16/4/14

"Ζωή μετά τη ζωή", Kate Atkinson




Η «Ζωή μετά τη ζωή» ήταν η πρώτη μου επαφή με την Kate Atkinson. Στην αρχή με τρόμαξε ο όγκος του, συνηθίζω να διαβάζω τούβλα μονάχα αν είμαι από την αρχή πεπεισμένη πως το αξίζουν. Όμως τούτο είχε κάτι το ιντριγκαδόρικο στο οπισθόφυλλο:

«Τι θα γινόταν αν είχες τη δυνατότητα να ζήσεις την ζωή σου ξανά και ξανά μέχρι να μην έχεις κανένα λόγο για να μετανιώνεις; Μέχρι να καταφέρεις να τα κάνεις όλα σωστά;».

Καταλαβαίνετε, το θέμα ελαφρά με απασχολεί.

Πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος, που δίχως το εύρημα της πλοκής θα ήταν μια κλασική family saga, είναι η Ούρσουλα Τοντ, το τρίτο παιδί μιας σχετικά ευκατάστατης οικογένειας που ζει σε ένα σπίτι στην εξοχή, την «Γωνιά της Αλεπούς», έχει υπηρέτρια και μαγείρισσα και μια μάνα που γενοβολλά παιδιά που πραγματικά συμπαθεί, αν και τελικά είναι αρκετά κριτική απέναντί τους. Μόνο που, εκείνη τη νύχτα που γεννήθηκε είχε χιόνι πολύ, ο γιατρός και η μαία δεν πρόλαβαν να έρθουν και το μωρό τυλίχτηκε στον λώρο και γεννήθηκε νεκρό.

Στο επόμενο κεφάλαιο ο γιατρός τα έχει καταφέρει να έρθει, κόβει τον λώρο και σώζει το μωρό στο τσακ. Έτσι κυλούν οι υπόλοιπες σελίδες, η Ούρσουλα πεθαίνει στην κούνια όταν την πνίγει το γατί της μαγείρισσα. Η Ούρσουλα πεθαίνει στην θάλασσα όταν ξεμακραίνει με την αδελφή της. Την Ούρσουλα την βιάζει στα 16 ένας φίλος του αδελφού της και καταλήγει σε μια σχέση με έναν άντρα που την κακοποιεί. Η Ούρσουλα πεθαίνει στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Η Ούρσουλα γίνεται κολλητή της Εύα Μπράουν.

Μπα.

Όλοι οι χαρακτήρες γράφουν ξανά και ξανά την ιστορία τους. Την γράφει η Ούρσουλα δηλαδή, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν έχει ή δεν έχει επίγνωση των εναλλασσόμενων γεγονότων. Η πρόθεση της συγγραφέως- που έχει σαφή αφηγηματική δεινότητα και πρέπει να έχει μελετήσει πολύ την περίοδο του Β’ Παγκόσμιου- φαίνεται από τις πρώτες σελίδες: ο χρόνος είναι ρευστός, το ποιοι είμαστε καθορίζεται και από τυχαία γεγονότα, η ταυτότητά μας, η σχέση με τους γύρω μας έχει κάποια βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά αλλά όλα τα υπόλοιπα καθορίζονται από τις συγκυρίες.

Το βιβλίο διαθέτει τη δύναμη του ευρήματος που στο τέλος καταλήγει αδυναμία. Η ιστορία με τον Χίτλερ φαίνεται σαν μισοειπωμένη, κάπως φυτευτή σε μια αλληλουχία γεγονότων και ο όγκος του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο μισός. Από την άλλη πρόκειται για μια γραφή ευκολοδιάβαστη, με κάποιες ευκολίες- οι ημερομηνίες σε κάθε κεφαλαιάκι είναι περιττές και κάπως σαν να υποτιμούν τον αναγνώστη πως δεν θα καταλάβει. Σίγουρα το πρόσημο που μου άφησε η ανάγνωση είναι θετικό. Αν δε, μου είχε φάει τρεις κι όχι έξι μέρες για να το τελειώσω, τότε μπορεί να δήλωνα και ενθουσιασμένη.


«Ζωή μετά τη ζωή», Κέιτ Άτκινσον, μετ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 572, 2013


Υ.Γ. 42 Το εφημεριδόχαρτο έχει και τα καλά του, κοντά εξακόσιες σελίδες σχετικά μεγάλου σχήματος και το έπαιρνες το βράδυ στο κρεβάτι μαζί σου άνετα δίχως να παθαίνεις τενοντίτιδα. Πούπουλο. 

