13/11/18

"Τυλ, ο σαλτιμπάγκος", Daniel Kehlmann



Δεν είμαι φανατική του Ντάνιελ Κέλμαν, μάλλον το αντίθετο, ως τώρα δυσκολευόμουν να καταλάβω γιατί είναι ένας από τους πιο ευπώλητους συγγραφείς, γιατί κάθε βιβλίο του είναι εκδοτικό γεγονός στη Γερμανία. Ο Τυλ πάντως με τράβηξε αμέσως, το θέμα, το εξώφυλλο, η έκδοση, κάτι με ωθούσε να το διαβάσω και να αφήσω πίσω τα υπόλοιπα βιβλία που με περίμεναν καρτερικά. Και δικαιώθηκα. 

Ο συγγραφέας παίρνει μια πολύ γνωστή φιγούρα της Γερμανικής παράδοσης, τον Τυλ Ούλενσπιγκελ,  τον ξεριζώνει από το ιστορικό του πλαίσιο του 14ου αιώνα και τον φυτεύει στον 17ο, για την ακρίβεια τον βάζει να δρα κατά τη διάρκεια του Τριαντακονταετούς πολέμου. Ο Τυλ, φορέας του γέλιου αλλά και μοχθηρός γελωτοποιός που αρέσκεται να ξεσκεπάζει τις πιο γκροτέσκες και απωθητικές στιγμές των ανθρώπων, είναι μόνο η αφορμή. Ο Κέλμαν στήνει γύρω του ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα όπου μπλέκεται η μυθοπλασία με την Ιστορία, μιλά για πόλεμο, για μαγεία, για επιστήμη, για θρησκεία, για απώλεια και καταστροφή, κι όλα αυτά άναρχα, σχεδόν χωρίς πλοκή και προορισμό∙ περίπου όπως είναι κι η ίδια η ζωή. 

Ο Τυλ είναι γιος ενός μυλωνά, που ασχολείται με τη μαγεία και τα ιατρικά βοτάνια. Οι Ιησουίτες δεν αργούν να τους βρουν, κι έτσι ο πατέρας του καταλήγει στην πυρά, κι ο Τυλ το σκάει με την κόρη του φούρναρη, τη Νέλε, για να γλιτώσει. Μαζί θα περιπλανηθούν στην ύπαιθρο, θα γίνουν γελωτοποιοί του ξεπεσμένου στασιαστή Φρειδερίκου του Παλατινάτου και της Ελισάβετ Στιούαρτ, θα αναμετρηθούν με τη ζωή του πλάνητα. Στο διάβα τους όλο θα μπλέκεται ο Ιησουίτης που καταδίκασε τον πατέρα του, ο Αθανάσιος Κίρχερ. 

Οι κοινωνίες του 17ου αιώνα ήταν αρκετά στατικές, κι ο Τυλ έδωσε ένα καλό αφηγηματικό όχημα στον συγγραφέα για να στήσει μια μη στατική αφήγηση. Ο Κίρχερ από την άλλη, σε πολλά πεδία της επιστήμης πρωτοπόρος, και σε άλλα τσαρλατάνος, μάγος, αγύρτης, άτεγκτος κυνηγός δρακόντων και μαγισσών, είναι μια φυσιογνωμία απείρως γοητευτική και απωθητική. Η αφήγηση έχει κομμάτια με πολύ χιούμορ, κι άλλα με πολύ πόνο, δείχνει την τερατώδη αλλά και τη γελοία πλευρά του πολέμου. Το σύνολο είναι καλοκουρδισμένο, δουλεύει υπόγεια, σε κάνει να συνεχίζεις το διάβασμα για να δεις τι θα γίνει παρακάτω. 

