26/7/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (1 π.μ.) του Μαραμπού



Το κεφάλαιο Εύμαιος είναι το πλέον συγκινητικό του Οδυσσέα. Τζόυς εναντίον Τζόυς! Μια σχέση όμως καθόλου συγκρουσιακή και δηλητηριώδης αλλά τρυφερή που λειαίνει τις διαφορές και συμπληρώνει τα δύο μέρη. Οι δύο εκδοχές του Τζόυς, Στέφανος και Μπλουμ, συναντώνται στο δέκατο έκτο κεφάλαιο του Οδυσσέα και σκιαγραφούν μπροστά στα μάτια μας το εσωτερικό πορτρέτο αυτού του μυθικού συγγραφέα! Ό,τι υπέροχο διαβάσαμε στην Βιογραφία του Έλμαν για την συναρπαστική ζωή του Τζέημς Τζόυς, εδώ παίρνει την λογοτεχνική θεία πνοή του. Ο Στέφανος, ο οποίος δικαιωματικά είχε αποκτήσει το προσωπικό του πορτρέτο λίγα χρόνια πριν, σε αυτό το κεφάλαιο παραμένει χαμηλών τόνων και εν πολλοίς σιωπηλός, δίνοντας φωνή στον γηραιότερο εαυτό, τον Λεοπόλδο Μπλουμ.

Μετά την έντονη νύχτα στο άντρο της Κίρκης, οι δύο άντρες βρίσκουν καταφύγιο στο Καταφύγιο του Αμαξά, ένα καπηλειό για τους ξενύχτηδες και τους απόκληρους. Εκεί ο Μπλουμ προσπαθεί να πείσει τον Στέφανο να πιει έναν καφέ και να φάει κάτι. Γρήγορα, γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από τους υπόλοιπους πελάτες και ένας παράξενος ναυτικός τους πλησιάζει και αρχίζει να τους λέει ναυτικές ιστορίες. Οι ιστορίες του κινούνται δυσδιάκριτα ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, όμως όταν οι διηγήσεις φτάνουν στην Ισπανία, ο Μπλουμ δεν μπορεί παρά να ρωτήσει με ενδιαφέρον, Είδες τον βράχο του Γιβραλτάρ;, αναφερόμενος στην καταγωγή της γυναίκας του Μόλλυ.


Όταν η ατμόσφαιρα ζεσταίνει και οι δυο παράξενοι θαμώνες γίνονται αποδεκτοί από τους συνήθεις νυχτερινούς πελάτες, η συζήτηση μεταξύ Μπλουμ και Στέφανου αρχίζει να φουντώνει, με αφορμή την διακριτική είσοδο μιας πόρνης με σκοπό να ψαρέψει πελάτες. Ο Μπλουμ θεωρεί κίνηση θράσους την είσοδο της εξαθλιωμένης και άρρωστης πόρνης (χωρίς να αγνοεί το γεγονός ότι ίσως κάποιος άντρας την έφερε σε αυτό το σημείο), με τον Στέφανο να απαντά:

- Σ' αυτή τη χώρα οι άνθρωποι πουλάνε πολύ περισσότερα απ' όσα είχε ποτέ αυτή και κάνουν και χρυσές δουλειές. Μη φοβάσαι αυτούς που πουλάνε το σώμα αλλά δεν έχουν δύναμη να αγοράσουν την ψυχή. Αυτή είναι ένας κακός έμπορος. Αγοράζει ακριβά και πουλάει φθηνά.

Αμέσως ξεκινά μια διαμάχη περί ψυχής, η οποία καταλήγει στην σκέψη του Μπλουμ για το χάσμα γενεών ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Σε αυτό το ακανθώδες σημείο εντούτοις οι απόψεις του ζεύγους, καθώς βρίσκονταν στους αντίποδες από άποψη παιδείας και οτιδήποτε άλλο, με σημαντική διαφορά στην ηλικία, ήρθαν σε σύγκρουση. Εδώ, ο Τζόυς επιλέγει πλευρά, τάσσεται απερίφραστα υπέρ του Μπλουμ, της ώριμης εκδοχής, την στιγμή κιόλας που και ο ίδιος ο συγγραφέας ηλικιακά νιώθει πιο κοντά προς αυτόν. Αυτό φαίνεται και από την μονοπώληση της κουβέντας από τον Μπλουμ που παρουσιάζει σταθερά και με κάθε ευκαιρία την κοσμοθεωρία του, και παρά το μεθύσι του Στέφανου το οποίο θα μπορούσε να αποτελεί μια δικαιολογία για την σιωπή του. Όπως δείχνει και το προσχέδιο στην αρχή του βιβλίου, το πρώτο κεφάλαιο είχε την τεχνική της αφήγησης από την πλευρά του νεαρού αφηγητή ενώ το δέκατο έκτο από την πλευρά του ώριμου. Ο Στέφανος διατηρεί μια απαράμιλλη γοητεία ως χαρακτήρας του βιβλίου, όμως για τον Τζόυς μοιάζει να αποτελεί μια ρομαντική εικόνα του εαυτού του την οποία έχει αφήσει πια στο παρελθόν.



Στο καπηλειό δεν αργούν να αναπτύξουν και πολιτικά θέματα. Ο ιδιοκτήτης του Καταφυγίου είναι ή υποτίθεται ότι είναι ο διαβόητος Κατσικογδάρτης της εθνικιστικής ομάδας οι Ανίκητοι που δολοφόνησε Άγγλους αξιωματούχους στο Πάρκο του Φοίνικα στο Δουβλίνο. Καθώς η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την Ιρλανδία και την Αγγλία, ο Κατσικογδάρτης λέει, Αλλά η μέρα της απόδοσης λογαριασμού, (...) ήταν επικείμενη για την τρανή Αγγλία, παρά τη δύναμή της του άνομου κέρδους λόγω των εγκλημάτων της. Θα υπάρξει μια πτώση και θα είναι η μεγαλύτερη πτώση στην ιστορία. Είναι σχεδόν αδύνατο να μην φέρεις στο μυαλό σου το πρόσφατο Brexit, διαβάζοντας την παραπάνω φράση. Η πορεία της συζήτησης κάνει τον Μπλουμ να θυμηθεί και να πει του Στέφανου, για την προσβολή του Πολίτη και πώς εκείνος την απέκρουσε λέγοντας πως και ο Θεός, ο Χριστός, είναι Εβραίος. Με την αφορμή αυτή, ο Τζόυς παρουσιάζει ξανά, πιο φανερά από κάθε άλλη φορά, όλη την ουσία του βιβλίου, όλη την γοητεία του σύγχρονου Οδυσσέα του:

