3/9/15

Μαργαρίτα



Το σαλόνι ήταν σχετικά μεγάλο, στην μια άκρη του ήταν η τραπεζαρία, μεγάλο έπιπλο, βαρύ, μαύρο. Γυάλινη. Η γυάλινη ανθρακί επιφάνεια της δεν αντανακλούσε τίποτα. Μπροστά της ένας τυπικός καναπές γωνία, πάνω από πέντε θέσεων. Στο πλάι του το τραπεζάκι, στο κέντρο του η τηλεόραση, στις άκρες, τις μέσες κι όλες τις άλλες κορυφογραμμές του, παντού παιχνίδια. 

Αναστέναξε. 

Δεν είχε ιδέα καν πως έλεγαν την ηρωίδα της. Στην αρχή την είχε πει Σοφία, αλλά της φαινόταν τώρα γελοίο. Θα μπορούσε να είναι Ναταλία, Κατερίνα, Ελένη, Δάφνη, Νεφέλη. Τελικά θα την βάφτιζε Μαργαρίτα. 

Η Μαργαρίτα ήταν σε αυτό το δωμάτιο με τον πενταθέσιο καναπέ, εκείνη και τα δυο παιδιά της, 1,5 και 5,5 χρονών αντίστοιχα. Ο μικρός, ο Χρήστος, έπαιζε σε μια γωνιά με τα αυτοκινητάκια του, ο μεγάλος, ο Γιώργος, έβλεπε τηλεόραση. Εκείνη σφηνωμένη στον μικρό χώρο ανάμεσα στην τραπεζαρία και την βιβλιοθήκη, ο υπολογιστής της πάνω στο ανθρακί γυαλί, τα βιβλία της σε μιαν άκρη, οι σημειώσεις της σε μιαν άλλη. Ανάκατα με πολεμιστές νίντζα κι έναν ελέφαντα που χορεύει. 

Στην άκρη άκρη του τραπεζιού ήταν μια θήκη που έμοιαζε κάπως με βιβλίο κι εκεί μέσα ήταν χωμένο το φλασάκι της. Αλλά πάνω του ήταν στοιβαγμένα πέντε βιβλία μαθηματικών του άντρα της, κι ένας σωρός από λογαριασμούς που δεν τολμούσε να κουνήσει και για αυτό δεν είχε πρόσβαση στο αρχείο της. Αποφάσισε πως δεν θα το παρατηρούσε. Συγκεντρώθηκε στο κείμενο που έγραφε. 

Δεν μπορούσε ακόμα να αποφασίσει αν η Μαργαρίτα ήταν συγγραφέας, δημοσιογράφος, απλά μια τρελή που έγραφε ημερολόγιο. Για να ηρεμήσει έριξε μια ματιά στο ίντερνετ. Η εικόνα κατέκλυζε το timeline της. Το παιδί ήταν μπρούμυτα, στην άκρη της θάλασσας, με το κεφαλάκι του προς τα κύματα. Το ανέβασε με την φαντασία της σε ένα κρεβατάκι και το ξέχασε. 

«Μαμά έλα», «μαμά έλα», «μαμάέλα», «θέλω νένο». Η Μαργαρίτα κοίταξε τον Χρήστο με μάτι θολό. Όχι τώρα, δουλεύω. Του βρυχήθηκε. Μετά το μετάνιωσε. «θέλω νένο». Σηκώθηκε να του βάλει νερό, ο μικρός το ήπιε άπληστα από το παιδικό ποτηράκι, έχυσε λίγο πάνω του, άρχισε να κλαίει. «Όφου, καλοκαίρι είναι θα στεγνώσει» του είπε αλλά ο μικρούλης δεν σταματούσε. Του έβγαλε το κόκκινο μπλουζάκι και τον άφησε γυμνό, ο μικρός χοροπήδησε από την χαρά του σαν τον απάτσι, η Μαργαρίτα συγκεντρώθηκε πάλι στον υπολογιστή. Έπρεπε να περιγράψει το νεκρό παιδάκι από την Συρία που ξέβρασε η θάλασσα με νηφαλιότητα, να μην της βγει το κείμενο μελό. 

Ακόμα δεν είχε αποφασίσει αν η Μαργαρίτα ήταν συγγραφέας. 

Συσσωρεύονται οι παλιές αναμνήσεις, να ξέρεις. Δεν ξεχωρίζουν η μία από την άλλη, μοιάζουν με τις ιστορίες των βιβλίων που μπλέκονται στην συνείδηση των αναγνωστών και την κάνουνε μαντάρα. Αυτές οι αναμνήσεις δεν αφήνουν τις λέξεις να κυλήσουν, ενώ οι φρέσκες, εκείνες που ακόμα δεν κουβαλούν το συναισθηματικό φορτίο των άλλων, είναι ευκολότερες στις προτάσεις. Δεν είναι δύσκολο να περιγράψεις το σαλόνι σου. Ούτε το νεκρό παιδί από την Συρία. Είναι δύσκολο να περιγράψεις το παιδί σου. Νεκρό. 