Στην αρχή, ο Τυλ του Κέλμαν μου θύμισε πολύ τον Όσκαρ, τον νάνο στο Τενεκεδένιο Ταμπούρλο του Γκύντερ Γκρας. Όσο όμως το μυθιστόρημα προχωρούσε, το μοτίβο άλλαζε, φαινόταν πως πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η εποχή, ο πόλεμος και η ιστορία κι όχι ο ίδιος ο Σαλτιμπάγκος. Φαντάζομαι πως η τοποθέτηση της φιγούρας του στον 17ο αιώνα δεν είναι η μόνη ιστορική ανακρίβεια του συγγραφέα, εξάλλου ο Κέλμαν γράφει μυθιστόρημα κι όχι πραγματεία. Όμως είναι φανερό πως αυτό που τον καίει είναι οι αναλογίες, ο πόλεμος που ξεκίνησε με αφορμή τη θρησκεία και ερήμωσε όλη την Κεντρική Ευρώπη αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό της, η διαφορά ανάμεσα στους απλούς πολίτες και σε αυτούς που τους κυβερνούν, ο παραλογισμός του πολέμου και πώς μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του καθενός. 

Ο συγγραφέας δεν ηθικολογεί, σχεδόν δεν παίρνει θέση, χρησιμοποιεί το χιούμορ, δείχνει τη φρίκη, φτιάχνει ιστορίες, εκμεταλλεύεται κατά το δοκούν τους χαρακτήρες του, αυθαιρετεί. Ταυτόχρονα όμως υπηρετεί πιστά τη λογοτεχνία. Και παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που θα έφτανε από μόνο του, ακόμα κι αν ο Κέλμαν δεν ήταν ήδη τόσο γνωστός και πολυσυζητημένος, για να τον καθιερώσει. 



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ 



«Τυλ, ο σαλτιμπάγκος», Ντάνιελ Κέλμαν, μετ. Κώστας Κοσμάς, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 381


2/11/18

"Δάσος σκοτεινό", Nicole Krauss



Συμπαθούσα πάντα τα βιβλία της Νικόλ Κράους περισσότερο από αυτά του πρώην συζύγου της Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, κι ας τη συνέκριναν συχνά πυκνά με κείνον, κι ας φαινόταν να είναι στη σκιά του. Η Κράους είχε κοντά επτά χρόνια να βγάλει βιβλίο, έπειτα από την επιτυχία του «Όταν όλα καταρρέουν». Σε αυτά τα χρόνια χώρισε με τον Φόερ και προσπάθησε να βρει τη δική της φωνή, τόσο λογοτεχνικά όσο και προσωπικά. Το νέο της μυθιστόρημα «Δάσος σκοτεινό» δεν είναι ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο, ίσως μάλιστα σε κάποιο αρχικό στάδιο ο αναγνώστης μπει στον πειρασμό να το παρατήσει. Αν δεν παραιτηθεί πάντως, θα αποζημιωθεί. Γιατί είναι μακράν το καλύτερό της. 

Παρακολουθούμε δύο διαφορετικές ιστορίες, που σε κανένα σημείο δεν ενώνονται, κι όμως είναι τόσα τα υπόγεια δεσμά τους που ο αναγνώστης δεν αισθάνεται προδομένος. Στη μία ιστορία ο Τζουλς Έπστιν, Εβραίος μεγαλοδικηγόρος, παίρνει σύνταξη, χωρίζει την επί δεκαετίες σύζυγό του και αφού δωρίσει σχεδόν όλη την περιουσία του γυρίζει στο Ισραήλ για να βρει τον εαυτό του. Στην αρχή θα μείνει στο Χίλτον αλλά σύντομα θα προχωρήσει στα ενδότερα της χώρας, θα ασχοληθεί με έναν ραβίνο και τελικά θα εξαφανιστεί αφού ξεφορτωθεί και τα τελευταία υπολείμματα των χρημάτων του. 

Στη δεύτερη, μια τριανταεννιάχρονη συγγραφέας, μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο για την αποξένωση από τον ίδιο της τον εαυτό, που την οδηγεί να αφήσει τη ζωή της, τον άντρα και τα δύο μικρά αγόρια της και να καταφύγει στο Ισραήλ, μήπως και καταφέρει επιτέλους να γράψει. Εκεί θα συναντηθεί με έναν συνταξιούχο καθηγητή Φιλολογίας που θα της ζητήσει να τελειώσει τα ημιτελή γραπτά του Κάφκα, κάνοντάς την συνένοχο σε μια περίεργη ιστορία που τον αφορά. 

