22/7/14

"Η χλομή φωτιά της λογοτεχνίας" του Μαραμπού

Όταν ακούω την λέξη λογοτεχνία, δύο συγγραφείς μού έρχονται στο μυαλό – ο ένας είναι ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, ο άλλος δε σας αφορά! Τα έργα του Ναμπόκοφ, σταθερά τα τελευταία χρόνια, μου προσφέρουν απλόχερη αναγνωστική απόλαυση και θρεπτική τροφή (του πεινασμένου!) για σκέψη. Πριν επεκταθώ όμως προς τα εκεί, ας πούμε δυο λόγια για την κριτική λογοτεχνίας, πεδίο που πολλοί φυτοζωούν και λίγοι διαπρέπουν. Εγώ επειδή δεν έχω καμία σχέση με τον χώρο, θέλω να σας ενημερώσω εκ των προτέρων ότι, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα!

Στο άκουσμα και μόνο της λέξης κριτική της τέχνης (και ειδικότερα της λογοτεχνίας) έβγαζα φλύκταινες. Δεν τα λέει όλα το έργο από μόνο του; Αν επαναλάβω την ανάγνωση μερικές δεκάδες φορές, δε θα εντρυφήσω περισσότερο στο νόημά του και στις κρυφές γωνιές του; Πρέπει να τις γαρνίρω και με τις αρλούμπες του κάθε ηλίθιου; Μετά από χρόνια υπομονής και επιμονής, μια φίλη που σπούδασε κριτική της λογοτεχνίας, κατάφερε να με πείσει πόσο σημαντική δουλειά είναι, μια παράλληλη δημιουργία που απαιτεί την διορατικότητα ενός καλλιτέχνη και την ακρίβεια ενός χειρουργού. Έτσι λοιπόν και εγώ, έκανα μεταστροφή στις απόψεις μου για την κριτική (και πρέπει να ομολογήσω πως μόνο οφέλη αποκόμισα), διατηρώντας όμως την ικανότητα να εντοπίζω τους επίμονους ηλίθιους και το δικαίωμα, να αναφωνώ κάθε τόσο, με μια δόση ευχαρίστησης από τον εξόριστο τόπο της ανάγνωσης, “Τι μαλακίες, διαβάζω!”

Η Χλομή Φωτιά, σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι ακριβώς αυτό, μια παρωδία της κριτικής της λογοτεχνίας. Ο Δρ Κίνμποτ, θαυμαστής και φίλος του Αμερικανού ποιητή Τζων Σέιντ, αναλαμβάνει την έκδοση και τον σχολιασμό του ποιήματος “Χλομή φωτιά”, ύστερα από την δολοφονία του δεύτερου. Ο σχολιασμός δεν έχει καμία σχέση με το ποίημα και αυτό μου θύμισε πολλές κριτικές που έχω διαβάσει όπου η κριτική δεν έχει καμία σύνδεση με το κρινόμενο έργο, παρά μόνο, απεραντολογεί βασανιστικά (για τον αναγνώστη) για προσωπικές επιθυμίες και άσκοπες φαντασιοκοπίες του κριτικού. Έτσι, όσο προχωρούν τα ερμηνευτικά σχόλια, ο Κίνμποτ ξεφεύγει από την ουσία του ποιήματος και δημιουργεί μια ιστορία για την απόδραση του βασιλιά της Ζέμπλα, ύστερα από την ανατροπή του από τους εξτρεμιστές, ιστορία την οποία πιστεύει ότι αφηγείται και ο ίδιος ο ποιητής πίσω από το κάλυμμα της δημιουργίας, αφού πρώτα είχε ακούσει πολλά βράδια τον Κίνμποτ να του λέει τις όμορφες ιστορίες για την μακρινή του χώρα.

