10/8/22

"Ακριβώς σαν εσένα", Nick Hornby




Ομολογώ πως νιώθω ανακούφιση κάθε φορά που διαβάζω κάποιο βιβλίο του Νικ Χόρνμπυ, σαν να είναι το καλά κρυμμένο αναγνωστικό μου μυστικό. Τα βιβλία του με βγάζουν ασπροσπόσωπη κάθε φορά, έχουν αρχή, μέση, τέλος, ολοκληρωμένους χαρακτήρες, μία κεντρική ιδέα. Και δεν είναι πως είναι εύπεπτα ή του σωρού, απλώς αρκείται στη συγγραφική του δεινότητα, δεν έχει όρεξη για παραπάνω πειραματισμούς κι έχω καταλήξει πως αυτό με ξεκουράζει.

Έτσι και στο «Ακριβώς σαν κι εσένα» ασχολείται με δυο βασικά ζητήματα, το Μπρέξιτ και την ανισότητα στις σχέσεις∙ και το κάνει καλά, χωρίς μικρότητες. Κεντρικοί ήρωες είναι η Λούσυ, μια 42χρονη καθηγήτρια Αγγλικών που μόλις έχει χωρίσει από τον εθισμένο σύζυγό της και ζει με τα δυο αγόρια της, που είναι ακόμα σε ηλικίες δημοτικού, και ο Τζόζεφ, ένας 22χρονος έγχρωμος νεαρός που προσπαθεί να μιξάρει μουσική, ενώ δουλεύει σε ένα κέντρο αναψυχής κι ένα χασάπικο. Εκεί, στο χασάπικο γνωρίζονται οι δυο τους, εκείνη του ζητά να κάνει μπέιμπι σίτινγκ στα αγόρια της όσο προσπαθεί να φλερτάρει με συνομήλικούς της άντρες. Τελικά ερωτεύεται τον Τζόζεφ. Οι δυο τους είναι πολύ διαφορετικοί, έχουν διαφορετικές παρέες, άλλες πολιτικές απόψεις κι άλλους τρόπους να διασκεδάζουν. Στην αρχή κρατάνε τη σχέση τους κρυφή, τίποτα όμως δεν μένει κρυφό για καιρό. Και τότε αρχίζει το ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Πώς αντιδρά καθένας από το περιβάλλον τους στην είδηση, αλλά και στη θέα τους, ως ζευγάρι.

Ο Χόρνμπυ χειρίζεται το θέμα του Μπρέξιτ εξαιρετικά, χωρίς φανατισμούς. Σε όλους δίνει δίκιο, σε όλους άδικο, καταγράφει τη βασική ανισότητα, αλλιώς τα βλέπεις ως έγχρωμος σε εργατική κατοικία, διαφορετικά ως κάτοικος εύπορου προάστιου. Ίσως να είναι ο πιο νηφάλιος από όσους προσπάθησαν να το χειριστούν τόσο νωρίς. Η κεντρική του ιστορία, του έρωτα μιας 42χρονης λευκής χωρισμένης μάνας με τον 22χρονο μαύρο ντι τζέι, έχει κάποια κλισέ, αλλά δεν μένει σε αυτά, προχωρά παρακάτω, δείχνει μια κοινωνία που αργά σταθερά, όχι ολόκληρη φυσικά, αλλάζει νοοτροπία και συμπεριφορά. Αυτό το βιβλίο δεν θα μπορούσε να γραφτεί εκατό χρόνια πριν κι αυτό είναι το ελπιδοφόρο.

