30/8/14

"Μαύρο χαμόγελο" του Μαραμπού

         

             Μόλις είδα το βιβλίο σκέφτηκα, “Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Ψυχογιό” και αμέσως εκνευρίστηκα με την σκέψη μου. Γιατί δεν περίμενα κάτι καλύτερο; Μήπως έπεσα θύμα μιας μακροχρόνιας κακής εκπαίδευσης; Ο Ψυχογιός συνήθισε να προδίδει τους αναγνώστες του με την επιλογή των κειμένων του και μέσα σε όλα, από κεκτημένη ταχύτητα, πρόδωσε και κάποια βιβλία που δεν το άξιζαν. Κοιτούσα το εξώφυλλο του βιβλίου της Ζέιντι Σμιθ και σκεφτόμουν για ποιο λόγο τόση κακογουστιά, η ομοιομορφία των περισσοτέρων κειμένων παρέσυρε άκριτα σε ομοιομορφία και τα εξώφυλλα, άραγε η Μάργκαρετ Άτγουντ καταναλώνει ηρεμιστικά όταν βλέπει τα εξώφυλλα του Ψυχογιού και ο Μουρακάμι παίρνει τους δρόμους για να ξεφύγει από την έμμονη ιδέα ενός χαρακίρι απελπισίας; Προφανώς όχι! Αλλά ο αναγνώστης που θέλει να διαβάσει τα βιβλία τους, ίσως υποκύπτει σε τέτοιες μαύρες σκέψεις. Μόλις κάποιος διαβάσει τις πρώτες σελίδες, καταλαβαίνει αμέσως ότι το βιβλίο προδόθηκε από το εξώφυλλο και το εξώφυλλο πρόδωσε τους αναγνώστες. 
Ύστερα είναι και ο τίτλος, “Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο”. Λίγο πρόχειρος, λίγο φθηνιάρικος, λίγο κακόγουστος, με μια λέξη, λίγος. Ο τίτλος πρωτοτύπου είναι White teeth – δεν γνωρίζω αν κουβαλάει κάποιο λογοπαίγνιο στην αγγλική γλώσσα, πάντως σύμφωνα και με την ιστορία του βιβλίου στο οποίο πρωταγωνιστούν μετανάστες ποικίλων χρωμάτων, ίσως θέλει να κάνει μια νύξη για την λευκή ομοιότητα που έχουν όλα τα χαμόγελα ανεξαρτήτως χρώματος του δέρματος. Κάτι παρόμοιο υπονοεί και ο ελληνικός τίτλος αλλά με μια προχειρότητα που δε συνάδει με το όμορφο κείμενο της Σμιθ. Το “Μαύρο χαμόγελο” είναι μια προσπάθεια από μέρους μου να αποδοθεί πιο όμορφα ο τίτλος πρωτοτύπου. Μια προσπάθεια! Αν κάθομαι και αραδιάζω όλα αυτά τα παράπονα, είναι γιατί οι σκέψεις αυτές προηγήθηκαν της απόλαυσης που εν τέλει μου πρόσφερε το βιβλίο και ήθελα να ακολουθήσω την ίδια σειρά και στην ανάρτηση. Η φράση “Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Ψυχογιό” είναι μια υποτιμητική φράση γεμάτη αγένεια, μια κατάντια από μέρους του υποφαινόμενου, όμως θέλω να καταστεί σαφές ότι είναι και κατάντια από μέρους του εκδοτικού οίκου και λυπάμαι πολύ αλλά δεν μπορώ να επωμιστώ παραπάνω από το μισό μερίδιο της ντροπής!


