Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπέρνχαρτ Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπέρνχαρτ Τόμας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

14/9/15

"Πρόζα", Thomas Bernhard



Η Πρόζα είναι ένα από τα πρώτα βιβλία που δημοσίευσε ο Τόμας Μπέρνχαρντ. Κάποιοι λένε πως αυτό είναι που τον καθιέρωσε στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού ως έναν εν δυνάμει κλασικό συγγραφέα. Τα διηγήματα που περιέχονται στην συλλογή πάντως έχουν κάποια από τα βασικά στοιχεία που έχει όλο το μπερνχαρντικό σύμπαν, αν και τους λείπει εκείνη η ιδιοτροπία στην γραφή που ήταν τόσο χαρακτηριστική για τον Μπέρνχαρντ τα επόμενα χρόνια. Οι πολλές επαναλήψεις λείπουν, οι λούπες, ο εξοντωτικά μακροπερίοδος λόγος. Είναι ένας Μπέρνχαρντ σχεδόν γλυκόπιοτος. Όχι, μην με λιντσάρετε. Αυτό ισχύει για την γραφή. Γιατί η θεματολογία και οι χαρακτήρες είναι εντελώς άλλη ιστορία. 

Το θέμα του Μπέρχαρντ παραμένει η δυσκολία να ζεις και ο θάνατος. Ο θάνατος στο σύμπαν του έχει τόσο κεντρική σημασία που χάνει λίγη από την αίγλη του, γίνεται κάτι τετριμμένο, καθημερινό, μια αυτονόητη σκέψη. Δεν έχει άλλον συγγραφέα σαν κι αυτόν, δεν υπάρχει άλλος που να μπορεί να γράφει ολοένα το ίδιο διήγημα, ξανά και ξανά, το ίδιο μυθιστόρημα και να του το συγχωρείς με τόση ευκολία. Γιατί οι ήρωες είναι οικείοι για κάποιον όπως εγώ που έχει διαβάσει ένα μεγάλο μέρος της αχανούς βιβλιογραφίας του. Ο νεαρός δασονόμος με την «Τραγιάσκα», ο παιδαγωγός στο αρχικό διήγημα, ο γιος που μισούν οι γονείς του, είναι σαν να είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο, ο μονόλογός τους θα μπορούσε να αφορά το ίδιο άτομο, οι λεπτομέρειες της κάθε ιστορίας είναι σχεδόν αδιάφορες. 

Ο Μπέρνχαρντ σκηνοθετεί ξανά και ξανά τον εαυτό του, μάς μαθαίνει και τον μαθαίνουμε, δεν μπορείς να τον χορτάσεις έτσι απλά. Φτιάχνει στην τελική ένα είδος δικό του, έξω από καλούπια και συνταγές κι αυτό τον κάνει μοναδικό. Όχι, δεν πιστεύω πως φταίει η μακροχρόνια αρρώστια για την μισανθρωπιά του, δεν νομίζω πως η μοναδικότητά του μπορεί να οριστεί από την ιστορία της ζωής του. Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους που γεννήθηκε για να γράφει κι αυτό τον ορίζει, δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο. Ο Μπερνχαρντ είναι θρησκεία και δεν ξέρω κανέναν βιβλιόφιλο που θα μπορούσε να του αντισταθεί, που δεν θα κολλήσει από το πρώτο κιόλας δικό του βιβλίο που θα διαβάσει. 

Φυσικά, θα έπρεπε να γνωρίζει κανείς τι παίζεται σήμερα», είπε, «όμως μη μου πείτε τι παίζεται σήμερα. Για μένα είναι άκρως ενδιαφέρον για μια φορά να μην ξέρω τι παίζεται. Είναι μια τραγωδία; Είναι μια κωμωδία;», ρώτησε κι αμέσως είπε: «Όχι, όχι, μη μου πείτε τι είναι. Μη μου το πείτε!»
Ο άνθρωπος είναι πενήντα ή πενήντα πέντε, σκέφτομαι. 
Πρότεινε να περπατήσουμε ως την Βουλή. 
«Πάμε μέχρι τη Βουλή», είπε, «και πάλι πίσω. Περίεργο πόσο ήσυχα είναι όλα όταν αρχίσει η παράσταση. Το λατρεύω αυτό το θέατρο…»
Περπατούσε πολύ γρήγορα και μου ήταν σχεδόν ανυπόφορο να τον κοιτάζω· η σκέψη ότι ο άντρας φορούσε γυναικείες γόβες μου προκαλούσε δυσφορία.


"Πρόζα", Τόμας Μπέρνχαρντ, μετ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κριτική, 2015, σελ. 121











Υ.Γ. 42 Η μετάφραση είναι του αγαπημένου μου φίλου Βασίλη Τσαλή και βασανίζομαι. Γιατί είναι από τις μεταφράσεις του Μπέρνχαρντ που ρέουν και γοητεύουν, αλλά σκέφτομαι πως αν το πω θα θεωρηθώ προκατειλημμένη. Αλλά θα το πω, είναι από τις καλύτερες μεταφράσεις Μπέρνχαρντ που έχω διαβάσει. 