Κατανάλωσα το βιβλίο του Χόρμπυ μέσα σε ένα Σαββατοκύριακό. Αυτή είναι η δουλειά του, να σε κοιμίσει γλυκά με την πλοκή κι έπειτα να σε βάλει να αναρωτηθείς για όλα όσα κοινότοπα τσαμπουνάς κι εσύ όλη την ώρα. Για τα κλισέ που μεγεθύνονται και καταλαμβάνουν τη ζωή σου. Για τον έρωτα, και τι στο καλό είναι αυτό που δένει τους ανθρώπους. Για το μέλλον, κι αν έχει σημασία η οποιαδήποτε επένδυση σε αυτό. Και για την πολιτική, που κυβερνάει τη ζωή μας κι εμείς κάνουμε πως δεν την καταλαβαίνουμε. Ή μήπως επίτηδες θέλουν να μην την καταλαβαίνουμε; Μου ταιριάζει ο τρόπος γραφής των Άγγλων κι ας είναι τα προβλήματα τους του «πρώτου κόσμου». Βαρέθηκα τη μιζέρια του "τραύματος", που είναι τόσο της λογοτεχνικής μοδός τα τελευταία χρόνια, θέλω και βιβλία καθαρά, σαν κι αυτό. Ενδιάμεσα από τη φρίκη.


                                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Ακριβώς σαν εσένα, Νικ Χόρνμπυ, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκη, 2022, σ. 418 



29/7/22

"Λατρεία", Hannah Kent

 




Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς -λίγοι- που ξέρεις με το πρώτο πως σου ταιριάζουν, πως θα τους ακολουθείς στα χρόνια που θα έρθουν και θα διαβάζεις ό,τι γράψουν. Αυτό μου συνέβη όταν διάβασα πρώτη φορά τα Έθιμα ταφής της Χάνα Κέντ, ήξερα πως ποτέ δεν θα με απογοητεύσει, κι ας ήταν τότε πολύ μικρή ηλικιακά και άγνωστη. Η πεποίθησή μου εδραιώθηκε με τους Καλούς, που έμοιαζαν σε κάποια σημεία με τα Έθιμα ταφής. Και τώρα έχουμε τη Λατρεία.

Ενδιάμεσα άκουσα την Κεντ να μιλάει ζωντανά για τη λογοτεχνία και τα βιβλία της, για τη ζωή της και την κοσμοθεωρία της -μια νεαρή γυναίκα να μιλά με την ωριμότητα σοφής- και βεβαιώθηκα: μου ταιριάζει. Θα μου πεις είναι απαραίτητο; Πόσες φορές γνωρίσαμε συγγραφείς που αγαπάμε από κοντά και διαφωνήσαμε σφόδρα; Δεν είναι απαραίτητο. Είναι όμως ευτυχής η συγκυρία, όταν η συγγραφέας σε μαγεύει και ως ομιλήτρια.

Πρωταγωνίστρια στη Λατρεία είναι η Χάνε Νουσμπάουμ, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι που ζει μαζί με την οικογένειά της το 1836 σε μια κοινότητα Παλαιολουθηριανών στο Κάι της Πρωσίας. Προκειμένου να αποφύγουν τις διώξεις για την πίστη τους, όλη η κοινότητα μαζί αποφασίζει να μεταναστεύσει και να πάει στη Νότια Αυστραλία. Όσο η Χάνα ζει ακόμα στο Κάι, αποκτά μια νέα φίλη, την Τέα. Και η αγάπη τους ανθίζει. Μια αγάπη διαφορετική από των άλλων κοριτσιών, που ούτε και οι ίδιες μπορούν πλήρως να προσδιορίσουν, αλλά σιγά σιγά αρχίζει να ορίζει όλη τους την ύπαρξη.

Όλα όσα ήξεραν η Χάνα και η Τέα ανατρέπονται στο εξάμηνο ταξίδι για την Αυστραλία στα έγκατα της Κίρκης, ενός σαπιοκάραβου. Το πλοίο είναι πολύ μικρό για τόσους ανθρώπους, το φαγητό ελάχιστο, οι ασθένειες και οι κίνδυνοι πολλοί. Δεν είναι λίγοι αυτοί που θα χαθούν σε αυτή την προσπάθεια, ούτε τα πράγματα θα είναι ρόδινα όταν φτάσουν. Βεβαίως ούτε οι ίδιοι, ως άποικοι, θα φερθούν καλά στις ιθαγενείς φυλές που ζουσαν εκεί εκατοντάδες χρόνια. 

