30/6/15

«Ο χορός των λέμινγκς», Κωνσταντής Σταυρόπουλος



Μεγάλη φαν των αστυνομικών ιστοριών δεν είμαι, για την ακρίβεια συνήθως τα αποφεύγω. Ξεκίνησα τον «Χορό των λέμινγκς» για να αλλάξω λίγο λογοτεχνικό είδος και να ανανεωθώ. Δεν είναι σίγουρη πως τα κατάφερα, ήταν πάντως μια καλή προσπάθεια. 

Τα λέμινγκς είναι ένα έντιμο βιβλίο, με μια μάλλον προβλέψιμη αστυνομική ιστορία κι έναν κλασικό ήρωα για τέτοιου τύπου μυθιστορήματα. Ο Ντάριο είναι ένας ρέμπελος και άχρηστος ιδιωτικός ντετέκτιβ που τελικά συνεργάζεται με έναν καλό αστυνομικό για να λύσουν τα δυο εγκλήματα που τους προκύπτουν από το πουθενά. Τα υψηλά κλιμάκια τους διαμηνύουν να μην ασχοληθούν, αυτοί ατρόμητοι κυνηγοί της αλήθειας συνεχίζουν, ενώ διακινδυνεύουν ολομόναχοι το τομάρι τους. 

Γεμάτο από τα κλισέ του είδους- των τηλεοπτικών σειρών, των ταινιών και των βιβλίων- με μια ιστορία τραβηγμένη από τα μαλλιά αλλά ρονταρισμένη σχετικά καλά ως προς τις κορυφώσεις της, το μυθιστόρημα είναι μια ευχάριστη αναγνωστική απόδραση από τα πιο βαριά βιβλία. Αλλά ως εκεί. 

Ο Ντάριο είναι ένας τύπος που έχει το γραφείο του στην ψαραγορά, δεν πάει ποτέ σε μια κανονική ώρα κι είναι συνέχεια ρέστος από λεφτά. Η απλή παρακολούθηση μιας μοιχαλίδας συζύγου θα καταλήξει σε υπόθεση φόνου που θα μπλεχτεί με μιαν άλλη και θα καταλήξει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και μαφιόζικο στην Νάπολη. Ταυτοχρόνως ο ήρωας μας θα βρει και τον μεγάλο έρωτα. 

Οι γυναίκες είναι όλες θεογκόμενες με ατελείωτα πόδια, οι κακοί είναι προσχηματικοί, οι καλοί βρίσκονται σε οίστρο, δεν πεθαίνουν ποτέ και είναι τα πιο ηθικά πλάσματα της γης- μέσα στην ανηθικότητα της τεμπελιάς, της αφραγκιάς, των ποτών και των τσιγάρων τους. Θα ήταν ψέμα να πω πως δεν βαρέθηκα. Αλλά επίσης θα ήταν κι άδικο να είμαι εγώ κριτής αυτού του βιβλίου γιατί δεν απευθύνεται σε μένα. Είναι γραμμένο για τους αναγνώστες της κλασικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι εκεί είμαι σίγουρη πως θα βρει πολλούς αποδέκτες. 


«Ο χορός των λέμινγκς», Κωνσταντής Σταυρόπουλος, εκδ. Κριτική, 2015, σελ.289.

28/6/15

Season finale σήμερα στις 2μ.μ. στον www.amagiradio.com





Πανηγυρικό, γκραν φινάλε σεζόν για την εκπομπή Διαβάζοντας@amagi με καλεσμένη την αφεντομουτσουνάρα μου. Απολογισμός εκπομπής, αναγνωστικής χρονιάς, προτάσεις για το καλοκαίρι για όλη την οικογένεια, χαζά άρθρα για βιβλιόφιλους με κακή προφορά των ονομάτων των συγγραφέων, από όλα θα έχει ο μπαξές.