Το μυθιστόρημα είναι μια σπουδή στην ίδια τη συγγραφή λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα είναι ένας τρόπος για να απαντήσει η Κράους στο ερώτημα της ζωής της: πώς, αν και πάντα ήξερε πως ήθελε να είναι καλλιτέχνης κι ελεύθερη, κατέληξε παντρεμένη, μητέρα και συμβιβασμένη. Το θέμα της Εβραϊκότητας την απασχολεί σε αυτό το βιβλίο περισσότερο από ποτέ- συχνά πυκνά οι λογοτεχνικοί κριτικοί τη λένε «θηλυκό Ροθ». Το ίδιο κι αυτό της ματαίωσης των προσδοκιών, των χαμένων ονείρων, της ικανότητάς μας να είμαστε εδώ αλλά ταυτόχρονα να είμαστε κι εκεί. Τους ήρωές της τους σπαράζει η δυαδικότητα- αντίρροπες δυνάμεις τους τραβούν από τη μια ή την άλλη πλευρά κι είναι πολύ δύσκολο να αποφασίσουν ποιος είναι ο πραγματικός εαυτός τους. 

Δεν είναι τυχαίο πως το μότο του βιβλίου είναι αυτός ο αφορισμός του Κάφκα: 

Η εκδίωξη από τον Παράδεισο είναι, ως προς την κύρια πλευρά της, αιώνια. Έτσι, είναι αλήθεια ότι η εκδίωξη από τον Παράδεισο είναι οριστική και η ζωή στον κόσμο αναπόφευκτη, ωστόσο η αιώνια φύση αυτού του γεγονότος δεν μας δίνει μόνο την πιθανότητα να παραμείνουμε στον Παράδεισο μονίμως, αλλά σημαίνει επίσης ότι μπορεί πράγματι να είμαστε μονίμως εκεί, ανεξάρτητα αν εμείς εδώ το ξέρουμε ή όχι. 

Το «Δάσος σκοτεινό» είναι ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα, που αποτίει φόρο τιμής στον Φραντς Κάφκα, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Δεν είναι απλά ένα άρτιο λογοτεχνικό κατασκεύασμα, είναι και μια εξομολόγηση της συγγραφέως, που χρησιμοποιεί τα αυτοβιογραφικά της στοιχεία απροκάλυπτα, ως αφορμή, για να μιλήσει για όλα όσα βασανίζουν τους ανθρώπους. Σκοτεινό, βαθύ, κάποτε μεταφυσικό, λίγο μαγικό, το Δάσος της Κράους είναι ένα βιβλίο που θα δυσκολευτεί να ξεχάσει όποιος το τελειώσει. Κι αυτό τελικά είναι το μεγαλύτερο παράσημο για ένα μυθιστόρημα.


                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Δάσος σκοτεινό", Νικόλ Κράους, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 349



24/10/18

«Ολομόναχος», Νίκος Παναγιωτόπουλος



Ολομόναχος. 

Αυτοβιογραφική Προφητεία. 

Ξέρω ελάχιστα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ως άνθρωπο. Τον γνωρίζω βέβαια ως συγγραφέα από τα μυθιστορήματά του που είναι πάντα εντυπωσιακά. Τα δύο του τελευταία βιβλία όμως, τα αυτοβιογραφικά διηγήματα «Γραφικός χαρακτήρας» και τώρα το ολοκαίνουριο αυτοβιογραφικό αφήγημα «Ολομόναχος», με έκαναν να αισθάνομαι πολύ κοντά του. Και να του βγάλω το καπέλο. Γιατί ξέρω πολύ λίγους άντρες που να μπορούν να μιλήσουν για την πολύ ευαίσθητη σχέση με τον πατέρα τους με αυτόν τον τρόπο, αφτασίδιωτα, γυμνά από μυθοπλασία, άγρια και ειλικρινά. 

