19/6/19

"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Lucia Berlin





Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» της Λουσία Μπερλίν έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις μυθιστόρημα, τέτοια είναι η ενότητα της θεματολογίας και του ύφους∙ ένα χαμηλότονο, σπαρακτικό μυθιστόρημα, που η Μπερλιν το έγραφε όλη της τη ζωή. Το βιβλίο περιλαμβάνει 44 από τα συνολικά 77 διηγήματα που έγραψε η συγγραφέας κατά τη διάρκεια ενός ταραχώδους βίου- δύο γάμοι, τέσσερα παιδιά, αλκοολισμός, ατελείωτες μετακινήσεις, δουλειές του ποδαριού, ανέχεια και μιζέρια καθώς και μια πιθανή κακοποίηση από τον παππού της. 

Τα διηγήματα έχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, η Μπερλίν κατορθώνει να φτιάξει λογοτεχνία από τις ίδιες της τις σάρκες, δεν την νοιάζει η ακρίβεια των γεγονότων, η πραγματικότητα ως έχει, την ενδιαφέρει όμως η αλήθειά της. Τα κείμενα που την ορίζουν περισσότερο είναι αυτά που ασχολούνται με τη σχέση της με τη μητέρα και την οικογένεια εν γένει, αλλά και αυτά που μιλούν για το πώς είναι η ίδια ως μητέρα. Μια μητέρα που επανέλαβε το μοτίβο της αλκοολικής μητέρας της. Κάποια μιλούν και για τα νεανικά της χρόνια, όπου ο πατέρας της την έπαιρνε κοντά του στη Χιλή, αντί για τη μητέρα της, που ήταν συνέχεια «στο δωμάτιο της». Ο λόγος της είναι καθαρός, ο ρυθμός είναι υποβλητικός και το σύνολο εξαιρετικά γοητευτικό. Μοιάζει σαν όλη της η ζωή να είναι λογοτεχνία βιωμένη, σαν να τραγουδάει συνεχώς στον ίδιο και τον ίδιο σκοπό. Κι αυτό δεν είναι βαρετό, γιατί κάθε φορά ο σκοπός βελτιώνεται, βαθαίνει και μεστώνει. 

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω συλλογή διηγημάτων που να με συναρπάσει, να με κρατήσει πλήρως αφοσιωμένη. Τείνω να κάνω απιστίες στα διηγήματα, να αφήνω τα βιβλία μισοτελειωμένα, μα αυτό σε ρουφούσε συνεχώς στον κόσμο του. Τα τραύματα των ηρωίδων της είναι βαθιά, ανομολόγητα και ομολογημένα, ο κόσμος που ζει σκληρός και ανελέητος, όμως οι ήρωες της δεν είναι ανήθικοι, ξέρουν πως βουλιάζουν, ξέρουν πως βυθίζονται. Δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Η γραφή της είναι γυναικεία, με ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να συνεπάγεται αυτό, με μια βρώμικη ευαισθησία που μόνο η πολυπλοκότητα ενός τέτοιου πλάσματος θα μπορούσε να πετύχει. Το χιούμορ εναλλάσσεται με τη μελαγχολία κι αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη γεύση. 

Η Λουσία Μπερλίν είχε ελάχιστη αναγνώριση όσο ζούσε, ακόμα κι όταν γλίτωσε από τις μετακινήσεις και τη χειρωνακτική εργασία και βρήκε μια θέση στο Πανεπιστήμιο, λίγοι την ήξεραν. Πέθανε σχετικά νέα, από μια σκληρή ασθένεια, μέσα στην αφάνεια.Την ανακάλυψαν στην Αμερική έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό της κι είμαι σίγουρη πως δεν θα την ξεχάσουν ποτέ ξανά.


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Λουσία Μπερλίν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2018, σελ. 572

6/6/19

"Πλατεία Διαμαντιού", Mercè Rodoreda



Η Μερσέ Ροδορέδα είναι μάλλον η σπουδαιότερη Καταλανή συγγραφέας και η Πλατεία Διαμαντιού το πιο συζητημένο έργο της. Δεν είναι τυχαίο πως ο Χάρολντ Μπλουμ την περιλαμβάνει στον «Δυτικό κανόνα» στο «Η χαοτική εποχή: μια προφητεία για τον κανόνα». Πρόκειται για μια συγγραφέα που αναγκάστηκε να αφήσει την Ισπανία μετά τον εμφύλιο, να ζήσει σχεδόν όλη της τη ζωή ως πολιτική πρόσφυγας, και να γυρίσει στην πατρίδα της μόλις τρία χρόνια πριν πεθάνει. Ο θάνατός της δεν έγινε γνωστός εκτός Ισπανίας, αλλά όταν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έμαθε για το χαμό της, έγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο στη μνήμη της. 

