30/5/16

«Σταθμός έντεκα», Emily St. John Mandel



Ξεκίνησα τον «Σταθμό Έντεκα» της Έμιλυ Μάντελ με μεγάλο ενθουσιασμό γιατί ανήκει στο είδος που μου αρέσει να διαβάζω – και να γράφω εδώ που τα λέμε. Στην αρχή ενθουσιάστηκα, η ιδέα ήταν εξαιρετική και ο ήπιος χειρισμός της έδινε μια διαφορετική νότα. Έπειτα ένιωσα σε κάποια σημεία το νεαρό της ηλικίας της συγγραφέως, πως δεν έχει αρκετά διαβάσματα πίσω της για να υποστηρίξει τα κομμάτια δρόμου, ας πούμε. Και μετά, ξαναχάθηκα στην μαγεία του βιβλίου, το τελείωσα γρήγορα και τελικά αποφάσισα πως είναι του γούστου μου. 

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Μια πανδημία γρίπης σαρώνει την Γη και το 99% του πληθυσμού πεθαίνει μέσα στις πρώτες δύο μέρες. Όλα ξεκινούν όταν ο διάσημος ηθοποιός Άρθουρ Λιάντερ παθαίνει ανακοπή επί σκηνής, ενώ παίζει βασιλιά Ληρ. Ένας άνθρωπος από το κοινό πετάγεται και του κάνει τεχνητή αναπνοή. Μέσα από τα δικά του μάτια θα δούμε τις πρώτες μέρες της καταστροφής. Και μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που συμμετείχε στην παράσταση, θα δούμε τι γίνεται είκοσι χρόνια μετά, σε έναν κόσμο χωρίς ρεύμα και τρεχούμενο νερό, χωρίς βενζίνη, που δεν είναι πρωτόγονος, αλλά δεν μπορεί και να λειτουργήσει πια ως σύγχρονος. Σε έναν κόσμο σε αναμονή. 

Η εξαιρετική έμπνευση της Μαντέλ είναι τα συνεχή φλασμπακ στην ζωή πριν την γρίπη και η απόφαση να ακολουθήσει τους χαρακτήρες της, να μην αφεθεί μόνον στην γοητεία του μετα- αποκαλυπτικού κόσμου που στήνει. Σε κάποια σημεία- αυτά του δρόμου- φαίνεται ένα έλλειμμα σε υπόβαθρο και διαβάσματα, σαν να μην έχει η συγγραφέας κατά νου τα Σταφύλια της οργής, σαν να μην έχει διαβάσει Μακάρθυ. Αυτά είναι και τα πιο αδύναμα. Όλα τα υπόλοιπα όμως είναι εξαιρετικά, ένα μεγάλο πανηγύρι χαρακτήρων και σκηνικού. 

Στα καλά μετά-αποκαλυπτικά βιβλία, όπως αυτό, οι κανόνες υπάρχουν με σαφήνεια στο κεφάλι του συγγραφέα, ο αναγνώστης δεν νιώθει πουθενά να τον «κλέβουν», να του εμφανίζουν έναν λαγό μέσα από το καπέλο. Στα καλά βιβλία φαντασίας δεν χρειάζεται από μηχανής θεός. Κι εδώ δεν υπάρχει. Ευτυχώς. Όπως δεν είναι απαραίτητος ο διδακτισμός. Η Μάντελ μας μιλά για την τέχνη- επιλέγει να ακολουθήσει την Περιπλανώμενη Συμφωνία, μια κομπανία μουσικών και ηθοποιών που παίζουν μόνο Σαιξπηρ για να μας δείξει τον νέο κόσμο- με εξαιρετική λεπτότητα, χωρίς σνομπισμούς. Με αληθινή αγάπη. Και πίστη. Πως η τέχνη ακόμα και σε τέτοιες συνθήκες θα επιβιώσει. Όπως επιβίωσε ο ίδιος ο Σαίξπηρ από την πανούκλα. 

