19/11/2009

Όπλο μετά μουσικής


Στο μυθιστόρημα με τον μάλλον άτονο ελληνικό τίτλο «Όπλο μετά μουσικής» (το αγγλικό «Gun, with occasional music» είναι σαφώς σαρκαστικότερο…)ο Τζόναθαν Λέθεμ αποδεικνύει πως η αστυνομική λογοτεχνία και ταυτόχρονα η επιστημονική φαντασία μπορεί να αποτελέσουν βάση για εξαιρετικά βιβλία.

Ήρωας του βιβλίου ο ιδιωτικός εξεταστής Μέτκαλφ που αναλαμβάνει μια υπόθεση φόνου. Το σκηνικό έρχεται από το μέλλον, όπου «εξελιγμένα» ζώα κάνουν ανθρώπινες δουλειές, δεν υπάρχουν πια παιδιά, αλλά εξελιγμένοι μωροκέφαλοι, και τα ναρκωτικά είναι νόμιμα με τον καθένα να φτιάχνει το χαρμάνι του. Σε αυτόν τον κόσμο, κουμάντο κάνει το Γραφείο, που ελέγχει τους πόντους στο κάρμα σου, κανονίζει αν υπάρχεις ή δεν υπάρχεις, φροντίζει να αποβλακώνει με ντραγκς τον πληθυσμό. Ο ήρωας, κυνικός, εθισμένος, ρεαλιστής και μια ιδέα ιδεαλιστής, παλεύει μια τελικά προσωπική μάχη, στην αρχή για να γλιτώσει έναν νεαρό που φαίνεται αθώος από τον «πάγο» και μετά για να βρει την αλήθεια. Το τέλος του βιβλίου μας αποδεικνύει πως η αλήθεια δεν φέρνει πάντα την ευτυχία, πως υπάρχουν αστυνομικά όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και πως το χάπι έντ δεν είναι απαραίτητο.

Πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, με σαφείς κοινωνικές αναφορές, όπως όλες οι δυστοπίες, έξυπνη ψυχογράφηση των ηρώων και μοντέρνα γραφή. Κι αν σκεφτείς πως αποτελεί το πρωτόλειο του συγγραφέα (στα Αγγλικά εκδόθηκε το 1994) ε, τότε μπορεί και να ζηλέψεις.

17/11/2009

Ένθετου και free press γωνία


Εν μέσω οικονομικής κρίσης, ή και σε ένα βαθμό με αφορμή αυτή, είδα τα ένθετα των εφημερίδων για το βιβλίο να συρρικνώνονται, να αλλάζουν, να γίνονται σχεδόν θέμα ενός ανθρώπου. Μπορεί να είναι μόνο η ιδέα μου, αλλά έχω την αίσθηση πως ο έντυπος τύπος μας παράτησε. Συζητώντας μάλιστα με ένα φίλο στις αρχές του χρόνου που είχε μόνιμη θέση σε ένα από αυτά τα ένθετα, μου είπε πως σχεδόν τον ανάγκασαν να φύγει. Κι σε ένα άλλο έντυπο, του μείωσαν την αμοιβή στο μισό.

Έτσι ίσως να δικαιολογείται το χάλι των ένθετων για το βιβλίο. Πια πολύ σπάνια θα αγοράσω μεσοβδόμαδα εφημερίδα για το ένθετο. Άντε να του ρίξω μια ματιά σε ηλεκτρονική μορφή. Και στις Κυριακάτικες που αγοράζω έτσι κι αλλιώς, απλά τα φυλλομετρώ. Ένα πεντάλεπτο και τέρμα.

