30/7/13

«Η στιγμή της ελευθερίας», Jens Bjorneboe



«Η στιγμή της ελευθερίας» του Γενς Μπιέρνεμπο είναι ένα εντυπωσιακό βιβλίο, γεμάτο σκληρές αλήθειες και βουνά από την ανθρώπινη θηριωδία. Είναι όμως πάνω από όλα μια πραγματεία στην ανθρώπινη ελευθερία, στην ανυπαρξία της, στην ύπαρξή της, σε όλα όσα την αφορούν και την κάνουν αφόρητη.

Ο κεντρικός ήρωας είναι κλητήρας δικαστηρίου σε ένα χωριό των Άλπεων, δεν θυμάται πως τον λένε, ούτε πως βρέθηκε εκεί, διεκπεραιώνει τη δουλειά του που είναι για κρετίνους κι έπειτα πίνει το κρασί του στο καπηλειό μαζί με τον κωδωνοκρούστη και τον νεωκόρο. Παράλληλα στα θραύσματα της μνήμης του στηρίζεται για να γράψει το  έργο του Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΗΡΙΩΔΙΑΣ. Οι μνήμες του είναι γεμάτες βασανισμούς, φόνους, κακοποιήσεις, εμπόριο λευκής σαρκός. Είναι ένας άνθρωπος εκτός των ορίων αλλά και μέσα σε αυτά, μια καρικατούρα και μια φιγούρα υπαρκτή γεμάτη πόνο. Ο ήρωάς μας προσδιορίζεται μονάχα μέσα από την ωμότητα της ανθρωπότητας- ο πόλεμος είναι παντού.

«Δεν ψάχνω να βρω μια χαμένη ταυτότητα. Απεναντίας. Υποφέρω από  υπερτροφική ταυτότητα, από ένα εγώ στέρεο και συμπαγές σαν βράχος. Πώς δημιουργήθηκε αυτή η υδροκεφαλική ταυτότητα, από ποιό υλικό είναι φτιαγμένη, πώς έγινε αυτή η ύπαρξη τόσο συμπαγής;
Σίγουρα αυτή η υλικότητα έχει μεγάλη σχέση με τα πρωτόκολλα, που συντάσσω συνειδητά και συστηματικά εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου. Αυτά τα αδιάψευστα στοιχεία ενάντια στις αρκουδίτσες στηρίζουν σε σημαντικό βαθμό την ταυτότητά μου: η επίγνωση των αδιάσειστων αποδείξεων που έχω συγκεντρώσει για να δικάσω τους δίποδους φίλους μας στέριωσε το εγώ μου, του έδωσε ξεχωριστή σκληρότητα και πυκνότητα»

Ένας άντρας που ταυτόχρονα έλκεται και απωθείται από τη Γερμανία και τα εγκλήματα του  Παγκοσμίου που είναι εξαιρετικά νωπά, που καταλαβαίνει γιατί μετράνε τα θύματα της θηριωδίας των Γερμανών περισσότερο από τα θύματα της ατομικής βόμβας των Αμερικάνων, που δεν καταλαβαίνει τίποτα, που δεν θέλει να θυμάται, αλλά θυμάται, όσο χρειάζεται για να πεθαίνει μέσα του.

«Βλέπω τώρα ότι δεν είναι δυνατόν να θυμηθώ από εκείνη την εποχή κάτι περισσότερο από λίγες αναλαμπές. Ο λόγος είναι πως ολόκληρη η ζωή μου είναι βυθισμένη στο σκοτάδι∙ ήταν ασύνειδη και κρυμμένη κάτω από πέπλα. Μόνο σήμερα με την κολοσσιαία ύπαρξη μου εδώ και τώρα, η συνείδησή μου είναι τόσο ρωμαλέα ώστε να μπορώ να θυμηθώ»

Δε θυμάται ποτέ.

«Ήμουν ετοιμοθάνατος γιατί ζούσα μέσα στην ανελευθερία χωρίς να το ξέρω και γιατί η ανελευθερία μάς είναι φυσικά πιο ευχάριστη από την ελευθερία αφού ελαττώνει το βάρος της ευθύνης για την ύπαρξή μας ή και μας απαλλάσσει από αυτό. Μόνο με το θάρρος της απόγνωσης μπορούμε να αδράξουμε μια χούφτα ελευθερία»

Και φυσικά δεν είναι ελεύθερος.