         Το βιβλίο ξεκινάει δυναμικά με τον Άρτσι Τζόουνς να παίρνει την πρώτη σημαντική απόφαση του νέου χρόνου που μόλις έφθασε, του 1975. Ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει ύστερα από τον χωρισμό του με την επί τριακονταετίας σύζυγό του. Αν δεν επιλέξεις όμως σωστά τον τρόπο και τον τόπο της αυτοκτονίας μπορούν να δημιουργηθούν προβλήματα που θα σε οδηγήσουν στην αποτυχία. Ο Τζόουνς παρκάρει μπροστά από το σταθμό εκφόρτωσης κρεάτων την έκτη πρωινή και ο χασάπης έξαλλος του φωνάζει να τσακιστεί από κει αμέσως. Μετά από άσκοπη περιπλάνηση  καταλήγει σε ένα διαμέρισμα στο παράθυρο του οποίου είναι ένα πανό που γράφει “Πάρτι για το τέλος του κόσμου”. Το πανό είναι ιδέα της Κλάρας, μιας νεαρής Αγγλοτζαμαϊκανής μάρτυρα του Ιεχωβά, που θέλει να διακωμωδήσει την έλευση του οριστικού τέλους του κόσμου, όπου σύμφωνα με κάποιες έγκυρες πηγές, θα λάβαινε χώρα την τελευταία μέρα του 1974.  Η Κλάρα, χειραγωγημένη από την μητέρα της,  προσπαθούσε να προσηλυτίσει όσους περισσότερους μαθητές από το σχολείο της και γείτονες. Διόλου δημοφιλής στο σχολείο, ντροπαλή και απομονωμένη, τυχαίνει μια μέρα να χτυπήσει την πόρτα του Ράιαν, ενός συμμαθητή της, εξίσου περιθωριακού ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον της και την συμπάθειά της. Γίνεται ζευγάρι μαζί του και προσπαθεί να απολαύσει μια φυσιολογική ζωή μακριά από μάρτυρες του Ιεχωβά και ολικές καταστροφές. Ο Ράιαν όμως τα τακιμιάζει με την μητέρα της Κλάρας και προσηλυτίζεται παραπάνω από το κανονικό, σε σημείο να συμβουλεύει πλέον την Κλάρα να μην ξεστρατίσει από το ίσιο δρόμο. Η Κλάρα ξεκόβει από όλα αυτά και στο τελευταίο πάρτι επί γης, που υπόσχεται άφθονο χόρτο και σεξ, υπόσχεται στον εαυτό της να ακολουθήσει τον πρώτο άντρα που θα βρεθεί μπροστά της, αρκεί να να την πάρει μακριά από ολ' αυτά.  Ο Άρτσι Τζοόυνς είναι 47 και η Κλάρα 19.
Ο Σαμάντ Μία Ικμπάλ, ινδικής καταγωγής, είναι ο καλύτερος και μοναδικός φίλος του Άρτσι. Πολέμησαν μαζί στον πόλεμο, τότε που ο Σαμάντ τού είχε υποσχεθεί πως κάποια μέρα θα του γνωρίσει την γυναίκα του, που δεν είχε γεννηθεί ακόμη εκείνη την εποχή αλλά είχε ήδη συμφωνήσει να τον παντρευτεί. Έτσι και έγινε, ο Σαμάντ και η Αλσάνα Ικμπάλ μένουν μόλις λίγα τετράγωνα μακριά από τους Τζόουνς στο βόρειο Λονδίνο, μεγαλώνοντας όλοι τα παιδιά τους και βιώνοντας τα βάσανα που φέρνει η ζωή. 

(...) ο αιώνας αυτός ήταν ένας αιώνας ξένων, μελαψών, μαυριδερών, κίτρινων και λευκών. Ήταν ο αιώνας του μεγάλου πειράματος των μεταναστών (...) Αλλά ένας μετανάστης γελάει όταν ακούει τους φόβους του εθνικιστή, ο οποίος φοβάται τη μόλυνση, τη διείσδυση, τη διασταύρωση των φυλών, όταν αυτά είναι ασήμαντα, τρίχες, σε σχέση μ' αυτά που φοβάται ο μετανάστης – τη διάλυση, την εξαφάνιση. 

Αυτούς του φόβους βιώνουν οι ήρωες μετανάστες του βιβλίου. Οι γονείς φοβούνται την απομάκρυνση από τις παραδόσεις που ορίζουν οι άτεγκτες θρησκείες τους, την αφομοίωση των παιδιών τους από το πολιτισμικό σφουγγάρι του ανομοιογενούς και χαοτικού Λονδίνου. Τα παιδιά προσπαθούν να βρουν μια ταυτότητα, να μην διαλυθούν κάτω από ασκήσεις πίεσης.

