27/1/15

«Ο ποταμός της μνήμης», Richard Powers


Άνθρωποι που ψάχνουν να ορίσουν τον εαυτό τους είναι οι ήρωες του Ρίτσαρντ Πάουερς στο εξαιρετικό μυθιστόρημα «Ο ποταμός της μνήμης». Με αφορμή την νευροπαθολογία που τόσο αγαπά ο συγγραφέας, ο Πάουερς γράφει ένα βιβλίο βασισμένο στο μυστήριο του εγκεφάλου, των ανθρώπινων αντιδράσεων και τελικά της ζωής.

Ο Μαρκ, εργάτης σε σφαγείο, παθαίνει ένα φρικαλέο ατύχημα που τον αφήνει με βαρύτατες εγκεφαλικές κακώσεις. Δίπλα του από την πρώτη στιγμή θα είναι η αδελφή του Κάριν που παρατά τη ζωή της- την δουλειά και το σπίτι της- για να τον περιθάλψει. Όταν εκείνος θα συνέλθει, θα αναγνωρίσει τους πάντες και τα πάντα, εκτός από την αδελφή του που νομίζει πως σκοτεινές δυνάμεις την έχουν αντικαταστήσει με την σωσία της. Σύνδρομο Κάπγκρας.

«Για κάποιον ασαφή λόγο δεν ταιριάζετε με την εικόνα που έχει για εσάς. Ξέρει ότι έχει αδελφή. Θυμάται τα πάντα σχετικά με σας. Ξέρει ότι της μοιάζετε, ότι ενεργείτε σαν αυτήν, ότι ντύνεστε όπως αυτή. Απλώς πιστεύει πως δεν είστε αυτή.»

Η Κάριν, που ήταν έτσι κι αλλιώς πολύ ανασφαλής μιας και αυτή κι ο Μαρκ μεγάλωσαν σε μια οικογένεια θεότρελη, δεν μπορεί με τίποτα να αποδεχτεί την κατάσταση. Νιώθει παγιδευμένη στην φροντίδα ενός ασθενούς που δεν την συμπαθεί καν. Ο φίλος της ο Ντάνιελ, με τον οποίο «τα είχανε» παλιά και ξαναβρέθηκαν λόγω της κατάστασης, θα της δώσει βιβλία εκλαϊκευμένης νευροψυχολογίας κι έτσι θα γνωριστεί με τον πασίγνωστο γιατρό Βέμπερ. Ο Βέμπερ βρίσκεται σε καμπή στην καριέρα του, έχοντας μόλις λάβει τις πρώτες αρνητικές κριτικές για βιβλίο του. Όλοι μαζί, και η μυστηριώδης βοηθός νοσοκόμα Μάγκυ που θέλει να βοηθήσει πολύ, θα χαθούν στην αναζήτηση του εαυτού τους και του περιβάλλοντος, πασχίζοντας να βάλουν τα πράγματα σε μια σειρά. Στο φόντο οι γερανοί στον ποταμό Πλατ της Νεμπράσκα κινδυνεύουν να χάσουν και τον τελευταίο τους βιότοπο.

«Γερανοί κατεβαίνουν καθώς νυχτώνει. Σαν στριφογυριστές, χαλαρές κορδέλες στον ουρανό. Δέκα δέκα έρχονται από όλα τα σημεία του ορίζοντα με το σούρουπο. Πλήθη από καναδικούς γερανούς μαζεύονται στο ποτάμι που ξεπαγώνει, στις πλατωσιές, βοσκώντας, χτυπώντας τις φτερούγες τους, κρώζοντας το πρώτο κύμα μιας μαζικής εκκένωσης. Ολοένα κι άλλα πουλιά κατεβαίνουν με τον κόκκινο αέρα να αντηχεί απ’ τις κραυγές τους»  

