Σελίδες

30/5/16

«Σταθμός έντεκα», Emily St. John Mandel



Ξεκίνησα τον «Σταθμό Έντεκα» της Έμιλυ Μάντελ με μεγάλο ενθουσιασμό γιατί ανήκει στο είδος που μου αρέσει να διαβάζω – και να γράφω εδώ που τα λέμε. Στην αρχή ενθουσιάστηκα, η ιδέα ήταν εξαιρετική και ο ήπιος χειρισμός της έδινε μια διαφορετική νότα. Έπειτα ένιωσα σε κάποια σημεία το νεαρό της ηλικίας της συγγραφέως, πως δεν έχει αρκετά διαβάσματα πίσω της για να υποστηρίξει τα κομμάτια δρόμου, ας πούμε. Και μετά, ξαναχάθηκα στην μαγεία του βιβλίου, το τελείωσα γρήγορα και τελικά αποφάσισα πως είναι του γούστου μου. 

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μια πανδημία γρίπης σαρώνει την Γη και το 99% του πληθυσμού πεθαίνει μέσα στις πρώτες δύο μέρες. Όλα ξεκινούν όταν ο διάσημος ηθοποιός Άρθουρ Λιάντερ παθαίνει ανακοπή επί σκηνής, ενώ παίζει βασιλιά Ληρ. Ένας άνθρωπος από το κοινό πετάγεται και του κάνει τεχνητή αναπνοή. Μέσα από τα δικά του μάτια θα δούμε τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Και μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που συμμετείχε στην παράσταση, θα δούμε τι γίνεται είκοσι χρόνια μετά, σε έναν κόσμο χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό, χωρίς βενζίνη, που δεν είναι πρωτόγονος, αλλά δεν μπορεί και να λειτουργήσει πια ως σύγχρονος. Σε έναν κόσμο σε αναμονή. 

Η εξαιρετική έμπνευση της Μαντέλ είναι τα συνεχή φλασμπακ στην ζωή πριν την γρίπη και η απόφαση να ακολουθήσει τους χαρακτήρες της, να μην αφεθεί μόνον στην γοητεία του μετα- αποκαλυπτικού κόσμου που στήνει. Σε κάποια σημεία- αυτά του δρόμου- φαίνεται ένα έλλειμμα σε υπόβαθρο και διαβάσματα, σαν να μην έχει η συγγραφέας κατά νου τα Σταφύλια της οργής, σαν να μην έχει διαβάσει Μακάρθυ. Αυτά είναι και τα πιο αδύναμα. Όλα τα υπόλοιπα όμως είναι εξαιρετικά, ένα μεγάλο πανηγύρι χαρακτήρων και σκηνικού. 

Στα καλά μετά-αποκαλυπτικά βιβλία, όπως αυτό, οι κανόνες υπάρχουν με σαφήνεια στο κεφάλι του συγγραφέα, ο αναγνώστης δεν νιώθει πουθενά να τον «κλέβουν», να του εμφανίζουν έναν λαγό μέσα από το καπέλο. Στα καλά βιβλία φαντασίας δεν χρειάζεται από μηχανής θεός. Κι εδώ δεν υπάρχει. Ευτυχώς. Όπως δεν είναι απαραίτητος ο διδακτισμός. Η Μάντελ μας μιλά για την τέχνη- επιλέγει να ακολουθήσει την Περιπλανώμενη Συμφωνία, μια κομπανία μουσικών και ηθοποιών που παίζουν μόνο Σαιξπηρ για να μας δείξει τον νέο κόσμο- με εξαιρετική λεπτότητα, χωρίς σνομπισμούς. Με αληθινή αγάπη. Και πίστη. Πως η τέχνη ακόμα και σε τέτοιες συνθήκες θα επιβιώσει. Όπως επιβίωσε ο ίδιος ο Σαίξπηρ από την πανούκλα. 

Απόλαυσα τον «Σταθμό έντεκα», είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, χωρίς περιττές γλωσσικές ακροβασίες, που χειρίζεται με μαεστρία το θέμα του χρόνου, του χώρου και της ανθρώπινης φύσης. Η Έμιλυ Μαντέλ είναι εξαιρετική στον στήσιμο των χαρακτήρων και μας δίνει το βασικό θέμα, αυτό της ματαίωσης των προσδοκιών και των ονείρων των ηρώων της, τόσο γλυκά, που σχεδόν ξεχνάμε τον ορυμαγδό γύρω τους. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Σταθμός έντεκα», Emily St. John Mandel,μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2016, σελ. 449



26/5/16

Τα 20 πιο αγαπημένα βιβλία


Μιας και το αντίστοιχο ποστ πριν 3 χρόνια πολύ μας βοήθησε να προτείνουμε ο ένας στον άλλο βιβλία και να μάθουμε πράγματα, λέω να το ξανακάνουμε. Γράψτε λοιπόν τα 20 πιο αγαπημένα σας βιβλία μυθοπλασίας (διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα) αφήνοντας έξω τα ποιητικά, τα δοκίμια, τα non-fiction κτλ

Νομίζω πως θα έχει ενδιαφέρον να ξαναγράψουμε λίστες και μεις που είχαμε ήδη κάνει την προηγούμενη φορά, να δούμε πόσο και αν άλλαξαν τα αναγνωστικά μας γούστα, πόσο τρία χρόνια διαφοροποιούν το τι διαβάζουμε.

Όσοι γράψουν ως την Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016 στις 8μ.μ. θα έχουν την χαρά να λάβουν μέρος και στα "αποτελέσματα" που θα βγάλω στατιστικά. Να σαν κι αυτά.






25/5/16

"Η Υπέροχη φίλη μου", Elena Ferrante



Ανακάλυψα την Έλενα Φερράντε πριν περίπου τρία χρόνια, όταν διάβασα τις «Μέρες Εγκατάλειψης» μέσα σε ένα βράδυ. Τότε με είχε συνεπάρει η γραφή της, η απλότητα και η αμεσότητά της, η ικανότητά της να λέει σκληρές αλήθειες για την γυναικεία φύση, μακριά από όλες τις συμβάσεις που ορίζουν την θηλυκή μας πλευρά συνώνυμη της μητρότητας και της χαριτωμένης αφέλειας. Πάνω από όλα τότε, με είχε συγκλονίσει με πόση ενάργεια μπορούσε να αποτυπώσει αυτό το αίσθημα της ματαίωσης, για τα όνειρα που σε βάζουν να τρέφεις όταν είσαι μικρή, κι όταν τελικά μεγαλώνεις πέφτουν και σε πλακώνουν. 

Στις «Μέρες Εγκατάλειψης» η Φερράντε είχε μεγάλες, κολοσσιαίες στιγμές παροξυσμού. Αυτό είναι που αλλάζει εδώ, στην «Υπέροχη φίλη μου», το πρώτο από τα βιβλία της περίφημης Τετραλογίας της Νάπολης. Και κάτι άλλο διαφοροποιείται, δεν υπάρχει πια το στοιχείο της έκπληξης. Δεν διαβάζεις πια μια «αποκάλυψη», μια συγγραφέα που δεν την ξέρει κανείς, διαβάζεις ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Κι αυτό, καλώς ή κακώς, είναι στοιχείο απομάγευσης. 

