2/10/14

"Brainstorm" του Μαραμπού

          
         
         Αν κάποιος σου έλεγε: “Δείχνεις λίγο μελαγχολικός/ή σήμερα”, μέχρι που θα το έπαιρνες και για κομπλιμέντο! Αντί αυτού, αν σου έλεγε, “Δείχνεις κάπως καταθλιπτικός/ή σήμερα”, θα του έριχνες ένα βλοσυρό βλέμμα και μπορεί και να τον έβριζες ακόμη, αν η κατατονία δεν είχε καταλάβει υπό την εξουσία της τις εναλλαγές των διαθέσεών σου! Μελαγχολία και κατάθλιψη είναι το ίδιο πρόσωπο που ακούει σε δυο ονόματα, το Ευγενία έγινε Τζένη και το Τερψιχόρη έγινε Έρση, εσύ θα διαλέξεις ποιο σου ταιριάζει καλύτερα. 
Λέγε με Τερψιχόρη. Η μελαγχολία, σε σχέση κυρίως με τους ανθρώπους της τέχνης, και πιο συγκεκριμένα με τους συγγραφείς, πάντοτε με απασχολούσε σε υπερβολικό βαθμό και έψαχνα βιβλία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Η αρχή έγινε με το μικρό βιβλιαράκι του Αριστοτέλη “Μελαγχολία και ιδιοφυΐα” που προσπαθούσε να απαντήσει στο ερώτημα, γιατί όλοι οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι μελαγχολικοί; Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνταν και το ογκώδες βιβλίο του Ρόμπερτ Μπέρτον “Η ανατομία της μελαγχολίας”. Η κρατούσα άποψη τότε, ήταν εκείνη με τους τέσσερις χυμούς του ανθρώπινου σώματος, όπου κάπου το χάσαμε με τις δοσολογίες και το κοκτέιλ βγήκε μπόμπα (που πολλές φορές έσκασε και μας πήρε ο διάολος)! Τις αυτοκτονίες γνωστών συγγραφέων συγκεντρώνει στο βιβλίο του “Αυτοκτονία” ο Λεωνίδας Χρηστάκης και συμβάλει και κείνος με τον τρόπο του στην δημιουργία μιας απάντησης στο τι τέλος πάντων είναι η μελαγχολία και πόσο κακό μας κάνει; 
Για καιρό πίστευα ότι οι συγγραφείς είναι περισσότερο επιρρεπείς στην μελαγχολία γιατί διαθέτουν μια οξυμένη ευαισθησία και έναν βαθμό δυσαρέσκειας για τον κόσμο που τους περιβάλλει, την οποία και μεταπλάθουν διαρκώς μέσα στα γραπτά τους. Η κατάθλιψη (θα το κάνω Έρση, αφού βλέπω ότι έτσι το έχεις συνηθίσει τώρα πια!) δεν κάνει διακρίσεις, χτυπάει στα τυφλά, αν και “έχει καταδειχθεί, με σχετικά πειστικό τρόπο, πως οι καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες (προπάντων οι ποιητές) είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στη διαταραχή”. Το σίγουρο είναι ότι κανείς δε ξέρει τον λόγο που εμφανίζεται η κατάθλιψη στους ανθρώπους, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν επ' αυτού. 
Ο Γουίλλιαμ Στάιρον, ελάχιστα μεταφρασμένος στην Ελλάδα, γνωστός για το βιβλίο του “Η εκλογή της Σόφι”, γράφει την δική του προσωπική εμπειρία με την κατάθλιψη, το χρονικό μιας τρέλας, όπως εύστοχα δηλώνεται στον υπότιτλο του βιβλίου. 