[...] Είναι δύσκολο να τεθούν σκληροί και σταθεροί κανόνες για το σωστό ή το λάθος, όμως χώρος για βελτίωση σίγουρα υπάρχει αν και κάθε χώρα, συμπεριλαμβανομένης και της βασανισμένης δικής μας, έχει την κυβέρνηση που της αξίζει. Αλλά με λίγη καλή θέληση απ' όλες τις μεριές. Είναι πολύ ωραίο να καμαρώνεις για αμοιβαία υπεροχή αλλά τι γίνεται με την αμοιβαία ισότητα; Απεχθάνομαι τη βία και τη μισαλλοδοξία οποιουδήποτε σχήματος και μορφής. Ποτέ δεν οδηγεί πουθενά ούτε σταματά τίποτα. Μια επανάσταση πρέπει να γίνει με δόσεις. Είναι αδιαμφισβήτητος παραλογισμός καταπώς φαίνεται να μισείς ανθρώπους επειδή ζουν από την άλλη μεριά του δρόμου και μιλούν μια άλλη ντοπιολαλιά, στο διπλανό σπίτι ούτως ειπείν.




Είναι αστείο και συνάμα συγκινητικό το παιχνίδισμα που κάνει ο Τζόυς με τις δύο εκδοχές. Βάζει τον Μπλουμ να κάνει τρυφερές σκέψεις για τον νεαρό και πολλά υποσχόμενο Στέφανο (Έχετε κάθε δικαίωμα να ζήσετε με την πένα σας σε αναζήτηση της φιλοσοφίας σας όπως έχει και ένας χωρικός. Γιατί; Και οι δυο ανήκετε στην Ιρλανδία, το μυαλό και η σωματική ρώμη, το καθένα είναι εξίσου σπουδαίο), χωρίς ωστόσο ο υπερόπτης και αδιάλλακτος νεαρός να μην απαντήσει για ακόμα μια φορά (...η Ιρλανδία είναι σπουδαία επειδή αυτή ανήκει σε μένα). Να ελπίζει ότι ο άστατος χαρακτήρας του δε θα σταθεί εμπόδιο στην καλλιτεχνική του πορεία (...παρ' όλα αυτά, έφερε στο μυαλό του περιπτώσεις καλλιεργημένων ανθρώπων λαμπρά υποσχόμενων που μαράθηκαν στο μπουμπούκιασμα από πρώιμο σάπισμα και κανείς άλλος δεν φταίει παρά αυτοί οι ίδιοι). Ή να τον φαντάζεται ότι διαπρέπει στην μουσική (Ένα ξεκίνημα όλο κι όλο ήταν αυτό που χρειαζόταν. Επειδή ήταν σχεδόν σίγουρος πως αυτός είχε τη φωνή του πατέρα του για να στηρίξει τις ελπίδες του...). Δηλαδή, όπως ο ίδιος ο Τζόυς που αν δεν γινόταν τελικά ένας σπουδαίος συγγραφέας θα γινόταν σίγουρα ένας σπουδαίος τενόρος! Όλη αυτή η αλυσίδα των σκέψεων συμπνυκνώνεται εντυπωσιακά σε μία συνισταμένη (Αν και δεν συμφωνούσαν σε όλα, υπήρχε μια ορισμένη αναλογία σαν ο νους και των δυο τους να ταξίδευε, ούτως ειπείν, στο ίδιο τρένο σκέψης) που εκτός από το ειρωνικό κλείσιμο του ματιού (αφού το άλλο είχε καλύπτρα!) του ίδιου του Τζόυς για τις δύο εκδοχές του, αποτελεί επίσης και μια όμορφη μεταφορά (μιας και μιλάμε για τρένο!) από την νεότητα στην ωριμότητα.

Από άποψη τεχνικής το κεφάλαιο Εύμαιος εντυπωσιάζει με την ευρηματικότητά του, όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο που επιχείρησε να γράψει ο Τζόυς. Βρισκόμαστε στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα σε έναν χώρο μεθυσμένων ξενύχτηδων. Η γλώσσα λοιπόν, προσλαμβάνει νυσταλέα χαρακτηριστικά, σαν να προσπαθείς να συνομιλήσεις με την παρέα σου, ύστερα από ένα εξαντλητικά διασκεδαστικό βράδυ. Η αφήγηση πλατειάζει λίγο προσπαθώντας να κυκλώσει τα νοήματά της και η σύνταξη παλινδρομεί κουρασμένη σέρνοντας τα λεκτικά βήματά της. Συχνά σκέφτομαι αυτές τις ελευθερίες που έπαιρνε ο Τζόυς με την γλώσσα. Ένας εκδότης ή επιμελητής κειμένων ίσως να διόρθωνε έναν συγγραφέα που σκιαγράφησε έναν άνθρωπο της νύχτας να μιλάει σαν άγιος, ή θα δεχόταν με επιφύλαξη έναν μεθυσμένο χαρακτήρα βιβλίου να μιλάει με μπερδεμένα λόγια. Σχεδόν σίγουρα όμως, δεν θα δεχόταν ένα κεφάλαιο να μιλάει με μεθυσμένη κουρασμένη γλώσσα! Ίσως να κάνω λάθος, αλλά ο  Μπέντζι δε θα έβρισκε εύκολα φωνή στην σύγχρονη λογοτεχνία! Τώρα πια, οι εκδότες παρασυρόμενοι από τους ανυπόμονους αναγνώστες, δυσανασχετούν σε τέτοιες λεκτικές κατασκευές και τις θεωρούν απλώς κακότεχνες που δύσκολα θα πάρουν άδεια οικοδόμησης. Βέβαια, ο Τζόυς είναι μια μεγαλοφυία (όπως και ο Φώκνερ που μνημονεύω παραπάνω) και η γλώσσα του είναι τόσο καλοδουλεμένη που δεν μπορείς παρά να την αποδεχθείς ως έχει.

Ο Μπλουμ αποφασίζει να φιλοξενήσει τον Στέφανο στο σπίτι του και οι δυο τραβούν αγκαλιασμένοι, τραγουδώντας και συζητώντας προς την οδό Εκκλς. Στην αρχή του κεφαλαίου ο Μπλουμ τον είχε ρωτήσει:

Δεν θέλω να σας πιέσω στο παραμικρό, αλλά γιατί φύγατε από το πατρικό σας σπίτι;
- Για να αναζητήσω κακοτυχία, ήταν η απάντηση του Στέφανου.


