22/6/22

"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος





Η Αγιογραφία είναι από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα πεζογραφικά του κείμενα διαφέρουν μεταξύ τους, μα αυτό είναι το μόνο που απαιτεί από τον αναγνώστη λίγη προσπάθεια για να γοητευτεί. Γιατί σε αυτό το μυθιστόρημα, το πιο σπουδαίο εύρημα είναι η γλώσσα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Αντώνιος Ευσταθίου ή Ευστάθιος Αντωνίου, ένας άντρας που βρίσκεται σχεδόν στο νεκροκρέβατό του, στέλνει μια μακροσκελή επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο ιστορώντας πώς παρεβρέθηκε στις τελευταίες στιγμές της ζωής του μοναχού Ιωάννη Ορφανού που η εκκλησία θέλει να αγιοποιήσει. Με μια γλώσσα που μοιάζει με αυτή που θα χρησιμοποιούσε ένας ενωμοτάρχης τη δεκαετίας του ’80, γεμάτη καθαρευουσιανισμούς, σολοικισμούς, φορτωμένη την ορθογραφία άλλων εποχών, ο αφηγητής πιάνει το νήμα της ιστορίας από τότε που αναγκάστηκε να παρασταθεί στον Ορφανό τη νύχτα που πέθανε. Κι ο «άγιος» τού εξομολογήθηκε όλη τη ζωή του, πώς βρέθηκε παιδάκι ορφανό στο Θερμό, πώς κατέληξε με ένα μοναστήρι κι έναν άγιο στα χέρια του.

Το βασικό που απασχολεί τον Παναγιωτόπουλο σε αυτό το βιβλίο είναι το θέμα της πίστης, της πίστης στη θρησκεία, στο κόμμα, στο μεταφυσικό, στο θαύμα. Οι κάτοικοι του Θερμού παίρνουν ένα ορφανό παιδάκι που το ξυλοφορτώνει ο θετός πατέρας του, και για το οποίο δεκάρα δεν έδωσαν ακόμα κι αν από το ξυλοφόρτωμα ο πατέρας σκότωσε τη μάνα του, και στηριγμένοι σε μια δυο συγκυρίες, το ανακηρύσσουν άγιο. Δεν χρειάζεται καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Αυτή η ομαδική παράκρουση σύντομα διαφαίνεται πως θα έχει οφέλη για όλους, για το παιδί που γλίτωσε το ξυλοφόρτωμα και τώρα το κανακεύουν όλη μέρα, για το χωριό οικονομικά. Κι έτσι στήνεται μια ιστορία που όμοιά της υπάρχει σε πάρα πολλά μέρη. Σε μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική επαρχία -όλα αυτά συμβαίνουν χοντρικά ανάμεσα στο 1900 και το 1940- σε ένα τοπίο κάποτε παπαδιαμαντικό, που όμως εμένα πιότερο μου θυμίζει Καρκαβίτσα στον Ζητιάνο, ο μικρός Γιάννης Ορφανός, μετατρέπεται σε Άγιο.

Κι όταν πια μπαφιάζει από την αγιότητα του, και τη μοναξιά του, και την υποκρισία, και το ψέμα και ζητά να φύγει, τότε το άγριο πλήθος που δεν συγχωρεί κανέναν, τον λιντσάρει. Γιατί φυσικά η παράκρουσή τους δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της λατρείας τους. Ήθελαν να πιστέψουν, κι έπειτα βόλευε που πίστεψαν, κι έπειτα οικονομικά βόλευε και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους που πίστεψαν. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση, βολεύεται κατά το δοκούν, αιωρείται.

Αλλά γιατί να πιστέψουμε έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που πεθαίνει και μας διηγείται από δεύτερο χέρι την ιστορία που άκουσε από έναν άλλον αφηγητή που πέθαινε; Αυτό το υπέροχο κόλπο δίνει στο βιβλίο πολλαπλά επίπεδα, είδωλα της πραγματικότητας. Αναγκάζει και τον αναγνώστη να διαλέξει «στρατόπεδο» διαισθητικά, σχεδόν μεταφυσικά. Ο αφηγητής αφήνει πολλά χάσματα, δικαιολογείται συνεχώς στον Αρχιεπίσκοπο για αυτά, πράγμα εξόχως ύποπτο, μας λέει μόνο στο τέλος και επί τροχάδην τη δική του ιστορία, έχει πράγματα να κρύψει, και φυσικά δεν έχει καν όνομα. Ή μάλλον έχει αυτό το διπλό όνομα. Σαν τα δυο πρόσωπα του Ιανού.

