6/12/19

"Μαύρο νερό", Μιχάλης Μακρόπουλος



Η νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου είναι από εκείνα τα βιβλία που θα τα διαβάσεις μια Παρασκευή βράδυ κουλουριασμένος στον καναπέ σου και πιθανότατα η ανάγνωση να μην σου πάρει πάνω από δύο-τρεις ώρες. Έπειτα όμως θα τη σκέφτεσαι για καιρό, γιατί στις τόσο λίγες λέξεις της κρύβεται αυτό που είναι αληθινό για την ανθρώπινη ύπαρξη, μένουν τα σημαντικά ξεγυμνωμένα από όλα τα άλλα: η αγάπη, ο τόπος, η γλώσσα. Και για αυτά αξίζει— όχι να θυσιαστείς, αυτό είναι άσκοπο και αδιάφορο— αλλά να ζήσεις. 

Ο Πατέρας ζει σε ένα χωριό ψηλά στην Ήπειρο με τον Χριστόφορο, τον γιο του. Λίγοι χωριανοί έχουν μείνει πια, μιας και η αρρώστια τούς αποδεκάτισε όλους, και ζουν χάρη σε ένα ελάχιστο επίδομα. Όλα γύρω είναι μολυσμένα, το νερό, το κρέας των ζωών, ο αέρας που ανασαίνουν, όμως αυτοί οι λίγοι αρνούνται να πάνε στα νέα σπίτια που τους έχτισε σε κάτι σαν καταυλισμό το κράτος. Ο Πατέρας πηγαίνει με το λεωφορείο στην πόλη για τρόφιμα, να φέρει για εκείνον και τον Φόρη τα απολύτως βασικά, κι ίσως κι ένα δύο μεταχειρισμένα βιβλία. Μερικές φορές κουβαλάει τον Φόρη στο σακίδιο του για να πάνε βόλτα. Γιατί ο Φόρης γεννήθηκε όταν η μάνα του είχε ήδη αρρωστήσει, και τα πόδια του είναι ανύπαρκτα, το ίδιο και το ένα του χέρι. Αλλά ο Φόρης λατρεύει τον Πατέρα του και τα βιβλία και θέλει να ζήσει. Εκεί, στο χωριό. 

Είναι ίσως για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία για την αγάπη. Όχι για την αυταπάρνηση ή τη φροντίδα, αλλά για την αγάπη όλων όσων νιώθεις πως είναι δικοί σου και δικά σου κι έχουν μια κάποια σημασία. Η ζωή δεν γίνεται ποτέ αβίωτη όταν ξέρεις τι σε πονάει και σε καθηλώνει. Ως το τέλος. Πρόκειται για μια εξαιρετική νουβέλα γλωσσικά— πώς αλλιώς αφού γράφει ο Μιχάλης Μακρόπουλος— μα κι ένα βαθιά συγκινητικό και υπαρξιακό βιβλίο. Ο Πατέρας είναι ο καθένας από μας όταν καθαρίσει από τις μικρότητες της καθημερινότητας. Και ο τόπος, εκεί που γεννήθηκες και ανήκεις, μια σταθερά πέρα από γραφικότητες, η πραγματική έννοια της πατρίδας. 



                                              Κατερίνα Μαλακατέ




"Μαύρο νερό", Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Κίχλη, 2019, σελ. 77












2/12/19

"Αμέρικα Αμέρικα", Ethan Canin




Το Αμέρικα Αμέρικα είναι ένα μεγάλο αμερικάνικο μυθιστόρημα. Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο, με πολλές προεκτάσεις, μια τοιχογραφία εποχής, αλλά κι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, με έρωτα, πολιτική, πόλεμο, έγκλημα, και το αμερικάνικο όνειρο να περνούν από τις κοντά 600 σελίδες του. Προφανώς δεν είναι ΤΟ Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα—αλλά αυτό μάλλον θα εξελιχθεί σε αστικό μύθο, περίπου σαν τους αλιγάτορες στους υπονόμους. 

Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια σχεδόν ντικενσιανή αφήγηση. Αφηγητής ο 50χρονος εκδότης μιας μικρομεσαίας εφημερίδας, ο Κόρει Σίφτερ, που μέσα από τα μάτια του 16χρονου εαυτού του, μας μιλά για την οικογένεια Μέτερι, αλλά και τον γερουσιαστή Μπονγουίλερ. Τον Κόρει, γιο ενός φτωχού υδραυλικού, προσέχει ο μεγιστάνας Μέτερι και τον παίρνει υπό την προστασία του. Ο Κόρει δουλεύει στο κτήμα, και κάνει πού και πού και τον σωφέρ του γερουσιαστή Μπονγουίλερ, που υποστηρίζει ο Λίαμ Μέτερι για την προεδρία. Μέχρι που ένα ατύχημα με μια νεαρή κοπέλα-ερωμένη του κόβουν τον δρόμο (οποιαδήποτε ομοιότητα με τον Τέντ Κένεντυ, φαντάζομαι πως δεν είναι τυχαία). Έτσι ο 16χρονος, που δουλεύει σκληρά και χάρη στον ευεργέτη του πηγαίνει στο καλύτερο σχολείο και ξεφεύγει από τη μοίρα του, μπλέκει στην Αμερικάνικη ιστορία. Ίντριγκες της πολιτικής, ηθικά διλήμματα, πλούσιοι που πάτησαν επί πτωμάτων, επικά πάρτυ από τη μια, και η δική του φτωχή και τίμια οικογένεια από την άλλη: δυο γενιές πριν όλοι ήρθαν μαζί στην Αμερική, ο ένας έγινε μεγιστάνας, ο άλλος εργάτης. 

Δεν είναι όλες οι σκηνές ενδιαφέρουσες, ο Κόρει ως αφηγητής έχει μια αμηχανία που δεν σε αφήνει να τον αγαπήσεις. Κυρίως γιατί όλο λέει πως δεν ξέρει και δεν παίρνει ποτέ θέση. Έχει όμως σκηνές μεγάλης λογοτεχνικής ωραιότητας. Και διαπερνά ένα ολόκληρο κομμάτι της αμερικάνικης ιστορίας, μας δίνει μια φέτα του Ονείρου. Που μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη, ή απλά σε συμβιβασμό. 

Οι γυναικείοι χαρακτήρες, η μητέρα της οικογένειας Μέτερει και οι δυο κόρες, αλλά και η 17χρονη δόκιμη δημοσιογράφος στην οποία εξομολογείται ο πενηντάχρονος Κόρει, είναι πιο πολύπλοκοι από τους αντρικούς, μα παραμένουν στη σκιά, δεύτεροι. Ως ένα βαθμό πρόκειται για έναν ύμνο στην Αμερική και ταυτόχρονα σαν μια κραυγή για βοήθεια των υπολοίπων (Αμέρικα Αμέρικα- ο τίτλος εκφράζει τη διττή αίσθηση). Ο Μέτερι μοιάζει λίγο στον μεγάλο Γκάτσμπι, αλλά δεν είναι με την ίδια ανεμελιά επιφανειακός. Κι όσο για το τέλος, δεν δίνει καμία κάθαρση σε όλο αυτό το ξέφρενο όργιο πλούτου και πολιτικής. 

Το μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, έκανε μεγάλο πάταγο στην Αμερική γιατί μιλάει πιθανότατα με απτό τρόπο στην ψυχή του μέσου (μορφωμένου) Αμερικανού. Από την άλλη έχει κακές στιγμές και κάποιους άνευρους χαρακτήρες, ενώ η άμεση αναφορά σε κάτι χωρίς να το λέει με το όνομά του, με ξένισε. Τα δε ηθικά διλήμματα του ήρωα μοιάζουν κάπως εκ των υστέρων. Δεν πρόκειται για ένα παγκόσμιο αριστούργημα που θα μείνει στους αιώνες, από την άλλη δεν παύει να είναι αξιοδιάβαστο, και να δίνει την αίσθηση μιας αναγνωστικής σκανταλιάς, σαν να βλέπεις ολόκληρη σεζόν από σειρά μονοκοπανιά.