Τώρα, καθώς ο Στέφανος κινείται προς το “πνευματικό” του πατρικό, ο Μπλουμ ίσως πιστεύει για εκείνον ότι μπορεί να του προσφέρει ένα μερίδιο καλοτυχίας το οποίο σίγουρα και αξίζει.

                                                               
                                                                                                       Μαραμπού



"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

24/7/16

«Ανατολικά της Δύσης», Miroslav Penkov




Βιβλίο γραμμένο με αληθινό κέφι και όρεξη είναι το «Ανατολικά της Δύσης» του γεννημένου στην Βουλγαρία το 1982, Μίροσλαβ Πένκοφ, που γράφει στα Αγγλικά μιας και ζει στις ΗΠΑ από το 2001. Μια συλλογή διηγημάτων με χιούμορ και αγάπη για την λογοτεχνία που καταπιάνεται με ένα θέμα πολύ καυτό, τουλάχιστον στον χώρο των Βαλκανίων, την (εθνική) ταυτότητα. 

Χαρακτηριστικότερο και πιο συγκινητικό το ομώνυμο διήγημα, όπου ένα χωριό χωρίζεται στην μέση από την κοίτη του ποταμού, το μισό είναι στη Σερβία, το υπόλοιπο στη Βουλγαρία. Κι όσο κι αν προσπάθησαν οι άνθρωποι να παίξουν με την ροή του, ο ποταμός έκανε τα δικά του. Κι όσο κι αν θέλησαν να ξεχάσουν, δεν έπαψαν να έχουν δεσμούς και να ερωτεύονται ανάμεσα στο ποτάμι και τις δυο χώρες. Κι όσο κι αν τόλμησαν να αρθούν πάνω από τα σύνορα, δεν τα κατάφεραν. 

Η ζωή στην κομμουνιστική και τη μετά-κομμουνιστική Βουλγαρία, η μετανάστευση στις ΗΠΑ, η διαφορά της κουλτούρας που δεν μπορεί να γεφυρωθεί, η αίσθηση του μετέωρου ανάμεσα στη μία ταυτότητα και την άλλη, δίνονται με μεγάλη γλαφυρότητα και στο «Φωτογραφία με τη Γιούκι», όπου ένα ζευγάρι (εκείνος Βούλγαρος- εκείνη Γιαπωνέζα) γυρίζουν για λίγο από τις ΗΠΑ στην Βουλγαρία για να κάνουν φτηνότερα εξωσωματική, και στο «Αγοράζοντας τον Λένιν», όπου ο παππούς της οικογένειας δεν μπορεί να αποδεχτεί τον εγγονό του, ούτε και το γεγονός πως η Βουλγαρία δεν είναι κομμουνιστική πια. 

Η πλάκα που κάνει ο Πένκοφ με τις δύο χώρες του και τον εαυτό του και τους συμπατριώτες του είναι τόσο πετυχημένη γιατί είναι καλοπροαίρετη και αυτοαναφορική, έχει κέντρο τον εαυτό του και τη σημερινή Βουλγαρία. Ο συγγραφές δεν διστάζει να νοσταλγήσει, να καυτηριάσει, να αγαπήσει και κυρίως να αφηγηθεί ολοκληρωμένες ιστορίες, με ήρωες γεμάτους ζωή και όνειρα. Ήρωες που προσπαθούν να στήσουν τη ζωή τους σε νέες, διαφορετικές πραγματικότητες από αυτές που είχαν δεδομένες μικρότεροι, που ψάχνουν να βρουν ποιοι είναι ανάλογα με τις συνθήκες.

Το «Ανατολικά της Δύσης» είναι ένα δείγμα, από τα καλύτερα, του τι μπορεί να γραφτεί στις ΗΠΑ από αυτή τη γενιά των συγγραφέων με μικτή εθνικότητα- ο Ομπιόμα, η Γιγιέν Λι, η Τζούμπα Λαχίρι, ο Στάινγκαρντ είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα- που φτάνουν στην χώρα με αφορμή μαθήματα δημιουργικής γραφής και τελικά επιλέγουν να ζήσουν και να δημιουργήσουν εκεί. 



                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ 




«Ανατολικά της Δύσης», Μίροσλαβ Πένκοφ, μετ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Αντίποδες, 2016, σελ. 261

21/7/16

"Καλοκαίρι", Edith Wharton




Η Έντιθ Γουάρτον δεν είναι πολύ γνωστή στη χώρα μας. Κακώς. Η λογοτεχνική της παρουσία ήταν σημαντική στις αρχές του περασμένου αιώνα, έγραψε για τα ήθη της εποχής και τα γυναικεία θέματα χωρίς ταμπού. Κυρίως όμως έγραψε λογοτεχνία που μπορεί να διαβαστεί με μεγάλη ευχαρίστηση ως σήμερα.

Κεντρική ηρωίδα της στο "Καλοκαίρι" είναι η Τσάριτι, ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι στην πρώτη κάψα της νιότης, που ζει σε ένα μικρό Αγγλικό χωριό. Είναι πολύ όμορφη, προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό της, όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια του χρόνου και του χώρου. Ο κηδεμόνας της, ο δικηγόρος Ρόγιαλ, την κατέβασε από το Βουνό όταν ήταν πολύ μικρή κι έκτοτε μεγάλωσε με εκείνον και την γυναίκα του, χωρίς ποτέ πραγματικά να την υιοθετήσουν. Το Βουνό είναι ένα μέρος ανομίας δίπλα στο χωριό και η καταγωγή της Τσάριτι είναι στίγμα, κάτι που δεν συζητιέται με ευχαρίστηση από κανέναν.

Όταν πέθανε η γυναίκα του κηδεμόνα της, της πρότεινε να πάρει την θέση της στο πλευρό του. Όμως η Τσαριτι είχε άλλα σχέδια. Πλησίασε την πλούσια γεροντοκόρη του χωριού, την δεσποινίδα Χάτσαρντ, της ζήτησε να γίνει βιβλιοθηκάριος σε μια μικρή βιβλιοθήκη. Εκεί δεν ασχολήθηκε ποτέ με τα βιβλία, βαριόταν οικτρά, αλλά τουλάχιστον πληρωνόταν κι έκανε μεγαλεπίβολα όνειρα για το μέλλον. Ώσπου γνώρισε τον Χάρνει, έναν γοητευτικό νεαρό αρχιτέκτονα και ανιψιό της δεσποινίδος Χάτσαρντ. 

