23/10/17

“Mr.Vertigo”, Paul Auster



Σε όποιον διαβάζει έστω και λίγο αυτό το blog είναι γνωστή η μανία που έχω με τον Όστερ τα τελευταία χρόνια. Τον ανακάλυψα σχετικά όψιμα και κατά την προσφιλή μου συνήθεια διάβασα αρκετά από τα βιβλία του σε μικρό χρονικό διάστημα. Τώρα βρίσκομαι πια σε πιο ήπια φάση, αν κι έναν Όστερ την χρονιά θα τον διαβάσω για το καλό. Και μιας και ο Πολ είναι πολυγραφότατος – και συνεχίζει να γράφει ακάθεκτος πολλές σελίδες τον χρόνο- όλο και κάποιο βιβλίο του μου κληρώνει.

Έτσι ο Mr Vertigo περίμενε υπομονετικά την ώρα του. Πρόκειται για ένα από τα καλά του μυθιστορήματα, με τη γνωστή καταιγιστική κάποιες στιγμές πλοκή, και τα ερωτήματα που μπαίνουν αβίαστα- για την ταυτότητα, τη ματαιότητα της ζωής, το παράλογο, το λογικό, την τύχη. Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Γουόλτ, ένας άντρας στο τέλος της ζωής του που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και γράφει τα απομνημονεύματά του. 

Ο Γουόλτ ήταν ένα εννιάχρονο ορφανό αλάνι που ζούσε με τους θείους του, όταν τον ανακάλυψε ο Δάσκαλος Γεχούντι. Τον πήρε χωρίς πολλά παρακάλια από τους δικούς του και τον έκανε μέλος της ιδιότυπης οικογένειάς του. Ταυτόχρονα του υποσχέθηκε πως μέσα σε δυο χρόνια θα τον έχει μάθει να αιωρείται και να περπατά στον αέρα. Ο μικρός Γουόλτ στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη φάρμα του Δασκάλου στη μέση του πουθενά, με συγκατοίκους τη Μάμα Σιου, μια χοντρή Ινδιάνα, και τον Αίσωπο, έναν ραχιτικό μαύρο έφηβο, που ο Δάσκαλος τον είχε σώσει κι αυτόν και τον προόριζε για μεγαλοφυΐα. 

Ο Δάσκαλος δούλευε εναλλάξ με τα δυο παιδιά, έδινε πνευματική τροφή στον Αίσωπο, και έβαζε τον Γουολτ σε απίστευτα καψώνια. Και η μέθοδος παραδόξως δούλευε. Ο Αίσωπος ήταν ένα απίστευτα έξυπνο και διαβασμένο αγόρι και ο Γουόλτ τα κατάφερε να αιωρηθεί. Και τότε ήρθε η καταστροφή. 

Το Mr. Vertigo είναι ένα μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την απιθανότητα ως κινητήριο δύναμη της αφήγησης. Τίποτα από όλα αυτά που αφηγείται ο γερασμένος πια Γουόλτ δεν έχει ούτε έναν κόκκο αληθοφάνειας, η πλοκή ανατρέπεται συνεχώς, όμως ο αναγνώστης δεν νιώθει πως τον κοροϊδεύουν. Ο Όστερ έχει μεγάλο χάρισμα στην αφήγηση και σε αυτό το μυθιστόρημα το εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Ταυτόχρονα δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα την Αμερικής του Μεσοπολέμου, της ποτοαπαγόρευση, του Κραχ. Το θέμα που ξεπηδά αβίαστα από τις σελίδες είναι ο ρατσισμός. Ρατσισμός στην πιο άχαρη και βίαιη μορφή του, αλλά και στην άλλη, την υποδόρια και υπόκωφη. 

Μιας και πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης, το θέμα της ταυτότητας του ήρωα, που αναζητά τις αρχές του, την οικογένειά του, τη μοίρα του, μπαίνει επιτακτικό. Το ίδιο και ο θάνατος, έτσι όπως τον αντιμετωπίζει ένας έφηβος: ως καψώνι, ως συνέχεια της ζωής, ως λόγο εκδίκησης, ως υπέρτατο φόβο. Ο Γουόλτ είναι το μεγάλο ατού του Mr Vertigo. Κάποτε μοιάζει αφελής, άλλες φορές όμως φαίνεται σαν να μιλά ένας μικρός σοφός. Κάποτε μοιάζει μόνο εγωιστής, ενώ άλλες επιδεικνύει μιας σπάνιας ομορφιάς φιλότιμο. Αναγκαστικά δεν μπορείς να τον πιστέψεις. Όμως τελικά σε αναγκάζει να τον πιστέψεις. Κι αυτό το οξύμωρο είναι από τις μεγάλες χαρές της ανάγνωσης λογοτεχνίας. 