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Αμέρικα Αμέρικα", Ίθαν Κέινιν, μετ.Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 569




26/11/19

"Βορινή παραλία", Ιωάννα Ντούμπρου



Η Βορινή παραλία είναι ύπουλο βιβλίο. Στην αρχή νομίζεις πως διαβάζεις μια κλασική ερωτική ιστορία, από αυτές που γράφονται και πωλούνται με τον σωρό. Ένα ζευγάρι, η Γεωργία κι ο Γιώργος, φτάνουν στο νησί Chimera στις Μαλβίδες. Τα πάντα είναι ειδυλλιακά, πάντα βρίσκεται κάποιος να τους εξυπηρετήσει, ένας «Σταν» (έτσι λέει όλους τους εργαζόμενους στο νησί ο Γιώργος). Η πρώτη εβδομάδα περνάει μια χαρά. Η Γεωργία σκέφτεται πως ίσως θα μπορούσε να ζητήσει από τον Γιώργο ένα παιδί, αν και τα δυο χρόνια που είναι μαζί δεν έχουν αναπτύξει καμία ιδιαίτερη επαφή. Αυτή είναι πολύ όμορφη και κομψή, πετυχημένη, στα τριάντα οκτώ, εκείνος είναι πετυχημένος, όμορφος, γυμνασμένος και τριάντα τριών. 

Όλα αλλάζουν όταν στο τέλος των διακοπών τους, ο διευθυντής του ξενοδοχείου τούς κάνει δώρο μια καμπάνα πάνω στο νερό για άλλη μια εβδομάδα. Ο Γιώργος βρίσκει μια παλιά αγάπη κι εξαφανίζεται, κι η Γεωργία μένει να ξεσκεπάσει τις αυταπάτες της. Καθοδηγούμενη από τον διευθυντή του ξενοδοχείου, που φανερά έλκεται από κείνη, βλέπει και τη βορινή παραλία, εκεί που μαζεύονται όλα τα σκουπίδια. Το νησί αποκαλύπτει κάτι από τα μυστικά του, επίπονα, βασανιστικά, χωρίς πια ανεμελιά, στρείδια, και ποτά, αλλά με τσιγάρα στριφτά στη ζούλα. Η Γεωργία καταβυθίζεται, στο νησί και τον εαυτό της— κι ας μην μπορεί τις καταδύσεις. Αυτά που στην αρχή μοιάζουν επίπονα, μετά δεν έχουν καμία σημασία. Αναδύονται όμως στην επιφάνεια άλλοι πόνοι, ουσιαστικοί. Ένα άλλο κορμί, που ζητάει παρηγοριά, το δικό της –πότε τσιγάρα, πότε φαγητό, πότε να το αφήσουν ήσυχο. Και μια φασματική γυναίκα που μοιάζει ύποπτα στην ιλουστρασιόν εκδοχή της. 

«Πες μου, πόσο όμορφη είσαι;» τη ρωτάει συνέχεια ο Γιώργος. Κι αυτό είναι το ερώτημα σε όλο το βιβλίο. Πόσο όμορφη είναι; Τι ξέρει για τον εαυτό της και την ομορφιά της. Τι ξέρει για τις αυταπάτες, τη χλιδή και τα σκουπίδια. Πώς ένα ταξιδάκι αναψυχής-όνειρο ζωής μετατρέπεται σε εφιάλτη. Ή μάλλον όχι ακριβώς, μετατρέπεται σε ξυπνητήρι αφύπνισης. Η Ιωάννα Ντούμπρου έγραψε ένα εντυπωσιακό πρώτο βιβλίο, δεν έπεσε στην παγίδα να μιλήσει για όλα όσα την αφορούν –όπως συνήθως στα πρωτόλεια— επικεντρώθηκε στο θέμα της κι έδωσε μια σημερινή ερωτική ιστορία, ιστορία αναζήτησης και αγάπης του εαυτού, που αξίζει να διαβαστεί. 