Το μυθιστόρημα ακολουθεί αργό ρυθμό, απαιτητικό, το οικολογικό μοτίβο του είναι ποιητικό και πολιτικό μαζί, τα θέματα μεγάλα κι αναπάντητα. Πέρα από την ίδια την  κάκωση και το ενδιαφέρον για έναν εγκέφαλο που νοσεί και κατανοεί μιαν άλλη πραγματικότητα, διαφορετική από του υγιούς, βλέπουμε και εγκεφάλους τυπικά υγιείς που δεν μπορούν παρά να δουν αυτό που συμβαίνει από το δικό τους πρίσμα. Η Κάριν- με την οποία θα ταυτιστεί κάθε άνθρωπος που ποτέ έχει περιθάλψει βαθιά ασθενή-  δεν μπορεί να ορίσει τον εαυτό της μακριά από την ασθένεια του αδελφού της, νιώθει πως δεν δικαιούται να είναι ευτυχισμένη ή να μην αλλάξει τη ζωή της, όσο ο δικός της άνθρωπος υποφέρει. Από την άλλη, κάποια στιγμή συνηθίζει τόσο την κατάσταση που προτιμά να έχει ο Μαρκ θεοποιημένη την παλιά της εικόνα από το να την αναγνωρίσει ξανά και να αρχίσουν οι επιτιμήσεις.

Ο Βέμπερ, βαθιά στην μέση ηλικία, ψάχνεται επαγγελματικά και προσωπικά, δεν ξέρει αν πρέπει να μείνει στο παλιό, ασφαλές και δοκιμασμένο ή να πάρει γεύση από το καινούργιο. Κι αυτό το καινούργιο τι θα είναι. Κι ο Μαρκ- που δεν ήταν το καλύτερο παιδί, ούτε κάνα τζιμάνι εξαρχής- πασχίζει μέσα στην θολούρα της εγκεφαλικής κάκωσης να βρει έναν εαυτό, νέο ή παλιό αδιάφορο.

Το μυθιστόρημα είναι πυκνογραμμένο, υπέβαλλε σε μένα να το διαβάζω κοντά δέκα μέρες, χωρίς απιστίες πολλές, να το κρατώ σαν γιατρικό και βάλσαμο για τις λίγες στιγμές κάθε μέρα που μου περίσσευαν. Η γραφή του Πάουερς είναι τριτοπρόσωπη αλλά κάθε φορά αλλάζει οπτική και ήρωα, το βιβλίο αν και κυλά γραμμικά έχει μια πολύ ρευστή σχέση με τον χρόνο που άλλοτε διαστέλλεται, κι άλλοτε συστέλλεται· όπως και στην πραγματική ζωή. Το απόλαυσα, το κατέταξα μέσα μου πολύ γρήγορα στα σημαντικά βιβλία τούτης της χρονιάς και φαντάζομαι πως θα το σκέφτομαι και στο μέλλον.

«Ο ποταμός της μνήμης», Ρίτσαρντ Πάουερς, μετ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Εστία, σελ 577, 2014



Υ.Γ. 42 Η γραμματοσειρά της έκδοσης είναι εξαιρετικά μικρή, ώρες ώρες αναρωτιόμουν αν ανέβασα πρεσβυωπία. Αν ένα βιβλίο είναι να βγει 1000 σελίδες, εγώ θα το άφηνα να βγει. Στριμώχνοντας 350 λέξεις στην σελίδα κανονικού μεγέθους δεν κατορθώνεις τίποτα άλλο εκτός από τον εκνευρισμό του αναγνώστη.

Y.Γ. 42-42 Η μετάφραση είναι εξαιρετικά προσεγμένη, σε ένα βιβλίο δύσκολο, γεμάτο ιατρικούς όρους, ενώ το ολιγόλογο σημείωμα του μεταφραστή στην αρχή του βιβλίου βάζει τα πράγματα στη θέση τους.


23/1/15

"Η δεύτερη ευκαιρία", Henry James



5550 λέξεις, ένα μεγάλο διήγημα είναι στην ουσία «Η δεύτερη ευκαιρία» του Χένρυ Τζέημς. Είναι όμως τέτοια η πυκνότητα του λόγου και των συναισθημάτων που θα νόμιζε κανείς πως πρόκειται για πολύ μεγαλύτερο κείμενο. Με την γνωστή στρυφνάδα του- που η μετάφραση της Καρολίνα Μέρμηγκα σοφά επιλέγει να διατηρεί όσο της πρέπει- ο Τζέημς γράφει ένα σφιχτοδεμένο αριστούργημα. 