12/4/14

Αύριο...

Αύριο Κυριακή 13/4/2014 στις 18:00 στο Revolt θα μιλήσουμε για τον Paul Auster. Ελάτε, ελάτε...


Υ.Γ 42 To Revolt είναι στα Εξάρχεια, Κωλέττη 25-27

11/4/14

Η χαρά της ανάγνωσης. Επανεκκίνηση.


Τον τελευταίο καιρό έχω χάσει εν πολλοίς την χαρά την ανάγνωσης. Συνεχίζω να διαβάζω πολύ, δεν αντλώ όμως πια την ίδια ηδονή. Σα να καταπιέζομαι, να μην με χωρά ο τόπος, να ψυχαναγκάζομαι βρε αδελφέ.

Σε αυτήν την στριμωγμένη αίσθηση συνεισφέρουν τρία πράγματα:

Πρώτα από όλα η έλλειψη χρόνου και χώρου. Δεν είναι το ίδιο ευχάριστο να ανοίγεις απερίσπαστος και χωρίς θορύβους το βιβλιαράκι σου στην πολυθρόνα σου με ένα ποτήρι κρασί, με το να «χώνεις» την ανάγνωση ανάμεσα σε δυο ταΐσματα, δυο παιδάκια που τσιρίζουν, δυο mails που πρέπει να στείλεις ή δυο πελάτες που πρέπει να εξυπηρετηθούν. Ακόμα και το βράδυ στο κρεβάτι μου, έχω χαμηλώσει τον φωτισμό για το μωρό και δυσκολεύομαι. Διαβάζω μόνο από το ένα πλευρό- το κοντινότερο στο λιγοστό φως- κι αν είναι να γυρίσω από το άλλο, απλά… κοιμάμαι.

Από την άλλη έχει αυξηθεί το «καταναγκαστικό» διάβασμα. Το Booktalks κάνει συνεχώς παρουσιάσεις, είναι αγένεια να μην έχεις γνώμη για αυτό που παρουσιάζεται. Κι έπειτα είναι όλη αυτή η εισροή βιβλίων μέσω του blog από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς που λαχταρούν μια κουβέντα, έστω ένα ξεφύλλισμα για το πόνημά τους. Καταλαβαίνω την λαχτάρα τους, διάολε μια από αυτούς είμαι. Όμως δεν μπορώ να τους ικανοποιήσω. Συσσωρρεύονται λοιπόν στα αδιάβαστα, βιβλία που δεν έχω διαλέξει εγώ και με πιέζουν. Δημιουργούνται σωροί γύρω μου, μέσα τους χάνονται μικρά διαμαντάκια, οι βιβλιοθήκες μου – έφτιαξα μια καινούργια στο σαλόνι και χάσκει μισοάδεια- μένουν άφτιαχτες- και στοίβες παντού. Μπαίνω σε πειρασμό να φτιάξω ένα ράφι για τα αδιάβαστα που θα μείνουν πάντα τέτοια. Μα έπειτα σκέφτομαι είναι άδικο, άδικο και σκληρό.




Και τελικά, με εξωθεί στα άκρα η ελευθερία της επιλογής. Δεν αγοράζω πια σε ποσότητα, κορφολογώ ένα από δω κι ένα από κει. Οι λίστες μου πάνε χαμένες, σχεδόν τις έχω εγκαταλείψει, η στόχευση χάνεται, δελεάζομαι πάλι από τα εξώφυλλα. Μπερδεύομαι. Σχεδόν λιμοκτονώ μες στο ντελικατέσεν.

Ώρες ώρες βλέπω τα Σάββατα που μαζευόμαστε η παρέα των «χτυπημένων»* πως εγώ είμαι η μόνη που έχω χάσει την προσμονή. Άλλοτε θα χαιρόμουν κι εγώ μαζί τους για κάθε νέα άφιξη, θα την χαλβάδιαζα, θα αναρωτιόμουν αν αντέχω οικονομικά να την πάρω, θα την έπαιρνα. Μόνο που τώρα που συχνά την έχω βγάλει εγώ από την κούτα, σαν να έχει χαθεί η αίγλη και η λάμψη της.