Σήκωσε τα μάτια από τον υπολογιστή. Ο μεγάλος της γιος ήταν προσηλωμένος στον Μίκυ ώρα τώρα και ο μικρός έπαιζε με ένα μικρό ηλεκτρικό πιάνο- παιχνίδι. Ακουγόταν από κάτω "I was made for you baby, you were made for me", κι ο Χρήστος αυτοσχεδίαζε στα ριφ. Μπορούσε πολύ άνετα να το αγνοήσει. Οι θόρυβοι γίνονταν ένα με το μυαλό της, έκαναν ένα κολάζ- πολύ βολικό- από απαιτήσεις, που την βοηθούσαν να μην φτάσει ποτέ στο θέμα.

«Μαμά, θα μου φέρεις νερό στον καναπέ. Κι ένα μπισκοτάκι;». Σηκώθηκε. Ήξερε με τον Γιώργο πως δεν είχε δυνατότητα να μην σηκωθεί, θα το έλεγε ξανά και ξανά ώσπου θα έφτανε η μομφή στα αυτιά της. Τι μάνα είσαι εσύ που δεν φέρνεις στον γιο σου ένα μπισκοτάκι και λίγο νερό. Ξανακάθισε στον υπολογιστή. 

Γιατί ανέβαζαν συνεχώς αυτή την εικόνα με το νεκρό παιδάκι από την Συρία, αναρωτήθηκε. Γιατί είναι δύσκολο να την ξεχάσεις, μάλλον. Είναι σχεδόν αδύνατο να το βγάλεις από το μυαλό σου. Είναι από τις εικόνες που σε αλλάζουν. Μάλλον. Που σε κάνουν να μην είσαι πια εσύ. Ή να είσαι ένα άλλο εσύ, μακριά από το προηγούμενο εσύ. Αυτό το παιδάκι- ντυμένο όπως τα δικά της παιδιά, ένα τζιν σορτσάκι κι ένα κόκκινο μπλουζάκι- τα παπουτσάκια του, τριών χρονών και δεν έβγαλε τα παπουτσάκια του, ποιο παιδάκι δεν θα έβγαζε τα παπουτσάκια του για τόση διαδρομή, αυτό το παιδάκι είχε μια δύναμη ανυπολόγιστη. Ίσως να έκλαιγε γιατί δεν ήθελε να φορέσει το κόκκινο μπλουζάκι κάποιο πρωινό, να το στένευε το παντελονάκι του, ίσως να μην του άρεσαν τα παπούτσια. Αυτό το παιδάκι, «το τέλειο παιδάκι» που δεν έβγαλε τα παπουτσάκια του τόσην ώρα που βολόδερναν στα κύματα, θα μπορούσε να είναι το παιδί της. Το παιδί σου. Θα μπορούσε να είναι το παιδί του οποιουδήποτε. Αλλά αν για λίγο φανταστείς πως είναι το δικό σου παιδί, τότε τα πράγματα αλλάζουν. Μπαίνουν σε άλλες διαστάσεις. Διακτινίζεσαι. 

Την ηρωίδα της την λέγαν Μαργαρίτα. Από το Νταίζη. Ήταν συγγραφέας και μάνα. Όπως εκείνη. Σε ένα ολόιδιο σαλόνι, με τραπεζαρία με ανθρακί γυαλί που δεν αντανακλά τίποτα. Τι διεστραμμένη ιδέα να φτιάξεις κάτι αδιαφανές από γυαλί. Εύθραυστο. Τα βιβλία της ήταν δίπλα στα δικά της βιβλία, κι οι ιππότες του Χρήστου ήταν βαλμένοι στην σειρά. Ή ίσως να ήταν του Γιώργου. Το μικρό μωρό από την Συρία ήταν δικό της παιδί. Αυτή ήταν η διαφορά. Μόνον αυτήν την διαφορά είχε από την Μαργαρίτα. Το έβαλε στο κρεβατάκι του.



2/9/15

Η φυλή των βιβλιόφιλων": γράφουν εναλλάξ ο Παναγιώτης Κροκιδάς και η Κατερίνα Μαλακατέ part 2




Πριν κάποιον καιρό αποφασίσαμε (με τον Παναγιώτη Κροκιδά) να γράψουμε κείμενα για αυτή την ιδιότυπη φυλή των βιβλιόφιλων, για την έξη και το μαράζι μας με λίγα λόγια. Αν και τα κείμενα γράφονταν κι ενδιάμεσα ενδιαφέρθηκε να γράφει και ο Μαραμπού εγώ δεν τα ανέβαζα- ποιος ξέρει τι υποσυνείδητα καπρίτσια ακολουθούσα. Σήμερα η σειρά επανέρχεται, παραμένει ανοιχτή για όποιον θα ήθελε να συμπληρώσει κάτι και να το στείλει στο kmalakate@gmail.com. 