20/7/15

Ο γνωστός-άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ





Ένα οποιοδήποτε βιβλίο του να έχεις διαβάσει (και να σου έχει αρέσει, αν και πολύ δυσκολεύομαι να πιστέψω πώς αυτό μπορεί να μην συμβεί!) θα σου είναι πλέον γνωστός. Όχι όπως συμβαίνει συνήθως με βιβλία άλλων συγγραφέων που όταν τους πρωτοδιαβάζουμε θεωρούμε ότι κάναμε μια δειλή πρώτη γνωριμία με τα θέματα και το ύφος αυτών. Με τον Τόμας Μπέρνχαρντ θα νιώσεις αμέσως μια βαθύτατη οικειότητα, μια μακροχρόνια σχέση που ανοήτως θα απορείς πώς στο καλό κατάφερε να εδραιωθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!


Πολλοί συγγραφείς είναι παράφρονες, αυτοκαταστροφικοί, καταθλιπτικοί, πεισιθάνατοι, βίαιοι, μισάνθρωποι, εγκληματίες. Σίγουρα δεν θα απολάμβανες την γνωριμία μαζί τους! Όμως μέσα στα έργα τους επιζητάς διακαώς την οικειότητα, βρίσκονται εκεί για να σε βοηθήσουν, να επωμιστούν ένα μερίδιο της θλίψης σου, να δικαιολογήσουν ένα μερίδιο της μοναξιάς σου, να αποκρούσουν με ξεχαρβαλωμένες ασπίδες τα χτυπήματα της μοίρας σου, να υποβάλουν τα διαπιστευτήρια της ήττας σου. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ είναι ο καλύτερος σύμμαχός σου. “Γι' αυτό και η λογοτεχνία ποτέ δεν παραδίδεται οριστικά στην θλίψη. Γι' αυτό και η τέχνη είναι πρόσχαρη. Ακόμη και η τέχνη του Τόμας Μπέρνχαρντ”.

Οι άγνωστες πτυχές των συγγραφέων έχουν μια ισχυρή γοητεία αλλά ελάχιστη ουσία. Όταν το έργο και ο μύθος του συγγραφέα έχουν χτιστεί με τόσο στέρεα υλικά από τον ίδιο, καμία βλαβερή λεπτομέρεια δεν μπορεί να συνταράξει τα θεμέλια και κανένα εγκωμιαστικό γαλβάνισμα να ωραιοποιήσει τεχνητά την πρόσοψη. Ο μύθος απορροφά σαν δίνη τις ανούσιες λεπτομέρειες, και όχι το αντίστροφο. Ο δημιουργός γίνεται το έργο του! Αυτή η αίσθηση είναι πολύ έντονη στο συγκεκριμένο βιβλίο. Νιώθεις ότι δεν διαβάζεις ένα παράπλευρο κομμάτι του έργου, αλλά μια όψη του ίδιου του έργου. Προσπαθεί να φωτίσει τον άνθρωπο Μπέρνχαρντ και καταλήγει να φωτίζει τον συγγραφέα Μπέρνχαρντ.



Το βιβλίο ανθολογεί μερικές συνεντεύξεις του ίδιου του Μπέρνχαρντ, διάφορα περιστατικά που εξιστορούν φίλοι του καθώς και κρίσεις για το έργο του από σπουδαίους ομοτέχνους του, που προσπαθούν να ρίξουν φως στην “άγνωστη” πλευρά του ιδιόρρυθμου συγγραφέα. Ήταν τελικά τόσο μισάνθρωπος και αντικοινωνικός όσο του καταλόγιζαν; Η Αυστρία έβριθε πράγματι από ηλιθίους; Οι απαντήσεις σερβίρονται με την γνωστή ειρωνική μπερνχαρντική συνταγή και είναι στην κρίση του αναγνώστη, πόσες και ποιες θα πιστέψει.


[...] Υπάρχει ακόμα στο μυαλό σας η αυτοκτονία;

«Το σκέπτομαι. Δεν είναι όμως στα άμεσα σχέδιά μου».

Γιατί όχι;

«Από περιέργεια, νομίζω, από καθαρή περιέργεια. Θέλω να δω πού το πάει αυτή η ζωή, η περιέργεια είναι το μόνο πράγμα που με κρατάει στη ζωή».

Τι εννοείτε «το μόνο»; Άλλοι άνθρωποι δεν είναι καν περίεργοι και παρά ταύτα συνεχίζουν να ζουν.

«Μα δεν έχω τίποτα κατά της ζωής».

Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που ερμηνεύουν τα βιβλία σας ως παραινέσεις αυτοκτονίας.

«Ναι, μόνο που κανείς δεν τις ακολουθεί».