Στην «Υπέροχη φίλη μου» πρωταγωνίστριες είναι δύο φίλες, η Έλενα και η Λίλα. Η Έλενα, που αναλαμβάνει και τον ρόλο της αφηγήτριας, είναι ένα παιδί ήσυχο και φοβισμένο, η κόρη του πορτιέρη του City Plaza, ενώ η Λίλα είναι η κόρη του τσαγκάρη, άγρια, αδύνατη και άσχημη. Και οι δυο πηγαίνουν στο δημοτικό, και δένονται όταν αποκαλύπτεται πως η Λίλα εκτός από αλάνι, είναι και εξαιρετικά έξυπνη. Οι ζωές τους φαίνεται να χωρίζονται όταν οι γονείς της Λίλας δεν την αφήνουν να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, ενώ της Έλενα με χίλια ζόρια, της δίνουν τελικά την άδεια. Η φιλία τους όμως θα επιζήσει, η Λίλα θα βαλθεί να μορφωθεί διαβάζοντας όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης, ενώ την πόρτα θα χτυπήσει η εφηβεία, τα αγόρια, οι έρωτες. Από όμορφο στρουμπουλό κοριτσάκι, η Έλενα θα γίνει μια μάλλον υπεραναπτυγμένη έφηβος με ακμή, ενώ η Λίλα θα ανθήσει, θα γίνει ψηλή και με ιδιαίτερη χάρη και ξαφνικά από εκεί που δεν την πλησίαζε κανείς, θα ερίζουν για κείνη όλα τα αγόρια της γειτονιάς. 

Μια γειτονιά από τις φτωχικές της Νάπολης, όπου η βία είναι βαθιά συνυφασμένη με την ζωή των ανθρώπων, όπου το να ξεπλένεις χρήμα για την Καμόρα είναι σχεδόν η νόρμα, ενώ το να μορφώνονται τα παιδιά και μάλιστα οι γυναίκες είναι κάτι ανήκουστο, σχεδόν εξωτικό. Η Έλενα και η Λίλα ονειρεύονται να ξεφύγουν, να γίνουν πλούσιες. Νομίζουν πως αν γράψουν βιβλίο θα πλουτίσουν. Η Λίλα φτιάχνει κάτι περίεργα σχέδια για να γίνει πλούσια μέσω τους τσαγκάρικου. 

Το βιβλίο σε πρώτο επίπεδο είναι ένας ύμνος στην γυναικεία φιλία, με όλα τα σκαμπανεβάσματά της. Η Έλενα δένει την ζωή της με αυτή της χαρισματικής Λίλας, παρατάει την δική της όταν την χρειάζεται η φίλη, κατά καιρούς φυσικά αποστασιοποιείται, συνειδητοποιεί την ζήλια της, μετά ξανά την καταπνίγει. Σε δεύτερο επίπεδο, η Φερράντε δεν ξεχνά, τι είναι αυτό που δίνει δύναμη στην λογοτεχνία της, μιλά με δύναμη και πάθος για την θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που πάντα ήταν διατεθειμένη να καθορίζει τα θέλω μας, για τον αγώνα του ατόμου να βγει από τα στενά πλαίσια που ορίζει η καταγωγή και το φύλο του, για δουλειά, καριέρα, σχέσεις, λεφτά, αισθήματα. Η Φερράντε είναι ατρόμητη, γεμάτη πάθος. Η Φερράντε είναι παραμυθού, ξέρει να στήνει σύμπαντα. 

Το σκηνικό, η φτωχή Νάπολη, μοιάζει σε στιγμές με ταινία νεορεαλιστικού κινηματογράφου, είναι μια κοινωνία μεταιχμιακή, στην αλλαγή, όπου η μία γενιά προσπαθεί να ξεφύγει από την άλλη- είναι χαρακτηριστική η αποστροφή της Έλενα για την κουτσή, αλλήθωρη και αμόρφωτη μάνα της- όπου υπάρχουν θέματα «τιμής», και η επιβίωση δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη. 

Η Φερράντε γράφει απλά, δημιουργεί οικειότητα και ταύτιση και απέχθεια. Με άγρια συναισθήματα, ανόθευτα. Μιλάει για τα μεγάλα και τα σημαντικά με όρους κατανοητούς, χωρίς περιττές φιοριτούρες. Δεν χρειάζονται όταν κατέχεις με τόση άνεση το υλικό σου και μπορείς να το περάσεις στον αναγνώστη. Δεν δίνω δεκάρα για την ταυτότητά της συγγραφέως, δεν με νοιάζει καθόλου αν είναι ή δεν είναι η Τετραλογία ένα ειλικρινές αυτοβιογραφικό κείμενο όπως του Κνάουσγκορντ ή μια τόσο καλοκουρδισμένη μίμηση. Με νοιάζει που είναι λογοτεχνία, που πηγαίνει την τέχνη ένα βήμα παρά πέρα, που προσφέρει αγνή αναγνωστική απόλαυση, όσο σε βάζει σε βαθιά φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα. 

Το πρώτο μέρος της Τετραλογίας της Νάπολης είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα μαθητείας, ένα βιβλίο που χρειάζεται στην αρχή να το υπομείνεις, όσο να καταλάβεις το βάθος και την έντασή του, να συνηθίσεις την αφηγήτρια που είναι έφηβη και για αυτό κάπως άμαθη και δειλή. Όταν όμως μπεις στον κόσμο του, ξέρεις πως εδώ μιλάμε για την αληθινά μεγάλη αφήγηση, για ένα καινούριο είδος μυθοπλασίας, με νέους όρους, που πιθανότατα θα ορίσει την λογοτεχνία του καιρού μας. Και θα μείνει ως μέρος της κληρονομιάς του μέλλοντος.

                                                                    
                                                                     
                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Υπέροχη φίλη μου", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 436

20/5/16

"Ο Μάγος", John Fowles



Βιβλίο εκπληκτικό στην σύλληψη και την εκτέλεση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως ήταν το πρώτο του νεαρού Fowles κι ας εκδόθηκε τελικά τρίτο, ο «Μάγος» είναι από αυτά τα μυθιστορήματα που χάνεις αν δεν τα έχεις διαβάσει. 

