19/8/14

Στο νησί με δυο μικρά






Γυρίσαμε αισίως από ένα δεκαήμερο διακοπών στην Ζάκυνθο. Στο εξοχικό των γονιών του Β. βεβαίως, σχέδιο στο οποίο καταλήξαμε έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον Βούδα μου- στην αρχή έμοιαζε σχεδόν ιδανικό το να μην πάμε πουθενά με ένα μωρό 9 μηνών κι ένα νήπιο, μετά εγώ φρικάρισα στην ιδέα να μην κάνω διακοπές μια τόσο δύσκολη χρονιά.

Ταξιδέψαμε ως την Κυλλήνη με δυο αμάξια, στο ένα το 4χρονο σκιουράκι και ο μπαμπάς του, στο άλλο εγώ, το κοτσυφάκι κι η γιαγιά. Φορτωμένα και τα δυο αυτοκίνητα ως επάνω, με πάρκο, καρότσι, μπανιέρες, βαλίτσες (μια ομορφιά το μάζεμα, το κουβάλημα, το φόρτωμα). Ο δρόμος ήταν που ήταν άθλιος, τώρα με τα έργα είναι απαράδεκτος και δύσκολος. Όποτε χρειαζόταν να σταματήσω για να τσεκάρω το μωρό, αυτό γινόταν σε μια γούβα κυριολεκτικά του δρόμου όπου ήμουν τυχερή που κανένα λεωφορείο δεν με πήρε παραμάζωμα. Πάντως χόρτασα σφύριγμα, που θέλω να πιστεύω πως ήταν γιατί ο αέρας έπαιρνε τη φούστα μου όσο έσκυβα (ναι και μπορεί).

Με αυτή την ειδυλλιακή αρχή κατά νου, δεν πίστευα και πολύ στην επιτυχία των διακοπών μας. Κι όμως, η διαμονή μας στο νησί ήταν άψογη. Τα παιδάκια μου ξεσάλωσαν, ο μικρός σκιουράκος κυνηγούσε κότες, σκύλους, γάτες, έκανε μπάνιο, έχτισε κάστρα. Ο κοτσυφάκος έβγαλε μιαν ακρούλα από το πρώτο του δοντάκι, ερωτεύτηκε τον παππού του, είπε – ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε- μαμά, μπαμπά και μαμ, μισοσηκώθηκε. 

Αλλά κι εμείς, που για πρώτη φορά είχαμε κάποιον να μας κρατά τα παιδιά σε σταθερή βάση, βγήκαμε – μη φανταστείτε εξαλλοσύνες, μια βόλτα, ένα φαί, ένα ποτό μοιάζουν πολυτέλειες ετούτη τη στιγμή- χαρήκαμε τα παιδιά μας, τα καμαρώσαμε. Κάποιες στιγμές ένιωσα κι ευτυχισμένη.

Ο γυρισμός ήταν λίγο δυσκολότερος από τον πηγαιμό. Ο μωρό κοιμήθηκε πολύ λίγο και έκλαψε πολύ, εγώ ένιωθα πολλές τύψεις που ήταν τόσες ώρες πίσω μόνο του σε ένα καθισματάκι να κλαίει, οι στάσεις ήταν ατελείωτες, μας πήρε σύνολο ένα δεκάωρο να φτάσουμε. Χθες πια στις 9, παράτησα τις βαλίτσες μες στην μέση, μας έκανα μπάνιο, μας τάισα και μας έβαλα για ύπνο. Τώρα, με δυο πλυντήρια ήδη στο σκοινί, νιώθω κάπως καλύτερα.

 Υ.Γ 42 Διάβασα πέντε εκπληκτικά βιβλία, αλλά για αυτά θα σας πω προσεχώς. 



6/8/14

Πως να κάνουμε ένα κορίτσι να διαβάσει - revisited

Όταν ρωτούσα τι θα έπρεπε να προτείνουμε σε ένα κορίτσι που δεν είναι αναγνώστρια, για να αρχίσει να διαβάζει, δεν φανταζόμουν τόση ανταπόκριση, το ομολογώ. Φαίνεται όμως πως το θέμα καίει τους συστηματικούς αναγνώστες. Τσουρουφλάει κι εμένα, γιατί βλέπω πως τα μεγάλα πια παιδιά των γύρω μου βιβλιοφάγων δεν διαβάζουν ή τουλάχιστον δεν κληρονόμησαν το σαράκι των γονιών τους για συστηματική και αδιάλειπτη ανάγνωση.