Η Λατρεία είναι ένα μυθιστόρημα για τη ζωή και τον θάνατο, αλλά κυρίως για το θαύμα της πίστης και της αγάπης. Μια περίεργη ιστορία αφοσίωσης (Devotion είναι ο αγγλικός τίτλος, αν και βέβαια υπάρχουν λόγοι που στα ελληνικά μετατράπηκε σε Λατρεία). Η κοινότητα των Παλαιολουθηριανών είναι φτωχή, αγροτική και κοινοτροφική, προσκολλώνται ο ένας στον άλλον, πιστεύουν άκαμπτα για την αλήθεια της δικής του πίστης. Είναι δουλευτάδες και αγαπούν την οικογένειά τους. Δεν είναι φυσικά ανεκτικοί σε μια queer αγάπη, όπως αυτή των κοριτσιών, όμως στην πραγματικότητα δεν μπορούν και να την αποτρέψουν, ο έρωτας δεν ρωτά. Το βιβλίο δεν είναι τυχαία αφιερωμένο στη γυναίκα της Χάνα Κεντ και τα δυο τους παιδιά.

Η συγγραφέας δεν δίστασε να κάνει αυτό που δεν κάνει κανένας γραφιάς, στη μέση του βιβλίου της. Δεν μπορώ να σας αποκαλύψω τι, πρέπει να έχετε τη χαρά να το ανακαλύψετε μόνοι. Κι αφού το έκανε, δεν έχασε τη συγγραφική της δύναμη, κατάφερε να το φέρει σε πέρας, να χρησιμοποιήσει τη μεταφυσική προς το συγγραφικό της όφελος, και τελικά να βγει αφηγηματικά πιο δύνατη. Αυτό το βιβλίο, που έχει ιστορικό υπόβαθρο όπως και τα άλλα δυο, δεν τους μοιάζει. Πάει τη λογοτεχνική της υπόσταση του ένα βήμα παραπέρα.  

Το κείμενο έχει λυρικά κομμάτια, ειδικά όσον αφορά τις εικόνες και τη φύση, που κανονικά θα με ξένιζαν, αλλά εδώ είναι οργανικό κομμάτι της ιστορίας. Η αφηγήτρια αφήνεται, δεν δημιουργεί γωνίες και αιχμές, μόνον κύκλους και κύματα, στο πώς χειρίζεται την ιστορία, στο πώς γυρίζει ξανά και ξανά στα αισθήματα των κοριτσιών. Δεν τη νοιάζει με λίγα λόγια να μιμηθεί μια γραφή που μοιάζει "αντρική", σφιχτή και κοφτή. Πρόκειται για μια ιστορία γραμμένη από γυναίκα, με πρωταγωνίστριες γυναίκες, που αφορά την αγάπη γυναικών, αλλά θα την απολάυσουν όλοι οι αναγνώστες ανεξαρτήτως φύλου. Κι αυτό είναι μεγάλο κέρδος.  

Έχουν περάσει κάποιες μέρες από το πέρας της ανάγνωσης κι ακόμα δεν ξέρω που θα καταλήξει μέσα μου η Λατρεία, σε κάποια σημεία ήταν πραγματικά ιδιόμορφη, ίσως να μου άρεσε πιο πολύ κι από τα Έθιμα ταφής. Ή μπορεί τα Έθιμα να παραμείνουν πάντα πρώτα στην αναγνωστική καρδιά μου. Με σιγουριά πάντως είναι ένα μυθιστόρημα που αγάπησα όσο το διάβασα, με άγγιξε βαθιά, που το αναμασώ τώρα που τελείωσε. Κι ας σοκαρίστηκα στην μέση του, κι ας απογοητεύτηκα για μια στιγμή, θα το θυμάμαι για καιρό.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Λατρεία", Χάνα Κεντ, μτφ. Άγγελος Αγγελίδης και Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2022, σ. 517