«Η εξέλιξή του υπήρξε αφύσικα, σχεδόν τραγελαφικά αργή. Τον είχαν εμποδίσει και καθυστερήσει οι εμπειρίες, και για μακρές περιόδους απλώς προχωρούσε στα σκοτεινά. Απαιτήθηκε υπερβολικά μεγάλο κομμάτι της ζωής του για να δημιουργήσει υπερβολικά μικρό κομμάτι της τέχνης του. Η τέχνη είχε έρθει, αλλά είχε έρθει μετά από όλα τα άλλα. Με τέτοιον ρυθμό μια πρώτη ζωή ήταν πολύ μικρή- αρκούσε μόνο για να συλλέξει κανείς το υλικό του· έτσι ώστε για να αποδώσει καρπούς, για να μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτό το υλικό, κάποιος χρειάζεται και δεύτερη ζωή, μια παράταση. Για αυτή την παράταση αναστέναζε ο καημένος ο Ντένκομπ. Καθώς γύριζε τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του μουρμούρισε: «Αχ, να μπορούσα να προσπαθήσω πάλι- αχ, να χα μια δεύτερη ευκαιρία».

Ο Ντένκομπ είναι ένας συγγραφέας στην ωριμότητά του, που πάσχει από μια θανατηφόρο ασθένεια, κι έχει στα χέρια του το τελευταίο του βιβλίο. Σε αυτό βλέπει πως επιτέλους έχει αρχίσει να γράφει καλά κι εύχεται να είχε μια ζωή ακόμα, να προλάβαινε να δώσει το πραγματικά αριστουργηματικό έργο που δεν έχει γράψει. Έτσι όπως στοχάζεται στην εξοχή, βλέπει τρεις ανθρώπους, μια ευτραφή κυρία και δύο νεαρούς- μια κοπέλα κι ένα αγόρι- που την συντροφεύουν. Ο άντρας, ο δρ. Χιού, αποδεικνύεται φανατικός θαυμαστής του κι από το μυαλό του Ντένκομπ περνά πως ίσως και να μπορεί να τον γιατρέψει. Αλλά… δεύτερη ζωή δεν έχει. 

Το βιβλιαράκι ασχολείται με την ζωή, την δημιουργία, τον θάνατο, την απελπισία της αρρώστιας, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, με τα μεγάλα και τα μικρά. Και την ελπίδα, την θέληση για ζωή ακόμα κι όταν νιώθεις πως έχει τελειώσει. Η απόγνωση του καλλιτέχνη που αισθάνεται κάθε φορά πως αυτό δεν είναι το αριστούργημα που μπορεί να δώσει, περιγράφεται με τέτοια γλαφυρότητα που είμαι σίγουρη πως θα την νιώσουν ακόμα κι αυτοί που ποτέ δεν έχουν επιχειρήσει να γράψουν τίποτα. Για εκείνους όμως που κάτι προσπαθούν να γράψουν ή να πουν, είναι η έκφραση όλων όσων φαντάζουν δύσκολο έστω και να αρθρωθούν στον εαυτό μας. 


«Η δεύτερη ευκαιρία», Χένρυ Τζέιμς, μετ. Καρολίνα Μέρμηγκα, εκδ. Μελάνι, 2014, σελ. 90

Υ.Γ. 42 Η μετάφραση και το επίμετρο της Καρολίνας Μέρμηγκα μοιάζουν εξαιρετικά και η έκδοση είναι γλυκιά και προσεγμένη. 