Το θέμα έχει δυο βασικά σκέλη. Το πρώτο αφορά τα παιδιά όταν είναι… παιδιά. Πως θα κάνεις λοιπόν το ανήλικο να διαβάζει. Όλο και περισσότερες μελέτες απαντάνε: Από την κούνια. Κάποιες λένε και από την κοιλιά.
Δεν κρύβω πως διάβαζα δυνατά στην διογκούμενη κοιλιά μου και στις δυο εγκυμοσύνες. Και πως διαβάζω στα παιδιά μου (στο δεύτερο λιγότερο- πάντα πιο αυτόνομα και κάπως παραπονεμένα αυτά). Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρη πως αυτό θα αυξήσει την φιλαναγνωσία τους. Βασίζομαι στο παράδειγμα και την διαθεσιμότητα. Βιβλία κυκλοφορούν παντού μες στο σπίτι, η μαμά και κάποτε και ο μπαμπάς είναι με ένα βιβλίο στο χέρι, τα βιβλία μου είναι διαθέσιμα στα παιδιά, μιας και φετίχ με την ακεραιότητά τους δεν έχω.

Για μένα λοιπόν το θέμα θα μείνει εκεί. Αγοράζω βιβλιαράκια στα παιδιά μου, που είναι όμως ακόμα πολύ μικρά, τους τα διαβάζω, με βλέπουν να διαβάζω. Εύχομαι τα καλύτερα.

Τι γίνεται όμως όταν- και τώρα πάμε στο δύσκολο δεύτερο σκέλος- μιλάμε για έναν νεαρό ενήλικα που δεν έχει ανοίξει βιβλίο στην ζωή του. Εκεί είδα τρεις βασικές σχολές που δεν μπορούσαν η μια να καλύψει την άλλη, σε κάποια φάση μάλιστα άρχισα να φοβάμαι πως θα τσακώνονταν οι «αντίπαλες πλευρές» μεταξύ τους.

Πρώτη η σχολή «Δώσε ευπώλητα και σε μένα μπάρμπα». Είναι νεαρή, δεν διαβάζει, άρα δώσε της Vampire Diaries, και Twilight να της θυμίσει τηλεόραση, να έχει να λέει πως διάβασε και κανένα βιβλίο. Δεν διαφωνώ απόλυτα με αυτό, ειδικά από την στιγμή που το αγροτικό μου στον Κοέλιο και τον Dan Brown το έχω κάνει κι εγώ ως δεκαοκτάχρονη. Όμως εγώ διάβαζα κι άλλα, απλά μες στην σαβουροανάγνωση των καιρών υπήρχαν και οι μπεστσελεριές. Πόσο διαφέρουν αυτά από την κουλτούρα του εύκολου σινεμά και της τηλεόρασης; Πολύ λίγο. Γιατί να σε σοκάρουν; Γιατί να σου δώσουν έναυσμα να διαβάσεις;  Αυτό είναι το ερώτημα. Αυτές τις ιστορίες τις βρίσκεις κι αλλού.

Δεύτερη σχολή «Φέρσου στον ενήλικο ωσάν παιδί». Δώσε κόμικς, Μικρό Πρίγκηπα, Πολυάννα,  Ιούλιο Βερν, άντε και Χάρυ Πότερ. Δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα νιώσει αυτός ο εικοσάχρονος που θα δει βιβλία για δεκάχρονα στο προσκεφάλι του. Φαντάζομαι δέος. Ειδικά αν το iq του είναι πάνω του 70.

Και τέλος η σχολή «η βαριά κουλτούρα στον λαό». Πιάσε μια «Μεταμόρφωση» του Κάφκα. Αυτό έχει το καλό πως μπορεί να σε σοκάρει αν το τελειώσεις και να πεις: «Ωπς, τι έχουμε εδώ». Από την άλλη πιθανότατα θα το παρατήσεις στην πρώτη σελίδα. Ή δεν θα το ανοίξεις ποτέ.

