24/1/20

"Η αφηγήτρια ταινιών", Hernán Rivera Letelier



Μια μικρή μπουκιά ανάγνωσης είναι η νουβέλα «Η αφηγήτρια ταινιών», ένα βιβλίο που το διαβάζεις με τη μία, αλλά το θυμάσαι. Γιατί είναι πρωτότυπο και ευαίσθητο, χωρίς να γίνεται μελό. 

Η αφηγήτρια, Μαρία Μαργαρίτα, είναι ένα παιδί που ζει σε ένα φτωχό χωριό της Χιλής. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού δουλεύουν στο εργοστάσιο επεξεργασίας νίτρου, ο τόπος είναι άνυδρος και ξερός. Ο πατέρας της οικογένειας έχει μείνει παράλυτος σε εργατικό ατύχημα, και η πανέμορφη μητέρα, πολύ μικρότερή του, τους έχει εγκαταλείψει. Τα τέσσερα παιδιά ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, συχνά λείπει και το φαγητό, όμως ο πατέρας που είχε μανία με το σινεμά, μαζεύει πενταροδεκάρες, κι ύστερα από διαγωνισμό, για το ποιος τα λέει καλύτερα, στέλνει μόνο ένα από τα παιδιά να δει την ταινία, και μετά να την αναπαραστήσει. Κι η Μαργαρίτα γίνεται τόσο καλή, που σιγά σιγά την παρακολουθούν κι άλλοι. Κι ας μην είναι πάντα ακριβής, κι ας γεμίζει κομμάτια κι από το μυαλό της, κι ας φτιάχνει μια ολότελα άλλη ταινία όταν της ζητούν κάτι που δεν το έχει δει. 

Στις λίγες σελίδες του βιβλίου περνά ένα ολόκληρο κομμάτι της Ιστορίας της Χιλής, το πώς αλλάζουν τα πράγματα πολιτικά, αλλά και με την έλευση άλλων τεχνολογιών. Και της πίκρας και της ματαιότητας της ανθρώπινης μοίρας, που υποδεικνύει ποια στροφή θα πάρει η ζωή του ατόμου, όσα ταλέντα και να έχει. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε φέρνει αντιμέτωπο με τις ευθύνες σου, όσο πιο γλυκά και ύπουλα γίνεται. Η φτώχεια, η μιζέρια, ο θάνατος, δεν μπορούν να αντισταθούν σε κανένα ταλέντο. 

Η τηλεόραση έφτασε μια εβδομάδα μετά τη μέρα που συνέλαβαν τον αδελφό μου. Μια Δευτέρα πρωί, πάνω που άρχιζα ν’ αναρωτιέμαι πώς και δεν είχε έρθει κανένας από την εταιρεία να μου ανακοινώσει ότι οφείλω να παραδώσω το σπίτι, εμφανίστηκε στο παράθυρο το ροδαλό πρόσωπο του κύριου διευθυντή. 

Η μικρή νουβέλα διαβάζεται απολαυστικά, και σιγά σιγά μετατρέπει μια χαρούμενη αφήγηση σε γροθιά στο στομάχι.  Κι ο τρόπος που διηγείται πρωτοπρόσωπα η αφηγήτρια ταινιών, η "Σινεράιδα", με ένα κράμα αφέλειας και εξυπνάδας, κάνει τα πάντα πιο μαγικά∙ και σκοτεινά.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ




"Η αφηγήτρια ταινιών", Ερνάν Ριβέρα Λετελιερ, μετ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 97

12/1/20

"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Luiselli



Ξεκίνησα "Το αρχείο των χαμένων παιδιών" διστακτικά. Πρώτον μιλάει για ένα θέμα που δεν ήμουν σίγουρη πως θα άντεχα, αυτό των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών— στα σύνορα του Μεξικού για τη Λουισέλι, όμως τι σημασία έχει, τα παιδιά πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο αβοήθητα παντού. Δεύτερον έχει ένα κομμάτι auto-fiction— αυτό μπορεί να είναι καλό αν είσαι ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, και πολύ κακό αν είσαι η Rachel Cusk (υποκειμενικά είναι αυτά βέβαια, αλλά χμμμμ).

