Σελίδες

31/1/12

"Το κουτσό",Jylio Cortazar - μέρος Ι


Έχοντας τελειώσει το πρώτο μέρος του βιβλίου, μπορώ πια με σιγουριά να πω πως δεν έχω καμιά διάθεση να κάνω απιστίες, του είμαι πλήρως αφοσιωμένη, θέλω να ξυπνάω με αυτό τα πρωινά και να κοιμάμαι μαζί του τα βράδια. Είναι ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα που σχεδόν κάθε του σελίδα θα μπορούσε να είναι απόσπασμα άξιο θαυμασμού.

Ο Οράσιο Ολιβέιρα, Αργεντίνος στο Παρίσι, είναι ένας γοητευτικός μποέμ ήρωας στην αρχή, που όσο προχωρά η ιστορία γίνεται μια τραγική φιγούρα, χωρίς στιγμή να χάνει την ιδιοσυγκρασιακή του ταυτότητα. Του συμβαίνουν όσα του συμβαίνουν γιατί είναι αυτός που είναι, γιατί μπορεί να συζητά για την πραγματικότητα και να τη βλέπει κατάματα, πως αυτή δεν υπάρχει αλλά υπάρχει. Ο Ολιβέιρα είναι μέλος μιας άκρως καλλιτεχνικής Λέσχης, όπου τα βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα συζητιούνται εν μέσω κρασοκατανύξεων και είναι ζευγάρι με μια μεταφυσικά όμορφη γυναίκα, τη Μάγα. Όλα φτάνουν στο αποκορύφωμά τους στο κεφάλαιο 23 πάνω από το ζεστό κουφάρι ενός βρέφους. Και καταποντίζονται όσο μια κλοσάρ του παίρνει πίπα.

«εκείνο που με σκοτίζει είναι πως η φυσικότητα και η πραγματικότητα, χωρίς να ξέρει κανείς γιατί, γίνονται αντίπαλες, υπάρχει μια στιγμή που το φυσικό ακούγεται φοβερά ψεύτικο, μια στιγμή που η πραγματικότητα των είκοσι χρόνων σκουντιέται με τους αγκώνες με την πραγματικότητα των σαράντα και σε κάθε αγκώνα υπάρχει ένα ξυράφι που σκίζει τα σακάκια. Ανακαλύπτω καινούργιους κόσμους ταυτόχρονους και ξένους κι όλο και πιο υποπτεύομαι πως το να συμφωνείς με κάτι είναι η χειρότερη αυταπάτη

Το βιβλίο διαβάζεται με δυο τρόπους κατά πως λέει ο συγγραφέας, μπορείς να το κάνεις γραμμικά, ακολουθώντας τη ροή των αριθμών, 1,2,3 και ανάκατα, καθ’ υπόδειξή του,  να ξεκινήσεις από το κεφ 73 και να προχωρήσεις 73-1-2-116-3-84-4- κτλ. Εγώ το διαβάζω κανονικά, αλλά φαντάζομαι πως κάτι τόσο σημαντικό κάποτε θα θελήσω να το διαβάσω κι άνω κάτω.

 Υ.Γ. Συνεχίζεται…..
          

28/1/12

Βιβλιοπροτάσεις :" Διόρθωση", Thomas Bernhard


Συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο μου είναι να μιλήσω για ένα έργο του Μπέρνχαρτ μόλις καταπιάστηκα με το κείμενο αυτής της ανάρτησης. Δεν είναι πως δεν έχω κάτι να πω, το αντίθετο μάλλον, είναι τόσα αυτά που θα ήθελα να πω που μπλέκονται και γίνονται κουβάρι. Θα αντισταθώ, και δεν θα κάνω ούτε προσχέδιο, ούτε σχεδιάγραμμα, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πριν τρία χρόνια που ξεκίνησα το μπλογκ πως οι αναρτήσεις θα είναι αυθόρμητες, δε θα μοιάζουν με εργασία ή έκθεση, ούτε θα ακολουθούν κλασικούς κανόνες κριτικής.

Η "Διόρθωση" είναι το έργο του Αυστριακού συγγραφέα που με συγκλόνισε περισσότερο. Η γραφή του, με τις συνεχείς επαναλήψεις, τις αντιγραφές, τα αφηγηματικά παιχνίδια, μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη που καταπιάνεται πρώτη φορά με έργο του. Όμως μέσα από αυτή τη μανία με τη φόρμα, αυτό που ξεπηδάει είναι ατόφια, ειλικρινής συγγραφική έμπνευση- σα να γίνεται η τελετουργία μέρος της αφήγησης.