Αυτή η διαστροφή, όσο πιο πολύ «μέσα» στα βιβλία να είσαι, τόσο να μένεις τελικά απέξω, νομίζω πως είναι αρρώστια του «επαγγέλματος»∙ όχι του βιβλιοπώλη, του επαγγελματία αναγνώστη. Κι αυτό είναι που δεν επιθυμούσα να μου συμβεί. Είναι μεγάλο κομμάτι της ισορροπίας μου η ευχαρίστηση από ένα κείμενο για να την αφήσω να πάει χαμένη. Επανεκκίνηση.   




* όπου «χτυπημένοι»: βαριά βιβλιόφιλοι που μαζεύονται στο Booktalks κάθε Σάββατο κατά τις 11 με 12 το πρωί και ενσωματώνουν με χαρά όποιον έχει την διάθεση να μιλήσει για βιβλία και το κουράγιο απλά να συστηθεί. Ελάτε κι εσείς. Σε αυτούς εναποθέτω τις ελπίδες μου για να επανακάμψω. 

9/4/14

"Κανείς δεν θέλει να πεθάνει"- part2




Καιρό έχω να σας πρήξω με το βιβλιαράκι μου και νομίζατε πως το ξέχασα. Αλλά επανήλθα δριμύτερη [αυτό είναι απειλή]. Όλον αυτόν τον καιρό πολλοί (ακόμα) άνθρωποι έγραψαν συγκινητικά για το "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" και μια ανάρτηση τους την χρωστώ.

H Βιβή έγραψε στην Λέσχη Ανάγνωσης Degas :



"Μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το βιβλίο.Θετική.Έντονη.Πάρα πολύ καλή.Διαβάζεται εύκολα αν και θέλει συνεχώς παρόντα τον αναγνώστη σε όλα όσα του αφηγείται.Δεν είναι εξεζητημένη η γλώσσα, ούτε κραυγαλέα η τεχνική του˙η συγγραφέας δεν καυχιέται για την συγγραφική της δεινότητα.Αυτή υπάρχει και στηρίζει καλά και σταθερά μια πολύ απαιτητική ιδέα, που αλλιώς θα κατέρρεε από το πρώτο κεφάλαιο γιατί είναι ιδέα ξεχωριστή,από αυτές που η ελληνική λογοτεχνία από άποψη θεματολογίας υποφέρει από την έλλειψή τους, παραμένοντας στομωμένη από τον εμφύλιο και την βάρβαρη,συχνά ανιστόρητη εκμετάλλευσή του από κάθε πικραμένο...
Οι λέξεις είναι-σαν υλικό-ένα ατόφιο,πρωτογενές υλικό˙είναι αλεύρι και νερό,απλά και καθαρά δηλαδή υλικά για το σημαντικό που λέγεται ψωμί κι αυτό προσδίδει περισσότερο ενδιαφέρον στην αρχική ανάγνωση, γιατί με τα πρωτάρικα αυτά υλικά η συγγραφέας κάνει με άνεση μια τριτοπρόσωπη ρέουσα αφήγηση,που είναι πυκνότατη,που έχει και δεύτερη και τρίτη ανάγνωση στα σωθικά της.
Διαβάζοντας σκέφτεσαι συνεχώς,βγαίνεις σε αφετηρίες σκέψεων που οδηγούν σε απέραντα φιλοσοφικά χωράφια,σε υπαρξιακές αγωνίες,στην αγωνία του Θανάτου κυρίως, αλλά όχι έτσι απλά του θανάτου των άλλων που δεν σε αγγίζει ή του απρόσμενου κι ίσως λυτρωτικού,που δεν μπορείς να κάνεις στο κάτω κάτω τίποτα,αλλά εκείνου που έρχεται καταπάνω σου βήμα-βήμα,φθείροντας το σώμα,το δικό σου το κάποτε θαλερό κι ενώ εσύ την ίδια χρονική στιγμή τρέχεις ακόμα καλπάζοντας,ζεις,δεν τον παίρνεις είδηση ,γι αυτό δεν τον φοβάσαι,δεν τον σκέφτεσαι ιδιαίτερα,τον αντιμετωπίζεις σαν κατάληξή σου σε κάτι,κάπου που όμως δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι αυτό και μόνον όταν έχει κάνει ορατή την ολέθρια, προκαταρκτική του επίθεση στο τρωτό σου κορμί σε ζώνουν τα φίδια."