                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Βορινή παραλία", Ιωάννα Ντούμπρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.227









21/11/19

"Zero K", Don Dellilo



Μοιάζει κάπως ιερόσυλο να προσπαθήσεις να γράψεις για το τελευταίο βιβλίο ενός συγγραφέα που στο μυαλό σου είναι ιερό τέρας. Πόσο μάλλον αν αυτός έχει περάσει πια τα ογδόντα και η σκέψη πως μπορεί να μην ξαναγράψει σε τριβελίζει. Τον άκουσα ζωντανά πριν κάποιο καιρό, παραμένει ο λόγος του εντυπωσιακός και απλός, αν και τα βιβλία του έχουν αλλάξει. Από τον Υπόγειο κόσμο και τον Λευκό θόρυβο, τεράστιες σάγκες που ασχολούνται σχεδόν με τα πάντα, έχει περάσει σε πιο λιτές αφηγήσεις, κάπως μονοθεματικές, που εξαντλούν το θέμα και δεν εντυπωσιάζουν τόσο. Το Zero K μοιάζει να είναι φτιαγμένο κι από τα δύο υλικά, δεν είναι λιτό, όπως ας πούμε το Body artist, έχει στιγμές αριστουργηματικής πρόζας— αυτή η κρύα, σχεδόν αποστασιοποιημένα γραφή που τον χαρακτηρίζει είναι σχεδόν κλασική πια– αλλά ασχολείται με το θέμα του διεξοδικά. 

Ένας άντρας, ο Τζεφ, πηγαίνει σε ένα περίεργο κέντρο μέσα στην έρημο, σχεδόν όλο είναι υπόγειο και οι εγκαταστάσεις είναι εντυπωσιακές. Εκεί ο πατέρας του, με τη νυν σύντροφό του, την Άρτις, σχεδιάζουν τον θάνατό της. Η Άρτις πάσχει από μια εκφυλιστική ασθένεια, οπότε επιλέγει τη στιγμή που θα πεθάνει και θέλει το σώμα της να διατηρηθεί με κρυογονική, για να αναγεννηθεί όταν υπάρχει θεραπεία. Ο πατέρας του Τζεφ είναι υγιής, όμως κι αυτός μπαίνει στο πειρασμό να κάνει τη διαδικασία μαζί της. Εξάλλου αυτός χρηματοδοτεί το κέντρο μέσα στην έρημο, είναι πάμπλουτος, αυτοδημιούργητος και παντοδύναμος. Πολύ σύντομα φαίνεται πως δεν κάλεσε τον Τζεφ εκεί μόνο για να πει αντίο στη μητριά του. Θέλει να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, ή ίσως και να πάει μαζί τους. Μόνο που τον γιο του τον έχει εγκαταλείψει στα 14 του, κι ο Τζεφ τώρα στα 34 του, βρίσκει όλο τον εαυτό του, να αναπολεί τη στιγμή του θανάτου της μητέρας του. 

Θα μπορούσε να είναι απλώς αγάπη; Όλες αυτές οι απόλυτες λέξεις. Τις άξιζε άραγε ο άντρας με το ψεύτικο όνομα, ο ανεπαρκής σύζυγος, ο απών πατέρας; Κόψε το παραλήρημα, το παράπονο που φουντώνει μέσα σου, είπα στον εαυτό μου. Ένας άνθρωπος με τα δικά του μέσα επιλέγει να γίνει κατεψυγμένο δείγμα μέσα σε μια κάψουλα σε κάποιες αποθηκευτικής εγκαταστάσεις, είκοσι χρόνια πριν την ώρα του. 

