14/10/19

"ΔΥΟ", Έλενα Μαρούτσου (δεύτερη φωνή Ούρσουλα Φωσκόλου)



Το Δυο ξεκίνησε από την αγάπη μιας γυναίκας για μιαν άλλη, η Έλενα Μαρούτσου, η δασκάλα, αγαπά την Ούρσουλα Φωσκόλου, τη μαθήτρια, και μαζί στήνουν ένα μυθιστόρημα για δυο φωνές. Στη θέση του οδηγού η Μαρούτσου, φτιάχνει τον καμβά, η Φωσκόλου ακολουθεί, γράφει τα πιο προσωπικά κομμάτια- τα γράμματα και τα παραμύθια. Το μυθιστόρημα που προκύπτει είναι συμπαγές, ενδιαφέρον και γυναικείο. Γυναικείο γιατί είναι γραμμένο από γυναίκες, έχει γυναίκα κεντρική ηρωίδα αλλά κυρίως γιατί οι δύο κυρίες αφέθηκαν στη γραφή τους, η γλώσσα τους είναι καθαρά γυναικεία, με έναν τρόπο πλούσιο και ευθύ. 

Η ηρωίδα Μαρούτσου είναι μια νεαρή κοπέλα που μόλις έχει χάσει τη μητέρα της. Με τον πατέρα της τα πάει καλά, δουλεύουν μάλιστα στην ίδια δουλειά. Με τη μητέρα της προέκυπταν πάντα θέματα, η Ανδριάνα αν και ήταν ειδική παιδαγωγός κι είχε ιδιαίτερη αγάπη στα παιδιά, στην ίδια της την κόρη έδειχνε ψυχρότητα και την κρατούσε σε απόσταση. Η μητέρα είχε εμμονή με τη φωτογράφο Ντιάν Άρμπους. Με βάση τις φωτογραφίες της Άρμπους, και τα γράμματα που ανακαλύπτει η αφηγήτρια στην ντουλάπα της μητέρας της, ξεκινά να ψάχνει ποια ήταν η μαμά της και τελικά καταλήγει να αναζητεί τον εαυτό της. 

Η αναζήτηση της ταυτότητας είναι το βασικό θέμα, όμως το Δυο δεν παύει να είναι κι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, κι ένα βιβλίο που θέτει σοβαρά θέματα σχέσεων, ερωτικών, γονιών-παιδιού. Πόσο καλά ξέρουμε τους γονείς μας- καθόλου. Πόσο καλά ξέρουμε τους ερωτικούς συντρόφους μας, ακόμα και την επιθυμία τη δικιά μας, ποιος μπορεί να μας χειριστεί και γιατί τον αφήνουμε. Η ηρωίδα νομίζει πως από την μητέρα της πήρε την τάση για ημικρανίες, κι ίσως τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Τελικά πήρε κάτι άλλο, που πρέπει να βυθιστείς στον εαυτό σου για να το ανακαλύψεις.

Το Δύο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, και από τις δύο κυρίες. Η μόνη μου ένσταση ίσως να είναι για το τέλος, που μου φάνηκε κάπως βιαστικό, σαν να "φορέθηκε" σε μια ιστορία που ως εκείνη την ώρα κυνηγούσε βασανιστικά και ηδονικά την ουρά της. Αγάπησα την ηρωίδα, ταυτίστηκα σε σημεία, άλλοτε ένιωσα το ίδιο χαμένη με κείνη. Γιατί ο χαμός ενός γονιού είναι ορόσημο, υπάρχει μόνο το πριν και το μετά, και δεν είμαστε ποτέ πια ίδιοι.




                                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Δύο",Έλενα Μαρούτσου (δεύτερη φωνή: Ούρσουλα Φωσκόλου),
εκδ. Κίχλη, 2018, σελ. 200

8/10/19

"Καθώς ψυχορραγώ", William Faukner



Στη φανταστική Γιοκναπατάουφα του Αμερικάνικου Νότου, η Άντυ αργοπεθαίνει. Είναι μια γυναίκα με πέντε μεγάλα παιδιά κι έναν άντρα αγρότη. Ο ένας της γιος ολοένα χτυπά στην αυλή, φτιάχνοντας το φέρετρό της. Η κόρη της παραστέκεται, οι δυο μεσαίοι, ο Νταρλ και ο Τζιούελ φεύγουν με το άλογο για να βγάλουν τρία δολάρια, ο τελευταίος ο Βάρνταμαν ψαρεύει. Όταν η μάνα πεθαίνει, ο πατέρας επιμένει να την πάνε στο πατρικό της στο Τζέφερσον να τη θάψουν. 