Η έκδοση είναι θαυμάσια, με ποιοτικό χαρτί, όμορφα δομημένη και με αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Μπέρνχαρντ. Τα τυπογραφικά στοιχεία της έκδοσης μού έκαναν τρομερή εντύπωση. Όχι γιατί κουβαλούν κάποια ορατή ιδιαιτερότητα αλλά γιατί όσα βιβλία του Μπέρνχαρντ έχω διαβάσει, ήταν με εκείνη την μικροσκοπική γραμματοσειρά του Εξάντα και είχα τόσο πολύ πειστεί ότι οι σκέψεις του Μπέρνχαρντ συνοδεύονται μόνο με εκείνη την συγκεκριμένη γαρνιτούρα! Η μετάφραση είναι του Θεόδωρου Λουπασάκη και είναι πολύ καλή, αν και όπως συνέβη και με την γραμματοσειρά, με ξένισε αρκετά. Οι μεταφράσεις του Βασίλη Τομανά (ασχέτως αν είναι σωστές ή όχι) έχουν επιβληθεί σαρωτικά στους αναγνώστες και δεν μπορείς εύκολα να τις αποποιηθείς. Έτσι σε αυτό το βιβλίο, η “αμβλύνοια” μετατράπηκε στην πιο σύγχρονη λέξη “ηλιθιότητα” και η “ποταπότητα” έλειψε ολοκληρωτικά ως λέξη αλλά όχι και ως έννοια μέσα στις σκέψεις που αναπτύσσονται στο εν λόγω βιβλίο. Εσχάτως, είχα διαβάσει και την μετάφραση του Βασίλη Τσαλή για την συλλογή διηγημάτων του Μπέρνχαρντ, Πρόζα, και την βρήκα πολύ όμορφη. Όμως για να κρίνω καλύτερα, θα ήθελα μια νέα μετράφραση σε ένα μεγάλο του μυθιστόρημα, εκεί όπου ο λόγος του ρέει ορμητικός και η μετάφραση πρέπει μοιραία να συντονιστεί με την ροή του. Η έκδοση ολοκληρώνεται με μια χορταστική εγκωμιαστική εισαγωγή του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Μετά την ανάγνωση δεν νιώθεις ότι διάβασες απλώς ένα βιβλίο για τον Μπέρνχαρντ αλλά ένα βιβλίο του Μπέρνχαρντ! Αν σου αρέσουν τα βιβλία του Αυστριακού, τότε θα σου αρέσει και αυτό. Συμπερίλαβέ το στην συλλογή σου και αναλογίσου με χιουμοριστική διάθεση, πόσο ποταπά ειρωνικό είναι το γεγονός ότι ο συγγραφεάς που έγραψε τόσο εξαντλητικά και διαχρονικά για τον εαυτό του, φιλοξενείται από τις εκδόσεις “Νάρκισσος”!!




Το δίπολο “γνωστός-άγνωστος” έχει να κάνει και με τους δικούς μας γιαλαντζί γνωστούς-αγνώστους που λυμαίνονται το κέντρο της Αθήνας. Κάνοντας έναν παραλληλισμό και χρησιμοποιώντας την ρητορική που αναμασούν τα σαπισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θα έλεγα ότι ο Τόμας Μπέρνχαρντ, είναι απροκάλυπτος προβοκάτορας, διασαλευτής της δημόσιας τάξης, εμπρηστικός και βομβιστικός απέναντι στις καλογυαλισμένες βιτρίνες των φιλήσυχων ανθρώπων, ένα απόβρασμα της κοινωνίας και ταραχοποιό στοχείο που βάζει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της Κυβερνώσας Ηθικής. Ας ελπίσουμε μόνο, τέτοια περιστατικά να (μην) είναι μεμονωμένα. Όπως το έχει διατυπώσει με την ταραχώδη γραφή του και ο ίδιος ο ταραχοποιός, σε μια φράση που συμπυκνώνει όλο του το έργο και κοσμεί το αυτί αυτού του υπέροχου βιβλίου:




[...] Δεν είχα ποτέ ένα πρότυπο και ποτέ δεν ήθελα να έχω. Ήθελα πάντα να είμαι μόνο ο εαυτός μου και έγραψα μόνο όσα σκέφτηκα ο ίδιος. Όσο μακρύτερα μπορώ να αναφερθώ στο παρελθόν, με θεωρούσαν γενικά ταραχοποιό. Παρέμεινα πάντοτε ταραχοποιός, σε κάθε μου ανάσα, μέσα σε κάθε γραμμή που έγραψα. Η ζωή μου ολόκληρη ως ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από σταθερή βούληση να ενοχλώ και να ερεθίζω.


Σπάσ' τα όλα, Τόμας!


                                                                                                            Μαραμπού

"Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ", Τ. Μπέρνχαρντ, Ε. Γέλινεκ, Μ. Ρ. Ρανίτσκι, Α. Μίλλερ, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν,Μπότο Στράους, κ.ά., μετ. Θεόδωρος Λουπασάκης, εκδ. Νάρκισσος, 2005, 395 σελ.

19/6/14

Die (Bern)hard του Μαραμπού


       


Θα ξεκινήσω από το συμπέρασμα: αυτός ο συγγραφέας είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει! Υπάρχουν συγγραφείς που μας είναι αγαπητοί για διάφορους λόγους, που κατά περιόδους τους αποκαλούμε αγαπημένους χωρίς να θέλουμε να εξηγήσουμε περισσότερα. Οι “αγαπημένοι” ενέχουν και μια υποψία τρυφερότητας, όμως εκείνοι που πραγματικά συνταράσσουν τον κόσμος μας πρέπει να είναι ολίγον οχληροί, μισητοί και προσβλητικοί. Πάντοτε, μου προκαλούσε θυμηδία η φράση “Αυτός ο συγγραφέας άλλαξε την ζωή μου!”, ίσως γιατί άκουγα τα ονόματα των συγγραφέων και κατ' επέκταση σχημάτιζα εντελώς προκατειλημμένος, μια εντύπωση για την ζωή (που μόλις είχε αλλάξει!) του αναγνώστη. Γενικά, θεωρούσα την φράση κάπως υπερβολική, να συμβάλει στην αλλαγή της ζωής μου, ναι, αλλά να αποτελέσει το σημείο καμπής, το μέγα γεγονός, αυτό με ενοχλούσε, ένιωθα κάπως χειραγωγημένος, θλιβερή μαριονέτα, καταλαβαίνετε!