Η σκηνή που ο Τζεφ φτάνει στην έρημο είναι εντελώς ντελιλική. Κάποιος βρίσκεται σε ένα άγνωστο μέρος, που μοιάζει φοβερά τρομακτικό, με κλειστές πόρτες. Αλλά και ο τρόπος που χειρίζεται τη θνητότητα και το θάνατο είναι ενδιαφέρων. Ο πατέρας του Τζεφ δεν είναι σίγουρο πως θέλει να ακολουθήσει τη μητριά του μόνο από αγάπη, έχει και μια διεστραμμένη ελπίδα αθανασίας, την αίσθηση πως η παντοδυναμία του μπορεί να επεκταθεί και στον θάνατο. Μετά υπαναχωρεί. Η ζωή μετά το θάνατο, ή ο θάνατος για τη ζωή ή τελικά η ίδια η ζωή που μοιάζει αβίωτη χωρίς την ελπίδα. Ο θεός που μπορεί να είναι η επιστήμη, κι αν είναι ψευδοεπιστήμη. Κι η ζωή στην καθημερινότητά της, με θέματα πιο απλά, γονεϊκών σχέσεων και επικοινωνίας. 

Ο Ντελίλλο χειρίζεται όλα αυτά τα ζητήματα με τον δικό του μετά-μετάμοντέρνο τρόπο, με τη λιτότητα της γλώσσας που είναι το σήμα καατεθέν του, κι έχει κι εδώ κομμάτια που μένουν στη μνήμη για πάντα. Το Zero K δεν είναι σε καμία περίπτωση το αγαπημένο μου βιβλίο του, έχει οριακά στιγμές που πλατειάζει, ίσως και λίγο να ηθικολογεί. Εδώ το περιώνυμο χιούμορ του μοιάζει να τον εγκαταλείπει. Παρόλα δεν σε αφήνει να ανασάνεις, και παραμένει ένα μυθιστόρημα που θυμίζει την ιδιοφυΐα του συγγραφέα από τα παλιά.


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ


"Zero K", Ντον ΝτεΛίλο, μετ. Λαμπρινή Κουζέλη, εκδ. Εστία, 2019, σελ. 310

14/11/19

"Μηχανές σαν κι εμένα", Ian McEwan


Είμαι τακτική αναγνώστρια του Ίαν ΜακΓιούαν, τον ακολουθώ αρκετά χρόνια και γι' αυτό διάβασα το Μηχανές σαν κι εμένα σχεδόν μόλις το είδα στον πάγκο του βιβλιοπωλείου. Για να είμαι ειλικρινής, με γοήτευσε και το θέμα, η επιστημονική φαντασία είναι σταθερά στις προτιμήσεις μου, από τότε που ξεκοκκάλιζα τον παππού Ισαάκ Ασίμωφ στην εφηβεία. Με ιντριγκάρισε που ένας συγγραφέας που δεν έχει δοκιμαστεί στο είδος αποφάσισε να φτιάξει ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ο ΜακΓιούαν- παρ’ όλη την αγάπη που του έχω- είναι άνισος, έχει γράψει αριστουργηματικά βιβλία όπως η Έμμονη Αγάπη, η Εξιλέωση, τα Μαύρα σκυλιά αλλά και μετριότατα όπως το Σόλαρ. Στις Μηχανές, τα πράγματα είναι μοιρασμένα, έχει αριστοτεχνικές σκηνές, από εκείνες που θυμάσαι, με χιούμορ και βαθιά νοήματα, κι άλλες που φαίνεται καθαρά πως δεν μπορεί να χειριστεί τόσες πληροφορίες μαζεμένες. 

