1/9/21

"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci

 




Είχα καιρό να διαβάσω ιστορικό μυθιστόρημα, κι έτσι έπιασα τους Λέοντες της Σικελίας της Στεφάνια Άουτσι με μεγάλη όρεξη. Λίγα πράγματα ήξερα για την εποχή στην Ιταλία κι αυτό έκανε το βιβλίο ακόμα πιο ελκυστικό. Κι όντως πρόκειται για ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα, που κυλά απρόσκοπτα χωρίς λογοτεχνικές εκπλήξεις ούτε καν μεγάλες ανατροπές στην πλοκή. Αυτό είναι το βασικό του ατού· και το βασικό του μειονέκτημα.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί την οικογένεια Φλόριο για εβδομήντα χρόνια, από το 1799 που μετακόμισαν φτωχοί στο Παλέρμο, ως την εποχή της παντοδυναμίας τους. Ο Πάολο Φλόριο φεύγει με την οικογένειά του (τη γυναίκα, το μωρό τους, τον αδελφό του, και την ορφανή ανιψιά του) μετά το σεισμό και εγκαθίσταται από το χωριό του, τη Μπανιάρα, στο Παλέρμο. Η γυναίκα του, η Τζουζεπίνα, σιχαίνεται που την απομάκρυνε από το σπίτι και τους φίλους της. Οι δυο τους δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά, ο γάμος τους από προξενιό ήταν από την αρχή ένα βάσανο για κείνη, θα προτιμούσε πολύ περισσότερο να είχε παντρευτεί τον κουνιάδο της, τον Ινιάτσιο. Τα δυο αδέλφια (ο Πάολο και ο Ινιάτσιο) ξεκινούν να δουλεύουν ένα μαγαζί με μπαχαρικά που είχαν ήδη στο Παλέρμο, και από εκεί και μπρος η πορεία των οικονομικών τους είναι ανοδική. Όταν πεθαίνει ο Φλόριο, αναλαμβάνει ο Ινιάτσιο, κι όταν πεθαίνει κι αυτός, αναλαμβάνει ο γιος του Πάολο και της Τζουζεπίνας, Βιντσέντζο. Το μυθιστόρημα ακολουθεί την ανέλιξη της οικογένειας, μέσα σε μια πόλη με ξεπεσμένους και πεινασμένους αριστοκράτες. Όσα λεφτά κι αν αποκτήσουν όμως οι Φλόριο, δεν θα μπορέσουν ποτέ να κερδίσουν την εκτίμηση αυτών των ανθρώπων. Μόνο το αίμα μετράει.

Η πλοκή εκτείνεται χρονικά σε μια μεγάλη ιστορική περίοδο και η συγγραφέας δεν καταφέρνει πάντα να ακολουθήσει την εποχή, για αυτό συχνά πυκνά βάζει ανάμεσα στα κεφάλαια μια σκέτη περίληψη της ιστορικής συνθήκης, των συγκρούσεων, των μαχών, της πανούκλας. Αυτό αποδυναμώνει το κείμενο και του δίνει μια αίσθηση προχειρότητας. Οι χαρακτήρες είναι δομημένοι εξαιρετικά, σε κάνουν να θέλεις να τους ακολουθήσεις ακόμα κι αν η αφήγηση σε κάποια σημεία κάνει κοιλιά. Η Άουτσι κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να αναφερθεί στη θέση της γυναίκας, κι αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο δυνατά σημεία του μυθιστορήματος. Οι γυναίκες σπάνια διαλέγουν οι ίδιες ποιον θα παντρευτούν, οι ξεπεσμένες αριστοκράτισσες προσπαθούν να παντρευτούν κάποιον πλούσιο, οι πλούσιοι κάποια με τίτλο. Η γυναίκα που ακολουθεί την καρδιά της και μένει με κάποιον που δεν την παντρεύεται, είναι για πάντα μιαρή, ακόμα κι αν στο τέλος παντρευτεί. 