18/7/22

"Πάπυρος", Irene Vallejo






Ο Πάπυρος της Irene Vallejo *δεν* είναι ένα δοκίμιο με ακαδημαϊκές αναφορές για την ιστορία του χαρτιού και του βιβλίου, όπως θα περίμενε κανείς διαβάζοντας το βιογραφικό της συγγραφέα (η  Vallejo σπούδασε Κλασική Φιλολογία και πήρε το διδακτορικό της από τα Πανεπιστήμια της Σαραγόσα και της Φλωρεντίας). Ούτε φυσικά μια ανατύπωση του διδακτορικού της, που είχε ακριβώς αυτό το θέμα. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο ιστορίες και αφηγήσεις, περισσότερο για τα παραλειπόμενα, παρά για την ίδια την ιστορία, του βιβλίου. Ένα κείμενο γραμμένο από μια χτυπημένη αναγνώστρια, «δικιά» μας. Στα βιώματά της, από το bullying στο σχολείο και το καταφύγιο στο διάβασμα, μέχρι τις διακειμενικές αναφορές της, ώρες ώρες αναγνώριζα εμένα, κι ας μας χωρίζουν τόσα πολλά. Σαν να είναι η ανάγνωση ένας κοινός τόπος. Η πατρίδα μας.

Η ιστορία που αφηγείται η Vallejo ξεκινά από πολύ παλιά. Με συνεχή ζιγκ ζαγκ και άλματα στον χρόνο και στον τόπο στήνει μπροστά στα μάτια μας, τα πρώτα έπη, τα πρώτα αλφάβητα, μιλά για το πως χρειάστηκε μόνον ένας άνθρωπος για να φτιαχτεί το ελληνικό αλφάβητο από το φοινικικό και από αυτά όλα τα αλφάβητα του κόσμου. Και επικεντρώνεται στην φανερά μεγάλη της αγάπη, στην Ελληνιστική περίοδο, τότε που, ο Μ. Αλέξανδρος και οι επίγονοί του, έκαναν την κοινή Ελληνική μια παγκόσμια εσπεράντο.

«Μερικές φορές ο καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις νέους δρόμους είναι να ξέρεις τους κλασικούς»

Αυτή η φράση συμπυκνώνει την ιστορία των βιβλίων. Τα παλιότερα βιβλία μπορούν να μας σώσουν (έχει μια φοβερή ιστορία για το Νταχάου), και να γεννήσουν τα επόμενα, που θα σώσουν κι άλλους. Η συγγραφέας αγαπά με τρέλα τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία, τους βιβλιοπώλες, γράφει με την ίδια ευκολία για τον Πλάτωνα, τα πρώτα έπη, τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, την Κλεοπάτρα και το Φαρενάιτ 451. Όλα μπλέκονται πολύ γλυκά και φτιάχνουν ένα ανάγνωσμα μαυλιστικό, γεμάτο χιούμορ, που δεν το αφήνεις, ακόμα κι αν πολλά από αυτά που αφηγείται, είναι για μας τους Έλληνες πολύ γνωστά και οικεία. Νομίζω πως η στιγμή που λάτρεψα το βιβλίο ήταν το αστείο για τον Πλάτωνα. Ο ίδιος δεν πίστευε πως πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι μαθητές σε όλα τα βιβλία. Ε, και τώρα, 2500 χρόνια μετά, τα δικά του βιβλία βγαίνουν από τα αμερικάνικα σχολεία, λόγω της πολιτικής ορθότητας.

Η Vallejo είναι αισιόδοξη για το μέλλον της ανάγνωσης και της μυθοπλασίας. Δεν την τρομάζουν οι αλλαγές, τα audiobooks και τα e-books. Ξέρει πως η ουσία είναι άλλη, βρίσκεται μέσα στα ίδια τα κείμενα και τις ιστορίες. Και υπονοεί και κάτι ακόμα εξίσου σημαντικό, πως η ανάγνωση δεν μας κάνει κατ’ ανάγκη καλύτερους ανθρώπους. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Τα βιβλία μας κάνουν αυτό που είμαστε.


