24/4/14

"Ο Κολυμβητής και άλλες ιστορίες", John Cheever




O Τζον Τσίβερ ήταν ένας από τους βασικούς συντρόφους του Ρέιμοντ Κάρβερ στο ποτό. Ο Τζον Τσίβερ συγκαταλέγεται ανάμεσα στους 2-3 σημαντικότερους Αμερικάνους διηγηματογράφους της λευκής, προνομιούχας Αμερικής. Ο Τζον Τσίβερ πέθανε το 1982. Τότε γιατί μόνον φέτος κυκλοφόρησε στα Ελληνικά η συλλογή διηγημάτων "O Κολυμβητής και άλλες ιστορίες" και πριν δεν είχαμε κανένα έργο του; Από αυτά τα περίεργα του ελληνικού εκδοτικού κόσμου.

Ήδη από το πρώτο διήγημα της συλλογής καταλαβαίνεις πως τα πράγματα θα είναι ζόρικα. Ο Τσίβερ μιλά για καθημερινά πράγματα, για κανονικές ζωές, μέχρι που, το εντελώς αναπάντεχο και διεστραμμένο, το ανείπωτο, λέγεται. Το ίδιο και στο δεύτερο και στο τρίτο, οι ήρωες κάνουν ή λεν αυτό που δεν περιμένεις στην πιο κατάλληλη στιγμή για να θέλεις να διαβάσεις κι άλλο.

Τα υπόλοιπα διηγήματα, που είναι κείμενα της πιο ώριμης περιόδου του Τσίβερ και γι' αυτό πιο χαρακτηριστικά, έχουν ως κέντρο το φανταστικό «Σέιντι Χιλ», ένα από κείνα τα λευκά προάστια με τις μονοκατοικίες, τους κήπους, τις πισίνες, τις γυναίκες που κάνουν φιλανθρωπίες και διοργανώνουν πάρτυ και τα παιδιά τα μεγαλώνει η νταντά. Αλλά κι εκεί όλα τελικά δεν είναι όπως φαίνονται, τίποτα δεν είναι όπως θα έπρεπε. Το ζήτημα είναι ποιος θα τολμούσε να τα αλλάξει, να βγει από το κουκούλι∙ κανείς. Όσοι το προσπαθούν μένουν στις φαντασιώσεις: ο σύζυγος που ορέγεται την μπείμπι σίτερ έπειτα από ένα αεροπορικό ατύχημα θα μείνει με τις ορέξεις, ο κλέφτης των γειτόνων του θα έχει φοβερές τύψεις, ακόμα κι ο Κολυμβητής θα παραμείνει στις αυταπάτες του.

Τα διηγήματα του Τσίβερ έχουν γλώσσα απλή και ρέουσα, σε παίρνουν μαζί τους στο Αμερικάνικο Όνειρο, σε αποθέτουν μέσα του. Αν είναι καλά εκεί, ο χρόνος θα δείξει. Έχει οικονομία ο λόγος του, και στις εικόνες και στην σκιαγράφηση των χαρακτήρων και για αυτό είναι ακόμα πιο δυνατός.  Δεν κρίνει, δεν κουνά το δάχτυλο, τους συμπονά τους ήρωες του. Μα δεν τους ωραιοποιεί, ούτε και τους λυτρώνει. Γράφει εν πολλοίς αυτοβιογραφικά, για αυτή την αίσθηση πως κάτι πρέπει να διορθωθεί, πως κάτι είναι σάπιο και δεν πηγαίνει καλά κάτω από την λουστραρισμένη επιφάνεια. Και τελικά για την ήττα του βολεμένου που δεν κάνει τίποτα.  

"Ο κολυμβητής και άλλες ιστορίες", Τζον Τσίβερ, μετ. Κώστας Καλογρούλης, εκδ. Καστανιώτη, 2013, σελ. 220


22/4/14

Τα (πρώτα) αποτελέσματα του "ΛόγωΤέχνης"






Οι 40 διακριθέντες του 4ου διαγωνισμού διηγήματος «ΛόγωΤέχνης»- τα διηγήματα των οποίων θα συμπεριληφθούν στο βιβλίο των Εκδόσεων Μεταίχμιο- κατά αλφαβητική σειρά, σύμφωνα με την αξιολόγηση της Κριτικής Επιτροπής, είναι οι ακόλουθοι:


● Ακριτίδης Αλέξανδρος, Μελίκη Ημαθίας

● Αποστόλου Γιώργος, Αθήνα
● Ασλανίδη Ευγενία, Χίος
● Βαλετοπούλου Λίνα, Λάρισα
● Βέυλλερ Εύη, Αθήνα
● Βοζίκης Γιάννης, Δράμα
● Γεωργανά Παναγιώτα, Θεσσαλονίκη
● Γεωργαντόπουλος Σωτήρης, Αντίμπ, Κυανή Ακτή
● Γκέζος Χρήστος Αρμάνδος, Αθήνα
● Δημητριάδου Ευνομία, Αθήνα
● Ζώης Παναγιώτης, Ιωάννινα
● Καρανταλής Γιώργος, Αθήνα
● Κεραμίδας Ευάγγελος, Αθήνα
● Κεφαλογιάννης Κώστας, Ηράκλειο
● Κοντοπούλου Κατερίνα, Αθήνα
● Κορολής Βασίλειος – Ερημιάς, Ναύπλιο
● Κοσεγιάν Χαρά, Ρόδος
● Κουτούδης Ιωάννης, Ερμούπολη, Σύρος
● Μαλακατέ Κατερίνα, Αθήνα
● Μαντά Ειρήνη, Αθήνα
● Μελέτη Χριστίνα, Κόρινθος
● Μηλιαρέση Βιβιάνα, Λονδίνο, Αγγλία
● Μπιρμπίλη Ελένη, Θεσσαλονίκη
● Μπίστη Αργυρώ, Παρίσι, Γαλλία
● Ντούμπρου Ιωάννα, Αθήνα
● Παγώνης Ιωάννης, Αθήνα
● Παπαδάκη Άννα-Μαρία, Λάρνακα, Κύπρος
● Παυλίδης Γιώργος, Δοξάτο Δράμας
● Ριζόπουλος Γεώργιος, Μαρούσι Αττικής
● Σδρόλιας Δημήτρης, Αθήνα
● Σέκερης Αντώνης, Χαλκίδα
● Σκούτας Νικόλαος, Αθήνα
● Σουφλέρης Σταμάτης, Κύμη
● Στάμος Γιώργος, Αθήνα
● Στεφάνου Χαρά, Λευκωσία, Κύπρος
● Τρουβάς Χαρίλαος, Αθήνα
● Τσιρικούδης Αντώνιος, Ηράκλειο
● Χαραλαμπίδη Δέσποινα, Αθήνα
● Χαραμαρά Γεωργία, Αθήνα
● Χριστίδης Περικλής, Θεσσαλονίκη

Η Τελετή Βράβευσης θα περιλαμβάνει: τραγούδια με στίχους του Κ. Π. Καβάφη -ειδικά για την βραδιά αυτή, μερικά των οποίων είναι σε πρώτη εκτέλεση - από το νέο τμήμα "μουσικού θεάτρου" και την Ορχήστρα του, της ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 1960. Τα 3 πρώτα νικητήρια διηγήματα θα αφηγηθούν οι ηθοποιοί Μυρτώ Αλικάκη, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης και Χρήστος Σιμαρδάνης. Τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής του διαγωνισμού Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Κατσουλάρης, Αμάντα Μιχαλοπούλου, Ελένη Μπούρα, Σώτη Τριανταφύλλου και Γιάννης Φαρσάρης θα εξηγήσουν το σκεπτικό της αξιολόγησης και θα συνομιλήσουν με τους νικητές. Παρουσιαστής της βραδιάς, όπως και πέρυσι, θα είναι ο Κώστας Κινής.

Η εκδήλωση θα γίνει την Δευτέρα 28 Απριλίου, ώρα 19:30μ.μ, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά όπου και θα ανακοινωθεί η σειρά διάκρισης. 

21/4/14

6η μέρα πυρετού


Συνειδητοποίησα τα εξής:

Ο οικιακός κόσμος γυρίζει και χωρίς εμένα.
Τα βιβλία έχουν πλάκα μόνο αν τα καταλαβαίνεις πλήρως.
3η ασθένεια μέσα σε 6 μήνες είναι πολύ. Πρέπει κάτι να κάνω.
Υπάρχουν δυο-τρεις άνθρωποι που με αγαπούν.
Όλα όσα με απασχολούν στην καθημερινότητα μπορούν να… εξαφανιστούν μέσα σε μια στιγμή.
Οι πολύ καλές στιγμές από τις κακές απέχουν περίπου ένα μισάωρο.
Ένας ακόμα να μου πει πως με ματιάξανε, θα φάει μπούφλα.
Και τελικά πως 6 μέρες αρκούν για να βγεις από τον συγγραφικό ρυθμό και να μην θυμάσαι καν τι είναι αυτό που έγραφες.

Με ευχές για ταχεία μου ανάρρωση (είμαι στωικός ασθενής αλλά νισάφι)
Κατ.



