3/12/21

"Η θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος

 




Μοιάζει και δεν μοιάζει με το -εκπληκτικό- Μαύρο νερό, Η Θάλασσα. Πρόκειται πάλι για μια νουβέλα με οικολογικές ανησυχίες και μελλοντολογικό φόντο, όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την αντίφαση της εποχής: η τεχνολογική πρόοδος κοντράρεται με τη φύση και η φύση χάνει, όμως τελικά κερδίζει ο άνθρωπος.

Κεντρική πρωταγωνίστρια μια κοπέλα που επιζεί. Επιζεί όταν λιώνουν οι πάγοι και τα πάντα καλύπτονται από το νερό. Επιζεί χάρη μιας τυχαίας μετάλλαξης στο DNA της που τη γλιτώνει από τον θανατηφόρο ιό που αποκαλύπτουν οι λιωμένοι πάγοι και σκοτώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της γης (μαζί και όλους όσους αγαπά). Και τελικά επιζεί από τη θλίψη και τη νοσταλγία. 

Η νουβέλα είναι γραμμένη σε τρεις διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους. Ο πρώτος όταν το κορίτσι, στα δέκα του, καταλαβαίνει για πρώτη φορά την αλλαγή στο κλίμα και βλέπει μαζί με την οικογένειά της τους πάγους να λιώνουν. Ο δεύτερος όσο η κοπέλα ζει στην Υπόγεια πόλη, εκεί που μαζεύτηκαν όσοι τυχαία έζησαν. Και τέλος όταν μαζί με τη σύντροφό της ξαναγυρνά στην κατεστραμμένη επιφάνεια της γης.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πυκνό κείμενο, γεμάτο εικόνες σχεδόν κινηματογραφικές. Η πρώτη σκηνή, με τη μητέρα που καθαρίζει ροδάκινα προσέχοντας να μη μείνει ούτε κομματάκι από τη σάρκα του φρούτου στη φλούδα, είναι σχεδόν ταρκοφσκική. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει βρει τη φωνή του, συνδυάζει την εξαιρετική πάντοτε χρήση της γλώσσας, με ιστορίες που πηγάζουν από το βίωμα κι από τα διαβάσματά του, από ό,τι του δημιουργεί ατόφιο συναίσθημα. Καταφέρνει έτσι να χρησιμοποιήσει το αγαπημένο του είδος για να φτιάξει κάτι νέο, πέρα από αυτό. Γιατί τόσο το Μαύρο νερό, όσο κι η Θάλασσα, αν και έχουν πατήματα στην επιστημονική φαντασία, δεν ανήκουν εκεί. Για να ακριβολογούμε μοιάζει να επεκτείνουν το genre, να το αποδομούν. Τα δύο βιβλία, μαζί με τον «Άρη», το διαλογικό βιβλίο που έγραψε με την ποιήτρια Ελένη Κοφτερού, φτιάχνουν μια άτυπη δυστοπική τριλογία. Και ταυτόχρονα είναι σαν να ξεχνούν όλους τους πολύ περιοριστικούς κανόνες∙ της δυστοπίας και της τριλογίας.

Αυτή που ξεχωρίζει στο βιβλίο είναι η θάλασσα. Η ηρωίδα δεν την έχει δει ποτέ και την ονειρεύεται. Από τη θάλασσα ήρθε η καταστροφή, αλλά κι από τη θάλασσα συντηρείται η μνήμη. Στην τελευταία σκηνή όλα μοιάζουν σα να βγήκαν από το Στάλκερ. Ο χρόνος και ο τόπος πρωταγωνιστούν. Αυτό ενώνει όλα τα βιβλία του Μακρόπουλου κι όχι μόνο αυτά τα τρία, ο τόπος, ο χρόνος, η αχρονία.

Η Θάλασσα είναι μια μικρή νουβέλα, στα όρια ενός εκτεταμένου διηγήματος ίσως. Πιθανότατα ο αδηφάγος αναγνώστης να τελειώσει το κείμενο χωρίς να σταματήσει, μέσα σε μία δύο ώρες, κι έπειτα να μην το ξαναδιαβάσει. Αυτό χαρίζει στην ανάγνωση ενότητα και δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα ξεχαστεί. Το κύριο όμως είναι πως αν το ξαναδιαβάσεις, κάθε φορά οι εικόνες θα εκρήγνυνται στο μυαλό σου με διαφορετικό τρόπο, δημιουργώντας νέα σύμπαντα.



                             Κατερίνα Μαλακατέ


Υ.Γ. 42 Εγώ πάντως το ξαναδιάβασα καπάκι, μόλις το τελείωσα. 


"Θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Κίχλη, 2020, σ.73



26/11/21

Utopia Avenue, David Mitchell

 




To Utopia Avenue είναι το όγδοο μυθιστόρημα του David Mitchell (ένατο αν προσμετρήσει κανείς κι εκείνο που μπήκε στο μπαούλο του χρόνου και θα βγει το 2114 και μάλλον δεν θα το διαβάσουμε). Για μένα είναι το τέταρτο, μετά το Cloud Atlas, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ και τα Κοκάλινα Ρολόγια.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα (οι αμερικάνοι συγγραφείς που ασχολούνται με τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 σπανίως δεν έχουν κι από ένα τέτοιο) όμως ταυτόχρονα δεν πρόκειται μόνο για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα. Ο Μίτσελ, κατά την προσφιλή του συνήθεια, μετενσαρκώνει τους χαρακτήρες του από βιβλίο σε βιβλίο, σχεδόν όλοι έχουν υπάρξει κι αλλού, είτε με αυτή τη μορφή, είτε με αυτό το φύλο, είτε μόνο με αυτό το όνομα. Έτσι και το Utopia Avenue εντάσσεται σε αυτό το μέτα-μυθιστόρημα που διαρθρώνεται σιγά σιγά αν βάλεις όλα μαζί τα μυθιστορήματά του —κάπως σαν να φτιάχνει την Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ, ή τη Γιοναπατόφα του Φώκνερ (όχι δεν συγκρίνω τον Μπαλζάκ ή τον Φώκνερ με τον Μίτσελ, δεν ξεμωράθηκα τώρα στα γεράματα). Μόνο που εδώ έχουμε μια διαφορά από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του Μίτσελ, από τις σελίδες αυτού του βιβλίου παρελαύνουν και τα περισσότερα μουσικά αστέρια της εποχής, τα πραγματικά, με σάρκα και οστά, λέγοντας κοινοτοπίες ή κάνοντας έναν μπάφο.