Αν και καταλαβαίνω πως ο Όστερ δεν είναι Ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, για μένα παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους. Τα βιβλία του ενσωματώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που μου αρέσουν, το γράψιμό του είναι εντυπωσιακό, για να μην πούμε πως σε όλα σχεδόν τα βιβλία του αρέσει να βάζει ένα στοιχείο παράδοξου-πράγμα που με γοητεύει. Μένουν ακόμα πολλά μυθιστορήματα του κύριου Πολ Όστερ που δεν έχω διαβάσει. Και με λίγη τύχη θα γράψει και μερικά ακόμα στα επόμενα χρόνια. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



“Mr.Vertigo”, Paul Auster, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 339

20/10/17

"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín



Είχα χρόνια να κλάψω αβίαστα σε σκηνή βιβλίου και το Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό με κατέλαβε εξαπίνης. Ήταν όμως συναίσθημα ειλικρινές και ατόφιο, κι έτσι το μυθιστόρημα – που το διάβασα εκπληκτικά γρήγορα, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου κυριολεκτικά- βάζει υποψηφιότητα για να γίνει «το βιβλίο της χρονιάς μου». Δεν έχω ξαναδιαβάσει Τομπίν και δεν ήμουν προετοιμασμένη για την ατμόσφαιρα που φτιάχνει, ούτε για το πόσο κοντά θα ένιωθα στην ιστορία. Περίπου σαν να μου συνέβαιναν όλα αυτά παράλληλα με ό,τι γινόταν στην κανονική μου ζωή. 

Πρωταγωνίστρια του βιβλίου η Έλεν, μια διευθύντρια σχολείου στην Ιρλανδία, που είναι παντρεμένη με έναν καλόβολο τύπο που την αγαπά, τον Χίου, κι έχει δυο αγοράκια που υπεραγαπά. Η Έλεν είναι πλήρως αποξενωμένη από την μητέρα της, τα παιδιά της δεν έχουν γνωρίσει ποτέ τη γιαγιά τους. Μια μέρα κι ενώ ετοιμάζονται για τις σχολικές διακοπές, χτυπά το κουδούνι ένας άγνωστος και την ενημερώνει πως ο αγαπημένος της αδελφός Ντέκλαν είναι πολύ βαριά άρρωστος, στα τελευταία στάδια του AIDS, και πως ζήτησε να μεταφέρει το νέο εκείνη στη μητέρα τους. 

Η Έλενα τα παρατά όλα- τα παιδιά είναι έτσι κι αλλιώς με τον μπαμπά τους στην πεθερά της- και κάνει το ταξίδι ως τη γενέθλια πόλη της. Πρώτα πηγαίνει στη γιαγιά της, που μένει σε ένα σπίτι που οριακά δεν το έχει γκρεμίσει η θάλασσα, παλιά πανσιόν. Έπειτα στη μαμά της. Τελικά καταλήγουν στην παλιά πανσιόν η γιαγιά, η μαμά της, η Έλεν, ο Ντέκλαν και δυο γκέι φίλοι του, ο Πολ κι ο Λάρι. 

Ο Τομπίν χειρίζεται το θέμα του AIDS αλλά και της ομοφυλοφιλίας με εξαιρετική ευαισθησία. Όμως αυτό κυρίως που τον νοιάζει είναι το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ανθρώπων όταν πρέπει αναγκαστικά να έρθουν ξανά κοντά κι όταν συμβαίνει κάτι τόσο εξουθενωτικά απίστευτο, ένας νέος άνθρωπος που είναι αδελφός, παιδί, κολλητός σου,  να πεθαίνει. 