(...) Δεν υπάρχουν λόγια. Αυτός που στέλνω στην πατρίδα βγαίνει Εγγλέζος Εγγλεζότατος, δικηγόρος με άσπρο κοστούμι κι εκείνη την ηλίθια περούκα. Αυτός που κρατάω εδώ γίνεται ένας φονταμενταλιστής τρομοκράτης με πράσινη γραβάτα. Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί κάνω τον κόπο (...) Σοβαρά μιλάω. Αυτήν την εποχή, μου φαίνεται σαν να υπογράφεις συμφωνία με τον διάβολο όταν έρχεσαι σ' αυτή τη χώρα. Δίνεις το διαβατήριό σου στον έλεγχο, σου το σφραγίζουν, θέλεις να βγάλεις μερικά λεφτά, να ξεκινήσεις... αλλά σκοπεύεις να γυρίσεις! Ποιος θα ήθελε να μείνει; Κάνει κρύο, βρέχει, άθλιος καιρός, απαίσιο φαγητό, σιχαμένες εφημερίδες... Ποιος θα ήθελε να μείνει; Σ' ένα μέρος όπου ποτέ δεν είσαι ευπρόσδεκτος, απλώς σε ανέχονται. Λες και είσαι ένα ζώο που επιτέλους το μάθανε να μην κατουράει μέσα στο σπίτι. Ποιος θα ήθελε να μείνει; Αλλά έκλεισες συμφωνία με τον διάβολο... σε τραβάει μέσα και ξαφνικά δεν είσαι κατάλληλος για να γυρίσεις, τα παιδιά σου είναι αγνώριστα, δεν ανήκεις πουθενά. 


Το βιβλίο αποδεικνύεται εξαιρετικά απολαυστικό, με σύγχρονη ματιά για τα προβλήματα των μεταναστών, μακριά από μελοδραματισμούς και φθηνή ρητορική. Ταυτίζεσαι με την πληθώρα των ηρώων του και όχι μόνο μία φορά, η συγγραφέας του ποτέ δε θα σε αφήσει “έξω” από το κείμενο, δε θα νιώσεις μετανάστης σε αφιλόξενο τόπο. Ο τόπος εδώ είναι το πολύβουο Λονδίνο και οι ζωές των μεταναστών έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με άλλους τόπους, όμως η Ζέιντι Σμιθ με εκπληκτική ικανότητα καταφέρνει να υπενθυμίζει στους αναγνώστες της ότι η ζωή των μεταναστών εν γένει, είναι “κοινός τόπος” και δεν πρέπει να στεκόμαστε απαθείς και αδιάφοροι απέναντι στις ζωές τους. 
Πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά πρωτόλεια που έχω διαβάσει. Γεμάτο διακριτικό και έξυπνο χιούμορ, στιβαρό χωρίς να πλατειάζει αναίτια, μιλάει για σύγχρονα πράγματα με σύγχρονη γλώσσα. Η μετάφραση της Ρένας Χατχούτ είναι άψογη, με μοναδικό μελανό σημείο και δυστυχώς πολύ δύσκολα συγχωρητέο, τον τίτλο (αν και εφ' όσον η επιλογή είναι δική της).
Δυστυχώς γι' αυτό το βιβλίο, το ανοιγόκλεισα πολλές φορές. Κάθε φορά που πήγαινα να το ξανανοίξω, το εξώφυλλο μού έκοβε την όρεξη, αδυνατούσα να πιστέψω ότι θα μπορούσα να ξαναβρώ το υπέροχο κείμενο που είχα αφήσει πριν λίγες ώρες. Αντιθέτως, όταν το έκλεινα ένιωθα μια αναγούλα και υπέκυπτα σε έναν στρυφνό μορφασμό, λες και η τελευταία πατάτα ενός γευστικού πιάτου ήταν χαλασμένη! Ο συνθέτης εξωφύλλου δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει πρώτα το βιβλίο; Και αν μπήκε, το πλέον κατάλληλο που κατάφερε να σκεφτεί ήταν αυτό το εξώφυλλο; Αδιαφορώ για τους αναγνώστες που επέλεξαν το βιβλίο από το εξώφυλλο και απογοητεύτηκαν από τις πρώτες λέξεις. Τέτοιοι είναι χιλιάδες και η ασθένειά τους είναι ανίατη. Σκέφτομαι μόνο εκείνους που το απέρριψαν λόγω του εξωφύλλου και έχασαν την ευκαιρία να διαβάσουν ένα τέλειο βιβλίο. Υπό κανονικές συνθήκες, ένας από αυτούς θα ήμουν και εγώ. Το πώς έφθασε τελικά, στα χέρια μου, είναι ένα μικρό θαύμα. 