            Η κατάθλιψη είναι μια  συναισθηματική διαταραχή τόσο μυστηριωδώς οδυνηρή και ασαφής όσον αφορά το πώς την συλλαμβάνει ο νους – η νόηση που δρα ως μεσάζων – ώστε ξεπερνά κάθε περιγραφή (...) αν η περιγραφή του πόνου ήταν εύκολη, οι περισσότεροι από τους πάμπολλους πάσχοντες από τούτη την πανάρχαια αρρώστια θα κατόρθωναν να περιγράψουν με σαφήνεια στους φίλους και τους συγγενείς (ακόμα και στον γιατρό τους) ορισμένες από τις πραγματικές διαστάσεις του μαρτυρίου τους, και να αποσπάσουν ενδεχομένως την, εν γένει ανύπαρκτη, κατανόηση των άλλων˙ αυτή η αδυναμία κατανόησης συνήθως δεν οφείλεται σε έλλειψη οίκτου, αλλά στη βασική ανικανότητα των υγιών ατόμων να συλλάβουν μια μορφή βασανιστηρίου τόσο ξένη προς την καθημερινή τους εμπειρία. 

    Η κατάθλιψη έχει κάποια κοινά συμπτώματα και συγκεκριμένες θεραπείες, όμως ο κάθε ασθενής την βιώνει με μοναδικό τρόπο και το ίδιο μοναδική θα πρέπει να είναι και η λύση που θα τον βοηθήσει να την νικήσει. Στα τελευταία στάδιά της, η ιδέα της αυτοκτονίας (δεν προτείνεται ως λύση!!) γίνεται έμμονη και επιτακτική. Οι περισσότεροι γνωρίζουν κάποιον που έχει αυτοκτονήσει, έχει αποπειραθεί να το κάνει ή απλώς το έχει σκεφτεί. Η κατάθλιψη λόγω του εσωστρεφούς χαρακτήρα της, σπάνια γίνεται βίαιη απέναντι στους άλλους, το πρώτο και τελευταίο θύμα της, είναι εκείνος που την κουβαλά. 

            Η εν λόγω γενική άγνοια ως προ το τι είναι πραγματικά η κατάθλιψη φάνηκε πρόσφατα στην περίπτωση του Πρίμο Λέβι, του αξιόλογου Ιταλού συγγραφέα και επιζώντα του Άουσβιτς, ο οποίος το 1987, στα εξήντα επτά του χρόνια, ρίχτηκε από μια σκάλα στο Τορίνο (...) αντέδρασαν, θαρρείς και αυτός ο άνθρωπος, τον οποίο θαύμαζαν βαθύτατα και ο οποίος είχε υποστεί τόσα μαρτύρια στα χέρια των Ναζιστών – ένας άνθρωπος υποδειγματικού θάρρους και αντοχής – με την αυτοκτονία του παρουσίασε μια αδυναμία, μια κατάρρευση της προσωπικότητάς του, την οποία αρνούνταν να δεχτούν. Μπροστά σε ένα τρομερό απόλυτο – την αυτοκαταστροφή – αντέδρασαν επιδεικνύοντας αμηχανία και μια υποψία ντροπής. 

Ο Στάιρον γράφει ένα εκπληκτικό βιβλίο που σε καθηλώνει και περιγράφει με τόσο δεξιοτεχνικό τρόπο τα στάδια της δικής του κατάθλιψης, που για μερικές στιγμές, αισθάνεσαι πως παίζει με το δικό σου μυαλό. Απορρίπτει τον όρο “κατάθλιψη (depression)” που τον βρίσκει κακόγουστο (αν δεν ακουγόμουν πολύ κυνικός, θα έλεγα ότι τον βρίσκει μέχρι και καταθλιπτικό!), και θεωρεί ότι ο όρος “μελαγχολία” αποδίδει καλύτερα το ψυχικό άλγος που νιώθουν οι πάσχοντες. Εντούτοις, διατηρεί τις αντιρρήσεις του και προτείνει απηυδισμένος έναν δικό του όρο.