Η Έλεν και η μητέρα της η Λίλι προσπαθούν η καθεμιά με τον δικό της- αρκετά ψυχρό και απόλυτο τρόπο- να λύσουν τις χρόνιες διαφορές και τα τραύματά τους. Από κοντά κι ο Ντέκλαν που δεν έχει καλύτερες αναμνήσεις από την μητέρα του. Όλο αυτό έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη σχέση των τριών νεαρών φίλων, ο Λάρι κι ο Πολ φαίνεται να υποκαθιστούν την οικογένεια όσον αφορά την υγεία του φίλου της, γίνονται αυτοί που λύνουν τα πρακτικά ζητήματα και τον στηρίζουν. Η πιο έντονη στιγμή για μένα είναι αυτή που η Έλεν, πάντοτε δυναμική και κυρίαρχη, σπάει και ζητάει επιτέλους από τον άντρα της να έρθει να τη βοηθήσει, ξορκίζοντας τα βάρη του παρελθόντος σε σχέση με τη δική της παιδική ηλικία. 

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι βαριά, σε ρουφάει μέσα του και δεν ξέρεις πώς ακριβώς να αντιμετωπίσεις όλο αυτό. Παρ’ όλο που τυπικά η ιστορία προχωρά πολύ αργά, είναι τέτοια η ένταση μεταξύ των ηρώων που δίνει εξαιρετικό ρυθμό στην ανάγνωση. Έχεις την παράλογη ιδέα πως διαβάζεις συγγραφέα παλιό, κλασικό, αναγνωρισμένο, κι όχι σύγχρονό μας. Και μιας και τη στοίβα με τα αδιάβαστα την κοσμούν αρκετά δικά του βιβλία, νομίζω πως ήρθε η ώρα του. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2016, σελ. 330











Υ.Γ. 42 Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η Aldina σκίζει. 


17/10/17

"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου



Άρχισα χθες να ξεσκονίζω το σαλόνι: το βαρύ ξύλινο τραπέζι, τους καναπέδες, τις κορνίζες επάνω στο μπουφέ, ως και τους τοίχους έπιασα να τρίβω με μανία. Θα 'χε περάσει μια ώρα γεμάτη, όταν μέσα από τα ντουβάρια, αποκαλύφθηκε η μορφή της μάνα μου. Ήταν άσπρη, χτισμένη, λες, μες στο σπίτι μας. Σήκωσε το δεξί της πόδι και μ' έναν αργό διασκελισμό βγήκε και κάθισε στον καναπέ. Άρπαξα τότε το πανί κι άρχισα να την ξεσκονίζω. 

Μικρά και μεγάλα πεζά, επιγράφεται το λιανό βιβλιαράκι «Το κήτος» από τις εκδόσεις Κίχλη με το οποίο κάνει το πρώτο πεζογραφικό της βήμα η Ούρσουλα Φωσκόλου. Και πρόκειται ακριβώς γι' αυτό. Στο πρώτο μέρος κείμενα στα όρια του μπονζάι, με έντονο ρυθμό και ποιητικότητα, και στο δεύτερο διηγήματα δύο-τριών σελίδων, περισσότερο σαν σκηνές από ταινία, και λιγότερο με την τυπική δομή τους. 

Η γραφή της Φωσκόλου έχει ένα μεγάλο ατού, είναι ιδιαίτερα προσεγμένη δεν λείπει ούτε μια λέξη· ούτε περισσεύει. Επίσης παρ’ όλη την ποιητικότητα και την υπαινικτικότητα, το θέμα της είναι σαφές: σε όλα τα πεζά έχουμε έναν ενήλικα- μάλλον άφυλο- αφηγητή που ψηλαφεί εικόνες και αισθήματα της παιδικής του ηλικίας. Και νοσταλγεί με κάποιο τρόπο, και φοβάται, τη φθορά του χρόνου. 

Δεσπόζουσα η φιγούρα της μητέρας, και των νεκρών, ενώ τα μικρά κείμενα τα διαπερνά και μια αίσθηση ερωτική που δεν μένει απαρατήρητη. Οι μυρωδιές παίζουν καταλυτικό ρόλο, το ίδιο κι η σκόνη κι η καθαριότητα, ενώ κυρίαρχο είναι το αίσθημα της πείνας- της σωματικής αλλά και της ψυχολογικής. 

«Το κήτος» είναι ένα έντιμο, χαμηλότονο βιβλίο, που δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είναι: ένα πρώτο βήμα, μια πρώτη απόπειρα να συνομιλήσει η συγγραφέας του με τον αναγνώστη. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς όλη αυτή η σπουδή στη γλώσσα, ο ρυθμός και η ποιητικότητα, μπορούν να μετουσιωθούν σε μεγαλύτερα κείμενα. 