H anagnostria



"Νομίζω πως η Κατερίνα προσπάθησε να δώσει μυθιστορηματική μορφή στα δικά της αλλά και του καθενός μας βασανιστικά ερωτήματα. Τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, "τι είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ΄ανάμεσό τους;" για να θυμηθούμε και το αγωνιώδες ερώτημα του Σεφέρη. Ερωτήματα στα οποία απάντηση δεν υπάρει, όπως δηλώνει και η συγγραφέας."

Η Α. στο A Book Blog


"Ο τρόπος που η Κατερίνα Μαλακατέ αναπτύσσει την ιστορία της, η σφιχτοδεμένη πλοκή που περιστρέφεται γύρω από ένα σύμβολο, η γλώσσα που χρησιμοποιεί-βαθιά ριζωμένη στο σήμερα, το παιχνίδισμα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την υπερπραγματικότητα, οι έννοιες με τις οποίες καταπιάνεται, δε θυμίζουν λογοτέχνη της χώρας μας, παρά το γεγονός ότι η αφήγηση ξεκινά αλυσοδεμένη στη σύγχρονη πρωτεύουσα και ολοκληρώνεται μέσα από το σχήμα του κύκλου με μια συμπυκνωμένη, παιγνιώδη, αποδεκτή κοινωνικοθρησκευτική σύμβαση.

Αυτή η σύζευξη του υπαρκτού και του ανύπαρκτου αρμονικά δοσμένη από την αφηγηματική τεχνική της που μετεωρίζεται ανάμεσα στο αληθινό και το πλασματικό, δίνουν ομαλότητα, αρτιότητα, τελειότητα στο πυκνογραμμένο κείμενο που θυμίζει έργο ισπανόφωνης πεζογραφίας."

O Θωμάς Νότας "Στο Μυαλό ενός φιλολόγου"


Είναι ένα ευχάριστο ... σκούντημα να συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν να εκφράζονται λογοτεχνικά. Η αναγνωστική εμπειρία γίνεται τότε ένα διεγερτικό χάδι. Και αυτό το χάδι μου έδωσε το πρώτο βιβλίο της Κατερίνας Μαλακατέ με τον τίτλο "Κανείς δε θέλει να πεθάνει". Τίτλος που σε υποβάλλει σε ένα μεταφυσικό προβληματισμό πριν καν ξεκινήσεις το διάβασμα. Θάνατος και αθανασία. Θνητότητα και θεϊκότητα λοιπόν. Ο Πλάτωνας αναφέρει κάπου στο "Συμπόσιο" διά στόματος Σωκράτη ότι ο θεός μένει αθάνατος επειδή έχει την ικανότητα να είναι ο ίδιος, ενώ ο άνθρωπος μένει αθάνατος, γιατί αποκτά απογόνους. Με την έννοια της αθανασίας παίζει λοιπόν και η Μαλακατέ. Στην αρχή με ένα πιο κωμικό και ανάλαφρο πνεύμα, το οποίο όμως σοβαρεύει όσο εξελίσσεται η ιστορία που σου δημιουργεί πολλά ερωτήματα.

Ο Γιάννης Αντάμης στο doctv:


Η πιο δραστήρια κριτικογράφος της γενιάς μου έκανε το μεγάλο βήμα και κυκλοφόρησε την πρώτη της νουβέλα. Μια ατμοσφαιρική αφήγηση που έρχεται να εμβαπτίσει στον κόσμο του φανταστικού τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητά μας – αυτός ο παραισθησιακός ρεαλισμός σίγουρα μας ταιριάζει. Το να βάζεις τους νεοφώτιστους ήρωές σου να «παίζουν» με θέματα τόσο σοβαρά, όπως η ύπαρξη του Θεού, η μοίρα και η αθανασία, δεν είναι απλώς θράσος λογοτεχνικό, είναι γνήσια συγγραφική αγωνία.