Η ιστορία των Φλόριο είναι ενδιαφέρουσα, και ακόμα πιο συναρπαστική είναι η εποχή του 19ου αιώνα στη Σικελία. Εδώ νομίζω πως η Άουτσι έχασε μια μοναδική ευκαιρία να γράψει ένα πραγματικά σημαντικό κείμενο. Τώρα όλα μοιάζουν μέτρια και συνηθισμένα, η γραφή, η ιστορία, οι χαρακτήρες παρά την ίντριγκα, τους έρωτες, το χρήμα, τα οικόσημα και το πάθος. To βιβλίο έγινε διεθνές bestseller, μεταφράζεται σε 32 γλώσσες κι είναι το πρώτο μιας σειράς. Εγώ πάντως δεν είμαι σίγουρη αν θα διάβαζα το δεύτερο.

                      Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2021 στα ιταλικά και δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά.



"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σ.544

18/8/21

"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart

 




Η βράβευση του Σάγκι Μπέιν με το Booker το 2020 (βρέθηκε στη short list ανάμεσα σε άλλα οκτώ πρωτόλεια, αλλά και σε μυθιστορήματα λογοτεχνικων μεγαθήριων) μου είχε εξάψει την περιέργεια από πέρυσι, όμως φοβήθηκα τους σκωτσέζικους ιδιωματισμούς και δεν το διάβασα στο πρωτότυπο. Έτσι περίμενα με λαχτάρα τη μετάφραση, και το ξεκίνησα σχεδόν μόλις βγήκε στα ελληνικά. Η έκδοση, ειδικά η συλλεκτική με το σκληρό εξώφυλλο και το σκίτσο του συγγραφέα της «Αγίας Άγκνες» που καταλαμβάνει δισέλιδο, είναι εξαιρετική και πολύ δελεαστική. Βεβαίως το τούβλο αυτό είναι βαρύ, 524 σελίδες μεγάλου σχήματος δεν είναι παίξε γέλασε.

Και ο Shuggy Bain (προφέρεται μάλλον Σούγκι, αντί για Σάγκι – ή κάτι ενδιάμεσο- σύμφωνα με τον συγγραφέα) με αντάμειψε. Οι πρώτες σελίδες με φόβισαν, σκέφτηκα πως πρόκειται πάλι για ένα από τα σκληρά μελό με το ατελείωτο ανεπεξέργαστο τραύμα να ξεπετάγεται από τις σελίδες σε κάθε αράδα (πρόσφατα παραδείγματα το Λίγη Ζωή αλλά κι το Δυσφορεί η νύχτα). Είχα άδικο. Ο Ντάγκλας Στιούαρτ ξεκίνησε μεν να γράφει το βιβλίο βάσει των προσωπικών του βιωμάτων στην παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά επέλεξε να πει την ιστορία της μητέρας του μάλλον κι όχι τη δική του. Έτσι όλα στρογγυλεύουν, χωρίς να χάνεται ο ζόφος τυλίγεται από ένα πέπλο αγάπης.

Ο Σάγκι μεγαλώνει στη σκληρή δεκαετία του Θατσερισμού της δεκαετίας του ’80 στη Γλασκώβη. Παντού ανεργία, μιζέρια, άντρες που ζουν από τα επιδόματα και αποτρελαίνονται στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση, και ποτό. Η Άγκνες Μπέιν είναι μια όμορφη, κλασάτη γυναίκα που ζει μαζί με τους γονείς της, τα δυο παιδιά από τον καλό πρώτο Καθολικό της γάμο, τον γόη Προτεστάντη ταξιτζή άντρα της Μπιγκ Σαγκ και τον μικρούλη Σάγκι. Όταν μετακομίζουν σε μια εργατική γειτονιά η Άγκνες ξεχωρίζει, δεν μπορεί να το διαχειριστεί, ο Σαγκ φεύγει και ζει με μια άλλη γυναίκα και μένει εκείνη μόνη με τα παιδιά, με την τρελή της ζήλια, τη μοναξιά της και το ποτό.