                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Πάπυρος", Irene Vallejo, Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ. 543






Η Irene Vallejo και η Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη στην Λέσχη ανάγνωσης για τον Πάπυρο, όπου συμμετείχε και η Λέσχη του Booktalks, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ LEA




13/7/22

"Σταυροδρόμια", Jonathan Franzen





Στα Σταυροδρόμια, ο Φράνζεν γίνεται ξανά ο υπέροχος εαυτός του, αφήνει στην άκρη όλα όσα "μίκραιναν" τα προηγούμενά του βιβλία, αίρεται ξανά στο ύψος των Διορθώσεων. Και πιθανότατα, αν ακολουθήσουν και τα άλλα δυο βιβλία, αυτά που θα αποτελέσουν το «τρίο των μυθιστορημάτων», όπως τους αρέσει να λέει, κι όχι την Τριλογία, για την οικογένεια Χίλντερμπραντ, να ξεπεράσει τις Διορθώσεις.

Ο συγγραφέας εδώ, χωρίς να νοιάζεται να «καλλωπίσει» το κείμενο ή να γίνει κοινωνικά καταγγελτικός, γράφει μια φοβερή «family saga», από αυτές που δεν ξεχνάς. Βυθίζεσαι στους χαρακτήρες του πολύ γρήγορα, που κατά την προσφιλή του συνήθεια τους κάνει όλους πρωταγωνιστές, γιατί γράφει με ρυθμό που δεν σε αφήνει να τον αφήσεις. Αυτός ο ρυθμός δεν διαταράσσεται ακόμα κι όταν αλλάζει εστίαση και μας λέει την ιστορία από τα μάτια ενός διαφορετικού ήρωα.

Ο Ρας είναι αναπληρωτής ιερέας της «Πρώτης Μεταρρυθμισμένης» στο φανταστικό «Νιου Πρόσπεκτ», ένας άντρας γύρω στα πενήντα, με τέσσερα παιδιά, που έχει βαρεθεί τη γυναίκα του τη Μάριον και κυνηγάει την πεταχτούλα χήρα ενορίτισσα Φράνσις Κορτέλ. Η Μάριον πάλι, που στην αρχή την βλέπουμε μέσα από τα μάτια του Ρας και νομίζουμε πως είναι μια χοντρή και παραιτημένη νοικοκυρά, αποδεικνύεται πως παλεύει με τα δικά της σκοτάδια, που είναι βαθύτερα και σημαντικότερα όλων. Τα παιδιά τους έχουν κι αυτά θέματα, ο μεγαλύτερος, ο Κλεμ, γνωρίζει τον σαρκικό έρωτα με μια κοπέλα και τελικά αποφασίζει για ηθικούς λόγους να παρατήσει το Κολλέγιο, να διακόψει την αναβολή του και να πάει στο Βιετνάμ. Η Μπέκι, η δεύτερη στη σειρά, είναι μια δημοφιλής κοπέλα, που συμπεριφέρεται λες και όλος ο κόσμος της ανήκει, κλέβει τον άντρα μιας άλλης γυναίκας, κληρονομεί την σνομπ θεία της. Και ο Πέρι, αυτός είναι μάλλον ο πιο σκοτεινός κι ενδιαφέρων χαρακτήρας είναι μια ιδιοφυία που κάνεις δεν της δίνει σημασία, και καταλήγει να πουλάει ναρκωτικά. Και τα «Σταυροδρόμια»; Είναι η ομάδα νέων της εκκλησίας της οποίας ηγείται ο θανάσιμος εχθρός του Ρας, ο Ρικ Άμπροοουζ, ένας χαρισματικός κληρικός με την νεολαία, που κάνει τον Ρας να αισθάνεται παλιός κι ανεπαρκής. Στα Σταυροδρόμια ανήκουν τόσο η Μπέκι, όσο κι ο Πέρι. Η Μπέκι γιατί κυνηγάει τον γνωστό γκόμενο, ο Πέρι γιατί θα ήθελε να κόψει τα ναρκωτικά.