Το σίγουρο είναι πως στο (φανταστικό) μοναστήρι του Άι Γιάννη του Ορφανού συρρέει ακόμα και σήμερα πλήθος κόσμου. Φτάνει στο φροντισμένο πάρκινγκ με τα αυτοκίνητά του, αγοράζει τάματα, μέλια, κεριά και χυλοπίτες από τους πάγκους, ανεβαίνει και προσκυνά στην πηγή που αναβλύζει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, κι έπειτα αγοράζει εικονίτσες επαργυρωμένες και τον βίο του Αγίου στο μαγαζάκι του μοναστηριού.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 (Πόλις, 2003), σ. 328

15/6/22

"Μητροφάγος", Roque Larraquy




Οριακά διεστραμμένο το μυθιστόρημα του Ρόκε Λαρράκι, Μητροφάγος∙ πάντως διαβολεμένα ευφυές με χιούμορ και διάθεση να σχολιάσει τους καιρούς μας, την τέχνη, την επιστήμη, τη μεταφυσική, να φτάσει στα όρια τις αντοχές του αναγνώστη στη φρίκη, να τον εξοικειώσει μαζί της, όπως και με την πραγματικότητα.

Σε ένα σανατόριο το 1907 στήνεται ένα πείραμα για να διαπιστωθεί αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Δεκάδες καρκινοπαθείς τελικού σταδίου ξεγελιούνται με το πρόσχημα ενός θαυματουργού ορού που θα τους θεραπεύσει. Κι όταν οι ελπίδες τους καταρρέουν, παρεμβαίνουν οι γιατροί, και τους ζητούν να δωρίσουν το σώμα τους, ή μάλλον το κεφάλι τους, στην επιστήμη. Εκατό και βάλε χρόνια μετά, ένας καλλιτέχνης κάνει το δικό του σώμα έργο τέχνης, αυτοακρωτηριάζεται, χρησιμοποιεί ένα σαρκοφάγο έντομο, διαλύεται.

Γκροτέσκο, στα όρια της φάρσας, με μια δύναμη εντελώς αλλόκοτη, το Μητροφάγος, μιλάει με την τόλμη που μόνο στην τέχνη συγχωρείται, για την φαυλότητα της ανθρώπινης φαντασίας, την κινητήριο δύναμη όλου του πολιτισμού αλλά και όλης της φρικαλεότητας. Τέρατα παρελαύνουν στις σελίδες του, τέρατα που προέκυψαν βαθιά από τη μήτρα της ίδιας της ανθρωπότητας, σαν το μωρό με τα δυο κεφάλια, ή τα δυο μωρά με το ένα σώμα, που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης.  Τα βάζουμε στη γυάλα και στη φορμόλη, τα κοιτάμε εξονυχιστικά σε ένα περίεργο freak show, αλλά τελικά εκεί, στις εσχατιές της φαντασίας, εδρεύουν οι χίμαιρες και τα οράματα, λίγο να μετακινηθείς, λίγο να παρασυρθείς και το όνειρο γίνεται φρικτός εφιάλτης. Αλλά τελικά, μήπως αυτά, δεν είναι τα πραγματικά τέρατα;

Φυσικά από ένα τέτοιο βιβλίο δεν θα μπορούσε να λείπει ο έρωτας, τσακίζονται οι γιατροί για τα μάτια της προϊσταμένης νοσοκόμας, Μενέντες. Όταν τελικά ο πρωταγωνιστής μας την κατακτά, την βάζει σε μια γυάλα κι αυτή μαραίνεται. Δεν έχει καμία σημασία πια. Μόνο η φωτιά θα μας σώσει.

