20/4/15

Ποιον συγγραφέα από τους κλασικούς αγαπάτε να μισείτε



Με αφορμή μια ανάρτησή μου στο μισητό fb- 
άρχισε μια ενδιαφέρουσα κουβέντα για το ποιοι από τους κλασικούς μας κάνουν - αν μη τι άλλο- να βαριόμαστε. 


Βγήκαν τα ξίφη και πολύ μου άρεσε. Ορίστε λοιπόν, πείτε κι εσείς, ποιος "μεγάλος" συγγραφέας σας ενοχλεί, σας κάνει να βαριέστε, δεν καταφέρατε ποτέ να τελειώσετε βιβλίο του παρά μόνον διαγώνια κι αν το τελειώσατε έπειτα τον μισήσατε σφόδρα. 

Υ.Γ. 42 Θα αρχίσω εγώ με τους πρώτους τρεις που μου έρχονται στο μυαλό: Καζαντάκης, Χεμινγκουέι, Ζέμπαλντ. 

Υ.Γ. 42-42 Δεν θα μπούμε στον κόπο να ορίσουμε λίστα "κλασικών". Όπως το νιώθει κανείς. 

Υ.Γ. 42-42-42 Και φυσικά έχει και δώρο. Η αγαπημένη Δάφνη Χρονοπούλου προσφέρει ένα αντίτυπο από το βιβλίο της "Η πόρτα της Ληνώς". Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση αρκεί να αφήσετε σχόλιο και να μας πείτε τον "μισητό".


 

19/4/15

Σήμερα μαζί μας στις 2μ.μ. ο Γιώργος Ξενάριος στον Amagiradio




Καλημέρα, καλημέρα, σήμερα καλεσμένος μας ο Γιώργος Ξενάριος.  Θα μιλήσουμε για λογοτεχνία, βιβλία, μαθήματα δημιουργικής γραφής, μετάφραση.

Κληρώνουμε 2 αντίτυπα του βιβλίου του Νταβίντ Φενκινός "Είσαι και φαίνεσαι", ευγενική προσφορά των εκδόσεων Στερέωμα




Για να μας ακούσετε πατήστε www.amagiradio.com, ενώ για να λάβετε μέρος στην κλήρωση αφήστε σχόλιο εδώ ή στην αντίστοιχη ανάρτηση στο γκρουπ της εκπομπής στο facebook.


Εδώ μπορείτε να ακούσετε το podcast της προηγούμενης μας εκπομπής για τα e-books με τον διαχειριστή του eAnagnostis Μιχάλη Καλαμαρά. 








17/4/15

"Οι νόμοι των συνόρων", Javier Cercas



Ο Χαβιέρ Θέρκας, γνωστός από τον «Ένοικο» και τους «Στρατιώτες της Σαλαμίνας», γράφει με τους «Nόμους των συνόρων» ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί και τον καθιερώνει πια, στην δική μου τουλάχιστον συνείδηση, ανάμεσα στους μεγάλους. 

Το μυθιστόρημα παρακολουθεί την ζωή του Ιγνάθιο Κάνιας, ενός πετυχημένου ποινικολόγου στην Χερόνα, που στα δεκαέξι του έμπλεξε με μια συμμορία υψηλής παραβατικότητας, γλίτωσε σχεδόν από θαύμα την σύλληψη και κατάφερε να φτιάξει την ζωή του. Όλο είναι γραμμένο σε μορφή συνέντευξης που παίρνει ένας –άγνωστος μας αφηγητής- από τον ίδιο τον Κάνιας, τον αστυνόμο που εμπλεκόταν στην ιστορία και τον διοικητή της φυλακής της Χερόνα. Η αφήγηση εστιάζει στον αρχηγό της συμμορίας, Γαλαζομάτη, ένα δεκεξάχρονο τότε αγόρι, που –αντίθετα με τον Κάνιας- μπήκε φυλακή- έγινε ένας ζωντανός θρύλος της με συνεχείς διαμαρτυρίες και αποδράσεις κι όποτε προσπάθησε να βγει, δεν κατάφερε να ζήσει ελεύθερος. Ο ίδιος ο Κάνιας, 20 χρόνια μετά, θα προσπαθήσει να τον «σώσει» αλλά ο Γαλαζομάτης δεν μπορεί να αντέξει έξω από τα κάγκελα. Κομβικό ρόλο παίζει και η Τέρε, το κορίτσι που ερωτεύτηκε ο Κάνιας και για αυτήν παρασύρθηκε στην συμμορία, που στάθηκε στον Γαλαζομάτη ως το τέλος, που ήταν και δεν ήταν το κορίτσι του. 