Δε συμπαθώ πάντοτε τη διαδικασία της κριτικής βιβλίου, είμαι για κάποιους σκεπτική ως προς το βαθμό διαπλοκής τους στην αγορά και διαφήμιση κάποιων τίτλων. Αλλά τώρα, μου λείπει. Ακούω για το καινούριο free press για το βιβλίο (το Book press) και στην κατάστασή μου δεν μπορώ να πάω στην Αθήνα για να το βρω και ζηλεύω. «Διαπλέκομαι» κάπως στο δεύτερο free press που θα βγει τώρα στις 25 Νοέμβρη (Bookmarks). Και σκέφτομαι, αν τόσος κόσμος ενδιαφέρεται για το βιβλίο, αν κάποιοι είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν χρόνο και χρήμα για ένα free press, γιατί οι εφημερίδες κάναν πίσω;

13/11/2009

Απραξία

Τέσσερις μήνες τώρα το μεγάλο μου γραπτό υποφέρει. Πότε με το πρόσχημα ενός μεγάλου διηγήματος που έγραψα ενδιάμεσα, πότε με την εγκυμοσύνη, τα πρωινά μου ξυπνήματα αναλώνονται σε «χτενίσματα» των δυο πρώτων μερών, σε ξαναγραψίματα, σε διαβάσματα και αναρτήσεις για αυτό το blog. Τέσσερις μήνες τώρα, μπορεί και περισσότερο, αναβάλλω το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου. Κι ως τώρα πίστευα πως αυτό είναι κακό.

Τις τελευταίες δυο τρεις μέρες ο άτακτος μπέμπης μέσα στην κοιλιά μου δε με αφήνει να κοιμηθώ – ή θα κλωτσάει ή θα πονάει. Και σε αυτές τις άυπνες νύχτες μου, που συνήθως απασχολούμαι με διάβασμα ή σκέψεις μωρουδιακές, βρήκα επιτέλους το τέλος μου. Δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Πήρε το χρόνο της, μέσα μου οι ήρωες, αυτοί οι χάρτινοι, τα έρμαια που σας έλεγα σε άλλο ποστ, πήραν πνοή. Όλοι τους. Εντελώς περίεργα, πέρα από τη βιογραφία τους και τις κοινωνικοπολιτικές τους απόψεις, που θεωρητικά τις ήξερα πια, (τούτο το βιβλίο το γράφω με διακοπές και πολλά drafts τουλάχιστον 3 χρόνια) τώρα ξέρω και τις αντιδράσεις τους.

Έχω λοιπόν το τέλος μου, άγραφο ακόμα γιατί πάλι δεν τολμώ. Συνήθως δεν είμαι από αυτούς που τρομάζουν μπροστά στην άδεια σελίδα, τώρα διστάζω και η εμπειρία των τελευταίων μηνών με κάνει να μη βιαστώ. Σε αυτό φοβάμαι μόνο μια παγίδα, είναι εύκολο να αναβάλλεις. Πρέπει να ξέρεις πότε κινδυνεύεις να χάσεις την επαφή και πότε απλά οι σκέψεις θέλουν ακόμα ωρίμανση για να γίνουν λέξεις. Ένα με παρηγορεί. Τούτο το διάστημα που δεν προχωρούσε το βιβλιαράκι μου, έγραψα διηγήματα, κάποια στα όρια της νουβέλας, έγραψα κριτικές, ποστ, ημερολόγια, μέχρι και καινούρια ποιήματα. Ίσως όλα αυτά να ήταν ο αντιπερισπασμός, η ανάγκη μου να νιώθω πως το έχω ακόμα και μπορώ να ολοκληρώσω κάτι.

Θα περιμένω λοιπόν, δε θα εκβιάσω το τέλος. Κι ελπίζω αύριο να ξυπνήσω κι όλα αυτά που είναι τώρα μέσα στο κεφάλι μου, σχεδόν τακτοποιημένα κατά ενότητες και δομημένα, να γίνουν το πολυπόθητο τελευταίο, τρίτο μέρος.