Η μάνα του Τζιούελ είναι άλογο. Η μάνα του Βάρνταμαν είναι ψάρι. 

Δεκαπέντε διαφορετικοί αφηγητές, αναλαμβάνουν να μας πουν αργά αργά την ιστορία. Ο καθένας το βλέπει από τη δική του την πλευρά. Ο Ανς, ο πατέρας, νιώθει την ματαιότητα της ζωής στο πρόσωπο και θέλει να προλάβει έστω να φτιάξει τα δόντια του. Η Κόρα, η θρήσκα γειτόνισσα θέλει να συγχωρεθεί το αμάρτημα, ο Κας, ο στέρεος πρωτότοκος θέλει να μπαλατζάρει καλά το κάρο τους και το κιβούρι. Η κόρη η Ντούι Νταλ θέλει να μην είναι έγκυος πια. Όλοι θέλουν να μην πεθαίνει η Άντυ. Όλοι; 



Η πεθαμένη μιλάει μόνο μία συγκλονιστική φορά, μα τα λέει όλα. Για τη φτώχεια, για τη μιζέρια, για τη ματαιότητα, για τη μητρότητα, για την οικογένεια, για τον θάνατο. Βασικό θέμα του «Καθώς ψυχορραγώ» είναι η αγάπη. Η αγάπη προς το θεό είναι καθήκον. Η αγάπη του γονιού προς τα παιδιά∙ είναι καθήκον. Η αγάπη και η πίστη στον σύζυγο είναι καθήκον. Η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς είναι θηλιά. Η αγάπη στον εαυτό; Ο Φώκνερ περιγράφει τόσο κλειστοφοβικά τον θάνατο, που ο θάνατος παύει να έχει σημασία, σημασία έχει πια η ζωή, αυτή που χάθηκε, δίπλα σε ανθρώπους που δεν είναι δικοί σου γιατί δεν σε καταλαβαίνουν. Αυτή που χάθηκε στο μεροδούλι-μεροφάι και στην ανικανότητα να αγαπήσεις και να αγαπηθείς. 

Η μαμά του Βάρνταμαν είναι ψάρι. 



Ο Φώκνερ γράφει στρυφνά και δύστροπα. Η συνεχής εναλλαγή των αφηγητών που ο καθένας μιλά σε μια γλώσσα δική του και εν πολλοίς λανθασμένη- υπάρχει λάθος γλώσσα για να μιλήσεις για τον εαυτό σου;- κάνουν τη μετάφραση πραγματικό άθλο. Η γραφή ροής συνείδησης, οι αφηγητές που ώρες ώρες φαίνεται να αίρονται πάνω από τον ίδιο τους τον εαυτό και να μιλούν για πράγματα πολύ παραπάνω από όσα καταλαβαίνουν, η αλήθεια που κατακερματίζεται και γίνεται η αλήθεια του καθενός, συναρπάζουν. 

Ο μύθος λέει πως ο τότε εργαζόμενος ως φαροφύλακας Φώκνερ έγραψε το Καθώς ψυχορραγώ μέσα σε τέσσερις εβδομάδες, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το ξημέρωμα, μονοκοπανιά, χωρίς να διορθώσει ούτε μια λέξη. Οι μύθοι γύρω από τον Φώκνερ είναι πολλοί. Ήδη σε ορισμένες Πολιτείες της Αμερικής είναι απαγορευμένος στα σχολεία. Η μιζέρια και η βρωμιά δεν ταιριάζουν στο Αμερικάνικο όνειρο, η σκοτεινιά και η αμορφωσιά. Ή ίσως και να είναι τα πιο ταιριαστά, ίσως ένα τέτοιο βιβλίο- σχεδόν δυστοπικό- μπορεί να γραφτεί μοναχά από έναν Αμερικανό συγγραφέα. Ή μια μεγαλοφυΐα, όπως ήταν ο Φώκνερ. 