Το πρώτο κείμενο είναι το Παναγιώτη Κροκιδά και μπορείτε να το βρείτε εδώ


Η φυλή των βιβλιόφιλων


Υπάρχει μια βασική διαφορά ανάμεσα στο να είσαι απλός αναγνώστης- περιστασιακός ή και πιο τακτικός- και το να είσαι βιβλιοχτυπημένος. Αυτό είναι η έξη από τα βιβλία και την ανάγνωση, η πραγματική χρήση των βιβλίων σαν ναρκωτικό, για την παραγωγή ενδορφινών και η ανικανότητα να περάσεις χωρίς αυτά μια ευχάριστη ζωή. Πρόσφατα μου ζήτησαν να μην διαβάζω λογοτεχνία, να επικεντρωθώ στο πρωτογενές γράψιμο, κι έπειτα να ξαναρχίσω, όπως και όσο θέλω, στις διορθώσεις. Ομολογώ πως τα βρίσκω πολύ σκούρα, στην αρχή μετρούσα ώρες, έπειτα στιγμές, τα δοκίμια και η ποίηση δεν με καλύπτουν, έχω ανάγκη ζωντανή την σάρκα της μυθοπλασίας να την κατασπαράξω. Τα υπόλοιπα είναι απλά ορντέβρ για να ανοίγουν την όρεξη.



Τι ξεχωρίζει λοιπόν τον εθισμένο; Μα ο εθισμός του. Ο βιβλιομανής θα ξεκινήσει καινούργιο βιβλίο το απόγευμα, αν και το τελευταίο το τελείωσε μόλις το πρωί. Θα νιώσει ατελείωτες τύψεις αν για κάποιο λόγο δεν διαβάσει καθόλου με στην μέρα. Και κάποιες φορές θα αρνηθεί πρόσκληση για ποτό, καφέ, σινεμά, ραντεβού, γιατί πολύ απλά πρέπει να γυρίσει σπίτι να διαβάσει. Θα συσσωρεύσει γύρω του σωρούς από αδιάβαστα και θα συνεχίσει να αγοράζει κι άλλα – γιατί φοβάται μην εξαντληθούν, γιατί φοβάται μήπως αργότερα στα χρόνια της κρίσης δεν θα έχει κάτι να διαβάζει, γιατί φτιάχνει μια κλασική βιβλιοθήκη αξιώσεων- στην πραγματικότητα ο λόγος είναι ένας, δεν μπορεί να αντισταθεί στη θέα ενός νέου βιβλίου, λαχταριστού και μοσχομυριστού. 

Στο σπίτι του βιβλιοχτυπημένου πάντα θα υπάρχουν καυγάδες με τον έναν ή τον άλλον τρόπο για τα βιβλία. Ξεχωρίζει. Δεν υπάρχει δωμάτιο χωρίς βιβλιοθήκη – συμπεριλαμβανομένων της κουζίνας και του μπάνιου- δεν υπάρχει βιβλιοθήκη χωρίς διπλές σειρές βιβλίων, συχνά τα βιβλία κάνουν μικρές στοίβες στο πάτωμα, αν είναι αρκετά ασεβής ο αναγνώστης μας, τα χρησιμοποιεί για στόπερ στις πόρτες του, για βάση στο λαμπατέρ, ακόμα και για σκαμπό. Πάντα κάπου χωράει μια βιβλιοθήκη ακόμα, αυτός ο πίνακας σε κείνη την γωνιά φαίνεται άχρηστος, έτσι δεν είναι; Και τα παιδιά, τι τα θέλουν τα ψηλά ράφια, δικά μου είναι κι αυτά. Σίγουρα δε τα cd μπορούν να μπουν σε κάποιο ντουλάπι αντί να τρώνε πολύτιμο χώρο βιβλιοαπόθεσης. 

Μικροί καυγάδες και για τα λεφτά αποκλείεται να μην προκύπτουν. Ας μην γελιόμαστε του βιβλιομανούς το βασικό μηνιαίο έξοδο είναι τα βιβλία. Δηλώνει βέβαια συχνά με στόμφο: «Εγώ δεν τα ξοδεύω σε φουστάνια και κραγιόν», «Εγώ δεν καπνίζω ούτε πίνω». Που τα κάνει και αυτά. Αρκεί να μην παρεμβαίνουν στην βιβλιοέξη. Ο βιβλιόφιλος που σέβεται τον εαυτό του προτιμά τις μεγάλες τσάντες γιατί δεν κυκλοφορεί ποτέ χωρίς το βιβλίο του, πάντα μια ευκαιρία μπορεί να βρεθεί, στο τρένο, στην τράπεζα, στο μπαρ που πίνεις το ποτό σου, ε, σόρυ λάθος. 

Και φτάνοντας ως εδώ, λέω να αφήσω τον Παναγιώτη να μιλήσει για την καυτή πατάτα, τις βιβλιολίστες. Και τις βαλίτσες των διακοπών. Α, κι εκείνη την ώρα που διεκδικείς από το ταίρι σου «για να χεις λίγο χρόνο για τον εαυτό σου». 