Εάν θέλετε να ρωτήξετε κάτι την ραδιοφωνική παραγωγό, τώρα είναι η ώρα. Επίσης αν έχετε όρεξη να μας στείλετε ποια βιβλιαράκια θα διαβάσετε εσείς το καλοκαίρι είστε ευπρόσδεκτοι να αφήσετε σχόλιο. Το αυτό για να μπείτε στην κλήρωση. Εναλλακτικά πατήστε ένα απλό κακομοίρικο λάικ σε τούτο δω το ποστ στο fb

Κληρώνουμε:
"Ένας θάνατος για την οικογένεια", Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ
"Η εσχάτη των ποινών", Σαντιάγο Ρονκαλιόλο
"Πως να είσαι δύο", Άλι Σμιθ
Όλα φρεσκότατα, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Προλάβετε, την Κυριακή 28/05/2015 στις 2μ.μ. στον www.amagiradio.com





Την προηγούμενη μας εκπομπή με την Μικέλα Χαρτουλάρη την ακούτε εδώ: 



27/6/15

«Πώς να είσαι δύο», Ali Smith



Εντυπωσιακό; Να το πω έτσι, γιατί ίσως να χρειαστώ κανέναν πιο βαρύγδουπο χαρακτηρισμό όσο προχωρά αυτή η ανάρτηση για το βιβλίο της Άλι Σμιθ «Πώς να είσαι δύο». Ή για να είμαστε ακριβέστεροι, πώς να είσαι και τα δύο, πώς να πεις δυο ιστορίες ταυτόχρονα, πώς να δεις αυτό που μες στο χρόνο χάθηκε και ξαναβρέθηκε και που συνεχίζει να αφορά τους ανθρώπους.

Το βιβλίο της Άλι Σμιθ είναι τυπωμένο με μια τσαχπινιά: επειδή οι ιστορίες του είναι δυο, σε κάποια αντίτυπα είναι πρώτη η μία και σε άλλα η άλλη. Έτσι, ο καθείς διαβάζει άλλο βιβλίο. Θα μου πεις αυτό δεν συμβαίνει έτσι κι αλλιώς; Συμβαίνει, αλλά που και που στην τέχνη είναι καλό οι συμβολισμοί να μας θυμίζουν τα αυτονόητα.

Το δικό μου αντίτυπο λοιπόν ξεκινά με την πιο πρόσφατη ιστορία. Ένα κορίτσι, η Τζορτζ έχει μόλις χάσει την μητέρα της και προσπαθεί να διαχειριστεί την απώλεια και τις σχέσεις με τον πατέρα, τον αδελφό, την μάνα αλλά και τη φίλη της. Είναι ένα ιδιότυπο παιδί που φτιάχνει δικούς του κόσμους. Ίσως γιατί και η μάνα της ήταν έτσι, ακτιβίστρια, που κάποτε ξεσήκωσε τα παιδιά και τα πήγε στην Ιταλία μόνον και μόνον για να δουν μια νωπογραφία, άγνωστού της ζωγράφου, που της άρεσε.

Κι εδώ ξεκινά η πιο παλιά ιστορία. Ο ζωγράφος, που είναι γνωστός μονάχα από μια επιστολή του στον άρχοντα όπου ζητούσε περισσότερα χρήματα, αντάξια της συμπεριφοράς του, έχει ένα περίεργο μυστικό.

[] Δεν μπορώ να πω ψέματα, εγώ κατούρησα στο πηγάδι. Τώρα που έδειξα τόση ειλικρίνεια κάντε με πρότυπο. Όχι πρόστυχο, πρότυπο. Πρόστυχο πρότυπο. 
Αυτό ίσως να άξιζε πέντε λίρες σαν σύνθημα της Ανατροπής αν η μητέρα της ήταν εδώ τώρα. 
(Τώρα όμως που δεν είναι, το σύνθημα δεν αξίζει μία;)
Υπάρχουν ακόμα οι πιθανές λέξεις ΨΕΓΩ, ΨΕΙΡΑ, ΨΕΛΝΩ. Κατηγορώ, απευθύνω μομφή, ζωύφιο που έχει ως βιότοπο το τριχωτό των θηλαστικών, εκτέλεση ωδής με λατρευτικό χαρακτήρα (είναι ενδιαφέρον ότι η εκτέλεση ωδής στην καθομιλουμένη μπορεί να σημαίνει και κατσαδιάζω, άρα απευθύνω μομφή)/
Υπάρχει και η λέξη ΨΕΛΛΙΖΩ.
Υπάρχει και η λέξη ΨΕΓΑΔΙ.
(Πάω στοίχημα ότι είναι σε καμία πόλη με καθεδρικό και κρέμεται από το ταβάνι καμιά φανταχτερής εκκλησίας μαζί με τα σκαλίσματα των αγγέλων.
Πάω στοίχημα ότι
ότι)
Λάθος.
Είναι εξοργιστικό πόσο λάθος.
Η Τζορτζ του μετά μπορεί ακόμα να νιώσει την οργή του λάθους ν' ανοίγει βαθιές χαραγματιές μέσα στο στήθος της Τζορτζ του πρώτα.   