Ο Δημήτρης Τερζής στο Ray's Stories :



Η Κατερίνα Μαλακατέ βούτηξε από νωρίς στα βαθιά μ' ένα θέμα "απαγορευμένο" για πολλούς, αυτό του θανάτου και της διαχείρισής του. Αρχικά και μόνο γι' αυτή την επιλογή της, της βγάζω το καπέλο. Στη συνέχεια έκανε κάτι εξαιρετικά έξυπνο. Αντί ν' αναλωθεί σε μελοδραματισμούς και σε πολυσέλιδη ανάλυση και παρουσίαση του πένθους, της ματαιότητας, της απουσίας, αρπάζει την ιστορία αντίστροφα και την ενισχύει με το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης. Ναι, ο άνθρωπος είναι πολύ σκληρός για να πεθάνει. Ναι, ο έρωτας είναι το αντίδοτο, το ελιξίριο της αθανασίας. Ναι, ζωή ολόκληρη είναι η ζωή που ο κάτοχός της την έζησε και δεν την σπατάλησε σε "πρέπει" και "ίσως". Κάπου εκεί φαίνεται και η θεϊκή προέλευση του ανθρώπου. Κάπου εκεί ολοκληρώνεται και η απελευθέρωση του πνεύματος από τη σάρκα. "Είμαι μια φτωχή ψυχή που κουβαλάει ένα πτώμα" έγραφε ο Μάρκος Αυρήλιος και πάνω σ' αυτό το μότο πατάει η ιστορία κι εξελίσσεται. Παράλληλα, το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα είναι εξαιρετικά οικείο στο αναγνώστη απ' τις ειδήσεις και την καθημερινότητα, γεγονός που αποτελεί την "άγκυρα" νομίζω, ώστε το βιβλίο να μην ξεφύγει στη θάλασσα και χάσει το νόημά του. 
Ο λόγος είναι άμεσος και οικείος. 
Η Κατερίνα Μαλακατέ νομίζω ότι θα μας απασχολήσει ξανά το ίδιο ευχάριστα στο μέλλον...


Και ο Νίκος Γιαννόπουλος μου πήρε μια μικρή διαδικτυακή συνέντευξη στο ΔΥΟ



Η επόμενη παρουσίαση του βιβλίου θα είναι στην Πάτρα, κάποια στιγμή μες στον Μάιο.


8/4/14

"Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή", Yoko Ogawa



Ιδιαίτερη πάντα η γραφή της Γιόκο Ογκάουα, που κατοχυρώθηκε στις αγαπημένες μου έπειτα από το "Άρωμα πάγου". Μια διαφορετική φωνή που εκφράζει την νέα γενιά Ιαπωνικής λογοτεχνίας, πατώντας στο παλιό αλλά με το βλέμμα στραμμένο στο καινούργιο. "Ο αγαπημένος τύπος του καθηγητή" είναι ένα βιβλίο που ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στα μαθηματικά και την λογοτεχνία, χωρίς ούτε το ένα ούτε το άλλο να χάνει την χάρη του. 

Η αφηγήτρια είναι μια τριαντάχρονη οικιακή βοηθός που πιάνει δουλειά στο σπίτι ενός εξηντατετράχρονου καθηγητή μαθηματικών που είναι δοσμένος στην επιστήμη του. Ο καθηγητής έπαθε ένα ατύχημα πριν κάποια χρόνια κι έτσι η μνήμη του για τα πρόσφατα γεγονότα δεν κρατά παρά 80 λεπτά. Όμως η ικανότητα του να λύνει μαθηματικά προβλήματα ανώτερου επιπέδου παρέμεινε απείραχτη. Η οικιακή βοηθός προσπαθεί να τον βοηθήσει, αρχίζει να τον συμπαθεί ακόμα κι αν ξέρει πως κάθε πρωί δεν την αναγνωρίζει, πως θα πρέπει να του δείξει το χαρτάκι με το σκίτσο της που κρέμεται από το σακάκι του για να καταλάβει ποιά είναι. 


"Εντούτοις, μιας και μιλάω για τα ρούχα εκείνο που πιο πολύ με έκανε να σαστίσω ήταν ο αριθμός των χάρτινων σημειωμάτων που κρέμονταν σχεδόν παντού πάνω στο κοστούμι του. Ήταν καρφιτσωμένα στο πέτο, τα μανίκια, τις τσέπες, τα στριφώματα, τη ζώνη του παντελονιού, τις κουμπότρυπες κι όπου αλλού μπορούσε να φανταστεί κανείς".


Παρά τις αντίξοες συνθήκες ανάμεσα στην οικιακή βοηθό και τον καθηγητή αναπτύσσεται μια σχέση τρυφερή, η οποία βαθαίνει όταν ο καθηγητής γνωρίζει τον μικρό της γιο που τον βαφτίζει ρουτ, γιατί το σχήμα του κεφαλιού του του θυμίζει το σύμβολο της τετραγωνικής ρίζας. 


