Σελίδες

28/4/09

Ένας Γιαπωνέζος στην Αθήνα


Λοιπόν, θα ομολογήσω την αδυναμία μου, άμα βρω έναν συγγραφέα που μου αρέσει τον ξετινάζω, είμαι ικανή να διαβάσω τα άπαντα. Κι αυτό μου δημιουργεί χαρούμενες εμμονές. Παραδείγματος χάριν πριν κάποια χρόνια ανακάλυψα μέσω του librofilo τον Χαρούκι Μουρακάμι. Μικρή και αδαής διάβασα το Κουρδιστό πουλί και μετά το Νορβηγικό δάσος, μετά το Kafka on the shore, έπειτα όλα του μάλλον τα βιβλία, μέχρι και κάποια με διηγηματάκια, που δεν τα συμπαθώ ιδιαίτερα. Το ίδιο έπαθα με τον Σαραμάγκου, τον Λιόσα, και τόσους άλλους.
Ο Μουρακάμι ήταν μια ευτυχής συγκυρία, τον αγάπησα και με αντάμειψε. Συχνά όμως την πατάω. Κι αυτό γιατί υπάρχουν συγγραφείς του ενός βιβλίου. Αδιανόητο, σχεδόν κακουργηματικό κι όμως άνθρωποι που έγραψαν ένα εξαιρετικό βιβλίο δεν μπορούν να το επαναλάβουν. Τα πιο τρανταχτά παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό είναι ο Ταχτσής και ο Μουρσελάς. Αγάπησα στην εφηβεία μου πολύ και το Τρίτο Στεφάνι και τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά. Και μετά τι; Μέχρι και το «από τη χαμηλή Σκοπιά», διάβασα μές στην απελπισία μου. Τελικά μάλλον είμαι εμμονική.
Το μπλογκάκιον τούτο θα με βοηθήσει να αυξήσω τις επιλογές μου. Καλό πράγμα η εναλλαγή. Και θα μου δώσει ώθηση (όχι πως τη χρειαζόταν το διάβασμά μου, οικονομικά με έχει ήδη καταστρέψει :p). Μα μέχρι τότε αφήστε με να μοιραστώ μαζί σας τον ενθουσιασμό μου. Θα μιλήσω για το Κουρδιστό πουλί γιατί αυτό έχει χαραχθεί πιο βαθιά στη μνήμη μου, αν και έχει περάσει κάποιος καιρός από τότε που το διάβασα.
Ο Οκάντα, ένας φαινομενικά συνηθισμένος άνθρωπος, που αγαπά να μαγειρεύει, να διαβάζει και να ακούει τζαζ, μπλέκεται σε ένα σωρό περίεργες ιστορίες πόλης μόνο και μόνο γιατί νιώθει μιαν ανησυχία από τότε που χάθηκε η γάτα του. Η ζωή του μοιάζει μαγική, σχεδόν ονειρική αν και θα μπορούσε να είναι η ζωή του καθενός μας
Το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και ευκολοδιάβαστο, ο Μουρακάμι έχει το θαυμαστό χάρισμα με δυο αλλόκοτες λεπτομέρειες να σου περνά τις μεταφυσικές ανησυχίες που άλλοι θα χρειάζονταν σελίδες ολόκληρες για να αναλύσουν. Και το πιο βασικό, το γράψιμο του είναι τόσο οικείο που σχεδόν ξεχνάς την Γιαπωνέζικη καταγωγή του. Μέχρι που τη θυμάσαι και η έκπληξη κι ο θαυμασμός σου είναι ακόμα μεγαλύτερος. Γιατί τόσο κοντά ή και τόσο μακριά, οι ζωές των ανθρώπων ακολουθούν την ίδια πεζή ή μαγική πορεία.

27/4/09

Η γλώσσα της λογοτεχνίας



Η λογοτεχνία είναι μια κυρίαρχη γλώσσα, αλλά δεν είναι ίδια με την κοινή γλώσσα. Πολύ απλά η γλώσσα που χρησιμοποιούμε στην γραφή πεζού, πόσο μάλλον ποιημάτων, είναι μεν τα ελληνικά, αλλά μπορεί να μην είναι καν αυτά. Για αυτό ο μέσος φιλόλογος δεν μπορεί να κατανοήσει την λογοτεχνική γλώσσα, και η πλειοψηφία αυτών δε γράφει. Θυμάμαι με φρίκη την ώρα της «Νεοελληνικής λογοτεχνίας» στο σχολείο, με αναλύσεις της πλάκας για τα καλολογικά στοιχεία, την γραμματική και το συντακτικό. Ξέρω εξαιρετικά ανορθόγραφους συγγραφείς, ξέρω ακόμα ακόμα και κάποιους που δεν δίνουν δεκάρα για το συντακτικό. Ας μη μιλήσουμε καν για τον Νομπελίστα Σαραμάγκου που καλλιεργεί το μύθο πως δεν τελείωσε καν το δημοτικό (του αρέσει να τσατίζει τους εν λόγω φιλόλογους).

