29/10/14

"Διαβάστε προσεκτικά τις οδηγίες χρήσεως" του Μαραμπού

        


      Αυτή η προτροπή είναι χρήσιμη όταν θέλουμε να θέσουμε σε λειτουργία το καινούριο μας πλυντήριο ή όταν θέλουμε να συναρμολογήσουμε τα κομμάτια ενός μικρού δικινητήριου αεροπλάνου, μια περίοδο που μας κόλλησε ανεξήγητα και απροσδόκητα το μικρόβιο του μοντελισμού. Όμως, όταν οι οδηγίες χρήσεως αφορούν την ζωή, τότε ανακύπτουν κάτι μικροπροβλήματα με τάσεις γιγαντισμού και προδιαθέσεις γρίφου. Θα φτάσει μια ζωή για να διαβάσουμε τις οδηγίες χρήσεως; Θα είναι επαρκείς οι πληροφορίες έτσι ώστε να εξασφαλίσουν την εύρυθμη λειτουργία της ζωής; Αν αποδειχθούν βαρετές, όπως τόσες και τόσες οδηγίες χρήσεως, μπορούμε να τις παρακάμψουμε και να κάνουμε άμεση χρήση του αντικειμένου, που είναι πάντα το πιο διασκεδαστικό κομμάτι, με μεγάλο κίνδυνο όμως, λόγω της άγνοιάς μας να το καταστρέψουμε πριν καλά καλά μάθουμε να το χρησιμοποιούμε;


Ο Ζωρζ Περέκ τείνει να γίνει ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Σημαντικό μέλος του Ουλιπό (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας) που έδωσε νέα πνοή στην λογοτεχνία με τα σκαμπρόζικα λεκτικά παιχνίδια και την επιστράτευση του πάντα ετοιμοπόλεμου σαρκασμού. Οι “Ασκήσεις ύφους” του συνεμπνευστή του κινήματος Ραιμόν Κενώ, υπήρξαν αποκάλυψη για μένα και έκτοτε δεν παραλείπω να ασκούμαι εντατικά και αδιαλείπτως. Ο αγαπητός Καλβίνο πέρασε από εκεί και ένωσε τις δημιουργικές του ανάσες με τους υπόλοιπους. Μα, νομίζω εκείνος που φύσηξε με την περισσότερη δύναμη και με την καθαρότερη αναπνοή, ήταν ο Ζωρζ Περέκ, ο οποίος πέθανε μόλις στα 45 του χρόνια, πιθανόν εξαιτίας των κατεστραμμένων από το τσιγάρο πνευμόνων του!

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, υπάρχουν δέκα μικρά αποσπάσματα κριτικών, όπου τέσσερις εξ αυτών κάνουν σαφή αναφορά στον Τζόυς και σύγκριση με τα σπουδαιότερα έργα του. 40% τοις εκατό, δεν είναι αμελητέο ποσοστό για έναν αναγνώστη που ίσως έχει ήδη ασχοληθεί με τον Τζόυς και τα δύσκολα κείμενά του και γι' αυτό διστάζει να καταπιαστεί με έναν ακόμα συγγραφέα που (λένε!) ότι ομοιάζει τόσο πολύ στο αρχέτυπο. Ακόμα δεν έχω βγάλει άκρη, οι αναφορές στον Τζόυς λειτουργούν προτρεπτικά, ανασταλτικά, ή είναι απλώς μια κακή συνήθεια που δύσκολα κόβεται; Για μένα σίγουρα λειτουργούν προτρεπτικά, παρόλ' αυτά πιστεύω ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια κακή συνήθεια που ευνοεί τους πάντες εκτός από τη φήμη του Τζόυς!  Ξεπεράστε το και αρχίστε την ανάγνωση. Δεν μοιάζει με κείμενα του Τζόυς, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που σας έρχεται πρώτος στο μυαλό όταν διαβάζετε το οπισθόφυλλο – βαρεμάρα, ακατανοησία, εγκεφαλικός θάνατος!

