν τα αδέλφια τους. Και να ξαναερημώσουν τα σπίτια τους.



Κατερίνα Μαλακατέ




24/6/26

"Γυμναστήριο", Verena Kessler






Δεν συμβαίνει πολύ συχνά πια να τελειώνω ένα βιβλίο τη μέρα που το αρχίζω. Μα όταν συμβαίνει, το απολαμβάνω, μου θυμίζει την άγρια χαρά της ανάγνωσης. Οι ενδορφίνες που εκλύονται μοιάζουν με αυτές μετά από μια καλή προπόνηση. Πάντως αυτό μού συνέβη με την Βερένα Κέσσλερ και το «Γυμναστήριο» της, το έπιασα στα χέρια μου για να το ξεφυλλίσω, κι έπειτα διάβασα λίγες σελίδες, και μετά κόλλησα.

Πρόκειται για ένα βιβλίο για την εμμονή, για την ίδια την διαδικασία της προσήλωσης σε έναν μόνο στόχο, και της αδυναμίας να σταματήσει κανείς, να βγει από το τούνελ και να αντισταθεί στην τελειομανία. Η πρωταγωνίστρια μας θέλει να είναι πάντα πρώτη και θέλει να είναι τέλεια.

Πιάνει δουλειά στο μπαρ για σμούθις και χυμούς ενός MEGA GYM. Είναι κάπως παραιτημένη και τσουπωτούλα και για να την προσλάβει ο Φερχάτ, ο ιδιοκτήτης, που είναι φεμινιστής κατά δήλωσή του, λέει ψέματα πως μόλις έχει γεννήσει. Αυτό φυσικά δεν είναι ένα οποιοδήποτε ψέμα, είναι ένα ψέμα που μετά πρέπει να το υποστηρίζει κάθε μέρα. Που καταλαμβάνει τον εργασιακό της χώρο αλλά όχι τον προσωπικό. Δεν έχει προσωπικό χώρο εξάλλου.

Σιγά σιγά η πρωταγωνίστρια παρατηρεί πως η άλλη κοπέλα στο μπαρ, που είναι γυμνασμένη και ντύνεται με το γυμναστηριακό σέξι, παίρνει διπλές παραγγελίες σμούθις από κείνη. Και αρχίζει να γυμνάζεται. Αν και δεν της πολυαρέσει και δεν πολυαντέχει. Παρατηρεί και μια καινούργια μποντιμπιλντερού που συχνάζει στο MEGA GYM, τη Βικ.

Η ιστορία δεν έχει να κάνει ούτε με γυμναστήρια, ούτε με τον corporate κόσμο από τον οποίο αποδεικνύεται τελικά πως προέρχεται η πρωταγωνίστρια. Έχει να κάνει με την ακραία ανάγκη να είσαι πάντα πρώτη, να ζευτείς στην κούρσα, όποια κούρσα κι αν είναι αυτή, να διαλύσεις τα πάντα και τον εαυτό σου στο διάβα σου. Να μην υπολογίσεις κανένα κόστος για κανέναν.

Ο τρόπος σκέψης της ηρωίδας, που τον ακούμε να μας σφυροκοπά, είναι εθιστικός. Θέλουμε κι εμείς να διορθώσει την αδικία που της έκανε ο «φεμινιστής» διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας. Θέλουμε κι εμείς να γίνει φιτ και να τη χαζεύουν οι γυμναστηριάκηδες. Θέλουμε κι εμείς να είναι success story. Μέχρι που δεν θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε πια να της φωνάξουμε να σταματήσει, είμαστε συνένοχοι.

Είναι τόσο σύγχρονη αυτή η ιστορία, και ταυτόχρονα τόσο λογοτεχνική, που σε κατασπαράζει. Είναι η νέα μορφή εξουσίας που προσπαθείς να ασκήσεις, ενώ στην ασκούν.

Όταν τελείωσε το μικρό ομολογουμένως βιβλίο, ήθελα κι άλλο. Έψαξα για τα δυο άλλα βιβλία της Κέσσλερ, το πρώτο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα και δεν το είχα πάρει καν χαμπάρι, το δεύτερο όχι. Δεν είμαι καν σίγουρη πως δεν είναι εξαντλημένο αυτό που έχουμε μεταφρασμένο. Αν δεν είναι, ίσως ήρθε η ώρα και για αυτό.



                                              Κατερίνα Μαλακατε


"Γυμναστήριο", Verena Kessler,  μτφ. Δέσποινα Κανελλοπούλου, εκδ. Δώμα