                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου, εκδ. Κίχλη, 2016, σελ. 88












Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι άψογη, το εξώφυλλο ένα από τα ωραιότερα φετινά- δεν είναι τυχαίο πως η Φωσκόλου είναι γραφίστρια, κι αγαπά πολύ τα εικαστικά.

Υ.Γ. 42 Ακούστε την ίδια τη συγγραφέα εδώ: 




Υ.Γ. γκρίνιας: Δεν μου αρέσει το πολυτονικό όταν διαβάζω βιβλία σύγχρονων που αποκλείεται να έγραψαν σε αυτό. 

Υ.Γ.42-42 Η Ούρσουλα μού πήρε μέσα από τα χέρια το "Βραβείο Νέου Λογοτέχνη" του περιοδικού Κλεψύδρα για το οποίο ήμασταν συνυποψήφιες φέτος και για αυτό τη μισούμε! 

12/10/17

«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides





Διάβασα πρώτη φορά το Middlesex σχετικά μικρή, όταν πρωτοβγήκε. Κι άλλη μια πρόσφατα, πριν από δεκαπέντε μέρες, ως εργαλείο για κάτι που γράφω. Έτσι νόμιζα. Γιατί η αναγνωστική απόλαυση παρέμεινε ατόφια, ξέχασα πως θα μελετούσα το βιβλίο με «συγγραφική διαστροφή», το τελείωσα, γρήγορα, αχόρταγα, όπως παλιά. 

Την ιστορία αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο Καλ, που δουλεύει στο Βερολίνο κι έχει αφήσει πίσω την παλιά του ζωή ως Καλλιόπη ή Κάλλι, στην Αμερική. Ο Καλ είναι ίντερσεξ, κοινώς ένας άνθρωπος που πάσχει από ένα σύνδρομο που τον κάνει να έχει και θηλυκά και αρσενικά χαρακτηριστικά. Όταν γεννήθηκε ο γηραιός γιατρός της οικογένειας έκρινε από τα εξωτερικά του όργανα πως είναι κορίτσι. Η Κάλλι έζησε ως τα δεκατέσσερα ως κορίτσι, οπότε και τραυματίστηκε ελαφρά και στο νοσοκομείο αποκαλύφθηκε πως είχε μικτά γεννητικά όργανα και πως ο καρυότυπός της ήταν αρσενικός. Μετά από μια προσπάθεια να τη "διορθώσουν" για να μοιάζει ολότελα με κορίτσι, η Κάλλι το έσκασε και αποφάσισε πως είναι Καλ και πως δεν έχει ανάγκη καμία διορθωτική επέμβαση. 

Με αφορμή αυτή την ιστορία ο Ευγενίδης αρχίζει να μας μιλά για το ταξίδι του ελλατωματικού γονιδίου του Καλ, από τα βάθη της Μικράς Ασίας, τότε που οι παππούδες του μετανάστευσαν εν μέσω της Μικρασιατικής καταστροφής στην Αμερική και επανεφήυραν τους ευατούς τους από αδέλφια, σε αντρόγυνο. Έπειτα μιλά για το Ντιτρόιτ, και αναλύει διεξοδικά την ιστορία του για 75 χρόνια, μέσα από τους γονείς του Καλ. 

Ο Ευγενίδης γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και ταυτόχρονα μια τεράστια οικογενειακή σάγκα, μας περνά από τη Μικρά Ασία στην Αμερική, δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του για τους ερμαφρόδιτους, δίνει πληροφορίες για το σύνδρομο, μιλά ανοιχτά για τις αιμομικτικές σχέσεις, για την αίσθηση της πατρίδας, του πρόσφυγα, για την ενσωμάτωση. Μιλά για το διαφορετικό σε όλες τις εκφάνσεις του.

