22/10/14

"Η Κασσάνδρα και ο Λύκος", Μαργαρίτα Καραπάνου



Τρομακτικά όμορφο, απίστευτα διεστραμμένο, αναντίρρητα μακάβριο, μια ιδέα αποπνιχτικό, εντελώς τρελό και μοχθηρό. Ένα σίχαμα, μια ελεγεία, ένα ανάγνωσμα εθιστικό. Και εμετικό. Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Μαργαρίτας Καραπάνου. Μια ωδή στο παράλογο, ένα ποίημα από κείνα με τον πόνο. Και το χειρότερο από όλα- ή το καλύτερο- είναι η αφιέρωση : «Στην μητέρα μου, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, με αγάπη».

Η Κασσάνδρα είναι ένα τετράχρονο κοριτσάκι, είναι έφηβη, είναι γυναίκα, είναι ανήλικη ερωμένη ενός τραβεστί μπάτλερ, είναι ένα κορίτσι που ζει μες στα χρυσάφια απέναντι από το Μπάκινγκχαμ, μια κοπελούδα που η μάνα της ζει στο Παρίσι κι έχει φίλο τον Ιονέσκο. Είναι κακό και εκδικητικό παιδάκι, που σκοτώνει και σκοτώνεται, που βιάζει και βιάζεται, που δεν μιλά κι όλο φτιάχνει τις πιο φριχτές ιστορίες. Είναι ενήλικη και την κλείνουν στο τρελάδικο.

Μια μέρα, η μαμά μου, η Κασσάνδρα, μου έφερε μια ωραία κούκλα για να μου την κάνει δώρο. Ήτανε μεγάλη και για μαλλιά είχε κίτρινους σπάγκους.
Την κοίμισα στο κουτί της, αφού πρώτα της έκοψα τα πόδια και τα χέρια για να χωράει.
Αργότερα της έκοψα και το κεφάλι για να μην είναι βαριά. Τώρα την αγαπώ πολύ.

Η βιαιότητα της παιδικής ηλικίας, η ανεξήγητη- ή και εξηγημένη- βαρβαρότητα περνούν από αυτές τις σελίδες, και στην αδυναμία για επεξήγηση κρύβεται η γοητεία του. Η Καραπάνου λέει αυτά που κάποτε θα θέλαμε να πούμε  για τους εαυτούς μας αλλά ποτέ δεν θα τολμούσαμε. Καταβυθίζεται, στον εφιάλτη, γιατρεύει και γιατρεύεται, πεθαίνει και σκοτώνει. Ανελέητα.

«Έλα να δούμε το βιβλίο με τις εικόνες».
Έτρεχα στο δωμάτιό του με το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη και του το έδινα με τρυφερότητα.
Η πρώτη εικόνα είχε ένα λύκο που άνοιγε το στόμα και κατάπινε εφτά ζουμερά γουρουνάκια.
Το λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πως θα τα καταπιεί τόσα γουρουνάκια μονομιάς; Πάντα του το έλεγα και τον ρωτούσα.
Έβαζε τότε το τριχωτό του χέρι μέσα στο άσπρο βρακάκι μου και με άγγιζε. Δεν αισθανόμουν τίποτε παρά μια ζέστη. Το δάχτυλο του πήγαινε κι ερχόταν κι εγώ κοιτούσα το λύκο. Λαχάνιαζε και ίδρωνε. Δεν με πείραζε πολύ.
Τώρα όταν με χαϊδεύουν, πάντα σκέπτομαι τον λύκο και τον λυπάμαι.


Θέλει κότσια για να αναμετρηθείς με την Καραπάνου. Θέλει τα μάτια της ψυχής ανοιχτά, και το σώμα έτοιμο να δεχτεί την αλήθειά της. Να είσαι προετοιμασμένος να κουλουριαστείς, αλλά να μην κλάψεις. Κατάδυση; Στην ευαισθησία και την αγριότητα, αξεδιάλυτες η μια από την άλλη, χωρίς φιόγκους και φιοριτούρες. Δίχως καν θλίψη. Μονάχα με την ατελείωτη αίσθηση πως βιβλίο σαν κι αυτό δεν θα ξανάβρεις.   


«Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», Μαργαρίτα Καραπάνου, εκδ. Καστανιώτη, 1997, σελ.188



20/10/14

"Ο θάνατος και ο φίλος του", Pedro Antonio de Alarcon




Ήταν ένα πλάσμα γύρω στα τριάντα τρία, ψηλό, όμορφο, ωχρό, ντυμένο με έναν μακρύ χιτώνα και μια μαύρη κάπα∙ τα μακριά μαλλιά του κάλυπτε ένας μαύρος φρυγικός σκούφος. Δεν είχε ίχνος τριχοφυΐας, παρ’ όλα αυτά δεν έμοιαζε με γυναίκα. Ούτε με άντρα όμως έμοιαζε, παρά την αρρενωπή και δυναμική του έκφραση. Έδειχνε να είναι ένα πλάσμα άφυλο, ένα σώμα χωρίς ψυχή ή μάλλον μια ψυχή δίχως καθορισμένο φθαρτό σώμα. Θα έλεγε κανείς πως ήταν μια άρνηση προσώπου.
 []
«Είμαι ο Θάνατος φίλε μου… Είμαι ο Θάνατος και με στέλνει ο Θεός»

Τι κάνεις όταν ο ίδιος ο Θάνατος αντί να σε πάρει όταν σε βρίσκει ρημαγμένο κι έτοιμο να αυτοκτονήσεις σου προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία, να σε κάνει δυνατό, να σου δώσει πίσω ό,τι σου πήραν μέσα από τα χέρια, όσα δικαιούσουν. Τι κάνεις όταν, από τη μια στιγμή στην άλλη έχεις όλα όσα ήθελες- και την γυναίκα που αγαπάς- αλλά αυτά στα προσφέρει ο Θάνατος. Μάλλον τα δέχεσαι. Μάλλον τα απολαμβάνεις, όσο συνεχίζεις να φοβάσαι.

«Άσπλαχνε. Αυτή είναι η φιλιά σου; Αυτή είναι μια φριχτή κοροϊδία! Μου χαρίζεις την ευτυχία κι αμέσως μετά μου την αρπάζεις μέσα από τα χέρια! Γιατί δεν με άφησες να πεθάνω εκείνη τη νύχτα; Γιατί;»
«Πάψε δυστυχισμένε!» απάντησε ο Θάνατος με σοβαρό και θλιμμένο ύφος. «Είπες ότι είσαι ευτυχισμένος. Πόσο λάθος κάνεις! Αυτή είναι η δική μου αποστολή: να βρεις την ευτυχία».

Ο ήρωας αυτής της μικρής νουβέλας είναι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος, που ξαφνικά του δίνεται η δυνατότητα να ευτυχήσει. Η αλληγορία του μύθου είναι εμφανής. Η προσπάθεια ενός συγγραφέα του 19ου αιώνα όπως ο Αλαρκόν να διερευνήσει ένα παράλληλο σύμπαν, ένα από τα πολλά what ifs της ζωής είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Όπως και η επιλογή του Θανάτου ως φορέα της ευτυχίας.

Το αν τελικά μπορούμε να ξεφύγουμε από την ειμαρμένη δεν θα σας το αποκαλύψω, για να μην ξεσκεπάσω το τέλος. Όμως αυτό το κείμενο, ενός ξεχασμένου στη λήθη Ισπανού συγγραφέα, που δεν ξέρω από ποια διαστροφή μεταφράστηκε  στα Ελληνικά, έχει μια δύναμη αλλόκοτη, περίπου σαν τον Φάουστ και προαναγγέλει κείμενα σαν του Μπόρχες. Σε αφήνει, μέσα από μια λεπτή ειρωνεία για τη μοίρα μας και την αδικία που ξεφυτρώνει παντού στις ανθρώπινες κοινωνίες, με γεύση γλυκόπικρη. Σχεδόν ηδονική.

"Ο θάνατος και ο φίλος του", Pedro Antonio de Alarcon, μετ. Δήμητρα Στυρίδου, εκδ. Ροές, 2014, σελ. 150



19/10/14

Διαβάζοντας@amagi 19 Οκτωβρίου 2014 με τον Μίνω Ευσταθιάδη



Σήμερα στην εκπομπή Διαβάζοντας@amagi στον www.amagiradio.com στις 2μ.μ. θα φιλοξενήσουμε τον Μίνω Ευσταθιάδη. Θα μιλήσουμε για το βιβλίο του "Το δεύτερο μέρος της νύχτας", ένα νουάρ αστυνομικό με σπάνια καθαρότητα για τα Ελληνικά - και τα Γερμανικά- δεδομένα, μιας και κυκλοφόρησε πρόσφατα και στην Γερμανία. Θα διαβάσουμε αγαπημένα αποσπάσματα και των δυονών μας και στο τέλος- αν είστε καλά παιδιά- θα σας πούμε και ακριβώς 42 λογάκια για τον Ντάγκλας Άνταμς.