Το βιβλίο ξεκινά με τη δημιουργία ενός φανταστικού (κυριολεκτικά) μουσικού συγκροτήματος που το συστήνει ο μάνατζερ Λέβον Φράκλαντ (κάτι θα θυμίσει αυτός σε όσους έχουν διαβάσει τα Κοκάλινα Ρολόγια). Ο Λέβον είναι ίσως ο μόνος μάνατζερ μουσικής στην ιστορία που έχει καλές προθέσεις. Μαζεύει τέσσερις ετερόκλητους μα φοβερούς μουσικούς, για να δημιουργήσει μια μπάντα που θα περάσει από την αφραγκιά και την αφάνεια στην κορυφή.

Ο Ντιν είναι μπασίστας, προέρχεται από μια δυσλειτουργική οικογένεια της εργατικής τάξης, κι όταν τον στρατολογεί ο Λέβον κυριολεκτικά δεν έχει να φάει και πού να περάσει την επόμενη νύχτα. Τα τραγούδια του είναι ξεσηκωτικά και γκαζιάρικα. Η Έλφ είναι τραγουδίστρια της φολκ, την έχει μόλις παρατήσει ο έρωτας της ζωής της, με τον οποίο τραγουδούσαν ντουέτο. Είναι φοβερή πληκτρού, ξέρει μουσική όσο όλοι οι άλλοι, και φτιάχνει συναισθηματικά, βιωματικά τραγούδια. Ο Γιάσπερ ντε Ζουτ (αυτός πάλι μήπως σας θυμίζει κάτι;) είναι ένας περίεργος τύπος που ακούει φωνές, νόθος γιος μιας Αγγλίδας κι ενός Ολλανδού μεγιστάνα, ο καλύτερος κιθαρίστας που υπάρχει αν και εμπειρικός.Φτιάχνει ψυχεδελικά έπη διάρκειας δώδεκα λεπτών. Και ο Γκριφ κρατάει τον ρυθμό, και της μπάντας, και του βιβλίου, είναι ένας κουλ ντράμερ.

Οι πέντε τους δεν διαπράττουν ύβρι, όπως συνήθως τα συγκροτήματα αυτά, δεν είναι αδίστακτοι, δεν πατάνε επί πτωμάτων, ούτε έχουν ψευδαισθήσεις για το τι θέλουν. Θέλουν να γράφουν αξιοπρεπώς μουσική, να ξεπεράσουν τα φρικτά καταγώγια στα οποία παίζουν μπροστά σε μεθυσμένους και φτιαγμένους και να μπουν στα τοπ τεν και στην τηλεόραση, να τους ξέρει ο κόσμος. Ο Ντιν χρειάζεται και τα λεφτά, γιατί δεν είναι και το καλύτερο αγόρι. Η Ελφ πρέπει να απαντά συνεχώς στην ερώτηση «γιατί μια μπάντα να έχει στις τάξεις της ένα κορίτσι, που φανερά δεν κάνει για γλάστρα». Ειδικά στις τηλεοπτικές εκπομπές, αυτό που μοιάζει τώρα αυτονόητο στην Αμερική, πως δεν κάνουμε σεξιστικές ερωτήσεις, της συμβαίνει συνέχεια. Ο Γιάσπερ έχει τη δυσκολότερη πίστα από όλους, παλεύει με την ψυχική ασθένεια και τη φαντασία, δίνει έναν αγώνα που μοιάζει εντελώς άνισος. 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας. Βάζει θέματα σεξισμού, σεξουαλικού προσανατολισμού, ακουμπά το θέμα της τρέλας, που είναι ταμπού, Το βιβλίο όσο προχωρούν οι σελίδες γίνεται ένα απίστευτο κολάζ πραγματικότητας και φαντασίας, μια γιορτή της μουσικής και της λογοτεχνίας αλλά και της ποπ κουλτούρας του ‘60. Κανονικά εγώ δεν είμαι αναγνώστρια που ενθουσιάζεται με αυτή τη θεματολογία, τα διαβάζω και μετά τα ξεχνάω, η μουσική κουλτούρα της εποχής δεν ξυπνάει καμία ευαίσθητη ανάμνηση, ούτε νιώθω καμιά ανατριχίλα που ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ακόμα άσημος τότε. Όμως κανένας δεν διαβάζει τα βιβλία του Μίτσελ για την αφορμή, δηλαδή ποιο συγκεκριμένο είδος διάλεξε να χρησιμοποιήσει κάθε φορά. Η αιτία που διαβάζουμε Μίτσελ, είναι ο ίδιος ο Μίτσελ.

Αυτή είναι φοβερή συγγραφική κατάκτηση, πολύ λίγοι συγγραφείς γραπώνουν με ανάλογο τρόπο το κοινό τους —και τον τηλεφωνικό κατάλογο να απαριθμούσε, αυτό θα γινόταν με τόση ευχαρίστηση και χαρά και θα το διάβαζες με το ίδιο κέφι. Ο Μίτσελ είναι παραμυθάς, ένας έντεχνος παραμυθάς, ένας διαβασμένος παραμυθάς, ένας παραμυθάς που λατρεύει τις αφηγήσεις. Είναι ένας από μας, τα τζάνκι της λογοτεχνίας, μα ταυτόχρονα έχει το ταλέντο να λέει ιστορίες. Αποσπασματικά; Μεταμοντέρνα; Πηδώντας από genre σε genre; Βάζοντας μια μεταφυσική πινελιά σε κάθε βιβλίο; Ναι, με όλα αυτά, χωρίς κεντρικό θέμα, μπορεί να γράφει για την Ιαπωνία πέντε αιώνες πριν ή το διάστημα και να τον ακολουθείς.