Ο Σάγκι, που έχει και τους δικούς του δαίμονες με τη σεξουαλικότητα να αντιμετωπίσει, ζει τη γνωστή παράνοια του παιδιού προστάτη, από τη μια έχει τη μητέρα του μοναδικό στήριγμα και της έχει απεριόριστη λατρεία και αγάπη, κι από την άλλη πρέπει να ζήσει χωρίς λεφτά, χωρίς φαγητό και να ανεχτεί τη μιζέρια του εθισμού της. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, για λίγο καθαρή, μετά πάλι άντρες, πάλι ζήλιες, πάλι το επίδομα να χάνεται από την πρώτη μέρα και να μένουν νηστικοί.

Το περιβάλλον είναι τοξικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ γράφει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό αλλά δεν παίρνει πολιτική θέση (όπως θα έπαιρνε ας πούμε ο Λόουτς σε αντίστοιχη ιστορία). Αυτό κάνει το βιβλίο ακόμα πιο σπαρακτικό, αφόρητο σε στιγμές. Σε καμία φάση (αν εξαιρέσεις την –μάλλον αδύναμη— αρχή) μελό. Η Άγκνες είναι αγία και καταραμένη μαζί, μια μαινάδα των καιρών, μια μάνα των καιρών. Προσπαθεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν τη χωράει. Αυτό είναι το βασικό της κρίμα. Και το πληρώνει με τη ζωή των παιδιών της. Επιβιώνει μόνο όποιος την εγκαταλείπει. Γιατί βεβαίως δεν είναι άμοιρη ευθυνών.

Ο Στιουαρτ έγραφε αυτό το βιβλίο δέκα χρόνια. Το ξεκίνησε όταν τα δικά του τραύματα άρχισαν να επουλώνονται, ήταν ήδη πετυχημένος στον χώρο της μόδας. Ένιωθε πως αυτά που έζησε έπρεπε να τα πει. Τα κατάφερε να κάνει το βίωμα λογοτεχνία; Όσο διάβαζα δεν ήμουν απολύτως σίγουρη. Όμως τώρα που έχει περάσει καιρός από την ανάγνωση, το πρόσημο είναι θετικό. Ο Ντάγκλας Στιουαρτ είναι σίγουρα ένας συγγραφέας που θα μας απασχολήσει και στο μέλλον.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ



Υ.Γ. 42 Το Booker είναι μάλλον το βραβείο που ταιριάζει πιο πολύ στα αναγνωστικά μου γούστα. Βραβευμένα με Booker τα τελευταία χρόνια: «Ο Γαλατάς» της Μπερνς, το «Γυναίκα, κορίτσι άλλο» της Εβαρίστο, οι «Διαθήκες» της Άτγουντ, «Λήθη και Λίνκολν» του Σώντερς, το «Ένα κάποιο τέλος» του Μπαρνς, «Το μονοπάτι για το Βορρά» του Φλάναγκαν, κ.ο.κ.

Υ.Γ42-2 Στην έκδοση συμβαίνει το εξής παράδοξο, δεν υπάρχει κανένα θέμα στη μετάφραση των σκωτσέζικων ιδιωματισμών. Όμως σε πολλά σημεία η μετάφραση και επιμέλεια των αγγλικών ιδιωματικών φράσεων χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να κάνεις αντίστροφη μετάφραση στο μυαλό σου για να καταλάβεις τι θέλει να πει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό:








                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.524


25/7/21

"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam

 


Ξεκίνησα την Αρκαδία μόλις συνειδητοποίησα πως ασχολείται με τη σεξουαλικότητα και το φύλο. Ο καθένας έχει τις εμμονές του και στην παρούσα φάση αυτή είναι η δική μου. Η Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ- Ταμ στη Γαλλία γράφει συνήθως νουάρ με ψευδώνυμο, κι αυτό είναι το πρώτο της βιβλίο που βραβεύεται και μεταφράζεται με το δικό της όνομα.