16/4/14

"Ζωή μετά τη ζωή", Kate Atkinson




Η «Ζωή μετά τη ζωή» ήταν η πρώτη μου επαφή με την Kate Atkinson. Στην αρχή με τρόμαξε ο όγκος του, συνηθίζω να διαβάζω τούβλα μονάχα αν είμαι από την αρχή πεπεισμένη πως το αξίζουν. Όμως τούτο είχε κάτι το ιντριγκαδόρικο στο οπισθόφυλλο:

«Τι θα γινόταν αν είχες τη δυνατότητα να ζήσεις την ζωή σου ξανά και ξανά μέχρι να μην έχεις κανένα λόγο για να μετανιώνεις; Μέχρι να καταφέρεις να τα κάνεις όλα σωστά;».

Καταλαβαίνετε, το θέμα ελαφρά με απασχολεί.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, που δίχως το εύρημα της πλοκής θα ήταν μια κλασική family saga, είναι η Ούρσουλα Τοντ, το τρίτο παιδί μιας σχετικά ευκατάστατης οικογένειας που ζει σε ένα σπίτι στην εξοχή, την «Γωνιά της Αλεπούς», έχει υπηρέτρια και μαγείρισσα και μια μάνα που γενοβολλά παιδιά που πραγματικά συμπαθεί, αν και τελικά είναι αρκετά κριτική απέναντί τους. Μόνο που, εκείνη τη νύχτα που γεννήθηκε είχε χιόνι πολύ, ο γιατρός και η μαία δεν πρόλαβαν να έρθουν και το μωρό τυλίχτηκε στον λώρο και γεννήθηκε νεκρό.

Στο επόμενο κεφάλαιο ο γιατρός τα έχει καταφέρει να έρθει, κόβει τον λώρο και σώζει το μωρό στο τσακ. Έτσι κυλούν οι υπόλοιπες σελίδες, η Ούρσουλα πεθαίνει στην κούνια όταν την πνίγει το γατί της μαγείρισσα. Η Ούρσουλα πεθαίνει στην θάλασσα όταν ξεμακραίνει με την αδελφή της. Την Ούρσουλα την βιάζει στα 16 ένας φίλος του αδελφού της και καταλήγει σε μια σχέση με έναν άντρα που την κακοποιεί. Η Ούρσουλα πεθαίνει στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Η Ούρσουλα γίνεται κολλητή της Εύα Μπράουν.

Μπα.

Όλοι οι χαρακτήρες γράφουν ξανά και ξανά την ιστορία τους. Την γράφει η Ούρσουλα δηλαδή, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν έχει ή δεν έχει επίγνωση των εναλλασσόμενων γεγονότων. Η πρόθεση της συγγραφέως- που έχει σαφή αφηγηματική δεινότητα και πρέπει να έχει μελετήσει πολύ την περίοδο του Β’ Παγκόσμιου- φαίνεται από τις πρώτες σελίδες: ο χρόνος είναι ρευστός, το ποιοι είμαστε καθορίζεται και από τυχαία γεγονότα, η ταυτότητά μας, η σχέση με τους γύρω μας έχει κάποια βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά αλλά όλα τα υπόλοιπα καθορίζονται από τις συγκυρίες.

Το βιβλίο διαθέτει τη δύναμη του ευρήματος που στο τέλος καταλήγει αδυναμία. Η ιστορία με τον Χίτλερ φαίνεται σαν μισοειπωμένη, κάπως φυτευτή σε μια αλληλουχία γεγονότων και ο όγκος του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο μισός. Από την άλλη πρόκειται για μια γραφή ευκολοδιάβαστη, με κάποιες ευκολίες- οι ημερομηνίες σε κάθε κεφαλαιάκι είναι περιττές και κάπως σαν να υποτιμούν τον αναγνώστη πως δεν θα καταλάβει. Σίγουρα το πρόσημο που μου άφησε η ανάγνωση είναι θετικό. Αν δε, μου είχε φάει τρεις κι όχι έξι μέρες για να το τελειώσω, τότε μπορεί να δήλωνα και ενθουσιασμένη.


«Ζωή μετά τη ζωή», Κέιτ Άτκινσον, μετ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 572, 2013


Υ.Γ. 42 Το εφημεριδόχαρτο έχει και τα καλά του, κοντά εξακόσιες σελίδες σχετικά μεγάλου σχήματος και το έπαιρνες το βράδυ στο κρεβάτι μαζί σου άνετα δίχως να παθαίνεις τενοντίτιδα. Πούπουλο. 

12/4/14

Αύριο...

Αύριο Κυριακή 13/4/2014 στις 18:00 στο Revolt θα μιλήσουμε για τον Paul Auster. Ελάτε, ελάτε...


Υ.Γ 42 To Revolt είναι στα Εξάρχεια, Κωλέττη 25-27

11/4/14

Η χαρά της ανάγνωσης. Επανεκκίνηση.