Δεν είναι για όλους τους αναγνώστες, κάποιοι θα σιχαθούν και θα ανατριχιάσουν, κάποιοι δεν θα μπορούν να κοιμηθούν τα βράδια βλέποντας αυτοσχέδιες γκιλοτίνες κι ομιλούσες κεφαλές σε κύκλο. Ούτε κι εμένα με γοήτευσε εντελώς, σε κάποια σημεία ήθελα να το πετάξω από δίπλα μου να μην το βλέπω. Όμως ξέρω πως καλή λογοτεχνία γράφουμε και διαβάζουμε μέσα στα σκοτάδια μας, σκάβοντας εκεί που εδράζονται οι πιο μύχιοι φόβοι μας, κι οι πιο ντροπιαστικές ελπίδες μας. Ε, ο Λαρράκι μάλλον προχώρησε ένα βήμα παραπάνω αυτή την ανασκαφή.



                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ 


Υ.Γ.42  Σιγά μη σας πω τι είναι Μητροφάγος. Μουχαχαχ



"Μητροφάγος, Ρόκε Λαρράκι, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 177

2/6/22

"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας






Με ένα δύσκολο θέμα καταπιάστηκε στο πρώτο του μυθιστόρημα ο Στέλιος Μάινας, την ευθανασία, το ποιος έχει ή όχι δικαίωμα να βάλει τέλος στη ζωή κάποιου που επιθυμεί να μη ζει πια ή που λόγω ασθένειας δεν έχει πια καμία ποιότητα ζωής. 

Πρωταγωνίστρια μια γιατρός αναισθησιολόγος, γύρω στα σαράντα πέντε. Όμορφη γυναίκα, αφοσιωμένη στην επιστήμη της, ανύπαντρη και χωρίς παιδιά, που δεν διστάζει να ανακουφίσει ασθενείς που το έχουν ανάγκη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη ευαισθησία στον πόνο, στιγματισμένο από τον θάνατο. Αλλά μήπως δεν είμαστε όλοι; Έναν άνθρωπο που με μια αμπούλα καλίου αυτοχρήζεται "ευεργέτης" ή φονιάς. 


Δίπλα μου είχα το κορίτσι που σχεδόν μεγάλωσα, να νιώθω το χνότο της πάνω μου, να νιώθω πως την αγαπώ, πως είναι κομμάτι μου, κι ας μην έχω γεννήσει, και λίγο πιο μακριά, σ' ένα κρεβάτι εντατικής, δεμένος με τις αλυσίδες του Προμηθέα, ο αγαπημένος μου φίλος, ένα κομμάτι από τον εαυτό μου, μας παρακαλούσε: Ελευθερώστε με! 

Κι έτσι καταλήγει στη φυλακή. Από εκεί, τη φυλακή δηλαδή, μας αφηγείται την ιστορία της, μας μιλά για τους ανθρώπους που αγάπησε, την αδελφή, την ανιψιά της, τον πρόσφατό της έρωτα, τον Άγγελο. Και μας εξηγεί τους λόγους.

Το μυθιστόρημα δεν γίνεται σε κανένα σημείο μελό, ούτε βαραίνει ανελέητα. Ασχολείται με την ευθανασία τόσο, όσο. Δεν πρόκειται για δοκίμιο ή πραγματεία, ο Μάινας περισσότερο θέτει ερωτήματα παρά έχει τις απαντήσεις. Η γραφή είναι ανάλαφρη, σε σημεία υπερβολικά προφορική, σαν να σου αφηγείται την ιστορία ένας παραμυθάς παρά ένας αφηγητής. Αυτό είναι το μεγάλο προσόν του, μιας και οι σελίδες φεύγουν χωρίς να το καταλάβεις, αλλά ταυτόχρονα και η βασική του αδυναμία, γιατί δεν αφήνει χώρο για δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Και το θέμα είναι τέτοιο που θα μπορούσαν να υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα.

Δεν έχω διαβάσει το πρώτο βιβλίο του Στέλιου Μάινα, «Τα φαινόμενα απατούν», μια συλλογή διηγημάτων του 2010 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, πάντως αυτό το μυθιστόρημα ήταν μια μικρή έκπληξη. Συνηθίζουμε να κρίνουμε τα βιβλία συγγραφέων που προέρχονται από άλλους καλλιτεχνικούς χώρους με καλυμμένη συγκατάβαση. Αυτό είναι ένα βιβλίο που αποδεικνύει πως κάνουμε λάθος.