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν αποτέλεσε εξαίρεση, αν και συνέβαλε πιο δραστικά στην “αλλαγή”, γιατί όπως συνήθως λέγεται για τα εξελιγμένα αναλγητικά, ήταν διπλής δράσεως! Η περίπτωση Μπέρνχαρντ είναι ιδιάζουσα γιατί καταφέρνει να γίνει ενοχλητικός και με τον τρόπο γραφής του αλλά και με τα γραφόμενά του. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα εξωτερικά στοιχεία της γραφής του: ο λόγος του είναι τόσο χειμαρρώδης που θα σταματήσει μόνο στην τελευταία τελεία! Μην αυταπατάσαι, δεν ελέγχεις εσύ την ροή του λόγου, εκείνη σε ελέγχει, και αν νομίζεις ότι βγήκαμε για βαρκάδα, καλύτερα κατέβα πριν αρχίσει η ταραχή! Γι' αυτό εξάλλου και δεν χρειάζονται οι παράγραφοι! Η απουσία τους γίνεται οδυνηρά ενοχλητική όταν έρθει η ώρα να σταματήσεις την ανάγνωση για λόγους φυσικής αναγκαιότητας, θες να κοιμηθείς και το κείμενο σε περιπαίζει, γελάει μαζί σου, με την ανημπόρια σου, άντε στο διάολο, κρεμόμουν εξαντλημένος στην πρώτη τελεία της αριστερής σελίδας και έκλεινα το βιβλίο με θυμό. Τα βιβλία του έχουν εκατοντάδες επαναλήψεις λέξεων και ολόκληρων φράσεων, που προσδίδουν μια απίστευτη μουσικότητα και ρυθμό στο κείμενο, σχεδόν ακούς μουσική.


Σχεδόν όλα τα βιβλία είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έτσι ώστε έχεις την εντύπωση πως ό,τι λέγεται απηχεί τις απόψεις του ίδιου του συγγραφέα. Αυτή η εντύπωση ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Μπέρνχαρντ σπάνια αναφέρει (μπορεί και καθόλου) το όνομα του κεντρικού χαρακτήρα, νομίζοντας ότι δεν δανείζει φωνή σε κανέναν, απλώς κάθεται και μας αραδιάζει τα πιστεύω του! Αυτό μπορεί να είναι θανάσιμη παγίδα για άλλους συγγραφείς, στον Μπέρνχαρντ όμως είναι απαράμιλλα γοητευτικό. Τα αποσπάσματα που μπορείς να επιλέξεις είναι πάμπολλα, αν και καταλαβαίνεις αμέσως ότι, έτσι κολοβό καθώς είναι, χάνει μεγάλο μέρος της γοητείας που του πρόσφερε η συνεκτικότητα που είχε με το προηγούμενο κείμενο καθώς και εκείνη που θα έχει με το επόμενο. Επέλεξα ένα απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου (μιλάω για τον Αφανισμό, που διάβασα τελευταίο) γιατί το βρήκα επίκαιρο με την ηλίθια μόδα των selfie που επικρατεί τελευταία.

...περιφρονώ τους ανθρώπους που διαρκώς φωτογραφίζουν και όλην την ώρα περιδιαβαίνουν με τη φωτογραφική τους μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Διαρκώς αναζητούν ένα θέμα και φωτογραφίζουν τα πάντα ανεξαιρέτως, ακόμα και τα πιο ανόητα. Διαρκώς δεν έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους παρά μόνο να ποζάρουν και πάντοτε όσο αποκρουστικότερα γίνεται, πράγμα που όμως οι ίδιοι δεν τον συνειδητοποιούν. Φυλακίζουν στις φωτογραφίες τους ένα διεστραμμένα παραμορφωμένο κόσμο, που δεν έχει τίποτε κοινό με τον πραγματικό εκτός απ' αυτήν την διεστραμμένη παραμόρφωση, για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι. Το φωτογραφίζειν είναι μια ποταπή μανία, που έχει αγκαλιάσει σιγά σιγά ολόκληρη την ανθρωπότητα, επειδή η ανθρωπότητα είναι όχι μόνο ερωτευμένη αλλά ξετρελαμένη με την παραμόρφωση και τη διαστροφή, και πράγματι, φωτογραφίζοντας, αντιλαμβάνεται με τον καιρό ως πραγματικό τον παραμορφωμένο και διεστραμμένο κόσμο. Οι φωτογραφίζοντες διαπράττουν ένα από τα ποταπότερα εγκλήματα που μπορούν να διαπραχθούν, αφού στις φωτογραφίες τους κάνουν τη φύση διεστραμμένη γκροτέσκα εικόνα. Οι άνθρωποι είναι στις φωτογραφίες τους γελοίες, διεστραμμένα αγνώριστες, ναι, ακρωτηριασμένες κούκλες, που τρομαγμένες κοιτάζουν απλανώς τον ποταπό φακό τους, αμβλύνοα, αντιπαθητικά. Το φωτογραφίζειν είναι ένα χαμερπές πάθος, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ζώνες της γης και όλα τα στρώματα του πληθυσμού, μια αρρώστια, από την οποία πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα και από την οποία δεν πρόκειται ποτέ πια να γιατρευτεί.