Στην Ελλάδα λίγοι αναγνώστες έχουν κολλήσει τον ιό της Μιτσελίτιδας και για αυτό το εμβληματικό Cloud Atlas παραμένει εξαντλημένο. Έχω μια ελπίδα, να πάει τόσο καλά το Utopia Avenue που η Μαρία Ξυλούρη (η μεταφράστρια από τον Γιάκομπ ντε Ζουτ και δώθε, που τον λατρεύει πιο πολύ από όλους μας και του κεντάει την κάθε λέξη, ακόμα και την πιο βαριά βρισιά), να αναγκαστεί να μεταφράσει τα εξαντλημένα και τα αμετάφραστα. Μετά από κοινή λαϊκή απαίτηση.



                                 Κατερίνα Μαλακατέ



Utopia Avenue, David Mitchell, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.714 

17/11/21

"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος

 



Το πρώτο που κινεί την περιέργεια στο μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου είναι ο τίτλος, Μπλε Ήλιος. Ο ήλιος δεν είναι μπλε (ούτε και κίτρινος ή πορτοκαλί, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορια). Υπάρχει όμως μια στιγμή, περίπου ένα μισάωρο πριν την αυγή κι ένα τέταρτο μετά τη δύση, που η γωνία του φωτός είναι τέτοια που βάφονται τα πάντα μπλε. Είναι η ιδανική ώρα για φωτογραφίες κι ίσως για νέα ξεκινήματα. Μια ώρα μεταιχμιακή.

Σε αυτό το μεταίχμιο βρίσκονται οι ήρωες του μυθιστορήματος. Κεντρική η Μαριάννα, που αναλαμβάνει και βασική αφηγήτρια. Πρόκειται για μια γυναίκα μέσης ηλικίας, που έχει περάσει όλη της τη ζωή με έναν άντρα, τον Γεράσιμο. Τον παντρεύτηκε από προξενιό χωρίς να φέρει πολλές αντιρρήσεις, χωρίς έστω και λίγο να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Έζησαν μια ζωή συμβατική, εκείνος κουβαλητής, με σταθερή δουλειά, πάντα απόμακρος ακόμα κι από τα παιδιά. Αυτή στοργική, περιποιητική, σεμνή σύζυγος και μητέρα. Για το σεξ μάλλον δεν θα συζητήσουμε. Το οικοδόμημα καταρρέει, όταν καταρρεέι κι ο Γεράσιμος, παθαίνει εγκεφαλικό και βρίσκεται στο νοσοκομείο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει στα εξωτερικά ερεθίσματα. Κομβικό ρόλο στην πλοκή παίζει κι ένας νεότερος άντρας, ο Ιάσονας, ο συγγραφέας που βοηθά τον Γεράσιμο την ώρα του εγκεφαλικού και τον πηγαίνει για πρώτες βοήθειες.

Οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι αυτοί οι τρεις, εναλλάσσονται, με προεξάρχουσα τη γυναίκα, που τελικά τους συνδέει. Μιλάνε ξεκάθαρα και ειλικρινά για τη ζωή τους. Η Μαριάννα για μια πικρή σύμβαση που αποδέχτηκε κι έγινε όλος της ο κόσμος, για τις στιγμές που χάνονται δίχως στοργή. Μα κι ο Γεράσιμος, που δεν μπορεί πια να μιλήσει, που δεν μίλησε ποτέ κι άφηνε τα χρόνια να περνούν, τώρα στο νεκροκρέβατο, τώρα που είναι αργά, μιλάει κι αυτός για τη δική του εκδοχή της πραγματικότητα. Τέλος ο Ιάσονας, που είναι πιο ανοιχτό πνεύμα, ούτε κι αυτός όμως καταφέρνει να βρει νόημα στη ζωή ή να παραδοθεί στον έρωτα.

Ο Μπλέ Ήλιος πραγματεύεται τις ζωές όλων μας, τους συμβιβασμούς και τις συνεχείς ήττες, το πόσο απέχει αυτό που ζούμε και αυτό που είμαστε, από τα νεανικά μας όνειρα. Και μιλά για την αγάπη, που παραδόξως δεν λείπει ακόμα κι από τον γάμο των πρωταγωνιστών. Οι ζωές των ηρώων δεν είναι κενές στοργής και συναισθήματος. Αυτό που λείπει είναι η λάμψη της μυθολογίας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το κεντρικό ζευγάρι θυμόταν κάποτε πως ήταν ερωτευμένο, κι όχι εγκλωβισμένο σε έναν γάμο που κανόνισαν άλλοι. Το μυθιστόρημα μιλά και για δεύτερες ευκαιρίες. Μπορεί κανείς να τις αρπάξει; Αν αυτά που έζησες χρόνια ολόκληρα, τώρα σε βαραίνουν και δεν ξέρεις πώς να ανασάνεις. Αν έχει πια σημασία να αποδεχτείς τα αισθήματά σου, όταν κανείς δεν μπορεί να σε ακούσει πλέον κι εσύ δεν μπορείς να τα εκφράσεις.

Θεωρώ πως το μεγαλύτερο ρίσκο  ήταν η επιλογή της γυναίκας ως πρωταγωνίστριας. Εκείνης τη φωνή ακούμε ξεκάθαρα, η καταβύθιση αφορά τον δικό της ψυχισμό. Και σε αυτό ο συγγραφέας τα κατάφερε εξαιρετικά. Δύσκολα θα αποφύγει ο αναγνώστης την ταύτιση, το κείμενο σε βουτάει μέσα στην ηρωίδα, γίνεσαι ένα μαζί της. Πολλές φορές, αν και οι λεπτομέρειες αλλάζουν, νιώθει ο αναγνώστης πως ο ίδιος είναι εκεί με τη Μαριάννα στο προσκέφαλο του Γεράσιμου. 