Ως άνθρωπος που βασανίστηκε σε βαθμό υπέρτατο από την ασθένεια, αλλά κατόρθωσε να μιλήσει γι' αυτή, θα έκλινα υπέρ μιας αληθινά εντυπωσιακής ονομασίας. Το “brainstorm”, λόγου χάριν, έχει δυστυχώς χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει, ελαφρώς σκωπτικά, την έμπνευση του νου. Απαιτείται πάντως κάτι ανάλογο. Πληροφορούμενος πως η ψυχική διαταραχή ενός ανθρώπου εξελίχθηκε σε θύελλα – μια ατόφια μανιασμένη θύελλα στον εγκέφαλο, κάτι με το οποίο, όντως, μοιάζει πρωτίστως η κλινικώς διαπιστωμένη κατάθλιψη – ακόμα και ο απλός άνθρωπος, ο μη ειδικός, ενδέχεται να την αντιμετωπίσει με κατανόηση και όχι με τη συνήθη αντίδραση απέναντι στη λέξη “κατάθλιψη”, του τύπου “Και λοιπόν τι έγινε;” ή “Θα σου περάσει” ή “Όλοι έχουμε τις άσχημες μέρες μας”.

Διαβάστε άφοβα το βιβλίο του Στάιρον, δεν υπάρχει περίπτωση να σας ψυχοπλακώσει. Δοσμένες με καυστικότατο χιούμορ είναι οι συνεδρίες με τον ψυχίατρό του, σαν απολαυστικό ιντερλούδιο! Να θυμάστε όμως ότι δεν προτείνει λύση, παρά μόνο για την δική του κατάθλιψη. Για την κατάθλιψη όλων των υπολοίπων, αφού τα στατιστικά δείχνουν ότι σχεδόν όλοι θα περάσουμε μια έστω και ήπιας μορφής κατάθλιψη, πρέπει να αναζητηθεί λύση κάπου αλλού. Η κατάθλιψη μπορεί να νικηθεί, “που πιθανότατα είναι η μοναδική θετική πλευρά της”.





                                                                                                  Μαραμπού

"Θέα στο σκοτάδι", Ουίλιαμ Στάιρον, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ.Ποταμός, 2003, σελ.125


Υ.Γ. 42 Οι ζωγραφικοί πίνακες είναι του Γκόγια, της Romy Campe και του Joe MacGown.

29/9/14

"Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο χρώμα", Boris Vian




Πιθανότατα κάποιο θεματάκι είχα στην εφηβεία μου γιατί δεν διάβασα τότε, στην κατεξοχήν εποχή της επανάστασης Μπορίς Βιάν. Δεν πειράζει, έπιασα στην ώριμη τούτη ηλικία το «όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο χρώμα» και ομολογουμένως το ευχαριστήθηκα.

Ο Νταν είναι μπράβος σε ένα καταγώγιο που πουλά γυναίκες, έχει σόου, σεπαρέ για τα περαιτέρω και άλλα τέτοια νόμιμα και είναι σχετικά ευτυχισμένος. Είναι παντρεμένος με μια λευκή γυναίκα, το παιδί του είναι λευκό και ο ίδιος φαίνεται Λευκός. Όμως δεν είναι. Όταν εμφανίζεται ο κατάμαυρος νέγρος αδελφός του Ρίτσαρντ συνειδητοποιεί πως η ευτυχία του κινδυνεύει. Καταδιώκοντας τον Ρίτσαρντ θα πάρει μέρος σε μια παρτούζα με δυο νέγρες και θα συνειδητοποιήσει πως αυτός που όλο και κάποια πελάτισσα κανόνιζε μες στο βράδυ και πηδούσε και την γυναίκα του μετά, δεν μπορεί πια να κάνει σεξ με λευκή.

Υπό το βάρος του μυστικού του, τον φόβο μην αποκαλυφθεί πως είναι Μαύρος, και την ανικανότητα να του σηκωθεί με λευκές γυναίκες, θα οδηγηθεί στην ακρότητα και την τρέλα.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε απολαυστικά καταιγιστικούς ρυθμούς, είναι φυσικά βαθιά αντιρατσιστικό όμως διαπνέεται από μια έντονη αύρα ερωτισμού και σεξουαλικής έντασης που ταιριάζει γάντι στην εποχή που γράφτηκε και ξανάβει τα αίματα.