                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Να θυμηθώ να παραγγείλω", Στέλιος Μάινας, εκδ. Μεταίχμιο, 2022. σ. 305

26/5/22

"Ρωγμή στον τοίχο", Μαρία Δριμή

 




Στο γραφείο ενός εκδότη εισβάλλει ένας επιτυχημένος ηθοποιός. Απαιτεί να μάθει γιατί το χειρόγραφό του απορρίφθηκε. Ο εκδότης τον συμπαθεί, και τελικά συναινεί να το διαβάσει ο ίδιος και να του δώσει τεκμηριωμένη απάντηση. Έτσι δίνεται η κλωτσιά για να αρχινίσει ο μύθος, γιατί στην πραγματικότητα κύρια ιστορία του βιβλίου, είναι η εγκιβωτισμένη, το autofiction που έχει γράψει πρωτοπρόσωπα ο ηθοποιός για τη ζωή του. Σε αυτήν ένας νεαρός φοιτητής ιατρικής διαπιστώνει πως στη μεσοτοιχία με το διπλανό διαμέρισμα υπάρχει ένα ράγισμα. Από εκεί θα γνωρίσει τους γείτονές του, θα συνειδητοποιήσει το μυστικό που στοιχειώνει αλλά και ομορφαίνει τις ζωές τους, και θα αλλάξει κι αυτός ζωή. Αλλά και ο εκδότης θα αλλάξει, όσο διαβάζει το κείμενο του ηθοποιού.

Η νουβέλα είναι γραμμένη με απλά δομικά στοιχεία, ξεκάθαρη, ίσως σε κάποια σημεία υπερβολικά διδακτική, στα περισσότερα όμως η απλότητα χαρίζει στο κείμενο. Δεν χάνεται το βασικό θέμα, που είναι τι ορίζει τη ρότα που πήρε η ζωή μας, πόσο η αλληλεπίδραση με τον άλλον μπορεί να ξεκαθαρίσει το ποιοι είμαστε. Ο νεαρός φοιτητής είναι ένας χαρακτήρας ολοκληρωμένος, ταυτιζόμαστε και τον ακολουθούμε. Οι υπόλοιποι ήρωες τον πλαισιώνουν, δεν είναι κατ’ ανάγκη πλήρεις, όμως έχει ο καθένας τη λειτουργική του θέση. Και το ωραίο εύρημα για τη ζωή των γειτόνων – που δεν θα αποκαλύψω— χαρίζει βάθος στο κείμενο. Και ανθρωπιά.

Η «Ρωγμή στον τοίχο» είναι το πρώτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Δριμή, που όμως έχει ασκηθεί αρκούντως στη γραφή με τα θεατρικά της. Γι’ αυτό έχουμε εδώ πολύ λίγες από τις παιδικές ασθένειες ενός πρωτόλειου, κοινώς η συγγραφέας δεν μπλέκει όλα τα θέματα μαζί, είναι ξεκάθαρο ποια ιδέα πραγματεύεται και οι αφηγητές της δεν κρίνουν τους ήρωες της, αφήνουν τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του. Η ιδέα θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει μυθιστόρημα, ήδη ο εγκιβωτισμός της κεντρικής ιστορίας μέσα σε μια άλλη ιστορία, μας προϊδεάζει πως εδώ διακυβεύονται πολλά που μένουν ανείπωτα. Το ίδιο και οι εναλλαγές των αφηγητών. Η γλώσσα της Δριμή δεν είναι περίτεχνη, εξυπηρετεί το σκοπό της, να μας πει τον μύθο. Είναι όμως ξακάθαρη και λαμπερή, δεν έχει σκοτεινιές στον βωμό του ύφους. Τη συγγραφέα τη νοιάζουν οι εικόνες, οι απλές γραμμές που συνθέτουν σταδιακά κάτι πολυπλοκότερο.

Τη μικρή νουβέλα τη διάβασα μέσα σε μια μέρα, επίτευγμα αν σκεφτεί κανείς την πολυπλοκότητα της δικής μου ζωής, την απόλαυσα, μπήκα στην ιστορία και είδα τη ζωή με την αθωότητα του νεαρού ήρωα. Έζησα ξανά αυτόν τον πρώτο έρωτα που νομίζεις πως είναι ο μοναδικός. Τη χαρά του ανθρώπου που βρήκε σχετικά νωρίς πού ανήκει. Και τελικά κατέληξα να τη θυμάμαι αρκετό καιρό μετά την πρώτη ανάγνωση, με λεπτομέρεια. Κι αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα.