Δεύτερο ρίσκο, ο Ιάσονας, ο συγγραφέας. Μια ιδιότυπη προσωπικότητα, μέσα κι έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις ταυτόχρονα. Λειτουργεί σαν αντιβαρο στη μικροαστική καθημερινότητα των άλλων δύο, όιμως δεν κατόρθώνει να κάνει την υπέρβαση. Μοιάζει να είναι το alter ego του ίδιου του Διονύση Μαρίνου μες στο μυθιστόρημα, αν κι εγώ πιστεύω πως αυτόν τον ρόλο τον επωμίζεται η Μαριάννα.

Η γραφή του Μαρίνου με τα χρόνια μεστώνει, έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη λυρικότητα (που τον διέκρινε πάντα) και τη λιτότητα. Αν και δεν πρόκειται για ένα βιβλίο δράσης -όλα συμβαίνουν εσωτερικά και υπόγεια, σχεδόν άρρητα-, δεν πλατειάζει ούτε φλυαρεί. Στον Μπλέ Ήλιο δεν περισσεύουν λέξεις, όμως περισσεύουν συναισθήματα - ο ίδιος ο υγγραφέας άλλωστε λέει πως πρόκειται για το πιο αυτοβιογραφικό του βιβλίο· κι αυτό είναι βασικό.


                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.261

10/11/21

"Neverhome", Laird Hunt






O αμερικανικός εμφύλιος μας έχει δώσει σπουδαία βιβλία, όπως η Στρατιά του Ντοκτόροου, και το πολύ αγαπημένο μου Μέρες δίχως τέλος του Σεμπάστιαν Μπάρυ. Στην Αμερική κυκλοφορούν δεκάδες μυθιστορήματα που αφορούν στο θέμα κάθε χρόνο. Παρ’ όλα αυτά ελάχιστα ασχολούνται με τις σχεδόν πεντακόσιες γυναίκες που πήγαν στον πόλεμο ντυμένες σαν άντρες και πολέμησαν ως στρατιώτες. Αυτό είναι το κεντρικό θέμα του Neverhome του Λερντ Χαντ και για αυτό το μυθιστόρημα ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα του είδους.

Η Κονστάνς πηγαίνει στον πόλεμο μασκαρεμένη ως Ας. Πίσω της αφήνει να φροντίζει τη φάρμα τους ο πολύ πιο ντελικάτος και ευαίσθητος άντρας της, ο Βαρθολομαίος. Στην αρχή είναι γενναία, μέχρι και “Μπαλάντα για τον ατρόμητο Ας” φτιάχνουν οι συμπολεμιστές του. Έπειτα όμως ο παραλογισμός του πολέμου κυριαρχεί. Ο Ας φαίνεται να παραπαίει, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, όχι με τις σκοποβολές και τα όπλα, με αυτά τα πάει καλά, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στη φρίκη.

Η ιδέα του μυθιστορήματος είναι εξαιρετική, το ίδιο και η γλώσσα, το ύφος, είναι χαμηλότονα χωρίς φιοριτούρες και πολλά πολλά στολίδια. Αν από κάτι πάσχει το Neverhome είναι από ρυθμό, στην αρχή όλα γίνονται πολύ αργά και στο τέλος όλα επιταχύνονται, λες και θέλει ο συγγραφέας να μας αποζημιώσει για τις δεκάδες σελίδες με επεισόδια χωρίς πλοκή και ειρμό.

Δεν μαθαίνουμε έτσι καμία από τις απόψεις της Κονστάνς, δεν ξέρουμε τι νιώθει για τον Εμφύλιο, τι αισθάνεται για την πλευρά που πολεμά, ούτε και για τον ίδιο το πόλεμο. Αυτό είναι κατανοητό σε ένα βιβλίο τόσο αντιπολεμικό, δεν έχει σημασία ο σκοπός. Μα λείπουν κι άλλα στοιχεία, για τη σχέση με τον άντρα της, γιατί αποφάσισε να αρματωθεί. Μοιάζει σαν να είναι μόνον η αφορμή για τη γραφή η περιπέτεια της κεντρικής ηρωίδας, χωρίς όμως ο συγγραφέας να έχει απόλυτα ξεκαθαρίσει κι ίδιος την αιτία.

Δεν είναι χάσιμο χρόνου η ανάγνωση του Neverhome, αν και μοιάζει κάπως λειψό, χωρίς δεύτερο ή τρίτο επίπεδο. Σαν να μην μπόρεσε ο Χαντ να ταυτιστεί με την ηρωίδα του και για αυτό χάνουμε κι εμείς τη ροή της ανάγνωσης, δεν μπαίνουμε βαθιά στον κόσμο της. Όμως δεν κρύβω πως όλο αυτό μου κίνησε την περιέργεια, δεν πρόκειται για το πρώτο, μα για το έκτο βιβλίο του συγγραφέα. Τι άραγε να αφηγούνται τα άλλα πέντε; Θα άξιζε να μεταφραστούν στα ελληνικά.