Κεντρική πρωταγωνίστρια στην Αρκαδία είναι η Φαρά, ένα έφηβο κορίτσι, που ζει μαζί με τους γονείς της σε μια ελευθεριακή κοινότητα, το Liberty House, που είναι κατά της βίας και των διαχωρισμών, υπέρ του ελεύθερου έρωτα, του γυμνού σώματος και της αυτοδιάθεσης. Αρχηγός αυτής της κοινότητας είναι ο Αρκαντύ, του αρέσει να κάνει έρωτα με όλους χωρίς διακρίσεις, δεν τον πειράζουν οι ηλικίες, οι δυσμορφίες, οι αναπηρίες, απαγορεύει στα μέλη να τρώνε κρέας, κάνει πύρινα κηρύγματα, είναι κάπως σαν μπαμπάς και υπερφυσικός εραστής μαζί, φροντίζοντας για παχυλές χορηγίες που επιτρέπουν στα μέλη να ξεκουράζονται και να μην δουλεύουν. Η κοινότητα απέχει από όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα ή ίντερνετ, και δεν ενθαρρύνει την επαφή με άτομα εκτός κοινότητας.

Η Φαρά είναι ένα ατσούμπαλο παιδί, το σώμα της είναι κάπως τετράγωνο και βαρύ, και φαίνεται σαν τα δευτερογενή χαρακτηριστικά του φύλου της να είναι αντρικά. Παρ’ όλα αυτά ο Αρκαντύ γίνεται εραστής της –περιμένει τα 15α της γενέθλια για να μην τους πιάσει ο νόμος. Αυτή τον λατρεύει. Αλλά συνειδητοποιεί αργά και σταθερά, πρώτον πως πάσχει από κάποια διαταραχή φύλου γενετικά και είναι ίντερσεξ, χωρίς όμως η ίδια να έχει αμφιβολία για την ταυτότητα φύλου της, δεύτερον πως ο Αρκαντύ είναι πενήντα ετών κι ίσως δεν ήταν το πιο σωστό να είναι εραστής της όσο ήταν έφηβη ή και παιδί, τρίτον πως όλα όσα λέγονται από τον Αρκαντύ δεν ισχύουν, όταν την πόρτα της κοινότητας χτυπά κάποιος πραγματικά διαφορετικός και απειλούνται τα προνόμια.

Η αρχική ιδέα της Μπαγιαμάκ- Ταμ είναι εξαιρετική, στήνει του ήρωες και την αφήγηση με κέφι και, σε αρκετά σημεία, χιούμορ. Χειρίζεται κάπως περίεργα τη ρευστότητα του φύλου της πρωταγωνίστριας, και δεν πιστεύω πως τα μη δυικά άτομα μπορούν να ταυτιστούν μαζί της. Με την ίδια αμηχανία στέκεται απέναντι στο LibertyHouse∙ το σατιρίζει, αλλά δεν το χλευάζει, ούτε το καταδικάζει. Ομολογώ πως θα περίμενα κάτι άλλο όσο η Φαρά αφυπνίζεται και κατανοεί πια ως ενήλικη, μακριά από τη σέκτα, τι ακριβώς συνέβη στην παιδική της ηλικία. Αντί για αυτό, από τη μέση του βιβλίου και μετά αρχίζει μια επικίνδυνη φλυαρία, επαναλήψεις στα συναισθήματα της κεντρικής της ηρωίδας, που μοιάζει να μην εμβαθύνει σε όσα τραυματικά της έχουν συμβεί, την ανακάλυψη πως κάνει μετάβαση από κορίτσι σε αγόρι χωρίς πραγματικά να το θέλει, τη σεξουαλική της αφύπνιση από τόσο μικρή, από έναν άντρα τόσο μεγαλύτερο. Αλλά και το τι είναι πραγματικά διαχωρισμός και ρατσισμός.

Η Αρκαδία είναι ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Η συγγραφέας δεν κάνει επίδειξη λογοτεχνικής τεχνικής, ούτε όμως να χάνει κάπου το νήμα της αφήγησης. Πιθανότατα χρειαζόταν να σκάψει κάπως βαθύτερα στα ζητήματα φύλου και κακοποίησης που είναι προτάγματα της εποχής, για να απογειωθεί το κείμενο και να μην κάνει κοιλιά. Το μυθιστόρημα παραμένει πάντως άξιο να διαβαστεί. Ειδικά από αυτούς που τα ζητήματα αυτά δεν τους απασχόλησαν ποτέ ως τώρα.