                                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Ρωγμή στον τοίχο", Μαρία Δριμή, εκδ. Ιωλκός, 2022, σ. 106



19/5/22

"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου

 


Δεν ξέρω αν οι αμαρτίες των γονιών μας θα μας παιδεύουν μια ολόκληρη ζωή. Αν μπορούμε να φάμε τις τύψεις, το θυμό, τα πάθη μας, να γίνουμε τόσο μεγαλόσωμοι που να μην έχει πια καμία σημασία ο πόνος. Δεν ξέρω πώς μπορείς να συγχωρήσεις και πότε. Ξέρω μονάχα πως η Μαρία Φακίνου, με τη αυτή τη μικρή νουβέλα, προσπαθεί να το διερευνήσει. Χωρίς να χαρίζεται στον αναγνώστη ή να του χαϊδεύει τα αυτιά, χωρίς να του λέει «δεν πειράζει», «κι αυτό θα περάσει». Κάποια τραύματα δεν κλείνουν ποτέ.

Μάνα 
λέξη που μόνο το παιδί σου σε λέει, ιδιότητα που μόνο αν έχεις παιδί αποκτάς, μάνα κανενός ίσον λήμμα που λείπει από το προσωπικό σου λεξικό, πάει και τελείωσε, η μάνα σου ο πατέρας σου ο εφοριακός ποτέ δεν μπορούνε να σε πούνε
Μάνα

Η "Κλίμακα Μπόγκαρτ" αγγίζει πολλά θέματα, τη μητρότητα, την υποταγή στην αντρική φιγούρα, το "έτσι μας μάθανε", την πατριαρχία που μπαίνει σε κάθε μικρή πτυχή της καθημερινότητας, ανεπαισθήτως, και μας μπουκώνει. Την αλήθεια του καθενός. Όλα τα βλέπουμε από την πλευρά ενός άντρα. Ή περίπου. 

εκεί μέσα, στην Παλόμα, κάθετί δυσάρεστο που μπορεί να είχε συμβεί στο σπίτι, κάθε κακό όνειρο που μπορεί να σ' είχε ξυπνήσει στις τέσσερις παρά τέταρτο μαζί με το σκουπιδιάρικο
Απορριματοφόρο
δεν εξαφανιζόταν, αλλά υποχωρούσε, φωνή που ξεμακραίνει, βάρκα που την παίρνει το κύμα, πρώτος πάντα ο ιδιοκτήτητης του καταστήματος στη γωνία με τα παπούτσια, τσακωνόσασταν για τη μπάλα, η ταμίας της τράπεζας, μικρή κύφωση από το μέτρα μέτρα, γράφε διπλότυπα, κίτρινο χαρτάκι ο πελάτης, άσπρο η τράπεζα, ένας
Μυστήριος τύπος
με ένα μαγαζάκι που πουλούσε πράγματα μόνο για αριστερόχειρες, έπειτα ό,τι έφερνε η μέρα, οχτώ το βράδυ κλείδωνες και με τα πόδια Ψαρών 21

Πάντα μυστήριος αυτός που ξεχωρίζει έστω και λίγο. Αλλά αυτός που θα έπρεπε να ξεχωρίζει πολύ, ο βασανιστής, ο θύτης, ποτέ δεν ξεχωρίζει, αυτός ενσωματώνεται, γίνεται ένα με τους υπολοίπους. Όλοι άλλωστε βασανιζόμαστε. Κεντρικοί ήρωες μια οικογένεια, η μητέρα, η κόρη, ο πατέρας. Αυτός ο πατέρας που θαρρεί πως μπορείς να ξεχάσεις. Που νομίζει πως αρκεί να είσαι «καλός οικογενειάρχης και κουβαλητής» μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μια μητέρα που αγνοεί τον πόνο, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο λόγο. Και μια κόρη που στο τέλος τούς έφαγε όλους.