Ιστορίες ενηλικίωσης κι οι δυο, η μια το 1460, η άλλη το 1960. Δυο άνθρωποι που μεγαλώνουν με 500 χρόνια διαφορά και ψάχνουν να βρουν την θέση τους και την ταυτότητά τους σε έναν άδικο κόσμο. Όλες οι πτυχές αναπτύσσονται, η συναισθηματική και η σεξουαλική και η λογική, αλλά στην πραγματικότητα καμία δεν φαίνεται ξεκάθαρα. Γιατί το μεγάλο ατού της Άλι Σμιθ είναι ο υπαινιγμός.

Βιβλίο εξαιρετικά δύσκολο στην μετάφρασή του με συνεχή λογοπαίγνια απαραίτητα στην πλοκή, με λόγο ανάμεσα στον διάλογο και την πρόζα, συχνά χωρίς να τηρεί στίξη και παραγράφους. Ένας λόγος σπαρταριστός και σπαρακτικός συνάμα. Η Άλι Σμιθ αποδεικνύει με αυτό το βιβλίο πως είναι λίγα τα εφόδια που χρειάζεται κανείς για να γράψει λογοτεχνία αξιώσεων. Γνώση, ταλέντο, ιδέα, διάθεση να υπερβείς τα εσκαμμένα, οίστρος· απλά πράγματα, καθημερινά, που συμβαίνουν στον κάθε γραφιά. Ή όχι; 




«Πώς να είσαι δύο», Άλι Σμιθ, μετ. Νίκος Μάντης, εκδ. Καστανιώτης, 2015, σελ. 350

24/6/15

Η ηδονή



Γιατί δεν διαβάζουν λογοτεχνία οι άνθρωποι;

Γιατί, δεν γουστάρουν, για αυτό.

Γιατί δεν έμαθαν από τα μικράτα τους

Γιατί μιαν άλλη φαντασία κεντρίζει τις ανάγκες τους για μυθοπλασία. Βασικά αυτό.

Η εγγενής ανάγκη του ανθρώπου να ακούει και να φτιάχνει ιστορίες- αυτή που τον ξεχωρίζει από όλα τα άλλα ζώα- δεν παύει να υπάρχει. Όμως, όπως και σε άλλους καιρούς, ικανοποιείται μακριά από την ανάγνωση. Η ανάγνωση λογοτεχνίας, σπάνια, απλά τυχαίνει, σε ελάχιστες ιστορικές συγκυρίες τέλος πάντων, ήταν για τους πολλούς. Οι περισσότεροι θέλουν να ακούν τις ιστορίες τους, να τις βλέπουν. Το να τις διαβάζεις απαιτεί μιαν άλλη εκπαίδευση. Αυτό δεν αναιρεί την μαγεία όλων των άλλων εκφάνσεων του μύθου- κι οι αναγνώστες ακούνε μουσικές και βλέπουν ταινίες, και θέατρο και τις ειδήσεις των 9. Όμως, μάλλον, απαιτεί ιδιωτικότητα. Πολλά πράγματα μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι μαζί. Δεν μπορούν να διαβάσουν.

Η διαφορά της ανάγνωσης από όλες τις άλλες μορφές κοινωνίας σε μια πλαστή ή και όχι τόσο πλαστή ιστορία, είναι η μοναχικότητα που απαιτεί. Και η προσωπική ματιά. Τα βιβλία ενεργοποιούν άλλες πλευρές της φαντασίας, ενίοτε εντελώς απάτητες. Απαιτούν να φτιάξεις το δικό σου ηλιοβασίλεμα και την δική σου σκηνή μαρτυρίου· να κρεμαστείς μαζί με τον αυτόχειρα μες στο μυαλό σου.