Απόλαυσα τον «Σταθμό έντεκα», είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο, χωρίς περιττές γλωσσικές ακροβασίες, που χειρίζεται με μαεστρία το θέμα του χρόνου, του χώρου και της ανθρώπινης φύσης. Η Έμιλυ Μαντέλ είναι εξαιρετική στον στήσιμο των χαρακτήρων και μας δίνει το βασικό θέμα, αυτό της ματαίωσης των προσδοκιών και των ονείρων των ηρώων της, τόσο γλυκά, που σχεδόν ξεχνάμε τον ορυμαγδό γύρω τους. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Σταθμός έντεκα», Emily St. John Mandel,μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2016, σελ. 449



26/5/16

Τα 20 πιο αγαπημένα βιβλία


Μιας και το αντίστοιχο ποστ πριν 3 χρόνια πολύ μας βοήθησε να προτείνουμε ο ένας στον άλλο βιβλία και να μάθουμε πράγματα, λέω να το ξανακάνουμε. Γράψτε λοιπόν τα 20 πιο αγαπημένα σας βιβλία μυθοπλασίας (διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα) αφήνοντας έξω τα ποιητικά, τα δοκίμια, τα non-fiction κτλ

Νομίζω πως θα έχει ενδιαφέρον να ξαναγράψουμε λίστες και μεις που είχαμε ήδη κάνει την προηγούμενη φορά, να δούμε πόσο και αν άλλαξαν τα αναγνωστικά μας γούστα, πόσο τρία χρόνια διαφοροποιούν το τι διαβάζουμε.

Όσοι γράψουν ως την Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016 στις 8μ.μ. θα έχουν την χαρά να λάβουν μέρος και στα "αποτελέσματα" που θα βγάλω στατιστικά. Να σαν κι αυτά.






25/5/16

"Η Υπέροχη φίλη μου", Elena Ferrante



Ανακάλυψα την Έλενα Φερράντε πριν περίπου τρία χρόνια, όταν διάβασα τις «Μέρες Εγκατάλειψης» μέσα σε ένα βράδυ. Τότε με είχε συνεπάρει η γραφή της, η απλότητα και η αμεσότητά της, η ικανότητά της να λέει σκληρές αλήθειες για την γυναικεία φύση, μακριά από όλες τις συμβάσεις που ορίζουν την θηλυκή μας πλευρά συνώνυμη της μητρότητας και της χαριτωμένης αφέλειας. Πάνω από όλα τότε, με είχε συγκλονίσει με πόση ενάργεια μπορούσε να αποτυπώσει αυτό το αίσθημα της ματαίωσης, για τα όνειρα που σε βάζουν να τρέφεις όταν είσαι μικρή, κι όταν τελικά μεγαλώνεις πέφτουν και σε πλακώνουν. 

Στις «Μέρες Εγκατάλειψης» η Φερράντε είχε μεγάλες, κολοσσιαίες στιγμές παροξυσμού. Αυτό είναι που αλλάζει εδώ, στην «Υπέροχη φίλη μου», το πρώτο από τα βιβλία της περίφημης Τετραλογίας της Νάπολης. Και κάτι άλλο διαφοροποιείται, δεν υπάρχει πια το στοιχείο της έκπληξης. Δεν διαβάζεις πια μια «αποκάλυψη», μια συγγραφέα που δεν την ξέρει κανείς, διαβάζεις ένα παγκόσμιο μπεστ σέλερ. Κι αυτό, καλώς ή κακώς, είναι στοιχείο απομάγευσης. 

Στην «Υπέροχη φίλη μου» πρωταγωνίστριες είναι δύο φίλες, η Έλενα και η Λίλα. Η Έλενα, που αναλαμβάνει και τον ρόλο της αφηγήτριας, είναι ένα παιδί ήσυχο και φοβισμένο, η κόρη του πορτιέρη του City Plaza, ενώ η Λίλα είναι η κόρη του τσαγκάρη, άγρια, αδύνατη και άσχημη. Και οι δυο πηγαίνουν στο δημοτικό, και δένονται όταν αποκαλύπτεται πως η Λίλα εκτός από αλάνι, είναι και εξαιρετικά έξυπνη. Οι ζωές τους φαίνεται να χωρίζονται όταν οι γονείς της Λίλας δεν την αφήνουν να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, ενώ της Έλενα με χίλια ζόρια, της δίνουν τελικά την άδεια. Η φιλία τους όμως θα επιζήσει, η Λίλα θα βαλθεί να μορφωθεί διαβάζοντας όλα τα βιβλία της βιβλιοθήκης, ενώ την πόρτα θα χτυπήσει η εφηβεία, τα αγόρια, οι έρωτες. Από όμορφο στρουμπουλό κοριτσάκι, η Έλενα θα γίνει μια μάλλον υπεραναπτυγμένη έφηβος με ακμή, ενώ η Λίλα θα ανθήσει, θα γίνει ψηλή και με ιδιαίτερη χάρη και ξαφνικά από εκεί που δεν την πλησίαζε κανείς, θα ερίζουν για κείνη όλα τα αγόρια της γειτονιάς. 

