30/6/20

"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου





Η Ευγενία Μπογιάνου έχει εντρυφήσει ως τώρα σε μια πεζογραφία χαμηλότονη και ουσιαστική. Με τη «Φανή», το νέο της μυθιστόρημα, πήρε ένα μεγάλο ρίσκο, αποφάσισε να γράψει με τη φωνή μιας νεαρής φοιτήτριας για τη μάχη ενάντια στους νεοφασίστες. Και τα δύο μοιάζουν θέματα ανοίκεια για κείνη, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις τη γλώσσα μιας εικοσάχρονης που ανήκει στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, να νιώσεις την ένταση και τον θυμό της. Κι είναι ακόμα πιο δύσκολο να μιλήσεις για έρωτα στις βαριές καύλες της μετεφηβικής ηλικίας κι όλα αυτά να συνδέσεις με έναν στυγερό ρατσιστικό φόνο. 

Η Φανή μοιάζει ώρες ώρες ολωσδιόλου πραγματική, άλλες πάλι διολισθαίνει σε μια ακαδημαϊκότητα μάλλον περίεργη για τόσο νέο κορίτσι, όσο ψαγμένο κι αν είναι. Το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει, ανάμεσα στα βαθιά αντιφασιστικά της ένστικτα, με τα οποία τη μεγάλωσε ο πατέρας, και τον έρωτα, βάζει ερωτήματα ηθικής που (θα έπρεπε να) αντιμετωπίζουν όλοι οι νέοι∙ πρέπει να αποφασίσεις, με ποιους θα πας, και ποιους θα αφήσεις. 

Η Φανή μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα της —η μητέρα της ήταν μια περιπέτεια του καλοκαιριού, και τη βλέπει μόνο σε βιντεάκια του γιουτιουμπ όταν εκείνη παρουσιάζει νέο βιβλίο. Στη μητέρα απευθύνει το κείμενο που γράφει η Φανή, ή καλύτερα στο φάσμα της απουσίας της. Ο πατέρας, με τον πολύ ήσυχο τρόπο του, είναι πάντα εκεί. Κι αυτό, διορθώνει τη μεγάλη πληγή που άφησε με το φευγιό η μάνα. Μου λείψε λίγη εμβάθυνση σε αυτό το τραύμα, είναι κομβικό στη ζωή της ηρωίδας, καθορίζει τον τρόπο που συμπεριφέρεται στον έρωτα. Στον έρωτα η Φανή ψάχνει τη μάνα της. 

Ο έρωτας είναι η άλλη λέξη κλειδί. Σε μια εποχή που τα πολιτικά ζητήματα μοιάζουν πάλι να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, εμείς που που ενηλικιωθήκαμε σε εποχές απολιτίκ, χάνουμε κάτι ουσιώδες. Η Φανή μπλέκοντας τα προσωπικά με τα πολιτικά έχει κάτι να κερδίσει στη ζωή της, η εμφάνιση των νεοναζιστικών μορφωμάτων κάνει επιτακτική την ανάγκη να πάρεις θέση. Μια εικοσάχρονη πολιτικοποιημένη κοπέλα σήμερα ζει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ζήσαμε εμείς είκοσι χρόνια πριν. Κι εδώ, σε στιγμές, νιώθω πως χάνεται η αίσθηση της δροσιάς της, πως μιλάει ένας πιο πολιτικά ορθός κόσμος μέσα από τα χείλη της, όσο εκείνη κάνει μανούρα στους φασίστες του διπλανού πάγκου ή καταλήγει χτυπημένη με γκλομπ στις πορείες. 

Την Φανή την αγάπησα, θα ήθελα να ήμουν εκείνη στα νιάτα μου. Προφανώς δεν ήμουν. Η Ευγενία Μπογιάνου ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, έθεσε ψηλά τον πήχη, τα κατάφερε στο σύνολο, χάνοντας κάποιους πόντους στα σημεία. Λίγο σαν να την αδίκησε την ηρωίδα της, ο χαρακτήρας της είναι πλούσιος, και ολοκληρωμένος, σε έναν χαοτικό κόσμο. Από αυτόν τον κόσμο ήθελα μεγαλύτερη γεύση. 