                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ






31/8/15

Τα επαχθή vol9: γράφει η Ρέα Σταθοπούλου


Μεγαλειώδες  παραλήρημα    -  Ρέα Σταθοπούλου

Ένας ποιητής και τραγουδοποιός, από τις κορυφαίες φιγούρες της μυθικής δεκαετίας του ‘60, ο οποίος έζησε έναν ταραχώδη βίο, (μέχρι και βουδιστής μοναχός έγινε και ξέγινε) και του οποίου τα τραγούδια - όπως και η βραχνή φωνή του- εξακολουθούν να συγκινούν, ε δεν μπορεί, κάτι ενδιαφέρον θα έχει γράψει, σκέφτηκα κι αγόρασα με χαρά το μυθιστόρημα του Λέοναρντ Κοέν «Υπέροχοι απόκληροι» (Κέδρος, 2012), γραμμένο το 1966.















Και ξεκίνησε η περιπέτεια της ανάγνωσης. 

Εν αρχή ήν ένα ερωτικό τρίγωνο: ένας μελετητής μιας φυλής Ινδιάνων, η οποία είναι υπό εξαφάνισιν, η ανήκουσα στη φυλή αυτή σύζυγός του και ο φίλος του, ο Φ. 

Από τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε πως η σύζυγος αυτοκτονεί μ’ έναν παράξενο τρόπο: χώνεται στο φρεάτιο του ασανσέρ, (μένουν στο δεύτερο υπόγειο, όπου δεν κατεβαίνει κανείς άλλος) ώστε όταν επιστρέψει ο σύζυγος και καλέσει το ασανσέρ, να τη σκοτώσει και να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του μέσα σε τύψεις. 

Εκδίκηση και αυτοκτονία, μαζί! Σατανικό! 

Πριν από το σύζυγο, όμως, καταφθάνει ένας πιτσαδόρος κι από λάθος κατεβαίνει αυτός στο υπόγειο. Έτσι, το σχέδιο της συζύγου πετυχαίνει μόνο κατά το δεύτερο σκέλος. Εκτιμώ το χιούμορ του συγγραφέα και συνεχίζω την ανάγνωση με προσδοκίες. 

Σε λίγο όμως ο ειρμός χάνεται, όπως χάνεται κι ο αφηγητής (είναι ο μελετητής σύζυγος), μέσα στις αναμνήσεις – και φαντασιώσεις – των ερωτικών στιγμών που έζησε με τη νεκρή πλέον σύζυγό του και τον φίλο του Φ.. Όλα αυτά συμβαίνουν υπό την σκιάν μιας Ινδιάνας αγίας, η οποία έζησε τον 17ο αιώνα. Η ιστορία της Αγίας – με ολίγη από εκχριστιανισμό αγρίων φυλών - παρεμβάλλεται στην αφήγηση και φιλοδοξεί να συνδέσει τη θρησκευτική πίστη με τη σεξουαλικότητα, καθώς η Αγία κάπου στην πορεία, συγχέεται με τη σύζυγο κι εγώ δεν ξέρω πια, τι διαβάζω.

Αυτή είναι η πληρέστερη περιγραφή που μπορώ να κάνω κι ό,τι καταλάβατε, καταλάβατε. 

«Πρόστυχο, μεγαλειώδες, παράφορο και πνευματώδες» χαρακτηρίζεται το βιβλίο στο οπισθόφυλλο και δεν θα διαφωνήσω με τους χαρακτηρισμούς.

Παράφορο και πρόστυχο, βέβαια, για τη σφοδρότητα, με την οποία παρουσιάζονται οι σεξουαλικές φαντασιώσεις και την αθυροστομία στην περιγραφή τους. Και μην νομίσετε πως τα λέω αυτά από σεμνοτυφία. Αθυρόστομα είναι και τα θαυμάσια ποιήματα του Μπουκόφσκι. Σεξουαλικά όργια περιγράφει κι ο Ουελμπέκ στα «Στοιχειώδη σωματίδια», τα οποία, όμως, εξυπηρετούν ένα συγκεκριμένο στόχο. 

Πνευματώδες, υποθέτω, επειδή φαίνεται να γράφτηκε υπό την επήρεια οινοπνευμάτων ή και άλλων ουσιών.

Τώρα, για το μεγαλειώδες, πολλά μπορεί να πει κανείς. Μεγαλειώδες παραλήρημα, είναι το πιο επιεικές.

Τελειώνοντάς το - είχα βλέπετε μια μαζοχιστική διάθεση, απόλυτα ταιριαστή με το πνεύμα του βιβλίου – έμεινα με μια αμφιβολία, μήπως δεν έπιασα το υψηλό του νόημα. 