Μια γειτονιά από τις φτωχικές της Νάπολης, όπου η βία είναι βαθιά συνυφασμένη με την ζωή των ανθρώπων, όπου το να ξεπλένεις χρήμα για την Καμόρα είναι σχεδόν η νόρμα, ενώ το να μορφώνονται τα παιδιά και μάλιστα οι γυναίκες είναι κάτι ανήκουστο, σχεδόν εξωτικό. Η Έλενα και η Λίλα ονειρεύονται να ξεφύγουν, να γίνουν πλούσιες. Νομίζουν πως αν γράψουν βιβλίο θα πλουτίσουν. Η Λίλα φτιάχνει κάτι περίεργα σχέδια για να γίνει πλούσια μέσω τους τσαγκάρικου. 

Το βιβλίο σε πρώτο επίπεδο είναι ένας ύμνος στην γυναικεία φιλία, με όλα τα σκαμπανεβάσματά της. Η Έλενα δένει την ζωή της με αυτή της χαρισματικής Λίλας, παρατάει την δική της όταν την χρειάζεται η φίλη, κατά καιρούς φυσικά αποστασιοποιείται, συνειδητοποιεί την ζήλια της, μετά ξανά την καταπνίγει. Σε δεύτερο επίπεδο, η Φερράντε δεν ξεχνά, τι είναι αυτό που δίνει δύναμη στην λογοτεχνία της, μιλά με δύναμη και πάθος για την θέση της γυναίκας σε μια κοινωνία που πάντα ήταν διατεθειμένη να καθορίζει τα θέλω μας, για τον αγώνα του ατόμου να βγει από τα στενά πλαίσια που ορίζει η καταγωγή και το φύλο του, για δουλειά, καριέρα, σχέσεις, λεφτά, αισθήματα. Η Φερράντε είναι ατρόμητη, γεμάτη πάθος. Η Φερράντε είναι παραμυθού, ξέρει να στήνει σύμπαντα. 

Το σκηνικό, η φτωχή Νάπολη, μοιάζει σε στιγμές με ταινία νεορεαλιστικού κινηματογράφου, είναι μια κοινωνία μεταιχμιακή, στην αλλαγή, όπου η μία γενιά προσπαθεί να ξεφύγει από την άλλη- είναι χαρακτηριστική η αποστροφή της Έλενα για την κουτσή, αλλήθωρη και αμόρφωτη μάνα της- όπου υπάρχουν θέματα «τιμής», και η επιβίωση δεν είναι πάντα εξασφαλισμένη. 

Η Φερράντε γράφει απλά, δημιουργεί οικειότητα και ταύτιση και απέχθεια. Με άγρια συναισθήματα, ανόθευτα. Μιλάει για τα μεγάλα και τα σημαντικά με όρους κατανοητούς, χωρίς περιττές φιοριτούρες. Δεν χρειάζονται όταν κατέχεις με τόση άνεση το υλικό σου και μπορείς να το περάσεις στον αναγνώστη. Δεν δίνω δεκάρα για την ταυτότητά της συγγραφέως, δεν με νοιάζει καθόλου αν είναι ή δεν είναι η Τετραλογία ένα ειλικρινές αυτοβιογραφικό κείμενο όπως του Κνάουσγκορντ ή μια τόσο καλοκουρδισμένη μίμηση. Με νοιάζει που είναι λογοτεχνία, που πηγαίνει την τέχνη ένα βήμα παρά πέρα, που προσφέρει αγνή αναγνωστική απόλαυση, όσο σε βάζει σε βαθιά φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα. 

Το πρώτο μέρος της Τετραλογίας της Νάπολης είναι ένα απολαυστικό μυθιστόρημα μαθητείας, ένα βιβλίο που χρειάζεται στην αρχή να το υπομείνεις, όσο να καταλάβεις το βάθος και την έντασή του, να συνηθίσεις την αφηγήτρια που είναι έφηβη και για αυτό κάπως άμαθη και δειλή. Όταν όμως μπεις στον κόσμο του, ξέρεις πως εδώ μιλάμε για την αληθινά μεγάλη αφήγηση, για ένα καινούριο είδος μυθοπλασίας, με νέους όρους, που πιθανότατα θα ορίσει την λογοτεχνία του καιρού μας. Και θα μείνει ως μέρος της κληρονομιάς του μέλλοντος.