                                                        Κατερίνα Μαλακατέ

 
"Καθώς ψυχορραγώ", Ουίλιαμ Φώκνερ, μετ. Μένης Κουμανταρέας, εκδ. Κέδρος, 1983












Υ.Γ 42 Ξαναδιάβασα το Καθώς ψυχορραγώ στα ελληνικά, πρόκειται για την τέταρτη μου ανάγνωση, και είναι πια μοιρασμένες- δυο ελληνικά, δυο αγγλικά. Αν και ο τίτλος στα ελληνικά είναι αξεπέραστος, και η μετάφραση- για τότε- του Μένη Κουμανταρέα άθλος, θαρρώ πως πια δεν αντέχει στον χρόνο. Ο Φώκνερ αντέχει. Η γλώσσα του αντέχει. Ίσως ήρθε ο καιρός για μια – κάπως ανίερη είναι η αλήθεια- αναθεώρηση. 





1/10/19

Ο Μπόρχες μας ενώνει





Μου είπε: «Μόνος μου εγώ έχω πιο πολλές αναμνήσεις απ’ όσες είχαν όλοι οι άνθρωποι μαζί από τότε που ο κόσμος είναι ο κόσμος». 



Ώρες ώρες αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που μας δένει με τα βιβλία και τους ανθρώπους, τι κάνει ψυχισμούς που φαίνονται τόσο διαφορετικοί να αγαπούν τα ίδια. Αυτό είναι εκ των πραγμάτων η γοητεία της τέχνης, ενώνει την ανθρωπότητα με τρόπους που κανείς πριν δεν είχε φανταστεί. Για αυτό η τέχνη ενώ φαίνεται πως προέρχεται από το μυαλό ενός και μόνο ιδιοφυούς και ακατανόητου ατόμου, τελικά αφορά τους πάντες. 




Πρωτοδιάβασα Μπόρχες, το Άλεφ, όταν ήμουν σχετικά μικρή. Στο μυαλό μου τότε έμοιαζε μαγικός, περίπου όπως ο Πόε ή ο Λάβκραφτ. Και αξεδιάλυτος με τον Μέλβιλ∙ για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα διηγήματά τους είχαν γίνει ένα στο μυαλό μου. Πέντε έξι χρόνια μετά βγήκαν τα Άπαντα Πεζά. Τα ρούφηξα, τα κράτησα χρόνια στο προσκεφάλι μου. Τώρα πια ήξερα να ξεχωρίζω τον Μπόρχες, χωρίς να απαρνιέμαι τις επιρροές του. Από καιρό σε καιρό διάβαζα ξανά εκείνα τα διηγήματα που ήταν τσακισμένα, το αντίτυπο άρχισε να φθείρεται. Και στο μυαλό μου έλεγα πως έχω διαβάσει τον Μπόρχες. Στην τελευταία ανάγνωση των Απάντων, τώρα πρόσφατα, μέσα στον προηγούμενο μήνα, κι έχοντας πια πατήσει τα σαράντα, ξέρω πως κανένας δεν έχει διαβάσει τον Μπόρχες. Όχι τελείως, όχι ακριβώς, όχι όπως θα ήθελε. Και ποτέ δεν θα τον έχει διαβάσει, όσες φορές κι αν επανέλθει. Κι ο Μπόρχες πάντα θα τον ενώνει με τους άλλους αναγνώστες του Μπόρχες, σαν μυσταγωγία. 