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Το δεύτερο μέρος της νύχτας" στην έντυπη, ελληνική έκδοση ευγενική προσφορά των εκδόσεων Ωκεανίδα. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση πατήστε like στην σχετική ανάρτηση στο group της εκπομπής στο Facebook

Για να ακούσετε την εκπομπή αρκεί να μπείτε στην σελίδα του σταθμού www.amagiradio.com , ενώ για ταμπλέτες, τηλέφωνα και άλλα συναφή κατεβάστε την εφαρμογή TuneIn Radio και βρείτε τον amagi. 

Υ.Γ. 42 Θα σας πούμε και πως συνδέεται το "84, Charing Cross Road" με τούτο δω το blog. Και με τον Μίνω. Κι εμένα. Και τον Παρασκευά Ακαμάτη. Και το 42. [σαν πολλοί να μαζευτήκαμε]

Υ.Γ. 42-42 Στα decks ο Παρασκευάς Ακαμάτης



17/10/14

"The Narrow road to the Deep North", Richard Flanagan του Παναγιώτη Κροκιδά





Αυτή τη στιγμή ο Φλάναγκαν, κατά πολλούς ο σημαντικότερος σύγχρονος Αυστραλός συγγραφέας, είναι και ένα όνομα που θα συζητηθεί πολύ αυτόν τον καιρό. Το βιβλίο του κέρδισε το εκκωφαντικό Μπούκερ, χαρίζοντάς του φήμη, όταν, όπως ο ίδιος δήλωσε πρόσφατα, πριν ενάμιση χρόνο, έχοντας τελειώσει το βιβλίο του, βρισκόταν στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης, έτοιμος να ξεκινήσει να δουλεύει ως μεταλλωρύχος.

Η διήγηση εναλλάσσεται μεταξύ τριών χρονικών περιόδων. Στην πρώτη περίοδο, ο γιατρός Ντορίγκο Έβανς, αρραβωνιασμένος, με μια ήρεμη ζωή εξασφαλισμένη μπροστά του, γνωρίζει την γυναίκα του θείου του και ερωτεύονται παράφορα. Λίγο πριν τινάξει τα πάντα στον αέρα, διαλύοντας τον αρραβώνα του με την όμορφη και προσηλωμένη στα σχέδιά τους Έλλα, ο πόλεμος ξεσπάει και η επιστράτευση βάζει ένα φρένο στην παράνομη σχέση. Μα ο πόλεμος στον οποίο καταλήγει δεν είναι η ηρωική περιπέτεια που περιμένουμε, αλλά ένα από τα πιο απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην σύγχρονη ιστορία: αυτό της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής της Μπούρμα, γνωστή στην ιστορία και ως ο σιδηρόδρομος του θανάτου. Πάνω από εξήντα χιλιάδες Ευρωπαίοι αιχμάλωτοι πολέμου εργάστηκαν σε εκείνη την κόλαση· κοντά δεκαπέντε χιλιάδες δεν επέστρεψαν ποτέ, βρίσκοντας τον θάνατο από ασιτία, βασανιστήρια και ατυχήματα, στην προσπάθεια να ολοκληρωθεί εκείνο το τιτάνιο έργο. Ο Ντορίγκο επιστρατεύει τις ιατρικές του γνώσεις για να σώσει τους συντρόφους του, ενώ προσπαθεί να επιβιώσει. Στο παρόν, διακεκριμένος επιστήμονας, θυμάται το παρελθόν, αδυνατεί να βρει το οτιδήποτε ενδιαφέρον στην ζωή του, θεωρώντας δεδομένη την θαλπωρή της οικογένειας και την αγάπη και αφοσίωση της πιστής συζύγου του, αναζητά των έρωτα σε διαφορετικούς συντρόφους. Μάταια. Έχει καταλήξει ένας κυνικός, απεγνωσμένος ηλικιωμένος άντρας.