Η ηδονή της ανάγνωσης κρύβει μέσα της εν σπέρματι την ηδονή της οδύνης. Αυτό είναι και το μόνο κριτήριο για να ξέρει κανείς αν το κείμενο που διάβασε είναι απλά άρτιο ή ένα έργο τέχνης. Και για πετύχει αυτή η ταύτιση απαιτεί δυο, αναγνώστη και βιβλίο.


Η ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων δεν είναι για όλους, γιατί απλά η λογοτεχνία είναι τέχνη. Δεν διαβάζουν οι άνθρωποι, και δεν ακούν μουσικές, και δεν πάνε δουν παραστάσεις και πίνακες. Αυτό δεν σημαίνει πως χάνουν την αγάπη τους για την κατασκευασμένη ιστορία. Απλά δεν ξέρουν και δεν θέλουν –γιατί όλοι δεν είναι ίδιοι- να την αναζητήσουν εκεί. Στο αφηρημένο. Την πληρώνουν αδρά στο απτό.





23/6/15

Κολ-γκερλς του Μαραμπού





Επειδή μου την είπατε τις προάλλες για την έλλειψη λογοτεχνικότητας που διέκρινα στο κατά τα άλλα σπουδαίο βιβλίο του Άρθουρ Καίσλερ “Το μηδέν και το άπειρο”, είπα να διαβάσω ένα ακόμα δικό του για να αποδείξω τα αυτονόητα! Ήδη ο τίτλος θέτει στέρεες βάσεις για μια εμπνευσμένη λογοτεχνία. Ο Καίσλερ παρομοιάζει ευφυώς τους επιστήμονες και διανοούμενους της κάθε εποχής με κολ-γκερλς που περιφέρονται από συνέδριο σε συνέδριο εκπορνεύοντας τις ιδέες τους και συμμετέχοντας απρόθυμα σε μια δυσάρεστη ιδεολογική παρτούζα.

[...] Τι νομίζετε πως έκανα; Χασμουριόμουν σ' ένα συμπόσιο για την Ιεραρχική Τάξη στις Κοινωνίες των Ανθρωποειδών Πιθήκων. Ήξερα τι θα' λεγε ο καθένας τους – ο Λόρενς κι εκείνη η Σκάλερ, ο Ρούσελ και οι υπόλοιποι – κι όλοι τους ήξεραν τι θα έλεγα κι εγώ, κι όμως έπρεπε να πάω. Γιατί; Επειδή είμαι ένα ακαδημαικό κολ-γκερλ. Όλοι μέσα στο λεωφορείο είμαστε κολ-γκερλς. Εσύ είσαι ακόμη νεαρός, το ίδιο θα γίνεις όταν θα έρθει η ώρα.

Σε ένα ειδυλλιακό χωριό των Άλπεων συναθροίζεται μια ντουζίνα διαπρεπών επιστημόνων των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, με σκοπό να διαγνώσει την ασθένεια και να προτείνει θεραπεία για τον άνθρωπο που φαίνεται πως διανύει το λυκόφως του είδους του. Το όνομα του συνεδρίου έχει στην αρχή τον εύγλωττο τίτλο SOS αλλά ύστερα από την παρέμβαση του διευθυντή του ιδρύματος, αλλάζει στο πιο μετριοπαθές “Προτάσεις προς επιβίωσιν”. Τα κολ-γκερλς καταφθάνουν κουρασμένα και αδιάλλακτα, ματαιόδοξα και προκατειλλημένα, ζηλόφθονα και προκλητικά, και ξεκινούν το καθένα την προσωπική του παράσταση χωρίς ίχνος σύγκλισης πέρα από το ότι καταδέχονται να καθίσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι!