Η ιδέα είναι απλή, όπως άλλωστε και όλες οι ιδέες των Ουλιπογράφων. Το πρώτο που σε εντυπωσιάζει όταν διαβάζεις κείμενά τους είναι η απλότητα των ιδεών, μα κοίτα πόσο απλό ήταν, πώς δεν το σκέφτηκα εγώ, τι στο διάολο σκέφτομαι όλη μέρα! Νιώθεις ηλίθιος και όταν μάλιστα, δεις τον εκπληκτικό τρόπο εκτέλεσης της ιδέας, μένεις και μαλάκας! Σε αυτό το εκπληκτικό βιβλίο ο Ζωρζ Περέκ κρυφοκοιτάζει τις ζωές των ενοίκων μιας παρισινής πολυκατοικίας. Τους παλιούς και τους νέους, τις κρυφές και φανερές ιστορίες που περιφέρουν σαν αποσκευές από εδώ και από κει, τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ τους.
Το βιβλίο του Περέκ είναι η χαρά του αρχειονόμου/ βιβλιοθηκονόμου! Καθώς και ο ίδιος εξάσκησε για μεγάλο διάστημα της ζωής του το επάγγελμα αυτό, γνωρίζει καλά την γοητεία που κρύβει και την λεπτοδουλειά που απαιτεί. Παράλληλα με την αρχειοθέτηση και ταξινόμηση των συναισθημάτων των ηρώων του, που ένας καλός συγγραφέας πρέπει να γνωρίζει πώς να διαχειρίζεται, ο Περέκ, καταγράφει και έναν απίστευτο όγκο πληροφοριών και αντικειμένων στο βιβλίο του και ο λόγος επ' ουδενί δεν εξαντλείται στην άσκοπη και ανώφελη επίδειξη γνώσεων. Πάνω στα αντικείμενα αντανακλάται η ζωή του κατόχου τους, όταν ένας οικείος άνθρωπος πεθαίνει αυτή η αίσθηση γίνεται πολύ έντονη. Οι αναμνήσεις του νεκρού επιβαρύνουν αποκλειστικά τον συγγενή, όμως το αντικείμενο έχει ήδη εμποτιστεί με ζωή, έτσι ώστε όταν περάσει σε νέο κάτοχο, φυσικά δεν θα μπορέσει να του μεταδώσει τις αναμνήσεις του παλιού κατόχου, αλλά θα του προσφέρει μια υποψία ζωντάνιας, μια αίσθηση οικειότητας. Όσοι τυχαίνει και έχετε μια παλιά γραφομηχανή στο σπίτι, το αντιλαμβάνεστε αυτό. Βέβαια, αναφέρομαι στα παλιά αντικείμενα που είχαν ένα προσδόκιμο ζωής μεγαλύτερο από εκείνο του ανθρώπου, τώρα πια, τα περισσότερα αντικείμενα δεν ξεπερνούν το προσδόκιμο ζωής μιας μύγας!

Ο Περέκ λοιπόν, προχωρά σε μια εξαντλητική καταγραφή αυτών των αντικειμένων, βοηθώντας τον αναγνώστη να ανασυνθέσει με παραστατικό τρόπο την ζωή των ηρώων. Το εύρημα αυτό στον σημερινό αναγνώστη δεν μοιάζει καινοφανές, όταν όμως γίνεται σε τόσο ευρεία κλίμακα και τόσο μεγάλη έκταση τότε είναι πραγματικά αξιοσημείωτο. Περιγράφονται πίνακες μέσα σε πίνακες, βιβλία με ένα μέρος της ιστορίας τους, σκακιστικές παρτίδες με τις κινήσεις τους, μισολυμένα σταυρόλεξα, αναπαραστάσεις πάνω σε μινιατούρες, και αντικείμενα, αντικείμενα, πολλά αντικείμενα!