«Ωστόσο υπάρχουν άνθρωποι που αδράχνουν μεμιάς την ελευθερία, που δεν αμφιβάλουν και δε διστάζουν. Σε μερικές περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που έχουν αρκετή δύναμη για να το κάνουν και αρκετή έμφυτη σοφία για να γνωρίζουν το τίμημα. Σε άλλες περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που δεν υποπτεύονται τί κάνουν, δεν έχουν ιδέα ποιό είναι το τίμημα και καταστρέφονται, όταν καλούνται να το πληρώσουν. Η επιλογή σου να σκέφτεσαι αυτόνομα, σημαίνει την καταστροφή σου, αν δεν ξέρεις να σκέφτεσαι.»

Το κείμενο θα μπορούσε να είναι και απλά ένα σύγγραμμα φιλοσοφίας, όμως το γεγονός πως είναι λογοτεχνία του δίνει μια δύναμη ξεχωριστή που σε αναγκάζει να μην το αφήσεις κάτω ως την τελευταία πικρή σελίδα. Γιατί φυσικά τέλος σε αυτό που είναι ο άνθρωπος και η «κοινωνία» δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Ούτε και στο βιβλίο.


 "Η στιγμή της ελευθερίας", Γενς Μπιερνεμπο, μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Κανάκη, 1992, σελ.244

28/7/13

"Μπαλτάζαρ", "Αλεξανδρινό κουαρτέτο", Lawrence Durrell

 


Σαφώς πιο υποτονικό και δυσκολότερο στη ροή του διαβάσματος, το "Μπαλτάζαρ" είναι η εν μέρει ανασκευή της ιστορίας έτσι όπως την ξέραμε. Στο απομονωμένο νησί που μένει ο αφηγητής και συγγραφέας της «Τζαστίν», Ντάρλι, φτάνει ο Μπαλτάζαρ κι αφήνει το χειρόγραφο του πρώτου βιβλίου γεμάτο σημειώσεις και υπομνήματα. Ο αφηγητής ορμώμενος από αυτά αντιλαμβάνεται τα γεγονότα από μια άλλη οπτική γωνία, καταλαβαίνει πως μες στο ερωτικό του πάθος έκλεισε τον κύκλο γύρω από την Τζαστίν κι εκείνον και δεν έβλεπε τα πράγματα και κυρίως τους ανθρώπους καλά.

Οι χαρακτήρες που γνωρίσαμε στο πρώτο βιβλίο, εδώ δείχνουν κι άλλες πλευρές, όχι κατ’ ανάγκη που δεν τις ψυχανεμιζόσουν αλλά δεν μπορούσες με ακρίβεια να τις αγγίξεις. Όλοι φαίνονται μέσα από ένα άλλο πρίσμα, κάπως μυστικιστικό παρ’ όλο που το ερωτικό πνεύμα παραμένει, λιγότερο λάγνο. Αν στο πρώτο βιβλίο βασικό κίνητρο είναι το ερωτικό πάθος, εδώ οι φιλοσοφικές- και κάποτε οι πολιτικές ανησυχίες του καθενός- γιγαντώνονται.

Το «Μπαλτάζαρ» με δυσκόλεψε στην ανάγνωση, οι περιγραφές είναι ακόμα πιο διεξοδικές, οι λεπτές αποχρώσεις χρειάζονται λεπτούς χειρισμούς. Αυτό που κατορθώνει αυτό το βιβλίο είναι να σε κάνει να νιώσεις πια μέρος αυτού του Αλεξανδρινού κύκλου οριστικά και αμετάκλητα. Αν μέσα στη μυθοπλασία ήμουν άντρας μάλλον θα είχα πάει με την Τζαστίν, αν ήμουν γυναίκα μάλλον θα ήμουν ερωτευμένη με την Κλέα. Ο πιο γοητευτικός χαρακτήρας που γνωρίζουμε σε αυτό το βιβλίο είναι ο αδελφός του Νεσίμ, Ναρούζ, ο πλούσιος γαιοκτήμονας με το λαγώχειλο.