Στο πρώτο μέρος, ο αφηγητής του μυθιστορήματος επιχειρεί να τακτοποιήσει τα χειρόγραφα του φίλου Ρόιτχαιμερ, που αυτοκτόνησε αφού έκτισε τον «Κώνο», ένα κτήριο που θεωρούσε πως θα κάνει την αδελφή του ευτυχισμένη, αλλά την οδήγησε στον θάνατο, μόλις πάτησε το πόδι της μέσα. Ο Ρόιτχαιμερ άφησε τον «Κώνο» στο κράτος με μόνη παράκληση να τον αφήσει να χαθεί, να τον αναλάβει η Φύση. Ο αφηγητής αποφασίζει να ζήσει στην σοφίτα που έζησε ο φίλος του, και σιγά σιγά νιώθει πως όλες του οι σκέψεις θα μπορούσαν να είναι εκείνου, πως χάνεται. Στο δεύτερο μέρος η αφήγηση μπλέκεται με το ίδιο το χειρόγραφο του Ρόιτχαιμερ, που ο συγγραφέας του φαίνεται να διορθώνει συνεχώς, ως να οδηγηθεί στην τρέλα και την αυτοκτονία- στις διορθώσεις λαμβάνει μέρος κι ο ίδιος ο αφηγητής.

Τα αγαπημένα θέματα του Μπέρνχαρτ, ο θάνατος και το νόημα της ύπαρξης, φτάνουν εδώ στα όρια τους, οδηγούν τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό και κάπως κλειστοφοβικό σύμπαν, που είναι η ουσία όλου του μυθιστορήματος. Κάποιοι λένε πως αυτό είναι ένα κείμενο για το άγχος του συγγραφέα που ολοένα διορθώνει τα κείμενά του, άλλοι πως μιλά για την προσπάθεια της Αυστρίας να διασκευάσει και να διορθώσει την πρόσφατη ιστορία της και τη συνεργασία με τους Ναζί, κι άλλοι πως πρόκειται για την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας σε έναν κόσμο που δεν έχει καμία σταθερά.  Όπως κι αν το δει κανείς πάντως, η "Διόρθωση" είναι από τα βιβλία εκείνα που μετανιώνει κανείς αν δεν τα έχει διαβάσει πριν πεθάνει.  

27/1/12

"Άμα δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει" και άλλες κοινοτυπίες...

Και για του λόγου το αληθές, το διήγημα "Blog post" που πήρε το 3ο βραβείο στον διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης"  έτσι όπως δημοσιεύεται σήμερα στο artmag

http://www.artmag.gr/art-articles/arthistory-of-a-piece/3368-katerina-malakate-logwtexnis-awards-2011

25/1/12

"χάπι Λου", Εύη Λαμπροπούλου



Όταν η Εύη Λαμπροπούλου έγραφε το "χάπι Λου", σίγουρα ήξερε το θέμα της, σε κάποιες στιγμές νιώθεις πως σου μιλάει η ίδια η συγγραφέας, πως όλα αυτά έχουν συμβεί κι απλά τα διηγείται. Βέβαια, το βιβλίο μιλάει για μια γενιά πια νεκρή, πριν δέκα χρόνια που γράφτηκε οι τριαντάρηδες πάνω κάτω βρίσκονταν σε αυτή την μπερδεψούρα. Η δικιά μας γενιά που ακολούθησε είναι απλά άνεργη, κι αυτό αρκεί για όλες τις ανησυχίες του κόσμου.

            Το καλό του βιβλίου είναι η κάπως συνειρμική γραφή, η φρεσκάδα, ο τρόπος που μας μιλά για την «γενιά του Κλικ» χωρίς όμως να ενστερνίζεται την ιδεολογία, μόνο που και που την φρασεολογία του. Εν ολίγοις, κι εμείς που ήμασταν είκοσι τότε, πάνω κάτω τα ίδια κάναμε και τα ίδια μας απασχολούσαν.

            Η Λου είναι ένα κορίτσι γύρω στα τριάντα που κάνει μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, πάνω σε κάτι απροσδιόριστες αποικίες βακτηρίων, και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μέσα στον πανικό των περιστασιακών έκστασι και σπιντ, στην θολούρα των γκομενικών της και τη χημική λαίλαπα από αντικαταθλιπτικά και χάπια ύπνου, γνωρίζουμε όλο το μικρόκοσμο των φίλων της. Και ναι, περιστασιακά όλοι θέλουν να πάνε με όλους, κανείς δεν ξέρει τί θέλει να κάνει με τη ζωή του, τί να επιλέξει, τί να αφήσει, πώς να απελευθερωθεί χωρίς να χαθεί. Κι όλο αυτό με την ανεμελιά της πρώτης δεκαετία του 21ου αιώνα. Η δεύτερη είναι που μας γάμησε.

Υ.Γ.1 Το βιβλίο είναι μέχρι αηδίας ευκολοδιάβαστο, νομίζεις πως τελειώσες νουβέλα αν και αριθμεί 325 σελίδες.
Υ.Γ.2 Ο τίτλος είναι πραγματικά άπαιχτος. Σατιρίζει την κατάσταση της Λου, μια ολόκληρη εποχή, τον ίδιο του τον εαυτό. Υπέροχο.

