21/10/20

"Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Elena Ferrante

 




Αγάπησα βαθιά την Έλενα Φέρραντε, από τότε που διάβασα τις Μέρες Εγκατάλειψης (στην έκδοση με το φοβερό εξώφυλλο, της Άγρας). Τότε είχα ξαγρυπνήσει για να τελειώσω το διάβασμα in one sitting (σικ). Επιτέλους μια συγγραφική φωνή που καταλάβαινε τον κυκεώνα της γυναικείας ζωής σήμερα, με τους πολλαπλούς ρόλους και τις πολλαπλές φωνές μες στο κεφάλι μας. 

Ο ενθουσιασμός μου μετριάστηκε με την Τετραλογία, που απόλαυσα πιο πολύ ως σειρά, παρά ως βιβλία. Συνεχίζει πάντως η Φερράντε στο μυαλό μου να είναι μια μαγική φιγούρα, μια συγγραφική περσόνα που κατόρθωσε ό,τι λίγοι έχουν καταφέρει, να κάνει παγκόσμιο μπεστσέλλερ χωρίς να κάνει βασικές εκπτώσεις στην ποιότητα της γραφής ή τα θέματα που πραγματεύεται. Για αυτό και διάβασα την «Απατηλή ζωή των ενηλίκων» μόλις βγήκε. 

Η έφηβη Τζοβάννα ζει σε ένα σπίτι διανοούμενων στην καλή περιοχή της Νάπολης και η ζωή της μοιάζει ειδυλλιακή. Η οικογένεια είναι αγαπημένη και ανοιχτή στη συζήτηση, οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει, οι δυο κολλητές της είναι κορίτσια της ίδιας τάξης, για την ακρίβεια κόρες των κολλητών των γονιών της. Ώσπου κρυφακούει τον πατέρα της να λέει πως είναι τόσο άσχημη, όσο η αδελφή του η Βιττόρια. Η Βιττόρια, που μένει ακόμα στην κακή περιοχή της Νάπολης, είναι αμόρφωτη και δουλεύει καθαρίστρια, είναι μια μυθική φιγούρα για τη Τζοβάννα, που δεν την έχει συναντήσει ποτέ, και συμβολίζει με κάποιον τρόπο το απόλυτο Κακό, ό,τι δεν θα ήθελαν οι γονείς της να γίνει. Το να την παρομοιάζει ο πατέρας της με αυτή την γυναίκα διαστρεβλώνει εντελώς την εικόνα για την εμφάνιση και το σώμα της και ξυπνά το ενδιαφέρον της για αυτόν τον «άλλο» κόσμο, τον βρώμικο και θλιβερό, στον οποίο μεγάλωσε ο πατέρας της αλλά τελικά άφησε πίσω. Επιμένει και πετυχαίνει να γνωρίσει τη Βιττόρια και μαζί της μια ολόκληρη νοοτροπία. Και διχάζεται, πότε είναι η καθωσπρέπει Τζοβάννα, πότε η πιο άγρια και σκοτεινή Τζαννίνα. 

Στην αρχή το μυθιστόρημα μου τράβηξε το ενδιαφέρον, αν και το θέμα ήταν τετριμμένο πια για Φερράντε, το έχει γράψει και το έχει ξαναγράψει. Πραγματεύεται την εφηβεία, την ενηλικίωση, το ψέμα, την ηθική. Και σκιαγραφεί τον κοινωνικό και οικονομικό διχασμό της Νάπολης, που είναι οικείος σε όλον τον Μεσογειακό Νότο. Όμως οι χαρακτήρες μοιάζουν άψυχοι, το μεγάλο ατού της, η ψυχογράφηση, φαίνεται εδώ να μην είναι στα καλύτερά του. Από κάποια στιγμή και μετά, ίσως μετά τη μέση, γίνεται βασανιστικά φλύαρο. Όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν, έχουν ήδη ειπωθεί, και μοιάζει το κείμενο διεκπεραιωτικό, για να τελειώσουν οι σελίδες. Με αποκορύφωμα, ένα από τα πιο αποκαρδιωτικά και αναληθοφανή τέλη. 