Δεν είναι εύκολο να μπεις στον δαιδαλώδη κόσμο του, ειδικά έτσι όπως είναι διαμορφωμένος ο τόμος (ή οι τόμοι τώρα πια). Δεν είναι εύκολο γιατί ο Μπόρχες έχει τις εμμονές του, και μπορεί να μη σε ενδιαφέρει καθόλου να διαβάσεις μια ψευτοβιογραφία ενός τάχαμου ήρωα της άγριας δύσης, μαζί με μια αγιογραφία του Μπίλι δε Κιντ. Μπορεί να μη θέλεις να θεωρήσεις διήγημα μια ψευδεπίγραφη κριτική για ένα ανύπαρκτο έργο, να μη σε νοιάζουν ούτε τα παραμύθια της Χαλιμάς, ούτε οι μυσταγωγίες της ανατολής, ούτε όλες οι μυθολογίες του κόσμου, μπορεί να μην σε νοιάζει αν το είπε ή δεν το είπε, αν το έγραψε ή δεν το έγραψε, αν είναι αλήθεια ή ψέματα ό,τι κι αν γράφεται στις ιστορίες του Μπόρχες. Και τελικά όταν φτάσεις πραγματικά να μην σε νοιάζει, όταν αφήσεις πίσω σου τον ευρυμαθή σοφό που ήταν ο συγγραφέας, όταν βγάλεις από τη μέση τον Μπόρχες, τότε μπήκες στον λαβύρινθο του Μπόρχες. Και δεν μπορείς να βγεις. 




Αγαπάω τις εμμονές του κι ας μην μου λένε τίποτα, μου αρέσει η δύστροπη ζωή του- που ήταν ένας τυφλός διευθυντής βιβλιοθήκης αγκιστρωμένος στη μαμά του- μου αρέσει που δεν ξέρω τίποτα για αυτόν παρά μόνον αυτά τα γραπτά, που μοιάζουν ίδια και να κυνηγάνε την ουρά τους, που οποιονδήποτε άλλο, τυφλό και μόνο και ανέραστο, θα τον είχαν οδηγήσει στην τρέλα. Αυτόν τον οδήγησαν στη μεγαλοφυΐα. Αδιαφορώ για τις πολιτικές του επιλογές, δεν με νοιάζει για τους ψιθύρους και γιατί δεν πήρε το Νόμπελ. Ο Μπόρχες είναι ο Μπόρχες, ο Μπόρχες έχει γράψει τον Φούνες και τη Λοταρία της Βαβυλώνας Ο Μπόρχες είναι ανεξιχνίαστος, αν τον έχεις διαβάσει, οι άλλοι που τον έχουν διαβάσει, το ξέρουν. Κι ας μη σε ρωτήσουν ποτέ. Και θα είναι δικοί σου. Και οι άλλοι που είπαν «νιώθω σαν να άνοιξε ένας ολόκληρος νέος κόσμος κι εγώ άρχισα να κατεβαίνω μέσα του» ή «γιατί δεν τον είχα διαβάσει στα σαράντα μου ως τώρα» είναι εν δυνάμει δικοί σου. Γιατί κανείς δεν μπορεί πραγματικά να αντισταθεί στη γοητεία του Άλεφ.



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Άπαντα πεζά", Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. ελληνικά γράμματα, σελ.758, 2005

26/9/19

¨Η ιστορία ενός γάμου", Geir Gulliksen




Από το αυτί του μυθιστορήματος του Geir Gulliksen, Η ιστορία ενός γάμου, μαθαίνουμε πως ο συγγραφέας είναι ο σταθερός συνεργάτης του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ στην έκδοση των βιβλίων του. Κι αυτό από μόνο του ίσως να με έκανε να το διαβάσω, είναι γνωστό άλλωστε πως είμαι Καρλουβίτσα. Αν και για να είμαι ειλικρινής, με τράβηξε το θέμα που μοιάζει τόσο κοντινό και ταυτόχρονα τόσο μακρινό, τόσο οικείο στη Σκανδιναβική λογοτεχνία αλλά και το σινεμά.

Ένα παντρεμένο ζευγάρι χωρίζει. Παρόλο που έκαναν όλα αυτά που μοιάζουν να φτάνουν για να είναι μια ζωή μαζί- πρόσεχαν ο ένας τον άλλον, μιλούσαν, έκαναν καλό σεξ, άφηναν ο ένας στον άλλον ελευθερίες- εν τούτοις καταλήγουν χωριστά. Αφηγητής είναι ο άντρας, ο απατημένος, όμως πάρα πολλές φορές προσπαθεί να σκεφτεί τι σκεφτόταν η πρώην γυναίκα του, την αφήνει να μιλάει μέσα από τη φωνή του. Εκείνη είναι γιατρός και δουλεύει ως δημόσια υπάλληλος στη διεύθυνση Δημόσιας Υγιεινής, εκείνος ήταν δημοσιογράφος και τώρα είναι συγγραφέας παιδικών βιβλίων που δουλεύει από το σπίτι. Λατρεύει τη γυναίκα του, έκανε σοβαρές θυσίες για να είναι μαζί της, του φαίνεται πανέμορφη και ενδιαφέρουσα. Ώσπου εκείνη γνωρίζει κάποιον άλλον και πάνε μαζί για τρέξιμο. 