Μία συνήθεια που έχω κατά την ανάγνωση είναι να διαβάζω το επίμετρο του βιβλίου μια φορά σαν
πρόγευση και φυσικά μια ακόμα στο τέλος. Η πρώιμη ανάγνωση δεν μου στερεί την ευχαρίστηση από το κυρίως κείμενο, αντιθέτως, ίσως μου δώσει στοιχεία που αλλιώς θα μου διέφευγαν. Αντί λοιπόν να κάνω αναδρομικές σκέψεις πάνω στο κείμενο που μόλις διάβασα, έχω την ευκαιρία να κάνω τις σκέψεις παράλληλα και να διακρίνω τα σημάδια που τις επαληθεύουν. Το εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Ρόρτυ, ανέδειξε μια πτυχή για την δομή και την τεχνοτροπία στα έργα του Ναμπόκοφ που ποτέ άλλοτε δεν είχα παρατηρήσει. Έχοντας διαβάσει σχετικά πρόσφατα, την Λολίτα, τρόμαξα με την απάντηση που έδινα στο ερώτημα που εμμέσως μου έθετε το επίμετρο, “Πόσες φορές θυμάσαι την Λολίτα να κλαίει με λυγμούς;” Η αλήθεια είναι, πολύ λίγες. Γιατί όμως; Η Λολίτα δεν είναι το θύμα;

“(...) μόνο ο Χάμπερτ είναι εκείνος που νομίζει ότι επινόησε την Λολίτα. Εμείς δεν επιτρέπεται να το νομίσουμε. Εμείς οφείλουμε να θυμόμαστε ό,τι ο Χάμπερτ διαρκώς λησμονούσε: τους λυγμούς της Λολίτας στη μέση της νύχτας, το νεκρό αδερφό της, το παιδί που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον αδερφό της. Πώς μπορέσαμε να τα ξεχάσουμε όλα αυτά;

Τα ξεχάσαμε γιατί ο Ναμπόκοφ τα ρύθμισε έτσι ώστε να τα ξεχάσουμε, έστω και πρόσκαιρα. Μας προγραμμάτισε να λησμονήσουμε στην αρχή και αργότερα να θυμηθούμε – να θυμηθούμε μέσα σε σύγχυση και ενοχή. Το βιβλίο του συνεχίζει να μας κακομεταχειρίζεται και μετά το τέλος του.”

Με αυτό το στοιχείο κατά νου, διάβασα την Χλομή Φωτιά με άλλο μάτι, και είδα τον Δρ Κινμποτ (όπως είχε συμβεί εν αγνοία μου και με τον Χάμπερτ) να διαγράφεται γοητευτικός και να πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να συμμαχήσει μαζί του και με την παρανοϊκή (όπως αποδείχθηκε στο τέλος) ιστορία του. Ο αναγνώστης χάνει την ουσία της ιστορίας, η οποία εμφανίζεται σαν αστραπή στις πρώτες σελίδες, την ξεχνάει για καιρό, πίσω από την γοητευτική οπτική του Κίνμποτ, για να έρθει το τέλος να του την θυμίσει με πολλαπλασιασμένες ενοχές εξαιτίας της εκούσιας αμνησίας του. “Η συγκεκριμένη αυτή λήθη δεν είναι φαντασίωση. Είναι το ίδιο αληθινή όσο κι εμείς. Το ρήγμα αυτό το προκάλεσε η φαντασία του Ναμπόκοφ, αλλά μόνο με την δική μας ολόψυχη συνεργία”.

Πιστεύω ότι ο Ναμπόκοφ, εκτός από ένας εξαιρετικός χειριστής του πεζού λόγου, είναι και ένας εύστροφος δημιουργός που μου αποκαλύπτεται σιγά σιγά, μέσα από χρήσιμα κριτικά κείμενα, όπως αυτό του Ρόρτυ.

“Ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ υπήρξε το πλέον ασυνήθιστο πνεύμα: ένας απίστευτα προικισμένος ποιητής, που η ικανότητά του να διακρίνει τον ανθρώπινο πόνο μεγάλωνε σταθερά όσο χρησιμοποιούσε τα αστείρευτα ταλέντα του. Είχε καταλάβει πως ο καλύτερος τρόπος για να κάνει τους αναγνώστες του να αντιληφθούν τον ανθρώπινο πόνο ήταν να τους τον παρουσιάσει ζωντανό για μια στιγμή και ύστερα να τους κάνει να τον λησμονήσουν για καιρό, για να τον επαναφέρει όταν πια θα τους είχε ολοκληρωτικά συνεπάρει με την ομορφιά της φαντασίας, με την τέρψη του πεζού λόγου. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά ότι η τέχνη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως αντιπερισπασμός σε σχέση με τις απαιτήσεις της ηθικής. Αλλά γνώριζε επίσης πολύ καλά πως μπορεί να γίνει – τουλάχιστον για μερικούς από εμάς – και το καλύτερο μέσο για την ανύψωση της ηθικής. Γιατί, παρόλο που το κάλλος μπορεί να εξοστρακίσει την ευσπλαχνία, μπορεί επίσης να παράγει ευσπλαχνία με μια αφάνταστη δριμύτητα: όσο πιο όμορφη είναι η ιστορία που μας προκάλεσε τη λήθη, τόσο πιο έντονη είναι η ευσπλαχνία όταν τελικά ξαναθυμηθούμε τον ανθρώπινο πόνο.”