                                                        

                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου. εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 261



19/6/20

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς", Patricio Pron






Ο Patricio Pron είναι το νέο ανερχόμενο όνομα στην Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Γεννημένος στην Αργεντινή το 1975, ζει πια στη Μαδρίτη, τη λογοτεχνική πρωτεύουσα όλου του λατινόφωνου κόσμου, κι είναι καθηγητής Ρομανικής φιλολογίας στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας. Για το βιβλίο αυτό πήρε το βραβείο Alfaguara, ίσως το σοβαρότερο της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας (και τα 175.000 δολάρια που το συνοδεύουν, δεν τα λες και λίγα). 

Ξεκίνησα το «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» με μεγάλες προσδοκίες, το θέμα του έμοιαζε πολύ κοντινό μου, κι αφορά τη γενιά μου. Οι προσδοκίες μου δεν ευοδώθηκαν. Ίσως τον τελευταίο καιρό να έχω διαβάσει υπερβολικά πολλές ιστορίες χωρισμού, μπορεί ο Φόερ, κι αμερικάνικος τρόπος του που μου ταιριάζουν, να τα είπε τόσο καλύτερα που να με έχει επηρεάσει. Πάντως το μυθιστόρημα του Pron απέτυχε να με ενθουσιάσει, σε έναν βαθμό μάλιστα με μπλόκαρε αναγνωστικά, χωρίς να νιώθω πως άξιζε τη δυσκολία και τον κόπο του. 

Ένα ζευγάρι 35αρηδων χωρίζει στη Μαδρίτη. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και δεν ξέρει να ζήσει χωρίς Εκείνη. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας. Όλα τα σχέδια της τα αλλάζουν στο γραφείο που δουλεύει, τα αποπροσωποποιούν. Εκείνη επινοεί έναν φανταστικό εραστή για να τον χωρίσει. Εκείνος αρχίζει να βλέπεται με τη Μ. αλλά δεν έχουν σχέση. Όλοι παραμένουν ανώνυμοι. Όλοι θα μπορούσαν να είναι ο καθένας. Σε μια πόλη που όλοι φλερτάρουν με μηνύματα, σε μια εποχή που ακόμα και οι πιο δημιουργικές δουλειές – μιλάμε για έναν δοκιμιογράφο και μια αρχιτέκτονα διάολε- μοιάζουν εντελώς ανέμπνευστες και παγιωμένες. 

Η αφήγηση είναι πραγματικά κουραστική, αργή, υποτονική, ενώ τα συνεχή «Εκείνος» και «Εκείνη» απαγορεύουν την όποια ταύτιση, καταλήγουν μονότονα. Δεν είναι πως το μυθιστόρημα δεν πραγματεύεται ενδιαφέροντα πράγματα, αντιθέτως μοιάζει σαν να μπαίνει στο κουκούτσι του αδιεξόδου μας. Όλα αυτά που πάντα απασχολούσαν τους ανθρώπους, ο έρωτας, η αναζήτησης μιας απατηλής ευτυχίας, η ματαιότητα, όλα όσα κάνουν τη λογοτεχνία σημαντική, είναι εδώ, μας τα σερβίρουν στο πιάτο. Όμως ο τρόπος ξενίζει, και απωθεί. Είναι το ακριβώς αντίθετο της σβελτάδας του τίντερ, του facebook, των sms, που ορίζουν τις τωρινές μας σχέσεις, ο μακροπερίοδος λόγος αν και μοιάζει να καυτηριάζει αυτό που περιγράφεται, τελικά εγκλωβίζει. 

Δεν είναι πάντα αρετή ενός βιβλίο το να είναι «ευκολοδιάβαστο», συχνά τα σημαντικά δεν είναι. Όμως έχω την αίσθηση πως εδώ ο συγγραφέας κράτησε μόνο τη φόρμα, κι όχι τα πολλαπλά επίπεδα μιας τέτοιας αφήγησης. Μου έλειψε το βάθος. Το βάθος δεν υποβάλλεται, προκύπτει αβίαστα, από τις σκέψεις του ίδιου του αναγνώστη κι όχι από τη μορφή. Στην πολυπλοκότητα της εποχής μας, κι αυτού του διάτρητου πλέγματος που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, αξίζουν λιγότερο μονοδιάστατες προσεγγίσεις. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