23/1/12

Απιστίες


Σε γενικές γραμμές δεν απιστώ στα βιβλία μου, όταν αποφασίζω να διαβάσω κάτι το κάνω με αφοσίωση και ως το τέλος. Δυο φορές βρέθηκα σε αυτήν την κατάσταση που είμαι τώρα, να μου αρέσει πολύ το «πιο βαρύ» βιβλίο που διαβάζω αλλά να το παρατάω συστηματικά για άλλα. Την πρώτη φορά ήταν «Το βιβλίο της ανησυχίας», και ….. δεν ανησύχησα γιατί απλά ένα τέτοιο κείμενο απαιτεί την αμέριστη προσοχή κι εγώ χρειάζομαι κάτι για να κοιμάμαι τα βράδια. Άρα διάβαζα το πιο ήπιο βιβλίο λίγο πριν κοιμηθώ και τον Πεσσόα όταν είχα διαύγεια και χρόνο μες στη μέρα.

            Δεν μπορώ να πω πως το «Κουτσό» του Κορτάσαρ που διαβάζω τώρα είναι εύκολο, δεν απαιτεί όμως την ίδια συγκέντρωση. Κι όμως έχω ήδη διαβάσει δυο βιβλία ενδιάμεσα στα κεφάλαια του και πάω για τρίτο. Ομολογουμένως, σε ένα βιβλίο που ο ίδιος ο συγγραφέας σε προτρέπει να το διαβάσεις με δυο διαφορετικούς τρόπους, είπε γραμμικά (1,2,3) είτε πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με τη δική του σήμανση (από το 9 στο 104, από το 10 στο 65 και ούτω καθ’ εξής) η συνοχή και η συνέχεια είναι ρευστές έννοιες. Παρ’ όλα αυτά δεν θέλω να το παρατήσω, οι ήρωες μου είναι οικείοι, έχουν όρεξη και πλάκα και κυρίως μέχρι στιγμής κάτι να πουν.

21/1/12

"The slap", Christos Tsiolkas





Κάπως φλύαρο, το «The slap» του Christos Tsiolkas και με χαρακτηριστικά που αν γίνει ποτέ ταινία θα θυμίζει έντονα το «Μy greek fat wedding», παρ’ όλα αυτά είχε τη γοητεία του. Ίσως και να το αδικώ, γιατί εμείς οι… Ελλαδίτες πάντα χλευάζαμε τα… Αμερικανάκια (στην περίπτωση του Αυστραλεζάκια) που έμειναν πενήντα χρόνια πίσω εκεί στην ξενιτιά. Πρόκειται για ένα κλασικό family saga, όπου κυρίαρχο είναι το ερώτημα τί και κυρίως ποιός είναι οικογένεια. Το μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον αφηγηματικά, γιατί χωρίζεται σε κεφάλαια που επιγράφονται με το όνομα κάθε πρωταγωνιστή, και σε κείνες τις σελίδες ο πάντα τριτοπρόσωπος αφηγητής αλλάζει οπτική γωνία και μας λέει την άποψη του ήρωα που αντιπροσωπεύει το κεφάλαιο. Το βιβλίο είναι γεμάτο σεξουαλικές σκηνές τύπου βίπερ, σεξ προφανώς κάνουν μόνον οι αδύνατοι, γυμνασμένοι, ψηλοί και όμορφοι άνθρωποι, αν και είναι  βαρετό τα υπέροχα μπούτια της να μπλέκονται με τα γυμνασμένα δικά του και το τεράστιο πουλί του.

            Στο προκείμενο λοιπόν, ο Ελληνοαυστραλός Χέκτορ, Έκτορας όπως τον φωνάζει η μαμά του, και η γυναίκα του η Ινδοαυσταλή Αίσα κάνουν ένα μπάρμπεκιου και καλούν όλους τους αγαπημένους τους- μαζεύεται μια πολύχρωμη πολυεθνική παρέα με πολλά παιδιά. Τα παιδιά μαλώνουν, όπως όλα τα παιδιά, και πάνω σε ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι ένα κακομαθημένο τρίχρονο σηκώνει ένα ρόπαλο να χτυπήσει ένα πολύ μεγαλύτερο παιδί. Ο Ελληνάρας πατέρας του μεγαλύτερου παιδιού, ξάδελφος του Έκτορα, ρίχνει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στο τρίχρονο, παιδί της πιο αγαπημένης Αυστραλέζας φίλης της Αίσα. Οι γονείς του τρίχρονου παθαίνουν αμοκ, βρίζουν θεούς και δαίμονες και κάνουν αγωγή για κακοποίηση ανηλίκου. Ανάλογα με την εθνική του καταγωγή, τα βιώματα και κυρίως ποιόν θεωρεί οικογένειά του ο καθένας, οι θεατές του χαστουκιού και μετέπειτα πρωταγωνιστές του βιβλίου θα πάρουν θέση στην αντιπαράθεση, θα βρεθούν ανάμεσα σε ανθρώπους και καταστάσεις, θα μετρήσουν ποιόν αγαπούν και ποιόν όχι.