Δεν διστάζει να βγάλει τη γλώσσα στους φιλολόγους, να χρησιμοποιήσει τον αφηγητή του όπως του γουστάρει, να απεραντολογήσει όποτε το επιθυμεί, να ξεχάσει την κεντρική του ιστορία και να την ξαναβρεί δεκάδες σελίδες μετά. Στήνει έναν χορό από επεισόδια, από ιστορικά γεγονότα, αντλεί από προσωπικές μνήμες, βάζει τον εαυτό του και τους παππούδες του μέσα, χρειάζεται σχεδόν συνέχεια να δηλώνει αργότερα πως δεν είναι ο ίδιος ίντερσεξ. Όλο αυτό είναι το μεγαλείο του βιβλίου, αυτό που τραβάει τους αναγνώστες χρόνια τώρα, που το ξεχωρίζει και δεν αφήνει κανέναν να το χαρακτηρίσει «προκλητικό» και μόνο. 

Αγαπώ το Μίντλσεξ. Γιατί έφερε στο προσκήνιο ένα σημαντικό θέμα- αυτό της ρευστότητας του φύλου- σε μια εποχή που κανείς δεν μιλούσε για αυτό. Αλλά κυρίως το αγαπώ γιατί είναι ένα σπάνιο δείγμα υψηλής λογοτεχνίας που κατάφερε να περάσει και στις πλατιές μάζες, να το διαβάσουν εκατομμύρια άνθρωποι. Κι αυτό το διπλό επίτευγμα, ποιότητα και ποσότητα, το έχουν στο ενεργητικό τους ελάχιστα βιβλία. 


                                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Libro, 2003, σελ. 751 












4/10/17

«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Flannery O' Connor





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Φλάννερυ Ο ‘Κόννορ με πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ήδη φίλοι έλεγαν πως πρόκειται για ένα από τα βιβλία της χρονιάς τους, για το πόσο σημαντικό και σπουδαίο το βρήκαν. Εν μέρει, αυτές οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Ίσως γιατί υπήρχαν.

Το «Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» είναι μια πρωτότυπη ιστορία που εκτυλίσσεται αργά και εσωτερικά, σε ένα σκηνικό σχεδόν γκροτέσκο και φτάνει στη λύση της σχεδόν υπόκωφα. Πρωταγωνιστής ο νεαρός Ταργουότερ, ένα αγόρι δεκατεσσάρων χρονών που ζει μέσα στην ερημιά με τον υπερήλικα θείο της μητέρας του. Ο θείος Ταργουότερ είναι ένα άνθρωπος που έχει ακούσει το κάλεσμα του Θεού και θεωρεί τον εαυτό του προφήτη, αν και δεν προφητεύει σε κανέναν εκτός από το αγόρι. Το αγόρι ο θείος του το άρπαξε όταν ήταν βρέφος από τον ανιψιό του, που ήθελε να το μεγαλώσει αυτός όταν πέθανε η αδελφή του. 

Το αγόρι δεν πάει στο σχολείο, κι έχει ελάχιστη μόρφωση εκτός από τις θρησκευτικές εξάρσεις του μεγάλου του θείου. Όταν αυτός σε ηλικία 84 ετών πεθαίνει, ο νεαρός δεν κατορθώνει να τον θάψει. Έτσι τον καίει μαζί με το σπίτι και ξεκινάει για την πόλη, να ζήσει με τον θείο του Ρέυμπερ. Από το σπίτι του Ρέυμπερ τον είχε κλέψει ο γερό- Τάργουότερ όταν ήταν μωρό. Ο Ρέυμπερ είναι δάσκαλος, άθεος, έχει ένα αγοράκι πνευματικά καθυστερημένο, τον Μπίσοπ, και έχει υποστεί κι αυτός μια αντίστοιχη εμπιρία όταν ήταν μικρός, τον είχε απαγάγει κι αυτόν ο γέρο Τάργουότερ. 

Ο νεαρός είναι πραγματικά χαμένος. Από τη μια η ανατροφή του με τον γερο προφήτη τον οδηγεί να πιστεύει πως η αποστολή του είναι να βαφτίσει τον κακόμοιρο Μπίσοπ και να θάψει τον γέρο. Από την άλλη ο θείος του Ρέυμπερ που θέλει να τον μορφώσει και να τον εντάξει στην κοινωνία είναι εντελώς ξένος, όσο κι αν προσπαθεί. Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο τι είναι ηθική υποχρέωση και τι όχι, τι καθορίζει η μοίρα και τι εμείς, ταλανίζει τους δυο πρωταγωνιστές- τον ανιψιό Ταργουότερ και τον θείο Ρέυμπερ. Και απάντηση δεν υπάρχει.