Τελικά, η λογοτεχνική φωτιά του Ναμπόκοφ μπορεί να μην είναι έντονη και αδηφάγα, αλλά παραμένει φωτιά, μια χλομή φωτιά, που μπορεί να τροφοδοτείται για χρόνια από μικρά κομματάκια χαρτί, όπως αυτά πάνω στα οποία υποτίθεται ότι έγραψε ο Ναμπόκοφ τα σπουδαιότερα έργα του. Εγώ θα συνεχίσω να αναμετρώμαι με τα έργα του και να ονειρεύομαι ότι για μερικές εβδομάδες, ίσως θα μπορούσα να είμαι ο ίδιος ο Ναμπόκοφ! Υπέροχα θα ήταν. Να γράφω λογοτεχνία, να παίζω σκάκι και να κυνηγάω πεταλούδες.  


Μαραμπού


20/7/14

Σε αγαπώ πάρα πολύ, είσαι όλη μου η ζωή



Είναι ώρες και μέρες σαν την σημερινή που νιώθω ευλογημένη για όλα αυτά που μου συμβαίνουν∙ για το μωρό που με κοιτάει από το πάρκο του όσο γράφω αυτές τις γραμμές και που χθες του κούρεψα τις μπούκλες, για το νήπιο που το ρωτάω που είναι το παιχνίδι του και μου απαντά «ιδού». Για τον ορισμό της ζωής με λίγα λόγια, στην πιο αρχέγονη μορφή της. «Κοίτα μαμά, έκανα κι εγώ παιδιά».

Αυτό που με δαιμονίζει είναι πως τόσοι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται μόνο μέσα από την γονεϊκή τους ιδιότητα. Που νιώθουν την ανάγκη όταν τους ρωτούν τι το σπουδαιότερο έκαναν στη ζωή του, να απαντήσουν «Παιδιά». Ναι, αυτή είναι η προφανής απάντηση, που δίνει το ανθρώπινο ένστικτο δίχως μια σκέψη παραπάνω. «Τι θα ήθελες;» «Παγκόσμια ειρήνη».

Είμαι ευλογημένη από έναν θεό στον οποίο δεν πιστεύω- άρα μάλλον από την συγκυρία, την τύχη και την σύμπτωση- με δυο αξιολάτρευτα παιδιά. Τα λατρεύω με μια παράφορη δύναμη, διαφορετική ίσως από όλες τις άλλες. Η αγάπη δεν αλλάζει- κι η αγάπη για τα παιδιά μας δεν είναι ανιδιοτελής. Όμως εμπεριέχει την έννοια της φροντίδας και της προστασίας σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορείς να το σκεφτείς για καμία άλλη αγάπη, ερωτική ή φιλική.

Είμαι μητέρα κι είμαι περήφανη. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Αλλά στην τελική ανάλυση είμαι κι εγώ ανθρώπινο ον, όχι μονάχα εκείνα. Έχω όνειρα, αγάπες δυνατές έξω από την οικογένειά μου- και εντός αυτής- ξέχωρες από κείνα, ενδιαφέροντα και δραστηριότητες που δεν τα περιλαμβάνουν. Το διάβασμα είναι το κυριότερο. Διαβάζω πιο πολύ σε μένα από ό,τι στα παιδιά. Αναπότρεπτα.

Και γράφω. Και δουλεύω. Και μαγειρεύω. Κι ερωτεύομαι. Με το μυαλό σε κείνα. Και κάποτε χωρίς να τα σκέφτομαι καθόλου. Και γυρνάω στην οικογένειά μου στο τέλος της μέρας για επαναφόρτιση. Για να γεμίσω με παιδικές φωνούλες το κουρασμένο μου μυαλό, και να βαρυγκωμήσω την γκρίνια τους, και να γκρινιάξω για το νοικοκυριό, να τα αγκαλιάσω και να τα φιλήσω.