Η ορθή χρήση της γλώσσας στη λογοτεχνία είναι εργαλείο, αλλά εξίσου σημαντική είναι και η χασμωδία, τα «λάθη», και οι «παραλείψεις». Το μυθιστόρημα δεν είναι έκθεση, δεν το γράφεις για να το διορθώσει κανείς (πλην των επιμελητών της έκδοσης, μια άλλη πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα) και ποτέ δε θα καταλάβω πως μπορεί κανείς να ασχολείται με κάθε μια λέξη χωριστά. Λογοτεχνία είναι το σύνολο των γεύσεων και όχι ο μαϊντανός που διακοσμεί το πιάτο. Καλός κι αυτός, αλλά ανούσιος αν το φαΐ είναι ανάλατο.

Δε θα μιλήσω καν για την «ποιητική αδεία». Στο κείμενό σου, γράφεις αυτό που θες. Κι αυτό που μένει είναι η επίγευση, όχι η διόρθωση. Με δυσκολία συγκρατούμαι λοιπόν για να μη βρίσω όλους αυτούς που κουράζουν τα παιδικά μυαλουδάκια με ανούσιες λεπτομέρειες για ρήματα και επιρρήματα, χάνοντας την ουσία. Ή αυτούς που κρατούνται από μια φράση μου- ίσως λίγο ατζαμή- σαν το χερούλι και χάνουν την μαγεία.

25/4/09

"Μια ιδιοτροπία της φύσης", Nadine Gordimer



Στο μυθιστόρημα της Ναντίν Γκόρτιμερ «Μια ιδιοτροπία της φύσης», η Χιλέλα, ένα λευκό κορίτσι γεννημένο στη Νότιο Αφρική την εποχή του απαρτχάιντ βρίσκει τον τρόπο μέσα από την προσωπική της ιστορία να χειραφετηθεί και να αγωνιστεί ενεργά για την επιστροφή της Αφρικανικής ηπείρου στους κυριαρχία των Αφρικανών. Η ηρωίδα μεγαλώνει μακριά από την μητέρα και τον πατέρα της, ανάμεσα στα σπίτια των θείων της, όπου κυριαρχούν πολύ διαφορετικές νοοτροπίες.

Η μια είναι μια κλασική λευκή πλούσια της εποχής που χρησιμοποιεί τους μαύρους σαν υπηρέτες, ενδιαφέρεται για τα ψώνια, και τις ανέσεις της και κλείνει τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει γύρω της. Η άλλη είναι πολιτική ακτιβίστρια σε βαθμό ενοχικό, ενώ μετέχει στην κοινωνία των λευκών, αγωνίζεται για τους μαύρους. Η πρωταγωνίστρια όμως δεν αρχίζει πραγματικά να συνειδητοποιεί το τι συμβαίνει στη Νότιο Αφρική παρά μόνον όταν από μια ιδιοτροπία βρίσκεται μόνη στα δεκαοκτώ της να προσπαθεί να ορίσει μόνη την μοίρα της μακριά από την προστασία των δυο σπιτιών.

Το βιβλίο είναι μια εξαιρετική αφήγηση για την ταραγμένη εκείνη εποχή σε μια χώρα που άργησε τόσο πολύ να ενστερνιστεί έστω και την επίφαση της ισότητας ανάμεσα στις φυλές. Αλλά η αξία του δεν είναι μόνον «διδακτική». Η ιστορία της Χιλέλα θα μπορούσε να είναι γοητευτική σε οποιοδήποτε ιστορικό πλαίσιο. Αυτό είναι που κάνει βιβλία αυτού του είδους πετυχημένα και άξια να διαβαστούν.

"Μια ιδιοτροπία της φύσης", Ναντίν Γκόρντιμερ, μετ. Γιάννα Μυράτ, εκδ. Καστανιώτη, 2005, σελ. 474

23/4/09

ΣΠΦ

Ήταν νύχτα όταν θέλησε να βγει για πρώτη φορά έξω. Όλοι τον παρότρυναν, τον καθοδηγούσαν, μα αυτός δεν το τολμούσε. Δεν είχε και πολύ σημασία, κάτω από τους θόλους η νύχτα και η μέρα ήταν τεχνητά κατασκευάσματα έτσι κι αλλιώς. Αυτό είπε στον εαυτό του και ξεκίνησε.

Το σχολείο βρισκόταν σε μια ερημική τοποθεσία, γεμάτη βράχια. Δυσκολευόταν να ανασάνει από την προσπάθεια να σκαρφαλώνει τόσους λόφους. Όσο προχωρούσε οι δρόμοι γύρω του μεταμορφώνονταν σε ό,τι τους ήθελε η φαντασία του και το ήξερε. Έπρεπε να σταματήσει το μυαλό του για να δει την Πραγματικότητα. Το μεγαλύτερο προσόν και η μιζέρια της ζωής του ήταν που μπορούσε όλα να τα κάνει ευχάριστα ή δυσάρεστα με μια σχέση. Ζούσε στην ψευδαίσθηση.