                                                                    
                                                                     
                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Υπέροχη φίλη μου", Έλενα Φερράντε, μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 436

20/5/16

"Ο Μάγος", John Fowles



Βιβλίο εκπληκτικό στην σύλληψη και την εκτέλεση, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως ήταν το πρώτο του νεαρού Fowles κι ας εκδόθηκε τελικά τρίτο, ο «Μάγος» είναι από αυτά τα μυθιστορήματα που χάνεις αν δεν τα έχεις διαβάσει. 

Κεντρικός ήρωας ο Νίκολας Έρφ, ένας νεαρός Άγγλος που διορίζεται καθηγητής σε ένα ελληνικό νησί, την Φράξο (οι Σπέτσες), σε ένα σχολείο για πλουσιόπαιδα. Ο Νίκολας στην Ελλάδα, αν και μαγεύεται από το φυσικό τοπίο, βαριέται οικτρά. Τα πράγματα αλλάζουν όταν γνωρίζει τον Μωρίς Κόγχι, έναν πλούσιο, κοσμοπολίτη με μια υπέροχη βίλα σε ένα απομονωμένο μέρος του νησιού. Γρήγορα ο Ερφ καταλαβαίνει πως ο Κόγχις παίζει παιχνίδια με τα μυαλό του και πως δεν είναι μόνος. Στα παιχνίδια αυτά μέρος λαμβάνουν οι δίδυμες Λίλη και Ροζ,- ή Τζουν και Τζούλη-, και μια πλειάδα δευτερεύοντων χαρακτήρων. Το σενάριο διαμορφώνεται συνεχώς, ο Κόγχις διηγείται όλο και περισσότερες ιστορίες, τα πρόσωπα αλλάζουν ταυτότητα. Στην μέση μπαίνει κι έρωτας. Για την πρώην κοπέλα του Έρφ, Άλισον και την τωρινή φαντασίωση, Λίλη. 

Το παιχνίδι του Φόουλς είναι εκπληκτικό. Ο Νίκολας Ερφ βρίσκεται συνεχώς σε νέες πραγματικότητες, που πρέπει να τις διαχειριστεί ως προς την αλήθεια ή το ψέμα τους, ο έρωτας διερευνάται σε βάθος, το ίδιο και η ίδια η ζωή. Ο Μωρίς Κόγχις παίζει το παιχνίδι ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Απόλλωνα, και για τα ήθη του 1950 που γράφτηκε το βιβλίο ορισμένες σκηνές είναι ακραία σοκαριστικές. Εξάλλου, ο Φόουλς έχει εμμονή με τον σαδισμό, κάτι που φαίνεται και στα υπόλοιπα βιβλία του. 

Στο ενδιάμεσο ο Φόουλς βάζει στο στόμα του Κόγχι μια εκπληκτική και εν πολλοίς άγνωστη ιστορία προδοσίας κατά την διάρκεια της Κατοχής, ένα εξαιρετικό αντιπολεμικό μανιφέστο για τα χαρακώματα του 1ου Παγκόσμιου, ιδέες για την ψυχανάλυση- κάπως χοντροκομμένα τις απόψεις του Γιουνγκ που διαπερνούν όλο το βιβλίο-, ενώ μέσα από τον Ερφ γράφει μια κλασική ιστορία ενηλικίωσης, θέτοντας πολλά φιλοσοφικά ζητήματα σε πρώτο πλάνο. Οι βιβλιοφιλικές αλλά και οι μυθολογικές αναφορές είναι πάρα πολλές, άλλοτε ξεκάθαρες, άλλοτε καλυμμένες, και το σκηνικό είναι σοβαρά σαγηνευτικό. 

Ο Μάγος δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, ούτε όμως η πολυπλοκότητά του είναι εύσημο. Σε μερικά σημεία φαίνεται η αφέλεια του νεαρού τότε Φόουλς, σε άλλα φλυαρεί. Σε γενικές γραμμές όμως στήνει ένα σύμπαν με πολλαπλά κάτοπτρα, που ελάχιστοι θα μπορούσαν ούτε καν να διανοηθούν πως θα μπορούσαν να διαχειριστούν. Οι εναλλακτικές πραγματικότητες- η ελαστικότητα της πραγματικότητας για την ακρίβεια- η αδυναμία να καταλάβουμε τα πάντα με τις πέντε αισθήσεις μας, το πόσο κολακεύεται κανείς όταν είναι ο πρωταγωνιστής αλλά και θύμα, ο έρωτας σε τέτοιες συνθήκες- που μοιάζουν τόσο στις πραγματικές- αλλά και ο τρόπος που η ανθρώπινη φύση τελικά διαχειρίζεται όλα αυτά, κάνουν τον «Μάγο» ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα. Ένα από κείνα τα βιβλία που έχουν τα φόντα, αν είσαι αρκετά δεκτικός και ανοιχτός στην πρόκληση, να σου αλλάξουν την ζωή και την κοσμοθεωρία.