Από την αρχή εντυπωσιάστηκα. Η Λουισέλι σπάει τη ροή της αφήγησης, αποδεσμεύεται από τη συμβατικότητά της, μοιάζει κάποιες στιγμές να κρατά ημερολόγιο, ή σημειώσεις με πηγές, άλλες να επικεντρώνεται μόνο στα προσωπικά, κι άλλες τα χαμένα παιδιά, τα παιδιά γενικά, να καταλαμβάνουν όλο τον χώρο. Χρησιμοποιεί διακειμενικές αναφορές, φωτογραφίες, μουσικές, μνήμες, και παρ'όλα αυτά το βιβλίο είναι λειτουργικό και ενιαίο. Παίζει με το τι είναι ανάμνηση, με τις λειτουργίες της μνήμης, μιλάει για το τι είναι αλήθεια, η αλήθεια του καθενός, και για τι πονάει τον καθένα προσωπικά αλλά θα έπρεπε και να μας πονάει συλλογικά.

Ένα ζευγάρι φεύγει από το σπίτι του μαζί με τα παιδιά τους, το δεκάχρονο αγόρι είναι γιος του μπαμπά, το πεντάχρονο κορίτσι κόρη της μαμάς, μεταξύ τους δεν έχουν δεσμούς αίματος, αλλά είναι αδέλφια. Οι γονείς παραμένουν προσκολλημένοι στις εμμονές τους, ο ένας είναι παραγωγός ντοκιμαντέρ ήχων, ο άλλος δημιουργός. Ο άντρας θέλει να ψάξει τι έγινε στους τελευταίους Απάτσι, η γυναίκα φτιάχνει ένα αρχείο για τα παιδιά μετανάστες στα κέντρα κράτησης και ξεκινούν για ένα περίεργο road trip με τα παιδιά, κι επτά κουτιά αρχείου. Είναι στα χωρίσματα, γιατί είναι διαφορετικά τα θέλω τους, χωρίς να μπορούν ακόμα να αποδεχτούν πως δεν θα είναι μαζί. Τουλάχιστον η γυναίκα αφηγήτρια. Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, η "ελεγεία για τα χαμένα παιδιά", είναι σπαρακτικό, οι αναφορές σε άλλα κείμενα, μουσικές, συνεχείς, μοιάζει η αφήγηση να κινείται πολύ αργά μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης της μητέρας γυναίκας. Και μετά αναλαμβάνει άλλος αφηγητής, ένα παιδί

Η Λουισέλλι τόλμησε να πειραματιστεί με τη φόρμα. Σε κάποια σημεία φοβήθηκε την ίδια της τη συγκίνηση και κατέπνιξε το συναίσθημα. Μπόρεσε να φτιάξει ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Δεν κατόρθωσε να αποτυπώσει σε όλο της το μεγαλείο τη φρίκη. Πέτυχε και δεν πέτυχε. Πάντως δεν κάθισε στα αυγά της, καταπιάστηκε με ένα θέμα ταμπού— ποτέ δεν μιλάμε για σκοτωμένα παιδια— και το έκανε καλά, σχεδόν αφαιρετικά. Πιστεύω πως στο τέλος φοβήθηκε τον ίδιο της τον εαυτό, και δεν απογείωσε το κείμενο. Πάντως σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ένα βιβλίο ύπουλο, που μιλάει για το κακό μέσα από το προσωπικό. Κι αυτός εν τέλει είναι ο βασικός τρόπος για να πεις τόσο συγκλονιστικές ιστορίες. 