                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Neverhome", Λερντ Χαντ, μετ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις, 2021, σ.252

1/11/21

Για τη "Νοσταλγία" του Μίρτσεα Καρταρέσκου γράφει η Νέλλη Σεληνιάδου

 




«Πώς να διαρρήξεις τη χρυσαλλίδα και να γίνεις πεταλούδα»

ΤΟΜΑΣ ΜΑΝ

Ο Καρταρέσκου, στην αρχή του βιβλίου του, μας αφήνει να περιπλανηθούμε στον κόσμο του «Ρουλετίστα», και μας εισάγει ήδη σ΄ ένα παράλληλο σύμπαν, εκείνο του «Παίκτη» του Ντοστογιέφσκι, με τις εμμονές και την αγωνία του ήρωα κάθε φορά που εισέρχεται στον κόσμο της ρουλέτας. Εδώ όμως έχουμε ένα διαφορετικό είδος τζογαδόρου, που δεν παίζει με τα λεφτά και την υπόληψή του, αλλά με την ίδια του τη ζωή. Κι αυτό το συχνό παιχνίδι με τον θάνατο, το εξελίσσει σε Τέχνη και παράσταση και show, με θύμα τα κουράγια και τους φόβους του, που τον ρίχνουν αναίσθητο κάθε φορά που καταφέρνει κι επιζεί. Κι αυτή η ιστορία, είναι μόνο ο Πρόλογος του βιβλίου, γιατί στο κυρίως μέρος, η «Νοσταλγία», που αποτελείται από τρία σπονδυλωτά τμήματα/ιστορίες, ο συγγραφέας αναρωτιέται, περιπλανώμενος στα όρια της Λογοτεχνίας, του ονείρου και της παραφροσύνης, τον τρόπο που πρέπει να βρεί, για να διηγηθεί και να περιγράψει, αναβιώνοντας (;) (αυτό θα το δούμε) τη ζωή και την πορεία του στο χώρο της Τέχνης, απορρίπτοντας με τη σειρά, τρόπους, καλούπια και τεχνοτροπίες πολυχρησιμοποιημένες κι εύκολα αναγνωρίσιμες, όπως του Προύστ (στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»), ή του Μαν (στον «Δόκτορα Φάουστους»). Αντίθετα, πρέπει να βρεί τρόπους ευφάνταστους, όσο κι εύπλαστους, που να τροποποιούνται ανάλογα με το ταλέντο και τη φαντασία του, τέτοιους που δεν θα περιορίζονται από μανιέρες.

Έτσι περιπλανώμενοι κατ΄ αρχήν οι αναγνώστες, σε μια πρώτη ανάγνωση, αφήνονται ν΄ απορροφηθούν σ΄ ένα σύμπαν γεμάτο όνειρα, φαντασία, διακειμενικές ιστορίες, όργιο παρενδυσίας και καταβυθίσεων σε μυστικά τούνελ και υπόγεια Μουσεία, φτάνοντας σε μια κραυγή που μας δίνεται γραπτά, στις 216 φορές του «όχι» στο τέλος, που υποδηλώνεται, σαν μια διακειμενική άρνηση/απάντηση στο «ναι» της Μόλλυ Μπλούμ, στο τέλος του «Οδυσσέα» του Τζόυς. Και μ΄ αυτήν την άρνηση τελειώνει το κεντρικό μέρος της «Νοσταλγίας», που σαν Επίλογο έχει άλλη μία ιστορία, αυτή του «Αρχιτέκτονα», στην οποία, ένας αρχιτέκτονας γίνεται κατά περίεργο τρόπο μουσικός, κι από εκείνη τη στιγμή, και προοδευτικά, γίνεται ένα με την Τέχνη του, και την αφήνει να κατακτήσει τη γή, το διάστημα, τους γαλαξίες, το σύμπαν.

Αυτή λοιπόν είναι η «Νοσταλγία»; Ή πρέπει, διαβάζοντας το βιβλίο για δεύτερη φορά, ν΄ αφήσουμε τα σημάδια και τα ίχνη που μας αφήνει κατά καιρούς ο συγγραφέας να μας καθοδηγήσουν στο μυστικό όσο και μυθικό του σύμπαν;

Στο τρίτο μέρος της «Νοσταλγίας», στο κεφάλαιο με τον τίτλο ΡΕΜ (σελ.230), αρχίζει ο συγγραφέας ως εξής: Ένας Κορτάσαρ, ένας Μαρκές πολύ ταλαιπωρημένος (η Ερέντιρα σε μεγάλο σχήμα… Ας αρχίσουμε λοιπόν από εδώ. Στη σελίδα 275 διαβάζουμε:…πηγαίναμε πίσω από το σπίτι, όπου άνοιγε η πόρτα της κουζίνας. Υπήρχε εκεί ένα καλογυαλισμένο τσιμεντένιο πλάτωμα…. Εμείς…παίζαμε στο πλάτωμα εκείνο το «Κουτσό»: με χρωματιστές κιμωλίες σχεδιάζαμε στο τσιμέντο περίπλοκες, λαβυρινθώδεις μορφές, άλλες με το κλασικό σχήμα ανθρώπου με τα χέρια ανοιχτά και άλλες σαν σπειροειδείς κόγχες σαλιγκαριού. Κάθε σπιτάκι του «Κουτσού» το ζωγραφίζαμε με κιμωλία διαφορετικού χρώματος∙ τα χρώματα ήταν καθαρά, αλλά τα σχήματα στραβά, νηματοειδή∙ κατά προτίμηση προς το κόκκινο ανοιχτό, γαλάζια, πορτοκαλί ή λεμονί… Οι φιγούρες και οι αριθμοί στα σπιτάκια αναγράφονταν με άσπρο ή μοβ, σύμφωνα με το αν προμήνυαν καλή ή κακή τύχη. Θυμάμαι στην εντέλεια πώς καθρεφτίζονταν πάνω στο στιλπνό τσιμέντο τα λευκά σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό. Καθόμασταν εκεί, ανακούρκουδα, μέχρι και ολόκληρο το απόγευμα. Όταν η μία από μας έπαιζε το «Κουτσό», ρίχνοντας το κεραμίδι σε κάποιο αριθμημένο σπιτάκι, οι άλλες σχεδίαζαν στις γωνίες κανονικά σπίτια με κουρτίνες στα παράθυρα, με κίτρινες μάντρες σχεδόν αόρατες, με δέντρα σαν καφέ ορθογώνια από τα οποία ξεφύτρωναν κλαδιά με κόκκινα μήλα. Ζωγραφίζαμε επίσης γαλανομάτες πριγκίπισσες, με κοτσιδάκια και μακριές φούστες σε φανταχτερά χρώματα. Χρησιμοποιούσαμε φιστικί πράσινο για τα τριαντάφυλλα που κρατούσαν στα χέρια και πορτοκαλί για τα δάχτυλά τους.