Ο Καίσλερ χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά του ιλαροτραγωδία και εκείνο δικαιώνει απόλυτα αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί εκπληκτικά και άκρως διασκεδαστικά (με πικρό χιούμορ, πάντα) την άνοδο αυτών των διανοιών με τα πολύτιμα συγγράμματά τους και την πτώση των συναισθηματικά στεγνωμένων ανθρώπων που αδυνατούν να αντιληφθούν τον άνθρωπο ως κάτι διαφορετικό πέρα από πεδίο πειραμάτων.

[...] Η πιο μνημειώδης δεισιδαιμονία του αιώνα μας, τραύλισε ο Μπλαντ, είναι η επιστήμη που μεταχειρίζεται τον άνθρωπο σαν ένα σαλιάρικο σκυλί του Παβλόφ ή σαν έναν τυφλοπόντικα ή σαν ένα ρομπότ προγραμματισμένο από το γενετικό του κώδικα. Η επιστήμη σας είναι μια μεθοδική μορφή παραφροσύνης.


Αυτά τα λόγια ανήκουν στον Μπλάντ(!) το παράξενο κολ-γκερλ που είναι ποιητής και ταυτόχρονα ικανός γνώστης της φυσικής και της κβαντομηχανικής. Μέσα από τον χαρακτήρα του Μπλαντ και την ειρωνική και κυνική ρητορική του (και πάντα σε συνάφεια με την ιδιότητά του ως ποιητή) ο Καίσλερ φέρνει στην επιφάνεια τον άνθρωπο που συνήθως αγνοούν τα επιστημονικά συνέδρια τα οποία υποτίθεται ότι συνεδριάζουν στο όνομά του και για την ευημερία του! Η συναισθηματική πυκνότητα που συχνά κουβαλά ένας ποιητής μαζί με την κυνικότητα που του δημιουργούν οι βασανιστικές εικόνες της πραγματικότητας, μας επιτρέπει να διακινδυνέψουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ένας δευτερεύον χαρακτήρας, η Κλαίρη, η οποία είναι η γυναίκα του διακεκριμένου φυσικού και εμπνευστή του συνεδρίου, Νικολάι Σολόβιεφ. Η Κλαίρη που είναι ο πιο ανθρώπινος από τους γυναικείους χαρακτήρες του βιβλίου – μια ζωολόγο, την παράξενη φίλη της “με το ξυρισμένο σβέρκο” και μια γραμματέα-πειραματόζωο του καθηγητή Βαλέντι - συζητά με τον κουρασμένο πνευματικά σύζυγό της σε διάφορους αναζωογονητικούς περιπάτους για την επιτυχία αυτού του συνεδρίου και ακόμα περισσότερο για την ενδεχόμενη χρησιμότητά του (σημειωτέον ότι ο Καίσλερ τοποθετεί την ιστορία του χρονικά συντονισμένη με τον πόλεμο του Βιετνάμ, κάνοντας έμμεσες αναφορές στην Ασία και βάζοντας το γιο της Κλαίρης και του Νικολάι να είναι κάπου χαμένος στα “ρυζοχώραφα”, εντείνοντας την πνευματική κατάπτωση του Νικολάι και κάνοντας, μέσω της κοινωνικής κριτικής την οποία δεν φείδεται στα βιβλία του, ακόμα ειρωνικότερη και συγκλονιστικότερη την ιστορία που περιγράφει).


– Τότε λοιπόν, τι είναι σοβαρό;

– Δεν ξέρεις; Ο πονόδοντος είναι σοβαρός. Όταν είναι δυνατός, ξεχνάς να λυπηθείς για το μέλλον της ανθρωπότητας.

– Τότε λοιπόν, εμπρός για πονόδοντο. Εσύ έχεις;