20/1/15

Μπουκτοξμπλουζάκια


Η κουβέντα ούτε θυμάμαι πως ξεκίνησε. Πάντως μια μέρα που ο δημοσιογράφος, blogger και φίλος Γιάννης Καφάτος καθόταν για καφέ στο Booktalks, το πήραμε απόφαση. Θα κάναμε μπλουζάκια με λογοτεχνικά αποφθέγματα. Εγώ, ο Γιάννης και ο Librofilo διαλέξαμε τις φράσεις - εκτός από μια που βγήκε έπειτα από τις δικές σας προτάσεις σε τούτο δω το blog. O Γιάννης ανέλαβε το εικαστικό- είναι καλλιτέχνης, πως να το κάνουμε- και στα γενέθλια του βιβλιοπωλείου στις 5 Δεκέμβρη τα μπλουζάκια κάναν θραύση. Αν θέλετε να αγοράσετε ένα κι εσείς, στείλτε μας μήνυμα στην σελίδα του Booktalks στο facebook, πάρτε μας τηλ στο 2109802520 ή ελάτε να τα πούμε από κοντά (Αγ. Αλεξάνδρου 58 και Αρτέμιδος 47 στο Π. Φάληρο).


1. All that we see or seem is but a dream within a dream  - E.A.Poe



2. Διαβάστε για να ζήσετε – Γκ. Φλωμπέρ




3. Δε με ενδιαφέρουν τα μυστικά των άλλων.
Με ενδιαφέρουν οι εξομολογήσεις τους – Αλμπέρ Καμύ




4. Η απάντηση ειναι ο Άνθρωπος, όποια κι αν είναι η ερώτηση – Λουί Αραγκόν





5. Πάντα ονειρευόμουν τον Παράδεισο σαν ένα είδος βιβλιοθήκης – Χορχέ Λουίς Μπόρχες



6. Ο θάνατος θα ΄ρθει, θα ΄χει τα μάτια σου – Cesare Pavese



7. Η κόλαση είναι άδεια και όλοι οι διάβολοι είναι εδώ – Γ.Σαίξπηρ



8. Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail Better – S. Beckett




9. 42 the answer to the ultimate question of life, the universe and everything
Douglas Adams




10. Go ask Alice  (Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων)


11. D' ya see him? Cried Ahab (Μόμπυ Ντικ)








19/1/15

"Εθιστική επιστημονική φαντασία δίχως εκπτώσεις, για όλους - The Martian, του Andy Weir" του Παναγιώτη Κροκιδά




Ο Weir με αυτό του το πρώτο βιβλίο, έγραψε το sci-fi βιβλίο της χρονιάς – ένα μυθιστόρημα γραμμένο με εξωφρενική επιστημονική ακρίβεια, ευανάγνωστο, πιασάρικο που μπορεί να διαβαστεί από τον οποιοδήποτε. Κοντολογίς, μούσα έμπνευσης τον επισκέφτηκε.

   Μα τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία; Μια διαπλανητική αποστολή στον Άρη πάει στραβά, το πλήρωμα φεύγει άρον-άρον, αφήνοντας πίσω τον δύστυχο Mark Watney, θεωρώντας πως είναι νεκρός. Μόνο που δεν είναι. Και πρέπει να επιβιώσει μόνος του, στον αφιλόξενο, κόκκινο πλανήτη. Εκεί ξεκινάει μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου. Ο πρωταγωνιστής επιστρατεύει όλες τους επιστημονικούς κλάδους, χημική μηχανική, μηχανολογία, γεωπονία, φυσική, χημεία, μαθηματικά, για να επιβιώσει. Παίζει στα δάχτυλα τις θετικές επιστήμες με ευρηματικότητα, προσπαθώντας να λύσει τα μυριάδες προβλήματα επιβίωσης, να αντιμετωπίσει τα ατυχήματα και να υπερκεράσει τα εμπόδια που του βάζει ο ανελέητος Άρης. Δεν θα πρέπει να κάνει εντύπωση η ετοιμότητα και οι γνώσεις ενός αστροναύτη – είναι σπουδαγμένοι και εκπαιδευμένοι, ειδικευμένοι σε πάνω από ένα γνωστικά πεδία, έτοιμοι για ακραίες περιπτώσεις. Φυσικά, ο Μαρκ κάνει τον Μαγκάιβερ να φαντάζει αδέξιο μαστορόπουλο, μα η λογοτεχνία θέλει τους ήρωες της για να μας πει όμορφες ιστορίες – άλλωστε δε διαβάζουμε για να επιδιώκουμε το καλύτερο και να αποστρεφόμαστε το χειρότερο;