Θα σας πω που κατέληξα. Νομίζω πως για να ξεκινήσει να διαβάζει ένας ενήλικος πρέπει να το επιδιώξει ο ίδιος. Είτε γιατί μια κουλτουριάρα γκόμενα του "την είπε", είτε γιατί έτσι μια μέρα του την σβούριξε, είτε γιατί τον κοροϊδεύουν οι συριζαίοι σύντροφοί. Από την στιγμή που θα μπει με δική του πρωτοβουλία στο βιβλιοπωλείο, τότε μόνο είναι στο χέρι του βιβλιοπώλη να επέμβει. Κι εκεί θα κρίνει αν είναι ώρα για Twilight ή Μεταμόρφωση. Κι αν η ώρα προστάξει Σταντάλ, Ντίκενς, Παπαδιαμάντη, Κάφκα ή Μπουκόφσκι (εντάξει κι άλλους, τέρμα το namedropping), τότε μάλλον θα έχουμε κερδίσει έναν ακόμα βιβλιοχτυπημένο.






4/8/14

"Οι θεατρίνοι", Graham Greene





Το αριστουργηματικό βιβλίο του Γκράχαμ Γκρην «Οι θεατρίνοι» είναι ένα εφιαλτικό μυθιστόρημα στημένο στην Αϊτή, την εποχή του παντοδύναμου, σαδιστή δικτάτορα δόκτορος Ντιβαλιέ, γνωστού ως Παπά Ντοκ. Τρεις άνθρωποι συναντιούνται στο Μήδεια, το πλοίο προς το Πορτ-ω-Πρενς. Ο αφηγητής, κύριος Μπράουν, είναι ένας άπατρις εξηντάρης γεννημένος στο Μόντε Κάρλο από μια τυχοδιώκτισσα, που στο τέλος της ζωής της του αφήνει κληρονομιά το ξενοδοχείο Τριανόν. Ο κύριος και η κυρία Σμιθ δυο ηλικιωμένοι Αμερικανοί καλών προθέσεων που θέλουν να φτιάξουν κέντρο χορτοφαγίας στην Αϊτή, μια χώρα που οι περισσότεροι δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν κρέας έτσι κι αλλιώς. Πιστεύουν πως η χορτοφαγία ημερώνει τα πάθη, αλλά αγαπούν μες στην αθωότητά τους και την περιπέτεια- ενσαρκώνοντας το καλό. Κι ο μυστηριώδης κύριος Τζόουνς δηλώνει ταγματάρχης και συλλαμβάνεται με το που πατάει το πόδι του στην χώρα.

Οι Σμιθ έρχονται με μια επιστολή προς τον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας, που όμως ο Μπράουν την πρώτη βραδιά στο ξενοδοχείο του βρίσκει νεκρό στην άκρη της πισίνας. Παντού στην χώρα κυριαρχούν οι παραστρατιωτικοί Τοντόν Μακούτ (οι Μπαμπούλες) που στήνουν μπλόκα, σακατεύουν όποιον βρουν, δρουν ανεξέλεγκτα. Οι πολιτικοί λυμαίνονται το δημόσιο χρήμα, η χώρα είναι υπό κατάρρευση, οι άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο σε πρεσβείες. Με την γυναίκα ενός πρέσβη, την Μαρία Πινέδα, μια τριαντάχρονη Γερμανίδα, διατηρεί σχέσεις ο Μπράουν. Όμως εκείνη δεν αφήνει τον άντρα της, αγαπά πολύ το αγοράκι της, τον Άνχελ.

Οι ήρωες του Γκρην, κυνικοί και αθώοι μαζί, δεν πιστεύουν σε τίποτα, κινούνται γύρω από τη ζωή τους σαν θεατρίνοι στο έργο της, που είναι στενά συνυφασμένο με αυτά που συμβαίνουν στην χώρα. Φτάνουν ως τον θάνατο, πιστεύοντας και δεν πιστεύοντας, συνάπτουν σχέσεις σαν μαριονέττες σε ένα θανατερό παιχνίδι όπου στην γωνιά πάντα ελλοχεύει ένας Τοντ.