Αυτός που αποκαθηλώνεται είναι ο «πράος» στον πρώτο βιβλίο Νεσίμ, εδώ βέβαιοι πια για την τρέλα του αλλά και την πολιτική του εμπλοκή, τον βλέπουμε σε όλο το παρανοϊκό μεγαλείο. Το ίδιο και η σχέση του με την Τζαστίν, που χάνει το ερωτικό λούστρο της. Α, και ο αφηγητής. Που βγάζει τα γυαλιά της υποκειμενικότητας, αγκαλιάζει τη ματιά του Μπαλτάζαρ και συνειδητοποιεί πέντε έξι πικρές αλήθειες για τον εαυτό του.  


"Μπαλτάζαρ", "Αλεξανδρινό κουαρτέτο, Λώρενς Ντάρελ, μετ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2008, σελ. 235-448 

25/7/13

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική



Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. Μια γλώσσα αρχέγονη, πολλών χιλιετιών που άλλαξε και πάλλεται, που δεν εξαφανίζεται ούτε αντιστέκεται, που τη μιλάνε μια χούφτα άνθρωποι σε όλον τον κόσμο. Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική κι αυτό ολοένα με τρομάζει.

Είναι άραγε καταδικασμένη η λογοτεχνία σε μια χώρα που τη γλώσσα της μιλούν καμία δεκαριά εκατομμύρια άνθρωποι; Εκ πρώτης όψεως αυτό θα ήταν το απολύτως φυσιολογικό, κανείς δεν θα έμπαινε στον κόπο να ασχοληθεί, ειδικά σε μια παγκόσμια κοινότητα που ολοένα και περισσότερο την τρώει η σάχλα. Η Ελλάδα βεβαίως συνιστά περίπτωση μοναδική ως προς τούτο: θεωρείται το λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Όμως ένας άνθρωπος μένει στο λίκνο του για λίγο και σπανίως θυμάται τι έγινε όσο ήταν εκεί. Έτσι κι ο πολιτισμός δε θυμάται αλλά μπορεί να λέει  πως εκεί έμαθε τα βασικά. Όμως έχει ο τόπος τόση σημασία;

Ο τόπος είναι πάνω στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, έχει καιρό εύκρατο και χαβαλετζή και για αυτό κατάφερε να προσελκύσει τους ανθρώπους, να τους κρατήσει, να τους θρέψει αρκετά μέχρι να βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει. Ταυτόχρονα λόγω των ευκολιών, της ομορφιάς και του πλούτου του, πάντα φαινόταν ξερολούκουμο στους κατακτητές. Θα ήταν γελοίο να ισχυριστεί κανείς πως κατάγεται από τους Αρχαίους Έλληνες αυτοπροσώπως- πέρα από το γεγονός πως οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ένα μίγμα φυλών,  πέρασαν από τούτη τη χερσόνησο τόσοι λαοί.

Το μοναδικό που ενώνει εμάς με εκείνους που αποκαλούμε προγόνους είναι η γλώσσα. Αυτή που άλλοτε διατρανώνουμε κι άλλοτε ελεεινολογούμε, που μας αρέσει να τη φανταζόμαστε σταθερή σαν βράχο αλλά η πραγματικότητα είναι πως θα μείνει ζωντανή μοναχά αν κυλά σαν πέτρα. Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, και ζω εκεί που την μιλούσαν κι άλλοτε. Μια εποχή ήταν κάτι σαν παγκόσμια εσπεράντο, τώρα μια βούλα στον χάρτη. Αυτό σα γραφιά με βάζει σε αυτήν την περίεργη υποψία πως αν μιλούσα μια άλλην γλώσσα θα είχα περισσότερες ευκαιρίες να ακουστεί η φωνή μου και ταυτόχρονα με καθηλώνει στην ιδέα πως αυτό που είμαι εν μέρει καθορίζεται από αυτή τη γλώσσα, την πανάρχαιη.