                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Louiselli, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 504








7/1/20

"Σπίτι με ονόματα", Colm Tóibín



Η αναγνωστική μου σχέση με τον Κολμ Τομπίν άρχισε με το Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό, ένα σπαρακτικό βιβλίο που λάτρεψα. Έχω βέβαια πολλά αναγνωστικά κενά, γιατί είναι πολυγραφότατος, οπότε έπιασα το "Σπίτι με ονόματα" για να αρχίσω να καλύπτω το χαμένο έδαφος. Ο Τομπίν, έχει την τάση να ξαναπιάνει ιστορίες πολλές φορές ειπωμένες και να τους δίνει μια άλλη, λοξή ματιά. Αυτό κάνει και στο «Σπίτι με ονόματα», καταπιάνεται με τη μυθολογία των Ατρειδών, τολμά να τα βάλει με τον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη και δεν βγαίνει κερδισμένος- πώς θα μπορούσε άλλωστε— πάντως το σίγουρο είναι πως δεν χάνει. Το μυθιστόρημα μοιάζει κάπως τετριμμένο στην αρχή, τουλάχιστον για εμάς τους Έλληνες που είμαστε εξοικειωμένοι με τη μυθολογία. Έπειτα όμως αρχίζει να ξετυλίγεται με έναν τρόπο σύγχρονο, με κάποιους αναχρονισμούς πιθανότατα, και καταλήγει να μιλά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την εξουσία και την αγάπη∙ θέματα που δεν αλλάξαν τόσο τόσες χιλιάδες χρόνια μετά. 

Το μυθιστόρημα ξεκινά με τη θυσία της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνονας ξεγελά την Κλυταιμνήστρα, κι εκείνη φέρνει την πανέμορφη δεκαεξάχρονή της έτοιμη με τα προικιά της για να παντρευτεί τον Αχιλλέα. Αντ’ αυτού, τη σφάζουν στον βωμό χωρίς έλεος. Την Κλυταιμνήστρα την κλείνουν οι στρατιώτες του άντρα της σε μια τρύπα για να μη βλέπει και καταριέται και την αφήνουν εκεί τρεις μέρες, χωρίς φαΐ και νερό, μέσα στα περιττώματά της. Καμία θεϊκή παρέμβαση δεν σώζει την τρομοκρατημένη Ιφιγένεια, που σκούζει όπως κάθε άλλο κορίτσι μπροστά στον χαμό. 

Ήδη από τα αρχικά κεφάλαια φαίνεται πως ο Τομπίν έχει όρεξη να ακολουθήσει τον μύθο ως ένα σημείο. Έπειτα, αρχίζει η δική του μυθοπλασία, που έχει άλλους στόχους. Γυρνώντας η Κλυταιμνήστρα, έξαλλη από θυμό και πόνο, δεν θα βρει παρηγοριά στη δεύτερή της κόρη την Ηλέκτρα. Αντίθετα, θα αγνοήσει τα δυο της τα παιδιά- την Ηλέκτρα και τον Ορέστη- θα κάνει σαν να μην υπάρχουν. Και θα συμμαχήσει με τον χειρότερο εχθρό, μπαίνοντας σε ένα λυσσαλέο παιχνίδι εκδίκησης και μίσους. Έτσι θα χάσει τον Ορέστη. 

Τρία είναι τα πολύ ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου. Το πρώτο, η παντελής έλλειψη θεών, δεν τους επικαλείται κανείς, είναι σαν οι ήρωες να ζουν σε μια άθεη κοινωνία, οι θεοί δεν παρεμβαίνουν, δεν αλλάζουν τη ροή του μύθου. Το δεύτερο είναι η ψυχοσύνθεση της Ηλέκτρας, της δεύτερης, λιγότερο ωραίας αδελφής, που την αγνοεί η μάνα, κι αυτή νιώθει κοντά στον πατέρα που σκότωσε την πρώτη και όμορφη κόρη. Και φυσικά ο Ορέστης. Τι απέγινε αυτό το παιδί τόσα χρόνια, πριν να τον ξαναδεί η αδελφή του; Τι του συνέβη και έγινε φονιάς; Πώς σκότωσε τη μάνα του και τον θείο του; Άφαντες είναι και οι Ερινύες. 

Τρεις αφηγητές εναλλάσσονται, πρώτη αναλαμβάνει η Κλυταιμνήστρα, μετά η Ηλέκτρα, στο τέλος τριτοπρόσωπα ο Ορέστης, Αυτό που στην αρχή είναι πολύ οικείο, μετά μοιάζει πολύ μακρινό, σαν να απομακρύνεται ο Τομπίν από τον μύθο τόσο πολύ, που να μη μιλά για αυτόν. Μιλά για τη βία, συναισθηματική και σωματική, που ορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων, για τη μητρική και πατρική αγάπη, για τις ζωές που γίνονται βορά σε ένα ανώτερο σχέδιο, για τη λύσσα, και την οργή και τη γλύκα της εξουσίας.