Την ιστορία την μαθαίνουμε διαδοχικά από τα μάτια καθενός τους, η πρώτη μας εντύπωση καταρρίπτεται, κυκλικά και μεθοδικά, οι θύτες γίνονται θύματα και πάλι από την αρχή. Οι ήρωες μοιάζουν βαρετοί και εγωκεντρικοί, όσο μαθαίνουμε όμως την ιστορία τους, ταυτιζόμαστε, με τις καλές και με τις κακές πτυχές τους. Ναι, δεν είναι κακή η ταύτιση, ούτε δείχνει «πρωτάρη αναγνώστη», τουναντίον, μέσω της ταύτισης λειτουργεί όλη η τέχνη. Δεν διαβάζουμε βιβλία φιλολογικά, για να εντοπίσουμε τα υπέρ και τα κατά του συγγραφέα ή τις προθέσεις του, τα διαβάζουμε και για να νιώσουμε, διαφορετικά θα γράφαμε και θα διαβάζαμε μόνον δοκίμια.

Ο Φράνζεν βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα. Γλωσσικά το βιβλίο πάσχει, όμως σύντομα το αγνοείς γιατί σε παρασύρει σε έναν φρενήρη ρυθμό. Ένα ρυθμό που δεν χάνει τα βασικά θέματα, το Αμερικάνικο όνειρο, την ανάγκη για προσωπική ευτυχία, το τραύμα που εμποδίζει όλη τη ζωή, το πώς είναι να γίνεσαι αόρατος μέσα σε μια μακροχρόνια σχέση. Μιλά για το Βιετνάμ, για την κοινότητα των μαύρων, για τους Ναβάχο, εστιάζει στις γυναίκες, έχει ένα σπαρακτικό κομμάτι για τις εκτρώσεις, στήνει όλο το βιβλίο γύρω από μια θρησκευτική νεολαία, αλλά δεν ασχολείται καθόλου με τα θεολογικά. Αυτή η τελευταία επιλογή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Οι ήρωες του βρίσκουν ή χάνουν τον Θεό τους ενώ προέρχονται από μια οικογένεια με πατέρα πάστορα, κι αυτό, ενώ επηρεάζει τη ζωή τους για πάντα, φαίνεται να γίνεται μέσα σε μια στιγμή.

Ομολογώ πως ξεκίνησα τα Σταυροδρόμια πολύ διστακτικά, ο όγκος τους ήταν αποτρεπτικός και σκεφτόμουν πως πιθανότατα θα είναι ένα μέτριο μυθιστόρημα, όπως τα τελευταία του Φράνζεν. Είχα άδικο, αυτό τον βάζει ξανά στο Πάνθεον των Αμερικανών συγγραφέων, εκεί κοντά στον Ροθ και τον Ντελίλο, που ίσως κάποιοι είχαν βιαστεί να τον τοποθετήσουν στη νεότητά του. Θα περιμένω με λαχτάρα τα επόμενο βιβλία του «τρίο».


                         Κατερίνα Μαλακατέ


"Σταυροδρόμια", Τζόναθαν Φράνζεν, μετ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, 2022, σ. 709











Υ.Γ. 42 Διάβασα το βιβλίο σε μια "προέκδοση" ειδικά για βιβλιοπώλες, χωρίς επιμέλεια και τυπογραφική διόρθωση, και για αυτό δεν μπορώ να μιλήσω για τη μετάφραση. Φαντάζομαι πως οι αστοχίες θα έχουν διορθωθεί στο επιμελημένο κείμενο. 






28/6/22

"Το γεγονός", Annie Ernaux




Ομολογώ πως δεν είμαι από τους θιασώτες του autofiction της Ανί Ερνό, το θεωρώ πολύ προσωπικό της, σαν να μην εμβαθύνει στα γεγονότα, απλά μας τα παραθέτει χωρίς λογοτεχνικότητα και συναίσθημα. Παρ’ όλο που έχω χάσει κι εγώ ένα γονιό, τα αντίστοιχα βιβλία της που περιγράφουν την εμπειρία, δεν με συγκίνησαν, ούτε μου κίνησαν το ενδιαφέρον λογοτεχνικά.