Κεντρικός ήρωας ο Νίκολας Έρφ, ένας νεαρός Άγγλος που διορίζεται καθηγητής σε ένα ελληνικό νησί, την Φράξο (οι Σπέτσες), σε ένα σχολείο για πλουσιόπαιδα. Ο Νίκολας στην Ελλάδα, αν και μαγεύεται από το φυσικό τοπίο, βαριέται οικτρά. Τα πράγματα αλλάζουν όταν γνωρίζει τον Μωρίς Κόγχι, έναν πλούσιο, κοσμοπολίτη με μια υπέροχη βίλα σε ένα απομονωμένο μέρος του νησιού. Γρήγορα ο Ερφ καταλαβαίνει πως ο Κόγχις παίζει παιχνίδια με τα μυαλό του και πως δεν είναι μόνος. Στα παιχνίδια αυτά μέρος λαμβάνουν οι δίδυμες Λίλη και Ροζ,- ή Τζουν και Τζούλη-, και μια πλειάδα δευτερεύοντων χαρακτήρων. Το σενάριο διαμορφώνεται συνεχώς, ο Κόγχις διηγείται όλο και περισσότερες ιστορίες, τα πρόσωπα αλλάζουν ταυτότητα. Στην μέση μπαίνει κι έρωτας. Για την πρώην κοπέλα του Έρφ, Άλισον και την τωρινή φαντασίωση, Λίλη. 

Το παιχνίδι του Φόουλς είναι εκπληκτικό. Ο Νίκολας Ερφ βρίσκεται συνεχώς σε νέες πραγματικότητες, που πρέπει να τις διαχειριστεί ως προς την αλήθεια ή το ψέμα τους, ο έρωτας διερευνάται σε βάθος, το ίδιο και η ίδια η ζωή. Ο Μωρίς Κόγχις παίζει το παιχνίδι ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Απόλλωνα, και για τα ήθη του 1950 που γράφτηκε το βιβλίο ορισμένες σκηνές είναι ακραία σοκαριστικές. Εξάλλου, ο Φόουλς έχει εμμονή με τον σαδισμό, κάτι που φαίνεται και στα υπόλοιπα βιβλία του. 

Στο ενδιάμεσο ο Φόουλς βάζει στο στόμα του Κόγχι μια εκπληκτική και εν πολλοίς άγνωστη ιστορία προδοσίας κατά την διάρκεια της Κατοχής, ένα εξαιρετικό αντιπολεμικό μανιφέστο για τα χαρακώματα του 1ου Παγκόσμιου, ιδέες για την ψυχανάλυση- κάπως χοντροκομμένα τις απόψεις του Γιουνγκ που διαπερνούν όλο το βιβλίο-, ενώ μέσα από τον Ερφ γράφει μια κλασική ιστορία ενηλικίωσης, θέτοντας πολλά φιλοσοφικά ζητήματα σε πρώτο πλάνο. Οι βιβλιοφιλικές αλλά και οι μυθολογικές αναφορές είναι πάρα πολλές, άλλοτε ξεκάθαρες, άλλοτε καλυμμένες, και το σκηνικό είναι σοβαρά σαγηνευτικό. 

Ο Μάγος δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, ούτε όμως η πολυπλοκότητά του είναι εύσημο. Σε μερικά σημεία φαίνεται η αφέλεια του νεαρού τότε Φόουλς, σε άλλα φλυαρεί. Σε γενικές γραμμές όμως στήνει ένα σύμπαν με πολλαπλά κάτοπτρα, που ελάχιστοι θα μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν πως θα μπορούσαν να διαχειριστούν. Οι εναλλακτικές πραγματικότητες- η ελαστικότητα της πραγματικότητας για την ακρίβεια- η αδυναμία να καταλάβουμε τα πάντα με τις πέντε αισθήσεις μας, το πόσο κολακεύεται κανείς όταν είναι ο πρωταγωνιστής αλλά και θύμα, ο έρωτας σε τέτοιες συνθήκες- που μοιάζουν τόσο στις πραγματικές- αλλά και ο τρόπος που η ανθρώπινη φύση τελικά διαχειρίζεται όλα αυτά, κάνουν τον «Μάγο» ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα. Ένα από κείνα τα βιβλία που έχουν τα φόντα, αν είσαι αρκετά δεκτικός και ανοιχτός στην πρόκληση, να σου αλλάξουν την ζωή και την κοσμοθεωρία.



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο Μάγος», Τζων Φώουλς, μετ. Φαίδων Ταμβακάκης, εκδ. Εστία, 1997, σελ.775 



18/5/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (5 μ.μ.) του Μαραμπού



Μετά τις Σειρήνες η γραφή του Τζόυς κάνει μία διακριτή μεταστροφή. Φυσικά διατηρούνται τα ευφάνταστα λογοπαίγνια, οι μεταφορές της γλώσσας, οι δεκάδες μικροπλοκές που δανείζονται γλωσσικά στοιχεία των χώρων και των γεγονότων που περιγράφουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η διάθεση του Τζόυς και η επιθυμία του να ασχοληθεί πλεόν πιο εκτεταμένα με τα διάφορα είδη της γλώσσας. Στην Βιογραφία του Έλμαν, αυτή η μεταστροφή του Τζόυς είχε ως επίκεντρο το κεφάλαιο Βόδια του Ήλιου, σημείο αναφοράς στον Οδυσσέα και ένα προοίμιο για όσα σκεφτόταν ήδη για το εκκολαπτόμενο Finnegans Wake. Μια πρόγευση αυτής της μεταστροφής, παίρνουμε στο κεφάλαιο Κύκλωπες.

Εδώ, η δράση του κεφαλαίου τοποθετείται σε μία ταβέρνα του Δουβλίνου στις 5 το απόγευμα. Αφηγητής είναι ένας τύπος που δεν κατονομάζεται, ο οποίος συναντά τον φίλο του Τζο και τραβούν για ένα ποτάκι στην ταβέρνα. Εκεί βρίσκεται ο πολίτης, ένας πελώριος άντρας και πελώριος εθνικιστής που αράζει παρέα με τον εξίσου πελώριο και άγριο σκύλο του. Είναι σαφές ήδη από την αρχή ότι ο πολίτης αποτελεί τον σύγχρονο Κύκλωπα. Μετά τρίβει με το χέρι του το μάτι του.


Το ενδιαφέρον του κεφαλαίου βρίσκεται στον τρόπο που είναι γραμμένο (όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο, εδώ που τα λέμε). Ο Τζόυς χρησιμοποιεί από την μια τον απλό, βατό, σύγχρονο λόγο και από την άλλη, έναν λόγο επικό, μυθολογικό, θρησκευτικό, αρχαΐζοντα. Οι δύο λόγοι εναλλάσσονται αρμονικά, με την πλοκή να μεταπηδά από τον έναν στον άλλο δίχως να διαταράσσεται η συνέχεια και η συνάφειά της! Ο αναγνώστης σαστίζει προσωρινά, ειδικά μόλις αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο, εκ πρώτης όψεως στρυφνός, επικός λόγος διεκδικεί την μισή έκταση ενός 70σέλιδου κεφαλαίου. Ωστόσο, μόλις συνηθίζει λίγο αυτόν τον “ξεχασμένο” λόγο, αφήνεται πρόθυμα σε μια παιγνιώδη “προσωδία” που τον τέρπει και τον μαγεύει (σε αυτό συμβάλλει πολύ και η ευφυΐα του μεταφραστή).