Όταν αποφάσισα να σας συστήσω να το αποφύγετε, έκανα ένα ψάξιμο για να διαβάσω και κάποια θετικά σχόλια, έναν αντίλογο – γούστα είναι αυτά. Έτσι έπεσα πάνω σε μια επιστολή, με την οποία ο Κοέν απευθύνεται στους Κινέζους αναγνώστες του (ναι, το πόνημα αυτό μεταφράστηκε και στα Κινέζικα!) και με μεγάλη έκπληξη διαπίστωσα πως ακόμα κι εκείνος συμφωνεί μαζί μου, αφού μεταξύ άλλων γράφει:

«…Το «Υπέροχοι απόκληροι», γράφτηκε στο ύπαιθρο, σ’ ένα τραπέζι τοποθετημένο ανάμεσα σε βράχια, αγριόχορτα και μαργαρίτες, πίσω από το σπίτι μου στην Ύδρα, ένα νησί του Αιγαίου πελάγους. Ζούσα εκεί πολλά χρόνια πριν. Ήταν ένα καυτό καλοκαίρι. Ποτέ δεν κάλυπτα το κεφάλι μου. Αυτό που έχετε τώρα στα χέρια σας είναι περισσότερο ένα προϊόν ηλίασης παρά ένα βιβλίο.» ( http://www.leonardcohenfiles.com/


Να συμπληρώσω, πως σπάνια εκφράζομαι άσχημα για βιβλία, επειδή εκτιμώ τον κόπο που απαιτείται για να γράψει κανείς έστω και μια σελίδα, αλλά ο Κοέν ούτως ή άλλως δεν κινδυνεύει από την φτωχή κριτική μου κι εξακολουθούν να μου αρέσουν τα τραγούδια του.

                                                                                            
                                                                                                   Ρέα Σταθοπούλου



Υ.Γ. 42 Μπορείτε να μας γράψετε κι εσείς για το βιβλίο εκείνο που δεν συστήνατε ποτέ στους συνανθρώπους σας βιβλιόφιλους και να στείλετε το κείμενο στο kmalakate@gmail.com. Λεπτομέρειες σε τούτο δω το ποστ


27/8/15

Τα επαχθή vol8: γράφει ο Demian





Οι καλοκαιρινοί μήνες μεταφράζονται στην ψυχή μας ως προσκλητήριο του καινούργιου, του διαφορετικού, του πρωτότυπου. Νέοι έρωτες, αχαρτογράφητα ταξίδια, ήχοι μελωδικοί περιπετειών και αναζητήσεων.Στο κόσμο των βιβλιόφιλων η τάση ανακάλυψης μετατοπίζεται σε πρωτοπόρες αναγνωστικές εμπειρίες, επαναξιολογήσεις και δεύτερες ευκαιρίες σε παλιά αναγνώσματα χωρίς να αποκλείεται η όποια δυσαρέσκεια και δυσθυμία.

Το παρόν βιβλίο δεν θα το χαρακτήριζα << επαχθές >> αλλά σίγουρα δεν θα το πρότεινα. Σε μια ιχνηλάτηση μου στην επαρχιακή μας βιβλιοθήκη βρήκα το πολύκροτο βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη ΄΄ Πυθαγόρεια Εγκλήματα΄΄. Δεν χρειάστηκε καν να διαβάσω το οπισθόφυλλο ή να το φυλλομετρήσω για να το πάρω. Λίγο τα ένθερμα, ενθουσιώδη λόγια που άκουσα, λίγο το ενδιαφέρον μου για την φιλοσοφία, ιδιαίτερα της αρχαίας Ελλάδας. μ' οδήγησαν στον γκισέ... Το ίδιο βράδυ μες στην απάνεμη νύχτα με μεγάλες προσδοκίες και κεντρισμένη περιέργεια το ξεκίνησα. Πρώτο κεφάλαιο, ένα πρελούδιο μιας συνομιλίας Πυθαγορείων- ακουστικών-, μια παράλληλη αφήγηση που προοικονομεί τα γεγονότα (συγκεκριμένα η αφήγηση της δολοφονίας του Ίππασου, που απέδειξε πως είναι ασύμμετρη η διαγώνιος με την πλευρά του τετραγώνου, πράγμα που υπέσκαψε το όλο σύστημα περι τελειότητας του σύμπαντος..) ενώ στο δεύτερο αποκαλύπτεται η δολοφονία του ενός συμπρωταγωνιστή του μαθηματικού Στέφανου Κανταρτζή. Ο επιστήθιος φίλος, Μιχαήλ Ιγερινός, καλείται να αναγνωρίσει το ασάλευτο σώμα. Το μπλαβιασμένο πτώμα ανοίγει ασκό αναμνήσεων στον Μιχάλη. Ο μεγαλοαστός με φόντο το λυκαυγές του 20αιώνα ξεδιπλώνει σε μια σχοινοτενή αφήγηση τις στιγμές με τον φίλο του και που ταν η λαμπερή ηλιαχτίδα μιας μεν πολύπλοκης αλλά μουντής ζωής. Γνωρίζονται με το θύμα φοιτητές μαθηματικών στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην ιστορική ομιλία του 1900 του Χίλμπερντ (κορυφαίου μαθηματικού) στο Παρίσι. Ο καθηγητής του Γκέτινγκεν είχε θέσει τα λεγόμενα 23 προβλήματα που θα απασχολήσουν την κοινότητα των επιστημών τον 20ο αιώνα... Στην ομιλία παρελαύνει όλη η ελίτ των επιστημών. Αναφέρονται και περιγράφονται σημαίνοντες στυλοβάτες των μαθηματικών (Φρέγκε, Ράσσελ, Πουανκαρέ, Γκάους, Γκαλουά, Ριμάν, Μινκόφσκι κι άλλοι πάμπολλοι). Μέσα στις διάσπαρτες αφηγήσεις φωτογραφίζεται η ιστορική πορεία της μαθηματικής επιστήμης από την αρχαία Ελλάδα, την Αναγέννηση μέχρι το 1900. Αυτό αποτελεί και το πιο ελκυστικό, γόνιμο για τις γνώσεις, μέρος του βιβλίου 