            Το βιβλίο είναι page-turner, η γραφή είναι ρέουσα και ενδιαφέρουσα. Πάντως αίσθησή μου είναι πως και στις μισές ακριβώς σελίδες το θέμα θα είχε πλήρως αναπτυχθεί.

  

18/1/12

Readathon στο donteverreadme




Η ιδέα είναι εξαιρετικά καλή και δεν υπόσχομαι πως δεν θα την κλέψω. Προς το παρόν όμως και μόνο η συμμετοχή στο readathon - όπως της αρέσει να το λέει- της Αγιάτης με ενθουσιάζει. Το να διαβάζουν πολλοί άνθρωποι μαζί το ίδιο βιβλίο και να μοιράζονται τις απόψεις τους καθ' οδόν είναι κάπως φοβιστικό, αλλά έχει και την αίσθηση της περιπέτειας. Καλή μας διαδρομή.....

17/1/12

"η ανάκριση", Ηλίας Μαγκλίνης



  Σε μορφή και μέγεθος άψογο, το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Η ανάκριση» κερδίζει τον αναγνώστη με την κάθε μετρημένη φράση. Το θέμα σχετικά περιορισμένο για αυτό και…νουβέλα.

            Ένας πατέρας, βασανισμένος στην ΕΑΤ-ΕΣΑ και μετά σχεδόν παρατημένος, χαμένος στις μεταφράσεις του και μια κόρη καλλιτέχνης που αγαπά να χαρακώνει τον εαυτό της, να τον υποβάλλει στα μαρτύρια της τροφικής διαταραχής, να μειώνει το σώμα της, σπαράσσονται. Και νικητής φυσικά δεν υπάρχει.

            Αν και ο συγγραφέας στηρίχθηκε σε πραγματικά γεγονότα, αυτό που κερδίζει στο βιβλίο είναι η αφαιρετικότητα, ο τρόπος να αφηγηθείς τα πάντα, χωρίς στην ουσία να λες τίποτα. Αυτό που υπονοείται είναι απείρως υποβλητικότερο από αυτό που λέγεται και η τόλμη των σκηνών δε σοκάρει, μονάχα συμβάλλει στην αλήθειά τους.


14/1/12

Ύμνοι σε ένα μπλογκ




Πριν ανοίξω αυτό το μπλογκ διάβαζα πολύ, πιθανότατα πιο πολύ από ότι τώρα γιατί τότε δεν ήμουν μάνα, ζούσαμε με τον άντρα μου σε ένα μικρότερο σπίτι τα δυο μας και μας ξέραν πολύ καλά όλα τα ντελιβεράδικα της γειτονιάς. Αλλά, αν και παρακολουθούσα που και που τα ένθετα των εφημερίδων και τα μπλογκς, διάβαζα και λίγο fast food -ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, ό,τι έβλεπα σε περίοπτη θέση στα αγαπημένα μου βιβλιοπωλεία, ό,τι τύχαινε κάποιος κάπου κάποτε να μου αναφέρει. Σε ποσότητα είχα πολύ καλύτερα σκορ, σε ποιότητα δεν είμαι και τόσο σίγουρη.

            Άνοιξα το μπλογκ από καθαρή ματαιοδοξία, για να δείξω στον εαυτό μου και στους οικείους μου πως εγώ διαβάζω περισσότερο και καλύτερα από όλους τους, για να έχω μια σταθερή ενασχόληση με το μόνο πράγμα που δεν με κουράζει ποτέ, που θα μπορούσα να το κάνω επάγγελμα χωρίς κόπο. Για να μην πηδήξω από το παράθυρο που κανένας δεν δεχόταν να εκδώσει το βιβλίο μου χωρίς αμοιβή, που με δυο τρεις έφτασα στο τσακ αλλά μετά άρχισαν να μου ζητάνε λεφτά που δεν ήθελα να δώσω, για να μη βλέπω τα χειρόγραφα να γυρνάνε με την επισήμανση προς έκδοση πρόχειρα σβησμένη ή σκισμένη. Α, και για να μην τρελαθώ που δουλεύω σε μια δουλειά που απαιτεί τουλάχιστον οκτώ ώρες από το χρόνο μου, που δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα, που συχνά σε αφήνει με την αίσθηση της στυμμένης λεμονόκουπας στο τέλος της βάρδιας.