                                                                                            Μαραμπού

"Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο", Ζέιντι Σμιθ, μετ. Ρένα Χατχουτ, εκδ. Ψυχογιός 2001, σελ. 542

28/8/14

"Μνήμη", Κατερίνα Μαλακατέ



Μνήμη

Δεν είχε πολλά πράγματα καταγεγραμμένα στη μνήμη της πια. Ίσως να έμενε περισσότερο η εμπιστοσύνη στην αφή και μερικές φορές στην όσφρηση. Τους αναγνώριζε από τη μυρωδιά, μια οσμή σχεδόν σκυλίσια που αναδυόταν από τις μασχάλες του εκάστοτε δυνάστη της. Οι άντρες είχαν πάντα τέτοια επίδραση πάνω της. Ειδικά ετούτοι εδώ, που είχαν όλη την εξουσία.
Ζάρωσε στη γωνιά της μόλις αντιλήφθηκε πως ο γέρος δεσμοφύλακας ήταν πάλι μέσα στο δωμάτιο. Του άρεσε που και που να αφήνει το πόστο του έξω από την πόρτα, να ανοίγει με αργές, τελετουργικές κινήσεις την κλειδαριά και να μπαίνει μέσα. Τον παρακολούθησε με το βλέμμα αλλά δε φοβήθηκε. Με τα χρόνια είχε μάθει να τον ανέχεται, να καμώνεται πως της αρέσουν τα καπρίτσια του, κάποτε να προσποιείται ηδονή όταν τα βρωμόχερά του έβρισκαν τον δρόμο προς το κορμί της. Ήταν ο μόνος που τη βοηθούσε, της έδινε τίποτα έξτρα να φάει, της έριχνε έναν κουβά νερό για να συνέλθει από το ξύλο ή το ηλεκτροσόκ. Με τον τρόπο του την αγαπούσε, μάλιστα κάποιες φορές την άφηνε να του περνάει ραβασάκια∙ άλλη επικοινωνία με τον έξω κόσμο δεν είχε, έπρεπε να προσέχει μην την χάσει κι αυτή.
Το όνειρο της ελευθερίας δεν είχε χαθεί, ζούσε μέσα της κι ας έμοιαζε ολοένα και πιο μακρινό με κάθε καινούργια αναποδιά. Όχι, όχι, δεν το σκεφτόταν την ώρα των βασανισμών, ούτε όσο της έδιναν τα χάπια που την έκαναν ζωντανή νεκρή, φυτό. Όμως όσο έμπαινε στο δωμάτιο ο γέρος υπήρχε ακόμα ελπίδα. Ήταν πολύ νεότερή του, και με τις λειψές δυνάμεις της έπειτα από τόσα χρόνια σε αυτό το μπουντρούμι θα μπορούσε να τον αποκρούσει, να του πάρει τα κλειδιά, να τρέξει στον διάδρομο, να βγει από δω. Κι έπειτα να προσπέσει στα πόδια του πρώτου περαστικού για βοήθεια.
Ήταν ακόμα καλοκαίρι, το καταλάβαινε από τη βοή των κλιματιστικών, κι ας μην είχε το κελί της ούτε ένα παράθυρο. Ήθελαν να μην ξέρει τους χρόνους και τις εποχές, να χάνεται στη σκοτεινιά και την ομοιομορφία της θερμοκρασίας, να αποπροσανατολιστεί τόσο ώστε να ομολογήσει. Μα εκείνη είχε μάθει να μετρά τα αγκομαχητά του εξαερισμού, να οσμίζεται τον αέρα, να καταλαβαίνει με τη διαίσθηση. Ήταν ακόμα καλοκαίρι κι ερχόταν μια υποψία της αψάδας του καύσωνα στα μέλη της. Ίσως αν το λιμάνι ήτανε κοντά, να έβρισκε κάποιο καράβι να μπαρκάρει, τι το είχε το ναυτικό φυλλάδιο.
Ο γέρος δίπλα της σάλεψε αλλά δεν έκανε άλλη κίνηση. Σχεδόν την αποθάρρυνε αυτό. Όλο το κορμί της το ένιωθε μωλωπισμένο από την τελευταία «συνεδρία» με τα καθάρματα, αλλιώς θα τον χάιδευε μαλακά, θα τον αποκοίμιζε κι έπειτα θα του έδινε μία γερή και ο δρόμος θα ήταν ανοιχτός. Δεν θα τον σκότωνε, όχι δεν ήταν αγνώμων, αναγνώριζε τη συμβολή του. Ίσως απλά να τον άφηνε αιμόφυρτο ή αναίσθητο. Έπρεπε να υπολογίσει καλά την δύναμή της, δεν ήθελε να τον ξεκάνει.
«Λατρεία μου, μόνο το κεχριμπάρι των ματιών σου έμεινε», της είπε και χάιδεψε το μέτωπό της. Ένιωσε ανείπωτη σιχασιά όσο την ακουμπούσε, σα να είχε περπατήσει πάνω της γυμνοσάλιαγκας, κρύος και γλοιώδης. Ευτυχώς ο γέρος δεν προχώρησε σε περισσότερα χάδια, δε διεκδίκησε τη σεξουαλική του ικανοποίηση από το κουρασμένο φύλο της. Τώρα στο δωμάτιο ήταν κι άλλος ένας άντρας, ένας από αυτούς. Ανατρίχιασε στη σκέψη, την αναμονή του τελευταίου τους κόλπου. Δεν μπορούσε πια να φανταστεί τι θα σκαρφίζονταν για να την κάνουν να πει τα ανείπωτα.
«Θέλω τη γυναίκα μου πίσω αλλά αυτό δε γίνεται, ε γιατρέ;», του είπε ο γέρος.
Ο πιο βάρβαρος βασανιστής της ήταν τώρα πάνω από το κρεβάτι της.
«Μόνο αναλαμπές θα έχει από δω κι εμπρός. Κρίσεις διαύγειας που θα συνοδεύονται από όλο και μεγαλύτερες περιόδους σύγχυσης. Πρέπει να συμφιλιωθείτε με την ιδέα. Τώρα πια όλο και λιγότερο θα σας αναγνωρίζει. Μετά θα αρχίσει να φτιάχνει ιστορίες, να γίνεται επιθετική, έπειτα θα χάσει σιγά σιγά την ικανότητα να αυτοεξυπηρετείται, στο τέλος μπορεί να την εγκαταλείψουν όλες της οι αισθήσεις, να μη βλέπει να μην ακούει. Θα είναι σα να έχει πεθάνει μέσα σε ένα κορμί που ακόμα ανασαίνει και χτυπάει η καρδιά του. Είναι άσχημη ασθένεια, πρέπει να είστε δυνατός».
Ο βασανιστής πήγε να την ακουμπήσει. Εκείνη απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο. «Δε θα σε πειράξω γιαγιά, μόνο το σφυγμό σου να πάρω», είπε ο άντρας με την άσπρη μπλούζα. Φυσικά δεν τον πίστεψε ύστερα από όλα αυτά που είχε υποφέρει στα χέρια του. Σκέφτηκε πως αν την ανέκριναν κι άλλο για σήμερα, μπορεί και να έσπαγε. Ο άντρας με την άσπρη μπλούζα όμως δεν είχε κέφια, έφυγε γρήγορα.
«Ευχαριστούμε για όλα γιατρέ», άκουσε τον γέρο να του λέει. Ανάσανε με ανακούφιση. Για την ώρα τα χειρότερα είχαν περάσει.