                               Κατερίνα Μαλακατέ




"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam, μετ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις, 2021, σ. 376


20/7/21

" Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος






Η λίστα του Λεπορέλο του Φώτη Δούσου είναι ένα βιβλίο που θα μιλήσει στην καρδιά συγγραφέων και βιβλιόφιλων. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με κεντρικό θέμα έναν ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ εκδοτών. Όλοι υποπτεύονται από την αρχή κάποιον απογοητευμένο συγγραφέα που δεν του εξέδωσαν το πόνημά του. Είναι ξεκάθαρο εξάλλου πόσο συγγραφείς και αναγνώστες αγαπάμε τους εκδότες και δεν θα θέλαμε να τους δολοφονήσουμε. Αστειεύομαι βεβαίως, και η αλήθεια είναι πως το χιούμορ είναι κεντρικό στοιχείο του βιβλίου. Μια καλοπροαίρετη σάτιρα του εκδοτικού χώρου και ταυτόχρονα ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα, που κρατά το ενδιαφέρον, χωρίς να είναι ένα κλασικό whodunit. Κανένας δεν νοιάζεται να βρει τον δολοφόνο.

Κεντρικός ήρωας ο εκδότης Γιάννης Δημάδης, εκδότης του Λίθου, ενός μάλλον μεσαίου εκδοτικού οίκου, που εκδίδει καλή λογοτεχνία, και πού και πού κανένα ευπώλητο ή βιβλίο που θα κάνει ντόρο. Ο Δημάδης βαριέται πολύ τους Έλληνες συγγραφείς, τον εγωισμό και την ομφαλοσκόπησή τους, όμως θα χρειαστεί να ασχοληθεί ξανά με αυτούς και τα «κομμένα» τους βιβλία όταν τρεις μεγαλοεκδότες δολοφονούνται. Και οι τρεις έχουν λάβει τρεις «προειδοποιητικές νουβέλες» στις οποίες δεν έδωσαν καμία σημασία και φυσικά δεν εξέδωσαν. Ο Δημάδης αισθάνεται πως είναι επόμενος στη λίστα, και μαζί με την κόρη του, μια ντετέκτιβ, τον Αναγνώστη του Λίθου, τη γραμματέα του κι έναν μεγαλοκριτικό βουτάνε στα αρχεία του Λίθου, για να βρουν ποιοι είναι οι επόμενοι εκδότες στη σειρά, με ποιον τρόπο θα δολοφονηθούν και ποιος είναι ο σίριαλ κίλερ.

Τα κακώς κείμενα του χώρου σατιρίζονται δεόντως, κάποιοι μπορεί να αναγνωρίσουν στον ίδιο τον Δημάδη, στον μεγαλοκαραχαρία Καστρινό, στο ζεύγος Τσαχουρίδη, χαρακτηριστικά ζώντων εκδοτών. Αλλά και να μην καταλάβει κανείς, δεν έχει καμία σημασία. Οι χαρακτήρες έχουν κάτι χάρτινο και αφύσικο, όπως σε κάθε καλή σάτιρα, αν εξαιρέσεις τον ίδιο τον Δημάδη, που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και αναγκαστικά εμβαθύνουμε στις σκέψεις του. Μέσα από αυτόν, το μυθιστόρημα θίγει κι άλλα θέματα, ταυτότητας, της ανάγκης για συντροφιά, το πώς αντιμετωπίζει το ένα φύλο το άλλο.

Ο Φώτης Δούσος «[α]υτό το διάστημα εκπονεί διδακτορική διατριβή για τις τεχνικές της πλοκής στο νεοελληνικό μυθιστόρημα» διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου, κι αυτό είναι έκδηλο στο κείμενο, φαίνεται πως είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που παιδεύεται με τη γραφή και ξέρει όλα τα τετρίπια για να κρατήσει τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Η λίστα του Λεπορέλο είναι ένα μυθιστόρημα ευκολοδιάβαστο, όμως δεν το ξεχνάς εύκολα ούτε το προσπερνάς. Κι αν ισχύει η κοινότοπη ρήση πως όλοι οι Έλληνες γράφουν αλλά κανένας δεν βρίσκει εκδότη, τότε ο Φώτης Δούσος έγραψε για τη φαντασίωση του μέσου γραφιά.