Προσωπικά, δεν το βρήκα ένα απολαυστικό ανάγνωσμα. Ο κεντρικός ήρωας είναι σχεδόν απωθητικός. Ο έρωτάς του, εμμονικός, ανθεί εις βάρος ενός ανθρώπου που ο αναγνώστης συμπαθεί. Επικινδύνως ο συγγραφέας προκαλεί τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τον προδομένο θείο. Η δε εκδοχή του στο παρόν, μετά την κόλαση του πολέμου από την οποία έχει επιβιώσει, δεν έχει επιφέρει τα καλύτερα αποτελέσματα πάνω του: κυνικός, κουρασμένος, απαρνιέται τις δάφνες του, αμφισβητεί τις ιατρικές του ικανότητες, σχεδόν απωθείται από την αφοσίωση της αξιαγάπητης, στα μάτια του αναγνώστη, συζύγου του, μέχρι που αδιαφορεί για τα παιδιά του. Το βιβλίο πολλές φορές με κούρασε, η αναγνωστική τέρψη έπιανε πάτο, οδηγούμενη από αυτόν τον εκνευρισμό που μπορεί να γίνει κακό οδηγός για την ανάγνωση ενός βιβλίου. Και τελικά η όλη ανάγνωση ταράζεται μέσα σε ένα φαύλο κύκλο. 

Σίγουρα, όμως, ένα τέτοιο βιβλίο, προϊόν εμβριθούς έρευνας, απαιτεί χρόνο για να αναδείξει τις όποιες χάρες του. Ή τέλος πάντων χρειάστηκε χρόνος μέχρι να του αναγνωρίσω τα εξής: έμαθα για τα απάνθρωπα Ιαπωνικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα οποία οδηγούμενα μέσα από την σχεδόν παρανοϊκή προσήλωση στον στόχο του Αυτοκράτορα, μεταμορφώνονται σε μια κόλαση. Το θέμα είναι βαρύ· η απόδοση κυνική, γίνεται ρεαλιστική, έχοντας μια σκληρή ποιητικότητα στις περιγραφές της, κάτι στο οποίο συμβάλλει ο χαρακτήρας ο οποίος δρα πολλές φορές οφελιμιστικά. Τελικά το βιβλίο λέει πως αυτό που ονομάζουμε ήρωας, είναι ένας άνθρωπος που επιβιώνει σε σκληρές στιγμές, μέσα από συγκυρίες τυχαίνει να πάρει τις σωστές αποφάσεις, να ξεχωρίσει από τον όχλο εν αγνοία του. Και πως, τελικά, και οι δύο πλευρές, τόσο των ηττημένων αδίστακτων Ιαπώνων όσο και των νικητών, φέρουν τις διπλές όψεις των θυμάτων και θυτών, αφού προς το τέλος του βιβλίου η διήγηση μεταφέρεται στις ζωές κάποιων σημαδιακών μορφών των δυναστών του στρατοπέδου – μετά το τέλος του πολέμου κάποιοι από τους βασανιστές καταλήγουν εξαθλιωμένοι, άλλοι με κρυφή ταυτότητα, ζουν μια άλλη ζωή, κουβαλώντας τις τύψεις τους, σε ένα κράτος που δεν αναγνώρισε την αφοσίωσή τους. Τελικά, ναι. Δεν θα περάσεις καλά διαβάζοντας τέτοια πράματα. Μα ίσως τελικά είναι ένας τρόπος να μιλήσεις για δυσπρόσιτα θέματα: με την ψυχαγωγική απόλαυση σε δεύτερη μοίρα.

Πιθανώς.

Νομίζω πως το βιβλίο δεν γίνεται να σχολιαστεί αποσυνδεδεμένο από την βράβευση του, ειδικά τώρα που είναι φρέσκια. Γενικά θα έλεγα πως τα βιβλία των Μπούκερ δεν απευθύνονται πάντοτε στο ευρύ κοινό. Ωστόσο, είτε τα πιο προσιτά, όπως Η Ζωή του Πι, ο Λευκός Τίγρης, τα Απομεινάρια μιας Μέρας και ο Άγγλος Ασθενής, που διέγραψαν μια εμπορική πορεία και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο επιτυχώς, είτε τα πιο «απαιτητικά», με χαρακτηριστικά παραδείγματα τα δύο βιβλία της Μάντελ, (Γεράκια και Wolf Hall) και το περσινό, ογκώδες, The Luminaries, είναι βιβλία που αν μη τι άλλο παρουσιάζουν έντονο ενδιαφέρον. Έχουν κάτι το διδακτικό, που μπορεί να είναι απωθητικό για πολλούς, μα πιθανώς προοιωνίζουν τα υπόγεια ρεύματα των τάσεων που διαμορφώνουν την λογοτεχνία του αύριο. Ίσως για αυτό τον λόγο και μόνο να αξίζει να διαβαστεί το The Narrow Road to the Deep North.