Το μυθιστόρημα είναι βαθιά πολιτικό, έκανε έξαλλο τον Ντιβαλιέ όταν γράφτηκε και σκιαγραφεί μια κατάσταση ζοφερή όσο δεν παίρνει, με απαγόρευση κυκλοφορίας, εξαφανίσεις ανθρώπων, βασανιστήρια και φόνους. Η αντίσταση περιγράφεται σαν μια φαιδρή προσπάθεια ιδεολόγων, η κατάσταση στην χώρα τροφοδοτείται από την Αμερική που θεωρεί την Αϊτή προπύργιο κατά του Κομμουνισμού. Ο κόσμος πεινά και πεθαίνει.

Ο Μπράουν είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει κάπως να κρατηθεί. «Πίστευα πως, έτσι και κατάφερνα να το κρατήσω για μερικά χρόνια ακόμα, θα αισθανόμουν πως είχα ένα σπίτι. Χρειάζεται χρόνος για ένα σπίτι, όπως χρειάζεται χρόνος για να γίνει σύζυγος μια ερωμένη». Νομίζει πως μπορεί να προσδιοριστεί μέσα από την παράνομη σχέση του με την Πινέδα, αλλά ούτε αυτό γίνεται. Του βγαίνει ζήλια και πίκρα. Του γράφει εκείνη: «Ίσως η σεξουαλική ζωή να είναι η μεγάλη δοκιμασία. Αν μπορούμε να επιβιώσουμε με συμπόνια για αυτούς που αγαπάμε και στοργή για αυτούς που προδώσαμε, δεν χρειάζεται να ανησυχούμε τόσο πολύ για το κακό και το καλό που κρύβουμε μέσα μας. Μα όταν υπάρχει ζήλια, δυσπιστία, σκληρότητα, εκδίκηση, κατηγορίες… τότε αποτυγχάνουμε. Το σφάλμα βρίσκεται σε αυτή την αποτυχία, ακόμα κι αν είμαστε τα θύματα κι όχι οι θύτες. Η αρετή δεν αποτελεί δικαιολογία». Όταν τελικά συνειδητοποιεί πως «η προσωρινότητα ήταν το χρώμα της σάρκας μου∙ ποτέ σε κανένα μέρος του κόσμου οι ρίζες μου δεν θα απλώνονταν αρκετά βαθιά για να μου φτιάξουν μια πατρίδα ή να με κάνουν να νιώσω ασφαλής στον έρωτα.», τα πάντα έχουν τελειώσει.

Θεωρώ τους «Θεατρίνους» ένα έργο εξαιρετικό, στην αρχή έχει μια ιδέα από την ατμόσφαιρα του Κόνραντ, κι έπειτα ο Γκρην καταφέρνει μέσα σε όλον αυτόν τον ζόφο να στήσει χαρακτήρες τόσο ζωντανούς που σοκάρουν. Δεν αμφιβάλλεις στιγμή πως τα πράγματα στην Αϊτή ήταν έτσι, δεν μπορείς να βγεις από αυτό το σύμπαν. Το σκέφτεσαι. Το βιβλίο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, η μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ ακριβής και κοφτερή. Με άλλα λόγια ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσεις, αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, απλά και μόνον γιατί, όπως λέει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο γράμμα  προς τον αδελφό του, «Η καημένη η Αϊτή δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας μου, ούτε η διακυβέρνηση τους δόκτορος Ντιβαλιέ, τον οποίο δεν χρειάστηκε να κηλιδώσω για να δημιουργήσω πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Αδύνατο να γίνει πιο σκοτεινή εκείνη η νύχτα».

«Οι θεατρίνοι», Γκράχαμ Γκρην, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Πόλις, 2014, σελ. 398

Υ.Γ. 42 Δυο γκρίνιες για την έκδοση. Οι σημειώσεις στο τέλος κόβουν την ροή της αφήγησης και σε αναγκάζουν εν πολλοίς να τις παρατήσεις. Αγαπώ τις υποσημειώσεις, τελικά.

Υ.Γ 42-73 Σε κάποιες σελίδες η εκτύπωση έχει είδωλο. Διαβάζεται το κείμενο αλλά με δυσκολία. Ελπίζω απλά πως το δικό μου αντίτυπο ήταν ελαφρά κακέκτυπο. 