Τα ελληνικά, σε τούτη την εσχατιά πια της πολιτισμένης Ευρώπης, είναι δύναμη∙ έμαθαν να επιβιώνουν μέσα από συγκρούσεις χρόνων, να ζουν ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους και τους λόγιους, να αποβάλλουν αυτούς που προσπάθησαν να τα διαστρέψουν, να κρατούν. Ίσως μάλιστα θα μπορούσαμε να μάθουμε δυο τρία πραγματάκια από αυτήν την γλώσσα για το τι σημαίνει «σκληρό καρύδι».  


23/7/13

"Μέρες εγκατάλειψης", Elena Ferrante




Βιβλίο που με κράτησε ξάγρυπνη ως να το τελειώσω τα χαράματα (πράγμα που όλο και λιγότερο συχνά μου συμβαίνει τελευταία) το «Μέρες εγκατάλειψης» της Έλενα Φεράντε κατάφερε να με βασανίσει, να με κάνει φρικτά να ταυτιστώ κι έπειτα να με λυτρώσει με έναν τρόπο που μόνο η περασμένη ώρα και η αίσθηση της ησυχίας και της μοναξιάς της νύχτας θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν.

Ηρωίδα η Όλγα, μια γυναίκα που βρίσκεται από την μια στιγμή στην άλλη σε μια απάλευτη κατάσταση, ο άντρας την παρατά στα ξαφνικά, εκείνη και τα δυο παιδιά τους ηλικίας δέκα και έξι ετών, έτσι χωρίς δικαιολογία, χωρίς να αφήσει τηλέφωνο επικοινωνίας ή διεύθυνση. Εκείνη στην αρχή προσπαθεί να τον ξανακερδίσει με μακαρονάδες όταν έρχεται να δει τα παιδιά του, να τον βάλει κάτω να της εξηγήσει τι συμβαίνει. Όμως εκείνος αρνείται πεισματικά να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία, κι εκείνη μένει μετέωρη στα τριανταοκτώ της, έχοντας- όπως όλοι οι χρονίως παντρεμένοι- προδώσει αρκετά από τα όνειρά της, χωρίς δουλειά, χωρίς τίποτα άλλο από τη σκέψη εκείνου. Αρχίζει να παραμελεί τα παιδιά, το σπιτικό, τον εαυτό της, τον σκύλο, να γίνεται απότομη με τους φίλους, αθυρόστομη, ανίκανη να τα βγάλει πέρα με την απαιτητική καθημερινότητα. Με λίγα λόγια διαλύεται, η κατάστασή της φτάνει σε μια απεγνωσμένη κορύφωση μια μέρα που όλα πια πάνε αγωνιωδώς στραβά και καταλήγει σε μια τραγωδία. Το τέλος μόνο δίνει τη λύση και την λύτρωση, τον συμβιβασμό.

Η ηρωίδα της Φεράντε είναι ευαίσθητη αλλά δεν είναι τρελή, είναι μια συνηθισμένη γυναίκα, σε μια συνηθισμένη κατάσταση που δεν μπορεί να κουμαντάρει τον εαυτό της. Περισσότερο ταυτίστηκα με τον τρόπο που αντιδρούν τα παιδιά κι εκείνη, φοβήθηκα για αυτά, ένιωσα ένα ατελείωτο καρδιοχτύπι στην ιδέα πως θα μπορούσαν να πάθουν κακό μες στην παραφροσύνη της. Έρωτας, εγωισμός, απόγνωση, γάμος, απώλεια, η αίσθηση της ζωής που χάθηκε και δεν γυρίζει πίσω. Ο φόβος καθενός που βλέπει μια μακρόχρονη σχέση να πεθαίνει.

Καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρχετυπικό ως προς τη δομή που οδηγεί στην κάθαρση, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί έγινε μπεστ σέλερ πριν από 10 χρόνια στην Ιταλία. Και ελπίζω κάποτε και τα δικά μας μπεστ σέλερ να γίνουν σαν κι αυτό. Κι αυτό για σχέσεις και έρωτες μιλάει, αλλά με λόγο μεστό και συγκροτημένο, χωρίς ροζ διαλόγους και ατελείωτες σάχλες. 