Το κείμενο είναι μαυλιστικό, σε παρασέρνει στον ρυθμό του από την αρχή, μακροσκελείς περιγραφές, μακροπερίοδος λόγος, σχεδόν παντελής απουσία κάθε τελείας, προσδίδουν ύφος και την αίσθηση του χάους. Για ώρα δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν ιστορεί κάτι άξιο λόγου, χάνεσαι σε μαιάνδρους. Ο αφηγητής χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο, πραγματικά δύσκολο στη σχετικά μεγάλη φόρμα∙ εδώ φαίνεται σαν να είναι η αυτονόητη επιλογή. Δεν υπάρχει σασπένς βεβαίως. Ξέρεις με σιγουριά πως το τραύμα είναι εδώ. Το πολιτικό μπλέκεται με το προσωπικό. Η μνήμη, η ανάμνηση, γίνεται προσωπική και χάνει κάθε αντικειμενικότητα. Όλα βαίνουν προς τον θάνατο. Και η ιστορία με την Ιστορία κάνουν μαζί πάρτυ με τις ζωές μας. Ζωές στον αυτόματο.


                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ.107 


10/5/22

"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Paul B. Preciado






Δεν βρίσκω τα λόγια να μιλήσω για αυτό το βιβλίο. Κι αν κάνω λάθος; Κι αν δεν χρησιμοποιήσω τον σωστό όρο; Κι αν δεν μεταφέρω σωστά αυτό που είναι η αλήθεια του συγγραφέα. Εδώ μιλάμε για μια αλήθεια εντελώς υπαρκτή, η πρόσληψή της έχει ανοίξει μια τεράστια κουβέντα για το τι είναι φύλο, αξίζει τον κόπο να την καταλάβεις.

Μα ειλικρινά αξίζει να μιλήσεις για αυτό το βιβλίο, όσο κόπο κι αν σου κάνει, ακόμα κι αν δεχτείς αργότερα μια επίθεση του τύπου «δεν κατάλαβες τίποτα». «Προσπάθησα», αυτή είναι η μόνη απάντηση. Και προς ώρας, πρέπει να είναι αρκετή. Αργότερα δεν θα είναι.

Το «Είμαι το τέρας που σας μιλά» του Πωλ Μπ. Πρεθιάδο είναι η ομιλία ενός διεμφυλικού άντρα σε μη δυαδικό σώμα, ενώπιον της Σχολής του φροϋδικού αιτίου της Γαλλίας στις 17 Νοεμβρίου 2019. Την ομιλία αυτή δεν κατάφερε ο Πρεθιάδο να την εκφωνήσει ολόκληρη, προκάλεσε μεγάλο σάλο στους παρευρισκόμενους, ο ομιλητής τη συντόμευσε κατά τα ¾, μια γυναίκα ψυχαναλύτρια του φώναξε «Μην τον αφήνετε να μιλάει, είναι ο Χίτλερ». Λίγες μέρες μετά από αυτή την ομιλία, οι ψυχαναλυτικές ενώσεις διασπάστηκαν.

Ο συγγραφέας που αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα ως το 2014, που ανακοίνωσε πως ξεκινά τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ, είναι ένας άνθρωπος που έχει πολλά να πει για το σώμα, για τη δυαδικότητα. Για το πώς η ψυχανάλυση ψυχιατρικοποίησε την αίσθηση που έχεις ένας διεμφυλικός για τον εαυτό του, κι ακόμα και τώρα, βασίζει τόσο πολύ τις θεωρίες του Φρόυντ για τα δύο φύλα, που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει την αλλαγή. Το σώμα είναι η πατρίδα μας, και ταυτότητα τού δίνουμε εμείς. Δεν μπορείς να το κανονικοποιήσεις, να το κόψεις και να το ράψεις με ορμόνες ή εγχειρήσεις, για να το ορίσεις.

«Η μετάβαση φύλου είναι η εγκαθίδρυση μιας κάθετης επικοινωνίας με την ορμόνη που σβήνει ή καλύτερα επισκιάζει αυτό που εσείς αποκαλείτε θηλυκό φαινότυπο, αφυπνίζοντας μια νέα γενεαλογία. Αυτή αφύπνιση είναι μια επανάσταση. Πρόκειται για μια μοριακή εξέγερση. Είναι μια επίθεση ενάντια στην εξουσία του ετεροπατριαρχικού εγώ, της ταυτότητας και του ονόματος. Μια διεργασία αποαποικιοποίησης του σώματος.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, της αλλαγής, ο συγγραφέας ένιωσε στον πυρήνα του όλες τις κοινωνικές συμβάσεις για το φύλο, συνειδητοποίησε τη δύναμη που θα είχε αν απαγκιστρωθούμε από αυτές.

