28/7/15

Τα επαχθή





Την προσοχή σας παρακαλώ, εγκαινιάζουμε καινούργια στήλη, με τον ευφάνταστο τίτλο "Τα επαχθή". Καλείστε να γράψετε κείμενο, όχι μεγαλύτερο από 1500 λέξεις, για το ποιο βιβλίο ήταν αυτό που δεν θα προτείνατε ποτέ σε κάποιο συνάνθρωπό σας παρεκτός αν τον μισούσατε σφόδρα. Η στήλη είναι σκέπτομαι και γράφω, δηλαδή θα χρειαστούμε και το γιατί. Λογοκρισία θα πέσει μονάχα αν το κείμενό σας είναι ακατάληπτο ή χυδαίο. Το κείμενο μπορείτε να το στείλετε στο πολύπαθο email:  kmalakate@gmail.com ,  με τίτλο αυτόν της ανάρτησης για να μην χαθεί ανάμεσα στα άλλα. 

Για ποιο βιβλίο θα γράψετε, αν θέλετε λοιπόν. Μα για αυτό που σιχαθήκατε πιο πολύ από όλα τα άλλα, αυτό που μισήσατε, ίσως- κι εδώ μπαίνει ένα παράθυρο- αυτό που αγαπάτε να μισείτε. Αυτό από το οποίο θα θέλατε να προφυλάξετε τους συναναγνώστες σας. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για μεγάλο παγκόσμιο αριστούργημα, για βιβλίο της πρόσφατης ή της παλιάς παραγωγής, αν είναι Έλληνα ή ξένου, αρκεί να είναι βιβλίο. Και να το διαβάσατε και να έχετε άποψη. 



Το blog όπως θα έχετε καταλάβει έχει ήδη μπει στην εποχή της πολυφωνίας, με δύο τακτικούς συνεργάτες. Που αυτοπροτάθηκαν και οι δύο. Μπορείτε να αυτοπροταθείτε κι εσείς. Και δεν μιλώ μονάχα για την στήλη. Αν έχετε όρεξη να γράψετε κριτική, θα είναι ευπρόσδεκτη, αν και εφόσον αφορά βιβλίο που εμπίπτει στα ενδιαφέροντα του blog. Και να θυμάστε, διαφημίσεις- παγίως, πλαγίως και άλλα συναφή- δεν δεχόμαστε. Επίσης να ξέρετε πως θα μου κάνετε χάρη, γιατί είμαι σε αυστηρή συνταγή αποτοξίνωσης από την ανάγνωση λόγω συγγραφής. Σε λίγο θα με πάνε και σε reabilitation centre.  

Εκ της ολοκληρωτικής διευθύνσεως (again).
Κατ. 


26/7/15

"Black swan green", David Mitchell



Είναι χαρακτηριστικό των προικισμένων συγγραφέων, αυτών που ακολουθούν το δικό τους όραμα, η δουλειά τους να μην μπορεί να περιγραφεί περιφραστικά. Ωστόσο, με κάθε καινούρια ανάγνωση, θα αναφωνήσει κανείς πως, ναι, αυτή είναι άλλη μια χαρακτηριστική δουλειά του συγγραφέα. Ο Μίτσελ, πολυσχιδής, με ετερόκλητες αναφορές που διατρέχουν είδη όπως φαντασία, ε.φ., ιστορική λογοτεχνία, κλπ, με κάθε του βιβλίο προσθέτει έναν λίθο στο οικοδόμημα της καλής λογοτεχνίας, της ωραίας.