Ο Τσάρλι, ο κεντρικός ήρωας, είναι ένας μάλλον αποτυχημένος τριαντάρης ανθρωπολόγος, που αρνείται να πιάσει δουλειά πλήρους απασχόλησης και βιοπορίζεται μερικώς παίζοντας στο χρηματιστήριο από έναν πανάρχαιο υπολογιστή στο σπίτι του. Με τα τελευταία λεφτά που κληρονομεί από μια θεία του, αντί να πάρει ένα σπίτι, αγοράζει ένα από 13 ανθρωπόμορφα ρομπότ που μόλις κυκλοφόρησαν. Έχουν βασιστεί στις τεχνολογίες που ανέπτυξε ο Άλαν Τούρινγκ- που εν έτει 1982 είναι η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα της εποχής και ζει με τον σύντροφό του ευτυχής (!). Ο Τσάρλι προγραματίζει το ανδροειδές του με τη βοήθεια της όμορφης εικοσάχρονης γειτονοπούλας, Μιράντα, και σύντομα αντιλαμβάνεται πως είναι ερωτευμένος μαζί της. Έτσι αρχίζουν να ζουν μαζί, ο Τσάρλι, η Μιράντα και το ρομπότ, ο Αδάμ. Περίπου σαν οικογένεια.

Μόνο που ο Αδάμ δεν είναι παιδί και δεν είναι άνθρωπος. Ήδη από την πρώτη στιγμή λέει στον Τσάρλι να προσέχει το παρελθόν της Μιράντα. Τα πραγματικά προβλήματα όμως αρχίζουν όταν ο Αδάμ ολοκληρώνει την προσωπικότητά του, πιστεύει πως έχει συνείδηση και αισθήματα- νιώθει συμπάθεια, αντιπάθεια, έρωτα. Τότε μπαίνουν θέματα ηθικών αποφάσεων. Τι είναι ή δεν είναι ηθικό για έναν άνθρωπο. Τι είναι νόμιμο. Πώς μαθαίνει ένα παιδί, πώς μαθαίνει ένα ρομπότ χωρίς προσωπική ιστορία, μπορούν τα ανδροειδή να ερωτευόνται; Έχουν συνείδηση, με ποιον τρόπο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και πώς θα αλλάξουν τον κόσμο.

Όλα αυτά τα ερωτήματα τα έχουν θέσει ο Φίλιπ Ντικ, ο Ασίμωφ κι οι υπόλοιποι μάστερς της επιστημονικής φαντασίας πολλά χρόνια πριν- και το έκαναν καλύτερα. Ο ΜακΓιούαν φαίνεται να αγνοεί τον βασικό κανόνα του είδους, τα τεχνολογικά επιτεύγματα και οι αλλαγές στην Ιστορία δίνονται με μικρές πινελιές μέσα στην πλοκή. Αντίθετα εδώ βλέπουμε σελίδες ολόκληρες αφιερωμένες στο τι είναι "αλλιώς". Κι αυτό ενέχει πάντα μια παγίδα, να γίνει το δυστοπικό φόντο ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, και να χαθεί το ενδιαφέρον για τους ήρωες. 

Η εποχή, το 1982, είναι πολύ ενδιαφέρουσα πολιτικά, τα πολλαπλά ιστορικά "τι θα γινόταν αν"- τα Φόκλαντς, η Θάτσερ μπαίνει σε εκλογική αναμέτρηση με τον Τόνυ Μπεν, τι θα γινόταν αν ζούσε ο Τούρινγκ- έχουν πλάκα. Δεν είναι σίγουρα το πιο εμπνευσμένο βιβλίο από αυτά που που διερευνούν τη σχέση ανθρώπου και ανθρωπόμορφης μηχανής. Δεν είναι, ακόμα ακόμα, το καλύτερο μυθιστόρημα του. Είναι όμως ένα καλογραμμένο βιβλίο, που θυμίζει την σκοτεινή, παλαιότερη εποχή του, με αρκετές δόσεις χιούμορ, και μια κυνικότητα καθαρά βρετανική. Κι αξίζει να διαβαστεί.