                 Κατερίνα Μαλακατέ



"Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος, εκδ. Νεφέλη, 2021, σ.400









Υ.Γ. 42 Η λίστα του Λεπορέλο είναι η γνωστή λίστα με τα ονόματα των γυναικών που είχε αποπλανήσει ο Ντον Τζιοβάνι. 


 

9/7/21

"Έτσι αρχίζει το κακό", Javier Marías

 




Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι ίσως από τους πιο αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς, κάθε νέο βιβλίο του στα ελληνικά είναι εκδοτικό γεγονός, ενώ κάθε χρόνο στα Νόμπελ μια φωνούλα μέσα μου είναι έτοιμη να θριαμβολογήσει «Χαβιέρ Χαβιέρ». Δεν το χει πάρει ακόμα, αλλά θα το πάρει.

Το Έτσι αρχίζει το κακό γράφτηκε στα ισπανικά το 2014, αλλά μεταφράστηκε εδώ μόλις φέτος. Πρόκειται για ένα βιβλίο πιο ογκώδες από τα προηγούμενα, που όμως έχει όλη τη γοητεία της γραφής του, τον σπειροειδή, και κάποτε κυματισμό τρόπο να γράφει και να σκέφτεται, τον μακροπερίοδο, εξαιρετικά κομψό λόγο, τις σκηνές που μένουν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταυτόχρονα όμως λόγω όγκου είναι κι ένα από τα πιο βασανιστικά βιβλία του, από τις ελάχιστες φορές που η μανία του να γυρίζει στον ίδιο και τον ίδιο συλλογισμό κουράζει τον αναγνώστη και κάπως τον απωθεί.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από τον Άμλετ, κι αυτό είναι ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο, για τις πληγές που άφησε η σχεδόν πεντηκονταετής δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία, για τον εμφύλιο που δεν θα σταματήσει να στοιχειώνει τους Ισπανούς, για την ανάγκη να ξεχαστούν τα εγκλήματα του Φρανκισμού, και της συγχώρεσης, αλλά ταυτόχρονα και της αδικίας που εμπεριέχει αυτή η λησμονιά, η επιλογή να μην μιλάς πια για την αλήθεια για να μπορέσεις να συνυπάρξεις με αυτόν που για χρόνια υπήρξε ο δυνάστης σου.

Βρισκόμαστε στην δεκαετία το ’80. Ο «νεαρός Βέρε» κάνει την πρακτική του ή κάτι τέτοιο στο σπίτι ενός ήσσονος σημασίας σκηνοθέτη, του Μουριέλ. Σιγά σιγά γίνεται έμπιστος αυτού του πολύ γοητευτικού και ταυτόχρονα αινιγματικού και κάπως κυκλοθυμικού μονόφθαλμου διανοούμενου και μένει όλο και περισσότερο χρόνο σπίτι του. Γίνεται μάρτυρας μιας σκηνής ανάμεσα στον Μουριέλ και τη γυναίκα του, τη Μπεατρίθ. Εκείνος της λέει, ενώ απωθεί τις σεξουαλικές της «επιθέσεις», πως τον απάτησε, αλλά το χειρότερο όλων είναι πως του το είπε. Και πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν το ήξερε. Έτσι ξεκινούν όλα, έτσι ξεκινά το κακό, έτσι ξεκινά ο παραλληλισμός της σχέσης του Μουριέλ με την γυναίκα του με την πολιτική. Και τον εμφύλιο.