Ο συγγραφέας θυμάται τον πατέρα του, μετανιώνει που η σχέση τους ήταν από συγκρουσιακή μέχρι τυπική, ώσπου ο γονιός του χάθηκε. Μιλάει για τη συνωμοσία της σιωπής ανάμεσα στα αρσενικά που δεν μπορούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, κι αφήνουν τα λόγια που δεν λέγονται να διαιωνίζονται. Δεν είναι μελό. Είναι όμως σπαρακτικός. Ταυτόχρονα μας λέει και για μια άλλη πληγή, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη γενναιότητα, γιατί είναι μια πληγή που φανερά ακόμα αιμορραγεί. Μιλά για τη σχέση με τον δικό του γιο, που διακόπηκε από το διαζύγιο, για τον τρόπο που ψάχνει ισορροπία στον παραλογισμό των ανθρώπινων ερωτικών σχέσεων, για να μην είναι το παιδί του παράπλευρη απώλεια. 



Και τελικά κατορθώνει να διαψεύσει τον τίτλο. Ολομόναχος, σε ένα δωμάτιο καινούργιο, με έπιπλα δανεικά, μακριά από τον γιο του, και τον πατέρα χρόνια πεθαμένο, μας κάνει κοινωνούς στα άχραντα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και με την τόλμη και το θάρρος του, μας παίρνει μαζί του. Δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή τι δουλειά έχω εγώ να διαβάζω την πραγματική ιστορία του πατέρα ενός άλλου. Δεν νιώθεις καθόλου σαν να κρυφοκοιτάς από κλειδαρότρυπα. Το αντίθετο, ο Παναγιωτόπουλος αφήνει την πόρτα ανοιχτή-όχι ορθάνοιχτη, ίσα μια χαραμάδα-, αλλά αρκετά για να μπορέσεις κι εσύ να χωθείς μέσα στη σχέση με τους δικούς σου γονιούς∙ και τελικά, μόνος, ολομόναχος, να κάνεις στον συγγραφέα συντροφιά. 


                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Ολομόναχος», Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.101

19/10/18

"Ο Δύτης", Μίνως Ευσταθιάδης




Είναι γνωστό πως έχω αδυναμία στη γραφή του Μίνου Ευσταθιάδη- μου αρέσει η αμεσότητά του κι ο τρόπος του να ολοκληρώνει τις ιστορίες, με εξιτάρει αυτό το κάπως διαστροφικό στοιχείο που πάντα παρεισφρέει στην πλοκή. Διάβασα τον «Δύτη» μόλις κυκλοφόρησε. Με τράβηξε το χαριτωμένο τρωκτικό του εξωφύλλου, το όνομα του Μίνου στο εξώφυλλο, μαζί με αυτό των εκδόσεων Ίκαρος; Ποιος να ξέρει. Πάντως το έπιασα και δεν το άφησα παρά τρεις ώρες μετά, κι όταν το τελείωσα είχε πια σχεδόν ξημερώσει. 

Στον Δύτη πρωταγωνιστεί ξανά ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Κρις Πάπας, όπως και στο Δεύτερο μέρος της νύχτας, όμως εδώ η ιστορία είναι απείρως αγριότερη και αρτιότερη. Όλα ξεκινούν όταν στο γραφείο του Πάπας - του φθηνότερου ντετέκτιβ στο Αμβούργο- έρχεται ένας υπέργηρος Γερμανός και του ζητά να παρακολουθήσει για 48 ώρες μια σαραντάχρονη γυναίκα. Ο Πάπας οδηγείται σε ένα ξενοδοχείο, δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, κι αποτυγχάνει. Όμως η τύχη τα φέρνει έτσι που μπλέκεται στα βαθιά νερά της υπόθεσης, κι αυτή τον φέρνει πίσω στην Ελλάδα και το Αίγιο- από όπου κατάγονταν ο παππούς και ο πατέρας του. 