Μπορούσε να βγει έξω όποια στιγμή ήθελε, είχε την άδεια και τις ευλογίες όλων, ακόμα και τις διαταγές τους, διάολε. Του πήρε δεκαπέντε χρόνια να το κάνει και τώρα ένιωθε χαμένος, ειδικά από την ώρα που μπήκε στα όρια της πόλης. Η άσφαλτος πάντα του δημιουργούσε δυσαρέσκεια, αλλά ο συνδυασμός της με τα φώτα ήταν τελείως αποπροσανατολιστικός. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και το σκηνικό έγινε κάπως πιο ήπιο. Συνήθιζε.

Στη γωνιά του δρόμου, κάτω από την ελάχιστη προστασία ενός περβαζιού ήταν ένας άστεγος. Έμοιαζε πιωμένος, αλλά δεν μύριζε αλκοόλ όπως οι περισσότεροι, αυτό θα του δημιουργούσε σιχασιά. Κάθισε κοντά του και τον άφησε να μονολογεί για τον βρομόκαιρο.

«Άμα δε με βρουν κατεψυγμένο το πρωί, υπόσχομαι να πάω στους Ανώνυμους Αλκοολικούς αύριο», του είπε σε κάποια φάση. «Έτσι μπορεί να με δεχτεί και η γυναίκα μου πίσω.». Τον άφησε να του πει για τη ζωή του, με μεγάλα κενά αντίληψης και πολλές άχρηστες λεπτομέρειες. Οι ιστορίες των ανθρώπων πάντα φιλτράρονταν μέσα του, γίνονταν κάπως σα δικές του εμπειρίες.

Κάθισε κοντά του κι άλλο, ο άστεγος χρειαζόταν ένα φίλο. «Θα πεθάνω απόψε, αν χιονίσει», του είπε. Του έπιασε το χέρι και του έδειξε τον ουρανό, η κοκκινίλα είχε φύγει, ο αέρας γινόταν κάπως μαλακότερος. «Ούτε καν θα βρέξει», μονολόγησε ο άντρας και η φάτσα του χαμογέλασε ολόκληρη.

«Θέλω να κοιμηθώ», είπε κι έστρωσε τα υπάρχοντά του στο κεφαλόσκαλο. Τον άφησε να ξεκουραστεί. «Μην ξεχάσεις την υπόσχεση σου», είπε λίγο πριν φύγει. «Αύριο το πρωί, Ανώνυμοι Αλκοολικοί». Είχε σώσει έναν άνθρωπο.

Ο δρόμος του φάνηκε τώρα σχεδόν φιλόξενος, σα να μη χρειαζόταν να καταβάλει προσπάθεια για να περπατήσει. Σιχτίρισε μέσα από τα δόντια του κι αμέσως ένιωσε την κούραση να γυρίζει στα μέλη του. Έπρεπε να σταματήσει να το κάνει αυτό στον εαυτό του. Άστεγοι που δε βρωμάνε και υπόσχονται να αλλάξουν τη ζωή τους στον πρώτο περαστικό. Ούτε μελό γυναικούλα δε θα το σκεφτόταν αυτό, πόσο μάλλον να το έκανε πραγματικότητα. Πίεσε το μυαλό του να μη φτιάχνει εικόνες, να μπορέσει να ζήσει λίγο ωμό ρεαλισμό.

«Σύνδρομο Πραγματικής Φαντασίας», το έλεγαν, χαϊδευτικά Σ.Π.Φ. Γύρω στα δέκα άτομα σε όλο το Σύμπαν έπασχαν από αυτό. Ζούσαν στον δικό τους κόσμο, εντελώς αποκομμένοι από την πραγματική Πραγματικότητα. Δεν ήταν σίγουρος ότι το καταλάβαινε κι ας του το είχαν εξηγήσει διεξοδικά από τότε που τον διέγνωσαν και μετά. Αυτός ο άστεγος ήταν τόσο αληθινός, αλλά υπήρχαν σημάδια που πρόδιδαν την ανυπαρξία του – η καθαριότητα, η σοβαρότητα, η διάθεση για κουβέντα. Αυτά δεν υπήρχαν στον πραγματικό Πραγματικό Κόσμο.

Τα άτομα με τη δική του πάθηση, γεννιόνταν συχνά και με άλλες γενετικές ανωμαλίες, συνήθως νοητική στέρηση και δυσμορφίες προσώπου. Δυο όλοι κι όλοι είχαν κανονικό δείκτη ευφυΐας και ήταν εν ζωή, αυτός και η Λίνα. Η νοητική στέρηση ήταν ευλογία, μπορεί να ζούσες στον κόσμο σου, αλλά δεν καταλάβαινες πως ήταν ψεύτικος. Ήσουν ευτυχής ή δυστυχής, κατά βούληση.