Ο ίδιος ο Μαρίας δεν παντρεύτηκε ποτέ, όμως του αρέσει να γράφει για τις πολύχρονες σχέσεις, τη μηχανική του γάμου, τους συμβιβασμούς, τα ερωτικά τερτίπια. Η ηρωίδα του η Μπεατρίθ είναι μια πολύ ερωτική γυναίκα, ο «νεαρός Βέρε» την ποθεί κολασμένα, όμως ο άντρας της την αγνοεί. Κι αυτή περιφρονημένη, σχεδόν εμμονικά κολλημένη πάνω στον γάμο της που έχει καταλήξει πια ερείπιο, αναπολεί την παλιά ευτυχία, ενώ πηδιέται με άλλους. Ένας από τους εραστές της είναι ο γιατρός Βαν Βέκτεν, ένας τύπος που φαίνεται τώρα καλός και αγαθός, ενώ δεν υπήρξε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο Μουριέλ αναθέτει στον Βέρε να τον ακολουθεί κι έτσι αρχίζει η πλοκή.

Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος που δεν έζησε τον Φρανκισμό, ζει όμως στον ελεύθερο κόσμο μετά, και δεν μπορεί πλήρως να καταλάβει τι έζησαν οι προηγούμενοι. Παλεύει να καταλάβει το παρελθόν, πολιτικό και κοινωνικό και ερωτικό, των ανθρώπων γύρω του, αλλά η τωρινή πραγματικότητα τον ξεπερνά. Από αυτή την άποψη ίσως να είναι αυτό ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Μαρίας, δεν μιλά μόνο για την αλήθεια και την ταυτότητα, τον έρωτα και τον γάμο, την αμαρτία και την ηδονή, αλλά αναγάγει τα πάντα στην πολιτική. Όμως ταυτόχρονα πρόκειται και για ένα κουραστικό φιδωτό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία σέρνεται. Χρειαζόταν εδώ ένα κείμενο πιο σφιχτό.

Το Έτσι αρχίζει το κακό είναι ένα μυθιστόρημα που θα γοητεύσει όποιον διαβάζει πρώτη φορά Μαρίας. Έχει εξάλλου ο Χαβιέρ αυτή την ιδιότητα, είτε τον λατρεύεις και διαβάζεις όλα τα βιβλία του, είτε τον μισείς και δεν ξανασχολείσαι. Για μας πάντως, που ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία, δεν είναι σίγουρα το καλύτερό του.


                              Κατερίνα Μαλακατέ





"Έτσι αρχίζει το κακό", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2021, σ. 620














Για προηγούμενα βιβλία του στα Ελληνικά δείτε εδώ: 







8/7/21

Όλα τα βιβλία του live

Η λίστα όλων των βιβλίων που αναφέρθηκαν στο live της Δευτέρας με την Αγγελική Μποζίκη στο Διαβάζοντας. Ελπίζω. Αν δείτε κάποιο λάθος ή παράλειψη, πείτε μας να διορθώσουμε. 







«Η χώρα των άλλων» Λειλά Σλιμανί, μετ. Κλαιρ Νέβα και Μανώλης Πιμπλής, εκδ. Μεταίχμιο

«Αυτοί που επέζησαν», Τζέιν Χάρπερ, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο

«Αβεσσαλώμ Αβεσσαλών», Γουίλιαμ Φώκνερ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg

«Εκπνοή», Τεντ Τσιανγκ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Ίκαρος

«Ανωμαλία», Ερβέ Λε Τελιέ, μετ. Αχιλλέας Κυραικίδης, εκδ. Opera

«Να μάθω να μιλώ με τα φυτά», Μάρτα Οριόλς, μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη

«Η θάλασσα δεν είναι μπλε», Πέλα Σουλτάτου, εκδ. Καστανιώτη

«Αρκαδία», Εμανυέλ Μπαιαμάκ-Ταμ, μετ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις

«Οι εμπρηστές», Ρ.Ο. Κουόν, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα

«Γη που χάνεται», Τζούλια Φίλιπς, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο

«ρου», Κιμ Τούι, μετ. Δάφνη Κιούση, εκδ. Άγρα

«Γυμνά οστά», Δημοσθένης Παπαμάρκος, Kanellos Kob, εκδ. Polaris

«Σφαγείο Νούμερο 5 – Graphic Novel», Κέρτ Βόνεγκατ, Ράιαν Νορθ, Άλμπερτ Μόντειζ, εκδ. Anubis