Εδώ γράφει κάτι πραγματικά διαφορετικό: μια εν μέρει αυτοβιογραφική αφήγηση, όπου ο ομοδιηγητικός ήρωας, στις παρυφές της εφηβείας, μας δίνει μια ματιά της ζωής του, σε μια χρονιά στην μικρή πόλη της Βρετανίας - black swan green, σαν αστείο, δίχως ούτε καν λευκούς κύκνους στην λίμνη του, όπως λέει προσπαθώντας να κάνει απεγνωσμένα φλερτ σε μια τουρίστρια. Ο νεαρός Τζέισον Τέιλορ έχει προβλήματα τραυλισμού, αντιμετωπίζει εκφοβισμό και τραμπουκισμό στο σχολείο, η οικογένειά του αντιμετωπίζει τα συνήθη προβλήματα που μπορεί να μαυρίσουν την ψυχή ενός παιδιού. Κι ενώ τίποτα δεν εξωραΐζεται, η ιστορία είναι ένα παραμύθι με την ανέμελη φωνή του πρωταγωνιστής της. Τα καθημερινά βιώματά του γίνονται ένας μύθος που θα διασκεδάσει τον αναγνώστη, θα τον κάνει να στεναχωρηθεί με την σκληρότητα των νταήδων, με την ρουτινιάρικη σχολική ζωή, με εκείνη την προσμονή για το αύριο. Μα τελικά, πόσο όμορφη μπορεί να είναι η ζωή μέσα από τα μάτια ενός παιδιού; Πολύ!

Και εκεί είναι που ο Μίτσελ επιστρατεύει το μέγιστο όπλο του - αυτή την διαολική ευχέρεια με την οποία μπορεί να μπαίνει στο πετσί των ηρώων του. Θαρρείς πως δεν γράφει, αλλά ερμηνεύει. Όπως ερμηνεύει μάγους, σοφούς, επηρμένους φοιτητές, δαιμονικούς λόγιους, γιατρούς, εμπόρους και αιωνόβιους υπερανθρώπους, εδώ μετουσιώνεται στον νεαρό ήρωά του και μας παίρνει μαζί του. Μια τέτοια ανάγνωση θα έχει κάτι το μαγικό το δίχως άλλο. Ο Μίτσελ είναι εγγύηση σε αυτό: να βγαίνεις από το σαλόνι σου, από το σπίτι σου και να μεταφέρεσαι στα μέσα της δεκαετίας του '80, να μπαίνεις στις ντισκοτέκ, να ακούς τα χιτ της εποχής στην Βρετανία της νεολαίας, να μυρίζεις τα καθίσματα από τα αμάξια και τα τρένα, να νιώθεις τα αδυσώπητα σαγόνια του κυνηγόσκυλου του μουρλού γείτονα στο κατόπι σου.

Α, και φυσικά διαβάζεται όπως λέμε απνευστί! Ειδικά κάποια αδηφάγα πλάσματα της ανάγνωσης θα το τελειώσουν σε 2-3 καθισιές.

Εν όψει της νέας του κυκλοφορίας, που έχει δρομολογηθεί για το Φθινόπωρο (ένα αναπάντεχο νέο! Slade house λέγεται και αποτελεί μια, ας πούμε, συνέχεια του τελευταίου του βιβλίου), αυτό το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει μια Μιτσελική απόδραση πρώτης τάξεως.

Καλή ανάγνωση!

                                                                                       Παναγιώτης Κροκιδάς



"Black swan green", David Mitchell, Sceptre, 2006, pg. 371

24/7/15

"Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη", Laurent Mauvignier




Ένα σπαρακτικό κείμενο για τον θάνατο και την κλειστή, πολύ κλειστή ομάδα ανθρώπων που αφορά ο θάνατος του καθενός μας, είναι το βιβλίο του Laurent Mauvignier «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη». Με αφορμή ένα εντελώς ασήμαντο γεγονός- ένας άντρας ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου από τους σεκιουριτάδες του Carrefour γιατί ήπιε ένα κουτάκι μπίρα από τα ράφια του καταστήματος χωρίς να έχει να πληρώσει το αντίτιμο- ο συγγραφέας γράφει ένα κείμενο ασθματικό, δίχως τελεία καμιά, αφηγείται ξανά και και ξανά εκείνα τα λίγα λεπτά που ο άντρας γρονθοκοπείται, και τελικά πέφτει. Από την πλευρά των σεκιουριτάδων, του ίδιου, του εαυτού του, του εισαγγελέα, αλλάζει ο αφηγητής συνείδηση- κάποτε απευθύνεται στον αδελφό του θύματος- χωρίς να αλλάζει η πρόταση κι αυτό δίνει στην ιστορία την μεγαλειότητα που της πρέπει. 