Βλέπουμε ήδη σε τι κόσμο θέλει να μας εισάγει ο συγγραφέας∙ στον πολύχρωμο και φανταστικό Παράδεισο των παιδιών, έναν κόσμο όπου όλα επιτρέπονται και η αίσθηση της πραγματικότητας δεν είναι καθόλου απαραίτητη. Αυτός θα είναι και ο κόσμος του βιβλίου αυτού του συγγραφέα, όπως θα τον παρακολουθήσουμε στην ανορθόδοξη και σπειροειδή πορεία του. Λίγες σελίδες παρακάτω διαβάζουμε (σελ.291), για το Κουτσό που σχεδίαζε η Εσθήρ: Το «Κουτσό» που σχεδίαζε εκείνη είχε περίπλοκο σχήμα σαλιγκαριού, με τυχερά κι επικίνδυνα σπιτάκια, τα οποία έπρεπε να προσπεράσεις πηδώντας με το ένα πόδι και μουρμουρίζοντας ακαταλαβίστικες λέξεις:«άνκαρα-νάνκαρα-ασταρώθ-τζεφιρά-σαβαώθ-σαβαώθ-σαβαώθ».Αλίμονο σ’ όποια λάχαινε ένα άτυχο τετραγωνάκι: ένοιωθε να την καίει μια άσβεστη φλόγα ή να παγιδεύεται σε κρούστα πάγο. Η κακόμοιρη η Γαρόφα δεν έπαψε να ωρύεται ένα ολόκληρο απόγευμα, αιχμάλωτη σ’ ένα τέτοιο σπιτάκι, χτυπώντας με τις γροθιές της τους αόρατους τοίχους του. Ωστόσο αυτές που κατέληγαν σε καλό σπιτάκι, έβρισκαν εκεί κανένα άγνωστο λουλούδι, μια έγχρωμη φωτογραφία ενός κόλπου με ιστιοφόρα ή καμμιά λεπτοφτιαγμένη πλαστική κουκλίτσα με φυσικά μαλλιά. Η ζωή παραπέρα σ’ ένα πιο πολύπλοκο και ανεπτυγμένο κόσμο με ατυχίες, απολαβές και δώρα καμμιά φορά.

Στις παραπάνω λοιπόν σελίδες κι αναφορές, ο Καρταρέσκου μας δίνει τη νύξη, κι εμφανώς το άμεσο ίχνος και στοιχείο, ότι, χωρίς πυξίδα κι οδηγίες από εκείνον, και σε αντίθεση με αυτό που έκανε ο Κορτάσαρ, θα πάει ένα βήμα παραπέρα, σε βαθμό δυσκολίας για τον αναγνώστη, και θα μας παρασύρει σε μια συγγραφή και μια αναπόληση και ανασύνθεση της «Νοσταλγίας» του, σε δομή και άτακτα πισωγυρίσματα στυλ «Κουτσού», για να μας διηγηθεί, όχι απλά τα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, αλλά σ’ ένα καινούργιο «Πορτραίτο του καλλιτέχνη σαν νέου άντρα» αλλά Τζόϋς ή και το αντίθετό του, στην πορεία της ζωής του μέχρι να πετύχει να γίνει συγγραφέας. Σιγά σιγά και προοδευτικά, ο Καρταρέσκου, άλλοτε με αόρατους αλλά το ίδιο φοβερούς και δεσμευτικούς από τη φαντασία τοίχους, άλλοτε επιστρατεύοντας τη Σεχραζάτ των «Χιλίων και μίας νυκτών», πότε το «Γελαστό άνθρωπο» του Σάλιτζερ, πότε την Ερέντιρα του Μαρκές, που πάντοτε κοιμόταν μ’ ανοιχτά τα μάτια, πότε καλύπτοντας με καναβάτσο τον καθρέφτη του Μπόρχες, επινοώντας δια της γραφής, ένα άλλο κάλυμμα, που θα τον προστατεύει από τη θλίψη, την τρέλα και την ευτυχία της (της Τζίνας), από την ανοησία, τον ιδεαλισμό, την ποταπότητα και την υπέροχη πλεονεξία της, και πότε, κάθε φορά που βρισκόταν πριν από κάθε κατάδυση μπροστά σε μια άλικη (Αλίκη;) πόρτα, στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», ενώ, ο βασικός του ήρωας είναι τον περισσότερο καιρό μια αράχνη που έχει μεταμορφωθεί σε άνθρωπο, σε μια βιρτουόζικη αντιστροφή της Καφκικής «Μεταμόρφωσης», κι ενώ το «Ανάστροφα» του Χουϊσμάν βοηθά τον εφηβικό έρωτα του συγγραφέα, την Τζίνα, να προσπαθεί να ζεί τη ζωή της σαν έργο Τέχνης, εστέτ, και «θέαμα», κατά γενική ομολογία των συμμαθητών της, όλα τα παραπάνω οδηγούν την αφήγηση και μαζί μ’ αυτήν και τον αναγνώστη, σε φανταστικές ατραπούς κι ονειρικές διαδρομές μιάς ζωής, η οποία, μπορεί στις λεπτομέρειές της να είναι φτιαχτή και πλαστή, επινοημένη, αλλά, που η αλήθεια της βασίζεται στα χρώματα και τα’ αρώματα της παιδικής κι εφηβικής ζωής σ’ ένα ολοζώντανο κι ατμοσφαιρικό Βουκουρέστι των δεκαετιών 70 και 80 κυρίως. Με τις μουσικές, τα θεάματα, τα διαβάσματα της τότε ανήσυχης νεολαίας.