                                                                                               Παναγιώτης Κροκιδάς



Υ.Γ. 42 Και για να σας προλάβω, όχι δεν είμαι ο γαμημένος ο Πεσσόα, τόσο ο Μαραμπού, όσο και ο Παναγιώτης είναι διαφορετικά από μένα πρόσωπα, με διαφορετικές από τις δικές μου απόψεις. Όμως το να δίνω βήμα στους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν για τα βιβλία, έστω από ένα φτωχό πλην τίμιο μπλογκάκιο, είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά μου. Αυτό, πως είμαι πολύ όμορφη, α και πως επιθυμώ την Παγκόσμια Ειρήνη. 


15/10/14

"84 Charing Cross Road", Helene Hanff




Αφήνει μια γλυκιά επίγευση το «84 Charing Cross Road», μια αίσθηση πως οι άνθρωποι που είναι φτιαγμένοι από το ίδιο καλούπι μπορούν να αγαπηθούν κι ας μην ιδωθούν ποτέ. Η Helene Hanff είναι μια συγγραφέας από την Νέα Υόρκη που αγαπά τα βιβλία με πάθος (όχι τα καινούργια, κι όχι τα μυθιστορήματα) αλλά της αρέσουν οι βιογραφίες, και η Βίβλος, αν και είναι Εβραία. Δεν βρίσκει αυτά που θέλει στα γειτονικά της βιβλιοπωλεία και έτσι γράφει σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο στο Λονδίνο το 1949 κάνοντας παραγγελία.

Στην αρχή σοβαρή και μετρημένη, η αλληλογραφία που θα ξεκινήσει με τον υπάλληλο Frank Doel θα γίνει ζεστή και φιλική. Η Helene που έχει εκρηκτικό, αμερικάνικο χαρακτήρα και έντονο χιούμορ θα καταφέρει να χτίσει μια βαθιά φιλία με τον μετρημένο Άγγλο Doel, στα όρια του φλερτ, αλλά δίχως ποτέ να τα ξεπερνά. Κι άλλοι υπάλληλοι του μαγαζιού θα ανταλλάξουν γράμματα μαζί της, κυρίως γιατί στέλνει καλάθια με φαγητό τα Χριστούγεννα σε μια Αγγλία που μεταπολεμικά ζει ακόμα με το δελτίο.

Η Helene θέλει πολύ να δει το βιβλιοπωλείο της, αλλά όλο το αναβάλει, τα λεφτά δεν φτάνουν, χρειάζεται καινούργιο σπίτι, δόντια. Όταν τελικά θα πάει στην Αγγλία το 1969, ο Frank θα έχει ήδη πεθάνει από μια κρίση σκωληκοειδίτιδας.

Το μικρό βιβλιαράκι είναι σαν βούτημα για τον καφέ, χαριτωμένο, απολαυστικό. Κι αποπνέει μια αίσθηση χιούμορ και ματαίωσης, αγάπης και φροντίδας. Μιλά για δυο ανθρώπους που δεν είδαν ο ένας τον άλλο ποτέ κι όμως κατάφεραν να στηρίξουν ο ένας τον άλλο, να τον αγαπήσουν και κυρίως να τον κατανοήσουν.

Οι διακειμενικές βιβλιοφιλικές αναφορές είναι ένα πρόσθετο μπόνους. Καθώς και η ιδέα πως τα βιβλία μπορούν να μας ενώσουν, λίγες λέξεις για αυτά φανερώνουν πιο πολλά για μας από οτιδήποτε άλλο. Η εικόνα του Λονδίνου που σκιαγραφείται, μιας πόλης που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του Πολέμου είναι διακριτική, αλλά πανταχού παρούσα. Κι η σκέψη πως όλο αυτό ήταν αληθινό, δίνει στην συγκίνηση μια διαφορετική χροιά.

Αξίζει κανείς να διαβάσει το «84 Charing Cross Road», κάποιες επιστολές για παραγγελίες βιβλίων; Φυσικά, ακόμα και μόνον από βιβλιοφιλική διαστροφή, για να κρατήσει σημειώσεις. Αλλά και γιατί η φιλιά της Hanff με τον Doel έχει την βάση της εκεί που την έχουν όλες οι ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις∙ στις κοινές αναφορές. Κι ας είναι διαφορετικά όλα τα άλλα.


"84 Charing Cross Road", Helene Hanff, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πόλις, 2004, σελ. 146