Πιθανώς η απογοήτευσή μου είναι δυσανάλογα μεγάλη. Όλοι οι συγγραφείς δικαιούνται ένα μέτριο βιβλίο. Απλά η Φερράντε για μένα ήταν κάτι σαν προσωπικό μυστικό, μια μεγάλη αποκάλυψη, που ξαφνικά την ανακάλυψε όλος ο κόσμος. Και μετά ξεφούσκωσε. 


                       Κατερίνα Μαλακατέ


Η φωτογραφία από τη σειρά "Η υπέροχη φίλη μου"  


   "Η απατηλή ζωή των ενηλίκων", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2020, σ.429

12/10/20

"Αυτά λοιπόν με τη Σάρα", Pauline Delabroy-Allard

 


Μάλλον απαρατήρητο πέρασε το βιβλίο της Πολίν Ντελαμπρουά-Αλλάρ στην Ελλάδα. Δεν συνέβη το ίδιο στο Παρίσι, όπου το «Αυτά λοιπόν με τη Σάρα» έκανε μεγάλο ντόρο μόλις βγήκε, έγινε αμέσως μπεστ σέλερ και πήρε το βραβείο France Culture/Télérama, ενώ ήταν υποψήφιο και για το International Booker 2020. Πράγμα ομολογουμένως εντυπωσιακό για πρωτόλειο.

Το μυθιστόρημα περιγράφει το ερωτικό πάθος δυο γυναικών, της αφηγήτριας, μιας καθηγήτριας που είναι μαμά ενός μικρού παιδιού κι έχει μια σχετικά τακτοποιημένη ζωή, με τη δουλειά και τον φίλο της, και της Σάρας, μιας παθιασμένης βιολονίστριας που δεν βάζει όρια στην καθημερινότητα. Η σχέση των δύο τους μοιάζει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, τις επηρεάζει και τις δυο, σε βαθμό που είναι αδύνατο να ζήσει η μια χωρίς την άλλη. Η Αλλάρ έχει μεγάλη ικανότητα να φτιάχνει εικόνες, που μένουν στο μυαλό του αναγνώστη.

Στέκεται όρθια από πάνω μου, με τα στήθη της γυμνά και περήφανα, όμορφη, τραγικά όμορφη. Ο χρόνος διαστέλλεται, σχεδόν σταματάει. Όλα γίνονται αργά και μακρόσυρτα. Η καρδιά μου σφυροκοπάει στο στήθος μου, τις φλέβες μου, τα μηνίγγια μου. Γονατιστή δίπλα μου, θα ‘λεγες πως είναι ένα εικόνισμα, μια θρησκευτική εικόνα. Προς στιγμήν, θα νόμιζε κανείς ότι προσεύχεται. Δεν με αγγίζει. Με χαϊδεύει με το βλέμμα. Μια στιγμή χάριτος. Μια στιγμή ιερή. Σιωπή. Έπειτα με κοιτάζει στα μάτια και χώνει τα δάχτυλά της μέσα μου, βαθιά, πολύ βαθιά, τόσο βαθιά που το κεφάλι μου γυρίζει, τα βλέφαρά μου κλείνουν. Φυσάει τα τσίνορά μου, το στόμα της είναι πολύ κοντά στο δικό μου. Μουρμουρίζει ερωτόλογα που με διαπερνούν. Τα δάχτυλά της προχωρούν βαθιά, χάνονται μέσα μου, παίζει στο βάθος της κοιλιάς μου μια μουσική που με τρελαίνει. Κάνει το κορμί μου να σπαρταράει, τα νεφρά μου να αναπηδούν, δεν σταματάει καθόλου. Πηγαίνει ολοένα πιο βαθιά, ολοένα πιο γρήγορα, τόσο όμορφα που δεν είμαι πια παρά μια πάνινη κούκλα, μια μαριονέττα.

Η ιστορία τους μοιάζει αρχετυπική, η μία προσγειωμένη, η άλλη αέρινη και υπερβατική, κι οι δυο διατεθειμένες να τα δώσουν όλα∙ δεν έχει να κάνει με το φύλο. Αλλά φυσικά έχει να κάνει με το φύλο. Οι σχέσεις ανάμεσα σε δυο γυναίκες είναι διαφορετικές, από ότι ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Αυτό, το πόσο διαφορετικός αλλά και ίδιος είναι ο ομόφυλος έρωτας, κάνει το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον. Οι γυναίκες δεν μοιάζουν με τους άντρες, οι έρωτες δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Όμως υπάρχει κοινός τόπος στο ανθρώπινο πάθος.

Είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρεις τη μέθεξη της λαγνείας στη λογοτεχνία. Η Αλλάρ το κατορθώνει με τρόπο μοναδικό, σπάζοντας μερικές φορές τις συμβάσεις της αφήγησης, αφήνοντας τις ηρωίδες της γυμνές μπροστά στα μάτια μας. Ο έρωτας τους είναι καταστροφικός, κανένα πάθος τέτοιου μεγέθους δεν μπορεί να σταθεί για πάντα. Και οι δυο φτάνουν στα όρια. Κι αν αυτό μοιάζει κάπως τετριμμένο λογοτεχνικό θέμα, ο χειρισμός του δεν είναι. Πρόκειται για ένα μικρό βιβλίο, πιθανά στα όρια της νουβέλας, που όμως δεν μπορείς να παρατήσεις πριν το τελειώσεις. Όποιος έχει ερωτευτεί, καταλαβαίνει το παράλογο του πράγματος. Αυτό καταφέρνει να περιγράψει η Αλλάρ∙ και δεν είναι και λίγο.



                                                                Κατερίνα Μαλακατέ


"Αυτά λοιπόν με τη Σάρα",  Pauline Delabroy-Allard, μετ. Σταύρος Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2020, σ.208


9/10/20

"Χωρίς πρόσωπο", Κατερίνα Μαλακατέ

Το τρίτο μου μυθιστόρημα κυκλοφόρησε χθες από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Διαβάστε εδώ τις πρώτες σελίδες: 

 


Το ατύχημα

«Έλα εδώ, αμέσως τώρα. Τώρα σου λέω».

Η μάνα του τον κυνηγούσε σε όλο το σπίτι, προσπάθησε να της κλείσει την πόρτα, δεν τα κατάφερε. Μπήκε στο δωμάτιο.


«Δεν με παρατάς ήσυχο πια. Δεν βαρέθηκες, δεν βαρέθηκες; Τόσα χρόνια δεν βαρέθηκες να με πιλατεύεις;» της είπε. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα της δουλειάς. Ήλπιζε πως αυτό θα την κάνει να φύγει.

 

«Όχι, δεν βαρέθηκα. Αυτή τη φορά θα απαντήσεις, πότε θα την παρατήσεις, θα βάλουμε κανόνες πια, δεν υπάρχει λογική, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν έχει καμία λογική» είπε η μάνα. Το στόμα της ήταν σφιγμένο, άσχημο. Στην πόρτα εμφανίστηκε ο πατέρας.


 «Δεν θα την παρατήσω» της απάντησε.


«Θα την παρατήσεις! Δεν το λέω μόνο εγώ, δεν το λέει μόνο ο παπάς, το λέει και ο γιατρός. Τελείωσε, τελεία και παύλα, αν θέλεις να συνεχίσεις να ζεις σ' αυτό το σπίτι και να μην πληρώνεις τίποτα, θα ακολουθείς τους κανόνες του» είπε εκείνη.


«Γιατί ρε μάνα, δεν δουλεύω; Σαν σκυλί δεν σας δουλεύω; Δεν πληρώνω το νοίκι και το φαΐ μου;».

Την κοιτούσε τώρα με μισόκλειστα μάτια. Προσπαθούσε να μετρήσει την οργή της. Ο πατέρας του φαινόταν χαμένος, δεν ήξερε ποιανού το μέρος να πάρει.


«Δίκιο έχει το παιδί, Καλλιόπη μου» παρενέβη τελικά.


Στον χρόνο που του άφησε, ο Διονύσης κινήθηκε γρήγορα ως την άκρη του δωματίου, και βούτηξε την καραμπίνα. Την έβαλε κάτω από το σαγόνι.


«Δεν αντέχω άλλο πια, παρατήστε με! Θα φύγω κι εγώ, το καταλαβαίνετε; Θα φύγω όπως ο αδελφός μου ο Στάθης, που τον ταΐζετε και δεν λέτε κουβέντα και μόνο εμένα πρήζετε που σας δουλεύω και δεν μου δίνετε δεκάρα τσακιστή, παρά μόνον χαρτζιλίκι. Και δεν κοστίζω τίποτα, τίποτα. Δεν κοστίζω τίποτα σε κανέναν σας και για αυτό με έχετε για τον μικρό του μαγαζιού, λες κι αυτός είμαι σκλάβος σας κι ο άλλος αράζει στην Αθήνα με τα λεφτά που δουλεύω εγώ» μάνιασε.