30/7/14

"Το δεύτερο μέρος της νύχτας", Μίνως Ευσταθιάδης



Το κρίμα μου το ομολογώ: μόλις έπιασα στα χέρια μου «Το δεύτερο μέρος της νύχτας» παράτησα το κακόμοιρο το βιβλίο που διάβαζα και το ξεκίνησα. Μια ώρα μετά είχα πέσει στο πρώτο-και τελευταίο- μπουρδέλο της πλοκής, και ήξερα με σιγουριά πως συγγραφέας του ήταν ο Μίνως Ευσταθιάδης. Στο τέλος της μέρας το είχα τελειώσει.

Το βιβλίο είναι ένα εντιμότατο, καλογραμμένο νουάρ, από αυτά που σπάνια πια εκδίδονται με τόσο εμφανείς προθέσεις. Το συμπάθησα γιατί έχει το θάρρος να δηλώσει «αστυνομικό μυθιστόρημα» στο εξώφυλλο, να μην υποκριθεί κάτι που δεν είναι. Γραμμένο από έναν άνθρωπο που αγαπά το είδος, με όλα τα απαραίτητα συστατικά- ένα ειδεχθές έγκλημα, ένα χαρακτηριστικό ντετέκτιβ, έναν καλό αστυνομικό- είναι ένα μυθιστόρημα που ρουφιέται και χαίρεσαι να το διαβάζεις.

Ένας άντρας βρίσκεται νεκρός σε ένα χωριό της Γερμανίας. Ο Κόνραντ Χάουσμαν δολοφονείται με σχεδόν χειρουργικό τρόπο, αργά και βασανιστικά. Τον βρίσκουν στη θέση του εσταυρωμένου, με ένα μήλο στο στόμα και ανοιγμένο με σταθερή τομή από πάνω μέχρι κάτω. Στον τόπο του εγκλήματος καλείται από την σοκαρισμένη φιλενάδα του Χάουσμαν, Αγγέλικα, ο ελληνογερμανός ντετέκτιβ Κρις Πάπας (για τους Έλληνες Χρήστος Παπαδημητρακόπουλος)- ο φθηνότερος ιδιωτικός ερευνητής του Αμβούργου που συνήθως αναλαμβάνει να παρακολουθεί άπιστες συζύγους. Ο τοπικός αστυνόμος, ο επιθεωρητής Βέμπερ, είναι ένας άνθρωπος καλών προθέσεων που συμπαθεί αμέσως τον Κρις και μαζί ερευνούν την υπόθεση. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν βρίσκεται ένας ακόμα Χάουσμαν δολοφονημένος με περίπου τον ίδιο τρόπο στο Αμβούργο.

Ο Κρις Πάπας είναι εργένης, στην δουλειά του τον βοηθά η ογδοντάχρονη γειτόνισσα κυρία Κενώ- μακράν ο συμπαθέστερος χαρακτήρας του βιβλίου. Ο Πάπας είναι ένας άντρας που δεν πίνει,  δεν ξενοπηδάει ασύστολα, δεν υπερτιμά τον εαυτό του. Έχει κάποιες από τις χαριτωμένες εμμονές που χαρακτηρίζουν τους λογοτεχνικούς τύπους της φάρας του, δίχως να πατά απολύτως στα κλισέ, ούτε και να τα απορρίπτει. Ο Κρις είναι συμπαθής, ένας μοναχικός που αποζητά την επαφή και με τον οποίο μπορείς να ταυτιστείς κι ας μην αποκαλύπτει εντελώς τον εαυτό του. Ένας ήρωας που αντέχει κι άλλο βιβλίο.

Χαίρομαι, γιατί ο Ευσταθιάδης ενώ έχτισε μια πολύ ατμοσφαιρική ιστορία, δεν παρασύρθηκε στην μόδα των πολάρ, δεν προσπάθησε να μας κάνει μάθημα πολιτικής ή ιστορίας. Οι χαρακτήρες του στέκονται αυτόνομοι, όχι αποκομμένοι ή μέρη μιας τοιχογραφίας∙ δεν είναι η αφορμή αλλά η αιτία. Έχουν μια πίκρα γνώριμη, σχεδόν εφιαλτικά οικεία, την καθορίζει η ματαίωση των προσδοκιών χωρίς να μπορεί πλήρως να προσδιοριστεί ποιες ήταν αυτές οι αρχικές ελπίδες.  