            Άνοιξα λοιπόν ένα βιβλιοφιλικό μπλογκ για όλους τους λάθους λόγους. Και στην πορεία βρήκα τους σωστούς, ανακάλυψα βιβλία που δεν είχα ακούσει κι ας επρόκειτο για παγκόσμια αριστουργήματα, μίλησα με ανθρώπους έστω και διαδικτυακά που αγαπάνε τα βιβλία όσο κι εγώ - με κάποιους κι ας μην φαίνονται ποτέ στο μπλογκ μιλάω μέσω mail, με κάποιους άλλους μέσω facebook, και με άλλους εδώ. Τί σημασία έχει; Μεγάλωσαν οι ορίζοντες μου. Και ανακάλυψα και τη Biblionet. Μα τον Τουτατή, πριν το μπλογκ δεν ήξερα πως υπάρχει αρχείο με όλα τα βιβλία που εκδίδονται στην Ελλάδα. Και ανακάλυψα και τον Σελίν, που άλλαξε λίγη από την ψυχοσύνθεσή μου. Και ανακάλυψα και τον Πίντσον, που τον διαβάζω σιγά σιγά και δεν τον είχα ξανακούσει. Α, και δυο πρώην συμμαθητές που τους προσπερνούσα αδιάφορα στο διάδρομο, κι ας ήταν κι οι δυο φίλοι φίλων, που θα ήθελα πολύ αν είχα το χρόνο να τους κάνω φίλους μου. Κι έναν ακόμη που τον θεωρούσα τότε φίλο μου. Όλα αυτά διαδικτυακώς.

            Τώρα δεν μπορώ να φανταστώ τη μέρα μου χωρίς το μπλογκ, και τι ειρωνεία εκείνο το μυθιστόρημα που ποτέ δεν εκδόθηκε και γράφτηκε πριν περίπου έξι χρόνια είχε για θέμα του και τα μπλογς. Κι ας ήταν μια ιστορία που τότε δεν την ήξερα καθόλου. Ίσως και γι’ αυτό.

12/1/12

"Η ενοχή της αθωότητας", Ιωάννα Μπουραζοπούλου


Είχα καιρό να διαβάσω απανωτά δυο ελληνικά βιβλία και πρέπει να ομολογήσω πως το ευχαριστήθηκα. Όσο άνετα κι αν διαβάζει κανείς σε μια ξένη γλώσσα, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, η χάρη του βιβλίου που είναι γραμμένο στη γλώσσα σου και δεν χάνεις κανένα από τα χρώματά του είναι διαφορετική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για δυο καλά βιβλία όπως το «Στην άκρη του κόσμου» του Γιώργου Ξενάριου και το «Η ενοχή της αθωότητας» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Και μιας και για το πρώτο έχω εκφραστεί αναλυτικά τόσο σε αυτό, όσο και σε αναρτήσεις άλλων βιβλιοblog, νομίζω πως πρέπει να μιλήσω και για το δεύτερο.

Είναι γνωστή η αδυναμία μου  για τη Μπουραζοπούλου, ο τρόπος γραφής της, τα θέματα που επιλέγει αλλά και οι κόσμοι που δημιουργεί με γοητεύουν. Έτσι, μάλλον δεν θα αποτελέσει έκπληξη πως και το καινούργιο της μυθιστόρημα μου φάνηκε εξαιρετικό. Συνεχίζω να πιστεύω βέβαια πως το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» είναι το καλύτερό της.

Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή στο μέλλον η Ευρώπη έχει κάνει την Επανάσταση της έναντι στον μετακαπιταλισμό και έχει εδραιώσει την Συντεχνιακή Δημοκρατία.  Ο κάθε Ευρωπαίος ανήκει σε μια από τις εννέα Κάστες, και μπορεί  να ανελιχθεί μόνο κάθετα σε αυτή, ποτέ οριζόντια, δεν μπορεί δηλαδή να αλλάξει επάγγελμα. Ένας νεκρομπαρμπέρης, αποστάτης από την Κάστα των Φυλάκων και τώρα στο τελευταίο σκαλί της Κάστας των Καλλιτεχνών κι ένας εκφωνητής επικήδειων, το έσχατο είδος Διανοούμενου θα κλιθούν να παίξουν ένα ιδιότυπο ρόλο σε μια δίκη για την ανατροπή του πολιτεύματος. Ένας αθώος καταδικάζεται σε ατιμωτικό θάνατο και αυτοί πρέπει να διασχίσουν την Ευρώπη με το όχημα-κάλπη, να επισκεφτούν πόλεις ταγμένες σε ένα μόνο επάγγελμα, να πάρουν δικόγραφα που θα αθωώσουν ή θα καταδικάσουν τον αθώο. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ανοίξει την πόρτα και να αθωώσει τον άγνωστο αθώο, αλλά κανείς δεν θα το κάνει.

Το βιβλίο πραγματεύεται με μαεστρία θέματα πολιτικά και άλλα που άπτονται της ζωής και του θανάτου, χωρίς καμία στιγμή να χάνει την χάρη ενός υπέροχου παραμυθιού.