Κατερίνα Μαλακατέ 


Υ.Γ. 42 Το διήγημα πήρε την 7η θέση στον Διαγωνισμό ΛόγωΤέχνης και εκδόθηκε στην συλλογικό τόμο "7 λέξεις" από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Υ.Γ. 42- 42 Που το google Mου, γιορτάζει τα γενέθλιά Mου, έχει πλάκα...




25/8/14

"Το κόκκινο λουλούδι", Vsevolod Garŝin





Με σπαρακτική απλότητα μας περιγράφει ο Β.Μ. Γκάρσιν τον εγκλεισμό και την τρέλα στο διήγημα «Το κόκκινο λουλούδι». Ο ήρωας του κλείνεται στο ψυχιατρείο. Σε καμία στιγμή ο αφηγητής δεν αμφισβητεί πως είναι ο ήρωας τρελός. Ούτε ο ίδιος ο ασθενής αναρωτιέται για αυτό στις στιγμές διαύγειας. Είναι σίγουρος πως ανήκει στο τρελάδικο όσο κι αν οι πρακτικές εκεί τον ενοχλούν, τον πονούν και τον τρομάζουν. Για τους άλλους.

Κι όταν βρίσκει τον εχθρό, αυτά τα κόκκινα λουλούδια στην άκρη του κήπου, δεν μπορεί παρά με αυτοθυσία, να τον πολεμήσει. Θα προσπαθήσει μέχρι την τελευταία του ικμάδα για να σωθεί ο κόσμος από το Υπέρτατο κακό.