"Μέρες εγκατάλειψης", Έλενα Φεράντε, μετ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Άγρα, 2004, σελ. 269


20/7/13

Οδός ονείρων 42





Υπάρχουν δυο τρία βασικά πράγματα σε αυτή τη ζωή που δεν μπορείς να τα αγνοήσεις. Αρχικά την κλίση σου, τη φυσική ροπή προς το ένα ή το άλλο, την αίσθηση πως πρέπει να ισορροπήσεις ανάμεσα σε αυτό που φοβάσαι για σένα κι αυτό που εύχεσαι. Έπειτα είναι οι συγκυρίες, που σε φέρνουν από τη μια ή την άλλη όψη της βάρκας, σε αφήνουν να επιπλεύσεις, σε ρίχνουν στο βυθό να αγωνίζεσαι να ανασάνεις ή σε έχουν για πάντα πάνω σε ένα γιοτ πολυτελείας. Και τέλος είναι αυτό που είσαι στη δεδομένη στιγμή, που δεν καθορίζεται ποτέ μόνο από τις κλίσεις και τα ταλέντα σου, ούτε από αυτά που σου έτυχαν, είναι ο συγκερασμός τους και κάτι τις παραπάνω άυλο, σχεδόν μαγικό, που η συνειδητοποίησή του μας διαφοροποιεί και μας κάνει έλλογα όντα.

Πιθανολογώ πως η ζωή μου δεν θα ήταν αυτό που είναι αν έλειπαν έστω και οι πιο δειλές από τις επιλογές μου, αν μπορούσα με κάποιον τρόπο να γυρίσω τον ρολόι πίσω και να τα κάνω όλα σωστά. Το ερώτημα πια είναι αν θα ήθελα. Σε φάσεις όπως αυτή, που μπορώ να ανασάνω, που δεν πνίγομαι από μια δουλειά αδηφάγα και απαιτητική ως το μεδούλι σαν αυτή που κατέληξα να κάνω, λέω πως δεν θα άλλαζα τίποτα. Όταν όμως ο χρόνος μου περιορίζεται, όταν γυρνάω στις εννιά το βράδυ και πρέπει να δω το παιδί, να φροντίσω το σπιτικό μου και να μαγειρέψω και τα φασολάκια, τότε μοιάζουν όλα ένα ατελείωτο βουνό. Λίγο λάσκα να με αφήσεις και το μυαλό μου ταξιδεύει, οι προοπτικές ανοίγονται.

Λίγο λάσκα να με αφήσεις και αρχίζω να σκαρώνω ένα σωρό καινούργια πράγματα. Μια έφηβη ετών τριανταπέντε –ωσονούπω- γεμάτη ιδέες για το μέλλον και όρεξη για δουλειά κι οργάνωση. Μέχρι να πέσω στα ίδια σκατά  του ωραρίου; Εδώ θα δείξει πια αν το ωράριο δυναστεύει μονάχα αυτούς που κάνουν κάτι που δεν πολυαγαπούν ή αφορά τους πάντες, όσο αγαπησιάρικο κι αν είναι το επάγγελμά τους. Στο επόμενο εξάμηνο θα αλλάξει η ζωή μου ή όλα θα είναι μια από τα ίδια μόλις μπούμε σε κανονικούς ρυθμούς, η ρουτίνα θα φάει λάχανο τον ενθουσιασμό και όλα όσα είναι πασιφανώς η φυσική μου κλίση θα πέσουν και θα με πλακώσουν; Ένα είναι σίγουρο, πως τίποτε από όλα όσα σχεδιάζω δεν θα ήταν εφικτό αν δεν δούλευα για δέκα χρόνια σε αυτή την αδηφάγα, καταδυναστευτική δουλειά που κάνω και τώρα. Άρα τι να αλλάξεις και τι να αφήσεις, μπορείς μονάχα να προσπαθήσεις να κάνεις αυτό που ονειρεύτηκες πραγματικότητα.