Η Ιστορία μπλέκεται με την ιστορία, οι ήρωες πατάνε σε δυο πατρίδες που έχουν πολλά να τις ενώνουν και να τις χωρίζουν, η φρίκη μπορεί να είναι ανείπωτη, στεγνή, λιτή και να εμφανίζεται στο τέλος, αλλά σε ισοπεδώνει. Ο συγγραφέας ξέρει καλά τον τόπο και τον χειρίζεται άψογα, βλέπει χώρο, χρόνο και ανθρώπους ως μια ενότητα, όλα αποτελούν ένα παζλ, και στο τέλος δεν λείπει ούτε ένα κομμάτι. Το νερό είναι πανταχού παρόν, το ίδιο και η ανάσα. Ο κεντρικός του ήρωας, ο Πάπας, που είχε δυνατότητες από το προηγούμενο βιβλίο, είναι εδώ απολύτως συνεπής, μεγαλώνει και ωριμάζει με κάποιον τρόπο και θα μπορούσε να αποτελέσει τον καμβά και για τα επόμενα βιβλία.  

Στον "Δύτη" τα πάντα πάνε βαθύτερα, από τις λογοτεχνικές αναφορές, ως τις ιστορικές, από τον καθαυτό νουάρ χαρακτήρα ως τον τρόμο. Όλα πάνε ένα βήμα πιο πέρα, τόσο σε πλοκή, όσο και σε τελική επίγευση. Κι ο Ευσταθιάδης βάζει ψηλά τον πήχη για μας τους υπόλοιπους, γράφει μια ιστορία που δυσκολεύεσαι να ξεχάσεις και το κάνει καλά. Τόσο εκνευριστικά καλά που αναρωτιέσαι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα, μετά από ένα τέτοιο βιβλίο. 



                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο Δύτης», Μίνως Ευσταθιάδης, εκδ. Ίκαρος, 2018, σελ.242 












Υ.Γ. 42 Ο Δύτης θα κυκλοφορήσει στα Γαλλικά από τον Actes Sud κι η συμφωνία έκλεισε πριν καν εκδοθεί εδώ.

15/10/18

"Νόρμα", Sofi Oksanen




Διάβασα το προηγούμενο βιβλίο της Σόφι Οξάνεν που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά, την «Κάθαρση», πριν αρκετά χρόνια, και παρ’ όλες τις -τότε- διθυραμβικές κριτικές, δεν είχα εντυπωσιαστεί. Το νέο της μυθιστόρημα, η «Νόρμα», πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στην χώρα μας, αλλά για κάποιο λόγο εγώ ένιωθα να έλκομαι από αυτό, κάθε φορά που διάβαζα το οπισθόφυλλο, το ήθελα δικό μου. Κι αυτή τη φορά το ένστικτό μου δεν με εγκατέλειψε. 

Η Νόρμα είναι μια ιδιαίτερη κοπέλα, τα μαλλιά της μεγαλώνουν εξαιρετικά γρήγορα, γύρω στο ένα μέτρο τη μέρα, κι έχουν τη δική τους γνώμη για τα πράγματα, άλλοτε γίνονται φίδια και σε κυκλώνουν κι άλλες φορές αγκαλιά και σε κλείνουν. Η όσφρηση της Νόρμα είναι επίσης διαφορετική, το κορίτσι μπορεί να μυρίσει μαλλιά από μακριά, και να καταλάβει αν ο κάτοχός τους θα αρρωστήσει ή θα πεθάνει σύντομα. Όλα ξεκινούν, όταν η Ανίτα, η μαμά της Νόρμα, πέφτει στις γραμμές του τρένου. Στην κηδεία, ένας κομψευόμενος κύριος θα πλησιάσει την Νόρμα, θα της δώσει την κάρτα του, και σιγά σιγά θα την πλευρίσει όλη του η οικογένεια. Θα αποδειχτεί πως η Ανίτα δούλευε στο κομμωτήριο της κόρης, της Μάριον, και αρχίζει να ξετυλίγεται ένα κουβάρι που περιλαμβάνει τρίχες, εξτένσιονς, παρένθετες μητέρες και φάρμες μωρών, ανάκατα. 