Αυτός ήξερε τα πάντα, βούλιαζε για λίγο στην παραίσθηση κι έπειτα ο κόσμος ερχόταν να καταρρεύσει στο πλάι του. Μερικές φορές η βλακεία είναι απαραίτητη. Αναστέναξε. Με τη Λίνα βλέπονταν μερικές φορές μέσω τηλεφώνου. Ήταν όμορφη, τόσο όμορφη που δε θα το περίμενε ποτέ κανείς να πάσχει από ΣΠΦ. Πρέπει να ήταν ακόμα πιο δύσκολο για κείνη, οι δικές του δυσμορφίες είχαν διορθωθεί όταν ήταν πολύ μικρός, η εμφάνιση του ήταν φυσιολογική, η ζωή του δεν ήταν. Η ζωή σε ίδρυμα δεν είναι ποτέ κανονική. Βάφτιζε την ψυχιατρική κλινική σχολείο, αν και στις στιγμές διαύγειας αυτό τον τρέλαινε ακόμα περισσότερο.

Οι άλλοι γύρω του ήταν τρελοί, ηλίθιοι, ή νοσηλευτές, προτιμούσε να τους φαντάζεται μαθητές και δασκάλους. Αυτό που τον εξόργιζε ήταν πως ήξερε πως μπορούσε να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο, αν τον άφηναν. Φυσικά ψεύτικο, αλλά τέλειο.

Ούτε οι γονείς του δεν άντεξαν τον τέλειο κόσμο και δεν τους αδικούσε. Δεν είναι λίγο εκεί που ζεις τη ζωή σου έτσι όπως είναι, να βυθίζεσαι στην παραίσθηση του γιου σου κι έπειτα να ξαναπέφτεις στη μιζέρια της πραγματικότητας. Αυτό ήταν το βασικό του πρόβλημα, οι άλλοι. Οι ασθενείς με Σ.Φ.Π τους χρησιμοποιούσαν, τους έβαζαν στην πραγματικότητα τους. Οι γονείς του βαρέθηκαν να ζουν ευτυχισμένοι, όσο ήθελε εκείνος. Θα ήταν χαρούμενοι αν δεν συνειδητοποιούσε ποτέ την αλήθεια, αν τους άφηνε να ζουν όπως στο μυαλό του για πάντα. Μα, αυτός κάποια στιγμή την έβλεπε την πραγματική Πραγματικότητα, κι εκεί οι δυο του δεν άντεχαν ο ένας τον άλλον ούτε ώρα.

Η βόλτα τού έκανε καλό. Οι συμμαθητές του είχαν δίκιο τόσον καιρό που τον παρότρυναν να βγει έξω, να δει τον κόσμο έξω από τα κάγκελα. Σε λίγο θα χάραζε στο θόλο, φαίνονταν κιόλας οι πρώτες υποψίες του ροζ και του μοβ στον ουρανό. Ένιωθε χαρούμενος. Το σώμα του είχε μια ιδέα αρρενωπότητας ήδη. Ήταν δεκαπέντε χρόνων, όλη η ζωή δική του. Και σε λίγο θα έβλεπε τη μοναδική γυναίκα που πόθησε ποτέ.

Η εκπληκτική της ομορφιά τον άφησε άναυδο. Όσες φορές κι αν την έβλεπε στο τηλέφωνο δεν τη χόρταινε. Το σχήμα του προσώπου, το χρώμα των ματιών, των μαλλιών, όλα πάνω της ήταν τέλεια. Έτρεξε να την αγκαλιάσει. Έσκυψε και τη φίλησε και στα δυο μάγουλα. Εκείνη δεν τον αγκάλιασε, αν και ήξερε πως το ήθελε πολύ. Ήδη τους είχε βάλει στον κόσμο της. Θα κάνανε πικ νικ. Η Λίνα ήταν ο μόνος πάσχων από Σ.Π.Φ στον κόσμο που ήταν τετραπληγική, αλλά σε λίγο όλα αυτά θα έπαυαν. Έκλεισε το μυαλό του, για να μην παρεμβαίνει με το δικό της, και χώθηκε στη δική της ζωή.

Άρχισε να τρέχει για να την προλάβει. Φορούσε το ωραιότερο φόρεμα που υπήρχε ποτέ και όταν την έπιασε το κορμί της σπαρτάρισε με το πρώτο του άγγιγμα. Κάναν έρωτα σα να μην υπήρχε αύριο. Στην ουσία δεν υπήρχε. Η ευτυχία είναι δυο στιγμές.

Ξύπνησε με ένα φοβερό πονοκέφαλο. Πάνω του ο θόλος είχε αρχίσει να βραδιάζει. Από μακριά η φωνή της μάνας του έφτασε εφιαλτική. Τη μισούσε. «Πού ήσουν, μπορείς να μου πεις; Θα μας βάλουν φυλακή », άρχισε να κλαίει.

Ο άστεγος είχε βρεθεί νεκρός από το κρύο, ο καιρός στην Πραγματικότητα δεν είχε γλυκάνει. Κι η Λίνα είχε κάνει μήνυση για βιασμό. Κανείς δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί είχε εμμονή με αυτήν την κοπέλα, γιατί νόμιζε πως έπασχαν από το ίδιο πράγμα, ακόμα χειρότερα δεν καταλάβαιναν γιατί τη φανταζόταν ανάπηρη.