Τα παιδιά είναι μέρος της ζωής μας, αλλά δεν είναι η ζωή μας. Κάποτε τραγουδούσα στον γιο μου αυτό το τραγουδάκι. «Σε αγαπώ πάρα πολύ, είσαι όλη μου η ζωή». Έκανα λάθος.



17/7/14

"Εμείς τα θηρία", Justin Torres



"Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι" είπε. "Να μου υποσχεθείς ότι θα μείνεις για πάντα έξι χρονών".
"Πως;"
"Είναι απλό. Δεν είσαι εφτά∙ είσαι έξι συν ένα. Και του χρόνου θα είσαι έξι συν δύο. Κι έτσι θα πάει για πάντα"
"Γιατί;"
"Όταν θα σε ρωτάνε πόσο χρονών είσαι, εσύ θα απαντάς "Είμαι έξι συν ένα, συν δύο, συν όσα είναι", θα τους  λες πως όσο χρονών κι αν είσαι, είσαι ακόμα το αγοράκι της μαμάς σου. Κι αν εξακολουθήσεις να είσαι το αγοράκι μου, θα σε έχω για πάντα και δε θα με αποφεύγεις, δε θα γίνεις καπάτσος και σκληρός, κι εγώ δε θα πρέπει να κάνω την καρδιά μου πέτρα"

Τρία αδέλφια, από μητέρα λευκή και πατέρα Πορτορικανό, μεγαλώνουν στην Νέα Υόρκη, σε μια οικογένεια που έχει πολλές δυσκολίες, οικονομικές και σχέσεων, που η βία κυριαρχεί, κάποτε παρατημένα από τους γονείς κι άλλοτε πολύ αγαπημένα. Τρία αδέλφια που είναι οι καλύτεροι φίλοι και οι συνένοχοι στην σκανδαλιά. Μέχρι να  αποδείχθει πως ο μικρότερος είναι διαφορετικός από τους άλλους."Ήμασταν έξι χέρια που άρπαζαν κι έξι πόδια που βροντοχτυπούσαν∙ ήμασταν αδέλφια, αγόρια, τρεις μικροί βασιαλιάδες έτοιμοι να χύσουν αίμα για περισσότερα"

Γραμμένο στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, το "εμείς τα θηρία" του Τζάστιν Τόρρες είναι ένα εντυπωσιακότατο πρωτόλειο, ένα βιβλίο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία που έχει πράγματα να πει για το πως και πόσο μας καθορίζει η οικογένεια, για τους δεσμούς που δημιουργούνται ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται, αλλά μες στην μιζέρια και την φτώχεια μπορεί να σπάσουν.

"Δεν θα ξεφύγουμε ποτέ από αυτό" είπε. "Ποτέ"
Εμείς δεν ξέραμε σε ποιόν απευθυνόταν αλλά καταλαγιάσαμε. Οι γροθιές μας πάνω στο τραπέζι χαλάρωσαν κι έγιναν ελαφρά χτυπήματα∙ συνεχίζαμε τις ρυθμικές φωνές, μόνο που τώρα είχαν γίνει σχεδόν ψίθυρος και δεν είχε πια πλάκα.
"Από τι δε θα ξεφύγουμε;" ρώτησε η μαμά
"Κανένας" είπε ο μπαμπάς. "Ούτε εμείς, ούτε αυτά. Κανένας μας δεν θα ξεφύγει από αυτό"

Οι γονείς παντρεύτηκαν μικροί, η μητέρα δουλεύει την νυχτερινή βάρδια σε ένα ζυθοποιείο, ο πατέρας από δω κι από κει. Κάποτε εκείνη είναι βαριά χτυπημένη με το πρόσωπο σακατεμένο, άλλοτε ο πατέρας τους παρατά για μιαν άλλη γυναίκα. Όμως δεν λείπουν κι οι στιγμές οικογενειακής θαλπωρής, σαν τότε που ο πατέρας έκανε τα τρία αγόρια μπάνιο κι έπειτα ξεκίνησε μπροστά τους να κάνει έρωτα στη  μάνα τους.

Μια ιστορία ενηλικίωσης που δεν κατρακυλά σε καμία στιγμή προς το μελό, ένα βιβλίο που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Κι όταν φτάνει το τέλος, ίσως μια ιδέα αναμενόμενο, συμπάσχεις τελικά με αυτό το αγόρι που διαφέρει από τους αδελφούς του.