Μέσα στην ταβέρνα συναντούμε πρόσωπα άγνωστα (σε λίγο θα έρθουν και μερικοί παλιοί γνωστοί) αλλά όσα γεγονότα εξιστορούνται μας είναι στην πλειονότητά τους ήδη γνωστά. Ας πούμε, ο θάνατος του Πάντυ Ντίγκναμ.

- Σίγουρα τον είδα πριν από πέντε λεπτά, λέει ο Άλφ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
...
- Τότε είδες το φάντασμά του, λέει ο Τζο, ο Θεός να μας φυλάει.
...
- Πέθανε! λέει ο Αλφ. Αυτός δεν είναι περισσότερο πεθαμένος από σένα.
- Μπορεί να είναι έτσι, λέει ο Τζο. Πάντως είχαν το θράσος να τον θάψουν σήμερα το πρωί.

Και αμέσως μέτα ο Τζόυς μάς προσφέρει τις πρώτες εντυπώσεις από το υπερπέραν του καημένου Πάντυ. Ερωτώμενος δια του γηίνου ονόματός του σχετικώς με την διαμονήν του εις τον ουράνιον κόσμον ούτος εδήλωσεν ότι ήτο τώρα εις την ατραπόν της πραλάγια ή επιστροφής αλλά ακόμη υπέκειτο εις δοκιμασίαν εις τας χείρας ορισμένων αιμοδιψών οντοτήτων επί των κατωτέρων αστρικών επιπέδων. (...) Εν συνεχεία ηρωτήθη εάν υπήρχον ιδιαίτεραι επιθυμίαι εκ μέρους των τεθνεώτων και η απάντησις ήτο: Σας χαιρετούμε, φίλοι εκ της γης, οίτινες είσθε ακόμη εν σώματι.


Στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Μπλουμ αποχωρεί από το ξενοδοχείο Όρμοντ μόλις οι εθνικιστικές κορώνες των θαμώνων φθάνουν στο απόγειο, φανερώνοντας με την αποχώρησή του και την ηθική του στάση. Ερχόμενος στην ταβέρνα, συναντά τον πολίτη ο οποίος ενσαρκώνει συμπυκνωμένο όλον τον εθνικισμό της Ιρλανδίας. Οι συζητήσεις γύρω από τα εθνικά θέματα της χώρας έχουν αρχίσει να φουντώνουν και σταδιακά παρεκτρέπονται – ο Τζόυς παίζει στα δάχτυλα την ιστορία της χώρας του και η ένταση που αυξάνεται καθώς προχωρά το κεφάλαιο δίνει μια εκπληκτική αίσθηση στο όλο επεισόδιο. Ο Μπλουμ παίρνει μέρος στην συζήτηση εντελώς κατευναστικά, αναγκάζοντας σε κάποιο σημείο τον ανώνυμο αφηγητή να σκεφτεί: Δεν σας το είπα; Αλήθεια, σαν την μπίρα που πίνω, αν αυτός ήταν στα τελευταία του, αυτός θα προσπαθούσε να σας πείσει πως το να πεθαίνεις είναι να ζεις. Φυσικά ο Μπλουμ είναι ο μόνος ρεαλιστής εκεί μέσα, αλλά δεν μπορεί παρά να δείχνει ο μόνος παράλογος!

Ακολουθεί ένας συνταρακτικός διάλογος μέσα από τον οποίον φαίνεται ξεκάθαρα η ηθική υπεροχή του Μπλουμ έναντι των κατώτερων ενστίκτων των συντρόφων του.

- Διωγμοί, λέει αυτός, όλη η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη απ' αυτούς. Διαιωνίζουν το εθνικό μίσος μεταξύ των εθνών.
- Αλλά ξέρεις το τι σημαίνει ένα έθνος; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ναι, λέει ο Μπλουμ.
- Τι; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ένα έθνος; λέει ο Μπλουμ. Ένα έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν στο ίδιο μέρος.
(...)
- Ή επίσης που ζουν σε διαφορετικά μέρη.
(...)
- Ποιο είναι το έθνος σου, αν επιτρέπεται να ρωτήσω; λέει ο πολίτης.
- Η Ιρλανδία, λέει ο Μπλουμ. Γεννήθηκα εδώ. Στην Ιρλανδία.
(...)
- Και εγώ ανήκω σε μια φυλή επίσης, λέει ο Μπλουμ, που μισείται και διώκεται. Ακόμη και τώρα, αυτή τη στιγμή.
(...)
- Μιλάς για την νέα Ιερουσαλήμ; λέει ο πολίτης.
- Μιλώ για την αδικία, λέει ο Μπλουμ.
(...)
- Αλλά είναι ανώφελο, λέει αυτός. Βία, μίσος, ιστορία, όλ' αυτά. Αυτή δεν είναι ζωή για άντρες και γυναίκες, η προσβολή και το μίσος. Και ο καθένας το ξέρει πως αυτά είναι εντελώς το αντίθετο απ' αυτό που είναι η πραγματική ζωή.
- Τι είναι; λέει ο Αλφ.
- Αγάπη, λέει ο Μπλουμ. Εννοώ το αντίθετο του μίσους.


Η εβραϊκότητά του, η πεποίθηση των θαμώνων ότι ανήκει στην μασονική στοά και ένα τυχαίο παραπλανητικό γεγονός, ενισχύουν την έχθρική στάση εναντίον του. Ο Θεός να φυλάει την Ιρλανδία από τους όμοιους αυτού του βρομοποντικού. Ο κύριος Μπλουμ και οι μπουρδολογίες του. Στο κεφάλαιο Λωτοφάγοι, αν θυμάστε, ο Μπλουμ κρατούσε συνεχώς μία εφημερίδα. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας φίλος του και ζητάει να του την δανείσει μισό λεπτό για να δει τις ιπποδρομίες. Ο Μπλουμ του δίνει την εφημερίδα και του λέει ότι μπορεί να την κρατήσει γιατί μόλις είχε αποφασίσει να την πετάξει στα σκουπίδια. Ο φίλος του σαστίζει με αυτή την δήλωση και αποχωρεί ξεχνώντας να μελετήσει την εφημερίδα. Στους Κύκλωπες γίνεται αναφορά για την ιπποδρομία και για το γεγονός ότι κέρδισε το αουτσάιντερ με το ψευδώνυμο “Απόρριμμα”. Έτσι, δημιουργείται στους θαμώνες η λανθασμένη εντύπωση ότι ο Μπλουμ γνώριζε και πόνταρε στο αουτσάιντερ και με τη δήλωση ότι θα πετάξει την εφημερίδα στα σκουπίδια, προσπαθούσε να πείσει και τον φίλο του να ποντάρει στο ίδιο.

[...] Συνάντησα τον Μπάνταμ Λάυονς πηγαίνοντας να στοιχηματίσει σε εκείνο το άλογο, αλλά τον απέτρεψα, και μου είπε πως ο Μπλουμ του το πρότεινε. Στοιχηματίζω ό,τι θέλετε πως παίρνει εκατό στερλίνες προς πέντε. Είναι ο μόνος άνθρωπος στο Δουβλίνο που κέρδισε. Αουτσάιντερ.