Κοίταξε το θόλο πάνω από το κεφάλι του. Είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει κι η Λίνα χαμογελούσε μακάρια στην αγκαλιά του. «Σ’ αγαπώ», του ψιθύρισε.

22/4/09

Το πώς και το τί

Η ανάγνωση είναι από τα σημαντικότερα κομμάτια της μέρας μου. Αν ξεκινήσω με ένα βιβλίο λίγο πριν εγκαταλείψω οριστικά το κρεβάτι το πρωί και τελειώσω με μερικές σελίδες ακόμα πριν τον ύπνο, τότε για μένα ήταν Κυριακή. Παρ’ όλα αυτά καταλαβαίνω πως δεν είναι για όλους έτσι, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτό που δεν κατανοώ πλήρως είναι αυτούς που γράφουν χωρίς να διαβάζουν.

Λίγα χρόνια πριν θα ήμουν κάθετη πως κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Μα η εμπειρία σε διάφορες συγγραφικές ομάδες και στο ιντερνετ μου έδειξαν το αντίθετο. Γνώρισα ανθρώπους με ταλέντο στη γραφή και διάθεση να γράψουν που δεν έδιναν δεκάρα για τα βιβλία, που είχαν διαβάσει την κοκκινοσκουφίτσα κι αυτή όταν ήτανε μικροί. Κι όμως τα κείμενά τους είχαν αρκετές φορές ενδιαφέρον, κάποια μάλιστα ήταν εξαιρετικά. Είμαι γνωστό πνεύμα αντιλογίας και ακόμα κι αυτό που ήταν μπρος στα μάτια μου, το αρνιόμουν για πολύ καιρό. Έλεγα πεισματικά όχι, γραφή χωρίς ανάγνωση δε γίνεται. Όμως το πήρα απόφαση πια και δεν μπορώ να το κρύβω άλλο.

Ε, λοιπόν, αυτοί που δε διαβάζουν, μπορούν να γράφουν. Και κάποτε αυτοί που διαβάζουν, γράφουν φρικτά. Αν πίστευα στο Θεό, θα το ονόμαζα θείο δώρο. Τώρα θα το πω απλά προίκισμα. Είναι άδικο, σκληρό, σχεδόν μεταφυσικό, αλλά το ταλέντο υπάρχει, για να πληγώνει εμάς τους υπολοίπους.

Συνεχίζω φυσικά, να πιστεύω, πως αυτό το πρωτογενές στοιχείο αν καλλιεργηθεί με την ανάγνωση θα γίνει ακόμα σημαντικότερο. Πως τα βιβλία που διαβάζουμε είναι η μαγιά μας για τα μελλοντικά γραψίματα κι ο τρόπος να αποκτήσουμε εύκολα μια εμπειρία που διαφορετικά θα χρειαζόταν χρόνια γραφής για να την κατακτήσει κανείς. Για να κατανοήσεις τί πρέπει να πει, ποιός, πότε και από ποια οπτική γωνία έχει σημασία να έχεις διαβάσει δυο βιβλία παραπάνω. Αλλά αυτό δε φτάνει. Πέρα από το να ξέρεις το πώς, πρέπει και να έχεις κάτι να πεις. Κι αυτό, όλα τα βιβλία του κόσμου, δεν μπορούν να στο χαρίσουν.

20/4/09

Εμφύλιος

Στην τέχνη θεωρητικά δεν υπάρχουν όρια, ούτε προσταγές, πολύ περισσότερο μόδες. Αυτά όλα σε ένα ιδεατό επίπεδο, απαλλαγμένο από το φορτίο του βιοπορισμού. Στην πράξη αυτός που θα μπει στον κόπο να δώσει χρήματα για τη δουλειά σου, έχει κάποιες…χμ… απαιτήσεις.

Δεν θα μιλήσω για τους άλλες τέχνες, γιατί δεν έχω ιδέα τί γίνεται εκεί. Θα μιλήσω για τα λίγα που έχω καταλάβει από τον εκδοτικό κόσμο. Λοιπόν, λαμβάνω όλο και περισσότερες αρνητικές απαντήσεις, που πάνε κάπως έτσι «Σας ευχαριστούμε που μας εμπιστευτήκατε το ενδιαφέρον και καλογραμμένο κείμενό σας, αλλά δεν εμπίπτει στις θεματικές προτεραιότητες του οίκου μας για αυτή την περίοδο». Αυτά με τους αγνώστους. Αυτοί που έχουν λίγο περισσότερο θάρρος εκφράζονται πιο απροκάλυπτα. "Αν έγραφες κάτι ερωτικό ή ένα ιστορικό, για τον Εμφύλιο"…

Ε λοιπό, guess what, δε γουστάρω να γράψω για τον Εμφύλιο, δε δίνω δεκάρα. Ό,τι ήταν να ειπωθεί το έγραψε άλλωστε ο Χαριτόπουλος στον «Άρη», τα άλλα απλά οδοντόκρεμες. Α, και σε αυτή τη φάση δε μου βγαίνει το βίπερ. Έγραψα ένα αστυνομικό, κρεμάστε με.

Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, καταλαβαίνω απόλυτα τη δυσκολία για έναν οίκο να εκδώσει ένα χειρόγραφο, πόσο μάλλον πρωτοεμφανιζόμενου. Οι μεγάλοι δυσκολεύονται να πάρουν το ρίσκο, οι μικροί δεν έχουν τους πόρους. Το μυθιστόρημά μου πιθανώς δεν είναι ακόμα ώριμο για έκδοση. «Με χαρά θα περιμένουμε το επόμενο», μου είπε μια πολύ συμπαθητική εκδότρια. Το σέβομαι. Αλλά μη μου βάζετε φραγή.

Καλά μαντέψατε το επόμενό μου μυθιστόρημα δεν πραγματεύεται τον εμφύλιο, είναι μαγικός ρεαλισμός, εάν είναι δυνατόν.... Εξάλλου, άντρες γυναίκες και παιδιά, ιστορικά γράφουν τον τελευταίο καιρό, γι’ αυτά διαφημίζονται από τηλεοράσεως και ραδιοφώνου. Ε, λοιπόν, εγώ τώρα δεν μπορώ να εμπνευστώ από αυτό. Σταυρώστε με, που θα έλεγε ένα σημαίνον πρόσωπο της εποχής μας…

Υ.Γ. Μη δίνετε σημασία στη γκρίνια μου, μόλις γύρισα από τα χαρακώματα της Αθηνών- Πατρών…..

14/4/09

Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;


Λοιπόν, σήμερα, αποφάσισα να πω και μια καλή κουβέντα. Τα τελευταία χρόνια δεν διαβάζω πολύ ελληνική λογοτεχνία, αν και παλιότερα ήταν σχεδόν αποκλειστικό το ενδιαφέρον μου για τα εγχώρια βιβλία. Δεν μπορώ όμως παρά να εκφράσω το θαυμασμό μου για το βιβλίο της κυρίας Μπουραζοπούλου, «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;». Μια ολόφρεσκη ιδέα, ένα μυθιστόρημα που δεν κρατιέται μόνο από την πρωτοτυπία του, η συγγραφέας ξέρει τον μύθο της και τον χειρίζεται άψογα.

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η γη στις όχθες της νεκράς θάλασσας ανοίγει κι από μέσα αναβλύζει ένα μαυλιστικό βιολετί αλάτι. Μια αποικία ανθρώπων στήνεται εκεί, για να εκμεταλλευτεί το θείο δώρο. Αλλά το αλάτι δεν υπηρετεί κανέναν, μόνον υπηρετείται, κι οι κυβερνήτες της Αποικίας, διεφθαρμένοι από τη γοητεία του, δούλοι των παθών και των αμαρτιών τους θα μάθουν με τον πιο επίπονο τρόπο την αλήθεια.

Η πλοκή ρέει, η οπτική γωνία της αφήγησης, με τις επιστολές που αλληλοαναιρούνται κι όλο κάτι καινούριο μας παρουσιάζουν, είναι εξόχως ενδιαφέρουσα και το μυθιστόρημα έχει αρχή, μέση, τέλος, με έναν δικό του αντισυμβατικό τρόπο. Μια αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που δεν γίνεται σε καμία φάση διδακτική ή βαρετή. Με λίγα λόγια όσα θα έπρεπε να έχει ένα βιβλίο. Ελπίζω η ελληνική λογοτεχνία να έχει σύντομα κι άλλα τέτοια εξαιρετικά δείγματα.

11/4/09

Το ένστικτο της Ινές


Ο Κάρλος Φουέντες είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς, τα αισθήματά μου όμως για «Tο ένστικτο της Ινές», είναι ανάμικτα. Το βιβλίο περιγράφει τον παθιασμένο έρωτα ενός διάσημου μαέστρου και μιας κορυφαίας σοπράνο παράλληλα με την ερωτική συνάντηση ενός άντρα και μιας γυναίκας για πρώτη φορά στην Ιστορία. Οι ρυθμοί του είναι αργοί και μοιάζει περισσότερο φιλοσοφικό κείμενο για τον έρωτα, τον θάνατο και τη σχέση των φύλων παρά πραγματικό μυθιστόρημα. Όλα έχουν μια αλληγορία, μια σήμανση που δίνει άλλη διάσταση με μουσικό υπόβαθρο την «Καταδίκη του Φάουστ» του Μπερλιόζ.

Δεν έχω αντίρρηση για την υποβλητική λογοτεχνία, ούτε με νοιάζει αν κανείς ξεκινά από ένα νόημα ή ένα χαρακτήρα για να αρχίσει να γράφει. Αλλά μερικές φορές καταντά αφόρητη η υπερβολική φιλοσοφία. Το μυθιστόρημα πρέπει να υπηρετεί άλλο θεό, αυτόν της πλοκής και της δράσης, του παραμυθιού. Αν μέσα από αυτό προκύπτουν ερωτήματα, ακόμα καλύτερα. Αν απροκάλυπτα θέτει τις ερωτήσεις, τότε σε ένα βαθμό έχει αποτύχει.