10/1/12

Συνηθίζεται το διάβασμα; Δε συνηθίζεται.....


Μπήκα τις τελευταίες μέρες  σε αυτήν την ιστορία με τα στατιστικά του μπλογκ, ποιός μπαίνει, ποιός βγαίνει από πού και πώς. Για αυτό φταίνε οι διαφημίσεις, κάθισαν στο μπλογκ για τρεις μέρες και αλλοίωσαν το χαρακτήρα μου για πάντα......

Συνειδητοποίησα λοιπόν πως η ενασχόληση με την….AGB κοινώς το Google Analytics είναι εθιστική μέχρι αηδίας, μπορεί να μπαίνεις και κάθε φορά που πλησιάζεις τον υπολογιστή μήπως σήμερα είχες μια επίσκεψη παραπάνω. Παράλληλα, κοιτούσα πού και πού τα στατιστικά για το άλλο μου μπλογκ, της σκιουρομανούλας που είναι από καιρό πια παρατημένο (το άνοιξα σε μια στιγμή αδυναμίας- παιδί την λένε- και μετά συνειδητοποίησα πως full time job και μητρότητα και νοικοκυριό, και γράψιμο και δυο μπλογκ απλά δεν ήταν εφικτό). Λοιπόν από την χαζή ενασχόληση μου με τα στατιστικά κατάλαβα πόσο λίγος κόσμος ενδιαφέρεται για τα βιβλία στην Ελλάδα. Γιατί ένα παρατημένο μπλογκ για μωράκια, που δεν εδραιώθηκε ποτέ στη συνείδηση των μαμαδο-μπλόγκερς και που είναι κοντά έξι μήνες χωρίς ανάρτηση μαζεύει κάποιες μέρες ίδιο κόσμο με ένα ενεργό και ανθισμένο βιβλιομπλογκ. Ναι, ναι, ναι, το ξέρω πως αν κυνηγούσα την επισκεψιμότητα θα έπρεπε να ανοίξω μπλογκ με συνταγές μαγειρικής, αλλά όχι κι έτσι.

            Με λυπεί γιατί δεν μπορώ να μιλάω για βιβλία στην καθημερινότητά μου, με ενοχλεί που τους φίλους που έχω και είναι αναγνώστες τους απέκτησα μέσω σεμιναρίων ή διαδικτύου, με βαραίνει που δεν μπορώ να διαβάσω βιβλίο στην ουρά στην τράπεζα ή στην αναμονή ενός ιατρείου χωρίς να με κοιτάξουν σαν αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο. Δεν θα έπρεπε, ο καθένας ψυχαγωγείται αλλιώς, αλλά το διάβασμα είναι θέμα συνήθειας και διαθεσιμότητας. Το βλέπω στους γύρω μου που παρακινούνται από τη βιβλιοθήκη μου να διαβάσουν κι ας μην μπαίνουν σε βιβλιοπωλεία, το βλέπω στο παιδί μου που δυο χρονών σέρνει συνέχεια ένα βιβλιαράκι πίσω του, σε μένα που από τότε που ασχολήθηκα με αυτό το ιστολόγιο διαβάζω πολύ πιο συνειδητοποιημένα, ψάχνω τα βιβλία μου. Με πειράζει που το διάβασμα δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τότε θα αναγνώριζα το δικαίωμα στον καθένα να λέει «Το δοκίμασα, αλλά δε μου ταιριάζει.»



Υ.Γ. Τα βαριέμαι τα στατιστικά τελικά…..

7/1/12

"Στην άκρη του κόσμου", Γιώργος Ξενάριος



Ένα τολμηρό βιβλίο είναι το «Στην άκρη του κόσμου» του Γιώργου Ξενάριου. Μια επιτυχημένη ιστορική στρέβλωση, με μια γραφή που δεν μασά τα λόγια της και αρχική ιδέα ζηλευτή.

            Στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ ακόμα μαίνονται οι Βαλκανικοί, σε μια φανταστική κωμόπολη της Πελοποννήσου, τις Αλυκές, ξεσπά επιδημία χολέρας. Οι άνθρωποι αρχίζουν να πεθαίνουν με τρόπο εντυπωσιακό μες στη μέση του δρόμου κι έτσι οι ηγέτες του τόπου, γιατροί και προύχοντες, στην αρχή αποφασίζουν την καραντίνα, έπειτα τη Φυγή. Οι Μέτοικοι των Αλυκών διασχίζουν σχεδόν όλη την Πελοπόννησο, αποδεκατισμένοι από την Πείνα, την Κούραση και την Ασθένεια, για να βρεθούν στην Τρίπολη όπου ένας στρατιωτικός ιατρός ονόματι Αλέξανδρος Σχινάς θα τους δώσει το πολυπόθητο φάρμακο και θα τους οδηγήσει στην σωτηρία. Ιστορικό πρόσωπο μοναχά ο Σχινάς που όμως δεν ήταν στρατιωτικός ιατρός, μόνο φονέας του βασιλιά.