Η πλοκή δεν είναι καταιγιστική, ο δολοφόνος- αν και ο αριθμός των υπόπτων είναι εντελώς σωστός - είναι απελπιστικά προβλέψιμος, αλλά διαθέτει ένα πανέξυπνο, πρωτότυπο τουίστ. Είναι γνωστό πως μεγάλη φαν των νουάρ δεν είμαι, η αναγνωστική μου ξεκούραση σπανίως τα περιλαμβάνει. Όμως εδώ μιλάμε για ένα ευκολοδιάβαστο αν και σφιχτοδεμένο βιβλίο, που δεν κουράζει ούτε στιγμή, που δεν πλατειάζει. Κι αυτό, σπάνιο για τα ελληνικά αστυνομικά, είναι το βασικό ατού του.

"Το δεύτερο μέρος της νύχτας", Μίνως Ευσταθιάδης, εκδ. Ωκεανίδα, 2014, σελ. 278

Υ.Γ. 42 Ο Μίνως Ευσταθιάδης είναι ένας από τους λόγους που ευγνωμονώ εκείνη την βραδινή έμπνευση πριν πέντε χρόνια να ανοίξω αυτό το blog


28/7/14

"Καλέ, εδώ είμαι, πού κοιτάτε!" του Μαραμπού



 Ήταν το παιδικό σας όνειρο, γιατί να το αρνείστε; Όλοι ονειρευτήκαμε όταν ήμασταν μικρά παιδιά, να γινόμασταν για λίγο αόρατοι. Θα μας βοηθούσε να κερδίσουμε με ευκολία στο κρυφτό ή να εξαφανιστούμε κυριολεκτικά, αν κάποιος θυμωμένος γύρω μας φώναζε να το κάνουμε αμέσως! Και όταν μεγαλώσαμε, πάλι θέλαμε να είμαστε αόρατοι, αυτή τη φορά για να ακούσουμε τις συζητήσεις των άλλων και έτσι να μάθουμε τι λένε για μας ή έστω, για την ευχαρίστηση που θα νιώθαμε οδηγώντας ένα αμάξι μέσα σε πολυσύχναστους δρόμους!

Ποιος θα περίμενε ότι, ένα τέτοιο όνειρο θα μπορούσε να μετατραπεί σε εφιάλτη; Η λογοτεχνία γέννησε δύο υπέροχους αόρατους ανθρώπους για να μας υπενθυμίζουν διαρκώς την πιθανότητα ενός εφιάλτη. Ο παλιός, εκείνος του Χέρμπερτ Γουέλς, ήταν το αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου πειράματος, μια λανθασμένη χημική σύσταση που έλαβε χώρα έξω από ή και μέσα στο σώμα, τον μετέτρεψε σε αόρατο, έναν άνθρωπο που φοβίζει τα πλήθη. Ο νέος, του Ραλφ Έλισον, είναι επίσης αποτέλεσμα ενός αποτυχημένου πειράματος, κοινωνικού αυτή τη φορά, που δημιούργησε μια καρικατούρα ανθρώπου, που πλέον δεν φοβίζει, αλλά φοβάται τα πλήθη. “Είμαι αόρατος απλώς επειδή οι άνθρωποι αρνούνται να με δουν”, κραυγάζει, και με τρόμο υποψιαζόμαστε ότι, εφ' όσον δεν τον βλέπουν, ίσως και να μην τον ακούν. Καλώς όρισες, σύγχρονε άνθρωπε!