Πέρα από την χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στον Κάνιας και τον Γαλαζομάτη- ο Κάνιας ήταν ένα παιδί μεσαίας οικογένειας, που μιλούσε Καταλανικά, οι γονείς του τον βοήθησαν να βγει από αυτή την ιστορία και ο αστυνόμος επέλεξε να «σώσει» και να μην στείλει φυλακή, ενώ ο Γαλαζομάτης ένας μισοάστεγος από τα λυόμενα, που μπήκε πρώτη φορά φυλακή στα 7, χωρίς οικογένεια και μέλλον άλλο εκτός από την ιδρυματοποίηση- ο Θέρκας μας μιλάει για ένα σωρό σύνορα. Κάποια υπαρκτά ανάμεσα στις γειτονιές, άλλα περισσότερο άυλα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και την μοίρα του καθενός ανάλογα με τον που γεννήθηκε και από ποιόν και κάποια εντελώς μέσα μας, αυτά που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από τον διπλανό του και του δίνουν μια ξεχωριστή ταυτότητα. 

Γιατί το καλοκαίρι του 78, ένας καλός μαθητής από την Χερόνα, που οι συμμαθητές του κακοποιούσαν συστηματικά, θα γίνει ο Γυαλάκιας, μέλος μιας συμμορίας νεαρών κακοποιοών με βαριά όπλα που κλέβουν ο,τι βρουν, κάνουν ναρκωτικά και ανεξέλεγκτο σεξ; Γιατί η συνοικία του ενός είναι τόσο κοντά με του άλλου, αλλά στην ουσία τους χωρίζει μια άβυσσος; Η διαδικασία της ενηλικίωσης κάτω από την βαριά σκιά της μετα-Φράνκο εποχής (της Μεταπολίτευσης;), τα όρια μεταξύ των ανθρώπων, τα όρια του ανθρώπινου σώματος που πειραματίζεται με το σεξ, τα ναρκωτικά, τον έρωτα. Διότι ο έρωτας τελικά αναδεικνύεται ως κινητήριος δύναμη της ιστορίας, όπλο μαζικής καταστροφής και εξουσίας. 

Η στιγμή που ο πατέρας του Κάνιας θα πει στον αστυνόμο πως ο γιος του δεν είναι ακόμα εγκληματίας, αλλά αν τον βάλει στην φυλακή, σε δυο χρόνια θα είναι, κι εκείνος αντί να τον συλλάβει για απόπειρα ένοπλης ληστείας σηκώνεται και φεύγει, είναι ένα από τα δυνατότερα κομμάτια. Τα συνεχή what ifs, η ασάφεια και η αμφισημία των σκηνών, η «διαπλοκή» ανάμεσα στα πρόσωπα, το ποιο είναι το πεπρωμένο του καθενός κι αν μπορεί με μια κίνηση να ξεφύγει, δίνουν στο μυθιστόρημα βάθος και αξία λογοτεχνική, ανεβάζουν την ιστορία αυτή που θα μπορούσε να γίνει δακρύβρεχτη και μελό σε άλλα επίπεδα. 

«Οι νόμοι των συνόρων» είναι ένα βιβλίο ρουφηχτό, που δεν σε αφήνει να το αφήσεις, ούτε να το ξεχάσεις. Κι αν δεν κινδύνευα να γίνω γραφική, θα έλεγα πως μιλάμε για ένα από τα καλύτερα βιβλία του καιρού μας. 



«Οι νόμοι των συνόρων», Χαβιέρ Θέρκας, μετ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2015, σελ 521 



14/4/15

«Αυτό ειν’ όλο», James Salter



“[..]μόνο όσα διασώζονται γιατί κάποιος έγραψε για αυτά, έχουν πιθανότητες να είναι αληθινά"

γράφει στο μότο του βιβλίου του ο Τζέημς Σόλτερ, κι αυτή η μικρή φρασούλα θα μπορούσε να συνοψίσει με μεγάλη καθαρότητα όλο το μυθιστόρημα. Ο Σόλτερ έγραψε τούτο το βιβλίο όσο πλησίαζε στα 90 κι έχει η γραφή του μια καθαρότητα που σε καθηλώνει. Ως τα μέσα περίπου η εναλλαγή των στιγμιοτύπων είναι τέτοια που δεν σε αφήνει να το αφήσεις, ούτε όμως να το ευχαριστηθείς πλήρως κι έπειτα, όσο αναρωτιέσαι αν «αυτό ειν’ όλο», συνειδητοποιείς την αξία ενός τέτοιου βιβλίου και δεν το αφήνεις από τα χέρια σου. 