"Εμείς τα θηρία", Τζάστιν Τόρρες, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκης, 2014, σελ. 172

Υ.Γ. 42 Το βιβλίο το διάβασα γιατί ενθουσίασε την Μαρία Ξυλούρη, να τα λέμε κι αυτά. 


14/7/14

"Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν", Juan Gabriel Vásquez





Με τον εξαιρετικά ποιητικό τίτλο «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», ο Juan Gabriel Vásquez γράφει ένα μυθιστόρημα αριστουργηματικό. Βασισμένος πάνω στην πρόσφατη ιστορία της Κολομβίας, στην ζωή σε μια Μποκοτά που προσπαθεί να συνέλθει από τα χρόνια κυριαρχίας του καρτέλ των ναρκωτικών, ο Βάσκεζ κατορθώνει να μας μιλήσει για τους ανθρώπους, και τις σχέσεις, την μοίρα και τον θάνατο. Τον φόβο που τρυπώνει ύπουλα στις ζωές των ανθρώπων και κάνει τις αναμνήσεις να μοιάζουν σημαντικότερες από το τώρα. 

Πρωταγωνιστής ο νεαρός καθηγητής της Νομικής Αντόνιο Γιαμάρα που γνωρίζεται στα μπιλιάρδα με έναν περίεργο τύπο, τον Ρικάρδο Λαβέρδε. Για τον Λαβέρδε ακούγεται πως ήταν χρόνια στη φυλακή και τώρα ζει μόνος. Οι δυο άντρες ξεκινούν μια ιδιότυπη φιλία που θα καταλήξει κάποια χρόνια μετά σε έναν πυροβολισμό στην μέση του δρόμου που σκοτώνει τον Λαβέρδε κι αφήνει σακάτη τον Αντόνιο.

Αυτή η ιστορία σημαδεύει τον Γιαμάρα που δεν μπορεί να βρει ησυχία, δεν μπορεί καν να απολάυσει την γέννηση της κόρης του και την αγαπημένη του γυναίκα Αούρα. Αρχίζει να ψάχνει και καταλήγει σε μια επίσκεψη στην κόρη του Λαβέρδε, όπου θα μάθει πράγματα για τον φίλο του, για την ιστορία του, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο που ώρες ώρες μοιάζει να αψηφά τον χρόνο, οι ιστορίες- παλιές και νέες μπλέκονται μεταξύ τους – και αποπνέει μια ατμόσφαιρα θλίψης που μόνο όποιος έχει ζήσει σε ταραγμένους καιρούς μπορεί να μεταφέρει στο χαρτί. Είναι ευκολοδιάβαστο, σχεδόν δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου. Κι ο Βάσκεζ ίσως το καινούργιο αστέρι της λογοτεχνίας της Κολομβίας έπειτα από τον  Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.



«Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν», Juan Gabriel Vasquez, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος 2014, σελ.294 

10/7/14

"Άγρια Ακρόπολη", Νίκος Α. Μάντης


Ελληνική επιστημονική φαντασία στα καλύτερά της είναι η «Άγρια Ακρόπολη» του Νίκου Μάντη. Το βιβλίο- που προς τιμήν του περιοδικού «Αναγνώστη» πήρε το βραβείο μυθιστορήματος για την χρονιά που μας πέρασε- είναι ένα κείμενο ολοκληρωμένο, στα χνάρια των μαέστρων του είδους. Παρά τις κάποιες αβλεψίες στην πλοκή κατορθώνει να στήσει ένα σύμπαν εναλλακτικό, διαφορετικό- ή όχι και τόσο- από το δικό μας, αλλά το ίδιο ζοφερό.