«Το γεγονός» όμως έχει ως κεντρικό θέμα του ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αφορά την εμπειρία της με τη «διακοπή κυήσεως» στη Γαλλία του 1960. Η νεαρή τότε φοιτήτρια, μένει έγκυος από ένα αδιάφορο αγόρι που δεν τον αγαπά και δεν την αγαπά, και η μόνη επιλογή είναι η διακοπή της κύησης. Μόνο που το 1963 η άμβλωση στη Γαλλία είναι παράνομη. Αβοήθητη και εντελώς άμαθη, τριγυρνά στις φτωχές γειτονιές του Παρισιού ψάχνοντας μια λύση, και τελικά καταφεύγει σε μια παράνομη «μαία». Αυτά που περιγράφει πως έζησε, πρέπει να τα διαβάσουν όλοι. Γιατί όλα έγιναν στην πολιτισμένη Ευρώπη. Γιατί ακόμα κι όταν έπαθε μόλυνση και κινδύνεψε να αιμορραγήσει μέχρι θανάτου, ο γιατρός τής έδωσε σημασία μόνο όταν κατάλαβε πως είναι φοιτήτρια, μία από «αυτούς».

Η έκτρωση στη Γαλλιά νομιμοποιήθηκε πάνω από δέκα χρόνια μετά την εμπειρία της Ερνό, χρειάστηκε η δυναμική παρέμβαση της Σιμόν Μποβουάρ, ένα μανιφέστο 300 γυναικών του πνεύματος που δήλωναν πως έχουν κάνει έκτρωση, που λοιδωρήθηκαν και σχεδόν διαπομπεύτηκαν μέχρι να αλλάξει ο νόμος.

Το «γεγονός» είναι συνταρακτικό βιβλίο. Αφορά μόνον όσες έχουμε μήτρα; Δεν το πιστεύω. Αντίθετα, αφορά, με όλες τις ειδεχθείς του λεπτομέρειες, κι όσους δεν έχουν. Ένα σοβαρό ποσοστό των γυναικών που θα το διαβάσει έχει δική του εμπειρία με την άμβλωση. Μπορεί να συγκρίνει πώς έγινε η όλη διαδικασία στην δική της περίπτωση, να ταυτιστεί ή να νιώσει ανακούφιση που τότε που διέκοψε εκείνη την κύηση, το γεγονός δεν ήταν πια παράνομο.

Το βιβλίο της Ενρό είναι τραγικά επίκαιρο, έπειτα από τις πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ. Αυτή είναι η δύναμη του καλού autofiction, πιάνει τον παλμό της εποχής, το πολύ προσωπικό γίνεται κοινωνικό, συλλογικό και χτυπάει την πόρτα της κοινωνίας, βαράει καμπάνες, ικανές να ακουστούν στα πέρατα της Οικουμένης. Οι γυναίκες θα συνεχίσουν να ορίζουν εκείνες το σώμα τους, νόμιμα ή παράνομα. Μόνο που παράνομα, θα κινδυνεύουν συνεχώς να πεθάνουν. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο έγινε αμέσως ταινία. Μας αφορά. Ο φάκελος άμβλωση έχει πάλι ανοίξει. Δυστυχώς.


                               Κατερίνα Μαλακατέ


"
Το γεγονός", Ανί Ερνό, μρφ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ.108




22/6/22

"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος





Η Αγιογραφία είναι από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα πεζογραφικά του κείμενα διαφέρουν μεταξύ τους, μα αυτό είναι το μόνο που απαιτεί από τον αναγνώστη λίγη προσπάθεια για να γοητευτεί. Γιατί σε αυτό το μυθιστόρημα, το πιο σπουδαίο εύρημα είναι η γλώσσα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Αντώνιος Ευσταθίου ή Ευστάθιος Αντωνίου, ένας άντρας που βρίσκεται σχεδόν στο νεκροκρέβατό του, στέλνει μια μακροσκελή επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο ιστορώντας πώς παρεβρέθηκε στις τελευταίες στιγμές της ζωής του μοναχού Ιωάννη Ορφανού που η εκκλησία θέλει να αγιοποιήσει. Με μια γλώσσα που μοιάζει με αυτή που θα χρησιμοποιούσε ένας ενωμοτάρχης τη δεκαετίας του ’80, γεμάτη καθαρευουσιανισμούς, σολοικισμούς, φορτωμένη την ορθογραφία άλλων εποχών, ο αφηγητής πιάνει το νήμα της ιστορίας από τότε που αναγκάστηκε να παρασταθεί στον Ορφανό τη νύχτα που πέθανε. Κι ο «άγιος» τού εξομολογήθηκε όλη τη ζωή του, πώς βρέθηκε παιδάκι ορφανό στο Θερμό, πώς κατέληξε με ένα μοναστήρι κι έναν άγιο στα χέρια του.