Ο Βιάν υπήρξε αντιφατικός, μέλος των υπαρξιστών, γοητευτικός, τα βιβλία που έγραψε με τον ψευδώνυμο Βέρνον Σάλλιβαν είχαν πολύ μεγαλύτερη απήχηση από αυτά που υπέγραφε με το κανονικό του όνομα∙ ήταν πολυτεχνίτης και πέθανε στα 39 του από ανακοπή όσο κινηματογραφούνταν η ταινία που βασίστηκε στο «Θα φτύσω στους τάφους σας», τη μεγάλη του εμπορική επιτυχία.


«Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο χρώμα» Μπορίς Βιάν, μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Νεφέλη, 2014, σελ. 178

28/9/14

Σήμερα στις 2μ.μ. Διαβάζοντας@amagi




Κυριακή 28/9/2014 στην εκπομπή Διαβάζοντας@amagi (κάθε Κυριακή 2-4 μ.μ.) με την Κατερίνα Μαλακατέ και την Τίνα Μανδηλαρά θα έχουμε την τιμή να φιλοξενήσουμε τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο, τον συγγραφέα που κατόρθωσε να γράψει μυθιστόρημα σε έναν μόλις μήνα και μάλιστα παρουσία κοινού, διαδικτυακά. Έπειτα το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε και σε χάρτινη μορφή από τις εκδόσεις Καστανιώτη και βρέθηκε υποψήφιο για τα Κρατικά βραβεία λογοτεχνίας. Περισσότερα για το εγχείρημα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Ο Θοδωρής έχει έντονη διαδικτυακή παρουσία τόσο στο προσωπικό του site, (ίσως να έχετε διαβάσει τούτο το άρθρο),  όσο και στην διαδικτυακή λέσχη ανάγνωσης www.bookworm.gr, όπου έχει συγκεντρώσει όλες τις δανειστικές βιβλιοθήκες της Ελλάδος, μεταξύ άλλων.

Την πρώτη ώρα της εκπομπής θα μιλήσουμε για τον "Ζοφερό Οίκο" του Τσαρλς Ντίκενς και τους κλασικούς συγγραφείς που επανεκδίδονται, αν και κατά πόσο έχουν θέση πια στην ζωή μας.

Κληρώνονται 3 (χάρτινα) αντίτυπα του βιβλίου του Θοδωρή Γεωργακόπουλου "Φεβρουάριος" ευγενική προσφορά των εκδόσεων Καστανιώτης.

Σας περιμένουμε και καλή ακρόαση στον www.amagiradio.com

Υ.Γ. 42 Για να ακούσετε την εκπομπή αρκεί να μπείτε στην σελίδα του σταθμού, ενώ για ταμπλέτες, τηλέφωνα και άλλα συναφή κατεβάστε την εφαρμογή TuneIn Radio και βρείτε τον amagi. 

25/9/14

Παρουσίαση στην Πάτρα "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει"


Θα χαρώ πολύ να σας δω αύριο 26/09/2014  στις 6:30 μ.μ. στο Κοινωνικό Κέντρο Πάτρας (Ρήγα Φερραίου 167 και Τσαμαδού) στην Πάτρα. Για το "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" θα μιλήσει η Κατερίνα Σαμψώνα που την ευχαριστώ από καρδιάς.





23/9/14

"Ο Ζοφερός Οίκος", Charles Dickens






Ξεκινώντας κανείς να μιλήσει για ένα από τα κλασικά έργα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας έχει πάντα ένα κράτημα. Τι νόημα θα είχε μια παρουσίαση ακόμα του Ζοφερού Οίκου, ποιόν αφορά εν τέλει το ότι εγώ αποφάσισα στα 36 μου να ξαναγυρίσω στον Ντίκενς. Ίσως όμως να μην είναι τόσο μάταιη μια τέτοια ανάρτηση, να έχει ένα σκοπό, να κεντρίσει το ενδιαφέρον έστω κι ενός ακόμα αναγνώστη να ξαναπιάσει τους κλασικούς.