Η πλοκή των βιβλίων του είναι μηδαμινή, η γραφή και η ανάγνωσή τους είναι μόνο εγκεφαλική, οι εικόνες που δημιουργούνται είναι ελάχιστες. Ο Μπέρνχαρντ ασκεί μια έντονη κριτική προς πάσα κατεύθυνση, καθιερώνει μια πολεμική, συντάσσει ένα πολιτικοκοινωνικό μανιφέστο. Όπως ο Τζόυς τα έβαλε με την μισητή του Ιρλανδία, έτσι και ο Μπέρνχαρντ τα βάζει πρώτα με τα του (κάποτε αυτοκρατορικού) οίκου του για να μπορεί στην συνέχεια ανενόχλητος να τα βάλει με όλον τον κόσμο! Η Αυστρία και η μόνιμη κατάπτωσή της αποτελεί το μόνιμο θέμα του. Η οικουμενικότητα όμως των σκέψεών του θα αγγίξει πολλούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, και όχι μόνο τους Αυστριακούς, για τους οποίους εξάλλου, αμφιβάλλει αν μέσα στην αμβλύνοιά τους μπορούν να καταλάβουν το οτιδήποτε!

...ζούμε πάντοτε με την πλάνη ότι, όπως έχουμε εξελιχθεί εμείς, άσχετα προς τα πού, έχουν εξελιχθεί και οι άλλοι, μα αυτό είναι πλάνη, οι περισσότεροι έχουν μείνει στάσιμοι και δεν έχουν καθόλου εξελιχθεί, ούτε προς την μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση, δεν είναι ούτε καλύτεροι ούτε χειρότεροι, έχουν μόνο γίνει γέροι και, με τούτο, στον ύψιστο βαθμό αδιάφοροι. Πιστεύουμε ότι θα αιφνιδιαστούμε από την εξέλιξη ενός ανθρώπου που έχουμε πολύ καιρό να τον δούμε, μα, όταν τον ξαναβλέπουμε, αιφνιδιαζόμαστε μόνο από το ότι δεν έχει εξελιχθεί καθόλου, από το ότι είναι μόνο κατά είκοσι χρόνια πιο γέρος και αντί να έχει καλή μορφή, έχει τώρα χοντρή κοιλιά και μεγάλα κακόγουστα δαχτυλίδια στα χοντρά δάχτυλα, που μας φαίνονταν κάποτε πολύ όμορφα.

Οι λέξεις που επαναλαμβάνονται με την μεγαλύτερη συχνότητα στα βιβλία του είναι η “ποταπότητα” και η “αμβλύνοια”, αμφότερες ενδεικτικές της κοσμοθεώρησής του. Ειδικά, η λέξη “αμβλύνοια” με εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, είναι πιο δυνατή από τις συνώνυμες “ηλιθιότητα” και “βλακεία”, ίσως γιατί πια απαντάται ελάχιστα, και αποτελεί έξυπνη επιλογή του μεταφραστή, που λειτουργεί εξόχως ιδανικά μέσα στον λόγο του Μπέρνχαρντ. Πολλοί μεταφραστές έχουν συνδυαστεί στο μυαλό μας με τα κείμενα που έχουν μεταφράσει, ως οι μόνοι ικανοί και αρμόδιοι για μια τέτοια απαιτητική δουλειά. Ο Βασίλης Τομανάς είναι ένας τέτοιος μεταφραστής, διαβάζεις και αντιλαμβάνεσαι αμέσως ότι πέρα όλων των άλλων, αν μη τι άλλο και πάνω από όλα, απολαμβάνει πρώτος αυτός το κείμενο που μεταφράζει!



Υπάρχει μια φωτογραφία που απεικονίζει τον Τόμας Μπερνχαρντ να γλείφει ένα μικρό χωνάκι παγωτό. Αυτή η εικόνα είναι πολύ συνδηλωτική των γραπτών που έγραψε αυτός ο συγγραφέας. Το παγωτό, σύμβολο παιδικότητας, φανερώνει μια διάθεση να πει αλήθειες με την αφέλεια και την άγνοια που κουβαλά ένα μικρό παιδί, διατηρώντας όμως την πονηριά και την ειρωνεία ενός ενήλικα, που μας τις πετάει κατάμουτρα, ανενδοίαστα και ασταμάτητα, χωρίς να μπορούμε να του προσάψουμε τίποτε, όπως θα κάναμε απέναντι και σ' ένα παιδί.

H ανάγνωση του Μπέρνχανρτ είναι δύσκολη, απαιτεί υπομονή και έντονη και συνεχή συνειδητότητα. Η γραφή του από την άλλη, είναι πυρωμένη, καίει συνειδήσεις, συναισθήματα και εν τέλει πυρπολεί τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το λέει και ο Μίλτος Πασχαλίδης σε κάποιο από τα τραγούδια του, αν δεν φαντάζεσαι φωτιές με κάρβουνα μην παίζεις.

                                                                                                              Μαραμπού

21/5/14

"Μπετόν", Thomas Bernhard





Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ώριμης περιόδου του συγγραφέα είναι το «Μπετόν» του Τόμας Μπέρνχαρντ που εκδόθηκε την ίδια χρονιά με τον «Ανιψιό του Βίτγκενσταιν» και μοιάζει πολύ και με τους «Φτηνοφαγάδες». Πρόκειται για έναν μικρό, σχεδόν παραληρηματικό μονόλογο ενός άντρα που δεν κατάφερε ποτέ τίποτα να ολοκληρώσει στην ζωή του.

Ο Ρούντολφ είναι  προσπαθεί δέκα χρόνια να γράψει μια πραγματεία για τον Μέντελσον Μπαρτόλντυ, αλλά αυτή η αρχική φράση του διαφεύγει. Κατηγορεί την αδελφή του για αυτό, και τις συνεχείς αντιπνευματικές της παρεμβάσεις, την ασθένεια του, το μέρος, το σπίτι του, τον κακό του τον καιρό. Αποφασίζει να φύγει και να πάει στην Μαγιόρκα που είναι το κλίμα ευκολότερο για την σαρκοείδωση του. Ούτε κι εκεί όμως έρχεται η πολυπόθητη συγκέντρωση.