«Άσ'το αυτό το πράγμα κάτω γιέ μου. Μπορεί να είναι γεμάτο» είπε μαλακά ο πατέρας. Είχε ένα ίχνος συγκατάβασης η φωνή του.


«Είναι γεμάτο. Το έχω φροντίσει» τους είπε με αυστηρότητα.


«Όχι, άσ'τονα να μας δείξει τα αρχίδια του, αν του κοτάει. Βάρα το, άμα έχεις τα κότσια» είπε η κυρία Κάλλια.


Και το βάρεσε.








Οπισθόφυλλο: 


Πάνω σε έναν καβγά με τη μητέρα του, ο 23χρονος Διονύσης αυτοπυροβολείται. Επιζεί, αλλά το μισό του πρόσωπο έχει διαλυθεί. Θα ζήσει στη σκιά, χωρίς μύτη, στόμα, μάγουλα, με μόνη συντροφιά τους γονείς του. Δυσκολεύεται να φάει και να μιλήσει και για αρκετό καιρό ζει μέσα στα σόσιαλ μίντια, κρυμμένος πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του.Ώσπου ένα βράδυ τον βρίσκει η ελπίδα, μια γιατρός τού στέλνει υλικό για την εγχείρηση που θα τον σώσει — μεταμόσχευση προσώπου. Μπορεί όμως το πρόσωπο ενός άλλου να σου δώσει πίσω τα χαμένα χρόνια; Πώς ωριμάζει κανείς χωρίς ρυτίδες; Πώς ερωτεύεται με νέα ταυτότητα.

Ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται ζητήματα βιοηθικής, αλλά και τον έρωτα, την οικογένεια, τους μητρικούς και πατρικούς δεσμούς, τις σχέσεις την εποχή του διαδικτύου.



Σήμερα στις 8μ.μ. η πρώτη  live διαδικτυακή παρουσίαση του μυθιστορήματος, παρέα με τον Μίνω Ευσταθιάδη, από την πλατφόρμα του Public. Μπορείτε να ρωτήσετε ό,τι θέλετε, αν θα απαντήσω, είναι άλλη ιστορία. 









"Χωρίς πρόσωπο", Κατερίνα Μαλακατέ, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σ. 323

2/10/20

"Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου", Κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης, Αύγουστος Κορτώ




Απ' τη μέρα που γεννήθηκα, ζω μες στον κόρφο και κάτω απ' τη σκιά της ψυχικής ασθένειας, έχω σαν δεύτερο σφυγμό τις υφέσεις και τις εξάρσεις της, μυρίζομαι την απελπισία της και μαθαίνω τα τεχνάσματά της.

Διάβασα την Καλύτερη χειρότερη μέρα του Αύγουστου Κορτώ με μεγάλο ενδιαφέρον, είχα καιρό να πιάσω κάτι δικό του, από την Κατερίνα, που με είχε συγκινήσει. Πρόκειται για ένα διαφορετικό βιβλίο, αυτοβιογραφικό κι αυτό. Εδώ ο Κορτώ δεν μας λέει την ιστορία γραμμικά, μα μέσα από σπαράγματα, άλλοτε με χιούμορ, κι άλλοτε με μια μαυρίλα που μόνο όσοι έχουν περάσει κλινική κατάθλιψη μπορούν να αναγνωρίσουν. Πιστεύω πως σε αυτούς κυρίως απευθύνεται ο συγγραφέας, στα αδέλφια του. Το λέει κι ο ίδιος στις τελευταίες σελίδες. 

Δεν γνωριζόμαστε, αλλά σε ξέρω.
Έχουμε περάσει μέρες και μήνες μαζί, ο καθένας κλεισμένος στο σπίτι του.