«Μέχρι το βράδυ το λουλούδι είχε μαραθεί. Ο ασθενής ποδοπάτησε το μαυρισμένο φυτό, μάζεψε τα υπολείμματά του από το πάτωμα και τα μετέφερε στο λουτρό. Αφού πέταξε το άμορφο κομμάτι πρασιναδας στο πυρωμένο από λιθάνθρακα τζάκι κοιτούσε για ώρα πολλή πως ο εχθρός του τσιτσίριζε και παραμορφωνόταν για να μετατραπεί τελικά σε ένα τρυφερό κομματάκι στάχτης λευκής σαν το χιόνι. Εκείνος φύσηξε και όλα εξαφανίστηκαν.
Την επόμενη μέρα ο ασθενής χειροτέρεψε.»

Ο Γκάρσιν, που πάλεψε με τους δικούς του δαίμονες και δεν λυτρώθηκε από αυτούς παρά με την αυτοκτονία στα τριάντα τρία του χρόνια, έχει μια ευθύτητα που σχεδόν σοκάρει. Ο τρελός του είναι έντιμα τέτοιος, συνεπής στους αγώνες του, ένας άντρας που οι πυρωμένες του εξάρσεις αναγνωρίζονται ως τρέλα. Κι αυτή η επίγνωση του μεγαλείου της είναι που τον ξεχωρίζει.

«Κι έχω αυτή την σπουδαία σκέψη», φώναξε ο ασθενής. «Και όταν τη βρήκα ένιωσα ότι ξαναγεννήθηκα. Οι αισθήσεις έγιναν πιο έντονες, ο εγκέφαλος μου δουλεύει όπως ποτέ άλλοτε. Ό,τι παλιότερα το κατανοούσα μετά από μακρά πορεία συλλογισμών και αινιγμάτων, τώρα το κατανοώ διαισθητικά. Κατανόησα πραγματικά όλα εκείνα που επεξεργάστηκε η φιλοσοφία. Βιώνω μόνος μου μεγάλες ιδέες όπως ότι ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι παρά δημιουργήματα της φαντασίας. Ζω ταυτόχρονα σε όλους τους αιώνες. Ζω χωρίς χρόνο, παντού ή πουθενά. Όπως θέλετε. Και για αυτό τον λόγο μου είναι αδιάφορο αν θα με κρατήσετε εδώ ή αν θα με αφήσετε να ζήσω με την βούλησή μου, αν είμαι ελεύθερος ή δεμένος.»

Το μικρό βιβλιαράκι, ίσα μια μπουκιά ανάγνωσης μαζί με τον καφέ και τα βουτήματα, ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά διαβασμάτων για τον εγκλεισμό και την τρέλα- το «Θάλαμος Νο6» του Τσέχωφ, το «Φάλκονερ», του Τσίβερ, το «Σχέδιο διαφυγής» του Κασάρες- και ολοκλήρωσε μέσα μου μια εικόνα αποτρόπαια και γοητευτική που με φόβιζε και με έλκυε πάντα.


«Το κόκκινο λουλούδι», Β.Μ. Γκάρσιν, μετ. Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, εκδ. Πόλις, 2014, σελ. 67


21/8/14

"Ζαν Μπαρουά", Roger Martin du Gard



Ο Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ είναι γνωστός στην Ελλάδα ως ο συγγραφέας του μυθιστορήματος ποταμού «Οι Τιμπώ». Ομολογώ πως όταν κυκλοφόρησε σε νέα μετάφραση το «Ζαν Μπαρουά» πολύ λίγο συνειδητοποιούσα το μέγεθος του βιβλίου ή του συγγραφέα. Ο ντυ Γκαρ, που πήρε το Νόμπελ το 1937, είναι μια εμβληματική μορφή της Γαλλικής και της Παγκόσμιας λογοτεχνίας, ελαφρά παραγνωρισμένη.

Το μυθιστόρημα, γραμμένο εν πολλοίς σε διαλογική μορφή, είναι ένα πανηγυρικά φιλοσοφικό κείμενο, που ασχολείται με την αθεΐα, την πολιτική, την θέση του ανθρώπου στις καταστάσεις και τα πράγματα και τελικά και με την υπόθεση Ντρέιφους.