«Αύριο θα μας λένε αλλιώς», Patricio Pron, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 310 











Υ.Γ. 42 Δεν πρέπει, λέει, να διαβάζω τα βιβλία με την κορδελίτσα τους. Δηλαδή εσείς τη βγάζετε, και μετά την ξαναβρίσκετε για να την ξαναβάλετε όταν γυρίσει στο ράφι; 

11/6/20

"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Thomas Hardy



Δεν είχα διαβάσει ξανά Τόμας Χάρντυ –ούτε τον Τζουντ τον αφανή, αλλά αυτό θα διορθωθεί άμεσα. Ξεκίνησα τον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ σε μια παρόρμηση, χρειαζόμουν μια μεγάλη αφήγηση του 19ου αιώνα για να μπω ξανά σε αναγνωστικό ρυθμό. Ο Δήμαρχος γράφτηκε και εκδόθηκε σε συνέχειες το 1886, κι έχει τυπική δομή για την εποχή, ρεαλιστικό πλαίσιο, με αρκετά ρομαντικά κατάλοιπα, έντονη δράση σε κάθε επεισόδιο, cliffhangers για να αγωνιούν οι αναγνώστες για την επόμενη εβδομάδα. Σε πολλά σημεία θυμίζει Ντίκενς, και για αρκετά χρόνια η κριτική της εποχής, τοποθετούσε τον Τόμας δίπλα στον Τσαρλς, μέχρι που αποφάσισε να τον αποκαθηλώσει και τελικά ο Χάρντυ πικραμένος σταμάτησε να γράφει. Κι είναι κρίμα. Γιατί ο Χάρντυ, που εμφανώς έχει τεράστια αφηγηματική δεινότητα, ρέπει προς το αρχαίο δράμα κι αυτό τον ξεχωρίζει.

Πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα ο Χέντσαρντ. Όταν ήταν πολύ νέος, περιπλανώμενος θεριστής, πούλησε μεθυσμένος τη γυναίκα και το παιδί του σε έναν ναυτικό. Είκοσι χρόνια μετά, μάνα και κόρη, η Σούζαν και η Ελίζαμπεθ Τζέιν, τον βρίσκουν εγκατεστημένο στο Κάστερμπριτζ, δήμαρχο και πάμπλουτο. Αυτός θυμάται πάντα την ύβρι που διέπραξε τότε, δεν είναι παντρεμένος και έχει δώσει όρκο να μην πιει αλκοόλ ξανά για εικοσιένα χρόνια. Παρατάει την ερωμένη του, τη Λουσέτα, και παντρεύεται ξανά τη Σούζαν για να διορθώσει το κακό που έκανε. Παράλληλα προσλαμβάνει στη δουλειά έναν νεαρό Σκωτσέζο, τον Φάρφρι, που δείχνει να τον λατρεύει.

Σύντομα η Λουσέτα θα γυρίσει στην πόλη πάμπλουτη, η Σούζαν θα πεθάνει, ο Φάρφρι από καλύτερος φίλος θα γίνει ο πιο δεινός ανταγωνιστής του. Και τότε αρχίζει η πτώση, μια πτώση με διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας ή σεξπιρικού δράματος, ίσως μόνο ο Οιδίποδας ή ο βασιλιάς Λιρ μπορούν να συγκριθούν μαζί του. Κι αυτός, θα υπομείνει τα δεινά με την ίδια ξεροκεφαλιά, με την ίδια αυθάδεια προς τη ζωή. Θα καταλάβει λίγα, δεν έχει συνηθίσει να έχει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους, ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πόσο αγαπά την κόρη του, την Ελίζαμπεθ Τζέιν, πάλι την αδικεί. Ακόμα κι όταν γυρίζει η Λουσέτα, δεν φαίνεται να είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της. Είναι ένας άνθρωπος εξουσίας. Συμβολίζει το παλιό, και στην παραγωγή και τον τρόπο που χειρίζεται τις επιχειρήσεις σιταριού. Αλλά μαθαίνει να ζει και χωρίς αυτά.