Γι’ αυτό και τα μικτά συναισθήματα. Από την μια πρόκειται για ένα όμορφο κείμενο, από την άλλη δεν μπορεί κανείς πραγματικά να ισχυριστεί πως η λογοτεχνία πρέπει να ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Γιατί; Επειδή η λογοτεχνία οφείλει να είναι προσιτή στον αναγνώστη για μπορέσει να επιτελέσει τον πρώτο της στόχο, να διαβαστεί.

Αν αγαπάτε την ανάγνωση φράση προς φράση, αν έχετε όρεξη για ένα βαθύ κείμενο, διαβάστε το. Αν όχι, αν αρχίζετε την διαγώνια ανάγνωση όταν το πράγμα δεν κυλάει, παρατήστε το. Τόσα βιβλία είναι εκεί έξω, κάποιο θα βρεθεί και για μας.

9/4/09

Η πραγματική ζωή

Το χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια υπόσχεση στην ευτυχία. Το σκεφτόμουν σήμερα το πρωί. Άκουγα στο ραδιόφωνο για τις τράπεζες ανταλλαγής εργασίας, όπου μια κομμώτρια παραδείγματος χάριν κουρεύει ένα γιατρό και αντί χρημάτων λαμβάνει ένα χαρτί πως δικαιούται μια υπηρεσία. Έτσι ξεκίνησαν και τα χρήματα, ομολογίες υποχρέωσης ήταν, ώσπου να γίνουν πετσετάκια.

Οι τράπεζες αυτές ξεκινούν σήμερα από την αρχή, γι’ αυτό η βάση τους είναι περισσότερο δημοκρατική και ισότιμη από ότι το χρηματοοικονομικό μας σύστημα. Δεν αμφιβάλλω πάντως πως αν το καινούριο σύστημα εφαρμοζόταν ευρέως, η κατάντια του θα ήταν ίδια με του υπάρχοντος κατεστημένου. Γιατί σε τούτη τη ζωή πάντα υπάρχουν οι αδικούμενοι κι οι αδικούντες.

Αυτά στην πραγματική ζωή. Μονάχα στα βιβλία η αδικία αναστρέφεται. Στις ιστορήσεις η αίσθηση του δικαίου επανέρχεται με όλο μεγαλύτερη δύναμη ώσπου να φτάσουμε στη λύτρωση. Ακόμα κι αν το end δεν είναι happy, ο αναγνώστης έχει μέσα του συγχωρέσει κι έχει συγχωρεθεί, έτσι μακάβρια και αμετάκλητα.

Η λογοτεχνία δεν είναι η απεικόνιση της πραγματικής ζωής. Κι αυτό είναι η μαγεία και η χρησιμότητά της. Τα βιβλία, ακόμα κι αυτά που τάχαμου μας εξιστορούν πιστά την καθημερινότητά μας, ψεύδονται ασυστόλως. Κι αυτό κάνει τη ζωή πιο υποφερτή, λιγάκι μονάχα πιο ανθρώπινη. Αυτός είναι ο σκοπός όλων των «καλών» τεχνών, μια γλυκιά παραμυθία.

6/4/09

Β. Αλεξάκης - μ.Χ.


Πρέπει να ομολογήσω την άγνοια μου, δεν έχω διαβάσει κανένα άλλο βιβλίο του Αλεξάκη και γι’ αυτό κατ’ ουσία δεν μπορώ να το κρίνω. Το βιβλίο έμεινε καιρό στη βιβλιοθήκη μου, πάντα μετακόμιζε στο τέλος της ντάνας με τα αδιάβαστα, όλο παραπονεμένο έμενε. Ήρθε κι η σειρά του.

Το μ.Χ. είναι η ιστορία ενός φοιτητή που παρακινούμενος από τη γηραιά σπιτονοικυρά του αποφασίζει να μάθει περισσότερα για το Άγιο Όρος. Στην πορεία το ενδιαφέρον του εξάπτεται και οι αρχαιότητες στο Όρος γίνονται το θέμα της διατριβής του. Ανακαλύπτει στοιχεία της ιστορίας του μέρους, το επισκέπτεται, και….

Το βιβλίο διαβάζεται εύκολα, γρήγορα, χωρίς να γίνεται βαρετό σε κανένα σημείο, ρέει. Είναι φανερά γραμμένο από κάποιον που κατέχει το σπορ. Η μόνη μου ένσταση έγκειται στο γεγονός πως η πλοκή δίνει πολύ γρήγορα τη θέση της στις πληροφορίες για το Όρος, η λαχτάρα του συγγραφέα να ξεμπροστιάσει το συρφετό που μαζεύεται στην Αθωνική πολιτεία είναι μεγαλύτερη από το να πει μια ιστορία. Οι στιγμές στη γραμματεία του Βατοπεδίου που κλείνεται το ραντεβού του ηγούμενου με τον υπουργό είναι απολαυστικές (γράφτηκαν προ σκανδάλου), αλλά το βιβλίο έχοντας μείνει κάπου στη μέση από πλοκή, αρκείται σε ένα άγαρμπο τέλος μιας ιστορίας που στην ουσία δε μας είπε ποτέ.