Μαθηματικοί ξιφουλκούν, φιλονικούν, συγκρούονται. Τα μεγαλύτερα μυαλά με λύσσα πέφτουν στην αρένα. Περιγράφεται η ζωή τους. τα παράδοξα οι μικρότητες, οι πολιτικές προστριβές, τα γραφειοκρατικά κωλύματα προώθησης της επιστήμης, Ο συγγραφέας δίνει ένα μπερδεμένο ψηφιδωτό του 20ου αιώνα και παράλληλα της περίλαμπρης και μυσταγωγικής πόλης του Φωτός που κάνει και τους αλύγιστους γίγαντες ευφυίας να παραδοθούν στην σαγήνη του.

Μέχρι εδώ καλά. Κλείνω το βιβλίο λίγο μπερδεμένος από την Βαβέλ νέων ονομάτων (καίτοι φιλαναγνώστης πολλά μου ταν άγνωστα) και παράλληλα γοητευμένος από τις περιπέτειες της γνώσης... 

Η συνέχεια δεν ήταν τόσο ευοίωνη.. Ο Τεύκρος δεν έμεινε στο δικό του τομέα αλλά εμφυλοχωρεί σε ξένα αλώνια όπως η ιστορία και η λογοτεχνία. Οι ήρωες γεύονται τους καρπούς της παριζιάνικης ζωής. Συναναστρέφονται με μια παρέα μποέμ καλλιτεχνών και μοντέλων, μικροαστών, καλλίγραμμων εταίρων της Μονμάρτης, ένας εκ των οποίων είναι ο Πικάσο που δείχνει ζήλο για τα μαθηματικά και δη την γεωμετρία. Σε δεύτερη επίσκεψη του Μιχάλη στο Παρίσι με την αλανιάρα γυναίκα του, σκάνε μύτη και ποιητές, (Απολλιναίρ, Μαξ Ζακόμπ), όλη η ιστορική ''la bande a Picaso'' της Φερνάντ και του Πρενσέ.... Πρώτο σφάλμα: Δημιουργείται μια συνύφανση εικαστικής και μαθηματικής που καταλήγει σε υπολογιστική αφαιρώντας κάθε αισθητική τέρψη.... 

Συνεχίζουμε στην Ελλάδα, που οι φίλοι έχουν πάρει τους δρόμους τους. Ο Στέφανος, μαγεμένος από την ομιλία, θέλει να απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα του Χίλμπερντ δημιουργώντας ένα σύστημα επαλήθευσης κάθε ΄αξιωματικού συστήματος ώστε να ελέγχει την εγκυρότητα και τη μη αντιφατικότητα. (κάπου εδώ περνάμε σε καθαρά μαθηματικά τραχιά σοκάκια). Ένα τέτοιο σύστημα θα έκανε άοσμη. άγευστη και αποκρουστική την μαθηματική επιστήμη για τον Ιγερινό. Γκρεμίζει την λεπτεπίλεπτη αισθητική του τέρψη. Ο δεύτερος όντας και μεγαλοαστός, συντηρητικός κι θρησκευόμενος (μαθηματικά μυστικιστής) δεν φοβάται να δείξει τις ελιτίστικες επιρροές του, παρότι αυτές αντιτίθενται με πολλές επιλογές του στην ιστορία. Ερχόμενος στην Ελλάδα, παντρεύεται μωρέ το παιδί, νοικοκυρεύεται, ξεχνά κάθε μαθηματική ανησυχία. Η αφήγηση γίνεται βαρετή. Η γυναίκα του Άννα, γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, θέλει ένα ''λευκό γάμο΄΄ για τα μάτια του κόσμου συνεχίζοντας τις ατασθαλίες της αμέρικαν μπαρ ζωής της. Αυτός μένει αδιάφορος. Τον απατάει, μένει αδιάφορος. Μετά τον χωρισμό τους (πως τα φερε η τύχη) σε μια συνάντηση με τον Στέφανο, ο δεύτερος του συστήνει την σχέση του, που να η Άννα, η πρώην γυναίκα του. Μόνο που δεν είπε '' 'Ε το παιδί με τις ευλογιές μου κι εγώ κουμπάρος΄΄