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ





"Μηχανές σαν κι εμένα", Ίαν ΜακΓιούαν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.416














30/10/19

"Κοκκινοσκουφίτσα πόλη", Asli Erdoğan



Η κοκκινοσκουφίτσα πόλη της Ασλί Ερντογάν είναι ένα βίαιο βιβλίο για τη μοναξιά, ένα βιβλίο που διερευνά αν και κατά πόσον η αγριότητα εκτός περνά και με πόση ένταση εντός μας. Αυτό που συγκλονίζει τον αναγνώστη είναι πως μετά από λίγο μετέχει με όλες του τις αισθήσεις σε αυτά που περνά η ηρωίδα, μυρίζει, γεύεται, βλέπει, ακούει και αισθάνεται.

Η Οζγκύρ είναι ένα κορίτσι από την Τουρκία που αποφασίζει για αδιευκρίνιστους λόγους να ζήσει στο Ρίο, στην άλλη πλευρά της γης. Γρήγορα συνειδητοποιεί πόσο αβίωτη είναι η ζωή στην πόλη- οι δουλειές που της υποσχέθηκαν απέτυχαν, και ζει από τα ελάχιστα χρήματα που βγάζει ως καθηγήτρια Αγγλικών, τριγυρνά απένταρη, μονίμως πεινασμένη και εντελώς μόνη στους δρόμους, μες στο καλοκαίρι και στον καύσωνα, μες στις φαβέλες και τους πυροβολισμούς. Θα μπορούσε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία, η μητέρα της την περιμένει, εκεί έχει χειμώνα και δεν έχει ζέστη, εκεί έχει δουλειά και φαγητό. Εκείνη ούτε που σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο. Έχει τα τετράδια της, και γράφει ένα βιβλίο, την Κοκκινοσκουφίτσα πόλη 

Το μυθιστόρημα είναι ερμητικό, δεν σε αφήνει να καταλάβεις τι κάνει αυτή τη γυναίκα να αφήνεται να υποφέρει, να αφήνεται στη φθορά, την εξωτερική βία, τη σεξουαλική μοναξιά. Μοιάζει η Τουρκία μέσα της να έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον ανεξέλεγκτο ρυθμό του Ρίο. Το βιβλίο είναι και δεν είναι για την πόλη, είναι και δεν είναι για την Οζγκύρ. Σίγουρα πάντως μιλάει για το ανθρώπινο υπαρξιακό αδιέξοδο με όρους απτούς. Το Ρίο γίνεται η ψυχή της γυναίκας, μόνο μέσα από αυτό μπορεί να εκφραστεί η ματαίωση, η έλξη και η απώθηση για την ομορφιά, η βίαιη σχεδόν σεξουαλική πείνα για ζωή και ταυτόχρονα η γοητεία της φθοράς και του θανάτου. 

Το κείμενο είναι πολυεπίπεδο, το κείμενο μέσα στο κείμενο μερικές φορές αντιδρά σε αυτό που περιγράφεται, κάποτε διαφωνεί. Το Ρίο θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη; Γιατί την επέλεξε η μεσανατολίτισσα ηρωίδα που ονειρεύεται κεμπάπ και μελιτζανοσαλάτες ενώ τρώει λιγδερά μπουρίτο; Η φτώχεια είναι μέσα ή έξω μας, μπορείς να ξεφύγεις; Δεν μπορείς. Αγάπησα το βιβλίο της Ερντογάν, σε πολλά σημεία αναρωτήθηκα αν είναι ή δεν είναι αυτοβιογραφικό, ταυτίστηκα κι έπειτα θεώρησα πως εγώ δεν έχω κανένα κοινό στοιχείο με αυτό το αυτοκαταστροφικό πλάσμα. Η λύτρωση δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι εδώ. Πού και πού πρέπει να θυμόμαστε πως δεν υπάρχει, μήπως βρούμε τη δική μας. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Κοκκινοσκουφίτσα πόλη", Ασλί Ερντογάν, μετ. Ανθή Καρρά, εκδ. Ποταμός, 2019, σελ. 239










Υ.Γ. Η Ασλί Ερντογάν στην Τουρκία φυλακίστηκε και διώχτηκε για τα βιβλία και τα άρθρα της. Τώρα ζει εξόριστη στη Γερμανία.