Η συζήτηση αυτή γίνεται την ώρα που ο Μπλουμ πηγαίνει δίπλα στο δικαστήριο για μια νομική υπόθεση. Οι θαμώνες πιστεύουν ότι πάει να εισπράξει τα κέρδη. Εν την απουσία του κάνει εμφάνιση στην ταβέρνα και ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ – ο Μπλουμ πήγε εξαρχής στην ταβέρνα με σκοπό να συναντήσει τον Μάρτιν Καννινγκχαμ. Σιγά σιγά, το μίσος εναντίον του Μπλουμ γιγαντώνεται, του έχουν “μαζέψει” ήδη πολλά, ο πολίτης είναι έτοιμος να εκραγεί όταν αναφωνεί σαρκαστικά:

- Αυτός είναι ο νέος Μεσσίας για την Ιρλανδία! Την Ιρλανδία των αγίων και των σοφών!

Την στιγμή που επιστρέφει ο Μπλουμ η οργή είναι έτοιμη να ξεσπάσει πάνω του. Ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ με διορατικότητα αλλά και βιασύνη, χαιρετά τους θαμώνες και φυγαδεύει τον Μπλουμ στην άμαξα που περιμένει έξω. Και τότε ο Τζόυς, σε μία εξαιρετική έμπνευση, μετατρέπει την άμαξα σε πλοίο, κάνοντας μια σύνδεση με τον ομηρικό Οδυσσέα, ο οποίος ξεφεύγει θριαμβευτής από την οργή του ταπεινωμένου Πολύφημου. Εδώ μας αποκαλύπτεται ένα απρόσμενο στοιχείο – για πρώτη φορά στο βιβλίο, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ, θυμώνει! Πάνω στην άμαξα-πλοίο ο Μπλουμ θυμώνει με το ηλίθιο μίσος του πολίτη και φωνάζει:

- Ο Μέντελσον ήταν εβραίος και ο Καρλ Μαρξ και ο Μερκαντάντε και ο Σπινόζα. Και ο Σωτήρας ήταν εβραίος και ο πατέρας του ήταν εβραίος. Ο Θεός σας. (...) ο Θεός σας ήταν εβραίος. Ο Χριστός ήταν εβραίος όπως εγώ.


Ο πολίτης βγαίνει έξω κυνηγώντας τον (Που είναι αυτός να τον σκοτώσω;), το ακόρεστο μίσος του τον έχει τυφλώσει – ο συμβολισμός είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ο Μπλουμ με την άτεγκτη ηθική του στάση αλλά και έναν τρόμο στην καρδιά, ξέρει ότι έχει γλυτώσει, και πάντα θα γλυτώνει χάρη στην αγάπη. Γιατί, η αγάπη αγαπά να αγαπά την αγάπη.

                                                                                 


                                                                                          Μαραμπού






"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098


17/5/16

"Τα σονέτα", William Shakespeare



Ξαναδιαβάζοντας τα σονέτα σου Σαίξπηρ στα ελληνικά, στην ολοκληρωμένη και πολύ καλαίσθητη έκδοση του Gutenberg σε μετάφραση Λένιας Ζαφειροπούλου, ένιωσα πρώτα από όλα νοσταλγία. Για μία άλλη, πιο αθώα αναγνωστική μου εποχή, που τα σονέτα με συγκινούσαν από τις τρεις πρώτες γραμμές και ονειροπολούσα για ώρες. Τώρα η ανάγνωση ήταν διαφορετική. Και θα εξηγηθώ.

Με την σιγουριά του ανθρώπου που διαβάζει χρόνια Σαίξπηρ στο πρωτότυπο, είχα στον νου πως και τώρα έτσι θα διαβάσω τα σονέτα, άναρχα, χωρίς σειρά. Αν και οι μελετητές συμφωνούν πως η σειρά και η αρίθμηση είναι μάλλον τυχαία, ούτε καν χρονολογική*- μια επινόηση του πρώτου εκδότη που δεν ξέρουμε καν αν είχε την άδεια του μεγάλου Βάρδου για να τα εκδώσει-, τούτη τη φορά τα διάβασα από την αρχή ως το τέλος, μονοκοπανιά σχεδόν. Και είδα το σχέδιο. Κατάλαβα τα ξεφτίδια τους, τις επαναλήψεις, τις επικλήσεις του ποιητή τόσο στον ξανθό νεαρό μαικήνα του όσο και στην μαύρη κυρία του. Ένιωσα ίσως για πρώτη φορά με τόση ένταση πως τα περισσότερα απευθύνονται σε έναν άντρα, πως αυτός ο αγνός έρωτας έχει αποδέκτη έναν νεαρό. Και πως ο έρωτας του Σαίξπηρ δεν είναι και τόσο αγνός: είναι υπολογιστής, δεν ξεχνά το παρελθόν, δεν λυπάται για το μέλλον, είναι γκρινιάρης, κι αστείος, είναι τελικά βαθιά ανατρεπτικός.

Και συνειδητοποίησα και κάτι άλλο, πως αυτό που τα διαπερνά και τους δίνει την σκοτεινιά τους είναι ο χρόνος, η ματαίωση, η νιότη που χάνεται, η ζωή που που περνά όσο αγνοούμε τα σημαντικά. Δεν συμμερίζομαι τις απόψεις που λένε πως Σαίξπηρ δεν υπήρξε ή πως αν υπήρξε δεν έγραψε όλα αυτά τα έργα ο ίδιος. Και πιστεύω πως τα σονέτα το αποδεικνύουν· έχουν ενότητα κι ας μην έχουν, δείχνουν τον ίδιο άνθρωπο με αυτόν που έγραψε τα θεατρικά, που τον απασχολούν τα ίδια θέματα. Κι επίσης μας κάνουν να κατανοήσουμε όλον αυτόν τον ποταμό των λέξεων, που γράφτηκε πάνω από 400 χρόνια πριν, κι όμως δεν σταμάτησε να μας απασχολεί ποτέ.


                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


*για να χρονολογήσουν οι μελετητές έργα και σονέτα χρησιμοποιούν κυρίως γλωσσικά εργαλεία. Η εποχή και ο Σαίξπηρ ο ίδιος συνέβαλλαν σε αυτό. Υπάρχουν λέξεις που τις επινόησε ο ίδιος, λέξεις που το 1590 δεν υπήρχαν, αλλά το 1600 υπήρχαν. Είναι συναρπαστικό.


"Τα σονέτα", William Shakespeare, εκδ. Gutenberg, μετ. Λένια Ζαφειροπούλου, 2016, σελ. 341













Υ.Γ. 42 Η έμπνευση της Λένιας Ζαφειροπούλου να μεταφράσει σε 15 σύλλαβο κι όχι σε 11 συλλαβές όπως το πρωτότυπο, μου άρεσε. Δούλεψε καλά στα περισσότερα σονέτα.