            Η ιδέα του μυθιστορήματος είναι μοντέρνα, ο χειρισμός της θηριωδίας του πολέμου και της αρρώστιας γίνεται χωρίς ο συγγραφέας να κολλά στα προσχήματα με τρόπο σαφή και ειλικρινή – ο θάνατος, ο φόνος, ο βιασμός είναι σκηνές δυνατές και ολοζώντανες. Από την άλλη μου έλειψε μες στην πανσπερμία των χαρακτήρων ένας κεντρικός για να ταυτιστώ. Όσο για τη γλώσσα, στυλιζαρισμένη για να ταιριάζει στην ιστορική στιγμή, κάποιες στιγμές μου φάνηκε με την συνεχή επανάληψη των οιονεί και οσημέραι κάπως σαν δικηγορίστικη. Μα αυτά είναι πταίσματα μπρος στο εύρος των ιδεών και την ανάγκη της ελληνικής λογοτεχνίας για βιβλία σαν κι αυτό, που δεν αγνοούν την παγκόσμια παραγωγή, που δεν θέλουν να μείνουν στην στενή ελληνική αγορά, χωρίς να χάνουν την ελληνικότητά τους.

Υ.Γ. Ο τίτλος μου φάνηκε συνηθισμένος, κάπως σαν ανάξιος για ένα βιβλίο που θα έπρεπε να διατυμπανίζει την διαφορετικότητά του.


5/1/12

Ψάχνοντας για εκδότη



            Νιώθω στο πετσί μου τον αναβρασμό, την ένταση, λίγος από τον παλιό θυμό έχει επιστρέψει. Αλλά γύρισε μαζί του και η ανάγκη για γραφή. Δυο χρόνια τώρα γράφω μόνο σπαράγματα, ένα διήγημα από δω, δυο λέξεις από κει, παρατημένο το τελειωμένο μου χειρόγραφο δυο χρόνια στα ντουλάπια, μισοξεκινισμένα τρία. Όμως τώρα αυτό που ξεκίνησε θα τελειώσει, έχει φτάσει ήδη στην καμπή που ξέρω τους ήρωες, που αναστήθηκαν μέσα στα χέρια μου, που τώρα αποζητούν μια αυτενέργεια εντυπωσιακή πάντα, μια ανατροπή.
             Κοινώς τώρα ήρθε η ώρα να βγει από το συρτάρι μου το παλιό -γιατί πρέπει να δώσει τη θέση του στο ντουλάπι στο νέο-  και να κάνει τη γύρα του στους εκδότες. Τα βράδια κάνω ένα τελευταίο πέρασμα σε αυτό το κείμενο που έγραψα πριν χρόνια και σιχαίνομαι που το κράτησα τόσον καιρό, που ίσως να είναι πια λίγο εκτός τόπου και χρόνου. Δεν είναι όμως, τα βιβλία παραδόξως δεν παλιώνουν. Τουλάχιστον όχι μέχρι να περάσουνε αιώνες.
            Γύρισε και λίγος από τον θυμό μου για την προηγούμενη μου εμπειρία, λίγος από τον ενθουσιασμό μου. Μια από αυτές τις μέρες με τα χειρόγραφα ανά χείρας θα χτυπήσω πάλι την πόρτα των εκδόσεων. Σε κακή συγκυρία, με άσχημη προϊστορία, με δύσκολο θέμα, ως συνήθως, δηλαδή. Αλλά αυτό είναι το μόνο που αξίζει τον κόπο να κάνω, για μένα.

4/1/12

"Ο Γάτος" , Georges Simenon



Αυτό που εντυπωσιάζει στον «Γάτο» του Ζωρζ Σιμενόν είναι η απλότητα της φόρμας, η απογύμνωση της ιστορίας από καθετί περιττό, η καθαρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η ιστορία να ξεπηδά με όλη της τη δύναμη, να σε σπρώχνει να καταλάβεις την ιδιότυπη ικανότητα του ανθρώπινου είδους για ρουτίνα, δυστυχία και ευτυχία.

            Δυο εξηντάρηδες, ένας συνταξιούχος, χήρος εργοδηγός και μια χήρα, πάλαι ποτέ κόρη βιομηχάνου μπισκοτοποιίας παντρεύονται, σχεδόν χωρίς καλά να ξέρουν ο ένας τον άλλον. Η συμβίωση τους, δύσκολη από την αρχή, γίνεται αφόρητη όταν ο ένας υποπτεύεται τον άλλο πως σκότωσε το αγαπημένο του κατοικίδιο, ένα γάτο και έναν παπαγάλο. Παύουν να μιλούν μεταξύ τους, επικοινωνούν μόνον με κακόβουλα σημειώματα, κάθε πρωί ακολουθούν ο ένας τον άλλο στα μαγαζιά, ψωνίζουν χώρια, καθαρίζουν χώρια, τρώνε χώρια, αλλά κατασκοπεύουν ο ένας τον άλλο ακατάπαυστα, ζουν παράλληλα μέσα στο ίδιο σπίτι. Κι όμως αυτό είναι η ζωή τους και δεν θέλουν να αλλάξει.