Το πρώτο μέρος του βιβλίου (οι εκατό πρώτες σελίδες περίπου) ίσως ξενίσει τον αναγνώστη, ίσως ακόμα και να τον κουράσει, όμως όπως κάθε σπουδαίο βιβλίο, πρέπει να σιγουρευτεί ότι έχει απέναντί του έναν ανάλογο αναγνώστη που θα μπορέσει να τον ανταμείψει στην συνέχεια για την υπομονή του! Στην πορεία οι ιστορίες των ηρώων μεγαλώνουν και εμπλουτίζονται και συναρπάζουν. Κοινό στοιχείο όλων των ιστοριών είναι μια πικρία που έχουν οι καταλήξεις τους, χωρίς όμως ο αναγνώστης τους να νιώθει βαρύθυμα διαβάζοντάς τες. Λες και ο συγγραφέας, που αρεσκόταν σε ευφάνταστες επινοήσεις, να ήθελε να αποδείξει αυτό που λέγεται συνήθως για την ζωή, ότι δηλαδή είναι γλυκόπικρη, επιλέγοντας να εγχύσει όλη την πίκρα στους ήρωές του και όλη την γλύκα στους αναγνώστες!

Είναι πολύ δύσκολο να απομονώσεις ένα απόσπασμα από αυτό το βιβλίο. Όσοι το έχουν διαβάσει ή πρόκειται να το διαβάσουν καταλαβαίνουν/ θα καταλάβουν τον λόγο, όσοι πάλι δεν έχουν σκοπό να το διαβάσουν δεν αξίζει και να μάθουν! Το μονό απόσπασμα που μπορεί κάποιος να επιλέξει (το οποίο χρησιμοποιεί και ο συγγραφέας ως προοίμιο αλλά θα το συναντήσεις ξανά και στο κυρίως σώμα του βιβλίου) είναι το παρακάτω, το οποίο συμπυκνώνει την ουσία όλου του βιβλίου, το ανάπτυγμα του οποίου θα θαυμάσεις σε σχεδόν 600 πυκνογραμμένες σελίδες λογοτεχνικής ομορφιάς!


(...) το στοιχείο δεν προϋπάρχει του συνόλου, δεν είναι μήτε προγενέστερο μήτε μεταγενέστερο, δεν είναι τα στοιχεία που καθορίζουν το σύνολο, αλλά το σύνολο που καθορίζει τα στοιχεία: η γνώση του όλου και των νόμων του, του συνόλου και της δομής του, δεν μπορεί να συναχθεί από τη γνώση των επιμέρους στοιχείων που το απαρτίζουν: αυτό σημαίνει πως μπορεί κανείς να κοιτάζει ένα κομμάτι παζλ επί τρεις μέρες και να νομίζει πως ξέρει τα πάντα για το σχήμα και το χρώμα του, χωρίς να έχει την παραμικρή πρόοδο: το μόνο που μετράει είναι η δυνατότητα σύνδεσης αυτού του κομματιού με άλλα κομμάτια (...)τα δυο θαυμαστά ενωμένα κομμάτια έχουν γίνει τώρα ένα, το οποίο με τη σειρά του, είναι μια νέα πηγή λαθών, δισταγμών, σύγχυσης και αναμονής.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι πολλοί, όμως ο βασικός ήρωας, χωρίς να αξιώνει περισσότερη προβολή από τους υπόλοιπους, φαίνεται να είναι ο Μπάρτελμπουθ, όπου η ενασχόλησή του με τα παζλ προσφέρει μια εσωτερική συνεκτικότητα στο βιβλίο. Ο Μπάρτελμπουθ μου θύμισε (και μόνο σε αυτό το σημείο!) τον Ταιρόν Σλόθροπ από το “Ουράνιο τόξο της βαρύτητας” του Τόμας Πύντσον, όπου και εκεί έκλινες προς την αναγόρευσή του ως βασικού ήρωα ενώ τον έχανες από μπροστά σου για σελίδες επί σελίδων, χωρίς όμως να χάνεις και την βεβαιότητά σου ότι θα τον ξαναβρείς στην πορεία!