Δεν είμαι σίγουρη πως η προσπάθεια στο "Σπίτι με ονόματα" είναι απόλυτα πετυχημένη, στο μυαλό μου παίζει το αρχαίο δράμα, και με αποσπά. Από την άλλη όμως, αν δούμε την ιστορία χωρίς την Ιστορία της, τότε ο Τομπίν συνεχίζει να είναι ένας εξαιρετικός ψυχογράφος. Διεισδύουμε στο μυαλό των ηρώων του, τους καταλαβαίνουμε. Ποιος θα θελε να καταλάβει την Κλυταιμνήστρα, είναι πια άλλο θέμα. Απέναντί της είναι περισσότερο επιεικής από όλους τους άλλους που έχουν γράψει για αυτήν. Πάντως, χωρίς να πρόκειται για το καλύτερο του βιβλίο, πρόκειται σίγουρα για ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβάσει κανείς. Έστω και για να διατυπώσει τις ενστάσεις του. 


                                   Κατερίνα Μαλακατέ




"Σπίτι με ονόματα", Κολμ Τομπίν, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ίκαρος, 2019, σελ. 348 



2/1/20

"Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον", Elizabeth Strout



Μια ιστορία για την αγάπη είναι «Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον». Ένα κείμενο σπαρακτικό, για την αγάπη μάνας κόρης, στην πιο ανόθευτη και μπερδεμένη της μορφή. Η Λούσυ Μπάρτον αφηγείται την ιστορία, πολλά χρόνια μετά, κι έτσι μπορεί να αναπολεί, να έχει άποψη, να θυμάται τα μισά, ή μόνο όσα νομίζει σημαντικά. 

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80, η Λούσυ Μπάρτον έμεινε εννέα εβδομάδες στο νοσοκομείο, μετά από μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, Τη βασάνιζε ένας πυρετός αγνώστου αιτιολογίας, που έτρωγε όλο της το κορμί, χωρίς να μπορούν οι γιατροί να βρουν τι έχει. Όσο ήταν στο μονόκλινο κρεβάτι της στο νοσοκομείο, της έλειπαν τα δυο της κοριτσάκια, έξι και πέντε χρονών τότε, και της έλειπε κι ο άντρας της, μάλλον λιγότερο. Ώσπου εμφανίστηκε η μαμά της και κάθισε στο προσκεφάλι της για πέντε μερόνυχτα. Τη μαμά της είχε να τη δει τέσσερα χρόνια. 

Το παρελθόν της Μπάρτον ήταν εφιαλτικό, ακραία φτώχεια, κανένα ερέθισμα, κανένα βιβλίο, όχι τηλεόραση, πάντα βρώμικη και να ξεχωρίζει στο σχολείο. Κι οι δυο γονείς φαινομενικά ανίκανοι να φροντίσουν τα παιδιά τους. Ακόμα και τώρα, στην πολυθρόνα της δίπλα στο νοσοκομειακό κρεβάτι της κόρης, η μάνα αναλώνεται στο να λέει ηθικοπλαστικά κουτσομπολιά για τον γάμο του ενός και του άλλου γνωστού. Δεν μπορεί να πει "σ’ αγαπώ" στην κόρη της παρά μόνον όταν έχει τα μάτια της κλειστά. Δεν μπορεί. Ταυτόχρονα μπορεί, με τον τρόπο της. Αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετική είναι από την κόρη της, που έφυγε, σπούδασε με υποτροφία, έγινε συγγραφέας. Δεν νιώθει οικεία, και δεν τη θεωρεί πια μέλος της οικογένειας. Μα την αγαπάει. 