   Όλα αυτά δεν είναι παρά μόνο η αρχή σε αυτό το εξωφρενικά εθιστικό μυθιστόρημα, αμιγούς «σκληρής» επιστημονικής φαντασίας, όπως λέγεται το αληθοφανές παρακλάδι του είδους, και το οποίο είναι γεμάτο ανατροπές και εξελίξεις που κρατάνε αμείωτο το ενδιαφέρον. Η αγάπη του συγγραφέα για το διάστημα και την λογοτεχνία τον έκανε να ξεκινάει να μελετάει για την συγγραφή του βιβλίου. Μάλιστα, σε συνέντευξη του, αναφέρει πως όταν τα μαθηματικά στο χέρι δεν ήταν αρκετά, προγραμμάτισε προσομοιωτές αντίστοιχους με της ΝΑΣΑ για να υπολογίσει τις τροχιές πτήσεων. Το βιβλίο είναι άθλος, σε κάνει να απορείς πώς το έγραψε μόνος του ο Weir. Ο ίδιος σε συνέντευξή του –που μπορείτε να ακούσετε εδώ- λέει πως σε κάποια σημεία είχε την βοήθεια και τις υποδείξεις των αναγνωστών την περίοδο που ανέβαζε ελεύθερα κεφάλαια του βιβλίου στο ίντερνετ– γεγονός που δε μειώνει την αξία του. Η δε γλώσσα του είναι αυτή που του πρέπει: απλή, ακριβής, σβέλτη, δίχως φτηνά τεχνάσματα. Σίγουρα επικαλείται το συναίσθημα, μέσω αιφνιδιασμών και ανατροπών, αλλά τι διάολο! Περιπέτεια είναι. Τουλάχιστον σέβεται τον αναγνώστη και δεν υποπίπτει σε αυτές τις εκνευριστικές, γλυκανάλατες εξάρσεις που τόσο λατρεύουν οι εμπορικοί Αμερικάνοι (βλ. Νταν Μπράουν). Για πρώτο βιβλίο, συγχαίρω τον συγγραφέα για την εγκράτεια και την οικονομία στο λόγο.

   Το βιβλίο ήδη το γράπωσε το Χόλιγουντ, την σκηνοθεσία ανέλαβε ο ειδήμων περί επιστημονικής φαντασίας, Ridley Scott (Blare Runner, Alien, Prometheus), με πρωταγωνιστή τον Matt Damon.

   Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί –αυτό αφιερωμένο σε όλους τους συγγραφείς που συναντούν τις εκδοτικές πόρτες ερμητικά κλειστές- πως το βιβλίο απορρίφθηκε από τους οίκους. Ο Weir δεν το έβαλε κάτω. Το ανέβασε στο ίντερνετ σε κεφάλαια. Από ‘κει και πέρα πήρε την πορεία του, αποκτώντας φήμη και τελικά πέτυχε συμβόλαιο πολλών εκατομμυρίων δολαρίων.

Διαβάστε το. Θα ικανοποιήσει όλους τους αναγνώστες, ακούγεται πολύ και θα γυριστεί –με αξιώσεις- ταινία. Τι άλλο θέλετε;

Καλή ανάγνωση!




                                                                                      Παναγιώτης Κροκιδάς

18/1/15

Πως η μικρή Κατερινούλα έγινε και ραδιοφωνατζού (εκτός από μάνα ρέιβερ)





Τώρα που έχουμε φτάσει αισίως στις 15 εκπομπές και για τις επόμενες 2 εβδομάδες δεν θα έχει «Διαβάζοντας@amagi» λόγω των εκλογικών μαραθωνίων του σταθμού αξίζει νομίζω μια αποτίμηση της εμπειρίας. Έτσι για το γαμώτο του πράγματος.