«Η μετάβαση φύλου ισοδυναμεί με το να κατανοήσει κανείς ότι οι πολιτισμικοί κώδικες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας είναι ασήμαντοι σε σύγκριση με την άπειρη ποικιλία που έχουν οι τροπικότητες της ύπαρξης.

[…]

Είμαι το μικρό κορίτσι που διασχίζει ένα χωριό της Κανταβρίας και σκαρφαλώνει στις κερασιές γρατζουνώντας τις γάμπες της. Είμαι το αγόρι που κοιμάται σε έναν στάβλο μαζί με τις αγελάδες. Είμαι η αγελάδα που σκαρφαλώνει στο βουνό και κρύβεται από τα ανθρώπινα βλέμματα. […] Είμαι το άτομο που αρνείται να προσδιοριστεί ως γυναίκα και χορηγεί στον εαυτό του μικρές δόσεις τεστοστερόνης κάθε μέρα. Είμαι ένα Ορλάντο που γράφεται με χημεία.[…] Το μόνο πράγμα που ήταν ηρωικό ήταν η επιθυμία μου να ζήσω[…] Οι παρατηρήσεις πάνω στο σώμα μου και οι προσωπικές μου δοκιμασίες δεν είναι ατομικές, αντιθέτως, περιγράφουν τους πολιτικούς τρόπους με τους οποίους κανονικοποιείται ή αποδομείται το κοινωνικό φύλο, το βιολογικό φύλο και η σεξουαλικότητα, και επομένως μπορούν να συνεισφέρουν στη συγκρότηση μιας αντισυμβατικής γνώσης ενάντια στις ηγεμονικές γλώσσες της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης και των νευροεπιστημών».

Ο Πρεθιάδο είναι φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής. Έχει διδάξει σε πολλά Πανεπιστήμια, ήταν προσωπικός φίλος του Ντεριντά, είναι ένας άνθρωπος των ανθρωπιστικών επιστημών και των γραμμάτων. Το σώμα του το χρησιμοποιεί για να στοχαστεί πάνω στην κοινωνία και τις κοινωνικές κατασκευές, στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Το ξέρω ότι έχω μετατρέψει το σώμα μου σε ένα ανθρώπινο showroom: αλλά προτιμώ να γίνει η ζωή μου ένας λογοτεχνικός θρύλος, ένα βιοπολιτικό σόου, από το να αφήσω την ψυχιατρική, την φαρμακολογία, την ψυχανάλυση, την ιατρική ή τα ΜΜΕ να κατασκευάσουν μια αναπαράσταση του εαυτού μου ως αφομοιωμένου, δυαδικού και εκπαιδευμένου ομοφυλόφιλου ή διεμφυλικού, ως ενός καλλιεργημένου τέρατος ικανού να εκφράζεται στη γλώσσα της νόρμας.

[…]

Η μετάβαση φύλου αυτή καθ’ αυτή είναι μια διαδικασία ευκολότερη από το να πηγαίνει κανείς στο σχολείο κάθε μέρα, την ίδια ώρα, για μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας και της εφηβείας του, ευκολότερη από έναν μονογαμικό γάμο χωρίς απιστίες, ευκολότερη από την εγκυμοσύνη και τη γέννα, ευκολότερη από τη δημιουργία οικογένειας, ευκολότερη από το να βρει κανείς μια ικανοποιητική μόνιμη δουλειά, ευκολότερη από την ευτυχία σε μια καταναλωτική κοινωνία, ευκολότερη από τα γεράματα και τον εγκλεισμό σε νοσοκομείο.

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται: όλοι εσείς διακεκριμένοι σοφοί της Σχολής του φροϋδικού αιτίου θα μπορούσατε να είστε ομοφυλόφιλοι ή να γίνετε τρανς.[…] Η θηλυκότητα ή η αρρενωπότητά σας, τις οποίες επωμίζεστε και υπερασπίζεστε, δεν είναι λιγότερο κατασκευασμένες από τη δική μου».


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Πωλ Μπ. Πρεθιάδο, μετ. Αναστασία Μελιά Ελευθερίου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 114