Το βιβλίο με έκανε να θυμηθώ κάποια από τα βασικά μαθηματικά μου, κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον. Το γράψιμο της Ογκάουα έχει την ικανότητα να σε κάνει να νιώθεις οικεία με τους ήρωες κι αυτά που συμβαίνουν, κι ας κρατά τις αποστάσεις της, σαν γνήσια Γιαπωνέζα. Το θεωρώ κατώτερο από το "Άρωμα πάγου", όμως αν έπρεπε να βάλω πρόσημο στην ανάγνωση, θα ήταν σίγουρα θετικό. Η γητειά των κομψών μαθηματικών σε συνδυασμό με ένα ατόφιο λογοτεχνικό ταλέντο. 


"Μια πραγματικά ορθή απόδειξη, με τέλεια σταθερότητα και ευκαμψία και χωρίς την παραμικρή ρωγμή είναι κάτι που δημιουργεί μια αρμονία χωρίς αντιφάσεις. Υπάρχουν άπειρες αποδείξεις που ακόμα και χωρίς το παραμικρό λάθος είναι τόσο κραυγαλέες και άσχημες που καταντάνε εκνευριστικές. Καταλαβαίνετε άραγε; Όσο αδύνατο είναι να εξηγήσει κανείς γιατί τα αστέρια είναι όμορφα, άλλο τόσο είναι και να εκφράσει την ομορφιά των μαθηματικών."


"Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή", Γιόκο Ογκάουα, μετ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, εκδ. Άγρα, 2010, σελ. 293



6/4/14

"Αλλάζει πουκάμισο το φίδι", Κώστας Ακρίβος




Αναμφίβολα διαφορετικό το βιβλίο του Κώστα Ακρίβου- κάτι ανάμεσα σε μυθιστόρημα, μαρτυρία και αυτοβιογραφία- ξεκινά με αφορμή ένα περιστατικό, και με βάση μια μάλλον υποτυπώδη πλοκή, μας δίνει ένα σωρό μικρά επεισόδια, ιστορικά, ανεκδοτολογικά, ταξιδιωτικά, ικανά να απαντήσουν στο ερώτημα «Είμαι τυχερός που γεννήθηκα Έλληνας;»

Ο ήρωας- αφηγητής- συγγραφέας αντιμετωπίζεται με χλευασμό από έναν χαμαμτζή στην Ανδιανούπολη όταν του λέει πως είναι Γιουναν. «Γιουνανιστάν καπούτ, φαλιμέντο» του λέει ο Τούρκος. Οι λέξεις τον πληγώνουν ανεπαρνόθωτα. Μια περίοδος συγγραφικού μπλοκαρίσματος τον ωθεί να ξεκινήσει 7 ταξίδια στην Ελλάδα. Στον κάθε τόπο μια κουβέντα, ένα ιστορικό πρόσωπο, μια μικρή ιστορία ανθρώπων μας αναγκάζει να δούμε ένα κομμάτι του πολιτισμού μας, του χαρακτήρα των Ελλήνων, της κληρονομιάς μας.

"Σκέφτηκα πως μια μπορεί να είναι η σωστή απάντηση, ο αρχηγός, ο ρόλος του ηγέτη. Πόσο σημαντικό είναι στις κρίσιμες περιπτώσεις να υπάρχει κάποιος που θα αναλάβει να γίνει μπροστάρης, να ανοίξει δρόμους, να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει, κάποιος που δεν θα φοβηθεί να προτάξει τα στήθη του στον εχθρό."

Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην εθνική περηφάνια και τον εθνικισμό δεν ξεπερνιέται ποτέ, ο συγγραφέας μας μιλά για άγνωστα ιστορικά περιστατικά, για αγνούς ανθρώπους, την θρησκεία, την συγγραφή, την κατάσταση. Το κείμενο βρίθει πραγματολογικών στοιχείων και διακειμενικών αναφορών. Το βασικό του ατού είναι πως τελικά δεν επιχειρεί να απαντήσει στο  «Πως θα βγούμε από την κρίση». Μόνον να μας θυμίσει με φωτογραφίες, μουσικές, λογοτεχνία κι ανθρώπους πως κάποια πράγματα αξίζουν ακόμα.

"Αλλάζει πουκάμισο το φίδι", Κώστας Ακρίβος, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 434