Το κάνει για να ξορκίσει τους δικούς του δαίμονες και να δείξει πως κανείς δεν είναι μόνος. Όσο κι αν στον βυθό της κατάθλιψης, μοιάζει έτσι, σαν να μην έχει τίποτα νόημα, πως ποτέ δεν θα γίνεις καλά, πως ακόμα κι οι πιο δικοί σου είναι ξένοι.

"Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωή σου" είναι η ημέρα της απόπειρας αυτοκτονίας. Ο συγγραφέας έπειτα από μια περίοδο υπομανίας, πήρε φάρμακα για τη διπολική διαταραχή που γύρισαν τη μανία σε κλινική κατάθλιψη και για οκτώ μήνες βυθίστηκε, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει, παρ' όλο που ήταν υπό παρακολούθηση και φαρμακευτική αγωγή. Ήταν η τέταρτη του φορά στα γρανάζια της απραξίας, της αδράνειας, της ανηδονίας, αλλά αν και βετεράνος δεν άντεξε, θέλησε να βάλει τέρμα στη ζωή του παίρνοντας όλα τα χάπια του μαζί.

"Πώς πάμε; Πόσα βγάλαμε;"
"Είκοσι δυο. Και μη μιλάς, γιατί κουνιέται ο σωλήνας και δεν βλέπω"
"Άντε, Άλλα είκοσι".
"Μη μου κουνιέσαι -- και δεν τα προλαβαίνουμε όλα. Κάποια διαλύθηκαν".
"Θα ζήσω; τι λέτε;"
"Εσύ θα ζήσεις, εμείς να δούμε".

Έτσι ξεκινά το βιβλίο, με την ξεκαρδιστική σκηνή την ώρα της πλύσης στομάχου. Στην πραγματικότητα η πλύση στομάχου είναι οδυνηρή. Αυτός είναι ο Κορτώ, με αυτόν τον τρόπο αντιδρά και γράφει. Η ασθένειά του είναι σοβαρή, και το ξέρει, δεν την υποτιμά, ούτε τη θεωρεί στίγμα, νοσηλεύτηκε μετά την απόπειρα σε ψυχιατρικό νοσοκομείο για μήνες. Προσπαθεί να βρει παρηγοριά στο χιούμορ, στην αγάπη, στη λογοτεχνία. Έχει ανάγκη να τον αγαπούν οι άνθρωποί του και να τον αποδέχονται, είναι το βασικό του στήριγμα στη ζωή. Το διάβασμα και το γράψιμο τον κρατούν στον αφρό. 

Δεν είναι μυθοπλαστικό αυτό το κείμενο κι αυτό το κάνει άβολο, επικίνδυνο και απαραίτητο ανάγνωσμα. Ο παραληρηματικός τρόπος του Κορτώ έχει ερείσματα στην αφηγηματική του άνεση, μπλέκει όλες τις διακειμενικές αναφορές μέσα στο κεφάλι του, που είναι πολλές, με ιατρικές πληροφορίες, και ιστορίες φίλων και συγγενών, και δικές του, με τρόπο που το ενδιαφέρον δεν χάνεται στιγμή. Δεν ξέρω αν είναι λογοτεχνία. Πάντως ο Κορτώ τολμά να μιλήσει. Δεν αρέσει σε όλους αυτό. Εγώ του βγάζω το καπέλο.



                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Η καλύτερη χειρότερη μέρα της ζωής σου", Κουβέντες για το φως μες στο σκοτάδι της κατάθλιψης, Αύγουστος Κορτώ, εκδ. Πατάκη, 2020, σελ.174

23/9/20

"Ο καλός γιος", You-Jeong Jeong

 








Δεν διαβάζουμε συχνά Νοτιοκορεάτικη λογοτεχνία στην Ελλάδα – για Βορειοκορεάτικη δεν το συζητώ καν, εκτός από το βιβλίο του Μπάντι δεν πιστεύω πως έχει διαρρεύσει τίποτε άλλο εδώ και χρόνια. Όμως φαίνεται πως η βράβευση της (αγγλικής μετάφρασης της) Χορτοφάγου το 2016 (8 χρόνια μετά την κυκλοφορία της στην Κορέα) άνοιξε τον δρόμο προς μια κουλτούρα που μας φαινόταν άγνωστη ή την συγχέαμε με την Ιαπωνική. Προς αυτή την κατεύθυνση έχει βοηθήσει και η άνθηση του Κορεάτικου σινεμά.