Στις επόμενες σελίδες περιγράφονται τα πολιτικά και ιστορικά τεκταινόμενα του μεσοπολέμου (εθνικός διχασμός, Μικρασιατική καταστροφή). Ο Κύριος μεγαλοαστός συναναστρέφεται με αμφότερους τους κύκλους. Μήτε τσαλακώθηκε το σακάκι τους. Μένει απαθής στις εξελίξεις και παραινέσεις των συμποτών του να κατασταλάξει πολιτικά... Την δεκαετία του 30 γίνεται κι ολίγον μαφιόζος. Σεργιανίζει σε κλειστά κοσμικά πάρτυ της κυράς Πολυξένης που μαζεύει τις ρωσιδούλες από τον εξωτερικό. απεριτίφ για σεξουαλικές ορέξεις.. Του μπανίζει μια, η Όλγα. Είναι όμως κτήμα ενός περιβόητου χασικλή μαστροπού. Ο σούπερμαν, μετά από πόκερ διαπραγμάτευσης, την σώζει, δηλαδή την αγοράζει..Ζούμε λίγο μαζί, όμως δεν κυλούσε το πράγμα, Την κάνει μοδιστρούλα, να τα βγάζει πέρα. Παράλληλα συναντιούνται με τακτικότητα με τον ''πολυαγαπημένου του φίλου'' που αγωνίζεται μετά από τόσες κακουχίες και απογοητεύσεις για το δεύτερο πρόβλημα Χίλμπερντ. Πάνω στις κουβέντες, μια και δυο, του φαγε ο μπαγάσας ο Στέφος και την Όλγα. Ο ιππότης Μιχάλης, χαίρεται θερμώς. Προτίθεται να τους παντρέψει.. (μάλλον του αρέσει το κέρατο) Μαθηματικά, επιστήμες, τέχνη, ιστορία και πρόσωπα ξεχνιούνται στο δεύτερο μέρος. Οι απόπειρες λογοτεχνικότητας και ρομάντζου λειτουργούν κι ως υπνωτικά στο καμίνι του ξηρού μεσημεριού.
Η ανάμνηση ενός τραγουδιού, την ώρα του πικνίκ του ménage à trois, τον επαναφέρει στην κάμαρη που κείτεται δολοφονημένος ο φίλος του..... Δεν λέω άλλα. Ξέρετε από τις πρώτες σελίδες το δολοφόνο. Μαντέψτε και το πυθαγόρειο κίνητρο και καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.. 

Βιβλίο με την ιστορία των μαθηματικών και των φιλοσόφων, τις συγκρούσεις, τις δυσπιστίες, την τρέλα, πραγματικότητα που θυμίζει σελίδες από συναρπαστικό κλασικό μυθιστόρημα τα χει γράψει ο Δοξάρης στο Logicomix. Aν το διαβάσατε, το βιβλίο, πέρα της θύμησης των ονομάτων και των θεωριών, θα υπονομεύσει κάθε άποψη για τον τρομακτικό και σαγηνευτικό χώρο της επιστήμης!


                                                                                               Demian



Υ.Γ. 42 Μπορείτε να μας γράψετε κι εσείς για το βιβλίο εκείνο που δεν συστήνατε ποτέ στους συνανθρώπους σας βιβλιόφιλους και να στείλετε το κείμενο στο kmalakate@gmail.com. Λεπτομέρειες σε τούτο δω το ποστ


26/8/15

«Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες», Robert Musil





Όχι δίχως ντροπή, πρέπει να ομολογήσω πως δεν έχω διαβάσει τον “Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες”. Δεν είναι φυσικά εύκολη απόφαση να διαβάσει κανείς ένα βιβλίο τόσο ογκώδες, εμβληματικό και μισοτελειωμένο. Πάντως τώρα σαν να έγινε κάπως ευκολότερη, μετά την ανάγνωση του Ταίρλες. Γιατί, πόσες φορές τυχαίνει κανείς να ξετρελαθεί με ένα μυθιστόρημα, να έχει την αίσθηση πως αυτό το βιβλίο γράφτηκε μόνο για κείνον; Εμένα τουλάχιστον μου συμβαίνει ελάχιστες. Ε, η ανάγνωση των «Αναστατώσεων του οικότροφου Ταίρλες» ήταν μια από αυτές. 

Το βιβλίο του Μούζιλ, το πρωτόλειό του, αν είναι δυνατόν, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Συνοπτικά η πλοκή έχει ως εξής: ο νεαρός Ταίρλες, έφηβος, φοιτά σε ένα αυστηρό οικοτροφείο αγοριών. Παρέα κάνει με δυο μεγαλύτερους του, τον Μπαίνεμπεργκ, τον οποίο θαυμάζει και σιχαίνεται και τον Ράιτινγκ. Όταν ανακαλύπτουν ο,τι ο μικρότερός τους Μπαζίνι του κλέβει, κάνουν τον Μπαζίνι σκλάβο τους, υποβάλλοντάς τον σε ένα σωρό σεξουαλικά, ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια. 

Από μόνο του το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης και σχέσης μεταξύ αγοριών φαντάζομαι πως ήταν σκανδαλώδες για ένα κείμενο που γράφτηκε το 1906. Όμως αυτό είναι αδιάφορο. Και είναι εντελώς άδικο να βαφτίσουμε τον Ταίρλες «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» και να ξεμπερδεύουμε με δαύτο ή να βάλουμε εφήβους να το διαβάσουν. Το θέμα που πραγματεύεται ο Μούζιλ είναι ένα, μεγάλο και ανείπωτο· το αδιανόητο της ανθρώπινης ύπαρξης. 