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο Μάγος», Τζων Φώουλς, μετ. Φαίδων Ταμβακάκης, εκδ. Εστία, 1997, σελ.775 



18/5/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (5 μ.μ.) του Μαραμπού



Μετά τις Σειρήνες η γραφή του Τζόυς κάνει μία διακριτή μεταστροφή. Φυσικά διατηρούνται τα ευφάνταστα λογοπαίγνια, οι μεταφορές της γλώσσας, οι δεκάδες μικροπλοκές που δανείζονται γλωσσικά στοιχεία των χώρων και των γεγονότων που περιγράφουν. Εκείνο που αλλάζει είναι η διάθεση του Τζόυς και η επιθυμία του να ασχοληθεί πλεόν πιο εκτεταμένα με τα διάφορα είδη της γλώσσας. Στην Βιογραφία του Έλμαν, αυτή η μεταστροφή του Τζόυς είχε ως επίκεντρο το κεφάλαιο Βόδια του Ήλιου, σημείο αναφοράς στον Οδυσσέα και ένα προοίμιο για όσα σκεφτόταν ήδη για το εκκολαπτόμενο Finnegans Wake. Μια πρόγευση αυτής της μεταστροφής, παίρνουμε στο κεφάλαιο Κύκλωπες.

Εδώ, η δράση του κεφαλαίου τοποθετείται σε μία ταβέρνα του Δουβλίνου στις 5 το απόγευμα. Αφηγητής είναι ένας τύπος που δεν κατονομάζεται, ο οποίος συναντά τον φίλο του Τζο και τραβούν για ένα ποτάκι στην ταβέρνα. Εκεί βρίσκεται ο πολίτης, ένας πελώριος άντρας και πελώριος εθνικιστής που αράζει παρέα με τον εξίσου πελώριο και άγριο σκύλο του. Είναι σαφές ήδη από την αρχή ότι ο πολίτης αποτελεί τον σύγχρονο Κύκλωπα. Μετά τρίβει με το χέρι του το μάτι του.


Το ενδιαφέρον του κεφαλαίου βρίσκεται στον τρόπο που είναι γραμμένο (όπως και κάθε άλλο κεφάλαιο, εδώ που τα λέμε). Ο Τζόυς χρησιμοποιεί από την μια τον απλό, βατό, σύγχρονο λόγο και από την άλλη, έναν λόγο επικό, μυθολογικό, θρησκευτικό, αρχαΐζοντα. Οι δύο λόγοι εναλλάσσονται αρμονικά, με την πλοκή να μεταπηδά από τον έναν στον άλλο δίχως να διαταράσσεται η συνέχεια και η συνάφειά της! Ο αναγνώστης σαστίζει προσωρινά, ειδικά μόλις αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο, εκ πρώτης όψεως στρυφνός, επικός λόγος διεκδικεί την μισή έκταση ενός 70σέλιδου κεφαλαίου. Ωστόσο, μόλις συνηθίζει λίγο αυτόν τον “ξεχασμένο” λόγο, αφήνεται πρόθυμα σε μια παιγνιώδη “προσωδία” που τον τέρπει και τον μαγεύει (σε αυτό συμβάλλει πολύ και η ευφυΐα του μεταφραστή).

Μέσα στην ταβέρνα συναντούμε πρόσωπα άγνωστα (σε λίγο θα έρθουν και μερικοί παλιοί γνωστοί) αλλά όσα γεγονότα εξιστορούνται μας είναι στην πλειονότητά τους ήδη γνωστά. Ας πούμε, ο θάνατος του Πάντυ Ντίγκναμ.

- Σίγουρα τον είδα πριν από πέντε λεπτά, λέει ο Άλφ, όπως σε βλέπω και με βλέπεις.
...
- Τότε είδες το φάντασμά του, λέει ο Τζο, ο Θεός να μας φυλάει.
...
- Πέθανε! λέει ο Αλφ. Αυτός δεν είναι περισσότερο πεθαμένος από σένα.
- Μπορεί να είναι έτσι, λέει ο Τζο. Πάντως είχαν το θράσος να τον θάψουν σήμερα το πρωί.