Μετά το Πατσίνκο (που είναι γραμμένο στα Αγγλικά) και τη Χορτοφάγο, σειρά είχε ο Καλός γιος. Μια όχι και τόσο αυτονόητη επιλογή, μιας και ανήκει στην αστυνομική σειρά του Μεταιχμίου. Στην πραγματικότητα βέβαια δεν είναι ένα κλασικό who-dunnit, μαθαίνουμε τον δολοφόνο αρκετά νωρίς στην πλοκή, ίσως να υποπτευόμαστε ποιος είναι κι από τις πρώτες γραμμές. Το ενδιαφέρον είναι ο χειρισμός της ιστορίας από εκεί και μπρος, η επιλογή της συγγραφέως να πει την ιστορία από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία.

Πρωταγωνιστής ο 25χρονος Γιού-τζιν που ξυπνάει μια μέρα και βρίσκει τη μητέρα του νεκρή στο διαμέρισμά τους. Κάποιος τής έχει κόψει το λαιμό με ένα ξυράφι. Σύντομα θα ενώσει τις ψηφίδες και θα καταλάβει ποιος είναι ο δολοφόνος, αν και η μνήμη του είναι θολή όσον αφορά το τελευταίο 24ωρο. Ο Γιου-τζιν είναι επιληπτικός και έπαιρνε φάρμακα που του προκαλούσαν συνεχή πονοκέφαλο και τον έκανα νωθρό. Η θεία του που είναι ψυχίατρος τον ανάγκαζε να τα παίρνει, παρόλο που έτσι έχασε το μόνο πράγμα που τον ενδιέφερε ποτέ, την ανταγωνιστική κολύμβηση. Ο πατέρας και ο μεγάλος αδελφός του έχουν πεθάνει, αλλά η μητέρα του έχει υιοθετήσει τον καλύτερό του φίλο. Η διαπλοκή ανάμεσα στα τέσσερα μέλη της οικογένειας, τη μητέρα, τη θεία, τον γιο και τον μεγαλύτερο θετό γιο ξετυλίγεται αργά στην αρχή, ενώ μετά η πλοκή παίρνει φωτιά όσο το παρελθόν δίνει τη λύση για το παρόν.

Η Jeong ασχολήθηκε με ένα θέμα, αυτό της ψυχικής ασθένειας και την ψυχοπάθεια, σκύβοντας με ενσυναίσθηση πάνω από έναν δολοφόνο, βλέποντας τον άνθρωπο εκεί που άλλοι έβλεπαν ένα τέρας. Ταυτόχρονα δίνει μια ιδέα για τη σημερινή Κορεάτικη κοινωνία, μια μίξη της παράδοσης του άλλοτε και του δυτικού τρόπου ζωής. Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να γίνει οπουδήποτε αλλού στη γη. Σημασία έχει ο τρόπος που θα την πεις.

Ο καλός γιος είναι ένα εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί γιατί κρατά τον αναγνώστη δεμένο από την πρώτη στιγμή. Είναι ένα μυθιστόρημα που εισδύει βαθιά στην ψυχολογία των ηρώων του, σε κάνει με έναν τρόπο συνένοχο, σε βοηθάει να τους καταλάβεις και φέρνει έτσι μια ιδιότυπη κάθαρση. Χειρίζεται το θέμα του Κακού, με τρόπο που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα.  Η ηθική της κοινωνίας, η στάση της απέναντι σε αυτούς που θεωρεί ψυχικά ασθενείς, η ίδια η ψυχική ασθένεια, τα μυστικά, η σχέση γονιού και παιδιού.

Πέρα από τους γιους, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η μάνα. Η εμφανέστατη προτίμησή της προς το ένα παιδί της -το «καλό»- διαμορφώνει τη ζωή όλων με τρόπο τραγικό. Κι αυτή η συνθήκη, η γονική αγάπη να μοιράζεται άνισα και να φαίνεται, φέρνει πάντα ανισορροπία, αρκεί ένα ατύχημα, ένα άτομο που να ισορροπεί επικίνδυνα, για να γύρει τη ζυγαριά προς την τραγωδία. Όλοι έχουμε ευθύνες. Κι όλοι είμαστε άμοιροι ευθυνών. Για το πώς ζούμε τη ζωή μας, πώς συμπεριφερόμαστε στους άλλους, πώς πεθαίνουμε. Το βιβλίο είναι  απλά γραμμένο, δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες. Είναι όμως  βαθύ και αληθινό, σε βαθμό ανατριχίλας. Όπως αποδεικνύεται από τις ταινίες άλλωστε, οι Νοτιοκορεάτες έχουν ταλέντο στον τρόμο.