Ακούστε την σχετική εκπομπή της Κυριακής με καλεσμένη την μεταφράστρια Λένια Ζαφειροπούλου εδώ:






15/5/16

Σήμερα στις 6μ.μ. μιλάμε για Τα Σονέτα του Σαίξπηρ με την μεταφράστρια Λένια Ζαφειροπούλου




Κλήρωση! Και εκπομπή. Σήμερα στο Διαβάζοντας στον Amagi καλεσμένη μας την δεύτερη ώρα της εκπομπής θα είναι η Λένια Ζαφειροπούλου (Lenia Safiropoulou), μεταφράστρια του συνόλου των σονέτων του Σαίξπηρ. 
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Τα σονέτα", William Shakespeare, ευγενική προσφορά από τις εκδ. Gutenberg Βιβλιοπωλείο Gutenberg
Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο facebook ή αφήστε ένα σχόλιο εδώ. 


Συντονιστείτε στις 6μ.μ. στον www.amagi.gr




Η προηγούμενη εκπομπή μας με τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη είναι εδώ:




12/5/16

«Το Πέρασμα», Κωνσταντίνος Τζαμιώτης



Μια καυτή πατάτα διαχειρίζεται στο νέο του βιβλίο «Το πέρασμα» ο Κωνσταντίνος Tζαμιώτης. Πόσο καυτή, ανάλογα με το ποιον σου. Αν σε αφορά πραγματικά, έχει να κάνει με το ποιος είσαι. Ο Τζαμιώτης προφανώς δεν χρειάζεται συστάσεις ως προς αυτό, ξέρει ποιος είναι και ξέρει πως το προσφυγικό τον αφορά. 

Η πλοκή ξεκινά όταν ένα μεγάλο καράβι με πρόσφυγες ξοκείλει σε ένα μικρό νησάκι του Αιγαίου. Οι μετανάστες είναι περισσότεροι από το σύνολο των κατοίκων, οι αρχές κάνουν ό,τι μπορούν για να τους βοηθήσουν, το ίδιο και κάποιοι στο νησί. Αλλά υπάρχουν ανησυχίες, όλο αυτό έχει φτάσει τους κατοίκους στα όρια τους, για πόσον καιρό θα περιθάλπουν πρόσφυγες, πρέπει να ζήσουν και την ζωή τους. Έχει τελειώσει σε μερικούς ακόμα κι η καλή διάθεση. Ειδικά όσο ο καιρός παραμένει κακός και οι πρόσφυγες δεν μεταφέρονται στο γειτονικό Μεγανήσι.

Κρατώντας ίσες αποστάσεις ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης στήνει μια τοιχογραφία περίπου 35 χαρακτήρων. Από τους νησιώτες βλέπουμε σχεδόν όλους τους τύπους, από τα λαμόγια ως τους καλύτερους ανθρώπους, το ίδιο φυσικά και από τους πρόσφυγες. Οι συναναστροφές και οι απόψεις τους είναι έντονες, για τον καθένα ο αντίκτυπος είναι διαφορετικός. Έχει να κάνει με την φιλοσοφία ζωής αλλά και την πρακτικότητα, με αυτό που συμβαίνει, ως μεγάλο γεγονός και αδιαμφισβήτητο, και αυτό που συμβαίνει τώρα στον καθένα, απλά και καθημερινά.

Αν αναρωτιέστε, λύση για το προσφυγικό δεν δίνεται, και δεν θα έπρεπε να δίνεται, άσε που δεν υπάρχει λύση στην μετακίνηση των πληθυσμών. Δεν ξεχωρίζει ένας κεντρικός ήρωας, είναι περισσότερο σαν να βλέπουμε ένα ζουμάρισμα σε μια εικόνα παρά να παρακολουθούμε μια ιστορία. Ένα στιγμιότυπο της Ιστορίας αποτυπώνεται. Αυτό είναι το βιβλίο- ακριβής καταγραφή με προβληματισμούς, χωρίς παρωπίδες, με μυρωδιές και αίμα, και σπέρμα και φαγητό. Λείπουν κάπως τα πραγματικά πάθη, γιατί κανέναν χαρακτήρα δεν γνωρίζουμε σε βάθος. 

Το ενδιαφέρον κρατιέται αδιάλειπτο ως το τέλος, έχω δε την αίσθηση πως όσο πλησιάζουμε σε αυτό, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει κανείς τι ήθελε να πει λογοτεχνικά ο συγγραφέας. Θα έλεγα πως μου έλειψε ο βασικός ήρωας, όμως χαίρομαι που τουλάχιστον κάποιος έγραψε με θέμα το προσφυγικό χωρίς ευχολόγια και φόβους. Ή μάλλον με φόβους. Εύλογους. «Το Πέρασμα» ίσως είναι ένα πέρασμα για την λογοτεχνία μας· για να αρχίσουμε να μιλάμε και να γράφουμε, επιτέλους, με όρους πιο απτούς για αυτό που συμβαίνει γύρω. Κι αυτό που θα κρατήσω είναι το μότο του βιβλίου, πρώτο και τελευταίο, που θα έπρεπε πάντα να παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού μας:

Χθες ήμασταν εμείς, σήμερα κλήρωσε σε σας, ποιος ξέρει αύριο ποιον θα διαλέξει;




                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




«Το Πέρασμα», Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 257


















Ακούστε τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη να μας μιλά στην εκπομπή Διαβάζοντας της Κυριακής στον Amagi. Από τις συνεντεύξεις που αξίζουν τον κόπο. 








9/5/16

«Ένας ερωτευμένος άντρας», Karl Ove Knausgård




Θέλω να πάρω τον Καρλ Ούβε στην αγκαλιά μου και να τον παρηγορήσω. Θέλω να του πω να μην λυπάται και πώς όλοι πάνω κάτω ζούμε μια παρόμοια ζωή. Είμαι ο Καρλ Ούβε, θέλω να ξεφύγω από την ζωή που διάλεξα, που επιβάλλει τόσα και με βάζει να κάνω άλλα τόσα, από την συνεχή αμφισβήτηση, είμαι, δεν είμαι, την προσωπική, την καλλιτεχνική. Θα θελα να είχα γράψει το «Ο αγώνας μου» κι ακόμα περισσότερο τον «Ερωτευμένο άντρα»

Και μετά το παραλήρημα, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. «Ένας ερωτευμένος άντρας» είναι ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου της εξαλογίας του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ με πρωταγωνιστή τον εαυτό του και πλοκή τη ζωή του, δευτερεύοντες χαρακτήρες τους γύρω του, τη μάνα, τον πατέρα, τη γυναίκα, τους φίλους, τα παιδιά του. Είναι ένας τόμος σχετικά διαφορετικός από τον πρώτο αλλά στην πράξη ίδιος. Μέσα από την μεγάλη πλατειά αφήγηση της καθημερινότητας, του μη σημαντικού και του αμελητέου, αυτού που καθόλου δεν σε νοιάζει – το πόσες πάνες αλλάζει ο Καρλ Ούβε σε τούτο το βιβλίο είναι απίστευτο- προκύπτει το σημαντικό, αυτό που έχει να κάνει με την ζωή σου. Με μια γραφή σχεδόν συνειρμική, αφήνει ο συγγραφέας τον εαυτό του ελεύθερο πια από πλοκή και γεγονότα, να διηγηθεί αυτό που του συμβαίνει χωρίς φτιασίδια, να απογυμνωθεί από τα περιττά και να μείνει η λογοτεχνία γυμνή και σε κάποιες φορές κακότεχνη, γιατί έτσι είναι, να σε κοιτάει κατάματα. 