Το σίγουρο είναι πως και οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες φέρονται με βαναυσότητα στον μικρό ηλίθιο Μπίσοπ. Ο νεαρός Τάργουότερ τον σιχαίνεται και δεν τον θέλει κοντά του, ενώ ο πατέρας του τον έχει ως διακοσμητικό, χωρίς να έχει καμία προσδοκία ή αγάπη. 

Η γοητεία του βιβλίου της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ είναι η πολύ αργή πλοκή που οδηγεί βήμα βήμα στην καταστροφή. Οι χαρακτήρες της είναι ακραίοι, σχεδόν εξωπραγματικοί και τα διλήμματά τους σε τέτοιο βαθμό υπαρξιακά που μοιάζει η ζωή και ο θάνατος να έχουν λίγη σημασία μπροστά τους. Η έννοια του πατέρα, ως θεού, ως διαπαιδαγωγού, ως προστάτη, διερευνάται διεξοδικά. Το ίδιο και το θέμα της θρησκευτικής πίστης και της ηθικής. Μιας ιδιότυπης, προσωπικής ηθικής που δεν μας κάνει καλούς ή κακούς, απλά αυτό που είμαστε. Όλα μοιάζουν φτιαχτά, κατασκευασμένα, σαν να μην ανήκουν στα ανθρώπινα, σαν να δημιουργήθηκαν για το μεταφυσικό βάσανο- ακόμα και οι βασικές λειτουργίες όπως το φαγητό ή ο ύπνος.

Δεν απόλαυσα όσο περίμενα το μυθιστόρημα της Ο’ Κόννορ, αλλά θα το θυμάμαι. Δεν ξέρω αν αυτό μετράει κάπως ή όχι, δεν έχω ιδέα πώς αυτό θα μεταφραστεί μέσα μου στο τέλος. Προς το παρόν παραμένω αμφίθυμη απέναντί του· εγκεφαλικά καταλαβαίνω την αξία του, αισθάνομαι όμως σαν να μου στέρησαν την πρωταρχική λειτουργία της ανάγνωσης- την ψυχαγωγία.



«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Φλάνερυ Ο’ Κόννορ, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδ. Αντίποδες, 2016, σελ.300 









Υ.Γ. 42 Ο πρωτότυπος τίτλος είναι: "The Violent Bear It Away". Πρόκειται για την αντίστοιχη φράση της Βίβλου. 

27/9/17

"Η Σχεδία", Μιχάλης Μοδινός





«Ατυχώς ωστόσο δεν είμαι συγγραφέας, κυρία Ζεπαρντιέ, είμαι ζωγράφος. Η ιστορία σας ειπωμένη πριν από έναν αιώνα σε έναν άνθρωπο σαν τον Ντάνιελ Ντεφόε, ίσως κατασκεύαζε έναν υπέρτερο Ροβινσώνα, απαλλαγμένο μάλιστα από την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα του αγγλικού στέμματος. Όμως εγώ είμαι ζωγράφος, πράγμα που σημαίνει ότι οφείλω να επιλέξω μία και μόνο μία στιγμή μέσα στην ιστορία»

Αυτά λέει ο νεαρός Τεοντόρ Ζερικώ στην επιζήσασα του διάσημου ναυαγίου της Μέδουσας κυρία Ζεπαρντιέ, όσο εκείνη του αφηγείται λεπτομέρειες της καταστροφής, κι αυτός φτιάχνει συνεχώς σχεδιάσματα, προσπαθώντας να ανακαλύψει ποιο στιγμιότυπο της φρίκης τον εκφράζει. 