Ο Ζαν Μπαρουά είναι ένα ασθενικό αγόρι, γόνος ενός ιατρού, που λαμβάνει μια αυστηρή καθολική αγωγή. Ως τα είκοσι του είναι η ενασχόλησή του με τη θρησκεία που του δείχνει τον δρόμο. Παντρεύεται την πρώτη του αγάπη, ένα κορίτσι προσηλωμένο στον Θεό. Όμως εκεί στα 22 και ενόσω η γυναίκα του είναι έγκυος συντελείται αργά και σταθερά η μεταστροφή, γίνεται άθεος και μάλιστα από τους πιο μαχητικούς. Αυτό τον φέρνει σε ρήξη με την νεοσύστατη οικογένειά του, παρατά γυναίκα, παιδί και την καριέρα του ως καθηγητή και μαζί με άλλους ομοϊδεάτες, ιδρύει τον Σπορέα, ένα περιοδικό, που προπαγανδίζει τον θρίαμβο της επιστήμης έναντι της θρησκείας.

«όσοι σκέφτονται συμμορφούμενοι προς το κοινωνικά ορθό, επειδή δεν μπορούν απλώς και μόνο να σκέφτονται… Εκείνες οι λεγεώνες από άτομα σχετικώς μορφωμένα, εξευγενισμένα από τις κοινωνικές συμβάσεις, σαν λειασμένα, στρογγυλεμένα βότσαλα… Εκείνα τα άτομα που, ως επί το πλείστον, κατέχουν κάποια θέση στην κοινωνία, συχνά ακόμα και κάποιο σημαντικό αξίωμα, και τα οποία, εντούτοις, ζουν την ζωή τους με τον τρόπο που ζουν τα υποζύγια.»

Όταν έρθει ο καιρός ο Σπορέας θα ταχθεί ανοιχτά υπέρ του Ντρέιφους, οι συντελεστές του θα ονειρευτούν μια Γαλλία δίχως εθνικιστικές και μιλιταριστικές εξάρσεις, θα τεθούν επικεφαλής της μάχης. Προς το τέλος της ζωής του, ο Μπαρουά, βαριά άρρωστος και με την σκιά του θανάτου πάνω από το κεφάλι του, θα γνωρίσει την κόρη του Μαρί που παράτησε πριν καν εκείνη να βγει από την κοιλιά της μάνας της. Η Μαρί θέλει να γίνει μοναχή, ο Μπαρουά θα τα ξαναβρεί με την γυναίκα του και λίγο πριν πεθάνει, θα μεταλάβει.


Το «Ζαν Μπαρουά» είναι ένα μυθιστόρημα που ρουφιέται, παρά ή μάλλον λόγω του, φιλοσοφικού του χαρακτήρα, που με συνεπήρε, με έκανε να ταυτιστώ. Όταν ο Μπαρουά εγκαταλείπει την μάχη για την οικογένειά του, αφήνει την αγέννητη κόρη του να λάβει καθολική παιδεία κι αργότερα όταν διακηρύττει : «Η εντιμότητα έναντι του εαυτού μας, καθώς κι εκείνων που μας παρακολουθούν να ζούμε, ιδού, επί του παρόντος, ο πλέον βέβαιος, ο πλέον άκαμπτος των ηθικών κανόνων. Κι αυτοί που κάνουν συμβιβασμούς σε αυτήν, εκείνοι που λόγω της ασυνέπειας της συμπεριφοράς τους καθυστερούν, στην δική τους σφαίρα, την πρόοδο της εξέλιξης, διαπράττουν ένα κοινωνικό έγκλημα χίλιες φορές πιο τρομερό απ’ όλες τις αισθηματικές οδύνες που θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει. Ακόμα πιο ασυγχώρητο είναι το λάθος τους σε ο,τι αφορά την διάπλαση των τέκνων τους.», ένιωθα ένα σφίξιμο έντονο για την δική μου στάση ζωής και τα παιδιά μου.

Ο ντυ Γκαρ τολμά με την αφηγηματική τεχνική των διαλόγων, δεν διστάζει να παρεμβάλει μια ολόκληρη μέρα από τα πρακτικά της δίκης του Ντρέιφους στην ροή της αφήγησης, έχει ικανότητα μοναδική να σε δένει με το βιβλίο, να σε κάνει να μην θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Με λίγα λόγια, εδώ μιλάμε για ένα από τα αριστουργήματα της Παγκόσμιας λογοτεχνίας- ο Καμύ στα Προλεγόμενά του, τοποθετεί τον ντυ Γκαρ πλάι στον Τολστόι- που πρέπει να διαβαστεί από όλους τους βιβλιόφιλους. Ειδικά σε αυτή την καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση, με τους δυο προλόγους και τα τρία επίμετρα, που είναι κόσμημα για τα εκδοτικά μας πράγματα.