Σταθμός της ζωής του συγγραφέα, καθώς διαμορφώνεται και κατά την εφηβική του ηλικία είναι βέβαια ο πρώτος μεγάλος, χωρίς ανταπόκριση έρωτας με την Τζίνα, οπότε οδηγούμαστε στο προηγούμενο από το ΡΕΜ κεφάλαιο, στους «διδύμους», όπου, ο ήρωας, μεταμφιέζεται, μεταμορφώνεται, μετενσαρκώνεται σε Τζίνα, έτσι ώστε μεταμορφωμένος μ’ αυτό τον τρόπο, ξεπερνώντας τα όρια της αντοχής του, και υφιστάμενος νευρικό κλονισμό και υστερική κρίση, κλείνεται σε νευρολογική κλινική, όπου, (συγχωνεύεται πιά στο κεφάλαιο αυτό το προηγούμενο από τους «διδύμους» κεφάλαιο, ο «Λοξοπάλαβος») ο συγγραφέας προσπαθεί, και τα καταφέρνει, να γιατρευτεί μέσα από τη γραφή. Τόσο η ζωή του, όσο και η σωτηρία του, θυμάται, και γράφει, υπήρξε πάντα η γραφή. Από μικρός που ακούγοντας πάντα ιστορίες και ζώντας σε φανταστικούς, κατά το πλείστον, κόσμους, όπως τους περιγράφει στον «Λοξοπάλαβο», αλλά και μετά ακόμα, που όντας έφηβος, ξεπερνά το ερωτικό του τραύμα, με τη γραφή της ιστορίας του με την Τζίνα, γινόμενος Τζίνα.

Το βιβλίο ουσιαστικά τελειώνει όταν, ο συγγραφέας, έχοντας γλυτώσει από την εφηβική ερωτική απογοήτευση, κι έχοντας ωριμάσει και λευτερωθεί από κάθε εγκόσμια δέσμευση (σελ.229) έχοντας σκοτώσει την Τζίνα διά της γραφής, μας κάνει να θυμηθούμε και να προβλέψουμε για το μέλλον του πως πιά κανένα εμπόδιο δεν θα τον σταματήσει από το να πετύχει τον στόχο του να γίνει, όχι ένας σπουδαίος συγγραφέας αλλά, να κατακτήσει τον κόσμο, τους γαλαξίες, το σύμπαν, το παν, με το έργο του(βλέπε τον επίλογο τον «αρχιτέκτονα» όπου αυτό ακριβώς συμβαίνει). Αλήθεια, αυτή ήταν η ζωή του, κι αυτά συνέβησαν πραγματικά; Ο συγγραφέας απαντά στη σελίδα 405: Ε, αυτό είναι περίπου όλο το «ωραιότατο παραμύθι μου». Χρειάστηκα χρόνια, χρειάστηκε να ωριμάσω, να γίνω, για δες. Σχεδόν γριά, για να αρχίσω να υποψιάζομαι τι είναι πραγματικά το ΡΕΜ: ότι δεν βρίσκεται εκεί, κρυμμένο στην αποθήκη, αλλά έξω απ’ αυτήν, ότι στην ουσία εμείς είμαστε το ΡΕΜ, εσύ κι εγώ, και η ιστορία μου, με όλα τα μέρη και τους χαρακτήρες της, και η BloodyMary, και το σκυλί που το παρέσυρε το αυτοκίνητο, ότι ο δικός μας κόσμος είναι μυθοπλασία, ότι είμαστε χάρτινοι ήρωες κι ότι γεννηθήκαμε στον εγκέφαλο, στο μυαλό και την καρδιά του, που εγώ έχω δει. Ότι ακόμα κι αυτός ενσωμάτωσε τον εαυτό του στο ΡΕΜ. Ότι ακόμη κι αυτός κι ο δικός του κόσμος (όπου εγώ έχω εισχωρήσει και τούτο αποτελεί ίσως τον μόνο λόγο ύπαρξής μου), κι αυτός λοιπόν είναι προϊόν κάποιου πολύ ευρύτερου μυαλού, από έναν άλλο κόσμο, επίσης φανταστικό κι επινοημένο. Ναι, είμαι σίγουρη, ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή κι εκείνος ψάχνει πυρετωδώς την είσοδο σε κάποιον ανώτερο κόσμο∙ διακαής πόθος όλων μας, είναι να αντικρύσουμε τον Δημιουργό μας, να κοιτάξουμε ίσα στα μάτια την ύπαρξη που μας χάρισε τη δική μας ύπαρξη. Όμως φευ! Ίσως το ΡΕΜ να μην είναι τίποτε απ’ όλα ΄΄οσα σκέφτομαι εγώ για το ίδιο. Ίσως να είναι απλώς ένα συναίσθημα, ένα σφίξιμο της καρδιάς μπροστά στην κατάρρευση των πάντων, μπροστά σε αυτό που υπήρξε κάποτε και δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ πιά. Μια μνήμη αναμνήσεων. Το ΡΕΜ είναι ίσως η νοσταλγία. Ή κάτι άλλο. Ή όλα αυτά μαζί. Δεν ξέρω, δεν ξέρω.

Η ζωή, όπως περιγράφεται παραπάνω, σαν διαδικασία και αποτέλεσμα, γιατί στο τέλος δεν πρέπει ν’ αναρωτιόμαστε γι’ αυτό που διαβάσαμε, ναι, μπορεί, στο τέλος τέλος να πρόκειται για μια ζωή επινοημένη∙ κρατάμε όμως μονάχα αυτό, γιατί αυτό και μόνο είναι που ενδιαφέρει τον συγγραφέα. Μόλις έχουμε διαβάσει την πορεία ενός νέου ανθρώπου σε συγγραφέα, τις στιγμές που καθόρισαν το πέταγμά του από κάμπια, χρυσαλλίδα ή αράχνη, σε πεταλούδα. Το μόνο που επιθυμώ είναι να ανακαλέσω το παρελθόν μου ή να το αναμορφώσω ή να το επινοήσω ή όλα αυτά μαζί, γιατί το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να έχω κάποιο παρελθόν, δηλαδή μια σειρά εικόνων που να είναι ή να υποκαθιστούν το χάος του παρόντος.