Στο προκείμενο, με δεδομένο ότι μιλάμε για ένα από τα αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, ο εμβληματικός «Ζοφερός Οίκος» του Τσαρλς Ντίκενς(sic) με τις 1400 σελίδες του είναι ένα ανάγνωσμα από αυτά που ξεχνάς δύσκολα. Η ιστορία του, κι οι υπο-ιστορίες μέσα στην ιστορία, οι δεκάδες κύριοι αλλά και δευτερεύοντες χαρακτήρες, αποτελούν έναν συγγραφικό άθλο. Και φυσικά αυτή η αίσθηση εντείνεται αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για ένα έργο που αρχικά δημοσιεύτηκε το 1852 ως το 1853 σε 20 μηνιαίες συνέχειες.

Ο Ντίκενς, που η ζωή του* θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για πολλά μυθιστορήματα και ταινίες, έχει αναμφίβολα χάρισμα στην αφήγηση και στο στήσιμο της πλοκής. Εντυπωσιάζει η επιλογή δυο αφηγητών για ένα τέτοιο μυθιστόρημα- ένας  σχεδόν παντογνώστης  που μας μιλά για τα γεγονότα χωρίς να εμβαθύνει στα αισθήματα των ηρώων και η νεαρή Έστερ Σάμερσον, πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια μαζί που μέσα σε όλα τα άλλα, μας λέει και για τον εαυτό της, το ταπεινό μυρμηγκάκι που γεννήθηκε για να υπηρετεί τους άλλους και να βλέπει πάντα το καλό. Που και που κανείς θέλει να χαστουκίσει την Έστερ ως αφηγήτρια, κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατου του βιβλίου.

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με μεγάλωσε η νονά μου- όπως τις πριγκίπισσες στα παραμύθια, μόνο που εγώ δεν ήμουν όμορφη. Εγώ τουλάχιστον για νονά μου την ήξερα. Ήταν καλή, πολύ καλή γυναίκα! Πήγαινε στην εκκλησία τρεις φορές κάθε Κυριακή, στις πρωινές προσευχές κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, και στα κηρύγματα, όποτε είχε κηρύγματα∙ δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία. Ήταν αρχοντογυναίκα∙  κι αν χαμογελούσε κάπου κάπου θα έμοιαζε (σκεφτόμουν) με άγγελο- μα ποτέ της δεν χαμογελούσε. [] Στενοχωριόμουν πολύ όποτε σκεφτόμουν πόσο καλή ήταν εκείνη και πόσο ανάξια της ήμουν εγώ∙ κι ευχόμουν ολόψυχα να ήμουν πιο καλόκαρδη∙»

Κεντρικό σημείο της πλοκής είναι το Τσάνσερι, ένα αστικό δικαστήριο που δίκαζε με βάση το εθιμικό δίκαιο κι αν εγκλωβιζόσουν εκεί θα μπορούσες να περάσεις όλη σου την ζωή ελπίζοντας σε μια απόφαση. Η υπόθεση Τζάρντάις και Τζαρντάις είναι διάσημη γιατί κρατά πάρα πολλά χρόνια και το μόνο που βγαίνει από αυτήν είναι νομικά έξοδα.

«Ποιος τυχαίνει να βρίσκεται στην αίθουσα αυτό το μουντό απόγευμα εκτός από τον Αρχιδικαστή, τον συνήγορο της υπόθεσης, δυο τρεις δικηγόρους που δεν έχουν ποτέ σχέση με καμία υπόθεση και τους νομικούς συμβούλους που προαναφέρθηκαν;Κάτω από τον δικαστή κάθεται ο γραμματέας που φοράει περούκα και τήβεννο ∙ και υπάρχουν δυο ή τρία σκήπτρα, ή βαλάντια, ή πουγκιά, ή όπως αλλιώς λένε τους αξιωματούχους του Κράτους με τις επίσημες στολές τους.Όλοι αυτοί χασμιουρούνται∙ γιατί ποτέ δεν πέφτει ούτε ψίχουλο ευθυμίας από την ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ ΚΑΙ ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ(την υπό συζήτηση υπόθεση) που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει ξεζουμιστεί εντελώς.»