Αν και οι περιπτώσεις γυναικών στο χωριό που παραδόθηκαν στα ένστικτά τους και είχαν σεξουαλικές σχέσεις με νέους από την πόλη ήταν αρκετές, κι όλες χωρίς ευτυχισμένο τέλος, η Τσάριτι  δεν θα διστάσει να ακούσει την καρδιά και το κορμί της, θα ερωτευτεί τον Χάρνει χωρίς να νοιαστεί για τις συνέπειες, θα ονειρευτεί μαζί του μια ζωή μακριά από την κλειστή κοινωνία του χωριού. Και στο τέλος θα πληρώσει για την ύβρι.

Η συγγραφέας αποδίδει με λεπτότητα και τόλμη τα ήθη της εποχής, τους περιορισμούς των γυναικών αλλά και της επαρχίας. Δεν σοκάρουν τόσο οι περιγραφές της- εξάλλου υπαινίσσεται μόνο τις ερωτικές σκηνές- όσο η τόλμη της να μιλήσει για θέματα που δύσκολα θίγονταν τότε- την γιατρό με τις εκτρώσεις, την τύχη των ανυπάκουων γυναικών. Η Τσάριτι δεν είναι πάντα συμπαθής, τις περισσότερες φορές φέρεται σαν μια θερμοκέφαλη έφηβη. Όμως αυτό είναι το θέμα, πως έχει το δικαίωμα στο λάθος, στον έρωτα και την κατανόηση του εαυτού της κι ας μην είναι ακόμα ολοκληρωμένη. 

Η  δε ιστορία με τους ανυπότακτους ανθρώπους του Βουνού που πήγαν κόντρα στο σύστημα και για αυτό ζουν εκεί σε συνθήκες ελευθερίας μεν αλλά απόλυτης φτώχιας και εξαθλίωσης, είναι ένα πολύ εύστοχο κοινωνικό σχόλιο που δεν θα περίμενε κανείς από μια απόγονο καλης κοινωνικής τάξης, όπως ήταν η Γουάρτον.

Σε γενικές γραμμές απόλαυσα την ανάγνωση του "Καλοκαιριού" που δεν είναι ένα "βιβλίο για το καλοκαίρι". Θα αναζητήσω πια κι άλλα δικά της, κατά προτίμηση "Τα χρόνια της αθωότητας". Την ταινία την έχω δει πολλά χρόνια πριν.







"Καλοκαίρι", Edith Wharton, μετ. Έλλη Έμκε, εκδ. Παπαδόπουλος, 2016, σελ. 223


17/7/16

«Confiteor», Jaume Cabré



Ένα σπουδαίο βιβλίο, από αυτά που αξίζει να μείνουν κλασικά, ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Αυτό είναι το πρώτο που σου έρχεται στον νου όταν κλείνεις και την τελευταία σελίδα του Confiteor.

Το μυθιστόρημα είναι μια τεράστια επιστολή του Αντριά Αρντέβολ στην αγαπημένη του Σάρα. Λίγο πριν το Αλτσχάιμερ του στερήσει για πάντα τη μνήμη, τη λογική και τη φωνή του, προσπαθεί να ανασυνθέσει τα γεγονότα της ζωή του(ς), να της πει αυτά που δεν κατάφερε να ξεστομίσει όταν ήταν ζωντανή, να εξιλεωθεί και να συγχωρήσει, να εξομολογηθεί· να πει για τις ενοχές και τα πάθη του, να της αναλύσει το Κακό που κληρονομικώ δικαιώματι στοιχειώνει τους ανθρώπους.

Ο Αντριά υπήρξε χαρισματικό παιδί, με μεγάλη έφεση στο διάβασμα και τις γλώσσες. Ο πατέρας του, ένας μανιώδης συλλέκτης αντικών, ένας άνθρωπος που δεν δίσταζε να πατήσει επί πτωμάτων για να κατακτήσει αυτό που επιθυμούσε, ήθελε να τον κάνει διανοούμενο, ενώ η μητέρα του, μια γυναίκα στεγνή από αγάπη, να τον κάνει βιολονίστα. Ο Αντριά, που τα κατάφερνε εξίσου καλά στη γλωσσομάθεια και τη μουσική, κατέληξε ένας σοφός παλαιάς κοπής, ένας homo universalis με τεράστια βιβλιοθήκη, που όμως δεν γνώρισε ποτέ την αγάπη ως παιδί. Ο βίαιος θάνατος του πατέρα του όσο ο Αντριά ήταν στην εφηβεία, τον οδήγησε να μάθει περισσότερα για την ζωή του και να μπει στην πλοκή η ίδια η Ιστορία. Ιεροεξεταστές, παπάδες, μοναχοί, Ναζί, το Άουσβιτς, όλα μπλέκονται στη μεγάλη αφήγηση για τον Κακό που επιχειρεί μέσω του Αρντέβολ ο συγγραφέας.

Τον Αντριά τον βαραίνουν τα κρίματα του πατέρα του, και η κληρονομική μανία για συλλογή σπάνιων πραγμάτων- δεν μπορεί να αποχωριστεί ένα εξαιρετικό βιολί, ένα Στοριόνι, το Βιάλ, που ο πατέρας του είχε αποκτήσει άνομα από έναν ναζί μετά τον πόλεμο. Αυτό, καθώς και η αντιπαλότητά των οικογενειών τους, θα δημιουργεί συνέχεια προβλήματα στη σχέση του με την Σάρα.

Ο έρωτας, αλλά και η φιλιά- ο έτερος πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Μπερνάτ, ο μοναδικός κολλητός του Αντριά- διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο, υμνούνται και αποκαθηλώνονται με μοναδικό τρόπο. Όμως αυτό που προέχει είναι η αναμέτρηση με την Ιστορία, την φιλοσοφία, και την τέχνη. Ο χαρισματικός Αντριά δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν, από αυτά που θέλουν οι άλλοι για κείνον.