Η Οξάνεν χειρίζεται αυτό το περίεργο θέμα υποδειγματικά. Δεν μένει στην εντυπωσιακή ιδιότητα των μαλλιών της Νόρμα, τη χρησιμοποιεί σαν όχημα για να μιλήσει για τη θέση την γυναίκας, για καυτά θέματα, όπως η υιοθεσία μωρών και οι παρένθετες μητέρες, για σχέσεις, για μητρότητα και πατρότητα. Μα πάνω από όλα για τη διαφορετικότητα, για το πόσο σκληρό είναι να μην ανήκεις πουθενά και να μην σε νοιάζεται κανείς, ίσως μόνο η μάνα σου, κι αυτή "με τον τρόπο της", για το πόσο ανατριχιαστικό, σχεδόν εμετικό μοιάζει να μην μπορείς να υπάρξεις ούτε χωρίς, αλλά ούτε με τους ανθρώπους. Η Νόρμα είναι ένα κορίτσι απελπιστικά μόνο, δεν μπορεί ώρες ώρες να αντέξει ούτε η ίδια την ευαισθησία της, και οχυρώνεται απέναντι στον κόσμο, στήνει τείχη. Που μπορεί να σπάσουν με τον πιο απρόσμενο, κι ίσως με τον πιο μη αναμενόμενο τρόπο. Η συγγραφέας έχει νιώσει στο πετσί της το πώς είναι να διαφέρεις, ξέρει να μιλά για αυτό, γιατί είναι δικό της κομμάτι. Κάτω από όλη αυτή τη μαυρίλα κρύβεται βέβαια κι ένα ιδιότυπο σκληρό και κάπως βάναυσο βορειοευρωπαϊκό χιούμορ, κυρίως όσον αφορά τη μεγάλη μπίζνα, τα εξτένσιονς. 

Η Νόρμα δεν είναι ένα μυθιστόρημα που θα ενθουσιάσει όσους ψάχνουν τη γρήγορη πλοκή, αντίθετα, είναι ένα ύπουλο κατασκεύασμα που μπαίνει κάτω από το δέρμα σου σιγά σιγά. Ούτε καν καταλαβαίνεις πότε αρχίζεις και ταυτίζεσαι με αυτό το κορίτσι που ζει ένα σχεδόν καφκικό δράμα, με γκάνγκστερς, μαλλιά, μωρά και έρωτες.  Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω τι να σκεφτώ για την Σόφι Οξάνεν, ακόμα θυμάμαι την «Κάθαρση» και ανατριχιάζω. Η "Νόρμα" όμως είναι ένα βιβλίο που το αγάπησα, έχει βάθος και ένταση, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύει πως η συγγραφέας του είναι εξαιρετική. Θα χρειαστεί μάλλον ένα ακόμα μυθιστόρημα για να εδραιώσω άποψη. 




                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Νόρμα", Σόφι Οξάνεν, μετ. Μαρία Μαρτζούκου, εκδ. Πατάκη, 2018, σελ. 365 

11/10/18

"Η μοναδική ιστορία", Julian Barnes



Μετά τη μεγάλη απογοήτευση με τον Αχό της εποχής, δίσταζα κάπως να διαβάσω το νέο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς. Κακώς. Στη «Μοναδική ιστορία» ο Μπαρνς ξαναγυρνά στα γνώριμά του λημέρια, διερευνά την ανθρώπινη φύση, πιέζει την πλοκή στα άκρα για να φτάσει και τους χαρακτήρες του στα όρια. Εκκινεί από μια σχέση ερωτική, για να μιλήσει για τη ζωή, τον θάνατο και τη φθορά. 