Όταν η Ροδορέδα έγραφε την Πλατεία Διαμαντιού, μόλις και μετά βίας θυμόταν πια πώς ήταν το μέρος, είχε χρόνια να το επισκεφτεί. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να στήσει ένα μυθιστόρημα που ο τόπος και η ιστορία πρωταγωνιστούν εξίσου, όσο κι οι ήρωες. Κεντρική φιγούρα και αφηγήτρια η Νατάλια, ένα κορίτσι που παντρεύτηκε νωρίς έναν άντρα μπλεγμένο με τα πολιτικά και μονίμως απόντα στον πόλεμο. Προσπάθησε να τα καταφέρει όσο καλύτερα μπορούσε, σε ένα σπίτι γεμάτο περιστέρια- η εμμονή του άντρα της- και δύο παιδιά που αγαπούσε με τον τρόπο της, να βρει τον εαυτό της ενώ γύρω της το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι έβραζε και την παρέσερνε. 

Η αφήγηση είναι εξαιρετικά χαμηλότονη, μιλά για πράγματα σκαιά με τον πιο φυσικό τρόπο και για αυτό ο πόνος που αποπνέει το κείμενο είναι ασφυκτικός. Η Νατάλια ακόμα κι όταν σκέφτεται λόγω της πείνας στον Πόλεμο να αυτοκτονήσει αφού σκοτώσει τα παιδιά της, το κάνει απαλά, σαν να είναι κι αυτό μέρος της ζωής και της ανάσας. Το μυθιστόρημα έχει πολλά κομμάτια stream of consciousness, η δράση φαίνεται μέσα από τα λεγόμενα, σαν να πέφτει μια αραχνούφαντη κουρτίνα πάνω στα γεγονότα. Αυτό κάνει τα πράγματα σπαρακτικά. 

Πρόκειται για ένα πολυδιασπασμένο, πρωτοπρόσωπο κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού. Τα ζητήματα που θίγονται είναι θέματα φύλου, εθνικής ταυτότητας, κοινωνικής τάξης, θρησκευτικής πίστης. Το βασικό μοτίβο όμως είναι η ζωή κι ο θάνατος και το μάταιο ενδιάμεσό τους. Ό,τι συμβαίνει, γίνεται μέρος της ρουτίνας, αυτού που είναι να γίνει, το σημαντικό μπλέκεται με το ασήμαντο∙ ακόμα κι όταν η πραγματικότητα σε γρονθοκοπά, κι αυτό να είναι μέρος της καθημερινότητας. 

Η γραφή της Μερσέ Ροδορέδα μου θύμισε έντονα Βιρτζίνια Γουλφ, μια Ισπανίδα Γουλφ με διαφορετική ποιότητα θλίψης. Οι ηρωίδες τους, ο τρόπος που αρχίζουν αργά και σταδιακά να αντιλαμβάνονται το φύλο και τον εαυτό τους, αλλά και η γραφή που μοιάζει χωρίς κορυφώσεις συναισθηματικές ενώ στην πράξη φλέγεται, τις κατατάσσει πολύ κοντά στο μυαλό μου. Οι δυο τους μίλησαν για έμφυλα και πολιτικά ζητήματα, με έναν τρόπο γυναικείο και καθαρό. 

Η Πλατεία Διαμαντιού είναι ένα πραγματικά καλό μυθιστόρημα, από αυτά που θα μείνουν κλασικά. Μιλάμε για ένα βιβλίο γοητευτικό, που δεν σε παρασύρει στον ρυθμό του, που τελειώνει αργά μα το θυμάσαι για καιρό. Μέρες μετά την ανάγνωση συνεχίζω να το σκέφτομαι, ζηλεύω τη θαυμαστή του οικονομία, νιώθω δέος για το πώς- μόνο η λογοτεχνία μπορεί- να εκφράσει αυτό που βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Κάτι ανθρώπινο και απάνθρωπο συνάμα, που μας κάνει να συνεχίζουμε πορευόμαστε όσο κι αν ο κόσμος γύρω μας σκάει σε χίλια κομμάτια. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ

"Πλατεία Διαμαντιού", Μερσέ Ροδορέρα, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 235

2/6/19

"Σεροτονίνη", Michel Houellebecq



Κάποια από τα βιβλία του Μισέλ Ουελμπέκ μού άρεσαν πολύ, όπως ο Χάρτης και η Επικράτεια ή η Υποταγή, κάποια άλλα πραγματικά με ενόχλησαν με τον μισογυνισμό τους, σε σημείο να μην γράψω καν για αυτά, πράγμα σπάνιο. Η Σεροτονίνη είναι μάλλον το πιο μέτριο μυθιστόρημά του που έχω διαβάσει, δεν μου δημιούργησε έντονα συναισθήματα, κατά ώσεις με έκανε να βαρεθώ με την μάλλον άνευρη και άνοστη γραφή. 

Ένας πενηντάχρονος υπάλληλος, ο Φλοράν Κλωντ του Υπουργείου Γεωργίας αποφασίζει να αφήσει την ερωμένη του, μια νεαρή Γιαπωνέζα που νοιάζεται μόνο για τα λούσα και τα λεφτά, και να εξαφανιστεί. Ξενοικιάζει το διαμέρισμα όπου έμεναν, αφήνοντάς την οικονομικά ξεκρέμαστη, κι αυτός ξεκινά να ζει σε ξενοδοχεία, στο Παρίσι και στη Γαλλική επαρχία, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην κατάθλιψη, αρχίζει να παίρνει αντικαταθλιπτικά, οπότε έχει και πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας. Μέσα στη θλίψη του επισκέπτεται έναν φίλο, παλιό αριστοκράτη που το αρχοντικό του προσπάθησε να το κάνει φάρμα και μπανγκαλόου και μπλέκει και σε μια διαμαρτυρία των Γάλλων γαλακτοπαραγωγών. 

Πρόκειται για έναν κλασικά ουελμπεκικό ήρωα, έναν μίζερο και αξιολύπητο μεσήλικα λευκό άντρα που αναπολεί τις γυναίκες της ζωής του και τις κατατάσσει ανάλογα με το πόσο καλή πίπα του έπαιρναν. Η σταδιακή κατάρρευσή του Φλοράν Κλωντ είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, και το μόνο που έχει πραγματικό νόημα, μας δίνει κάποιες στιγμές βάθους. Ακόμα όμως κι αυτό το θέμα ο συγγραφέας το χειρίζεται επιφανειακά και τσαπατσούλικα, ειδικά όσο κάνει πλάκα με τα αντικαταθλιπτικά, τον ψυχίατρο και την πτώση της λίμπιντο. 

Τα συνήθη θέματα του Ουελμπέκ είναι εδώ, ματαιότητα, ανικανότητα να βρεις ποιος είσαι, ματαίωση σε έναν καταναλωτικό κόσμο όπου δεν υπάρχει νόημα. Μα και τα συνήθη ελαττώματα είναι εδώ, μισογυνισμός, εκτενής ενασχόληση με το σεξουαλικό ζήτημα ενός άντρα που γερνάει, ένα πέρασμα ενός παιδόφιλου που παραμένει ατιμώρητος, μια προθήκη με όπλα στην εξοχή όπου έχει πρόσβαση ο καθένας, μια χλευαστική απεικόνιση μιας γυναίκας στα τριανταπέντε που μεγαλώνει μόνη το παιδί της. 

Η ιστορία με το γάλα δεν μου θυμίζει πολύ Κίτρινα Γιλέκα. Και δεν έχει και μεγάλη σημασία, ο Ουελμπέκ δεν είναι πολιτικός προφήτης, συγγραφέας είναι. Στη Σεροτονίνη αφέθηκε στις εμμονές του, στη δική του μιζέρια και δυστυχία, ίσως και στις ευκολίες του. Στο δεύτερο μέρος το μυθιστόρημα διασώζεται κάπως, όσο ο ήρωας παλεύει να μην αυτοκτονήσει, και βρίσκει κάποιο πάτημα στην αγάπη. Η συνολική γεύση πάντως είναι κάπως στυφή, σαν να μπαγιάτεψε η πρόκληση, σαν να μην έχει νόημα να ανέχεσαι πια κάποιον πολύ οικείο που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ. Αναρωτήθηκα αν θα ξαναδιαβάσω Ουελμπέκ μετά τη Σεροτονίνη, μπήκα στον πειρασμό να τον ξεγράψω. Όσο κι αν με απογοήτευσε όμως, η απάντηση είναι πως θα τον ξαναδιαβάσω, λίγοι συγγραφείς του καιρού μας τολμούν όπως αυτός, το επόμενο ίσως είναι πάλι αριστουργηματικό. 