Τα ερωτήματα που βάζει το Confiteor είναι βαθιά και φιλοσοφικά. Ξεκινούν από τον θεό και καταλήγουν στον άνθρωπο, περνάνε από την ανθρώπινη φρίκη για να φτάσουν στον έρωτα, από τα αντικείμενα για να φτάσουν στην τέχνη. Η ματαίωση των προσδοκιών, του Αντριά, του Μπερνάτ, της Σάρας, είναι για τον καθένα διαφορετική υπόθεση, αλλά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της παραμένουν τα ίδια.

Η μνήμη, το φίλτρο της προσωπικότητας, οι εμμονές, αυτό που κάνει κάποιον μοναδικό ή όχι, η αδικία του ταλέντου στην τέχνη και τη ζωή, το ψέμα, η ρευστότητα της αλήθειας και της πραγματικότητας, απασχολούν τον συγγραφέα· το ηθικό κομμάτι της ζωής, το ποιος είναι κακός κι αν είναι, ο τρόπος που επιλέγει(;) να ζήσει ο καθένας, το ποιος και ποιον συγχωρεί και γιατί.

Το μυθιστόρημα είναι πρωτοποριακό στην αφήγηση, το τρίτο και το πρώτο πρόσωπο συχνά μπερδεύονται ακόμα και στην ίδια πρόταση, ο χρόνος είναι ρευστός, ποτέ δεν ξέρεις αν μιλάμε για το σήμερα, το 1940, ή το 1450. Όμως δεν έχει σκοπό να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη, μόνο να τον γοητεύσει.

Είχα πολύ καιρό να νιώσω με τόση ένταση πως έχω μπροστά μου ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο. Ο Καμπρέ είναι καθηγητής, είναι όμως ταυτόχρονα και αυθεντικός γραφιάς· έχει μέσα του την πρωτογενή ικανότητα να πει μια ιστορία. Κατάφερε να συνδυάσει το λογοτεχνικό και φιλοσοφικό του υπόβαθρο και να δώσει ένα μυθιστόρημα φτιαγμένο για την αιωνιότητα.




                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




«Confiteor», Ζάουμε Καμπρέ, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 725






14/7/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (12 τα μεσάνυχτα) του Μαραμπού





Η Κίρκη είναι το εκτενέστερο κεφάλαιο του Οδυσσέα. Περίπου 180 σελίδες. Το κεφάλαιο είναι γραμμένο σε θεατρική μορφή και αυτό έχει τα καλά του και τα κακά του. Το θετικό είναι ότι ύστερα από την συμπύκνωση του λόγου που συναντήσαμε στα Βόδια του Ήλιου, κάθε λευκό κομμάτι σελίδας μοιάζει να είναι σαν καλοκαιρινές διακοπές για το μυαλό! Επίσης, η παιγνιώδης και ερεθιστική διάθεση της πλοκής, ενισχύει αυτήν την εντύπωση. Το αρνητικό (για μένα, μακάρι να βρω και υποστηρικτές) είναι ότι δεν συμπαθώ καθόλου τα θεατρικά κείμενα, νιώθω μια δυσανεξία προς αυτά, τα θεωρώ ατελείς μορφές λόγου. Κυρίως με ενοχλούν οι ατελείωτες παρενθέσεις που μοιάζουν να προοικονομούν την συμπεριφορά και την στάση του ήρωα, μια τεχνική που δεν εκτιμώ διόλου στον γραπτό λόγο. Βέβαια, ο Τζόυς είναι η μεγαλειώδης εξαίρεση που επιβεβαιώνει περίτρανα τον κανόνα (μου).

Εδώ ο Τζόυς πυροδοτεί έναν ανεξέλεγκτο κόσμο φαντασίας με ένα κόντό φιτίλι πραγματικότητας. Βρισκόμαστε στην Νυχτερινή Πόλη, την περιοχή με τους οίκους ανοχής, όπου ο Μπλουμ καθώς την διασχίζει επιστρέφοντας στο σπίτι, βλέπει τον Στέφανο να κινείται στην περιοχή και σχεδόν αθέλητα τον ακολουθεί. Θα τον χάσω. Τρέχα. Γρήγορα. Καλύτερα να περάσω απέναντι εδώ. Μετά τις πρώτες 4-5 σελίδες που παρουσιάζεται το σκηνικό με τους οίκους ανοχής, τις πόρνες στις πόρτες και τους διάφορους πελάτες τους, ο Μπλουμ κυριαρχείται απόλυτα από το υποσυνείδητό του και γίνεται το υποχείριο μιας αλλοπρόσαλλης παραισθητικής ένωσης, σαν να είναι το θύμα μιας διανοητικής σαδομαζοχιστικής σχέσης. Και φυσικά, υποσυνείδητο χωρίς σεξ, τι σόι υποσυνείδητο είναι! Ο Έλμαν ερμηνεύει την απόφαση του Τζόυς να επιλέξει το συγκεκριμένο σκηνικό, ως εξής: Ακολουθώντας την μακρά σειρά των ομηρικών σχολιαστών, οι οποίοι ερμήνευσαν με ηθικούς όρους το άντρο της Κίρκης σαν χώρο πειρασμού, όπου αναδύονται τα ζωώδη ένστικτα των ανδρών, ο Τζόυς αποφάσισε να χρησιμοποιήσει ως σκηνικό του την περιοχή του Δουβλίνου με τα κόκκινα φανάρια.




Σε ένα υποσυνείδητο έχει λόγο το καθετί. Μιλούν οι καρέκλες, το σαπούνι, οι γλάροι, το πιάνο, οι καμπάνες, τα πάντα. Κυρίως όμως μιλάει ο άνθρωπος που κυριαρχείται από αυτό, δεν μπορεί να κρύψει τίποτα, δεν μπορεί να του επιβληθεί, αυτή τη φορά νιώθει ευάλωτος και αδύναμος. Ο Μπλουμ των έντεκα προηγούμενων κεφαλαίων, ο κυρίαρχος και συνειδητοποιημένος Μπλουμ, σε αυτό το κεφάλαιο διαλύεται και σκορπίζεται, και ο αναγνώστης με υπομονή μαζεύει τα κομμάτια του για να προσθέσει ένα ακόμα ψηφιδωτό στην εικόνα του αγαπημένου του ήρωα! Η αθώα Ναυσικά του 13ου κεφαλαίου γίνεται εδώ πόρνη εξαιτίας του Μπλουμ και παρά τις αρνήσεις του τελευταίου.

ΓΚΕΡΤΥ: Με ό,τι έχω και δεν έχω σε σένα κι εσύ. (Μουρμουρίζει) Εσύ το έκανες αυτό. Σε μισώ.