 




                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο Καλός γιός", You-Jeong Jeong, μετ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Μεταίχμιο,2020, σ. 388






18/9/20

"Νιόβη: Το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας", Κατερίνα Μάτσα






Διάβασα τη "Νιόβη: Το αδύνατο πένθος στην εποχή της πανδημίας" γιατί μου το σύστησε θερμά ένας φίλος που αγαπώ. Κι εγώ, όπως κι εκείνος, πλάνταξα στο κλάμα όσο τη διάβαζα, ίσως γιατί τα πένθη και των δυο μας είναι ακόμα νωπά, και σε ένα βαθμό αβίωτα. Από αυτή την άποψη, ένα βιβλίο όπως αυτό επιτέλεσε και με το παραπάνω τον σκοπό του, με έκανε να αναλογιστώ για τον θάνατο, και τελικά με ανακούφισε. 

Η Κατερίνα Μάτσα, που είναι ψυχίατρος και υπήρξε για πολλά χρόνια υπεύθυνη της μονάδας απεξάρτησης 18 ΑΝΩ, ξεκινά να μας εξηγεί για τη λυτρωτική λειτουργία των τελετουργιών του πένθους, που υπήρχαν από τα αρχαία χρόνια, χρησιμοποιεί τον μύθο της Νιόβης, που όταν είδε τα δεκαοκτώ παιδιά της να πεθαίνουν πέτρωσε από τον πόνο, για να φτάσει στη δική της σύγχρονη Νιόβη, μια γυναίκα εξαρτημένη από τα ναρκωτικά κι έπειτα απεξαρτημένη, που χάνει τον γιο της σε ατύχημα και συνειδητοποιεί όλα τα ανείπωτα μεταξύ τους. Και τελικά οδηγούμαστε στο κυρίως θέμα, τους ανώνυμους ομαδικούς τάφους της πανδημίας. 

Αυτό είναι το βασικό μειονέκτημα του βιβλίου. Η σύνδεση με την πανδημία, χωρίς να ασχοληθεί σε βάθος με αυτήν, μοιάζει κάπως σαν διαφημιστικό τρικ για να προσελκύσει αναγνώστες. Εγώ πάντως θα διάβαζα ένα βιβλίο για το πένθος έτσι κι αλλιώς. Πιστεύω πως αν εξαιρέσει κανείς κάποιες κοινές διαπιστώσεις το τελευταίο κομμάτι του βιβλίου μοιάζει άγουρο, και αμήχανο. Χρειάζεται ίσως να περάσει λίγος χρόνος, η μόνη εικόνα που έχουμε να μην είναι μόνον από την τηλεόραση, να υπάρξουν βαθύτερα συναισθήματα για αυτό που μας συμβαίνει για να μπορέσει να αναλυθεί επαρκώς. Συνεχίζω να παγώνω όσο σκέφτομαι τους νεκρούς της πανδημίας, πεθαίνουν μόνοι, δίχως τους αγαπημένους τους τριγύρω, κι έπειτα συχνά η ταφή είναι μια τυπική διαδικασία με ελάχιστους. Η απουσία πένθους μένει σαν μια ουλή, βαθύτερη κι από αυτή που αφήνει το πένθος. Και σε κάποιες στιγμές κάνει την ίδια την ύπαρξη αδύνατη. Όμως δεν νομίζω πως έχω συνειδητοποιήσει ακόμα πλήρως το μέγεθος της καταστροφής. Θα ξαναδιάβαζα τη Νιόβη, άλλωστε τέτοια βιβλία τα "κυνηγάω" τα τελευταία χρόνια. Αλλά, ήθελα πιο πολύ.


                                 Κατερίνα Μαλακατέ


"Νιόβη: Το αδύνατο πένθος στον καιρό της πανδημίας", Κατερίνα Μάτσα, εκδ. Άγρα, 2020, σ.96