11/11/2009

Η καρδιά της Μαργαρίτας


"Η καρδιά της Μαργαρίτας" δεν είναι τόσο ανοιχτή όσο θα έπρεπε. Ή τόσο κλειστή όσο νομίζει ο αφηγητής και πρωταγωνιστής αυτού του μυθιστορήματος. Μια αυθεντική ιστορία αγάπης, ιδωμένη από την αντρική ματιά, και μια εσωτερική πάλη ταυτόχρονα, του ήρωα του βιβλίου να βρει στα σαράντα του την ταυτότητά του. Να συμφιλιωθεί με τα θέλω του, με τον πατέρα του, με την αλλαγή καριέρας, με όλα αυτά που κάποτε είχαν νόημα και τώρα ίσως να έχουν ίσως και να μην έχουν πια.

Ο αφηγητής, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο και να γίνει συγγραφέας στηριζόμενος στα πρόσωπα γύρω του, την παντρεμένη ερωμένη του, τον παραγωγό του, τον αγαπημένο του συγγραφέα. Η πλοκή του είναι σχεδόν εξωφρενικά αληθοφανής. Αυτό είναι και το μεγάλο ατού του βιβλίου, η αμεσότητά του. Διαβάζεται εύκολα, χωρίς να του λείπει το βάθος και το πάθος. Και κρατά συνεχώς το ενδιαφέρον.

05/11/2009

Για να μη βουλιάξω και να μην παρανοήσω

Η τέχνη του λόγου με απασχολεί σχεδόν σε όλη μου τη ζωή. Μικρή προσπαθούσα να εντοπίσω πειστήρια πως αυτό ήταν γονιδιακό. Ενθουσιάστηκα όταν βρήκα κάτι μουτζουρωμένες σελίδες με ποιήματα στην αποθήκη, αλλά αποδείχτηκε πως δεν ήταν του πατέρα μου, ήταν του καλύτερου του φίλου. ( Για τους κακεντρεχείς διευκρινίζω πως μοιάζω στον πατέρα μου εξαιρετικά). Οι γονείς μου δεν έχουν κανένα συγγραφικό τάλαντο, όμως εγώ γράφω κι αυτό δεν είναι συνειδητή απόφαση. Το πρώτο μου ποίημα το έγραψα στα έντεκα, δεν ήξερα καν πού πατάω και πού βρίσκομαι.

Η γραφή, το ταλέντο, το βιβλίο, οι λέξεις, όλα ανάκατα με απασχολούν κάθε μέρα, σα να μη μπορώ να ανασάνω χωρίς αυτά. Ταυτόχρονα η αίσθηση πως από τα γραπτά μου κάτι λείπει με οδηγεί κι αυτή. Κάποτε σκέφτομαι μήπως είναι η ουσιαστική αγάπη μου για τη λογοτεχνία που με κάνει να φαντάζομαι την αγάπη μου για τη συγγραφή. Άλλοτε, τις μέρες που η ψυχοθεραπεία (ορα γράψιμο) πήγε καλά, είμαι βέβαιη. Αυτός είναι ο προορισμός μου.

Δεν πιστεύω στη μοίρα, αλλά πιστεύω στην τυχαιότητα. Αυτό που μου συμβαίνει είναι ίσως γενετικώς προκαθορισμένο, χωρίς απαραίτητα να απαντάται με σαφήνεια και στους γονείς μου. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός γονιδίων έτυχε να καταλήξει έτσι. Και δεν ξέρω αν πρέπει ή αν είμαι χαρούμενη για αυτό. Απλά η εκτόνωση στο χαρτί είναι για μένα η δικλείδα ασφαλείας. Για να μη βουλιάξω και να μην παρανοήσω.

04/11/2009

Αυτόχειρες Παρθένοι


Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια – το βιβλίο είναι το πρώτο του Τζέφρυ Ευγενίδη και φυσικά έχει γίνει ταινία από τη Σοφία Κόπολα – διάβασα το «Αυτόχειρες Παρθένοι». Το βιβλίο έχει μια διαφορετική αύρα, που ίσως να οφείλεται στη χρήση του πρώτου πληθυντικού από τον αφηγητή, πράγμα σπάνιο για μυθιστόρημα. Έτσι, πέρα από την ίδια την ιστορία μπαίνουμε και στο παιχνίδι της αναζήτησης του προσώπου που μιλά μέσα σε αυτόν το πληθυντικό.