Το βιβλίο είναι σαφέστατα μυθιστόρημα(τα), όπως μας πληροφορεί η σελίδα τίτλου, όμως εκείνη η άκομψη παρενθετική πλεονεξία, σε κεντρίζει από την αρχή. Τι σημαίνει μυθιστόρημα(τα), πολλή σιγουριά στον εαυτό του δείχνει, ίσως στο τέλος να αποδειχθεί ότι δεν ήταν καν μυθιστόρημα! Πορεύεσαι με αυτή την αμφιβολία μέχρι το βιβλίο σιγά σιγά να την εξαλείψει εντελώς και στην θέση της να εγκαθιδρύσει μια βεβαιότητα, ότι ναι, διάβασες μυθιστορήματα, δίχως παρενθέσεις, πολλά συναρπαστικά μυθιστορήματα!

Η δουλειά του μεταφραστή μού φέρνει στο νου ένα ρητό που λέγεται συνήθως για τους διαιτητές στο ποδόσφαιρο: όσο πιο απαρατήρητος περνά ο διαιτητής τόσο πιο καλό αγώνα παρακολουθείς. Ο διαιτητής, αν γίνει για λίγο πρωταγωνιστής του αγώνα, τότε θα γίνει σίγουρα για τους λάθος λόγους. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης λοιπόν, περνά απαρατήρητος, κάνει αθόρυβα τη δουλειά του, ελέγχει ικανοποιητικά τη ροή του λόγου του Περέκ, φαίνεται να γνωρίζει σε βάθος τις χιλιάδες αναφορές του συγγραφέα που θα γέμιζαν άνετα ένα μικρό λεξικό και γενικά, δεν υποκύπτει σε κάποιο οφθαλμοφανές παράπτωμα που θα μπορούσε να επισύρει πειθαρχική ποινή ενός ανώτατου εκδοτικού “δικαστηρίου”, αλλά ούτε και δημιουργεί μικροεντάσεις και αναθέματα στη μερίδα των παθιασμένων θεατών-αναγνωστών. Αν, τώρα, αναρωτιέστε για την έκβαση του αγώνα, το αποτέλεσμα είναι καθαρά υπέρ του αναγνώστη. Νίκη! 

"Ζωή.Οδηγίες χρήσεως", Ζώρζ Πέρεκ, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ύψιλον, 1991, σελ. 620


                                                                                                     Μαραμπού






27/10/14

"Ιερουσαλήμ", Gonçalo M. Tavares



Βιβλίο που απαιτεί την προσοχή σου όσο το διαβάζεις και δυσκολεύει την ταύτιση με τους ήρωες του, η «Ιερουσαλήμ», είναι ένα γενναίο μυθιστόρημα. Ο Ταβάρες έγραψε αυτό το κείμενο μόλις στα 35 του χρόνια, τόλμησε να αποδομήσει τον χρόνο, τον χώρο, τους χαρακτήρες, να στηριχτεί σε ήρωες απεχθείς, να γράψει συμβολικά, να ασχοληθεί με την τρέλα και την φρίκη των ομαδικών βασανιστηρίων και με κάποιο μαγικό τρόπο να μπλέξει το ένα με το άλλο, το πρώτο πολύ προσωπικό και το δεύτερο προσωπικό και συλλογικό μαζί.

Ο Τεοντόρ Μπούσμπεκ είναι ένας ψυχίατρος με σοβαρό ερευνητικό έργο που παντρεύεται μια νεαρή ψυχασθενή του, την Μύλια. Κάποια χρόνια μετά η Μύλια βρίσκεται σε ένα πανάκριβο άσυλο, εντελώς εκτός καταλογισμού, κάνει έρωτα με έναν άλλο τρελό, τον Έρνστ και μένει έγκυος. Ο Τέοντορ την κλείνει στην απομόνωση, κάνει αίτηση διαζυγίου και κρατά το παιδί να το μεγαλώσει αυτός. Ο παιδί, ο Κάας, είναι ανάπηρο.

Ένα βράδυ δώδεκα χρόνια μετά, η Μύλια, ο Έρνστ, ο Τέοντορ, ο Κάας, μια πόρνη η Χάνα, και ο οπλισμένος νταβατζής της Χίνερκ, θα βρεθούν όλοι στους ίδιους δρόμους. Για να αποδώσουν δικαιοσύνη;, Να ασκήσουν βία; Ή απλά να ζήσουν. Και να πεθάνουν.