Ο ήρωας του, αν και ηθικά ψάχνει να βρει τα πατήματά του και δεν είναι σαν τους άλλους δυο- βασανιστής από φύσει-, συμμετέχει στους σεξουαλικούς εξευτελισμούς του Μπαζίνι, και φυσικά δεν κάνει τίποτα για να τον «σώσει» ή να σταματήσει αυτό που γίνεται. Δεν το κάνει, γιατί είναι στα δικά του σκοτάδια χαμένος. Γιατί δεν τον αφορά παρά μόνον όσο εξάπτει τις σεξουαλικές του φαντασιώσεις ο Μπαζίνι.

Αυτό ήταν το δικό του είδος μοναξιάς, από τότε που τον παράτησαν στο δάσος κι είχε κλάψει πολύ. Είχε την γοητεία μιας γυναίκας και μιας απανθρωπιάς ταυτοχρόνως. Την αισθανόταν σαν γυναίκα, όμως η ανάσα της ήταν ένα πνίξιμο στο στήθος του, το πρόσωπό της η λησμονιά όλων των ανθρώπινων προσώπων, που του ‘φερνε ζάλη, και οι κινήσεις των χεριών της ανατριχίλες που κατρακυλούσαν στο κορμί του….

Ο νεαρός Ταίρλες μαγεύεται από τους φανταστικούς αριθμούς, τον εξουθενώνει η ιδέα πως κάτι που δεν υπάρχει εισάγεται σε μια πραγματική εξίσωση, για να αλληλοαναιρεθεί λίγα βήματα μετά και να δώσει ένα εντελώς πραγματικό αποτέλεσμα. Ο μαθηματικός του δεν μπορεί να καλύψει την ανησυχία του. Όπως δεν μπορεί ο εκκολαπτόμενος εαυτός του να καλύψει τις ανεπάρκειές του. Οι φανταστικοί αριθμοί μοιάζουν να είναι μια μεταφορά για όλο το βιβλίο.

Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε από πολλούς ως ο προάγγελος του ναζισμού. Θεωρήθηκε πως ο Μούζιλ με τις ευαίσθητες κεραίες του καλλιτέχνη έπιασε την ατμόσφαιρα, αυτό που πλανιόταν στον αέρα. 

«Απατάσαι αν πιστεύεις πως με ενδιαφέρει τόσο πολύ το θέμα της τιμωρίας. Φυσικά μπορείς να το ονομάσεις και τιμωρία κάτι τέτοιο… Αλλά για να μην πολυλογώ, να… θα ήθελα ας πούμε να τον βασανίσω…»
Ο Ταίρλες απέφυγε να μιλήσει. Δεν έβλεπε ακόμα καθαρά, όμως ένιωθε πως όλα συνέβαιναν όπως ακριβώς τα περίμενε. Ο Μπάινεμπεργκ, που δεν μπόρεσε να μαντέψει τι επίδραση είχαν τα λόγια του, συνέχισε: «Έλα, μην τρομάζεις, δεν είναι τόσο φοβερό. Πρώτα, πρώτα, όπως σου εξήγησα και πριν, δεν μπορεί να έχουμε τον παραμικρό ενδοιασμό όσον αφορά τον Μπαζίνι. Τώρα αν θα τον λυπόμαστε και θα τον αφήνουμε ήσυχο ή αν θα τον βασανίζουμε, αυτό θα εξαρτάται από τις ανάγκες μας- από τα ελατήρια της κάθε φοράς". 

Η αναζήτηση του εαυτού, η απόκρυψή του ακόμα κι από εμάς του ίδιους, η ανάγκη να εφεύρουμε κάτι φανταστικό για να ορίσουμε την φρικτή πραγματικότητα αναλύονται με τρόπο που δεν μπορεί παρά να αφήσει άφωνο τον αναγνώστη. Το βιβλίο κυλάει, δεν σε αφήνει να το αφήσεις από τα χέρια σου, θέλεις όλο να υπογραμμίζεις και να προχωράς και να σκέφτεσαι. Και να νιώθεις. Φρίκη κι αποστροφή. Και κρυφή συμπάθεια. Για τα βάθη της ανθρώπινης φύσης. Και τα δικά σου. 



«Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες», Robert Musil, μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ Πατάκης, 2015, σελ. 237





16/8/15

Καλό καλοκαίρι





Τούτο το ιστολόγιο επισήμως τα έφτυσε, κλείνει για διακοπές για περίπου δέκα μέρες για να ανασυνταχθεί και να μεγαλουργήσει. 

Εν τω μεταξύ μπορείτε να στέλνετε κείμενα για κείνα τα βιβλία που μισήσατε ή για την φυλή των βιβλιόφιλων. Απλά θα τα δείτε δημοσιευμένα κάποιες μέρες μετά. Σας φιλώ γλυκά. Κι αν καταφέρω να διαβάσω μόνο την αντί-Ζυστίν μην με κακοχαρακτηρίσετε.