Τον τελευταίο καιρό έχω χάσει εν πολλοίς την χαρά την ανάγνωσης. Συνεχίζω να διαβάζω πολύ, δεν αντλώ όμως πια την ίδια ηδονή. Σα να καταπιέζομαι, να μην με χωρά ο τόπος, να ψυχαναγκάζομαι βρε αδελφέ.

Σε αυτήν την στριμωγμένη αίσθηση συνεισφέρουν τρία πράγματα:

Πρώτα από όλα η έλλειψη χρόνου και χώρου. Δεν είναι το ίδιο ευχάριστο να ανοίγεις απερίσπαστος και χωρίς θορύβους το βιβλιαράκι σου στην πολυθρόνα σου με ένα ποτήρι κρασί, με το να «χώνεις» την ανάγνωση ανάμεσα σε δυο ταΐσματα, δυο παιδάκια που τσιρίζουν, δυο mails που πρέπει να στείλεις ή δυο πελάτες που πρέπει να εξυπηρετηθούν. Ακόμα και το βράδυ στο κρεβάτι μου, έχω χαμηλώσει τον φωτισμό για το μωρό και δυσκολεύομαι. Διαβάζω μόνο από το ένα πλευρό- το κοντινότερο στο λιγοστό φως- κι αν είναι να γυρίσω από το άλλο, απλά… κοιμάμαι.

Από την άλλη έχει αυξηθεί το «καταναγκαστικό» διάβασμα. Το Booktalks κάνει συνεχώς παρουσιάσεις, είναι αγένεια να μην έχεις γνώμη για αυτό που παρουσιάζεται. Κι έπειτα είναι όλη αυτή η εισροή βιβλίων μέσω του blog από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς που λαχταρούν μια κουβέντα, έστω ένα ξεφύλλισμα για το πόνημά τους. Καταλαβαίνω την λαχτάρα τους, διάολε μια από αυτούς είμαι. Όμως δεν μπορώ να τους ικανοποιήσω. Συσσωρρεύονται λοιπόν στα αδιάβαστα, βιβλία που δεν έχω διαλέξει εγώ και με πιέζουν. Δημιουργούνται σωροί γύρω μου, μέσα τους χάνονται μικρά διαμαντάκια, οι βιβλιοθήκες μου – έφτιαξα μια καινούργια στο σαλόνι και χάσκει μισοάδεια- μένουν άφτιαχτες- και στοίβες παντού. Μπαίνω σε πειρασμό να φτιάξω ένα ράφι για τα αδιάβαστα που θα μείνουν πάντα τέτοια. Μα έπειτα σκέφτομαι είναι άδικο, άδικο και σκληρό.




Και τελικά, με εξωθεί στα άκρα η ελευθερία της επιλογής. Δεν αγοράζω πια σε ποσότητα, κορφολογώ ένα από δω κι ένα από κει. Οι λίστες μου πάνε χαμένες, σχεδόν τις έχω εγκαταλείψει, η στόχευση χάνεται, δελεάζομαι πάλι από τα εξώφυλλα. Μπερδεύομαι. Σχεδόν λιμοκτονώ μες στο ντελικατέσεν.

Ώρες ώρες βλέπω τα Σάββατα που μαζευόμαστε η παρέα των «χτυπημένων»* πως εγώ είμαι η μόνη που έχω χάσει την προσμονή. Άλλοτε θα χαιρόμουν κι εγώ μαζί τους για κάθε νέα άφιξη, θα την χαλβάδιαζα, θα αναρωτιόμουν αν αντέχω οικονομικά να την πάρω, θα την έπαιρνα. Μόνο που τώρα που συχνά την έχω βγάλει εγώ από την κούτα, σαν να έχει χαθεί η αίγλη και η λάμψη της.

Αυτή η διαστροφή, όσο πιο πολύ «μέσα» στα βιβλία να είσαι, τόσο να μένεις τελικά απέξω, νομίζω πως είναι αρρώστια του «επαγγέλματος»∙ όχι του βιβλιοπώλη, του επαγγελματία αναγνώστη. Κι αυτό είναι που δεν επιθυμούσα να μου συμβεί. Είναι μεγάλο κομμάτι της ισορροπίας μου η ευχαρίστηση από ένα κείμενο για να την αφήσω να πάει χαμένη. Επανεκκίνηση.   




* όπου «χτυπημένοι»: βαριά βιβλιόφιλοι που μαζεύονται στο Booktalks κάθε Σάββατο κατά τις 11 με 12 το πρωί και ενσωματώνουν με χαρά όποιον έχει την διάθεση να μιλήσει για βιβλία και το κουράγιο απλά να συστηθεί. Ελάτε κι εσείς. Σε αυτούς εναποθέτω τις ελπίδες μου για να επανακάμψω.