Ο Ρούντολφ είναι ένας χαρακτηριστικός άντρας του Μπερχαρντικού σύμπαντος∙ μόνος στα σαρανταοκτώ του, δεν μπορεί να ανεχτεί ούτε καν την αδελφή του που όπως αποδεικνύεται νοιάζεται για αυτόν και τον αγαπά, ζει απομονωμένος στο πατρικό του στο Πάισχαμ, ενώ κάποτε ζούσε την πολύβουη ζωή της Βιέννης. Ένας άντρας αποτραβηγμένος από τους φίλους του, που δεν τελείωσε όποιες σπουδές κι αν ξεκίνησε, δεν δούλεψε ποτέ, ένας άνθρωπος που συνειδητοποιεί σε όλο της το μεγαλείο τη ζωή ως ανίατη ασθένεια.

Μέσα από το δίχως παραγράφους κείμενο ο συγγραφέας στηλιτεύει μια ολόκληρη γκάμα κοινωνικών συνθηκών, τον εύκολο πλουτισμό, τις τάχαμου φιλανθρωπίες, την πολιτική, τα «καλλιτεχνικά σαλόνια», τις εκκεντρικότητες. Και φυσικά αναδεικνύει και την ματαιότητα της απομόνωσης, της κατηγορίας των άλλων για τις δικές μας αδυναμίες. Ο ήρωας του- που τόσο του μοιάζει, και που τόσο μοιάζει με πολλούς από τους ήρωες του- είναι αδύναμος, τυλιγμένος στις φοβίες, ανίκανος να ανταποκριθεί στα βασικά κοινωνικά καθήκοντα με οποιονδήποτε τρόπο. Ένας εν δυνάμει συγγραφέας που δεν έγραψε τίποτα ποτέ.

Το «Μπετόν», αν και μου πήρε κάποιες μέρες να το διαβάσω, ήταν η παρηγοριά μου σε μια περίοδο που το διάβασμα έμοιαζε περισσότερο αγγαρεία παρά ευχαρίστηση. Στην αρχή φοβήθηκα πως ούτε κι αυτό θα με έβγαζε από την αναγνωστική ανία. Όμως τελικά ο Μπέρχαρντ έκανε καλά τη δουλειά του. Κλείνοντας την τελευταία σελίδα του επαναληπτικού σύμπαντός του συνειδητοποίησα- όχι δίχως κάποια θλίψη- πως η λαχτάρα μου για διάβασμα επέστρεψε.


«Μπετόν», Τόμας Μπέρνχαρντ, μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. Εστία, 2008, σελ. 183 


17/7/13

"Οι φτηνοφαγάδες", Thomas Bernhard



Ο Τόμας Μπέρνχαρντ ήταν αναμφίβολα ειδική περίπτωση ανθρώπου, πόσο μάλλον λογοτέχνη. Ο μπάσταρδος γιος ενός πατέρα που δεν τον αναγνώρισε ποτέ, έκλεισε μέσα του μια οργή που εκφραζόταν συχνά πυκνά, όχι για την καταγωγή του αλλά για τη χώρα που μεγάλωσε και τη μητρική του γλώσσα – πατρίδα φυσικά δεν είναι μόνο η χώρα που γεννηθήκαμε. Η γραφή του με τη σπειροειδή επανάληψη, τόσο λέξεων, όσο και φράσεων και τελικά νοημάτων, βγάζει έντονη την ανάγκη για μουσικότητα, σε ωθεί να διαβάζεις που και που δυνατά ολόκληρα κομμάτια στη σειρά έτσι που τελικά οι λέξεις χάνουν την αρχική τους αξία και βρίσκουν μιαν άλλη δυνατότερη.

Τα κείμενά του συνήθως αγνοούν τις παραγράφους, αλλά σέβονται τη στίξη, σπάνε τους κανόνες για να δημιουργήσουν μια σειρά δικούς τους, κι αυτό που τα σώζει είναι η πρωτοτυπία των ιδεών του ίδιου του Μπέρνχαρντ, η προκλητική στάση των ηρώων του απέναντι στη ζωή και φυσικά το χιούμορ. Κάθε σοβαρός έξυπνος άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του καταλαβαίνει πως η μόνη οδός διαφυγής από την κυνικότητα και την κρεμάλα είναι τελικά λίγη γελοιότητα.

«Οι Φτηνοφαγάδες» είναι ένα σχετικά μικρό βιβλιαράκι που θα μπορούσε και να διαβαστεί απνευστί, ο ρυθμός το επιτρέπει, αλλά ποιός θα ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο, να προσπεράσει τα επιμέρους και να μείνει στα βασικά. Με τα χρόνια και την τριβή έχω καταλήξει πως ο Μπέρνχαρντ πρέπει να διαβάζεται σαν ποιητής, αργά -κάποτε μεγαλοφώνως- κοιτώντας που και που το ταβάνι. Και πάντοτε στη μοναξιά. Θα ήταν ιεροσυλία διαφορετικά.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Κόλερ είναι ένας άνθρωπος μονόχνωτος, που ζει μόνος και συγγράφει για χρόνια ολόκληρα τη «Φυσιογνωμική» του. Ένα έργο υψίστου φιλοσοφικής σημασίας που ολοκληρώνεται μονάχα με το βιβλίο που επιγράφεται «Οι Φτηνοφαγάδες», δηλαδή τέσσερεις άνθρωποι σε ένα φτηνιάρικο εστιατόριο που παραγγέλνουν πάντοτε το πιο φτηνό πιάτο. Ευτυχία της ζωής του είναι πως κάποτε τον δάγκωσε ένας σκύλος που ανήκε σε έναν βιομήχανο και αναγκάστηκαν να του ακρωτηριάσουν το πόδι. Έτσι ζει με τα λεφτά της αποζημίωσης και μπορεί να ολοκληρώσει το έργο του.