Η αποσπασματικότητα κάνει την φρίκη λιγότερο χειροπιαστή. Από την άλλη σε αφήνει να ψυχανεμιστείς μόνο ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, σε βυθίζει σε μια ονειρική ατμόσφαιρα, από όπου μπορείς κάλλιστα να αποσυνδεθείς. Όμως δεν μπορείς. Γιατί αναγκαστικά πρέπει να πάρεις θέση.

Η έρευνα του Τέοντορ πάνω στα κρεματόρια, την ψυχολογία του πλήθους, την σχέση με την ανεργία και τα θεία, περιπλέκει την πλοκή, την κάνει βασανιστική.

«Σε οποιοδήποτε μέρος και οποιαδήποτε στιγμή μπορείς να ακούσεις την κραυγή: Βασανιστήριο. Σε καλούν.
Μπορεί να σε προορίζουν για να βασανίσεις ή να βασανιστείς. Δεν είναι απαραίτητο να έσφαλες. Μπορεί να σε επιλέξουν τυχαία για να υποφέρεις.
Όταν σου λένε: Βασανιστήριο, δεν ξέρεις αν σε καλούν για να βασανίσεις ή να βασανιστείς.»

Το κείμενο θέτει ερωτήματα για την ανθρώπινη ψυχή, την Ιστορία και την Ιατρική. Και μετά για την τρέλα, τον χειρισμό της από τους ψυχιάτρους, τις χαμένες ζωές. Για τον εγκλεισμό. Για το ποιοι πρέπει να είναι έγκλειστοι και ποιοι όχι. Για την πατρότητα και την συντροφικότητα με έναν τρόπο αλλόκοτο. Δεν σε αφήνει ποτέ να πιστέψεις πως ξέρεις ποιος ή τι θα μιλά στο επόμενο κεφάλαιο. Αν με ρωτήσεις αν απόλαυσα την «Ιερουσαλήμ» θα απαντήσω κατηγορηματικά «Όχι». Κι αυτό είναι το μεγαλύτερό της λογοτεχνικό πλεονέκτημα.



«Ιερουσαλήμ», Γκονσάλο Μ. Ταβάρες, μετ. Αθηνά Ψύλλια, εκδ. Καστανιώτη, 2011, σελ. 179


25/10/14

Διαβάζοντας@amagi Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014, με καλεσμένο τον Νέστορα Πουλάκο

Αύριο Κυριακή 26/10/2014 στην εκπομπή Διαβάζοντας@amagi στις 2μ.μ. θα έχουμε καλεσμένο τον Νέστορα Πουλάκο, συγγραφέα, (συν)εκδότη του περιοδικού Βακχικόν, συνιδιοκτήτη των εκδόσεων www.vakxikon.gr, του ομώνυμου βιβλιοπωλείου και ραδιοφωνικού σταθμού (έχει και δυο τρεις ακόμα ιδιότητες που θα σας τις αποκαλύψουμε on air  )
Συντονιστείτε www.amagiradio.com





Υ.Γ. 42 Θα κληρώσουμε 2 αντίτυπα της ποιητικής συλλογής Anima της Μαρίας Κατσοπούλου, ευγενική προσφορά των εκδόσεων www.vakxikon.gr



24/10/14

'The Truth is a Cave in the Black Mountains", Neil Gaiman του Παναγιώτη Κροκιδά





Ο Neil Gaiman είναι ένας σπουδαίος παραμυθάς. Με την ευρεία έννοια του όρου – πολυπράγμων, έχει ασχοληθεί με πάμπολλες φόρμες της μυθοπλασίας, από μυθιστορήματα και εφηβικές βιβλία, μέχρι παραμύθια, εικονογραφημένες νουβέλες και φυσικά τα κόμικς στα οποία έχει μια ξεχωριστή, μυθική σχεδόν παρουσία. Έχει το άγγιγμα του Μίδα. Καταφέρνει να πλάθει μύθους, να αναπλάθει παλιούς, διατηρώντας ένα μεγάλο εκδοτικό και παραγωγικό ρυθμό, δίχως να απογοητεύει τους αναγνώστες του, ενώ κερδίζει συνεχώς καινούριους.