Βασικοί χαρακτήρες η Έστερ Σάμερσον, μια κοπέλα που μεγάλωσε ορφανή με την στριμμένη νονά της κι έχει διαρκώς τύψεις ακόμα και που υπάρχει. Είναι ένα άξιο κορίτσι, όμορφο και ευγενικό, που καταφέρνει όταν ο Τζον Τζαρντάις αναλαμβάνει την κηδεμονία της να γίνει οικονόμος στο σπίτι του και να κρατά όλο τον «Ζοφερό Οίκο» σε τάξη.

Ο Τζον Τζαρντάις είναι ίσως ένας από τους πιο «καλούς» ήρωες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Πάντοτε έτοιμος να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες, να συγχωρέσει τους φίλους του, να ξεχάσει πως είναι διάδικος στο Τσάνσερι για να μην παρανοήσει. Γίνεται κηδεμόνας  τριών παιδιών, της Έστερ και δυο μακρινών ξαδέλφων του και αντίδικων του στην υπόθεση Τζαρντάις, της Έιντα και του Ρικ. Η Έιντα είναι ένα πανέμορφο κορίτσι που γίνεται κολλητή φίλη της Έστερ, ενώ συνάπτει σχέσεις ερωτικές με τον Ρικ. Ο Ρικ πάλι παρασύρεται από την υπόθεση του δικαστηρίου, ρουφιέται από αυτό και επιπόλαιος καθώς είναι αφήνεται να καταστραφεί.

Η λαίδη Ντεντλοκ είναι η επιτομή της κομψότητας και της αριστοκρατίας, ενώ ο βαρονέττος άντρας της Λέστερ, κοντά είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της,  η ενσάρκωση όλων όσων θα μπορούσε να μισεί κανείς στην αριστοκρατία. Η λαίδη Ντέντλοκ έχει ένα μυστικό που αφορά την Έστερ.

Βασικό ρόλο έχει και ο κακός δικηγόρος Τάλκινγκχορν που ανακαλύπτει το μυστικό της λαίδης και την απειλεί, ενώ προς το τέλος η πλοκή αποκτά και  στυνομικό χαρακτήρα, μιας και εμφανίζεται ένας από τους πρώτους επιθεωρητές στην λογοτεχνία, ο αστυνόμος Μπάκετ.

Ακόμα και να ήθελε κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στον «Ζοφερό Οίκο». Το καθένα από αυτά όμως έχει τη θέση του στην τοιχογραφία μιας κοινωνίας που παρακμάζει ταχύτατα. Πέρα από τις φιγούρες της αριστοκρατίας, που δεν μπορούν παρά να φανταστούν τον εαυτό τους ως αφέντη, έχουμε κι άλλες χαρακτηριστικές πρωσωπικότητες της εποχής- έναν άντρα εντελώς επιπόλαιο που απομυζά λεφτά από τους φίλους του και χαρακτηρίζει τον εαυτό του παιδί, έναν άλλον που τρέμει την γυναίκα του, μια κυρία που ενδιαφέρεται πιο πολύ για τις φιλανθρωπίες της στην Αφρική από ότι για το σπιτικό της που βρωμάει και ζέχνει και τα παιδιά της που είναι παραιτημένα.

Το βιβλίο ρέει αβίαστα (η Κλαίρη Παπαμιχαήλ έχει κάνει θαύματα με την μετάφραση και της αξίζουν ειλικρινή συγχαρητήρια), οι σελίδες κυλούν, δεν θέλει κανείς να το αφήσει από τα χέρια του. Η αφήγηση ποταμός θυμίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο πως ήταν η λογοτεχνία κάποτε κι ίσως πως θα έπρεπε να είναι και σήμερα ενώ ταυτόχρονα τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από τα σύγχρονα μυθιστορήματα- δυο αφηγητές, που ομιλούν σε διαφορετικό χρόνο και κρατούν ο καθείς την οπτική γωνία του(με την Έστερ να είναι ίσως μία από τους πρώτους αναξιόπιστους αφηγητές στην ιστορία της λογοτεχνίας), εγκιβωτισμένες ιστορίες μες στην ιστορία, ήρωες που εμφανίζονται κι έπειτα επανεμφανίζονται όταν θα είναι χρήσιμοι στην πλοκή.