Ο αφηγητής είναι ο μοναδικός άνθρωπος κάπως κοντινός στον Κόλερ, αλλά κι αυτός κάποιες φορές μετά βίας τον ανέχεται. Ο Κόλερ είναι χαρακτηριστικός ήρωας στο μπερνχαρντικό σύμπαν, ένα άτομο που επιλέγει να αποκοπεί από τον κοινωνικό ιστό, αλλά τελικά επιδιώκει την αποδοχή και την εξύψωση ακριβώς από αυτούς που σιχαίνεται και χλευάζει. Δεν μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους, ούτε με τους Φτηνοφαγάδες του που τους σκέφτεται συνέχεια λόγω της μελέτης του αλλά ποτέ δεν γίνονται φίλοι του, ούτε με τον αφηγητή που είναι μαζί από παιδιά. Θέλει όμως να είναι πρώτος και να ξεχωρίζει.

Το μικρό μυθιστόρημα θα μπορούσε να είναι και φιλοσοφικό δοκίμιο. Έχει όμως η τρέλα της πένας του συγγραφέα μια κρυφή ρωγμή που σε αναγκάζει να το θεωρήσεις λογοτεχνία. Ο Μπέρνχαρντ αγαπά τον λόγο, να τον διασπά, να τον συμπτύσσει, να τον ζουλά και να τον απομακρύνει κι έπειτα να μας τον δίνει λαχταριστό, έτοιμο για να ανάγνωση· κι αυτή είναι η πρώτη ύλη της τέχνης κι όχι της απλής σκέψης.

«Οι φτηνοφαγάδες», Τόμας Μπέρνχαρντ, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, 1998

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο όλο και καλύτερο bookstand  στις 8-3-2013

15/3/12

«Ο Ανιψιός του Βιτγκενστάιν», Thomas Bernhard




Διαβάζοντας το «Ο Ανιψιός του Βιτγκενστάιν» είναι μια καθαρά Μπέρνχαρντ-ική εμπειρία. Στη μικρή νουβέλα ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο η κοσμοθεωρία του, σχεδόν σα να πρόκειται για ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό, αν και δεν αποτελεί μέρος της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του. Ήρωας, ένας φυματικός συγγραφέας που μας περιγράφει την ιδιότυπη φιλία του με τον τρελό ανιψιό του φιλόσοφου Βιτγκενστάιν, μια καλτ φιγούρα της Βιέννης που σκόρπισε απλόχερα την περιουσία του στους κατ’ επάγγελμα φτωχούς της πόλης κι έπειτα έμεινε μετέωρος ανάμεσα στα τρελοκομεία και την πραγματικότητα μιας φτωχικής ζωής.

Το μυθιστόρημα κυλά κατά τα γνωστά στους αργούς ρυθμούς του Μπέρνχαρντ, νομίζει ο εξωτερικός παρατηρητής ότι δεν γίνεται τίποτα, ενώ ταυτόχρονα γίνονται τα πάντα. Η έκδηλη αποστροφή του συγγραφέα για καθετί Αυστριακό, μια εξαιρετική σκηνή κατά την παράδοση ενός λογοτεχνικού βραβείου, η απέχθειά του για τους πλούσιους που περνούν τη ζωή τους μόνο ως τέτοιοι, φιγουράρουν εδώ με μεγαλύτερη ένταση. Κι όμως νιώθεις την  τρυφερότητα που βγαίνει από τα κάπως άκαμπτα και επαναλαμβανόμενα λόγια του για την ανθρώπινη φύση, μπαίνεις στη διαδικασία να ψάξεις μέσα σου κείνα που ίσως για καιρό είχες αφημένα στην άκρη γιατί ενοχλούν και τσούζουν, έχεις την αίσθηση του ανήκειν. Ναι, αισθάνεσαι σαν να μοιάζει αυτό που ζεις με αυτό που περιγράφεται, κι ας είναι ένας κόσμος γεμάτος σανατόρια, τρελοκομεία, Βιέννη, φιλοσόφους, πλούσιους. Περίεργο.

Η αγάπη μου για τον Αυστριακό συγγραφέα ξεκίνησε νωρίς. Μένουν αρκετά βιβλία του να διαβάσω όμως. Κι αυτό με κάνει χαρούμενη πολύ. Σα να έχω αποκούμπι ακόμα.  



«Ο Ανιψιός του Βιτγκενστάιν», Τόμας Μπέρνχαρντ, μετ. Δημ. Βάρσου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1989, σελ.98


28/1/12

Βιβλιοπροτάσεις :" Διόρθωση", Thomas Bernhard


Συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο μου είναι να μιλήσω για ένα έργο του Μπέρνχαρτ μόλις καταπιάστηκα με το κείμενο αυτής της ανάρτησης. Δεν είναι πως δεν έχω κάτι να πω, το αντίθετο μάλλον, είναι τόσα αυτά που θα ήθελα να πω που μπλέκονται και γίνονται κουβάρι. Θα αντισταθώ, και δεν θα κάνω ούτε προσχέδιο, ούτε σχεδιάγραμμα, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πριν τρία χρόνια που ξεκίνησα το μπλογκ πως οι αναρτήσεις θα είναι αυθόρμητες, δε θα μοιάζουν με εργασία ή έκθεση, ούτε θα ακολουθούν κλασικούς κανόνες κριτικής.