Το βιβλίο του Ραλφ Έλισον είναι γεμάτο με πτώματα προκαταλήψεων. Οι προκαταλήψεις πρέπει να πεθαίνουν νέες και όσο πιο θνησιγενείς είναι, τόσο καλύτερα για όλους. Με την άνοδο του ρατσισμού, πολλοί φωστήρες έβγαιναν και πρότειναν βιβλία σε αυτούς που δήλωναν άγνοια και σύγχυση περί του φασισμού, διαβάστε ένα βιβλίο ιστορίας, έλεγαν και το κατασκεύασμα θα καταρρεύσει εμπρός σας σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Δυστυχώς το κατασκεύασμα αποδεικνύεται γερό όσο υπάρχουν χρήματα πάνω στην τσόχα και ικανοί παίχτες που ποντάρουν τα δυνατά τους φύλλα! Δεν αρκεί (τουλάχιστον στην αρχή) να διαβάσεις για στρατόπεδα συγκέντρωσης και αιματηρούς πολέμους στο όνομα θεών και ανθρώπων. Πρέπει να προσπαθήσεις να μάθεις τον διοργανωτή του τουρνουά, την φερεγγυότητα του ντίλερ και το αν και πόσο σημαδεμένη είναι η τράπουλα!

Ο αόρατος άνθρωπος του Έλισον βοηθάει προς την απόκτηση αυτής της γνώσης πολύ περισσότερο από πολλές άλλες ανατομίες του φασισμού. Πώς να αφομοιώσεις μια έννοια που δεν έχεις βιώσει σε κάθε μεταβατικό στάδιο; Πρέπει να αναγνωρίζεις τα σημάδια του, και όχι απαραίτητα πάνω σου. Πρέπει να πεις, τον ρατσισμό τον ξέρω από μικρό, και όχι τον ξέρω από μικρός! Ο ήρωας του Έλισον είναι ένας Αφροαμερικανός, ο ανώνυμος Αφροαμερικανός που ξεκινάει από τον Νότο φορτωμένος με τα βαριά όνειρα ολόκληρης της φυλής του. Γεμάτος ενοχές και υποταγή πασχίζει να ξεχωρίσει, να φανεί χρήσιμος απέναντι στους λευκούς, να μην τους προδώσει, η μακραίωνη συνήθεια έγινε πλέον βίωμα που κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Ένα μικροπαράπτωμα απέναντι σε έναν λευκό ευεργέτη είναι ικανό να τον αποβάλει από το κολέγιο του Νότου. Όλα γύρω του γκρεμίζονται, οι ελπίδες του για μια υποφερτή ζωή εξανεμίζονται, μετατρέπεται ολόκληρος σε μια ντροπή. Ο μαύρος διευθυντής του κολεγίου που ξέχασε γρήγορα από που ξεκίνησε, του προτείνει να πάει στην Νέα Υόρκη (στο βορρά!) και να πιάσει δουλειά έτσι ώστε να μπορεί να πληρώσει τα δίδακτρα το ερχόμενο φθινόπωρο. Κρατάει εφτά σφραγισμένες συστατικές επιστολές με την εντολή να μην τις ανοίξει ο ίδιος, νομίζοντας ότι μέσα εκεί κρύβονται οι τελευταίες του ελπίδες. Όμως οι επιστολές γράφουν ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ στο κολέγιο και παρακαλούνται θερμώς οι λευκοί εργοδότες να του προσφέρουν μια εργασία, ίσα ίσα για να διατηρεί τις ελπίδες του ακέραιες, είναι καλύτερα για όλους έτσι. Από μια συγκυρία μαθαίνει το περιεχόμενο των επιστολών και μεμιάς οι αυταπάτες γκρεμίζονται, τώρα ξεκινά η ζωή, θυμάται με πίκρα τα λόγια του παππού του, ο οποίος ποτέ δεν χώνεψε (αν και ο ίδιος υποτάχθηκε) αυτή την προδιαγεγραμμένη πορεία των μαύρων: “Προς κάθε ενδιαφερόμενο, κρατήστε αυτό τον νέγρο στο τρέξιμο”!

Πόσα και τι είχα χάσει προσπαθώντας να κάνω μόνο όσα προσδοκούσαν από μένα αντί να κάνω όλα αυτά που εγώ επιθυμούσα; Τι θυσία, τι ανόητη θυσία! Αλλά τι γίνεται με όλα εκείνα που πράγματι δε σου αρέσουν, όχι επειδή υποτίθεται ότι δεν πρέπει να σου αρέσουν, όχι επειδή το να μη σου αρέσουν σημαίνει ότι είσαι εκλεπτυσμένος και μορφωμένος – άλλα γιατί πράγματι δε σου αρέσουν; Η ιδέα και μόνο με ενοχλούσε. Πώς μπορείς να ξέρεις; Ήταν θέμα επιλογής. Θα έπρεπε να αξιολογήσω προσεκτικά πάρα πολλά πράγματα πριν αποφασίσω και υπήρχαν κάποια που θα προκαλούσαν μπελάδες, απλώς και μόνο επειδή ποτέ στο παρελθόν δεν είχα σχηματίσει για κάτι μια εντελώς δική μου άποψη. Είχα ενστερνιστεί την αποδεκτή συμπεριφορά και έτσι η ζωή έμοιαζε πολύ απλή...