Παρακολουθούμε, λοιπόν, την ζωή του Φίλιπ Μπόουμαν, που αφού επιστρέψει από τον Πόλεμο, προσπαθεί να στήσει την ζωή του και τυχαία βρίσκει δουλειά ως αναγνώστης σε έναν εκδοτικό οίκο. Όσο περνούν τα χρόνια θα γίνει επιμελητής, θα παντρευτεί και θα χωρίσει, θα έχει πολλές σεξουαλικές επαφές και σχέσεις με γυναίκες. Μια από αυτές θα του φάει όλα τα λεφτά, αλλά δεν έχει σημασία. Κι έπειτα εκείνος θα πηδήξει την νεαρότατη κόρη της, αλλά ούτε κι αυτό έχει σημασία. 

Αυτό που θέλει να δώσει ο Σόλτερ είναι η αίσθηση μιας ζωής ενός οποιουδήποτε ατόμου που περνά ανάμεσα στους ανθρώπους, τα ιστορικά και τα μικρά γεγονότα, και φεύγει χωρίς να γίνεται τίποτα άλλο εκτός από την ίδια τη ζωή. Παράλληλα στήνει μια γοητευτική τοιχογραφία του τότε εκδοτικού κόσμου, ασχολείται με τα τραύματα που αφήνει ο πόλεμος και με αυτό που φαίνεται να τον απασχολεί περισσότερο από όλα: το σεξ. Το σεξ με διάφορες γυναίκες κυριαρχεί. Μικρές, μεγάλες, για μια νύχτα, για δυο χρόνια, με έρωτα, χωρίς έρωτα, οι στιγμές είναι όλες μαζεμένες κι εκεί. 

Αφηγηματικά ο Σόλτερ υιοθετεί ένα τρικ που στην αρχή ξενίζει- σε οποιοδήποτε σεμινάριο δημιουργικής γραφής θα του πετούσαν το χειρόγραφο πίσω να το διορθώσει. Ενώ βασικός αφηγητής μας μιλά από την πλευρά του Μπόουμαν, στιγμές στιγμές διολισθαίνει και μας μιλά, για λίγο πολύ λίγο, κι από την πλευρά κάποιου δευτερεύοντος χαρακτήρα. 

Το βιβλίο με ταλαιπώρησε ελαφρά ως την μέση, για να το τελειώσω έπειτα σχεδόν μέσα σε μια νύχτα. Η τελική του γεύση ήταν γλυκιά, ηδονική. Κι η γραφή του Σόλτερ- που φαντάζομαι πως αυτό θα είναι το κύκνειο άσμα του- ένα σαγηνευτικό ταξίδι στην ζωή. 



«Αυτό ειν’ όλο», Τζέιμς Σόλτερ, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σελ. 387



8/4/15

Πασχαλινές βιβλιοπροτάσεις ή αυτά που ζήλεψα και θέλω να διαβάσω από την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή.





"Αιρετικοί", Λεονάρδο Παδούρα, μετ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ. 800




"Πόλεμος και πόλεμος", László Krasznahorkai, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 384




"Ο θαμμένος γίγαντας", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιος, 2015, σελ. 440




"Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βόλφ", Γκαιτό Γκαζντάνοφ, μετ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ.Αντίποδες, 2015, σελ. 192




"Βιβλίο", Ζοζέ Λουίς Πεισότο, μετ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 296





"Οι ενοικιαστές", Σάρα Γουότερς, εκδ. Λιβάνη, 2015, σελ. 736


"Οι νόμοι των συνόρων", Χαβιέρ Θέρκας, μετ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2015, σελ. 521





 




7/4/15

«Αντί Στεφάνου», Γιάννης Μακριδάκης



Λογοτεχνία στην πιο αυθεντική μορφή της γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης. Γραφιάς από κείνους τους παραμυθάδες, που εκκινούν από την ιστορία και τον χαρακτήρα κι όχι γιατί θέλουν να κάνουν «λογοτεχνική πρωτοπορία», καταλήγει να το κάνει κι αυτό, αλλά όχι φτιαχτά, κατασκευασμένα· η όποια λογοτεχνικότητα πηγάζει από την καρδιά της αφήγησης.