Ο συγγραφέας μυθοποιεί μόνο τους χαρακτήρες διατηρώντας πραγματικούς τους συγγραφείς και τα πειράματα που αναφέρονται εκτενώς στο βιβλίο. Έτσι ο αναγνώστης απολαμβάνει μία θαυμαστή περίληψη αληθινών επιστημονικών θεωριών, τις οποίες ο Καίσλερ διανθίζει με μαεστρία με σκέψεις για την αναγκαιότητα της επιστήμης, την ηθική της και την χρησιμότητά της. Ο λόγος του είναι γεμάτος με όμορφες μεταφορές που μετατρέπουν την επιστημοσύνη που καταλαμβάνει το μισό και πλέον βιβλίο σε έναν γοητευτικό αναστοχασμό που γαργαλάει το μυαλό σου με ερωτήματα άκρως σημαντικά και ενδιαφέροντα. Ανάμεσα στις “σοβαρές” συνεδρίες παρεμβάλλονται κοκτέιλ πάρτυ και γεύματα που αναδεικνύουν τις μικροκακίες και τα πάθη που ταλανίζουν αυτές τις σπουδαίες διάνοιες. Με έναν ιλαρό λόγο, ο συγγραφέας αφήνει σιγά σιγά τον αναγνώστη να ανακαλύψει την τραγωδία που γεννάται όταν επιτρέπει σε μια ντουζίνα ανθρώπων να καθορίσει το μέλλον του.

Αυτό το βιβλίο του είναι απείρως πιο σημαντικό από “Το μηδέν και το άπειρο”. Σαφώς και είναι σημαντικό να θυμόμαστε πάντα πού μπορεί να οδηγήσει η ολοκληρωτική σκέψη, πολλά βιβλία μας βοηθάνε σ' αυτό, αρκεί βέβαια να τα διαβάζουμε – όμως, για μένα, εκείνο το βιβλίο στερούνταν ολοκληρωτικά την καλλιτεχνική δημιουργία. Μετά τα δυστοπικά σενάρια των Χάξλευ και Όργουελ (παρόλο που το 1984 έπεται χρονικά του βιβλίου του Καίσλερ!) κάθε ανάλογη προσπάθεια περιγραφής του ολοκληρωτισμού φιλτράρεται μέσα από αυτά και βγαίνει συνήθως αποδυναμωμένη και στεγνωμένη (ξέρω, αυθαίρετη η σκέψη μου, αλλά ας μου επιτραπεί σας παρακαλώ, δημοκρατία έχουμε!!). “Το μηδέν και το άπειρο” ήταν ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο αδιάφορα γραμμένο. Αντιθέτως, το “Κολ-γκερλς” καταπιάνεται με ένα θέμα εξίσου σημαντικό – ένα είδος σύγχρονου ολοκληρωτισμού είναι η εξουσία που δίνεται σε μια μερίδα ανθρώπων που σε πολλές περιπτώσεις κρύβεται κάτω από τη φενάκη της προόδου – σε μία γλώσσα όμως, που πρωτίστως απολαμβάνει η ίδια τις ιδέες που περιγράφει πριν τις απολαύσει εσχάτως και ο αναγνώστης.




Η μετάφραση είναι της Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου και σε καμία περίπτωση δεν είναι ιλαροτραγωδία! Η έκδοση είναι αξιόλογη, με δυο όμορφους πίνακες στο εξώφυλλο, όπου σε έναν από αυτούς, διακρίνεται ένας ζητιάνος που με λίγη φαντασία (που εγώ διαθέτω!), θυμίζει τον Τζόυς! Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο που όταν το διαβάσετε, αναπόφευκτα θα σας φέρει στο νου διάφορα “γκρουπάκια των Βρυξελλών” στα οποία διάφοροι σπουδαίοι στύβουν το μυαλό τους για το πώς θα στύψουν τις ζωές των ανθρώπων! Ο Άρθουρ Καίσλερ αποδεικνύεται ένας σημαντικότατος διανοούμενος, ένα υποδειγματικά επαγγελματικό κολ-γκερλ που σου πηδάει ανελέητα το μυαλό με τις ιδέες του αλλά στο τέλος δεν αποκλείεται να σου χαρίσει και μια τρυφερή αγκαλιά!

                                                                                                       

                                                                                                       Μαραμπού


"Κολ-γκερλς", Άρθουρ Καίσλερ, μετ. Γεωργία Αλεξίου, εκδ. Άγκυρα, 1998

21/6/15

"Στην άκρη του γκρεμού", Rafael Chirbes



Δεν είχα ακούσει τίποτα για τον Ραφαέλ Τσίρμπες μέχρι τώρα. Μια κουβέντα στο βιβλιοπωλείο με έναν φίλο για τις «Σκηνές κυνηγιού» μου τον σύστησε. Από σύμπτωση, σχεδόν σατανική, μία εβδομάδα μετά εμφανίστηκε ολοκαίνουργιο βιβλίο του Τσίρμπες, «Στην άκρη του γκρεμού» από τις εκδόσεις Κέδρος, με εκπληκτικό εξώφυλλο. Το αγόρασα. 