Αν και ο Χέντσαρντ πλαισιώνεται από πολύ δυνατούς χαρακτήρες, τον Φάρφρι, την Ελίζαμπεθ Τζέιν,  τη Λουσέτα, εν τούτοις είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, πάνω του πέφτει συνεχώς η ματιά του συγγραφέα, εκείνος μας νοιάζει είτε ζει μέσα στα πλούτη είτε στην ακραία φτώχεια. Οι υπόλοιποι είναι πιο καθωσπρέπει, ακόμα κι όταν ο Φάρφρι του παίρνει εντελώς τη θέση, το κτήμα, το δημαρχιλίκι, τη γυναίκα, δεν θα γίνει ποτέ εκείνος, η δική του αναπόφευκτη πτώση δεν θα είναι τόσο εντυπωσιακή, είμαστε σίγουροι για αυτό, αν και τον αφήνουμε σε παντοδυναμία. Τελικά νικούν οι πουριτανοί, οι συντηρητικοί, αυτοί που δεν αφήνονται στα πάθη. Αυτοί πρέπει να ζήσουν και χτίσουν την επόμενη γενιά και κοινωνία.

Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Δεν σε αφήνει να βαρεθείς στιγμή, σε βουτάει στο δράμα του, σε οδηγεί πέρα από την κάθαρση. Αυτό ξεχωρίζει τον Χάρντυ ως συγγραφέα, αν και φαίνεται πως η δομή της αρχαίας τραγωδίας τον κατευθύνει, την παραβιάζει. Η κάθαρση φαίνεται να έρχεται συνεχώς αλλά δεν έρχεται ποτέ. Η ύβρις παραμένει, γιατί ο Χέντσαρντ δεν μπορεί να αλλάξει. Η ύβρις τον κυνηγά, αλλά όχι με την απόλυτη θεϊκή έννοια, μα με την ανθρώπινη ξεροκεφαλιά. Ό,τι κι αν κάνει, παραμένει ένας «άνθρωπος με χαρακτήρα».

Ο Χάρντυ βαρυγκωμούσε τα μυθιστορήματα σε συνέχειες, θεωρούσε πως ήταν μόνο μέσα βιοπορισμού, μάλλον έβλεπε τον εαυτό του περισσότερο ως ποιητή. Στην πραγματικότητα μυθιστορήματα όπως ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ καθορίζουν τα αναγνωστικά μας γούστα, διαμορφώνουν αναγνώστες, είναι αρχέτυπα. Κι ας έχουν επαναλήψεις και ασυνέχειες, πού και πού και ανακολουθίες --πραγματολογικές και στην πλοκή--, που θα έκαναν έναν σύγχρονο επιμελητή να τραβάει τα μαλλιά του. Αυτό που μετράει είναι άλλο, η γλώσσα, η ιστορία κι ο τρόπος, η πλοκή∙ όπως πάντα στη λογοτεχνία δηλαδή.

 

                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Τόμας Χάρντυ, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Gutenberg, 2019, σελ.600

2/6/20

"Η χορτοφάγος", Han Kang 한강





Είχα διαβάσει κάπως βιαστικά και σε μορφή e-book την Χορτοφάγο στην αγγλική μετάφραση πριν κάποια χρόνια. Τότε μου είχε φανεί αξιόλογη, αλλά όχι αξιομνημόνευτη. Όταν βγήκε εν μέσω καραντίνας στα ελληνικά, σκέφτηκα πως δεν το ξαναδιαβάσω. Όμως ήταν τόσο όμορφο το εξώφυλλο, κι έτσι μια μέρα φεύγοντας βιαστικά το έχωσα στην τσάντα μου. Το άρχισα στον δρόμο και το τελείωσα το ίδιο κιόλας βράδυ. Αυτή τη φορά μού φάνηκε εξαιρετικό, με την απαραίτητη δόση σεξουαλικής διαστροφής βεβαίως, μα πιο ενδιαφέρον, σχεδόν κινηματογραφικό. Πρέπει να λάβουμε βέβαια υπόψη μας τρεις παραμέτρους που μπορεί να διαφοροποίησαν την αίσθηση της ανάγνωσης: το διάβασα σε διαφορετική γλώσσα (αγγλικά-ελληνικά) χωρίς καμία να είναι η πρωτότυπη, με διαφορετικό τρόπο (ηλεκτρονικά- έντυπα) και δεύτερη φορά. Τι μέτρησε περισσότερο δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ήταν σχεδόν σαν να διαβάζω άλλο βιβλίο. 