«Η λίστα του Λεπορέλο», Φώτης Δούσος, εκδ. Νεφέλη

«Ο θάνατος του Οδυσσέα», Δημήτρης Σίμος, εκδ. Μεταίχμιο

«Έτσι αρχίζει το κακό», Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη

«Μην πεις λέξη», Πάτρικ Ράντεν Κιφ, μετ.Κωστής Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο

«Το πέρασμα του μακελάρη», Τζον Γουίλιαμς, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg

«Όλοι θέλουν να χορεύουν», Αλμπέρτο Γκαρλίνι, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πόλις

«Αυτοβιογραφία», Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου, εκδ. Μεταίχμιο

«Το δέρμα», Σέρχιο δελ Μολίνο, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος

«Λευκή πανώλη», Φρανκ Χέρμπερτ, μετ. Νίκος Στρατηγάκης, εκδ. Οξύ

«Τέλος», Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Καστανιώτη

«Σάγκι Μπέιν», Ντάγκλας Στιούαρτ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο

«Μπίλυ Μπαντ ναύτης», Χέρμαν Μέλβιλ, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες

«Ο μεγάλος απατεώνας», Χέρμαν Μέλβιλ, μετ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Πατάκη

«Ιστορία μιας καθωσπρέπει οικογένειας», Ρόζα Βεντρέλλα, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη

«Κατάλογος απωλεσθέντων», Γουντιτ Σαλάνκυ, μετ. Γιάννης Καλλιφατίδης, εκδ. Αντίποδες

«Ο γορίλλας του δολοφόνου», Γιακόμπ Βεγκέλιους, μετ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Πατάκη

«Άτακτο αίμα», Γιώργος Παπαδάκης, εκδ. Εστία

«Η τρυφερή αδιαφορία του κόσμου», Πίτερ Σταμ, μετ. Μαριάννα Τσάτσου, εκδ. Καστανιώτη

«Νοσταλγία», Μίρτσεα Καρταρέσκου, μετ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτη  

«Άλμπερτ Νόμπς. Ούτε άντρας, ούτε γυναίκα», Τζορτζ Μουρ, μετ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκδ. Στιγμός

«Έξι βαλίτσες», Μπίλλερ Μαξίμ, μετ. Πελαγία Τσινάρη, εκδ. Πατάκη

«Αναποδιά στην άκρη του γαλαξία», Έτγκαρ Κέρετ, μετ. Χρυσούλα Παπαδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη

«Ο Τουρίστας», Ολεν Σταινχάουερ, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις

«Ο γατούλης πέθανε», Ξαβιέ ντε Μουλέν, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Στερέωμα

«Άνθρωποι στο περιθώριο», Ούλριχ Αλεξάντερ Μπόσβιτς, μετ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης, εκδ. Κλειδάριθμος

«Χαμένοι στη Νάπολη», Χέντι Γκουντριτς, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Κλειδάριθμος

«Σπασμένος καθρέφτης», Μέρσε Ροδορέρα, μετ. Ευριβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη

«Το τέλος του έρωτα», Ίβα Ιλούζ, μετ. Διονύσης Παπαδουκάκης, Εκδόσεις του 21ου

«Ο κουτσός άγγελος», Αλέξης Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο

«Πέμπτο βιβλίο», Λάβκραφτ, μετ.Μαρία Έξαρχου, εκδ. Οξύ

«Ο καιρός», Τζέννυ Όφιλ, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα

«Πιστή και ενάρετη νύχτα», Λουίζ Γκλικ, μετ. Χάρης Βλαβιανός, Δήμητρα Κωτούλα εκδ. Στερέωμα

«Η ζωή εδώ και τώρα», Βισουάβα Σιμπόρσκα, μετ. Μπεάτα Ζουλκιεβιτς, εκδ. Καστανιώτη

«Εσύ κι εγώ», Όλιβερ Τζέφερς, μετ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Ίκαρος

«Ο σταθμάρχης Φαλλμεράυερ», Γιόζεφ Ροτ, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα



Το live μας εδώ: 


https://www.facebook.com/698600764/videos/524325448892743/