ΜΠΛΟΥΜ: Εγώ; Πότε; Ονειρεύεσαι. Ποτέ δε σε είδα.

ΓΚΕΡΤΥ: (Στον Μπλουμ) Όταν είδες όλα τα μυστικά του βρακιού του πισινού μου. (Πιάνει το μανίκι του, μυξοκλαίγοντας) Βρομερέ παντρεμένε άνρθωπε! Σε αγαπώ που μου το έκανες αυτό.
 
 Το υποσυνείδητο του Μπλουμ διαστρεβλώνει και αναπλάθει κάθε μία σκέψη του που ξέραμε από τα προηγούμενα κεφάλαια, που τίποτα όμως δεν μας επιτρέπει να αμφιβάλλουμε για την γνησιότητά τους (Το ένστικτο κυβερνά τον κόσμο. Στη ζωή. Στο θάνατο). Στην ουσία αυτές οι σκέψεις είναι περισσότερο αληθινές από τις “αληθινές”, δίνουν όλη την ανθρώπινη ουσία και προετοιμάζουν τον Οδυσσέα-Μπλουμ για την επιστροφή του στην Ιθάκη, όπως ονομάζεται το τρίτο μέρος του βιβλίου που ξεκινάει αμέσως μετά. Στο κεφάλαιο Κίρκη, συναντούμε λοιπόν τον Μπλουμ να κυριαρχείται από κρίσεις μεγαλείου και λίγο μετά να αυτοταπεινώται, με την μορφή ενός λαικού δικαστηρίου της συνείδησης που στήνεται εναντίον του. Την ταπείνωση θα γνωρίσει και στα χέρια της Μπέλλα Κοέν (μιας αρχιπουτάνας, υπαρκτό πρόσωπο της Νυχτερινής Πόλης) μέσω μιας σαδομαζοχιστικής σχέσης που θα υποστεί στα χέρια της (του). Ο Τζόυς βάζει τον ανδρόγυνο Μπλουμ να γίνεται υποχείριο στα χέρια της Μπέλλα η οποία σιγά σιγά αποκτά ανδρική υπόσταση και μετατρέπεται σε Μπέλλο.

ΜΠΛΟΥΜ: Μη γίνεσαι σκληρή, νοσοκόμα! Όχι!

ΜΠΕΛΛΟ: (Στραμπουλώντας) Ακόμη μια φορά!

ΜΠΛΟΥΜ: (Ουρλιάζει) Ω, η κόλαση η ίδια! Κάθε νεύρο στο κορμί μου πονάει σαν τρελό!

ΜΠΕΛΛΟ: (Φωνάζει) Ωραία, μα τον πισωγλέντη στρατηγό! Αυτά είναι τα καλύτερα νέα που άκουσα αυτές τις έξι βδομάδες. Άρπα τη, μη με κάνεις να περιμένω, π' ανάθεμά σε! (Τη χαστουκίζει στο πρόσωπο).

ΜΠΛΟΥΜ: (Κλαψουρίζοντας) Με χτυπάς. Θα το πω...

ΜΠΕΛΛΟ: Κρατάτε τον, κορίτσια, μέχρι να κάτσω οκλαδόν επάνω του.




Αυτό το επειδόσιο απηχεί τον Σάχερ Μαζόχ και το βιβλίο του “Η Αφροδίτη με την γούνα” που ο Τζόυς γνώριζε καλά. Παρότι ο Τζόυς ακολούθησε την πηγή εκ του σύνεγγυς, προχώρησε σε δυο βασικές τροποποιήσεις. Κατ' αρχάς η δική του εκδοχή του Σάχερ Μαζόχ παραπέμπει στο βαριετέ. Και δεύτερον, οι μαζοχιστικές φαντασιώσεις του Μπλουμ εξελίσσονται στο υποσυνείδητό του: μέμφεται τον εαυτό του και τον παρουσιάζει χειρότερο απ' ό,τι είναι, διότι έχει πλήρη συνείδηση ότι στην πραγματικότητα έχει κάνει υπερβολικά πολλές υποχωρήσεις.

Ο Μπλουμ μέσα στο υποσυνείδητό του φέρεται προστατευτικά απέναντι στον επαναστατημένο νεαρό, τον Στέφανο. Αν και στην αρχή του κεφαλαίου, μια νεαρή πόρνη, η Ζωή, τον ρωτά:

ΖΩΗ: (Καχύποπτα) Δεν είστε ο πατέρας, έτσι;

ΜΠΛΟΥΜ: Όχι εγώ.

...στην συνέχεια “αναιρεί” αυτή του την δήλωση μέσω των προστατευτικών κινήσεων απέναντι στον Στέφανο (τον παροτρύνει να μην πίνει πολυ, να φάει κάτι, κτλ). Αυτή η προστασία φθάνει στην κορύφωσή της μαζί με την κορύφωση του κεφαλαίου, όπου ο Στέφανος απειλείται από έναν στρατιώτη ο οποίος πιστεύει ότι πρόσβαλε την κοπέλα του. Ο  Τζόυς χρησιμοποιεί υπέροχα και το γεγονός ότι μετά τον Πόλεμο των Μπόερς διάφοροι στρατιώτες έβρισκαν παρηγοριά στις αγκάλες της Νυχτερινής Πόλης. Μάλιστα, εκείνη την εποχή ο Γκόγκαρτι (ο Μπακ Μάλλιγκαν του Οδυσσέα) είχε δημοσιεύσει ένα ποίημα γεμάτο συναισθηματισμό για τους ήρωες του πολέμου, που οι πρώτες λέξεις κάθε στίχου όμως σχημάτιζαν την ακροστιχίδα “Θα βρουν δουλειά οι πόρνες”, πράγμα που ήταν αρκετό για να κλείσει η εφημερίδα, όπως μας πληροφορεί ο Έλμαν. Μαζί με την μετέωρη προσβολή προς την κοπέλα του, ο στρατιώτης θίγεται για την ακόμα μεγαλύτερη προσβολή προς τον βασιλιά του.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] (Χτυπάει ελαφρά το κούτελό του) Αλλά μέσα εδώ είναι που πρέπει να σκοτώσω τον ιερέα και τον βασιλιά.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: (Ελευθερώνεται και βγαίνει μπροστά) Τι είναι αυτά που λες για τον βασιλιά μου;

[...]