Σε αυτόν τον τόμο βρίσκουμε έναν Καρλ Ούβε στο τέλος των τριάντα του, σε δημιουργικό αδιέξοδο, που αποφασίζει να αφήσει την εύκολη ζωή του στην Νορβηγία με την γυναίκα του, να χωρίσει και να μεταναστεύσει στην Σουηδία ψάχνοντας τον εαυτό του. Εκεί θα δεθεί με έναν άλλο Νορβηγό συγγραφέα, τον Γκάιρ και θα βρει τον έρωτα της ζωής του, την Λίντα. Με την Λίντα θα κάνουν την επόμενη πενταετία τρία παιδιά. Κι έτσι θα μας πει με ενάργεια αυτό που συμβαίνει στον μέσο άνθρωπο. Χωρίς κανείς να του το έχει επιβάλλει βρίσκεται σε μια αφόρητη καθημερινότητα που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Ούτε τα παιδιά, ούτε την αλλαγή των προτεραιοτήτων και του εαυτού του, ούτε την αλλαγή στην σχέση. Σε μια σχέση που ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. 

Λέει σκληρές αλήθειες ο Καρλ Ούβε αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι η ίδια η ζωή. Και η ματαίωση. Και η τέχνη. Και το ξεγύμνωμα. Και οι σκέψεις που βασανίζουν όλους μας, μέρα και νύχτα, ανάκατα τα σημαντικά με τα ασήμαντα, αχταρμάς συνείδησης. 

Μπορεί κανείς πολλά να πει για την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, αλλά πάντως αυτή δεν σχηματίζεται με την λογική. Οι σκέψεις την καταλαβαίνουν αλλά δεν έχουν τη δύναμη να την κατευθύνουν. Για την εικόνα του εαυτού δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο πραγματικό και το υποθετικό. Μέσα της εμπεριέχει όλα τις ηλικίες, όλα τα συναισθήματα, όλες τις ορμές. Όταν γυρνούσα εδώ κι εκεί στην πόλη με το καρότσι και περνούσα τις μέρες μου νταντεύοντας το παιδί μου, αυτό δεν έδινε κάτι στην ζωή μου, δεν την έκανε πιο πλούσια, αντίθετα, αυτό έπαιρνε κάτι από αυτήν, ένα μέρος του εαυτού μου, αυτό που είχε να κάνει με τον ανδρισμό μου.

Δεν ξέρω αν ταυτίζομαι τόσο πολύ με τον Κνάουσγκορντ γιατί η ζωή μας έχει τόσες ομοιότητες, φαντάζομαι έχει να κάνει και με αυτό. Όμως πιστεύω πως στην τελική είναι η ελευθερία της σκέψης του, που με συναρπάζει· που αφήνεται να πει αυτό που πραγματικά νιώθει, που δεν κρύβεται πίσω από καμία σύμβαση. Με σιγουριά ξέρω πάντως, πως την εξαλογία θα την τελειώσω. 



                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ





«Ένας ερωτευμένος άντρας», Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Καστανιώτης, 2015, σελ. 733













Υ.Γ. 42 Λίγα λόγια για τον 1ο τόμο εδώ

8/5/16

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη σήμερα στις 6μ.μ. στον www.amagi.gr





Κλήρωση! Και εκπομπή ξανά. Έπειτα από δυο εβδομάδες μακριά σας, η εκπομπή Διαβάζοντας@amagi επιστρέφει με καλεσμένο τον Konstantinos Tzamiotis. Θα μιλήσουμε για το νέο του βιβλίο "Το πέρασμα", το προσφυγικό και φυσικά για λογοτεχνία.
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Το πέρασμα", ευγενική προσφορά από τιςΕκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ sto fb ή αφήστε απλά ένα σχόλιο εδώ, ως το τέλος της εκπομπής σήμερα στις 7:50μ.μ.
Συντονιστείτε στις 6μ.μ. πάντα ζωντανα στον www.amagi.gr

Η προηγούμενη εκπομπή μας με τον εκδότη Κώστα Γκοβόστη είναι εδώ:

4/5/16

Ωδή στο πάθος της ανάγνωσης



Λατρεύω τα βιβλία, την μυρωδιά, την υφή, τις ιστορίες τους. Λατρεύω τις ιστορίες των άλλων, όπως κάνουν ηχώ μέσα στο μυαλό μου. Και τις ιστορίες τις δικές μου που μπλέκονται με τον άλλων και δεν υπάρχει πια γιατρειά, γίνονται όλες δικές μου. 

Ζω μέσα από τα βιβλία. Δεν γίνεται να το κρύψω, ζω μέσα από αυτά, κάποιες φορές όταν τα ζόρια μεγαλώνουν ζω μόνον για αυτά. Δεν αποκόπτομαι. Όταν κάνω διάλειμμα διαβάζω, κι όταν δουλεύω πάλι διαβάζω, κι όταν χαζεύω πάλι διαβάζω. Το κεφάλι μου στο τέλος της μέρας είναι ένα καζάνι που βράζει. Από ιδέες και φανταστικά κατάστιχα, από παλλόμενα μέλη και μυαλά. Ζω για να διαβάζω όλες τις σκέψεις των ανθρώπων, να τις οδηγώ μέσα μου. Να τις επεξεργάζομαι. Αν μπορώ. Κάποιες δεν μπορώ. Κάποιες δεν μπορώ τώρα, άλλες ποτέ.

Η ιστορία του σύμπαντος είναι η λογοτεχνία. Η περιέργεια μου κάποιες φορές κερδίζει την φιλομάθεια, μου αρέσουν οι ακρούλες της ιστορίας και της επιστήμης. Οι γωνιές των πάντων. Οι γωνίες παντού, για να χώνεσαι και να μην σε βλέπουν εύκολα. Μου αρέσουν οι γωνιές στα σπίτια. Και να χάνομαι από όλους τους άλλους. 

Δεν είμαι ποτέ μόνη. Δεν ήμουν ποτέ μόνη. Η μοναξιά είναι άγνωστη λέξη για μένα. Και το σταμάτημα. Ακόμα κι όταν μπλοκάρω αναγνωστικά σκέφτομαι τα βιβλία. Ακόμα κι όταν τα βιβλία μπλοκάρουν την ζωή μου, σκέφτομαι τα βιβλία. Εμμονή και έξη. 