Η μητρική αγάπη, αλλά κι η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς είναι μια δύσκολη υπόθεση. Το βιβλίο της Στράουτ δεν γίνεται σε καμία φάση μελό. Η αφηγήτρια συχνά πυκνά καταθέτει τις σκέψεις της για το ίδιο το κείμενο, ομολογεί πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον γάμο της, για τα δικά της τα παιδιά, πως είναι ένα άτομο βαθιά μοναχικό, πως κι αυτή, όπως η μαμά της, μιλάει με ιστορίες, τα αισθήματά της δεν μπορεί να τα εκφράσει αλλιώς. Έτσι μένουν τα ανείπωτα, που κάνουν το μυθιστόρημα σημαντικό. Ο αναγνώστης καλύπτει τα κενά με βάση τα δικά του αισθήματα, αναπληρώνει τις λέξεις που λείπουν, μετέχει. 

Πρόκειται για μια πραγματικά σπουδαία αφήγηση. Η καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχή είναι κάθετη, αφήνει μονάχα λίγες ευκαιρίες για ανάσες. Σε τόσο λίγες σελίδες συντελείται το θαύμα της λογοτεχνίας αυτό που δεν είναι δικό σου, γίνεται, η ιστορία που δεν ολοκληρώνεται λάμπει μέσα στο μυαλό σου, οι λέξεις παύουν να έχουν αξία αυτές καθαυτές, μόνο ο κόσμος που στήνουν. Διάβασα το βιβλίο σχετικά γρήγορα και αχόρταγα. Υποψιάζομαι όμως πως θα κλωθογυρίζω για καιρό την ιστορία της Λούσυ Μπάρτον. Η Λούσυ Μπάρτον δεν είμαι εγώ. Αν και για λίγο, μόνο για λίγο, ίσως και να ήμουν. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον", Elizabeth Strout, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 182












31/12/19

βαθμολογώντας τα βιβλία που διάβασα το 2019





Βαθμολογίες παντού, απολογισμοί, λίστες, πανικός. Ζω με λίστες, για τα ψώνια, για αυτά που έχω να κάνω σήμερα, για αυτά που πρέπει να κάνω μέσα στην εβδομάδα, το μήνα. Έχω τετράδια και σκόρπια χαρτιά, έχω ημερολόγια και χάος. Γράφω παντού με βούλες. Πάρτε μία ακόμα, στο πνεύμα της χαριτωμένης παράδοσης τούτου του ιστολογίου. Αν δεν σας φτάνει ο ξερός βαθμός, όπου το όνομα του βιβλίου είναι μπλε, μπορείτε να πατήσετε για να δείτε το κείμενο που έγραψα τότε.


Υ.Γ.42 Φέτος διάβασα 66 πεζογραφικά βιβλία ολόκληρα, κι άφησα αρκετά στη μέση, σχεδόν 20 μετράω στη σχετική στοίβα. Φαίνεται πως δεν ήταν μια καλή αναγνωστική χρονιά για μένα αν κρίνει κανείς μόνο από τους αριθμούς, όμως στην πραγματικότητα ήταν μια χρονιά πλήρως αφιερωμένη στα βιβλία. Διάβασα πολύ για το μεταπτυχιακό και για την έρευνα για το δικό μου μυθιστόρημα. Τώρα που το μυθιστόρημα οδεύει προς την έκδοση (την άνοιξη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) διαβάζω περισσότερη λογοτεχνία. Τα κείμενα στο blog ήταν σαφώς λιγότερα από άλλες χρονιές, αν και θεωρώ νίκη πως δέκα χρόνια μετά έχω ακόμα όρεξη να γράφω εδώ, έστω και πιο αραιά. Επέλεξα να μην βαθμολογήσω τα βιβλία που διάβασα χωρίς να γράψω κείμενο για αυτά. Του χρόνου μπορεί να αλλάξω πάλι γνώμη. Του χρόνου, θα είναι μια καινούργια εμπειρία. Έχω λόγους να ανυπομονώ να έρθει το 2020. Κι ελπίζω να έχετε κι εσείς. Γιατί δεν βγαίνει αλλιώς. 


                                            Καλές γιορτές! Καλή χρονιά!
                                          Υγεία και αγάπη για όλους μας! 