Εννοείται πως κάποιες υπο-πλοκές είναι πιο ενδιαφέρουσες από άλλες, και πως σε 1400 σελίδες πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, όταν κανείς άλλωστε διαβάζει σε συνέχειες ένα τέτοιο έργο έχει άλλες απαιτήσεις. Ο Ντίκενς- αν και είναι λιγουλάκι διδακτικός και καταλήγει σε happy end- έχει εξαιρετικό χιούμορ και στηλιτεύει με απαράμιλλη κομψότητα τα κακώς κείμενα της εποχής του∙ την άδικη βικτωριανή κοινωνία που αφήνει παιδιά να πεθαίνουν στους δρόμους κι άλλα να τρώνε με χρυσά κουτάλια στην αγκαλιά του υπηρέτη τους, το αδιέξοδο νομικό σύστημα, την αριστοκρατία που βλέπει μονάχα την επιφάνεια κι όλα τα υπόλοιπα τα κουκουλώνει

Αλλά αυτό που εντυπωσιάζει είναι το προσωπικό άλγος των ηρώων του, η ανάγκη τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι έννοιες του πάθους και της συμπόνιας, πέρα από τις επιταγές της κοινωνίας, οι προσωπικές επιδιώξεις και αγωνίες. Μέσα στην υποκρισία της πλουτοκρατίας και στην μιζέρια της πιο αφόρητης φτώχιας, οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι και έχουν πέρα από τις υλικές και συναισθηματικές ανάγκες.

Ομολογώ πως τα υπόλοιπα έργα του Ντίκενς τα έχω διαβάσει στην εφηβεία μου. Είχα όμως μια τελείως στρεβλή, ίσως και ελαφρά μελό εικόνα για αυτά τα μυθιστορήματα. Ο «Ζοφερός Οίκος» σμπαράλιασε όλες τι ψευδαισθήσεις μου. Ο χρόνος, παντοδύναμος, ξέρει τι είναι αυτό που θα μείνει ως κλασικό στην Ιστορία.

«Ο Ζοφερός Οίκος», Τσαρλς Ντίκενς, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Gutenberg, 2008,  σελ. 1405


* Ο Ντίκενς ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά ζωντανός, ηθοποιός σε περιοδεύοντες θιάσους. Σε μια τέτοια περιοδεία γνώρισε στα 45 του μια 18χρονη θεατρίνα που έγινε η μούσα του. Λένε πως για αυτήν αρχικά έχτισε μες στην κρεβατοκάμαρά τους κι έπειτα παράτησε την σύζυγό του Κάθριν, την υπέρβαρη μητέρα των δέκα του παιδιών. Η Κάθριν μαράζωσε, το έριξε στο ποτό και δεν ξαναείδε τα παιδιά της, ενώ υπήρχαν φήμες πως ο Ντίκενς ενδιάμεσα είχε ερωτικές σχέσεις και με την κουνιάδα του. Βικτωριανοί, τι περιμένεις... 
     

22/9/14

Τα podcasts των δυο πρώτων εκπομπών Διαβάζοντας@amagi.



Κυριακή 21/9/2014 Η δεύτερη εκπομπή με καλεσμένο τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη


Τα δυο πρώτα podcasts της εκπομπής Διαβάζοντας@amagi. Θα ακολουθήσουν κι άλλες Κυριακές με πολλή κουβέντα για βιβλία και γύρω από βιβλία και ωραίους καλεσμένους








Κυριακή 14/9/2014 Η Παγκόσμια πρώτη μας