Εκείνη την όμορφη καλοκαιρινή μέρα που μου έστειλε ο πολυχρονεμένος μας Καναλάρχης Κυριάκος Αθανασιάδης ένα inbox για να με ρωτήσει αν θα ενδιαφερόμουν να κάνω εκπομπή βιβλίου στον amagi, του απάντησα σχεδόν αμέσως ναι. Ούτε κόνξες, ούτε τίποτα. Σαν άκουσα βέβαια πως θα ήμουν μαζί με την Τίνα Μανδηλαρά που κείμενά της στην lifo διάβαζα, αλλά δεν την ήξερα, κάπως μούδιασα. Δεν έπρεπε. Από την πρώτη μας συνάντηση φάνηκε πως με την Τίνα «το είχαμε»· ταιριάζουμε σαν άνθρωποι, έχουμε την ίδια τρέλα στο βλέμμα, πως το λένε. Μου έκανε και της έκανα. 


Αποφασίσαμε με συνοπτικές διαδικασίες να την πούμε "Διαβάζοντας" γιατί για να είμαι ειλικρινής δεν άντεχα να χειριστώ ένα ακόμα γκρουπ στο facebook, από την στιγμή που υπήρχε ήδη το γκρουπ του blog. A, και για να διασφαλίσω πως τουλάχιστον τρεις άνθρωποι θα μας άκουγαν στην πρώτη μας εκπομπή.

Την θυμάμαι έντονα αυτήν την πρώτη. Δεν είχα ξαναδεί  κονσόλα στην ζωή μου (ψέμα, είχα πάει 2 φορές καλεσμένη στην εκπομπή του Librofilo αλλά ήμουν τόσο ψαρωμένη που μόνο τα κουμπιά που πάταγε δεν κοιτούσα) και το μικρόφωνο με τρομοκρατούσε. Όταν τελείωσε η δοκιμασία ήμασταν σαν δυο ζαλισμένα κοτόπουλα. Να είναι καλά ο Κυριάκος που μας ενθάρρυνε με αγάπες λουλούδια και φιλάκια, γιατί διαφορετικά μπορεί να τα είχαμε παρατήσει.

Στις 2  πρώτες εκπομπές χρειαστήκαμε την συνδρομή του Βασίλη Γουδέλη να μας κάνει ήχο. Κι έπειτα ο Βασίλης δεν μπορούσε, πέσαμε στην τρίτη εκπομπή στα βαθιά, ανάθεμα αν ρώτησα δυο πράγματα τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη που είχαμε εκείνη την μέρα καλεσμένο, είχα ερωτευτεί τα κουμπάκια.  

Στην πορεία η Τίνα έμπλεξε με όλο και περισσότερες δουλειές κι άρχισε να δυσκολεύεται να τηρήσει τα ραντεβού της Κυριακής. Στεναχωρήθηκα, δεν το κρύβω, την παρακάλεσα, την απείλησα, την καλόπιασα. Απλά δεν προλάβαινε. Κράτησα την εκπομπή μόνη (προς το παρόν, ελπίζω πως από άνοιξη και μετά που θα είναι πιο λάσκα,  θα αναθεωρήσει). Και μια φιλία δυνατή. Αυτά κράτησα. Και την ευτυχία να 'χω δει το πιο γαμάτο τατού για τον Κάφκα από κοντά. 

Δεκαπέντε εκπομπές μετά, ξέρω. Το ραδιόφωνο είναι λατρεία και έξη. Η εκπομπή έχει αρχίσει να γίνεται όλο και πιο σημαντική για μένα, μέχρι κι η φωνή μου με εκνευρίζει ολοένα και λιγότερο. Γνωρίζω ανθρώπους του λογοτεχνικού χώρου, με σπρώχνει να διαβάσω όλο και περισσότερο, την αγαπώ όσο την ετοιμάζω, την λατρεύω όσο την κάνω, μου αρέσει  να ψαχουλεύω λεπτομέρειες, να προετοιμάζω το υλικό. Ξύπνησε ο ψυχαναγκασμός μέσα μου. Άσε που σαν να κούμπωσα πάνω στα κουμπάκια της κονσόλας, σαν να έγινε κομμάτι της καθημερινότητάς μου αναπόσπαστο. Κι ένα έχω να πω, αν τις σπάνιες φορές που βάζω εγώ μουσική βάζω κάναν Μπακιρτζή και κανέναν Πασχαλίδη παραπάνω, βρήκα ήδη (γυναίκες είναι η αλήθεια) που με υποστηρίζουν μέχρι και για αυτές τις επιλογές μου.