                                                          Κατερίνα Μαλακατέ





"Σεροτονίνη", Μισέλ Ουελμπέκ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, 2019, σελ.320



27/5/19

"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας





Η Εβραία νύφη του Νίκου Δαββέτα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2009 από τις εκδόσεις Κέδρος, έκανε αμέσως αίσθηση, απέσπασε το βραβείο της Ακαδημίας και καθιέρωσε τον συγγραφέα της στη συνείδηση του κοινού. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει άλλες δύο φορές, μία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και τώρα από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ακολουθεί τον Δαββέτα και όχι άδικα, μάλλον πρόκειται για το καλύτερό του ως τώρα.

Με φοβερή οικονομία εικόνων και λόγου, ο συγγραφέας στήνει ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με πολλά θέματα ταυτόχρονα, κανένα δεν εξαντλεί, κανένα δεν ακουμπά επιφανειακά. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μεσήλικας δημοσιογράφος, βρίσκεται στο μπάνιο της Νίκης, μιας γυναίκας με την οποία έχει μόλις κάνει έρωτα. Παντού βρώμα και δυσωδία, ούτε να κατουρήσεις δεν μπορείς, κι ένας τοίχος με φωτογραφίες του πατέρα της. Η Νίκη είναι ανορεξική, τιμωρεί το σώμα της, γιατί δεν μπορεί να ανεχτεί το αμάρτημα του πατρός της, είναι ένα κορίτσι που το στοιχειώνει το παρελθόν, σαν πένθος.  Ο αφηγητής την ερωτεύεται, και γίνονται ζευγάρι. Αν και η κοπέλα δεν φαίνεται ικανή να ανεχτεί καν τον εαυτό της, πόσο μάλλον την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου. 

Ο πατέρας της Νίκης κατέδιδε Εβραίους στην Κατοχή, κι  έπειτα καρπωνόταν την περιουσία τους. Φυσικά δεν τιμωρήθηκε ποτέ, πέθανε ως ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας, με δόξα και τιμές. Ο πατέρας του αφηγητή ήταν αριστερός που υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία στη Μακρόνησο και τελικά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Εμφυλίου, να κυνηγά τους συντρόφους του. Δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ, ήταν τυχοδιώκτης και τζογαδόρος, και πέθανε άδοξα. Το ζευγάρι, δεν μπορεί να ξεφύγει από το συναισθηματικό βάρος της οικογενειακής ιστορίας, ο καθένας δείχνει να βουλιάζει όλο και πιο πολύ σε ένα τέλμα που τους κυνηγά από τότε που γεννήθηκαν.


https://en.wikipedia.org/wiki/The_Jewish_Bride



Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα σε δύο αφηγηματικούς χρόνους και τρεις άξονες πλοκής- η ερωτική ιστορία του δημοσιογράφου και της Νίκης, η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και αυτή του Εμφυλίου.  Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, μα για ένα βιβλίο που προσπαθεί να μιλήσει για το Κακό, με όρους του σήμερα και του χθες, να διαχειριστεί τη συλλογική ευθύνη και τη μνήμη, όπως διαμορφώνουν τη σημερινή ζωή μας. Η φιγούρα της κάτισχνης Νίκης είναι καθηλωτική, κι έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον πίνακα με τον οποίο έχει εμμονή η κοπέλα - την Εβραία νύφη του Ρέμπραντ-, αλλά και όσα ξέρουμε για το Ολοκαύτωμα. Η Νίκη δεν είναι Εβραία, την κατατρώει η ενοχή για πράξεις που δεν έκανε εκείνη. Και για τον αφηγητή, η σχέση με τον δικό του πατέρα και τη δράση του, είναι ανοιχτή πληγή. 