Το The Truth is a Cave in the Black Mountains είναι μια ιστορία η οποία γράφτηκε για να παρουσιαστεί συνοδεία εικόνων και μουσικής σε ένα φεστιβάλ, στην Όπερα του Σύδνευ. Η ίδια ιστορία τώρα εκδίδεται, μαζί με τα σχέδιά της σε έναν τόμο. Σύντομη, απλή, μα πανέμορφη, σκοτεινή, κρυπτική και παραμυθένια, όπως μόνο ο Γκείμαν ξέρει να γράφει. Στα Σκοτσέζικα χάιλαντς, ένα άντρας μαζί με έναν ντόπιο οδηγό, σε αναζήτηση ενός μυθικού θησαυρού, σε μια σπηλιά στα βουνά. Ο ζόφος των ομιχλιασμένων τοπίων και η ανάβασή εναρμονίζονται με την καταβύθιση στα σκοτεινά ένστικτα της ψυχής των δύο αντρών, του παρελθόντος και των όμορφων πραγμάτων που κάποιοι αδυνατούν πια να ονειρευτούν.



Η διήγηση συνοδεύεται από τις όμορφες εικόνες του Eddie Cambell, που συγκρατημένα χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές - μικρά κάδρα, μεγάλες εικόνες, ένθετοι διάλογοι σε κόμικς παράθυρα και ενίοτε μοντάζ σκίτσων με φωτογραφία, καθώς και από ηχογραφημένα μέρη από τον ίδιο τον Neil Gaiman. Δυστυχώς, η έκδοση του βιβλίου στο Amazon για τα android τάμπλετ δεν στηρίζει τα ηχητικά αρχεία του βιβλίου -άγνωστο γιατί-, οπότε δεν έχω άποψη. Αν έχετε, όμως, το τάμπλετ της Άμαζον ή ipad, θα μπορείτε να έχετε μια ολοκληρωμένη εμπειρία, καθώς ο Gaiman είναι ένας εκπληκτικός αφηγητής (ακούστε τον να διαβάζει στο youtube).




Βέβαια, ο Gaiman είναι η κότα με τα χρυσά αυγά. Η βιομηχανία τον γράπωσε και εκμεταλλεύεται την χαρισματική του πένα. Πέραν ενός παιδικού παραμυθιού που εκδόθηκε πρόσφατα (Ευτυχώς ο μπαμπάς έφερε το γάλα), ήδη ετοιμάζεται η κυκλοφορία μια διασκευής του στο σκοτεινό μύθο του Χάνσελ και Γκρέτελ, καθώς και μια ιστορία που εφορμά από έναν συνδυασμό της ωραίας κοιμωμένης και την Χιονάτης (με καταπληκτικά σχέδια), για να πει μια σκοτεινή ιστορία, και έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις για τον υφέρπον σεξουαλισμό της. Μα ό,τι κάνει, το κάνει με σεβασμό στους αναγνώστες, αγάπη στην τέχνη της αφήγησης και ένα ταλέντο σπάνιο. Και τούτο εδώ το βιβλίο είναι μια γευστική καραμέλα για όσους αναζητούν λίγο ακόμα από την μαγεία του, μεταξύ των πιο εκτενών δουλειών του.

Πόσοι συγγραφείς μας δίνουν αυτοί τη χαρά;


                                                                                                    Παναγιώτης Κροκιδάς





22/10/14

"Η Κασσάνδρα και ο Λύκος", Μαργαρίτα Καραπάνου



Τρομακτικά όμορφο, απίστευτα διεστραμμένο, αναντίρρητα μακάβριο, μια ιδέα αποπνιχτικό, εντελώς τρελό και μοχθηρό. Ένα σίχαμα, μια ελεγεία, ένα ανάγνωσμα εθιστικό. Και εμετικό. Όλα αυτά κι άλλα τόσα είναι «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Μαργαρίτας Καραπάνου. Μια ωδή στο παράλογο, ένα ποίημα από κείνα με τον πόνο. Και το χειρότερο από όλα- ή το καλύτερο- είναι η αφιέρωση : «Στην μητέρα μου, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, με αγάπη».