Τα τελευταία χρόνια διαβάζω όλο και λιγότερη ελληνική λογοτεχνία. Όχι από σνομπισμό, ούτε από έπαρση, απλά δυσκολεύομαι να βρω κάτι να μου κρατά το ενδιαφέρον. Το βιβλίο του Β. Αλέξάκη τουλάχιστον αυτό το κατάφερε. Ελπίζω όλο και περισσότεροι Έλληνες να γράφουν πράγματα που δε με κάνουν να πλήττω.

"μ.Χ", Βασίλης Αλεξάκης, εκδ. Εξάντας, 2007, σελ. 339

5/4/09

Η έκδοση κι ο πόλεμος

Ίσως το επόμενο βήμα να είναι εδώ, κάτω από τη μύτη μας και να χαμογελά περιπαικτικά. Πάντα μισούσα τις αποφάσεις, το κυνήγι, τη λύπη για κάτι που δεν έρχεται. Όλα μου έρχονται σαν το νεράκι που κυλά, για τίποτα δεν προσπαθώ και για όλα.

Θα σταματήσω τα αλαμπουρνέζικα, μιλάω για την περιπέτεια της έκδοσης. Ένα κυνήγι μαγισσών, γνωστών που δεν έχω, φίλων που αποκτώ στην πορεία. Και δε με νοιάζει στην τελική που όλα είναι τόσο κοντά και τόσο μακρινά, κάποτε θα γίνει κι αυτό. Με πειράζει όμως η κακιά λύσσα, η εμμονή κάποιων ανθρώπων με την έκδοση, με ενοχλεί κι ο φίλος που πετά τα κείμενά του στην πυρά.

Με τα γραπτά μου αγαπώ και αγαπιέμαι, αλλά δεν τα αλλάζω για χατίρι κανενός. Είναι όμορφα όταν κάποιος σου λέει πως του αρέσει αυτό που γράφεις, είναι ακόμα καλύτερες οι ενστάσεις. Αν σταματήσεις χάθηκες, αν δεν ακούσεις το ίδιο. Δε συμφωνώ πως η κριτική σε φέρνει πίσω. Είμαι ευαίσθητο παιδί και το παίρνω κατάκαρδα, μα αυτό κρατά για λίγο μόνο. Μετά αυτό που θέλω να πω ξεχειλίζει και το γράφω. Δεν είναι κακά τα φράγματα, μαζεύουν το νερό κι έπειτα υπερχειλίζουν με μεγαλύτερη δύναμη και εντονότερο ζόρι.

Είμαι στη φάση της έκθεσης, μη φοβάστε, χτυπήστε αλύπητα. Αντέχω. Μόλις βρω το κουράγιο να δημοσιεύσω κάτι δικό μου εδώ, εννοείται.....

4/4/09

Το κάθετο ταξίδι, Enrique Vila-Matas


Ο Ε. Βίλα Μάτας είναι Ισπανός. Ίσως αυτό να με τράβηξε για να αρχίσω να τον διαβάζω, ο καθένας έχει τις προκαταλήψεις του, αγοράζει βιβλία με τον δικό του υποσυνείδητο τρόπο. Το "Κάθετο ταξίδι" , είναι μια αργή ιστορία που δε γίνεται βαρετή. Ένας εβδομηντάρης επιχειρηματίας, ξεκινά ένα ταξίδι χωρίς σκοπό άλλο από το να απομακρυνθεί από την πόλη του. Εκεί βρίσκεται η γυναίκα του, που ύστερα από πενήντα χρόνια κοινής ζωής, του ζήτησε να γεράσουν χωριστά. Έτσι ξεκινά μια περιήγηση σε πόλεις της Ιβηρικής.

Ένας άντρας που έχει συνηθίσει να μετρά, επιτυχημένος, βρίσκεται έξω από τα νερά του, μόνος, με τα φαντάσματα που δεν πίστευε ότι είχε, αποδεικνύοντας κάθε στιγμή πως όλα όσα είχε παγιωμένα στο μυαλό του μπορούν να καταρρεύσουν. Ακόμα περισσότερο πως η ζωή, ακόμα και στα εβδομήντα, μπορεί να σου επιτρέψει να αναθεωρήσεις, να μυηθείς σε αυτό που πριν περιφρονούσες.

Το βιβλίο είναι γοητευτικό, χωρίς να είναι αριστούργημα. Έχει πάντως το ενδιαφέρον του και νομίζω ότι μπορεί να ανοίξει δρόμους για να διαβάσει κανείς και τα υπόλοιπα βιβλία του Μάτας.

"Το κάθετο ταξίδι", Ενρίκε Βίλα Μάτας, μετ. Ελεάνα Τσόκα, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 261