Λέτε είναι καλό; Τίποτα δεν είναι καλό σε αυτήν την υπερβολή, μην γελιέστε. Κάποια καθήλωση ενεργοποιείται, μια ανάγκη βαθιά που δεν μπορεί με κανέναν άλλο τρόπο να ικανοποιηθεί. Τα κάνω όλα πολύ, πάντα πολύ. Τα βιβλία μου δίνουν το ελεύθερο. Τα βιβλία με κάνουν παθιασμένη για όλα τα άλλα. Τα βιβλία μου το έμαθαν.

Όχι, τα βιβλία δεν θα αλλάξουν τον κόσμο. Μόνον οι άνθρωποι μπορούν. Μόνον οι διαβασμένοι άνθρωποι μπορούν για την ακρίβεια. Μόνον εκείνοι ξέρουν. Κι αν πιστεύετε πως οι πορωμένοι αναγνώστες είναι όλοι καλοί άνθρωποι κάνετε λάθος. Όπως όλοι οι φανατικοί, έχουν τους χειρότερους και τους καλύτερους ανάμεσά τους.


                                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ

3/5/16

«Μαύρο εκλεκτό», Γιάννης Ευσταθιάδης,




Ο Γιάννης Ευσταθιάδης έχει δαμάσει την μικρή φόρμα. "14 διηγήματα με άξονες τον έρωτα, τη μοναξιά, τον χρόνο και τον θάνατο" λέει στο οπισθόφυλλο, αλλά τα διηγήματά του είναι κάτι διαφορετικό από αυτό. Ο κεντρικός άξονας είναι ο άνθρωπος. 

Ναι, έχουν ερωτικά, και σεξουαλικά, και δολοφονικά κίνητρα οι ήρωες του Ευθαστιάδη, πάνω από όλα όμως είναι έτσι φτιαγμένοι για να μας μιλήσουν για την ζωή. Κάποια από τα διηγήματα έχουν την κλασική δομή που μου αρέσει, την ξαφνική ανατροπή στην ιστορία που δίνει άλλο φως στα πράγματα με την τελευταία φράση. Άλλα μοιάζουν πιο στοχαστικά. Νομίζω πως σε τούτη την συλλογή πέτυχαν τα πρώτα. Κορυφαίο το «H Οδοντόβουρτσα», από κοντά τα «Ο βελονισμός» και το «Rewind» και «Το μαύρο φόρεμα». 

Είναι πυκνή η γραφή του Γιάννη Ευσταθιάδη, βγάζει πίκρα και γλύκα· ξέρεις πως τα γράφει κάποιος με προσωπική πείρα στη ζωή και στη ματαίωση. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε ποτέ να πει μια γυναίκα που ο άντρας της της εκμυστηρεύεται πως χρόνια έχει ερωτική σχέση με την αδελφή της, πως δεν την θέλησε ποτέ, παρά:

«Ντίνο, δύστυχε Ντίνο, ισόβιες ερωτιδέα και αδέξιε κομπορρήμονα, για πες μου… Αφού ήσουν τόσο ευτυχισμένος –όπως περιγράφεις- μ’ αυτή την σχέση, γιατί προχθές το πρωί αυτοκτόνησες;»


                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Μαύρο εκλεκτό», Γιάννης Ευσταθιάδης, εκδ. Μελάνι, 2015, σελ. 108

1/5/16

Making love happen



Κάποιες στιγμές αρκούν δυο λεξούλες που λέγονται ή δεν λέγονται για να νιώσεις πως σε σέβονται και σε αγαπούν. Απλές λεπτομέρειες της καθημερινότητας που λειτουργούν λυτρωτικά στις σχέσεις. Το να μην κάνεις αυτό που ξέρεις πως ενοχλεί τον άλλον και για σένα είναι απλά μια συνήθεια. Το να αγαπάς αυτό που είναι, όπως είναι, γιατί είναι, παρ’ όλο που είναι. Έτσι νοιάζεσαι. 

Μου έδωσε ένα μάθημα η μάνα μου σήμερα. Πήρε τηλέφωνο και είπε «Χρόνια πολλά Κατερινούλα μου, να χαίρεσαι τα παιδάκια σου. Να τα μεγαλώνεις όπως εσύ θέλεις και να είσαι ευτυχισμένη. Χρόνια πολλά». Με συγκίνησε. Ξέρει πόσο αμήχανα νιώθω στο "Χριστός Ανέστη", κάποτε θα μου το χτυπούσε με μανία κάθε δεύτερη λέξη, θα με έπρηζε μέχρι να ακούσει το γαμημένο το «Αληθώς». Θα κλείναμε δυστυχισμένες. Σήμερα κλείσαμε ευτυχισμένες. Είπαμε χρόνια πολλά η μια στην άλλη, το πόσο καλά περνάμε, το πόσο αγαπιόμαστε.

Πήρε πολλά χρόνια για να φτάσουμε ως εδώ, πολλά στραπάτσα και ζόρια. Η σχέση μας πάντα ήθελε κόπο. Είχαμε ανάγκη και οι δυο να επιβληθούμε. Η μία στην άλλη. Να αποδείξουμε πως η μία ή η άλλη είναι αρχηγός. Πως ο τρόπος της καθεμιάς ήταν ο σωστός για να ζήσεις την ζωή σου. Μας πήρε καιρό αλλά το καταλάβαμε, δεν υπάρχει σωστός τρόπος. Μόνον τρόπος να ζεις καλύτερα· εσύ προσωπικά. 

Μεγαλώνοντας θέλω όλο και πιο πολύ την μάνα μου στην ζωή μου. Τώρα που επιτέλους δεν την έχω δώδεκα ώρες την ημέρα μαζί. Μέλωσαν οι διαφορές μας, αμβλύνθηκαν, μάθαμε να ζούμε με αυτές, να τις αποδεχόμαστε και να τις σεβόμαστε. Δεν θα πίεζα ποτέ την μάνα μου να μην πάει στην Ανάσταση ή στο Πρωτοχρονιάτικο ρεβεγιόν. Δεν θα πήγαινα ποτέ πια εγώ- ούτε μαζί της, ούτε για κείνη. Μάθαμε να σωπαίνουμε κι αυτό δεν είναι ασήμαντο. Μάθαμε και να μιλάμε. Για τα ουσιαστικά. Και φάνηκε τώρα που επιτελούς κάναμε κουβέντα πως δεν διαφέρουμε τόσο εγώ κι εκείνη.

Κι από την άλλη έκανε και κάτι άλλο που με συγκίνησε ακόμα πιο πολύ. Πριν κανέναν μήνα σήκωσε ανάστημα, είπε «Αν ξαναπειράξεις το παιδί μου, θα έχεις να κάνεις μαζί μου», σε κάποιον που με πείραξε. Πρώτη φορά. Πρώτη φορά όταν το παιδί σου είναι 37 και ήδη μάνα δυο παιδιών; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει που το είπε. Που το έκανε. Που άφησε την αγάπη ελεύθερη να αποδείξει τον εαυτό της. Κι αυτό είναι που μετράει.




Υ.Γ.42 Η μάνα μου δεν έχει ίντερνετ.