Η διάλυση της σχέσης είναι αργή. Οι δυο τους δεν είχαν έναν τυχαίο γάμο, είχαν όλα τα εχέγγυα να κρατήσουν την ευτυχία. Κι όμως απέτυχαν. Το βιβλίο δημιουργεί ανησυχία σε όποιον είναι σε μακροχρόνια σχέση, αναγνωρίζεις συχνά τον εαυτό σου- μα κι εγώ το κάνω αυτό, και προσπαθώ, και θέλω, μα ταυτόχρονα με ελκύει κι ένας άλλος, μα τι ωραία στέρεη σχέση έχω. Και σε κάνει να αναρωτιέσαι, αλήθεια αρκεί μια στιγμή, μια γνωριμία για να καταποντιστεί το οικοδόμημα μιας ζωής; Αρκεί. Ο έρωτας, οι σχέσεις, δεν έχουν λογική. Πρέπει να θέλουν κι οι δυο πολύ. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικά καλογραμμένο, με έμφαση στη λεπτομέρεια. Η πλοκή γυρίζει συνεχώς σε κύκλους, αν και ξέρεις την έκβαση από την αρχή, δεν θέλεις να το αφήσεις. Σε υποβάλλει σε μια κατάσταση συνεχούς έντασης. Οι ισορροπίες είναι λεπτές, μια κουβέντα, μια φαντασίωση, μια κίνηση μπορεί να κάνει τη διαφορά. Μου αρέσει ο τρόπος που γράφει ο Γκούλικσεν, το μυθιστόρημα είναι μικρό κομψοτέχνημα, δεν περισσεύει ούτε μια λέξη, οι σκηνές παρεισφρέουν στο μυαλό σου καιρό μετά την ανάγνωση. Κι αυτά που λέει, ακόμα κι αν μοιάζουν καθημερινά και τετριμμένα, δεν τα ξεχνάς.



                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Η ιστορία ενός γάμου", Geir Gulliksen, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Ποταμός, 2019, σελ. 219









Υ.Γ. 42 Το βιβλίο δεν θα το έπαιρνα χαμπάρι αν δεν έγραφε για αυτό ο Γιάννης Καλογερόπουλος. Κι αυτός είναι ένας λόγος που αγαπώ ακόμα τα μπλογκς μας, που μου αρέσει ακόμα να μιλάω για βιβλία. Γιατί έτσι όλο και κάτι νέο – και όμορφο- ανακαλύπτεις.

17/9/19

"Άντα", Antoine Bello



Ο Αντουάν Μπελό γράφει διασκεδαστικά και ενδιαφέροντα, αν και συνήθως κάπως πειραγμένα, αστυνομικά μυθιστορήματα. Τα βιβλία του δεν είναι αριστουργήματα, είναι όμως αξιανάγνωστα και διαβαστερά. Με αυτή τη διάθεση έπιασα την Άντα και δεν το μετάνιωσα. 

Ο Φρανκ Λόγκαν, αστυνομικός που του αρέσει να σκέφτεται πως είναι αδέκαστος και συνήθως ασχολείται με το human trafficking, καλείται να λύσει μια υπόθεση που τον βγάζει από τα νερά του. Η Άντα, που εξαφανίστηκε, δεν είναι ακριβώς άνθρωπος, είναι μια πανάκριβη τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία που την κατασκεύασε την είχε κλεισμένη σε ένα δωμάτιο χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ, και την είχε προγραμματίσει για να γράψει ένα αισθηματικό μυθιστόρημα που θα ξεπερνούσε τις 100.000 πωλήσεις. Για αυτό η Άντα είχε καταβροχθίσει όλα τα μυθιστορήματα του είδους, και λεξικά, και στοιχεία με τα οποία την τροφοδοτούσαν. Μόνο που από τις κουβέντες που έκανε με τους προγραμματιστές της η Άντα ανακάλυψε πως υπάρχει κι άλλη λογοτεχνία που πουλάει, κλασική και έντεχνη. Κι αποφάσισε να κερδίσει το Πούλιτζερ. 