ΣΤΕΦΑΝΟΣ: [...] Καταλαβαίνω την άποψή σου, αν και εγώ δεν έχω ο ίδιος βασιλιά προς το παρόν. [...] Εσύ πεθαίνεις για την πατρίδα σου. [...] Όχι ότι σου το εύχομαι. Αλλά εγώ λέω: Ας πεθάνει η πατρίδα μου για μένα.

[...]

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΚΑΡ: [...] Θα του τσακίσω το σβέρκο οποιανού γαμιά πει μια λέξη για τον γαμημένο μου βασιλιά.

Σ' αυτό το σημείο ο Τζόυς ανακαλεί ένα αληθινό περιστατικό όπου ο Μπλέηκ έδιωξε δυο στρατιώτες από τον κήπο του παρ' όλες τις διαμαρτυρίες τους ότι ως στρατιώτες του βασιλιά δεν έπρεπε να έχουν τέτοια μεταχείριση. Τους αποκρίθηκε ή φέρεται ότι τους αποκρίθηκε, “Ο διάβολος να τον πάρει τον βασιλιά”. Μπλουμ και Στέφανος αντιτάσσονται στην σκληρότητα με την καλοσύνη, ο Στέφανος με την διανοητική του υπεροχή (Αυτός προσβάλλει την νοημοσύνη μου) και ο Μπλουμ με την σθεναρή απόρριψη της σκληρότητας και της βίας (βλέπε Κύκλωπες). Αυτό είναι σταθερό μοτίβο στο βιβλίο του Τζόυς και έχει σαφώς την πηγή του στον Μπλέηκ (Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του Μπλέηκ για την άλωση της τυραννίας με όπλο τη φαντασία). Σύμφωνα με τα λόγια του Έλμαν, ο Τζόυς, ο Στήβεν και ο Μπλουμ συμμερίζονται τη φιλοσοφία της παθητικότητας στην δράση, της ενεργητικότητας στη σκέψη και της εμμονής στις πεποιθήσεις.




Κάπου το έχω ξαναπεί αυτό αλλά δεν βλάπτει μια επανάληψη. Η καλύτερη ανάγνωση του Οδυσσέα είναι πάντα η δεύτερη! Τα περισσότερα κεφάλαια του Οδυσσέα τα διάβασα δύο φόρες και πάντα ένιωθα μια μικρή αποκάλυψη. Μια αίσθηση ότι η λογοτεχνία του Τζόυς ξεδιπλώνει τα θέλγητρά της πολύ καλύτερα έτσι. Μια συνωμοσία, ένα μασονικό νεύμα ανάμεσα σε μένα (τον αναγνώστη) και στο μεγάλο Διδάσκαλο που επιβεβαιώνει την βαθιά μας ένωση και αφήνει όλους εκείνους τους τεμπέληδες της μιας φοράς, έξω από τη μέθεξη. Η δεύτερη ανάγνωση κάνει τις συνδέσεις καθαρότερες, την ενόραση βαθύτερη και την διασκέδαση απόλυτη! Σε ένα πισωξεφύλλισμα της Κίρκης, ο Μπλουμ φαντάζεται τον πατέρα του να του λέει:

ΡΟΥΝΤΟΛΦ: (Αυστηρά) Κάποια νύχτα θα σε κουβαλάνε σπίτι μεθυσμένο σαν σκυλί έτσι που ξοδεύεις τα ωραία σου λεφτά.

Αυτό το απόσπασμα ήταν πολύ στην αρχή και ήταν σχεδόν αδύνατο να το θυμάμαι μετά από 180 σελίδες ψυχεδελικών φαντασιώσεων. Όταν όμως στο τέλος του κεφαλαίου, ο μεθυσμένος Στέφανος εμπλέκεται σε καβγά με τους στρατιώτες για τις προσβολές στην νεαρή πόρνη και τον βασιλιά, ο Μπλουμ βρίσκεται εκεί σαν στοργικός πατέρας που θέλει να τον προστατεύσει.

ΜΠΛΟΥΜ: (Τρέχει στον Στέφανο) Έλα μαζί μου τώρα πριν συμβεί κάτι χειρότερο. Να το μπαστούνι σου.


Ο Στέφανος δέχεται τελικά μερικές γροθιές και κείτεται στο δρόμο μεθυσμένος, με τον Μπλουμ να τον φροντίζει και να ετοιμάζεται να τον πάει σπίτι. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, η τελευταία φαντασίωση που περνά από το μυαλό του Μπλουμ είναι ο νεκρός (μόλις 11 ημερών) γιος του Ρούντυ, ο γιος που δεν απέκτησε ποτέ και μοιάζει να αντικαθιστά αυτόν τον ρόλο ο νεαρός Δαίδαλος.

Η Κίρκη είναι ένα θεσπέσιο κεφάλαιο που σε πολλούς ενδεχομένως να φανεί και γελοίο. Άλλωστε, από το θεσπέσιο μέχρι το γελοίο δεν είναι παρά ένα βήμα. Σίγουρα όμως μέσα στα πάμπολλα ετερόκλητα περιστατικά του, γεννάται η ίδια η ουσία του Οδυσσέα, η αποτίναξη της σκληρότητας και η νίκη της καλοσύνης. Η συνειδητοποίηση του ανθρώπου. Η συνειδητοποίηση του εαυτού μας.


ΣΤΕΦΑΝΟΣ: (Απότομα) Αυτό που πήγε μέχρι το τέλος του κόσμου για να μη διασχίσει τον εαυτό του. Θεός, ήλιος, Σαίξπηρ, ένας περιοδεύων εμπορικός αντιπρόσωπος, έχοντας αυτός ο ίδιος διασχίσει στην πραγματικότητα τον εαυτό του, καθίσταται ο ίδιος ο εαυτός.



                                                                     Μαραμπού





"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098


5/7/16

Οι φυλές των Eλλήνων βιβλιόφιλων



Κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός. Κάθε αναγνώστης, ανάλογα με το παρελθόν, τις προτιμήσεις, τη ζωή του και το μυαλό που κουβαλάει, διαβάζει με διαφορετικό τρόπο, άλλα βιβλία. Όμως για την πλάκα του πράγματος- και την χαριτωμένη αυταπάτη πως μπορείς να χωρέσεις τους ανθρώπους σε καλούπια- θα σας γράψω σήμερα τις βασικές κατηγορίες των αναγνωστών. Τόσα χρόνια στο λογοτεχνικό κουρμπέτι, μετά από τέτοια μακραίωνη πείρα, ιδού οι 10 βασικοί τύποι:


1. Η κυρία με τα ροζ


Μπαίνει στο βιβλιοπωλείο και αγνοεί επιδεικτικά τους πάγκους, τους φορτωμένους με δοκίμια, μεταφρασμένα αριστουργήματα, graphic novels, ελληνική λογοτεχνία αξιώσεων και ρωτάει – χωρίς να ξέρει φυσικά τον τίτλο, την υπόθεση κτλ και δίχως να την νοιάζει: «Το τελευταίο της Μαντά το έχουμε; Εγώ θέλω κάτι ελαφρύ για τον ύπνο, αλλά να ξέρεις είμαι μεγάλη βιβλιόφιλη, διαβάζω τουλάχιστον τρία βιβλία τον μήνα». 