Η αρχή του μυθιστορήματος είναι εντυπωσιακή. Λόγος μακροπερίοδος αλλά μεστός, ένας μετανάστης που βρίσκει ένα πτώμα μες στον βάλτο και δεν τολμά να το καταγγείλει για να μην μπλέξει. Και η κυρίως ιστορία έχει το ενδιαφέρον της, ένας άντρας, ο Εστέμπαν που έγινε ξυλουργός- όπως ο πατέρας του- αντί για γλύπτης χάνει την ξυλουργική επιχείρηση κι αφήνει άνεργους τους υπαλλήλους του εν μέσω κρίσης. Ως εδώ όλα μοιάζουν ιδανικά. 

Όμως το βιβλίο τραβάει σε μάκρος, οι ιδέες, οι φράσεις, οι καταστάσεις ανακυκλώνονται κι όλα αυτά χωρίς παραγράφους, με ελάχιστα σημεία στίξης, με ένα λόγο που κολλάει και ξανακολλάει, με επαναλήψεις νοημάτων. Από την μέση και μετά το βαρυγκώμησα σε μεγάλο βαθμό, σχεδόν δεν ήθελα να το βλέπω στο κομοδίνο μου. Αλλά το τελείωσα. 

Η Κρίση- η ισπανική αλλά κατ’ επέκταση κάθε καπιταλιστική κρίση του καιρού μας- αναλύεται διεξοδικά. Ο ήρωας βρίσκεται στα εξήντα του με μια ζωή σπαταλημένη στα όνειρα αλλωνών, να ξεσκατίζει το πατέρα του και να μην μπορεί να ξεκολλήσει τον λογισμό μου από την νεαρή μετανάστρια που τον φρόντιζε πριν χρεοκοπήσει. Ματαιωμένη όνειρα, ένας χαρακτήρας χωρίς ούτε καν κυνικότητα πια, παραιτημένος, που όλο χάνεται. Αλλά συνεχίζει να ζει. Μετανάστες που χάνουν την δουλειά τους, που δεν έχουν να φάνε, απολυμένοι που δεν συμπαραστέκονται στο αφεντικό τους, ένας φραγκάτος φίλος που παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του Εστέμπαν. Πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας, που σηματοδοτούν μια κρίση αξιών πρωτίστως και μια κρίση χρηματοπιστωτική δευτερευόντως. 

Δεν ξέρω αν όντως το «Στην άκρη του γκρεμού» θα αναδειχτεί σε κλασικό αριστούργημα τα επόμενα χρόνια. Για μένα πάντως, η μονοτονία της κρίσης- που την ζω σε ένα αντίστοιχο μεγαλείο- ήταν κουραστική, και ελαφρώς ενοχλητική. Σα να αναμασούσε τα ίδια και τα ίδια για να μας τα κάνει λιανά· να μας τάιζε- χιλιολιωμένα και με το κουταλάκι, σαν μωρά- αυτά που ζούμε έτσι κι αλλιώς και τα βλέπουμε κάθε μέρα.

Έμεινα να αναρωτιέμαι τι θα περίμενα από μια «λογοτεχνία της κρίσης». Φαντάζομαι μια πιο διεισδυτική και μακρόπνοη προσέγγιση, ή έστω μια ματιά στην «μικροκοινωνία» κάθε διαφορετικής κρίσης. ‘Η τελικά ίσως να μην περίμενα τίποτα. Να πρέπει να βρεις αυτό το βιβλίο που σε αντιπροσωπεύει για να αναφωνήσεις, να εδώ είμαστε, εδώ θα θελα να είμαι, αυτό θα ήθελα να διαβάσω.

"Στην άκρη του γκρεμού", Ραφαέλ Τσίρμπες, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 438