Ξεκινάει όντας Αφροαμερικανός αλλά σιγά σιγά η αφήγηση τον “ξαφρίζει” και μένει σκέτος Αμερικανός, λίγο ακόμα και τον μετατρέπει σε Ασιάτη, Ευρωπαίο, μετά από πολλές (λογο)πλαστικές επεμβάσεις καταλήγει να θυμίζει εμένα... και εσένα... “όμως όλοι είμαστε άνθρωποι, σκέφτηκα, και αναρωτήθηκα τι εννοούσα”. Το βιβλίο του Έλισον είναι βαθιά κοινωνικοπολιτικό, διαβάζεται ταυτόχρονα σαν αλληγορία και σαν πραγματικότητα και πονάει εξίσου το ίδιο. Η μετάφραση της Αγορίτσας Μπακοδήμου είναι πολύ καλή. Παρόλο που υποψιάζομαι ότι το βιβλίο δεν είχε ιδιαίτερες γλωσσικές απαιτήσεις, η μεταφράστρια κατάφερε με μαεστρικό τρόπο να ζωντανέψει τις ενοχές, την ντροπή, την αφέλεια απέναντι στην νέα πραγματικότητα και την κατάρριψη των αυταπατών του ήρωα. Τα επεισόδια διαδέχονται γρήγορα το ένα το άλλο με την βοήθεια της ρέουσας αφήγησης, όμως οι σκέψεις που τα διαπνέουν αργούν να διαλυθούν, κάτι που είναι και το ζητούμενο σε ένα τέτοιο βιβλίο.

Στο εξώφυλλο υπάρχει ένα “μπιλιετάκι” κριτικής όπως αυτά που συνήθως κοσμούν τα αυτιά ενός βιβλίου ή το οπισθόφυλλο.

Ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά μυθιστορήματα του 20 αιώνα”

Times

Πόσες φορές δε με απογοήτευσαν τέτοια μηνύματα, εξαιτίας των οποίων αφέθηκα να αγοράσω το βιβλίο σαν παθητικός καταναλωτής! Διαψεύσθηκα, όπως συνέβη και τούτη τη φορά, για διαφορετικό ωστόσο λόγο. Αν και γραμμένο το 1952, ο Αόρατος Άνθρωπος του Ραλφ Έλισον είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 21 αιώνα! Και για όσο ακόμα αντέξει, κανείς μας δε θα ζήσει τόσο, για να το επιβεβαιώσει. Αν αναζητήσετε μέσα σε βιβλιοπωλεία για σύγχρονα βιβλία που περιγράφουν την σημερινή ζωή μας και την τροπή που έχει πάρει, δύσκολα θα βρείτε πιο σύγχρονο από αυτό.

«Α», σας ακούω να λέτε, «ώστε όλα αυτά ήταν φτιαγμένα μόνο και μόνο για να μας κάνει να βαρεθούμε ακούγοντας την ακατάσχετη φλυαρία του. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον ακούμε να παραληρεί!». Αλλά αυτό δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της αλήθειας: Αφού είμαι αόρατος και χωρίς ουσία, αφού δεν είμαι παρά μια φωνή χωρίς σώμα, τι άλλο θα μπορούσα να κάνω; Τι άλλο από το να προσπαθήσω να σας πω τι συνέβαινε πραγματικά όταν τα μάτια σας κοιτούσαν μέσα από μένα; Και αυτό που με τρομάζει είναι το εξής:

Ποιος ξέρει αν, σε κάποια άλλη ηχητική συχνότητα, δε μιλάω εκπροσωπώντας κι εσάς;






                                                     Μαραμπού