Το μυθιστόρημα του Μιχάλη Μοδινού «Η σχεδία» διαδραματίζεται τον 18ο αιώνα. Την εποχή συνταράσσει το σκάνδαλο του ναυαγίου της Μέδουσας, που δεν έχει μόνο ανθρωπιστικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις. Η Μέδουσα, μαζί με άλλα πλοία, είχε ξεκινήσει για να μεταφέρει μια αποστολή Γάλλων αξιωματούχων στη Σενεγάλη, όπου θα αναλάμβαναν την διακυβέρνηση του μέρους. Η φρεγάτα ήταν τελευταίας τεχνολογίας, εξαιρετικά πολυτελής αλλά παραδόθηκε στα χέρια ενός ανάξιου καπετάνιου, που μόνο εφόδιο είχε τη σχέση του με τη βασιλιά. Ο καπετάνιος θέλησε να κάνει επίδειξη της δύναμης του πλοίου, άφησε τα συνοδά πλοία πίσω και τελικά η φρεγάτα παρέκκλινε από την πορεία της και ναυάγησε σε μια σύρτη. Οι σωστικές λέμβοι δεν έφτασαν για όλους. Εκεί επιβιβάστηκε η αριστοκρατία. Για τους υπόλοιπους φτιάχτηκε μια τεράστια αυτοσχέδια σχεδία, σχεδόν 20*7 μέτρα και πάνω της στοιβάχτηκαν, όρθιοι, 157 ναυαγοί. Στην αρχή οι σωστικές λέμβοι έσερναν τη σχεδία, αλλά πολύ σύντομα τα παλαμάρια κόπηκαν, κι έτσι οι ναυαγοί έμειναν έρμαια, δίχως όργανα, δίχως κουπιά, με ελάχιστες προμήθειες. Στις πρώτες τέσσερις μέρες οι ανταρσίες, το κύμα, η λιποψυχία είχαν ήδη αφανίσει το μεγαλύτερο μέρος των επιβαινόντων στη σχεδία. Οι υπόλοιποι άρχισαν να τρέφονται με τα πτώματά τους. Την ένατη μέρα οι βαριά τραυματίες που θα κατανάλωναν προμήθειες χωρίς αντίκρισμα σπρώχτηκαν στο νερό, θυσιάστηκαν για να ζήσουν οι σχετικά υγιείς. Τελικά πάνω στη σχεδία επιβίωσαν για άλλες τέσσερις μέρες δεκαπέντε άνθρωποι, μέχρι να τους περιμαζέψει το συνοδό πλοίο Άργος. Πέντε πέθαναν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής, από το πολύ φαγητό. 




Ο νεαρός Ζερικώ εντυπωσιάστηκε από το ναυάγιο, άρχισε να συλλέγει μαρτυρίες, να διαβάζει κείμενα, να μαζεύει από νεκροτομεία ανθρώπινα πτώματα και μέλη, επί δεκαοκτώ μήνες κλείστηκε στο ατελιέ του με ξυρισμένο το κεφάλι για να μην βγαίνει, ζωγράφισε μανιωδώς προσχέδια, και τελικά κατέληξε να φτιάξει έναν τεράστιο καμβά με τη Σχεδία. Το έργο του δεν προκάλεσε την βασιλεία άμεσα, γιατί έμοιαζε να είναι άχρονο. 

Ο Μοδινός εισάγει σε όλη αυτή την ιστορία την μυθιστορηματική φιγούρα της κυρίας Ζεπαρντιέ που πουλά την αφήγηση της στον Ζερικώ και τον παρακολουθεί όσο οραματίζεται τον πίνακα. Τον συγγραφέα τον αφορά και και η ανθρώπινη δυστυχία, η ιστορική καταγραφή, η πολιτική της εποχής. Όμως το κεντρικό του θέμα είναι άλλο. Είναι η ίδια η στιγμή- οι μάλλον οι στιγμές- της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Είναι ο πίνακας και ο ζωγράφος, και η διαδικασία ως εκεί. "Η Σχεδία" δεν είναι άλλη μια εξιστόρηση της συγκεκριμένης φρίκης, έχει σημασία όχι μόνο ως ιστορία κανιβαλισμού, αλλά και ως ιστορία τέχνης. 

Το μυθιστόρημα διαβάζεται απνευστί, παραπέμπει ευθέως στο 5ο κεφάλαιο των 10 ½ κεφαλαίων της Ιστορίας του κόσμου του Μπαρνς- εξάλλου το δηλώνει ρητά στο τέλος. Όμως μοιάζει και δεν μοιάζει με αυτό. Στέκει αυθύπαρκτο, ερεθιστικό, σχεδόν εθιστικό μέχρι να τελειώσει. Διάβασα πρώτη φορά Μοδινό φέτος. Δικό μου το λάθος, γιατί πρόκειται σίγουρα για έναν από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς του καιρού μας. Η "Εκουατόρια" πριν κάποιους μήνες με ενθουσίασε. "Η Σχεδία", που μόλις τελείωσα, επέτεινε τον ενθουσιασμό μου. Σειρά έχουν και τα υπόλοιπα.

                                                                 

                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Η Σχεδία", Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2010, σελ.190