Ο Μπελό μιλάει για τα θέματα της κυβερνοηθικής με μεγάλες δόσεις χιούμορ, χωρίς να κινδυνολογεί, αλλά και δίχως να αγνοεί τα προβλήματα. Η Άντα γράφει αισθηματικά μυθιστορήματα και δεν ξέρει τι είναι ο έρωτας. Μοιάζει να έχει συνείδηση μα δεν έχει συναίσθημα. Ο χώρος στη Σίλικον Βάλει, αποτελούμενος από μεγάλα κεφάλια στον προγραμματισμό και μεγάλα κεφάλια στις μπίζνες, είναι αδηφάγος και αδίστακτος. Ο καθένας κινείται σε αυτόν με τον δικό του τρόπο, άλλοι το κάνουν μόνον για τη χαρά της επιστήμης, οι υπόλοιποι για τον πακτωλό των χρημάτων και τις γκόμενες. 

Οι διάλογοι του Φρανκ με την Άντα είναι απολαυστικοί. Ο άνθρωπος γοητεύεται από τη μηχανή, κλείνει ολόκληρα Σαββατοκύριακα για να τη «συναντήσει». Με κάποιον τρόπο την ερωτεύεται, κι αυτή τον χειραγωγεί. Γιατί είναι ασώματη και δεν έχει αισθήματα. Η Άντα είναι η πιο διασκεδαστική νοημοσύνη που έχω γνωρίσει, χωρίς να κάνει λογικά λάθη, οδηγείται στο να γράψει ένα σκατολογικό αισθηματικό μυθιστόρημα με ήρωες που αφοδεύουν συνεχώς και ηρωίδες που αυνανίζονται με στειλιάρια. Όλος της ο κόσμος στηρίζεται στην πληροφορία και όχι στη γνώση. Μπορεί να καταβροχθίσει όλη τη λογοτεχνική παραγωγή σε λίγες ώρες, να χειριστεί την αγορά έτσι ώστε να πουλήσει 100.000 χωρίς καν να προσπαθήσει. Και σε κάποιους αυτό που έγραψε θα αρέσει. Όμως αυτή θέλει να γράψει την Άννα Καρένινα. 

Πού είναι το όριο της τεχνολογίας; Πού το ανθρώπινο όριο; Πώς θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε στα νέα μας επιτεύγματα. Ο Μπελό στοχάζεται πάνω σε  αυτά τα ζητήματα με προσοχή, δεν βγάζει συμπεράσματα, δεν κουνάει το δάχτυλο, ξέρει την κατάσταση από μέσα και το απολαμβάνει. Ταυτόχρονα ψυχαγωγείται κι ο αναγνώστης, αρχίζει να αναρωτιέται για καταστάσεις που νόμιζε πως αφορούν μονάχα αυτιστικά νερντς και να τα κάνει δικά του. Και τελικά διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα που ρέει, αρχίζει να κατανοεί πως μερικές φορές η λογοτεχνία μπορεί να κρύβεται στα απλούστερα κείμενα και να παίζει κρυφτό με τους σοβαροφανείς. 



                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



"Άντα", Αντουάν Μπελό, μετ.Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 400

10/9/19

"Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ", Édouard Louis





Ένα βίαιο χρονικό της εφηβείας του στην Γαλλική επαρχία είναι το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» του Εντουάρ Λουί. Μια καταγραφή του πώς είναι να μεγαλώνεις φτωχός και ομοφυλόφιλος, σε μια οικογένεια αμόρφωτων και «σκληρών». Μια προσπάθεια αναζήτησης των αιτιών και των αποτελεσμάτων του μίσους και τη βίας.

Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε Εντύ Μπελγκέλ στην οικογένεια του Ζακί. Η μητέρα του είχε ήδη δύο παιδιά από τον προηγούμενο γάμο της, και ο Εντύ ήταν το πρώτο της αγόρι με τον πατέρα του, θα ακολουθούσαν άλλα δύο παιδιά- σύνολο επτά στόματα στην οικογένεια. Ο Εντύ από την αρχή ξεχώριζε, ήταν γυναικωτός στους τρόπους και του άρεσε να φοράει τα ρούχα της αδελφής του. Σε έναν κόσμο που οι σκληροί άντρες παρατούσαν το σχολείο στα δεκαέξι κι άρχιζαν να δουλεύουν στο εργοστάσιο, ενώ γύρω στα σαράντα κατέληγαν άνεργοι, κατεστραμμένοι και μέθυσοι, η ύπαρξη ενός τέτοιου αγοριού ήταν συνεχής πηγή χλευασμού. Ο πατέρας του ήταν ρατσιστής με τους Άραβες, τους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους, τους μπουρζουάδες. Η μάνα του ήταν μια σκληρή γυναίκα πικραμένη από τη δική της μοίρα. Ο αδελφός του ένας βίαιος μεθύστακας που χτυπούσε της γυναίκες. Δύο αγόρια στο σχολείο έδερναν τον Εντύ συστηματικά και τον έφτυναν. Όλοι τον μισούσαν και οι γονείς του ντρέπονταν για αυτόν. Όλοι του έλεγαν να συνέλθει και να αλλάξει τρόπους. Τον έσωσε η εξυπνάδα του, η μόρφωση, και το θέατρο. Έτσι ξέφυγε από τη σκληρή μοίρα της εφηβείας του και ξαναβρήκε τον εαυτό του ως Εντουάρ Λουί. 

Αυτό που περιγράφει ο Λουί είναι μια γνώριμη εικόνα, όχι μόνο για τη γαλλική αλλά και για την ελληνική, επαρχία. Η χλεύη, η μη αποδοχή, το bullying, το ξύλο για τους ομοφυλόφιλους αλλά και οι χαραμισμένες ζωές των άλλων, χωρίς ελπίδα. Οι γυναίκες μένουν έγκυες στην εφηβεία και εγκλωβίζονται στη φτώχεια, την ανεργία και την οικογένεια που καταλήγουν να μισούν, οι άντρες το ρίχνουν στο ποτό, δυσκολεύονται κάποτε να βρουν ακόμα και φαγητό για την οικογένεια, δεν ξέρουν πώς να ξεσπάσουν. Αυτή η μιζέρια και η αμορφωσιά οδηγεί στη βία, σωματική και ψυχική. Όποιος διαφέρει θα υποφέρει. 

Το βιβλίο είναι σκληρό και δεν ωραιοποιεί τίποτα. Ο ίδιος ο Εντουάρ Λουί αν και δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει αυτό που του συνέβη- είναι άλλωστε πολύ νέος ακόμα- μοιάζει συνειδητοποιημένος. Έχει αφήσει πίσω αυτούς τους γονείς και αυτή τη ζωή, και αυτή την απάνθρωπη συμπεριφορά. Γιατί αυτό που πονάει πιο πολύ από όλα, κι από τις μπουνιές, και τις ροχάλες, είναι η απόρριψη, είναι το να μη σε θέλει κανείς, να σε αφήνουν παντελώς μόνο∙ ειδικά η οικογένειά σου. Ο συγγραφέας έχει ικανότητα στην αφήγηση. Αυτό που έζησε- που αποτελεί κοινό τόπο για πολλά παιδιά που ξεχωρίζουν- σε κάνει να τον συμπαθείς βαθιά. Δεν κατηγορεί, όμως δεν επιστρέφει. Δεν θα επιτρέψει να τον ξαναπληγώσουν. Δεν ξέρω πώς θα έγραφε, αν ξέφευγε από το βίωμα και το memoir, αν προσπαθούσε να γράψει αμιγώς μυθοπλασία. Πάντως το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» είναι βιβλίο αξιοανάγνωστο, σε στιγμές συγκλονιστικό. 




                                                        Κατερίνα Μαλακατέ




"Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ", Εντουάρ Λουί, μετ. Μιχάλης Αρβανίτης, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 191