Η πλοκή αφορά τις πέντε κόρες της οικογένειας Λίσμπον, με τις αυστηρές καθολικές καταβολές και τον καθηγητή πατέρα. Όλα αρχίζουν όταν η πιο απόμακρη από τα κορίτσια, η Σεσιλιά, επιχειρεί να αυτοκτονήσει. Αποτυγχάνει, αλλά λίγο αργότερα τα καταφέρνει εν μέσω ενός οικογενειακού πάρτι για να το «ξεπεράσει».

Από κει και μπρος η οικογένεια γίνεται αντικείμενο σχολιασμού από τη γειτονιά, και τα αγόρια αυτού του μυστηριώδους «εμείς» που αφηγείται παθαίνουν εμμονή μαζί τους. Χωρίς να μπορούν κατ’ ανάγκη να τις ξεχωρίσουν, είναι γοητευμένα. Η κάθε μια κοπέλα προσπαθεί να ξεπεράσει αυτό που συνέβη. Ώσπου με αφορμή το παραστράτημα μιας, η μάνα αποφασίζει να τις κλείσει στο σπίτι, να τις αποσύρει από το σχολείο και να αφήσει τα πάντα γύρω τους να αποσυντεθούν.

Το βιβλίο έχει πολύ γοητευτικά στοιχεία, χωρίς να δρέπει δάφνες λογοτεχνικότητας ή πρωτοπορίας, έχει τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν μια καλή αφήγηση: ιστορία για να πει, συγκροτημένο τρόπο ιστόρησης και συγχρονισμό τέτοιο που να κρατά το ενδιαφέρον, αν και το τέλος είναι ήδη από τον τίτλο γνωστό.

28/10/2009

Το Παρτάλι



Ο μύθος λέει πως υπάρχουν δυο ειδών βιβλία, αυτά που ο συγγραφέας ξεκινά ορμώμενος από μια ιστορία, κι αυτά που κατά κύριο λόγο στηρίζονται σε μια εξαιρετική προσωπικότητα. "Το Παρτάλι" του Θεόδωρου Γρηγοριάδη ανήκει φανερά στη δεύτερη κατηγορία.

Είναι η ιστορία ενός άντρα που ντύνεται με φορέματα χωρίς να είναι ακριβώς τραβεστί, που μπλέκεται στη ζωή του φοιτητόκοσμου της Θεσσαλονίκης, ασκεί επιρροή σε δυο τουλάχιστον ευεπηρέαστα αγόρια της Φιλοσοφικής. Οι δυο φοιτητές εντυπωσιάζονται με την καλτ παρουσία του Παρταλιού, ψάχνουν ντοκουμέντα για την παρουσία και τη ζωή του, γράφουν και ανεβάζουν έργα για αυτό, κάποιες στιγμές αφιερώνουν τη ζωή τους στην παρουσία του. Έτσι, ανακαλύπτουν πως τον έντυναν έτσι από μικρό, για να αποφύγει το στρατό και τον πόλεμο με τους Βούλγαρους σε μια εποχή που τίποτα στη Μακεδονία δεν ήταν ξεκάθαρο ακόμα. Αλλά βρίσκουν κι άλλα σημαντικά που τους οδηγούν σε άλλους δρόμους.

Το βιβλίο σίγουρα δεν είναι κακό. Κάποιες στιγμές πλατειάζει, μα το κυριότερο πρόβλημα είναι η ακαθόριστη αίσθηση πως κάτι λείπει. Ενώ πραγματεύεται μια πραγματικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, δεν απογειώνεται.