Ο θάνατος, στην μικρότητα και την ασημαντότητά του έχει την αμετάκλητη θέση που αρμόζει σε όλα τα τραγικά συμβάντα. Ο θάνατος, οι ελάχιστες στιγμές πριν, οι ελάχιστες στιγμές μετά- που έχει ζήσει όποιος τον καταλαβαίνει- αφορά λίγους. Ελάχιστους. Ίσως ο θάνατος του καθενός μας να νοιάζει από μια χούφτα ανθρώπους ως και κανέναν. Από αυτήν την άποψη το περιστατικό είναι ανάξιο λόγου. Από την άλλη η αμετάκλητη φύση του, η ύβρις της κοπής του νήματος της ζωής που φαίνεται να είναι το μοναδικό που έχει μια κάποια σημασία για τον καθένα μας, είναι τόσο μεγάλη, τόσο σημαντική, όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Και η πολιτική νύξη, μόνον νύξη και όχι απαίτηση συναίνεσης, είναι τέτοια που θα συγκινήσει κάθε αναγνώστη.

Θεωρώ πως τίποτα άλλο κι αν δεν γράψει ο σχετικά νέος ακόμα Mauvignier, με αυτό το πεζογράφημα φαίνεται να κατανοεί όλο το μεγαλείο της λογοτεχνίας, αυτό που προσπαθεί με πολλά λόγια όλους αυτούς τους αιώνες να πει η τέχνη· τον ανείπωτο πόνο του θανάτου για ένα κουτάκι μπίρα του Carrefour και την ματαιότητά του. 



"Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη", Λωράν Μωβινιέ, μετ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα, 2014, σελ. 75

21/7/15

Μέσα σε κείνο το κουτί




Με τοποθέτησες
μέσα σε κείνο το κουτί.
Χωρούσα,
ήταν αργή η σύλληψη.

Με τοποθέτησες
μέσα στο πλαίσιο της σελήνης.
Δεν υπήρχε καμία άλλη θέση
για μένα.

Με τοποθέτησες
στο κουτί του μυαλού σου που ταίριαζα.
Εκεί,
έκανα την πρακτική μου στην αιχμαλωσία.

Ήταν ό,τι μου έπρεπε.

Με τοποθέτησες.
Στο κουτί του μυαλού σου που χώραγα.

Κάποτε. Τότε. Τώρα όχι πια. 




20/7/15

Ο γνωστός-άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ





Ένα οποιοδήποτε βιβλίο του να έχεις διαβάσει (και να σου έχει αρέσει, αν και πολύ δυσκολεύομαι να πιστέψω πώς αυτό μπορεί να μην συμβεί!) θα σου είναι πλέον γνωστός. Όχι όπως συμβαίνει συνήθως με βιβλία άλλων συγγραφέων που όταν τους πρωτοδιαβάζουμε θεωρούμε ότι κάναμε μια δειλή πρώτη γνωριμία με τα θέματα και το ύφος αυτών. Με τον Τόμας Μπέρνχαρντ θα νιώσεις αμέσως μια βαθύτατη οικειότητα, μια μακροχρόνια σχέση που ανοήτως θα απορείς πώς στο καλό κατάφερε να εδραιωθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!