Διάβασα σπουδαία βιβλία το 2019. Ξεχωρίζουν μέσα μου "Το χείλος της αβύσσου" του Έριχ Κέστνερ (μετ. Άντζη Σαλταμπάση, εκδ. Πόλις), οι "Οδηγίες για οικιακές βοηθούς" της Λουσία Μπερλίν (μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα) και η "Πατρίδα" του Φερνάντο Αραμπούρου (μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη). 


   


29/12/19

"Θεά Ακρόπολη", Λουκία Δέρβη



Η Λουκία Δέρβη εμπνέεται από ένα ξενοδοχείο πάνω στην πλατεία Συντάγματος, με θέα την Ακρόπολη, που μοιάζει, αλλά δεν είναι, η Μεγάλη Βρετανία, και καταδύεται στα άδυτά του, εκεί που ποτέ κανένας πελάτης δεν θα πάει, στον χώρο του προσωπικού. Βασικοί της ήρωες, η καμαριέρα του έβδομου ορόφου Θέκλα, μια φοβερά όμορφη γυναίκα, που έχει ένα μωρό κι έχει μόλις χωρίσει από τον Παρμενίωνα, ο καλόκαρδος ρεσεψιονίστ Μάκης που ζούσε μέχρι τώρα με τη μαμά του και τώρα ψάχνει μια καλή κοπέλα και η Χαρούλα, το μορφωμένο κορίτσι που κλείνει τις μεγάλες δουλειές του ξενοδοχείου όμως ζει μια προσωπική τραγωδία με τη χρεοκοπία της οικογένειάς της. 

Το ξενοδοχείο μοιάζει να είναι ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, μπροστά από τα μάτια μας παρελαύνουν περίπου 23 χαρακτήρες, και πελάτες και άλλα μέλη του προσωπικού. Πάνω σε αυτό τον καμβά ανθρώπων πάντως, στη βαβούρα και τις ζωές τους, χτίζεται μια ιστορία ξεχωριστή. Ο Μάκης είναι ερωτευμένος με τη Θέκλα, αν και δυσκολεύεται πολύ να την πλησιάσει, ίσως και λόγο του χωλού του ποδιού. Είναι ένας από τους πιο καλούς χαρακτήρες της λογοτεχνίας – μου θύμισε κάπως τον Τζαρντάις στον Ζοφερό οίκο. Η Θέκλα είναι ιδιότροπη, περήφανη που καθαρίζει τον πιο εξκλούσιβ όροφο, που έχει τη δική του ρεσεψιόν. Αγαπημένο της χόμπι είναι να χτυπάει την πόρτα και να μπαίνει αμέσως στα δωμάτια, χωρίς να περιμένει, πιάνοντας τους ενοίκους τους στα πράσα: να κοιμούνται, να κάνουν έρωτα, να χαζεύουν. Είναι κολλημένη με τον πρώην σύζυγο, παρ’ όλο που αυτός είναι ένας νταής που την χτυπάει στο όνομα της αγάπης. Κι η Χαρούλα αγαπάει τον Μάκη, γιατί μοιάζει τόσο ευάλωτος όσο κι εκείνη. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια εποχή ανόδου και αθωότητας, το 1992. 

Η συγγραφέας είναι εμφανώς γοητευμένη από τη μυστική ζωή των μεγάλων ξενοδοχείων, τη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας, είναι η δική της θέα στην Ακρόπολη. Κάνει την κομβική επιλογή να επιλέξει πρωταγωνιστές από το προσωπικό κι όχι από τους πλούσιους πελάτες, μιλάει για πράγματα που αφορούν όλους μας. Αυτό που βγαίνει από το μυθιστόρημα τελικά είναι γλύκα και αγάπη για τους ήρωές της∙ ακόμα κι όταν κάνουν τη λάθος επιλογή την έκαναν γιατί είναι ο εαυτός τους. Η Θέα Ακρόπολη είναι χαμηλότονο βιβλίο, κρατά το ενδιαφέρον χωρίς να κραυγάζει, ασχολείται με θέματα που πονάνε χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα. Κι όλο φαντάζεσαι πως, κάποιος από αυτούς τους χαρακτήρες, είσαι εσύ. 



                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Θέα Ακρόπολη", Λουκία Δέρβη, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 212