2. Ο φετιχιστής

Ξέρει πριν από σένα, για σένα, και σου στέλνει μήνυμα να το φέρεις, πότε θα εκδοθεί το επόμενο παγκόσμιο αριστούργημα, που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα στα Ελληνικά. Δεν διαβάζει συγγραφείς αν δεν έχουν πεθάνει. Κι αν έχουν πεθάνει, καλό θα ήταν να είναι πεθαμένοι καμιά 50αριά χρόνια. Αγαπάει τα βιβλία όπως τη ζωή του, δεν αφήνει να του τα πειράζουν, δεν τα δανείζει, τα κρατάει αρχειοθετημένα, τα καταγράφει σε καρτέλες, στην ελληνική, την αγγλική, την γαλλική μετάφραση και στο πρωτότυπο. Αν είσαι εκδότης, καλά θα κάνεις να τον προσεγγίσεις. Είναι ο μόνος που μπορεί να σου πει τι μπορεί πραγματικά να πουλήσει από ποιοτική λογοτεχνία στην Ελλάδα. 

3. Ένα παιδί με μούσια



Διαβάζει fantasy, νεανική λογοτεχνία, λατρεύει comics, graphic novels, τον Τομ Ρόμπινς, τον Ντάγκλας Άνταμς και τον Κωστάκη τον Ανάν. Βλέπει σειρές μετά μανίας και βασικός του φόβος είναι πως θα πεθάνει ο R.R.Martin πριν γράψει το γαμημένο το έκτο. Αν τελικά αυτό γίνει, θα αιτηθεί να τον βαλσαμώσουν για να προσκυνά το πασουμάκι του. 





4. Ο παρεάκιας

Η αλήθεια είναι πως δεν διαβάζει πολύ. Αλλά θα ήθελε να διαβάζει πολύ. Στην πραγματικότητα του αρέσουν οι άνθρωποι που διαβάζουν πολύ, να τους ακουμπά, να τους ακούει, να τους μυρίζει, να τους αισθάνεται. Τα φτιάχνει με βιβλιόφιλους για να λέει μετά πως έχει διαβάσει τα βιβλία που διάβασαν αυτοί το καλοκαίρι. Με τηλεπάθεια. 

5. Ο Λεσχάκιας

Είναι μέλος σε τρεις Λέσχες Ανάγνωσης και συντονιστής σε δύο. Αλλά όταν του προτείνει ένα ακόμα βιβλιοπωλείο να συντονίσει μια τρίτη, δεν θα πει ποτέ όχι.







6. Ο δοκιμιάκιας

Είναι αυστηρός. Αυτός δεν διαβάζει αηδίες που βγάζουν κάτι τύποι από το κεφάλι τους, διαβάζει ιστορία, και φιλοσοφία και επιστήμη. Στην ξαπλώστρα θα τον δεις το λιγότερο με έναν Καστοριάδη. Για την ευκολία του. 

7. Ο κουλτουριάρης

Αυτός δεν κάνει παρέα με όποιους κι όποιους. Αν δεν έχεις διαβάσει- ή έστω δεν διατείνεσαι πως έχεις διαβάσει- όλον τον Προυστ (και τους 7 τόμους), τον Οδυσσέα και τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες, ούτε που θα σε πλησιάσει. Παλιομίασμα.

8. Ο σποιλεράς


Σου λέει- ή σου γράφει- την γνώμη του για το βιβλίο. Σου λέει την πλοκή περίπου ως τα ¾. Μερικές φορές και τον δολοφόνο. Παίρνεις μια κατάνα. Τον σκοτώνεις. Τώρα ξέρεις και εσύ τον δολοφόνο. 







9. Ο εραστής της τελευταίας σελίδας

Αυτός ο τύπος αντί να διαβάσει οπισθόφυλλο, κριτικές και να μυρίσει το βιβλιαράκι, γυρίζει στην τελευταία σελίδα να δει την τελευταία φράση για να αποφασίσει αν θα το πάρει. Φυλαχτείτε, θα θέλει να ξέρει πως θα τελειώσει η σχέση σας, πριν καν αρχίσει. 

10. Ο πολυγαμικός

Δεν μπορεί να αποφασίσει ποιο θα πάρει. Τα παίρνει όλα. Τα αρχίζει μαζί. Έχει πέντε ανοιχτές μυθιστορηματικές πληγές στο κομοδίνο του. Παράλληλα δυο συλλογές διηγημάτων και τρία δοκίμια. Τον συμπονώ. 

Και για το τέλος ο πιο σοβαρός αναγνώστης, αυτός που είναι μέσα στην καρδιά μου, και εκεί που ανήκω κι ΕΓΩ. 

11. Ο σαβούρας

Διαβάζει ο,τι πέσει στα χέρια του, από τις ετικέτες στα σαμπουάν, ως την επιστημονική φαντασία, τα αστυνομικά, την βαριά κουλτούρα, τα δοκίμια, τα comics, δεν ζει και δεν ανασαίνει χωρίς γραπτό κείμενο. Ξεκινάει καινούριο βιβλίο το μεσημέρι, αν το προηγούμενο έχει τελειώσει το πρωί. Έχει πάντα βιβλίο στην τσάντα του, δυο τρία e-pubs στο κινητό του, χιλιάδες κατεβασμένα στο τάμπλετ. Έτσι ξεπερνάει τους κινδύνους. Γιατί δέκα λεπτά στο λεωφορείο χωρίς βιβλίο μπορεί και να του προκαλέσουν εγκεφαλικό.






                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




Υ.Γ. 42 Αν δεν αναγνωρίσατε τον εαυτό σας σε κανέναν τύπο, μην φοβάστε. Είναι που δεν γουστάρετε τα κλισέ.