Η ζωή σαν μύθος, σαν παραμύθι, σαν Λογοτεχνία, σαν γραφή.



                                                    Νέλλη Σεληνιάδου



"Νοσταλγία", Μίρτσεα Καρταρέσκου, μετ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, εκδ. Καστανιώτης, 2021, σ.462

29/10/21

"Διομίρα", Σπύρος Γλύκας

 


Ο Σπύρος Γλύκας πήρε ένα σοβαρό ρίσκο όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με τη Διομίρα. Έγραψε ένα βιβλίο που είναι ξεκάθαρα δυστοπία, με όλες τις πολιτικές, οικονομικές, προσωπικές προεκτάσεις, ενώ είμαι σίγουρη πως ξέρει πολύ καλά πως το κοινό της επιστημονικής φαντασίας στην Ελλάδα είναι περιορισμένο και θα δυσκολευόταν να βρει κάποιον να το εκδώσει.

Κεντρικός πρωταγωνιστής ο Τροτ, ένας έφηβος στην ένατη επαρχία της Γης στον 23ο αιώνα, που βρίσκεται μπροστά στην καμπή της ενηλικίωσης. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να αποχωριστεί όλους τους ανθρώπους, να αναλάβει μια δική του Μονάδα Ζωής, απ’ όπου δεν θα ξαναβγεί ποτέ και να ζήσει τα υπόλοιπα διακόσια χρόνια που του αναλογούν παρέα με ένα ρομπότ και τις οθόνες. Ο Τρότ όμως δεν είναι ένας κοινός έφηβος, έχει μια φοβερή ικανότητα συγκέντρωσης. Και αποφασίζει να το σκάσει. Στο φευγιό του θα συμβάλλει η Γριά, ένα σκιώδες πρόσωπο που βοηθά για λίγο όλους τους αντιφρονούντες, και θα του δώσει να καταλάβει την αξία της λογοτεχνίας αλλά και του ταλέντου του στη συγκέντρωση.

Όλα τα στοιχεία μια δυστοπίας είναι εδώ. Ο συγγραφέας χτίζει μια ιστορία σε μια μελλοντική κοινωνία, όπου το περιβάλλον έχει καταστραφεί και οι άνθρωποι στηρίζονται αποκλειστικά στην τεχνολογία για την επαφή. Όλοι σχεδόν αποδέχονται τη νέα κατάσταση, ελάχιστοι επαναστατούν. Σε αυτήν την κοινωνία υπάρχει και η Διομίρα, η μοναδική πόλη στην επιφάνεια, μα εκεί ζουν μονάχα τα μέλη πέντε οικογενειών, αυτών που προκάλεσαν την καταστροφή και τώρα κρατούν όλη την εξουσία για τον εαυτό τους.

Οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν ο καθένας την κοινωνική του θέση, να μην προσπαθούν, να μην ελπίζουν. Καταναλώνουν μόνο ό,τι τους πουν, χωρίς να μπορούν να μεταπηδήσουν στην άρχουσα τάξη, χωρίς να υπάρχει ελπίδα αλλαγής. Χάνει έτσι ο καθένας την ατομικότητά του, την ταυτότητά του, αυτοί που ξεχωρίζουν αναπότρεπτα πρέπει να εξαλειφθούν. Ο Γλύκας διαλέγει για ήρωες ακριβώς αυτούς, τους ελαχίστους αντιφρονούντες, αυτούς που κάνουν έστω μια προσπάθεια για μια αυτόνομη ζωή.

Κεντρικό ρόλο στο μυθιστόρημα έχει η τεχνολογία, τα ανδροειδή που γίνονται όλο και πιο ανθρώπινα, στα όρια να έχουν συναισθήματα και να απολαμβάνουν την ερωτική πράξη. Και να ελέγχουν την ανθρωπότητα. Αυτός ο προβληματισμός, πολύ κοινός στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, μοιάζει τώρα που είμαστε στο έλεος της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγορίθμων πιο επίκαιρος από ποτέ.

Το άλλο στοιχείο που δεν κρύβεται είναι η βιβλιοφιλία του συγγραφέα. Διακειμενικές αναφορές έχουμε διάσπαρτες σε όλο το κείμενο, όρεξη να έχει κανείς να τις εντοπίζει και να σημειώνει βιβλία. Εξάλλου όποιος είναι κάπως παρατηρητικός θα καταλάβει πως το όνομα "Διομίρα" και κάπου αλλού το έχει συναντήσει (στον Ίταλο Καλβίνο, κρύβε λόγια). Ο κεντρικός ήρωας είναι βαθιά βιβλιομανής και ούτε λίγο ούτε πολύ, πιστεύει πως τα βιβλία θα σώσουν τον κόσμο.

Τελικά αυτό που πρέπει κανείς για να απολαύσει ένα μυθιστόρημα όπως η Διομίρα είναι να άρει τη δυσπιστία και τις προκαταλήψεις του, να αφεθεί σε αυτόν τον νέο κόσμο χωρίς να τον αμφισβητεί, για να μπορέσει να ταυτιστεί με τους ήρωες και να περάσει στο δεύτερο επίπεδο του κειμένου. Όποιος μείνει στις λεπτομέρειες, θα γοητευτεί από το φόντο, αλλά θα χάσει την ουσία.


                         Κατερίνα Μαλακατέ



"Διομίρα", Σπύρος Γλύκας, εκδ. Ιβίσκος, 2021