Η ΓίονγκΧιε είναι μια εντελώς συνηθισμένη και μέτρια γυναίκα. Έτσι ξεκινά να μας την συστήνει ο άντρας της, ο αφηγητής του πρώτου μέρους. Την παντρεύτηκε γιατί ποτέ δεν θα είχε απαιτήσεις από αυτόν, ήταν ήσυχη, υποτακτική και φυσιολογική σε όλα. Χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς ιδιαιτερότητες. Ώσπου μια μέρα είδε ένα φοβερό όνειρο και πέταξε όλα τα ζωικά προϊόντα από τον καταψύκτη. Ο άντρας της περιγράφει το πόσο άλλαξε στο επόμενο διάστημα, δεν φορούσε σουτιέν, αρνιόταν να κάνει κοινωνική κουβεντούλα, έφτασε στο νοσοκομείο να κυκλοφορεί γυμνόστηθη. Και την χώρισε. 

Στα επόμενα δύο μέρη οι αφηγητές αλλάζουν. Σε κανένα μέρος δεν μιλάει η ίδια η γυναίκα, σχεδόν σαν να μην υπάρχει. Όμως είναι τόσο εκκωφαντική πια η παρουσία της, που τα διαλύει όλα∙ τη ζωή της και των γύρω της. Όσο βυθίζεται στην παράνοια, όσο ψάχνει έναν άλλον τρόπο να ζει, τόσο παρασέρνει και τους άλλους. Το αν θα σώσει ή όχι τελικά τον εαυτό της αρχίζει να μοιάζει αδιάφορο, τόσο για κείνην, όσο και για μας. 

Το μυθιστόρημα έχει φοβερές σκηνές όπως αυτή που προσπαθούν οι δικοί της με το ζόρι να την ταΐσουν κρέας, φοβερές σκέψεις, όπως αυτές που κάνει ο άντρας της για τη συμβατική ζωή τους, και του φαίνονται «φυσιολογικές», απίστευτες εικόνες με τεράστια λουλούδια πάνω σε γυμνά σώματα. Αυτό όμως που μαγνητίζει, είναι ο τρόπος της αφήγησης. Η ιστορία εξελίσσεται αβίαστα αν και οι αφηγητές είναι τρεις. Η ηρωίδα δεν είναι συμπαθής, δεν ταυτίζεσαι, είναι αυτή που είναι. Και το αποδέχεσαι, όσο οι γύρω της δεν μπορούν. 

Η μετάφραση στα ελληνικά μού φάνηκε πολύ καλή, έχει ρυθμό, με κράτησε συγκεντρωμένη. Στην κουβέντα αν άξιζε το Booker κι αν είναι αριστούργημα, μου φαίνεται πως δεν έχω να πω πολλά. Πρόκειται σίγουρα για ένα βιβλίο αξιοανάγνωστο και αξιομνημόνευτο. Από αυτά που χαίρεσαι να διαβάζεις, και δεύτερη φορά, και που τους αξίζει το πανέμορφο εξώφυλλο και η σκληρόδετη έκδοση. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Χορτοφάγος», Χαν Γκανγκ, μετ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 195 













26/5/20

"Μείνε μαζί μου", Ayobámi Adébáyo







To «Μείνε μαζί μου» είναι το πρώτο βιβλίο της Νιγηριανής Αγιομπάμι Αντεμπάγιο, κι έκανε αρκετό ντόρο όταν κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. Η Αντεμπάγιο ανήκει σε εκείνη τη φουρνιά νεαρών συγγραφέων που προέρχονται από χώρες εκτός Αμερικής, βρέθηκαν όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες για να σπουδάσουν δημιουργική γραφή και τελικά έγραψαν στα αγγλικά. Το βιβλίο της αν κι έχει κάποιες από τις φανερές αδυναμίες των μυθιστορημάτων που προέρχονται από τέτοια εργαστήρια –μοιάζει κάπως προγραμματικό και για το πώς θέλει να γράφει λογοτεχνία αλλά και για το θέμα-, έχει αρετές. Με μεγαλύτερη, τη μεταφορά της ατμόσφαιρας της Νιγηρίας και της Αφρικής από μια Αφρικανή, την αυθεντικότητα που προσδίδει στην αφήγηση η εμπειρία από πρώτο χέρι. Φυσικά πρόκειται για ένα δυτικότροπο μυθιστόρημα, κι όχι ένα κείμενο που απηχεί την κουλτούρα της μυθοπλασίας στη χώρα,  πράγμα που κάνει παραδείγματος χάρη αποτελεσματικά για τη Μοζαμβίκη ο Μία Κότου στο "Τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο". 