Ως τη μέση, το βιβλίο μοιάζει κάπως κοινότοπο, όμως σιγά σιγά βαθαίνει. Διάφορες ιστορίες εγκιβωτίζονται στη βασική πλοκή, το μυθιστόρημα ανοίγει, κάνει το πολιτικό προσωπικό κι έπειτα πάλι πολιτικό, δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει. Και όλα αυτά, με μια αφήγηση πυκνή και ουσιαστική, πουθενά δεν χάνεις το νήμα, πουθενά ο συγγραφέας δεν βάζει επίτηδες τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Τα πραγματολογικά στοιχεία είναι προσεκτικά διασταυρωμένα, η γλώσσα λιτή και περιεκτική, το κείμενο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις, οι χαρακτήρες- και τα πάθη τους- είναι αληθινά. Όλα αυτά μαζί καθιστούν την Εβραία νύφη ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, και που το αποτύπωμα της ανάγνωσής του σου μένει στο μυαλό για καιρό μετά. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκης, σελ.286, 2019













Υ.Γ. 42 Θα ήθελα για εξώφυλλο τον πίνακα του Ρέμπραντ 

20/5/19

"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου




Είχα καιρό να διαβάσω ένα πραγματικά εξαιρετικό ελληνικό μυθιστόρημα. «Η θεραπεία των αναμνήσεων» του Χρήστου Αστερίου, επτά χρόνια μετά το πολύ πετυχημένο «Ίσλα Μπόα», είναι ένα ζηλευτό βιβλίο, με βάθος και συναίσθημα, ρυθμό και πλοκή. Εκκινεί αργά, παίρνει το χρόνο του στην αφήγηση, χτίζει τον ήρωα του και τελικά καταδύεται στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης και φτάνει σε ερωτήματα ταυτότητας που απασχολούν όλους μας. Μα κυρίως αναρωτιέται, «υπάρχει κανένας που να ξέρει πραγματικά τους γονείς του;». 

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάικ Μπουζιάνης, επιτυχημένος συγγραφέας στην Αμερική, που ξεκίνησε ως stand up comedian και κατέληξε κωμικός συγγραφέας. Τον βλέπουμε σε μια φάση της ζωής του που όλα καταρρέουν, βιώνει ένα άσχημο διαζύγιο, δεν μπορεί να γράψει τίποτα κι έχει αρχίσει να εξαρτάται από το ποτό. Σε μια μεγάλη παρουσίαση για χάρη του, καταρρέει μπροστά σε όλους και πέφτει. Από κει ξεκινά η άνοδος, αρχίζει να διδάσκει δημιουργική γραφή, βρίσκει έναν νέο έρωτα κι επικεντρώνεται στη ζωή του κι όχι των άλλων. Γράφει τη δική του ιστορία πια, διερευνά τη σχέση του με την οικογένεια, τον εαυτό, την πατρίδα, τον πατέρα. Και ανακαλύπτει πράγματα που δεν ήξερε, για τους γονιούς αλλά κυρίως για τον ίδιο. 

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη Θεραπεία των αναμνήσεων ως ένα ταξίδι αυτογνωσίας, αλλά μάλλον η ταμπέλα θα αδικούσε το βιβλίο που είναι πολυεπίπεδο και σε σημεία στοχαστικό. Μου φαίνεται πως πιο πολύ από όλα το χαρακτηρίζει το παιχνίδι από όπου πήρε τον τίτλο του: για να θεραπεύσουν τους ανοϊκούς ασθενείς, οι ψυχίατροι στήνουν ένα γαϊτανάκι αναμνήσεων, αντικείμενα, φωτογραφίες, ανθρώπους, μήπως βοηθήσουν τη μνήμη. Έτσι κι αυτό το μυθιστόρημα, δεν είναι ένα παιχνίδι νοσταλγίας, είναι μια λειτουργική άσκηση μνήμης. Πρόκειται για ένα βιβλίο που χτυπάει τον αναγνώστη ακριβώς εκεί που πονάει, στη μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα στην εξωτερική πραγματικότητα κι αυτό που αισθανόμαστε μέσα μας. Ο Μάικ Μπουζιάνης, που στην αρχή του μυθιστορήματος φαίνεται να διακατέχεται από όλη την ματαιότητα που μας υπαγορεύει η σύγχρονη ζωή σιγά σιγά μεταμορφώνεται, όχι μόνο από το εσωτερικό του ταξίδι, αλλά γιατί αναγκάζεται να διερευνήσει τις ρίζες του, να ασχοληθεί με τους γονείς του, με την κόρη του, με μια νεαρή γυναίκα που τον αγαπά. Όλα όσα πρωτύτερα του φαίνονταν επιφανειακά και δίχως νόημα, τώρα σπάζει το κέλυφος και βλέπει τον πυρήνα τους. 