«Ζαν Μπαρουά», Ροζέ Μαρτέν ντυ Γκαρ, μετ. Κωστής Σωχωρίτης, εκδ. Πόλις, 2014, σελ. 496


Υ.Γ. 42 Ακολουθώντας την προτροπή των φίλων Echetlus Urfe και Γιάννη Ρουμπάκη, άφησα για το τέλος τον πρόλογο του Καμύ και νιώθω πως έπραξα ορθά. Θα ήταν κρίμα να είχα κουραστεί από τις 40 σελίδες του και να είχα παρατήσει το ρουφηχτό κείμενο.  

19/8/14

Στο νησί με δυο μικρά






Γυρίσαμε αισίως από ένα δεκαήμερο διακοπών στην Ζάκυνθο. Στο εξοχικό των γονιών του Β. βεβαίως, σχέδιο στο οποίο καταλήξαμε έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον Βούδα μου- στην αρχή έμοιαζε σχεδόν ιδανικό το να μην πάμε πουθενά με ένα μωρό 9 μηνών κι ένα νήπιο, μετά εγώ φρικάρισα στην ιδέα να μην κάνω διακοπές μια τόσο δύσκολη χρονιά.

Ταξιδέψαμε ως την Κυλλήνη με δυο αμάξια, στο ένα το 4χρονο σκιουράκι και ο μπαμπάς του, στο άλλο εγώ, το κοτσυφάκι κι η γιαγιά. Φορτωμένα και τα δυο αυτοκίνητα ως επάνω, με πάρκο, καρότσι, μπανιέρες, βαλίτσες (μια ομορφιά το μάζεμα, το κουβάλημα, το φόρτωμα). Ο δρόμος ήταν που ήταν άθλιος, τώρα με τα έργα είναι απαράδεκτος και δύσκολος. Όποτε χρειαζόταν να σταματήσω για να τσεκάρω το μωρό, αυτό γινόταν σε μια γούβα κυριολεκτικά του δρόμου όπου ήμουν τυχερή που κανένα λεωφορείο δεν με πήρε παραμάζωμα. Πάντως χόρτασα σφύριγμα, που θέλω να πιστεύω πως ήταν γιατί ο αέρας έπαιρνε τη φούστα μου όσο έσκυβα (ναι και μπορεί).

Με αυτή την ειδυλλιακή αρχή κατά νου, δεν πίστευα και πολύ στην επιτυχία των διακοπών μας. Κι όμως, η διαμονή μας στο νησί ήταν άψογη. Τα παιδάκια μου ξεσάλωσαν, ο μικρός σκιουράκος κυνηγούσε κότες, σκύλους, γάτες, έκανε μπάνιο, έχτισε κάστρα. Ο κοτσυφάκος έβγαλε μιαν ακρούλα από το πρώτο του δοντάκι, ερωτεύτηκε τον παππού του, είπε – ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε- μαμά, μπαμπά και μαμ, μισοσηκώθηκε. 

Αλλά κι εμείς, που για πρώτη φορά είχαμε κάποιον να μας κρατά τα παιδιά σε σταθερή βάση, βγήκαμε – μη φανταστείτε εξαλλοσύνες, μια βόλτα, ένα φαί, ένα ποτό μοιάζουν πολυτέλειες ετούτη τη στιγμή- χαρήκαμε τα παιδιά μας, τα καμαρώσαμε. Κάποιες στιγμές ένιωσα κι ευτυχισμένη.

Ο γυρισμός ήταν λίγο δυσκολότερος από τον πηγαιμό. Ο μωρό κοιμήθηκε πολύ λίγο και έκλαψε πολύ, εγώ ένιωθα πολλές τύψεις που ήταν τόσες ώρες πίσω μόνο του σε ένα καθισματάκι να κλαίει, οι στάσεις ήταν ατελείωτες, μας πήρε σύνολο ένα δεκάωρο να φτάσουμε. Χθες πια στις 9, παράτησα τις βαλίτσες μες στην μέση, μας έκανα μπάνιο, μας τάισα και μας έβαλα για ύπνο. Τώρα, με δυο πλυντήρια ήδη στο σκοινί, νιώθω κάπως καλύτερα.

 Υ.Γ 42 Διάβασα πέντε εκπληκτικά βιβλία, αλλά για αυτά θα σας πω προσεχώς.