Πολλοί συγγραφείς είναι παράφρονες, αυτοκαταστροφικοί, καταθλιπτικοί, πεισιθάνατοι, βίαιοι, μισάνθρωποι, εγκληματίες. Σίγουρα δεν θα απολάμβανες την γνωριμία μαζί τους! Όμως μέσα στα έργα τους επιζητάς διακαώς την οικειότητα, βρίσκονται εκεί για να σε βοηθήσουν, να επωμιστούν ένα μερίδιο της θλίψης σου, να δικαιολογήσουν ένα μερίδιο της μοναξιάς σου, να αποκρούσουν με ξεχαρβαλωμένες ασπίδες τα χτυπήματα της μοίρας σου, να υποβάλουν τα διαπιστευτήρια της ήττας σου. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ είναι ο καλύτερος σύμμαχός σου. “Γι' αυτό και η λογοτεχνία ποτέ δεν παραδίδεται οριστικά στην θλίψη. Γι' αυτό και η τέχνη είναι πρόσχαρη. Ακόμη και η τέχνη του Τόμας Μπέρνχαρντ”.

Οι άγνωστες πτυχές των συγγραφέων έχουν μια ισχυρή γοητεία αλλά ελάχιστη ουσία. Όταν το έργο και ο μύθος του συγγραφέα έχουν χτιστεί με τόσο στέρεα υλικά από τον ίδιο, καμία βλαβερή λεπτομέρεια δεν μπορεί να συνταράξει τα θεμέλια και κανένα εγκωμιαστικό γαλβάνισμα να ωραιοποιήσει τεχνητά την πρόσοψη. Ο μύθος απορροφά σαν δίνη τις ανούσιες λεπτομέρειες, και όχι το αντίστροφο. Ο δημιουργός γίνεται το έργο του! Αυτή η αίσθηση είναι πολύ έντονη στο συγκεκριμένο βιβλίο. Νιώθεις ότι δεν διαβάζεις ένα παράπλευρο κομμάτι του έργου, αλλά μια όψη του ίδιου του έργου. Προσπαθεί να φωτίσει τον άνθρωπο Μπέρνχαρντ και καταλήγει να φωτίζει τον συγγραφέα Μπέρνχαρντ.



Το βιβλίο ανθολογεί μερικές συνεντεύξεις του ίδιου του Μπέρνχαρντ, διάφορα περιστατικά που εξιστορούν φίλοι του καθώς και κρίσεις για το έργο του από σπουδαίους ομοτέχνους του, που προσπαθούν να ρίξουν φως στην “άγνωστη” πλευρά του ιδιόρρυθμου συγγραφέα. Ήταν τελικά τόσο μισάνθρωπος και αντικοινωνικός όσο του καταλόγιζαν; Η Αυστρία έβριθε πράγματι από ηλιθίους; Οι απαντήσεις σερβίρονται με την γνωστή ειρωνική μπερνχαρντική συνταγή και είναι στην κρίση του αναγνώστη, πόσες και ποιες θα πιστέψει.


[...] Υπάρχει ακόμα στο μυαλό σας η αυτοκτονία;

«Το σκέπτομαι. Δεν είναι όμως στα άμεσα σχέδιά μου».

Γιατί όχι;

«Από περιέργεια, νομίζω, από καθαρή περιέργεια. Θέλω να δω πού το πάει αυτή η ζωή, η περιέργεια είναι το μόνο πράγμα που με κρατάει στη ζωή».

Τι εννοείτε «το μόνο»; Άλλοι άνθρωποι δεν είναι καν περίεργοι και παρά ταύτα συνεχίζουν να ζουν.

«Μα δεν έχω τίποτα κατά της ζωής».

Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που ερμηνεύουν τα βιβλία σας ως παραινέσεις αυτοκτονίας.

«Ναι, μόνο που κανείς δεν τις ακολουθεί».