Το χιούμορ και η μουσική δίνουν ρυθμό στην ανάγνωση, η αφήγηση είναι τελείως φυσική, η γλώσσα είναι όσο πρέπει λιτή και αποστασιοποιημένη, κάποιες σκηνές θαρρείς πως τις έχουν γράψει σπουδαίοι ξένοι συγγραφείς- όπως ο Ροθ ή ο Όστερ. Διάβασα τη Θεραπεία των αναμνήσεων λαίμαργα, και τώρα κάπως σαν να μετάνιωσα που τελείωσε, ήθελα κι άλλο. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοπλιμέντα που μπορεί να κάνει ένας αναγνώστης σε ένα βιβλίο, να μην θέλει να τελειώσει, να συνεχίσει να επιθυμεί να βρίσκεται στον κόσμο του. 


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ





"Η θεραπεία των αναμνήσεων", Χρήστος Αστερίου, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 299




16/5/19

Στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης





Τρίτη χρονιά φέτος που πήγα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα καμία δουλειά, κανένα πάνελ, και καμία υποχρέωση να είμαι εκεί. Πήγα γιατί ήθελα, γιατί περνάω πολύ καλά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή, γιατί βλέπω μαζεμένους ανθρώπους του βιβλίου που τους νιώθω δικούς μου, κι άλλους που τους θαυμάζω από μακριά. Και φυσικά πήγα και για την ωραία εκδρομή. Πάνω από 500 εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο (το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και για τις τέσσερις μέρες είναι πάνω από 100 σελίδες), κάποιες κοινότοπες και βαρετές- ένας συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο ενός άλλου και μας λέει πόσο αριστουργηματικό είναι-, κι άλλες πραγματικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές, που θέτουν θέματα ουσίας για αναγνώστες και επαγγελματίες. 





Η Έκθεση γίνεται στο γνωστό συνεδριακό κέντρο που γίνεται και η ΔΕΘ, και έχει τριπλό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα εμπορικό, υπάρχουν σε μικρά ή μεγαλύτερα σταντ σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, ο καθένας μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει και να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες. Αυτό για τους μικρούς εκδοτικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κάποια από τα βιβλία τους δεν φτάνουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία, οι αναγνώστες μπορούν να τα δουν μόνο στις Εκθέσεις. Το δεύτερο κομμάτι της είναι οι εκδηλώσεις. Το τρίτο οι επαγγελματικές επαφές για το βιβλίο, σε έναν χώρο που συγκεντρώνονται όλοι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που παραμένει στην Θεσσαλονίκη, αν γινόταν στην Αθήνα δεν θα είχε αντίστοιχη συμμετοχή επαγγελματιών τόσες ώρες κάθε μέρα. Ο καθένας θα έκανε την παρουσίασή του και θα έφευγε.  Η αλήθεια είναι πως η ίδια η πόλη δεν ζει στον ρυθμό της ΔΕΒΘ. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει, τη μπερδεύουν με ένα παζάρι ξεπουλήματος βιβλίων που γίνεται στην παραλία κάποια άλλη χρονική στιγμή, δεν αντιλαμβάνονται πως σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς μαζεύονται τόσο κοντά τους για ένα τετραήμερο. 

Η διοργάνωση μού φάνηκε φέτος καλύτερη. Μοναδικό μελανό σημείο και φέτος η αδυναμία στην ουσία να φιλοξενήσει σωστά τους ξένους συγγραφείς. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Λάζλο Κρασναχορκάι, αλλά η εκδήλωση έγινε σε μια στενή αίθουσα, με ελάχιστα ακουστικά διερμηνείας. Δεν πρόλαβα να πάω μια ώρα πριν κι έτσι έμεινα όρθια, χωρίς δυνατότητα μετάφρασης από τα ουγγρικά- ε, πόσο να με κρατήσει το γαλάζιο βλέμμα του Λάζλο, δεν άντεξα πολύ κι έφυγα. Κάπως πρέπει να μαζευτεί και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάποιες γίνονται για να γίνονται με λίγο κόσμο και απροετοίμαστους ομιλητές, ενώ κάποιες συμπίπτουν χρονικά κι είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσεις.

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη ειλικρινά αναζωογονημένη- όλο αυτό έχει και κάπως χαρακτήρα σχολικής εκδρομής- με νέες εικόνες και πληροφορίες. Και με ανανεωμένη την όρεξή μου∙ για βιβλία και διάβασμα. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