Η "Διόρθωση" είναι το έργο του Αυστριακού συγγραφέα που με συγκλόνισε περισσότερο. Η γραφή του, με τις συνεχείς επαναλήψεις, τις αντιγραφές, τα αφηγηματικά παιχνίδια, μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη που καταπιάνεται πρώτη φορά με έργο του. Όμως μέσα από αυτή τη μανία με τη φόρμα, αυτό που ξεπηδάει είναι ατόφια, ειλικρινής συγγραφική έμπνευση- σα να γίνεται η τελετουργία μέρος της αφήγησης.

Στο πρώτο μέρος, ο αφηγητής του μυθιστορήματος επιχειρεί να τακτοποιήσει τα χειρόγραφα του φίλου Ρόιτχαιμερ, που αυτοκτόνησε αφού έκτισε τον «Κώνο», ένα κτήριο που θεωρούσε πως θα κάνει την αδελφή του ευτυχισμένη, αλλά την οδήγησε στον θάνατο, μόλις πάτησε το πόδι της μέσα. Ο Ρόιτχαιμερ άφησε τον «Κώνο» στο κράτος με μόνη παράκληση να τον αφήσει να χαθεί, να τον αναλάβει η Φύση. Ο αφηγητής αποφασίζει να ζήσει στην σοφίτα που έζησε ο φίλος του, και σιγά σιγά νιώθει πως όλες του οι σκέψεις θα μπορούσαν να είναι εκείνου, πως χάνεται. Στο δεύτερο μέρος η αφήγηση μπλέκεται με το ίδιο το χειρόγραφο του Ρόιτχαιμερ, που ο συγγραφέας του φαίνεται να διορθώνει συνεχώς, ως να οδηγηθεί στην τρέλα και την αυτοκτονία- στις διορθώσεις λαμβάνει μέρος κι ο ίδιος ο αφηγητής.

Τα αγαπημένα θέματα του Μπέρνχαρτ, ο θάνατος και το νόημα της ύπαρξης, φτάνουν εδώ στα όρια τους, οδηγούν τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό και κάπως κλειστοφοβικό σύμπαν, που είναι η ουσία όλου του μυθιστορήματος. Κάποιοι λένε πως αυτό είναι ένα κείμενο για το άγχος του συγγραφέα που ολοένα διορθώνει τα κείμενά του, άλλοι πως μιλά για την προσπάθεια της Αυστρίας να διασκευάσει και να διορθώσει την πρόσφατη ιστορία της και τη συνεργασία με τους Ναζί, κι άλλοι πως πρόκειται για την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας σε έναν κόσμο που δεν έχει καμία σταθερά.  Όπως κι αν το δει κανείς πάντως, η "Διόρθωση" είναι από τα βιβλία εκείνα που μετανιώνει κανείς αν δεν τα έχει διαβάσει πριν πεθάνει.  

13/6/09

Η Ξύλευση



O Thomas Bernhard είναι από τους συγγραφείς που αγαπώ. Η «Διόρθωση» θα μείνει σκαλωμένη στη μνήμη μου. Τα δικά του βιβλία, η αντιφατική ζωή και προσωπικότητά του πάντα ήταν ένα αίνιγμα κάπως δυσεπίλυτο και τελικά τόσο οικείο που δεν υπήρχε επιστροφή. Έτσι και με την «Ξύλευση», μια νουβέλα, στατική κι όμως εντελώς ξεσηκωτική. Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται όλη σε ένα καλλιτεχνικό δείπνο. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής κάθεται σε μια μπερζέρα κι αναλογίζεται το μίσος του για τον καλλιτεχνικό κόσμο γύρω του, την αυθεντικότητα μιας πρόσφατα αυτόχειρος φίλης του, που ποτέ δεν κατάφερε να γίνει μεγάλη καλλιτέχνις, την αποστροφή του για το δήθεν που τον περιτριγυρίζει. Η βραδιά κρατά σε μάκρος γιατί περιμένουν έναν ηθοποιό, τιμώμενο πρόσωπο του δείπνου να τελειώσει με την παράσταση της Αγριόπαπιας.


Το βιβλίο με τον γνωστό μονότονο, αλλά και υποβλητικό τρόπο του Αυστριακού συγγραφέα φέρνει στο τέλος τον αφηγητή σε ένα τρελό δρόμο μέσα στη Βιέννη, όπου συνειδητοποιεί πως αγαπά να μισεί την πόλη του κι αγαπά να μισεί τους ανθρώπους του. Αλλά τελικά είναι ένα με αυτούς, τους ανήκει και του ανήκουν.


Η κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή είναι δύσκολη τέχνη. Μπορεί στιγμές στιγμές να γίνει βαρετή ή αφόρητη. Στην πρώτη περίπτωση συζητάμε για ένα μέτριο καλλιτεχνικά βιβλίο, στη δεύτερη για ένα αριστούργημα. Γιατί το να μετουσιώσεις την απόγνωση που νιώθουμε μπροστά στα άλυτα φιλοσοφικά ερωτήματα σε τέχνη που μιλά βαθιά και ανθρώπινα, είναι τελικά ένας σκοπός ανώτερος μεν, ουσιαστικά πάντα άυλος και ανέφικτος, δε.