Ήρωας του ο Στέφανος, ένας άντρας που παράτησε την Ιατρική για να αφοσιωθεί στην καλλιέργεια της γης με φυσικούς τρόπους, που γύρισε πίσω, που χλευάζεται ως μισότρελος από το χωριό του. Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα του- η οποία έχει έναν αδελφό που πλούτισε στην Αμερική, τον Σιλβέστρο- βάζει λυτούς και δεμένους για να πάρει ο Στέφανος τη θέση του νεκροθάφτη και να μην είναι ξεκρέμαστος όταν εκείνη θα χει φύγει. 

Η μοίρα το φέρνει έτσι που η πρώτη και μοναδική κηδεία που θα κάνει ο Στέφανος θα είναι της ίδιας του της μάνας. Θα επιλέξει να ανοίξει τον τάφο της στην «φτωχή» πλευρά του νεκροταφείου- δίπλα στα δυο άπορα γεροντάκια που φρόντιζε- και θα επιφέρει, για άλλη μια φορά, την μήνι του Αμερικάνου Σιλβέστρου που είχε κρυφά κανονίσει να στείλει μάρμαρα για οικογενειακό τάφο στην καλύτερη θέση του κοιμητηρίου. Αλλά τα πράγματα ανάμεσα στους χωριανούς- τον παπά, την παντοπώλισσα, τον ταβερνιάρη, τον θείο του- και τον Στέφανο θα φτάσουν σε οριακό σημείο όταν αποφασίσει πάνω από τον τάφο της μάνας του να στήσει μποστάνι. 

Το πρωτοποριακό στην αφήγηση του Μακριδάκη είναι ο αφηγητής του. Επιλέγει την ιστορία να μας την πει, με στερημένο και «λόγιο» τρόπο, ο καθηγητής των θρησκευτικών του χωριού. Ο τρόπος που ιστορεί ο καθηγητής είναι στιλιζαρισμένος αλλά όχι εχθρικός. Προσπαθεί να είναι αντικειμενικός με την κατάσταση αλλά δεν είναι. Κι αυτό τον καθιστά εξίσου πρωταγωνιστή με τον Στέφανο. 

«Εκείνη λοιπόν τη θανατοβραδιά της άνοιξης ισχυρίστηκε δημόσια ότι η απελθούσα μεθόδευε ενεργά το τελευταίο διάστημα μέσω του Αμερικανού αδελφού της Σιλβέστρου, ο οποίος ήταν τακτικός και μέγας χορηγός του Προδρόμου κι ο λόγος του περνούσε, την απομάκρυνση του Ευταξία από το πόστο του και την τοποθέτηση του μοναχογιού της ως νεκροθάφτη, ώστε να εξασφαλίσει αυτός, ο επί πολλά έτη άνεργος και κάπως ανισόρροπος, όπως πιστοποιούσαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι της νήσου κάποιο υποτυπώδες έστω εισόδημα για να μπορεί να ζήσει όταν εκείνη μία των ημερών θα έφευγε από τη ζωή και θα έμενε μόνος κι έρημος δίχως κανέναν πόρο, ούτε πλέον αυτή την πενιχρή της σύνταξη, δεδομένη βέβαια και της εξαιρετικά βεβαρημένης σχέσης του με τον εύπορο θείο του, τον Σιλβέστρο» 

Ο Γιάννης Μακριδάκης δεν φοβάται να περιγράψει την ελληνική επαρχία όπως είναι- ζει εξάλλου στη Χίο - χωρίς ωραιοποιήσεις, ούτε αλλότριες αφηγήσεις. Οι ήρωες του είναι γνήσιοι, δεν τους μισεί, δεν τους φοβάται, τους κοιτάζει κατάματα με όλες τις μικρότητες και τις μικροπρέπειες τους. Θίγονται εδώ θέματα μεγάλα όπως η θρησκεία, η οικολογία και η χορτοφαγία, η ανικανότητα των παιδιών να απαγκιστρωθούν από την αγία ελληνική οικογένεια, η παθογένεια της κλειστής κοινωνίας που δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει παρά να τρώει τις σάρκες της. Το «βλάσφημο» κομμάτι της ιστορίας το χρησιμοποιεί τόσο όσο, ίσα για να δώσει στην πλοκή ένα μεγαλύτερο βάρος. Και τελικά λέει την αλήθειά του, με περικοκλάδες, όπως ένας καθηγητής θρησκευτικών μόνο θα μπορούσε. 





«Αντί Στεφάνου», Γιάννης Μακριδάκης, εκδ. Εστία, 2015, σελ. 144






Υ.Γ. 42 Εδώ η εξίσου ενθουσιώδης άποψη της Βιβής