Και αμέσως μέτα ο Τζόυς μάς προσφέρει τις πρώτες εντυπώσεις από το υπερπέραν του καημένου Πάντυ. Ερωτώμενος δια του γηίνου ονόματός του σχετικώς με την διαμονήν του εις τον ουράνιον κόσμον ούτος εδήλωσεν ότι ήτο τώρα εις την ατραπόν της πραλάγια ή επιστροφής αλλά ακόμη υπέκειτο εις δοκιμασίαν εις τας χείρας ορισμένων αιμοδιψών οντοτήτων επί των κατωτέρων αστρικών επιπέδων. (...) Εν συνεχεία ηρωτήθη εάν υπήρχον ιδιαίτεραι επιθυμίαι εκ μέρους των τεθνεώτων και η απάντησις ήτο: Σας χαιρετούμε, φίλοι εκ της γης, οίτινες είσθε ακόμη εν σώματι.


Στο προηγούμενο κεφάλαιο, ο Μπλουμ αποχωρεί από το ξενοδοχείο Όρμοντ μόλις οι εθνικιστικές κορώνες των θαμώνων φθάνουν στο απόγειο, φανερώνοντας με την αποχώρησή του και την ηθική του στάση. Ερχόμενος στην ταβέρνα, συναντά τον πολίτη ο οποίος ενσαρκώνει συμπυκνωμένο όλον τον εθνικισμό της Ιρλανδίας. Οι συζητήσεις γύρω από τα εθνικά θέματα της χώρας έχουν αρχίσει να φουντώνουν και σταδιακά παρεκτρέπονται – ο Τζόυς παίζει στα δάχτυλα την ιστορία της χώρας του και η ένταση που αυξάνεται καθώς προχωρά το κεφάλαιο δίνει μια εκπληκτική αίσθηση στο όλο επεισόδιο. Ο Μπλουμ παίρνει μέρος στην συζήτηση εντελώς κατευναστικά, αναγκάζοντας σε κάποιο σημείο τον ανώνυμο αφηγητή να σκεφτεί: Δεν σας το είπα; Αλήθεια, σαν την μπίρα που πίνω, αν αυτός ήταν στα τελευταία του, αυτός θα προσπαθούσε να σας πείσει πως το να πεθαίνεις είναι να ζεις. Φυσικά ο Μπλουμ είναι ο μόνος ρεαλιστής εκεί μέσα, αλλά δεν μπορεί παρά να δείχνει ο μόνος παράλογος!

Ακολουθεί ένας συνταρακτικός διάλογος μέσα από τον οποίον φαίνεται ξεκάθαρα η ηθική υπεροχή του Μπλουμ έναντι των κατώτερων ενστίκτων των συντρόφων του.

- Διωγμοί, λέει αυτός, όλη η ιστορία του κόσμου είναι γεμάτη απ' αυτούς. Διαιωνίζουν το εθνικό μίσος μεταξύ των εθνών.
- Αλλά ξέρεις το τι σημαίνει ένα έθνος; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ναι, λέει ο Μπλουμ.
- Τι; λέει ο Τζων Γουάυζ.
- Ένα έθνος; λέει ο Μπλουμ. Ένα έθνος είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν στο ίδιο μέρος.
(...)
- Ή επίσης που ζουν σε διαφορετικά μέρη.
(...)
- Ποιο είναι το έθνος σου, αν επιτρέπεται να ρωτήσω; λέει ο πολίτης.
- Η Ιρλανδία, λέει ο Μπλουμ. Γεννήθηκα εδώ. Στην Ιρλανδία.
(...)
- Και εγώ ανήκω σε μια φυλή επίσης, λέει ο Μπλουμ, που μισείται και διώκεται. Ακόμη και τώρα, αυτή τη στιγμή.
(...)
- Μιλάς για την νέα Ιερουσαλήμ; λέει ο πολίτης.
- Μιλώ για την αδικία, λέει ο Μπλουμ.
(...)
- Αλλά είναι ανώφελο, λέει αυτός. Βία, μίσος, ιστορία, όλ' αυτά. Αυτή δεν είναι ζωή για άντρες και γυναίκες, η προσβολή και το μίσος. Και ο καθένας το ξέρει πως αυτά είναι εντελώς το αντίθετο απ' αυτό που είναι η πραγματική ζωή.
- Τι είναι; λέει ο Αλφ.
- Αγάπη, λέει ο Μπλουμ. Εννοώ το αντίθετο του μίσους.