Η κεντρική ηρωίδα, και στο μεγαλύτερο μέρος αφηγήτρια, είναι η Γετζιντέ. Στη Νιγηρία της δεκαετίας του '80, με τις συνεχείς πολιτικές αναταραχές, παντρεύεται τον Ακίν. Ο γάμος τους μοιάζει ιδανικός, είναι ερωτευμένοι, μορφωμένοι και σχετικά ευκατάστατοι. Μόνο μια σκιά μπαίνει ανάμεσά τους, η Γετζιντέ δεν μένει έγκυος. Η μητέρα του Ακίν, μαθημένη στην κουλτούρα της πολυγαμίας, όπου η ύπαρξη απογόνων καταξιώνει την ύπαρξη και ειδικά τη γυναικεία, προτείνει στον γιο της να παντρευτεί μια γυναίκα ακόμα. Και όταν τελικά τον πείθει, κι αυτός την παντρεύεται, προτρέπει την πρώτη της νύφη να κλείσει τα πόδια της, μπας και ο Ακίν αποκτήσει τελικά γιους. Τίποτα δεν είναι όπως αρχικά φαίνεται, και η πατριαρχική νοοτροπία για την πολυγαμική οικογένεια της Νιγηρίας πληγώνει  ανεπανόρθωτα τους ήρωες, κι εκείνον κι εκείνη, που εγκλωβίζονται ανάμεσα στην «παράδοση», τον σεβασμό για τους γονείς και τα θέλω τους, και καταστρέφουν τη ζωή τους. 

Πρόκειται για ένα έξυπνο βιβλίο, που δεν γίνεται με κανέναν τρόπο μελό. Η επαφή με μια άλλη κουλτούρα εκ των έσω δημιουργεί συνεχή ένταση. Όλο σου το είναι επαναστατεί με κάποια από αυτά που διαβάζεις, αλλά αυτό έχει σχέση με τα δυτικά πρότυπα με τα οποία έχεις μεγαλώσει. Εκεί πρόκειται απλά για καθημερινότητα. Από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές είναι αυτές που η ηρωίδα καταφεύγει στην παραδοσιακή μαγγανεία, για να τη βοηθήσει να κάνει παιδί. Ακόμα κι ένα λευκό κατσικάκι αναγκάζεται να θηλάσει. Και μετά για έντεκα μήνες συνεχώς έχει όλα τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης, από τις πρωινές ναυτίες, ως την ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, κι ας της λένε κάθε τόσο οι ειδικοί πως δεν έχει τίποτα μες στην κοιλιά της. 

Το μυθιστόρημα εξαντλείται στο ενδιαφέρον φόντο, η συγγραφέας δεν φαίνεται να μπορεί να διεισδύσει αποτελεσματικά στον ψυχισμό των ηρώων της, μοιάζουν χάρτινοι, ακόμα κι αν μας αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Μια αντίστοιχη ιστορία, στα χέρια ενός πιο πεπειραμένου λογοτέχνη, θα μπορούσε να απογειωθεί. Παρ' όλα αυτά, πρόκειται για ένα άρτιο κείμενο, καταφέρνει να τσιγκλίσει τον αναγνώστη και να τον βγάλει από τις ευκολίες του. Κι αυτό για πρωτόλειο, δεν είναι και μικρό επίτευγμα.