Η έκδοση είναι θαυμάσια, με ποιοτικό χαρτί, όμορφα δομημένη και με αρκετές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Μπέρνχαρντ. Τα τυπογραφικά στοιχεία της έκδοσης μού έκαναν τρομερή εντύπωση. Όχι γιατί κουβαλούν κάποια ορατή ιδιαιτερότητα αλλά γιατί όσα βιβλία του Μπέρνχαρντ έχω διαβάσει, ήταν με εκείνη την μικροσκοπική γραμματοσειρά του Εξάντα και είχα τόσο πολύ πειστεί ότι οι σκέψεις του Μπέρνχαρντ συνοδεύονται μόνο με εκείνη την συγκεκριμένη γαρνιτούρα! Η μετάφραση είναι του Θεόδωρου Λουπασάκη και είναι πολύ καλή, αν και όπως συνέβη και με την γραμματοσειρά, με ξένισε αρκετά. Οι μεταφράσεις του Βασίλη Τομανά (ασχέτως αν είναι σωστές ή όχι) έχουν επιβληθεί σαρωτικά στους αναγνώστες και δεν μπορείς εύκολα να τις αποποιηθείς. Έτσι σε αυτό το βιβλίο, η “αμβλύνοια” μετατράπηκε στην πιο σύγχρονη λέξη “ηλιθιότητα” και η “ποταπότητα” έλειψε ολοκληρωτικά ως λέξη αλλά όχι και ως έννοια μέσα στις σκέψεις που αναπτύσσονται στο εν λόγω βιβλίο. Εσχάτως, είχα διαβάσει και την μετάφραση του Βασίλη Τσαλή για την συλλογή διηγημάτων του Μπέρνχαρντ, Πρόζα, και την βρήκα πολύ όμορφη. Όμως για να κρίνω καλύτερα, θα ήθελα μια νέα μετράφραση σε ένα μεγάλο του μυθιστόρημα, εκεί όπου ο λόγος του ρέει ορμητικός και η μετάφραση πρέπει μοιραία να συντονιστεί με την ροή του. Η έκδοση ολοκληρώνεται με μια χορταστική εγκωμιαστική εισαγωγή του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Μετά την ανάγνωση δεν νιώθεις ότι διάβασες απλώς ένα βιβλίο για τον Μπέρνχαρντ αλλά ένα βιβλίο του Μπέρνχαρντ! Αν σου αρέσουν τα βιβλία του Αυστριακού, τότε θα σου αρέσει και αυτό. Συμπερίλαβέ το στην συλλογή σου και αναλογίσου με χιουμοριστική διάθεση, πόσο ποταπά ειρωνικό είναι το γεγονός ότι ο συγγραφεάς που έγραψε τόσο εξαντλητικά και διαχρονικά για τον εαυτό του, φιλοξενείται από τις εκδόσεις “Νάρκισσος”!!




Το δίπολο “γνωστός-άγνωστος” έχει να κάνει και με τους δικούς μας γιαλαντζί γνωστούς-αγνώστους που λυμαίνονται το κέντρο της Αθήνας. Κάνοντας έναν παραλληλισμό και χρησιμοποιώντας την ρητορική που αναμασούν τα σαπισμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θα έλεγα ότι ο Τόμας Μπέρνχαρντ, είναι απροκάλυπτος προβοκάτορας, διασαλευτής της δημόσιας τάξης, εμπρηστικός και βομβιστικός απέναντι στις καλογυαλισμένες βιτρίνες των φιλήσυχων ανθρώπων, ένα απόβρασμα της κοινωνίας και ταραχοποιό στοχείο που βάζει σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της Κυβερνώσας Ηθικής. Ας ελπίσουμε μόνο, τέτοια περιστατικά να (μην) είναι μεμονωμένα. Όπως το έχει διατυπώσει με την ταραχώδη γραφή του και ο ίδιος ο ταραχοποιός, σε μια φράση που συμπυκνώνει όλο του το έργο και κοσμεί το αυτί αυτού του υπέροχου βιβλίου:




[...] Δεν είχα ποτέ ένα πρότυπο και ποτέ δεν ήθελα να έχω. Ήθελα πάντα να είμαι μόνο ο εαυτός μου και έγραψα μόνο όσα σκέφτηκα ο ίδιος. Όσο μακρύτερα μπορώ να αναφερθώ στο παρελθόν, με θεωρούσαν γενικά ταραχοποιό. Παρέμεινα πάντοτε ταραχοποιός, σε κάθε μου ανάσα, μέσα σε κάθε γραμμή που έγραψα. Η ζωή μου ολόκληρη ως ύπαρξη δεν είναι τίποτε άλλο από σταθερή βούληση να ενοχλώ και να ερεθίζω.


Σπάσ' τα όλα, Τόμας!


                                                                                                            Μαραμπού

"Ο άγνωστος Τόμας Μπέρνχαρντ", Τ. Μπέρνχαρντ, Ε. Γέλινεκ, Μ. Ρ. Ρανίτσκι, Α. Μίλλερ, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν,Μπότο Στράους, κ.ά., μετ. Θεόδωρος Λουπασάκης, εκδ. Νάρκισσος, 2005, 395 σελ.

14/7/15

«Για να μη χάνεσαι στην γειτονιά», Patrick Modiano



Κάπως υποτονικό το «Για να μη χάνεσαι στην γειτονιά» του Πατρίκ Μοντιανό, με υποτυπώδη υπόθεση και αραιή δράση. Μια καταβύθιση στην μνήμη, ένα ταξίδι εσωτερικό με ελάχιστη εξωτερική πλοκή, όπου στην ουσία τίποτα δεν λέγεται κι όλα υπονοούνται. Θυμίζει λιγάκι ταινία του Ταρκόφσκι το σκηνικό, μαύρο, αργό, ατμοσφαιρικό. Εκεί όμως που διαφέρει από τις ταινίες του μεγάλου Ρώσου είναι στην ένταση. Στον Μοντιανό τίποτα δεν κορυφώνεται, τίποτα δεν βράζει. Κι αν βράζει, είναι μόνον λίγο. 

Όταν το τηλέφωνο χτυπά, ο γέρος πια συγγραφέας Ζαν Νταραγκάν δεν θέλει καν να το σηκώσει. Τελικά το κάνει και μιλά με τον άγνωστό του Ζιλ Οττολινί που έχει βρει την ατζέντα του. Η συνάντησή τους και η αναφορά του Οττολινί σε ένα συγκεκριμένο όνομα θα φέρει πίσω αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία και μια ολόκληρη ιστορία απώθησης. 

Το βιβλίο χειρίζεται θέματα όπως η μνήμη, η απώλεια, η εγκατάλειψη, η αγάπη, με περισσή μαστοριά. Η ιστορία δεν μας δίδεται ούτε καν στο τέλος και ως ένα βαθμό αυτό δεν έχει σημασία. Πάντως, μια τόσο αποσπασματική εικόνα να δικαιολογούνταν ίσως από ένα κείμενο βαθύτερο. Έχω την αίσθηση πως το βιβλίο πάσχει γιατί δεν κάνει τίποτα από τα δύο εντελώς καλά. Δεν είναι ένα σύνολο θραυσμάτων που μας οδηγεί στην κάθαρση, και σίγουρα δεν είναι μια γραμμική ιστορία που φωτίζονται οι πτυχές της. 

Ιδιοσυγκρασιακά ο Μοντιανό δεν μου ταιριάζει, συμπαθώ τα κείμενα υψηλότερης θερμοκρασίας. Δεν μπορώ να παραβλέψω τις αρετές του. Φαντάζομαι όμως πως ποτέ δεν θα μπει σε κείνο το πάνθεον των αγαπημένων μου. 



«Για να μην χάνεσαι στην γειτονιά», Πατρίκ Μοντιανό, μετ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 196