18/7/13

"Τζαστίν"- "Αλεξανδρινό κουαρτέτο", Lawrence Durrell



Αγόρασα το Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Ντάρελ μόνο και μόνο γιατί το βιβλίο βγήκε σε μια εκπληκτική προσφορά- πιθανότατα γιατί το αντίτυπο έχει δυο άσχημα τυπογραφικά. Το είχα διαβάσει εκεί προς το τέλος της εφηβείας μου, μαζί κατά κάποιο τρόπο με την Τριλογία του Τσίρκα, το είχα συνδέσει κάπως μαζί της στο μυαλό μου. Μόνο που τον Τσίρκα τον είχα ξανατιμήσει εκεί γύρω στα 25 μου, τον Ντάρελ όχι,

Στην αρχή δυσκολεύτηκα να μπω στην αργόσυρτη ατμόσφαιρα του βιβλίου, πέρασαν κάποιες σελίδες για να θυμηθώ τη γοητεία του και να αφεθώ σε αυτή με όλες μου τις αισθήσεις. Κάποια στιγμή μάλιστα αναρωτήθηκα αν το πρόβλημα ήταν πως εκείνη την εποχή ήμουν βαθιά ερωτευμένη με τον Καβάφη, ενώ τώρα πια όχι. Μετά το πρώτο σοκ όμως, άρχισα να βυθίζομαι στον ανατολίτικο ρυθμό του βιβλίου, να τον νιώθω ύπουλα κάτω από το δέρμα μου μαζί με τις δόσεις Δυτικής σοφίας.

Πρωταγωνιστές, η Τζαστίν, ένα θηλυκό από αυτά τα αρχέγονα, που λατρεύει τον εύπορο άντρα της Νεσίμ αλλά του απιστεί όλη την ώρα και ο νεαρός αφηγητής που ενώ αγαπά την αυθεντική και αισθαντική Μελίσσα, πέφτει στα δίχτυα του έρωτα της Τζαστίν και το συναίσθημά του κορυφώνεται. Γύρω τους μια πλειάδα χαρακτήρων χαρακτηριστικοί του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της Αλεξάνδρειας του πλαισιώνουν και τους στοιχειώνουν. Ο επιτυχημένος συγγραφέας αυτόχειρας Περσγουόρντεν, ο μύστης της Καμπαλά Μπαλτάζαρ, η εύθραυστη Κλέα, ο Σκόπι, τυχοδιώκτης, που σε κάποια φάση γίνεται ως και αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών.

Το σκηνικό είναι ο Μεσοπόλεμος, ο νέος πόλεμος μυρίζει ήδη στον αέρα, η πολιτική είναι παντού και πουθενά, η παρακμή ζώνει τους ήρωες περίπου όπως η ζέστη που κάνει τα κορμιά να κολλούν και τα οδηγεί σε μια ραχάτικη λαγνεία. Η ίδια η Τζαστίν είναι η προσωποποίηση της ηθικής και του ερωτισμού, της νεύρωσης που οδηγεί σε πράξεις. Τα θέματα πολλά και βαθιά, η αίσθηση της απώλειας πάνω από όλα, του θείου που μπλέκεται με το σαρκικό, της κυνικότητας, της μοναξιάς που τελικά κυκλώνει τους πάντες και του Έρωτα. Ο έρωτας το κεντρικό σημείο αναφοράς, στις πιο ανοιχτές από τις εκφάνσεις του, όπως εκφράζεται για διαφορετικούς ανθρώπους και στοιχειώνει το υπόλοιπο κομμάτι της ζωής τους.

Νομίζω πως ότι κι αν λεχτεί για το βιβλίο θα είναι λίγο. Δεν πρόκειται για κάτι ευκολοδιάβαστο, που ρέει - κάθε σελίδα έχει αναγνωστικό κόστος. Κι αν κι έχω πια στο νου μου τα βιβλία που έπονται, έχω αρχίσει να ανυπομονώ, να ανιχνεύω κάπως εκείνες τις λεπτομέρειες που θα μου ξέφυγαν σίγουρα στην άγουρη πρώτη εφηβική ανάγνωση.

"Τζαστίν"- "Αλεξανδρινό κουαρτέτο", μετ. Μαριάννα Παπουτσοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2009, σελ.1-232

Υ.Γ. Νομίζω πως η μετάφραση της Μαριάννας Παπουτσοπούλου είναι ένας άθλος. Και μου αρέσει πολύ περισσότερο από την παλιά που έρχεται σιγά σιγά στο μυαλό μου.