            Χαίρομαι πολύ που διάβασα αυτό το καλαίσθητο μικρό βιβλιαράκι, είναι ένας θρίαμβος εμβάθυνσης, με μικρές ανεπαίσθητες λεπτομέρειες, εν ολίγοις ένα κομψοτέχνημα. 

 Υ.Γ. Η ανάρτηση του ναυτίλου είναι που με οδήγησε στην αγορά του βιβλίου.

2/1/12

"Δουβλινιάδα", Enrique Vila-Matas



Αν κάτι μόνο έπρεπε να σχολιάσω για τη «Δουβλινιάδα» του Ενρίκε Βίλα Μάτας θα ήταν αυτή η φράση «Με έκανε να θέλω να ξαναδιαβάσω τον Οδυσσέα». Κι αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα γιατί δεν συγκαταλέγομαι σε αυτούς που εκστασιάστηκαν. Ίσως βέβαια η απόσταση που με χωρίζει από κείνη την πρώτη ανάγνωση, κοντά μια δεκαετία, και τα βιβλία που χώρεσαν σε αυτό το χρονικό διάστημα, να έχουν το λόγο τους κι αυτή τη φορά να κατορθώσω να δω την σημαντικότητα του επιτεύγματος του Τζόυς.

Στο βιβλίο του Μάτας, τώρα. Πρόκειται, όπως σε όλα τα βιβλία που Ισπανού που έχω διαβάσει, για έναν ύμνο στη λογοτεχνία, στη γραφή και στην ανάγνωση. Ο συγγραφέας πραγματεύεται κι εδώ αυτό που ξέρει πολύ καλά, τον φόβο για το τέλος της λογοτεχνίας, της ζωή και του κόσμου. Σπάνια υπογραμμίζω σε βιβλία, όμως εδώ το έκανα με δυο φράσεις. Αυτή, ως αρχή του δεύτερου κεφαλαίου:

 «Αν μια μέρα, όμως, έβρισκε αυτόν τον πολυπόθητο συγγραφέα, αυτό το φάντασμα, αυτό το αερικό, δύσκολα ο άνθρωπος αυτός θα έλεγε καλύτερα αυτό που έχουν ήδη πει τόσοι άλλοι για το χάσμα που χωρίζει τις προσδοκίες της νιότης και την πραγματικότητα της ωριμότητας, αυτό που έχουν πει τόσοι άλλοι για την απατηλή φύση των επιλογών μας, για την απογοήτευση που έρχεται όταν προσπαθούμε να πετύχουμε πράγματα, για το παρόν ως κάτι εύθραυστο και το μέλλον ως επικράτεια του γήρατος και του θανάτου

  Και τούτη που επανέρχεται στο κείμενο συχνά πυκνά:

  «η ζωή είναι μια διαδικασία κατεδάφισης»

            Ίσως γιατί χωρίς καν να το καταλάβω έπαψα κι εγώ πια να είμαι τόσο νέα, η υπαρξιακή αγωνία του εκδότη Ρίβα που βγήκε στη σύνταξη έχοντας πίσω του έναν αξιοπρεπή κατάλογο βιβλίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά χωρίς να καταφέρει να ανακαλύψει εκείνη την ιδιοφυία που θα έκανε τη διαφορά στους καιρούς μας, αυτού του ανθρώπου που στον απολογισμό τους βρίσκει μόνο σπαράγματα λογοτεχνίας αλλά δεν μπορεί να δει τα συντρίμμια του εαυτού του, με τάραξε. Η ιδέα της επίσκεψης στο Δουβλίνο στην Bloomsday και της κηδείας της εποχής του Γουτεμβέργιου, που στην αρχή με ξένισε, μετά μου φάνηκε απολύτως ταιριαστή, και το όλο εγχείρημα μου άφησε γεύση πρωτότυπου αριστουργήματος. Γιατί ο Βίλα Μάτας μπορεί να μην λειτουργεί  με την εκρηκτική ευφυΐα του συγγραφέα που κάτι παραπάνω θα είχε να πει από τον προηγούμενο για τη ζωή και το θάνατο, αλλά τα καταφέρνει με τη φιλόπονη έρευνα ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπά την ανάγνωση.

"Δουβλινιάδα", Enrique Vila-Matas, μετ. Ναννά Παπανικολάου, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ. 308