Η εβραϊκότητά του, η πεποίθηση των θαμώνων ότι ανήκει στην μασονική στοά και ένα τυχαίο παραπλανητικό γεγονός, ενισχύουν την έχθρική στάση εναντίον του. Ο Θεός να φυλάει την Ιρλανδία από τους όμοιους αυτού του βρομοποντικού. Ο κύριος Μπλουμ και οι μπουρδολογίες του. Στο κεφάλαιο Λωτοφάγοι, αν θυμάστε, ο Μπλουμ κρατούσε συνεχώς μία εφημερίδα. Σε κάποια στιγμή έρχεται ένας φίλος του και ζητάει να του την δανείσει μισό λεπτό για να δει τις ιπποδρομίες. Ο Μπλουμ του δίνει την εφημερίδα και του λέει ότι μπορεί να την κρατήσει γιατί μόλις είχε αποφασίσει να την πετάξει στα σκουπίδια. Ο φίλος του σαστίζει με αυτή την δήλωση και αποχωρεί ξεχνώντας να μελετήσει την εφημερίδα. Στους Κύκλωπες γίνεται αναφορά για την ιπποδρομία και για το γεγονός ότι κέρδισε το αουτσάιντερ με το ψευδώνυμο “Απόρριμμα”. Έτσι, δημιουργείται στους θαμώνες η λανθασμένη εντύπωση ότι ο Μπλουμ γνώριζε και πόνταρε στο αουτσάιντερ και με τη δήλωση ότι θα πετάξει την εφημερίδα στα σκουπίδια, προσπαθούσε να πείσει και τον φίλο του να ποντάρει στο ίδιο.

[...] Συνάντησα τον Μπάνταμ Λάυονς πηγαίνοντας να στοιχηματίσει σε εκείνο το άλογο, αλλά τον απέτρεψα, και μου είπε πως ο Μπλουμ του το πρότεινε. Στοιχηματίζω ό,τι θέλετε πως παίρνει εκατό στερλίνες προς πέντε. Είναι ο μόνος άνθρωπος στο Δουβλίνο που κέρδισε. Αουτσάιντερ.

Η συζήτηση αυτή γίνεται την ώρα που ο Μπλουμ πηγαίνει δίπλα στο δικαστήριο για μια νομική υπόθεση. Οι θαμώνες πιστεύουν ότι πάει να εισπράξει τα κέρδη. Εν την απουσία του κάνει εμφάνιση στην ταβέρνα και ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ – ο Μπλουμ πήγε εξαρχής στην ταβέρνα με σκοπό να συναντήσει τον Μάρτιν Καννινγκχαμ. Σιγά σιγά, το μίσος εναντίον του Μπλουμ γιγαντώνεται, του έχουν “μαζέψει” ήδη πολλά, ο πολίτης είναι έτοιμος να εκραγεί όταν αναφωνεί σαρκαστικά:

- Αυτός είναι ο νέος Μεσσίας για την Ιρλανδία! Την Ιρλανδία των αγίων και των σοφών!

Την στιγμή που επιστρέφει ο Μπλουμ η οργή είναι έτοιμη να ξεσπάσει πάνω του. Ο Μάρτιν Κάννινγκχαμ με διορατικότητα αλλά και βιασύνη, χαιρετά τους θαμώνες και φυγαδεύει τον Μπλουμ στην άμαξα που περιμένει έξω. Και τότε ο Τζόυς, σε μία εξαιρετική έμπνευση, μετατρέπει την άμαξα σε πλοίο, κάνοντας μια σύνδεση με τον ομηρικό Οδυσσέα, ο οποίος ξεφεύγει θριαμβευτής από την οργή του ταπεινωμένου Πολύφημου. Εδώ μας αποκαλύπτεται ένα απρόσμενο στοιχείο – για πρώτη φορά στο βιβλίο, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ, θυμώνει! Πάνω στην άμαξα-πλοίο ο Μπλουμ θυμώνει με το ηλίθιο μίσος του πολίτη και φωνάζει:

- Ο Μέντελσον ήταν εβραίος και ο Καρλ Μαρξ και ο Μερκαντάντε και ο Σπινόζα. Και ο Σωτήρας ήταν εβραίος και ο πατέρας του ήταν εβραίος. Ο Θεός σας. (...) ο Θεός σας ήταν εβραίος. Ο Χριστός ήταν εβραίος όπως εγώ.


Ο πολίτης βγαίνει έξω κυνηγώντας τον (Που είναι αυτός να τον σκοτώσω;), το ακόρεστο μίσος του τον έχει τυφλώσει – ο συμβολισμός είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Ο Μπλουμ με την άτεγκτη ηθική του στάση αλλά και έναν τρόμο στην καρδιά, ξέρει ότι έχει γλυτώσει, και πάντα θα γλυτώνει χάρη στην αγάπη. Γιατί, η αγάπη αγαπά να αγαπά την αγάπη.