Το βασικό που απασχολεί τον Παναγιωτόπουλο σε αυτό το βιβλίο είναι το θέμα της πίστης, της πίστης στη θρησκεία, στο κόμμα, στο μεταφυσικό, στο θαύμα. Οι κάτοικοι του Θερμού παίρνουν ένα ορφανό παιδάκι που το ξυλοφορτώνει ο θετός πατέρας του, και για το οποίο δεκάρα δεν έδωσαν ακόμα κι αν από το ξυλοφόρτωμα ο πατέρας σκότωσε τη μάνα του, και στηριγμένοι σε μια δυο συγκυρίες, το ανακηρύσσουν άγιο. Δεν χρειάζεται καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Αυτή η ομαδική παράκρουση σύντομα διαφαίνεται πως θα έχει οφέλη για όλους, για το παιδί που γλίτωσε το ξυλοφόρτωμα και τώρα το κανακεύουν όλη μέρα, για το χωριό οικονομικά. Κι έτσι στήνεται μια ιστορία που όμοιά της υπάρχει σε πάρα πολλά μέρη. Σε μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική επαρχία -όλα αυτά συμβαίνουν χοντρικά ανάμεσα στο 1900 και το 1940- σε ένα τοπίο κάποτε παπαδιαμαντικό, που όμως εμένα πιότερο μου θυμίζει Καρκαβίτσα στον Ζητιάνο, ο μικρός Γιάννης Ορφανός, μετατρέπεται σε Άγιο.

Κι όταν πια μπαφιάζει από την αγιότητα του, και τη μοναξιά του, και την υποκρισία, και το ψέμα και ζητά να φύγει, τότε το άγριο πλήθος που δεν συγχωρεί κανέναν, τον λιντσάρει. Γιατί φυσικά η παράκρουσή τους δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της λατρείας τους. Ήθελαν να πιστέψουν, κι έπειτα βόλευε που πίστεψαν, κι έπειτα οικονομικά βόλευε και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους που πίστεψαν. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση, βολεύεται κατά το δοκούν, αιωρείται.

Αλλά γιατί να πιστέψουμε έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που πεθαίνει και μας διηγείται από δεύτερο χέρι την ιστορία που άκουσε από έναν άλλον αφηγητή που πέθαινε; Αυτό το υπέροχο κόλπο δίνει στο βιβλίο πολλαπλά επίπεδα, είδωλα της πραγματικότητας. Αναγκάζει και τον αναγνώστη να διαλέξει «στρατόπεδο» διαισθητικά, σχεδόν μεταφυσικά. Ο αφηγητής αφήνει πολλά χάσματα, δικαιολογείται συνεχώς στον Αρχιεπίσκοπο για αυτά, πράγμα εξόχως ύποπτο, μας λέει μόνο στο τέλος και επί τροχάδην τη δική του ιστορία, έχει πράγματα να κρύψει, και φυσικά δεν έχει καν όνομα. Ή μάλλον έχει αυτό το διπλό όνομα. Σαν τα δυο πρόσωπα του Ιανού.

Το σίγουρο είναι πως στο (φανταστικό) μοναστήρι του Άι Γιάννη του Ορφανού συρρέει ακόμα και σήμερα πλήθος κόσμου. Φτάνει στο φροντισμένο πάρκινγκ με τα αυτοκίνητά του, αγοράζει τάματα, μέλια, κεριά και χυλοπίτες από τους πάγκους, ανεβαίνει και προσκυνά στην πηγή που αναβλύζει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, κι έπειτα αγοράζει εικονίτσες επαργυρωμένες και τον βίο του Αγίου στο μαγαζάκι του μοναστηριού.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 (Πόλις, 2003), σ. 328