                                          Κατερίνα Μαλακατέ






"Μείνε μαζί μου", Αγιομπάμι Αντεμπάγιο, μετ. Νοέλα Ελιασά, εκδ. Floral, 2018, σελ.284

20/5/20

"Ο καλός στρατιώτης. Μια ιστορία πάθους", Ford Madox Ford



Ο καλός στρατιώτης του Φορντ Μάντοξ Φορντ, που εκδόθηκε το 1915, θα μπορούσε να είναι απλά μια ερωτική ιστορία απιστίας και προδοσίας ανάμεσα σε δύο ζευγάρια της καλής κοινωνίας στο τέλος του προπερασμένου αιώνα. Φυσικά, είναι κι αυτό. Αλλά ταυτόχρονα το μυθιστόρημα είναι ένα κείμενο του μοντερνισμού, ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα σε μια μάλλον τετριμμένη πλοκή. 

Ο Αμερικανός αφηγητής, Τζον Ντάουελ, έχει παντρευτεί την Φλορενς, και οι δυο τους ταξιδεύουν στην Ευρώπη με τα εισοδήματά τους. Δεν έχει δουλέψει ποτέ. Σε ένα θέρετρο, γνωρίζουν ένα εύπορο ζευγάρι Άγγλων, τον Έντουαρντ και τη Λεονόρα Άσμπερναμ. Τα εννιά χρόνια που θα περάσουν μαζί τα δυό ζευγάρια, που είναι και τα δυο "καλά", θα είναι χρόνια ευτυχίας. Ή τουλάχιστον έτσι διατείνεται ο αφηγητής, στην αρχή. Γιατί σιγά σιγά αποκαλύπτεται, πως αυτός ο αφηγητής, που όλο δεν ξέρει, κι όλο είναι στο σκοτάδι, ξέρει πολλά περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Κι αυτά που τελικά αποκαλύπτει, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι η αλήθεια. Ο χρόνος της αφήγησης, οι ανακολουθίες της, το πόσο αναξιόπιστος είναι ο Τζον ως αφηγητής, προσομοιάζουν με τη μνήμη και την εμπειρία στην πραγματική ζωή. Κι αυτό, ακόμα και σήμερα έναν αιώνα μετά, είναι ακραία νεωτερικό. 

Οι σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα στα δυο ζευγάρια σιγά σιγά παρεκκλίνουν προς τη διαστροφή. Ήδη από την αρχή ο αφηγητής μάς ενημερώνει πως η Φλόρενς και ο Έντουαρντ, ο «καλός στρατιώτης» του τίτλου, είναι νεκροί. Οι συνθήκες όμως των θανάτων τους, είναι μια άλλη ιστορία. Ομολογουμένως ο Καλός στρατιώτης δεν είναι ένα ελαφρύ ανάγνωσμα, ούτε ένα βιβλίο που θα σε παρασύρει στα πλοκάμια του από νωρίς. Παίζει, ειδικά στην αρχή, με την ανία του αναγνώστη, αδιαφορεί για το αν θα επιλέξεις να μπεις στο μυστήριο. Οι σχέσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών είναι ένα παιχνίδι εξουσίας λαβυρινθώδες, και νικητής τελικά ο «φυσιολογικός». Οι υπόλοιποι πρέπει να πεθάνουν. Ο αφηγητής πάσχει από την ασθένεια του τέλους του αιώνα, δεν μπορεί να βρει τόπο να σταθεί σε έναν κόσμο που φαίνεται να τον ξερνάει. Όμως αυτή η αίσθηση είναι διαφορετική και πιο βαθιά από μια απλή μελαγχολία, πάει σε στρώματα της ψυχής ασυνείδητα, που αποκαλύπτονται αργά και μπερδεμένα, όπως ακριβώς αφηγείται ο ίδιος. 

Ο καλός στρατιώτης είναι ένα βιβλίο που δεν ξεχνάς, ένα βιβλίο ήττας, συντριβής και ζωής. Ο τίτλος του, που μοιάζει τόσο ακραία ειρωνικός, δεν σε προδιαθέτει για τίποτα, ήταν άλλωστε επιλογή του εκδότη κι όχι του συγγραφέα. Εκείνος ήθελε να το πει «Μια θλιβερή ιστορία», έτσι ακριβώς όπως ξεκινάει: Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει – η πιο θλιβερή. 



                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο καλός στρατιώτης. Μια ιστορία πάθους", Ford Madox Ford, μετ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Gutenberg, σελ. 366, 2017