Το 2159 μ.Χ. ο κόσμος έχει πλήρως διαχωρισθεί. Οι τεχνητά αναστημένοι Νεάτερνταλ κάνουν όλες τις χειρωνακτικές εργασίες, μιλούν μονάχα Ελληνικά-όσοι από αυτούς μπορούν να μιλάνε- και δεν λογίζονται μέρος του ανθρώπινου είδους. Οι Χόμο Σάπιενς έχουν εγκαθιδρύσει ένα  γενετικό καπιταλισμό όπου τα χρήματα έχουν αντικατασταθεί από τα αποτελέσματα στα διάφορα τεστ ευφυΐας. Όλοι εμβολιάζονται στην αρχή της ζωής τους με το εμβόλιο της εξυπνάδας κι έπειτα δίνουν απανωτά τεστ για να δουν που θα καταλήξουν. Οι ευφυέστεροι φτάνουν στο υψηλότερο επίπεδο, τον Θόλο, από όπου κυβερνούν με όλες τις ανέσεις∙ ειδικά αν κατάγονται από τους Μετόχους. Οι υπόλοιποι μένουν στην μετριότητα των κατώτερων ορόφων, σίγουροι όμως πως στην αρχή οι ευκαιρίες τους ήταν ίσες, απλά κατέλαβαν την θέση που τους αξίζει σε έναν κόσμο που οι άνθρωποι δεν γεννιούνται ίδιοι.

Πρωταγωνιστής ένας νεαρός Νεάτερνατλ, ο Μάνο, που έχει καταφέρει να ξεφύγει από την χειρωνακτική εργασία, έμαθε τον εαυτό του Αγγλικά από την τηλεόραση και απαντά τηλέφωνα σε ένα τηλεφωνικό κέντρο. Παρ’ όλο που η εργασία του είναι μηχανική και ακούει τρεις τουλάχιστον φορές την ώρα να τον αποκαλούν πίθηκο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, ο Μάνο νιώθει πως ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους της φυλής του- και στο παρουσιαστικό και τις ικανότητες.  Όταν αναπάντεχα του δοθεί η δυνατότητα να ανέλθει στα επόμενα κοινωνικά στρώματα, θα την αρπάξει από τα μαλλιά.

Ο ήρωας, που αλλάζει όνομα ανάμεσα στα μέρη του βιβλίου, αξίζει να πρωταγωιστεί. Η ιδέα πως παρ’ όλες τις επιστημονικές αρνήσεις για κάτι τέτοιο, ένα υβρίδιο, ανάμεσα σε Νεάτερνταλ και Σάπιενς όπως ο Μάνο μπορεί να επιβιώσει και τελικά να πάρει τα καλά χαρακτηριστικά και από τις δυο φυλές, είναι γοητευτική. Παρ’ όλα αυτά ο Μάνο είναι ένας χαρακτήρας υποταγμένος, μαθημένος κάθε φορά να δέχεται αυτό που του σερβίρουν, νίκη ή ήττα, να ακολουθεί το αρχέγονο ένστικτό του αλλά να μην μπορεί να το ορίσει.

 Αυτός ο γενετικός καπιταλισμός μοιάζει πολύ με τον δικό μας, κι ας αλλάζει η μονάδα μέτρησης του πλούτου. Η διαφορά του είναι πως οι κάστες εκεί είναι εντελώς κλειστές, ο πρωταγωνιστής είναι μια εξαιρετική περίπτωση που δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Στον κόσμο του 2159 μ.Χ. λείπει η βαλβίδα αποφόρτισης της πίεσης, δεν μπορούν έστω και κάποιοι, πολύ λίγοι, να αποφύγουν την μοίρα τους. Ακόμα κι η αντίσταση δεν έχει κανένα έρεισμα, είναι μια εφηβική οργάνωση καταδικασμένη να αποτύχει.

Το τέλος του βιβλίου είναι βαθιά απαισιόδοξο μες στην γλυκύτητά του, η ιδέα πως ένας άνθρωπος έστω και τόσο ιδιαίτερος θα μπορούσε να είναι η αρχή της αλλαγής εγκαταλείπεται από πολύ νωρίς στο κεφάλι του αναγνώστη. Ο Μάνο ή Άξελ ή Αλεξάντερ θα ακολουθήσει την πορεία της ζωής του, θα παραδοθεί στα ένστικτά του και τελικά θα κάνει μονάχα την δική του, προσωπική επανάσταση.

Είχα καιρό να πιάσω στα χέρια μου μια καλή ελληνική δυστοπία- πιθανολογώ πως η τελευταία ήταν της Ιωάννας Μπουραζοπούλου που είναι εξαιρετική στο είδος. Το βιβλίο του Νίκου Μάντη το διάβασα σχεδόν απνευστί και το καταευχαριστήθηκα.

«Άγρια Ακρόπολη», Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Καστανιώτης, 2013, σελ. 222