Η Κασσάνδρα είναι ένα τετράχρονο κοριτσάκι, είναι έφηβη, είναι γυναίκα, είναι ανήλικη ερωμένη ενός τραβεστί μπάτλερ, είναι ένα κορίτσι που ζει μες στα χρυσάφια απέναντι από το Μπάκινγκχαμ, μια κοπελούδα που η μάνα της ζει στο Παρίσι κι έχει φίλο τον Ιονέσκο. Είναι κακό και εκδικητικό παιδάκι, που σκοτώνει και σκοτώνεται, που βιάζει και βιάζεται, που δεν μιλά κι όλο φτιάχνει τις πιο φριχτές ιστορίες. Είναι ενήλικη και την κλείνουν στο τρελάδικο.

Μια μέρα, η μαμά μου, η Κασσάνδρα, μου έφερε μια ωραία κούκλα για να μου την κάνει δώρο. Ήτανε μεγάλη και για μαλλιά είχε κίτρινους σπάγκους.
Την κοίμισα στο κουτί της, αφού πρώτα της έκοψα τα πόδια και τα χέρια για να χωράει.
Αργότερα της έκοψα και το κεφάλι για να μην είναι βαριά. Τώρα την αγαπώ πολύ.

Η βιαιότητα της παιδικής ηλικίας, η ανεξήγητη- ή και εξηγημένη- βαρβαρότητα περνούν από αυτές τις σελίδες, και στην αδυναμία για επεξήγηση κρύβεται η γοητεία του. Η Καραπάνου λέει αυτά που κάποτε θα θέλαμε να πούμε  για τους εαυτούς μας αλλά ποτέ δεν θα τολμούσαμε. Καταβυθίζεται, στον εφιάλτη, γιατρεύει και γιατρεύεται, πεθαίνει και σκοτώνει. Ανελέητα.

«Έλα να δούμε το βιβλίο με τις εικόνες».
Έτρεχα στο δωμάτιό του με το βιβλίο κάτω από τη μασχάλη και του το έδινα με τρυφερότητα.
Η πρώτη εικόνα είχε ένα λύκο που άνοιγε το στόμα και κατάπινε εφτά ζουμερά γουρουνάκια.
Το λύκο λυπόμουνα συνήθως. Πως θα τα καταπιεί τόσα γουρουνάκια μονομιάς; Πάντα του το έλεγα και τον ρωτούσα.
Έβαζε τότε το τριχωτό του χέρι μέσα στο άσπρο βρακάκι μου και με άγγιζε. Δεν αισθανόμουν τίποτε παρά μια ζέστη. Το δάχτυλο του πήγαινε κι ερχόταν κι εγώ κοιτούσα το λύκο. Λαχάνιαζε και ίδρωνε. Δεν με πείραζε πολύ.
Τώρα όταν με χαϊδεύουν, πάντα σκέπτομαι τον λύκο και τον λυπάμαι.


Θέλει κότσια για να αναμετρηθείς με την Καραπάνου. Θέλει τα μάτια της ψυχής ανοιχτά, και το σώμα έτοιμο να δεχτεί την αλήθειά της. Να είσαι προετοιμασμένος να κουλουριαστείς, αλλά να μην κλάψεις. Κατάδυση; Στην ευαισθησία και την αγριότητα, αξεδιάλυτες η μια από την άλλη, χωρίς φιόγκους και φιοριτούρες. Δίχως καν θλίψη. Μονάχα με την ατελείωτη αίσθηση πως βιβλίο σαν κι αυτό δεν θα ξανάβρεις.   


«Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», Μαργαρίτα Καραπάνου, εκδ. Καστανιώτη, 1997, σελ.188