Ο Πολ είναι ένας δεκαεννιάχρονος από πλούσια οικογένεια που γνωρίζει την 49χρονη Σούζαν στο τένις κλαμπ που γράφεται για να ικανοποιήσει τους γονείς του. Σύντομα ο Πολ και η Σούζαν γίνονται ζευγάρι, σχεδόν με την ανοχή τόσο του συζύγου της-ενός αδιάφορου, χοντρού, μέθυσου-, τόσο και των παιδιών της Σούζαν αλλά και των γονιών του Πολ. Όταν η σχέση τους σοβαρεύει όμως, τους διώχνουν από το τένις κλαμπ, κι αυτοί, αντί να χωρίσουν, όπως θα περίμενε κανείς για μια σχέση με τόσο μεγάλη διαφορά ηλικίας, αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. Τα καταφέρνουν για αρκετό καιρό, μέχρι να αρχίσει η κατάρρευση της Σούζαν, η παράνοια, ο αλκοολισμός και η ασθένεια. 

Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τον έρωτα μονόπλευρα, δεν μένει στον αρχικό ενθουσιασμό των εραστών, προχωρά πολύ γρήγορα στην επόμενη φάση. Κι όσο κι αν διατείνεται ο Πολ πως η Σούζαν ήταν η μοναδική του ιστορία, τελικά μετά από δέκα χρόνια, την «επιστρέφει πίσω» στην κόρη της, που τη φροντίζει και την αγαπάει, διαφορετικά, με άλλου τύπου αγάπη, χωρίς στιγμή να βαρυγκωμά. 

Η αφήγηση ξεκινά πρωτοπρόσωπη, όταν αφηγείται ο νεαρός Πολ, για να περάσει σύντομα στο δεύτερο πρόσωπο όταν τα πράγματα δυσκολεύουν και να καταλήξει στο τρίτο όταν ο εβδομηντάρης πια Πολ κάνει απολογισμό της ζωής του. Η σχεδόν τριάντα χρόνων διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι στην αρχή δεν έχει καμία σημασία, όσο όμως η Σούζαν πέφτει, βαραίνει. Ο Πολ της στέκεται ως εκεί που μπορεί, αλλά πια δεν νιώθει ερωτευμένος. Και τελικά την αφήνει στη μοίρα της, χαμένη και καμένη, να μην μπορεί καν να αναγνωρίσει τους οικείους της. 

«Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο; Νομίζω πως αυτό είναι, τελικά, το μόνο ουσιαστικό ερώτημα» 

Πρόκειται για μια ιστορία ιδιόμορφη, που ο Μπαρνς τη χειρίζεται άλλοτε με κυνισμό κι άλλοτε με ευαισθησία, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν. Η τελική γεύση είναι γλυκόπικρη, έχει μέσα ρομαντισμό και ματαίωση αλλά και πραγματισμό. Η μνήμη, το παρελθόν και το παρόν, το τι χρωστάμε στον εαυτό μας και στους άλλους, τι είναι έρωτας, και σε ποιο βαθμό καθορίζει το ποιοι είμαστε, απασχολούν τον συγγραφέα σε πολλά από τα μυθιστορήματά του. "Η μοναδική ιστορία" είναι ίσως από τα καλύτερά του. Δεν κατάφερε βέβαια να αντικαταστήσει στην καρδιά μου το «Ένα κάποιο τέλος», όμως έφτασε κοντά. Γιατί το μίγμα, χιούμορ, έρωτας, ευαισθησία και μια ιδέα κυνισμός, είναι από τα αγαπημένα μου. 



                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Η μοναδική ιστορία", Τζούλιαν Μπαρνς, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 309








Για τα βιβλία του Τζούλιαν Μπαρνς στο Διαβάζοντας:

«Ο αχός της εποχής», Julian Barnes

«Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια», Julian Barnes

Πριν εκείνη με γνωρίσει", Julian Barnes

"Τα τρία επίπεδα της ζωής", Julian Barnes

"Ένα κάποιο τέλος", Julian Barnes