                                                                                 


                                                                                          Μαραμπού






"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098


17/5/16

"Τα σονέτα", William Shakespeare



Ξαναδιαβάζοντας τα σονέτα σου Σαίξπηρ στα ελληνικά, στην ολοκληρωμένη και πολύ καλαίσθητη έκδοση του Gutenberg σε μετάφραση Λένιας Ζαφειροπούλου, ένιωσα πρώτα από όλα νοσταλγία. Για μία άλλη, πιο αθώα αναγνωστική μου εποχή, που τα σονέτα με συγκινούσαν από τις τρεις πρώτες γραμμές και ονειροπολούσα για ώρες. Τώρα η ανάγνωση ήταν διαφορετική. Και θα εξηγηθώ.

Με την σιγουριά του ανθρώπου που διαβάζει χρόνια Σαίξπηρ στο πρωτότυπο, είχα στον νου πως και τώρα έτσι θα διαβάσω τα σονέτα, άναρχα, χωρίς σειρά. Αν και οι μελετητές συμφωνούν πως η σειρά και η αρίθμηση είναι μάλλον τυχαία, ούτε καν χρονολογική*- μια επινόηση του πρώτου εκδότη που δεν ξέρουμε καν αν είχε την άδεια του μεγάλου Βάρδου για να τα εκδώσει-, τούτη τη φορά τα διάβασα από την αρχή ως το τέλος, μονοκοπανιά σχεδόν. Και είδα το σχέδιο. Κατάλαβα τα ξεφτίδια τους, τις επαναλήψεις, τις επικλήσεις του ποιητή τόσο στον ξανθό νεαρό μαικήνα του όσο και στην μαύρη κυρία του. Ένιωσα ίσως για πρώτη φορά με τόση ένταση πως τα περισσότερα απευθύνονται σε έναν άντρα, πως αυτός ο αγνός έρωτας έχει αποδέκτη έναν νεαρό. Και πως ο έρωτας του Σαίξπηρ δεν είναι και τόσο αγνός: είναι υπολογιστής, δεν ξεχνά το παρελθόν, δεν λυπάται για το μέλλον, είναι γκρινιάρης, κι αστείος, είναι τελικά βαθιά ανατρεπτικός.

Και συνειδητοποίησα και κάτι άλλο, πως αυτό που τα διαπερνά και τους δίνει την σκοτεινιά τους είναι ο χρόνος, η ματαίωση, η νιότη που χάνεται, η ζωή που που περνά όσο αγνοούμε τα σημαντικά. Δεν συμμερίζομαι τις απόψεις που λένε πως Σαίξπηρ δεν υπήρξε ή πως αν υπήρξε δεν έγραψε όλα αυτά τα έργα ο ίδιος. Και πιστεύω πως τα σονέτα το αποδεικνύουν· έχουν ενότητα κι ας μην έχουν, δείχνουν τον ίδιο άνθρωπο με αυτόν που έγραψε τα θεατρικά, που τον απασχολούν τα ίδια θέματα. Κι επίσης μας κάνουν να κατανοήσουμε όλον αυτόν τον ποταμό των λέξεων, που γράφτηκε πάνω από 400 χρόνια πριν, κι όμως δεν σταμάτησε να μας απασχολεί ποτέ.


                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


*για να χρονολογήσουν οι μελετητές έργα και σονέτα χρησιμοποιούν κυρίως γλωσσικά εργαλεία. Η εποχή και ο Σαίξπηρ ο ίδιος συνέβαλλαν σε αυτό. Υπάρχουν λέξεις που τις επινόησε ο ίδιος, λέξεις που το 1590 δεν υπήρχαν, αλλά το 1600 υπήρχαν. Είναι συναρπαστικό.


"Τα σονέτα", William Shakespeare, εκδ. Gutenberg, μετ. Λένια Ζαφειροπούλου, 2016, σελ. 341













Υ.Γ. 42 Η έμπνευση της Λένιας Ζαφειροπούλου να μεταφράσει σε 15 σύλλαβο κι όχι σε 11 συλλαβές όπως το πρωτότυπο, μου άρεσε. Δούλεψε καλά στα περισσότερα σονέτα.


Ακούστε την σχετική εκπομπή της Κυριακής με καλεσμένη την μεταφράστρια Λένια Ζαφειροπούλου εδώ: