1/7/16

"Πνεύματα", Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη



Επιτέλους ένας οίκος με προοπτικές ασχολείται με την λογοτεχνία του φανταστικού στην Ελλάδα. Την πραγματική, όχι αυτοί που γράφουμε εμείς που βρισκόμαστε στα όριά της, αλλά εκείνη που αντλεί από τα αντίστοιχα μυθιστορήματα του εξωτερικού, πατάει στον απίστευτο πλούτο της ελληνικής μυθολογίας και φτιάχνει ολοκαίνουρια, άφθαρτα σύμπαντα, που θυμίζουν αλλά και δεν θυμίζουν το δικό μας. 

Αρχή έκαναν οι mamaya με το Δράκων και τώρα συνεχίζουν με τα Πνεύματα της Ευθυμίας Δεσποτάκη κι αν κατάλαβα καλά, θα συνεχίσουν με βιβλία της ομάδας ΑΡΠΗ που μαζί με το www.sff.gr, κάνουν την πιο σοβαρή προσπάθεια στην Ελλάδα να συγκεντρωθεί και να ακμάσει η λογοτεχνία του φανταστικού.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο βασίλειο της Αισωπείας. Ο στρατηγός Δάμας έχει νικήσει όλους τους άλλους δυο γενιές πριν και τώρα στην Δαμασινή Ιασώ, την πόλη που ιδρύθηκε για να τον τιμήσουν, επικρατεί ειρήνη. Ένας νεαρός με ταλέντο στην μηχανική, ο Παγκράτης- Απελλάτης εκ Δαμασινής- ζει με τον Εραστή του Θεόδωρο, έναν εφευρέτη που μοιάζει χαμένος στις σκέψεις του. Ο Παγκράτης ελίσσεται εξαιρετικά στο δύσκολο κοινωνικό σύστημα της Δαμασινής, ξέρει ανθρώπους, είναι εραστής της πιο ισχυρής χήρας. Η ζωή του θα αλλάξει όταν ένας Νεσίλιος πρίγκηπας θα εμφανιστεί στην Δαμασινή Ιασώ μαζί με την μάγισσα δούλη του κι έναν γέρο. 

Το βιβλίο εκτός από την πλούσια φαντασία, πραγματεύεται δύο μεγάλα θέματα και ακανθώδη. Το πρώτο είναι η επιστήμη, η μηχανική και η θρησκεία, σε σύνθεση και αντιπαράθεση. Η μαγεία του ενός, που γίνεται και δεν γίνεται θρησκεία, οι θεοί, που κάποτε ήτανε θνητοί, η επιστήμη και η μηχανική, που έρχεται αρωγός, που βοηθάει, αλλά παρά τον πόνο, δεν ορκίζεται. 

Το δεύτερο είναι η γνώση, ως πηγή καλού και κακού,η συγκέντρωσή της στα χέρια ποιου και γιατί. Οι βιβλιοθήκες που πρέπει ή δεν πρέπει να καούν, η ανάγνωση, ως φορέας ηθικής. 

Νομίζω πως στο σύμπαν των «Πνευμάτων» με κούρασαν οι πολλές λεπτομέρειες, που ξέρω όμως πως αρέσουν στους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του fantasy. Με ενθουσίασε η μυθολογία που στήνεται, ακόμα κι αν κάποιες εκφάνσεις της μοιάζαν άσχετες με την δομή του συγκεκριμένου βιβλίου. Φαντάζομαι όμως πως θα είναι χρήσιμες στην συνέχεια, στις συνέχειες- ένα τέτοιο σύμπαν είναι κρίμα να πάει χαμένο. Επίσης θεωρώ κάπως άστοχο τον τίτλο. Είναι πολύ έξυπνος αν τον αναλογιστείς μετά την ανάγνωση του βιβλίου, αλλά για μένα θα ήταν απωθητικός, δεν θα έπιανα το βιβλίο αν δεν ήξερα από πού προέρχεται και γιατί· κοινώς από την ιέρεια του ελληνικού μυθιστορήματος του φανταστικού.

Εν πολλοίς ελπίζω η προσπάθεια των εκδόσεων Mamaya να ευοδωθεί. Δεν είναι λίγοι οι οπαδοί του fantasy στην Ελλάδα, κι ως τώρα οι Έλληνες συγγραφείς του δεν είχαν τύχει και της καλύτερης μεταχείρισης. Ήρθε η ώρα τους. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ




"Πνεύματα", Ευθυμία Ε. Δεσποτάκη, εκδ.Mamaya, 2016, σελ. 327

29/6/16

«The storied life of Α.J. Fikry», Gabrielle Zevin




Ένα εξαιρετικά ευχάριστο βιβλιοβιβλίο είναι το The storied life of A.J Fikry, για το οποίο δεν θα είχα ιδέα αν δεν είχε την καλοσύνη να μου το στείλει η Penelope, αναγνώστρια του blog από την Αμερική. Όταν το είδα στο ταχυδρομείο, τα έχασα, το ομολογώ. Έκανε την μέρα, ίσως και τoν μήνα μου -που πήγαινε κατά διαόλου-, λίγο πιο φωτεινά.

«Έπεσε στα χέρια μου εντελώς κατά λάθος όταν δούλευα – το είδα, σε σκέφτηκα, το πήρα και στο στέλνω. Ίσως να έχει κάτι από σένα, ίσως να δεις κάτι δικό σου», μου γράφει η Πηνελόπη στην αφιέρωση και διαβάζοντάς το κατάλαβα με ευκρίνεια γιατί. Είναι ένα μυθιστόρημα για βιβλιόφιλους, γεμάτο αναφορές και με ήρωα έναν αντισυμβατικό βιβλιοπώλη που τυχαίνει να θέλει να πουλάει αυτά που αγαπάει να διαβάζει. 

Η ιστορία έχει ως εξής: ο A.J. είναι ένας 39χρονος βιβλιοπώλης που μόλις έχει χάσει την έγκυο γυναίκα του σε αυτοκινητιστικό και αγωνίζεται να συνέλθει. Ένα βράδυ γίνεται λιώμα και ανακαλύπτει πως του έχουν κλέψει ένα από τα ελάχιστα αντίτυπα του Tamerlane του Poe, που είχε στην κατοχή του και σκόπευε να πουλήσει για να αποσυρθεί. Αυτό τον αναγκάζει να βάλει μια τάξη στην ζωή του, να αρχίσει το τρέξιμο, να κόψει το ποτό. Μια μέρα γυρίζοντας στο βιβλιοπωλείο θα βρει ένα μωρό την Maya. Και θα αποφασίσει να το κρατήσει.

Αν και η πλοκή έχει κάποιες αφέλειες και κοινοτοπίες, και μόνο για την αίσθηση πως διαβάζεις ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο αξίζει τον κόπο. Ονόματα συγγραφέων πετάγονται από παντού, ιδέες για το πώς πρέπει να λειτουργεί ένα μικρό ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο, παρουσιάσεις, πωλητές, λέσχες ανάγνωσης, e-readers. Όλα όσα απασχολούν τον κόσμο του βιβλίου είναι εδώ. 

Όχι, το βιβλίο της Zevin δεν είναι κανένα μεγάλο λογοτεχνικό επίτευγμα, δεν θα περάσει στην ιστορία ως κλασικό. Είναι όμως ένας υπέροχος τρόπος για να περάσεις δυο-τρεις ώρες στην παραλία, να απολαύσεις την ανάγνωση χωρίς έγνοιες· δεν μπορώ να κρύψω πως και το χρειαζόμουν και το καταευχαριστήθηκα. 



                                    

                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ






«The storied life of Α.J. Fikry», Gabrielle Zevin, ed.Algoquin, 2014, pg. 270





27/6/16

"Αριθμός 11", Jonathan Coe



Διάβασα τον Αριθμό Έντεκα του Τζόναθαν Κόου σχεδόν μόλις βγήκε στα Ελληνικά αλλά δεν μπορούσα ως τώρα να γράψω για αυτό, όλο το ανέβαλλα. Η μοναδική φράση που μου ερχόταν ήταν «Ένας Κόου όπως παλιά» κι ας μην είναι στην πραγματικότητα αληθινό sequel του " Τι ωραίο πλιάτσικο» παρά μόνο πολύ αδρά και μακρινά. 

Ο Αριθμός 11 είναι ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο, λίγο λιγότερο σατιρικό και κάπως περισσότερο μαύρο και σκοτεινό από ότι τα προηγούμενα, που μιλά για την εποχή της κρίσης στην Μεγάλη Βρετανία, για μια Αγγλία που βρίσκεται σε μια μετα-Θατσερική εποχή αρκετά ώστε οι αρχές του θαστερισμού να έχουν εμπεδωθεί και να θεωρούνται δεδομένες. Οι άνθρωποι στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα του Κόου αντιμετωπίζουν μια νέα φτώχεια, ενώ ταυτόχρονα κάποιοι άλλοι, πολύ λίγοι, απολαμβάνουν μια άχρηστη χλιδή. 

Ως συνήθως ο Κόου ακολουθεί την εποχή του και μας δίνει το φόντο με τέτοια ένταση που συχνά επισκιάζει τους πρωταγωνιστές του. Παρελαύνουν από τις σελίδες του όλα τα νέα μέσα, το Twitter, και τα blogs και το snapchat, και οι νέοι τρόποι, τα reality στην τηλεόραση και οι τράπεζες τροφίμων. Ο Κόου παραμένει δυνατός αφηγητής και στήνει τις πέντε πολύ διαφορετικές ιστορίες του βιβλίου γύρω από τις δυο πρωταγωνίστριες του, δύο φίλες που γνωρίζονται παιδιά, την Ρέιτσελ και την Άλισον. 

Στην πρώτη ιστορία φόντο είναι η γνωριμία των δύο κοριτσιών και η δολοφονία του Ντέιβιντ Κέλλυ. Παράλληλα εξυφαίνεται ένα κάπως γκοθ σκηνικό τρόμου που ζεσταίνει τα πράγματα και μας συστήνει τους χαρακτήρες.

Στην δεύτερη, η μαμά της Άλισον μπαίνει ως "τραγουδίστρια του ενός σουξέ κάποτε" μέσα σε ένα ριάλιτυ τύπου Survivor για σελέμπριτις και την ξεσκίζει τόσο η παραγωγή όσο και το κοινό. Παράλληλα στην κανονική της δουλειά ως βοηθός βιβλιοθηκάριος οι ώρες της μειώνονται τόσο πολύ που δεν έχει λεφτά για θέρμανση και για αυτό τριγυρνάει όλη μέρα με το λεωφορείο Έντεκα για να ζεσταθεί. 

Στην τρίτη ιστορία η Ρείτσελ είναι πια φοιτήτρια στην Οξφόρδη και προσεγγίζει την καθηγήτρια της Λώρα, μια νεαρή- σχετικά- χήρα. Μαθαίνουμε την ιστορία του θανάτου του άντρα της, βλέπουμε την κατάσταση στο Πανεπιστήμιο, την διαφορά ανάμεσα στα παιδιά που προέρχονται από τα ιδιωτικά και τα δημόσια σχολεία. Και δυο τρία πραγματάκια για την ζωή. 

Τέταρτη αυτή που αφορά στην απόγονο των Γουίνσο -της κακιάς, πάμπλουτης οικογένειας που αποδεκατίστηκε στο Τι ωραίο πλιάτσικο ντε!- που είναι μια στρίγγλα κακομαθημένη που θέλει να το παίξει δημοσιογράφος σε ένα blog της εφημερίδας του μπαμπά της. Γράφει ένα άρθρο για την Άλισον (που είναι μαύρη, καλλιτέχνης, μονοπόδαρη, λεσβία και παίρνει επιδόματα) και έτσι η Άλισον καταλήγει στην φυλακή για κάποιο αδήλωτο στην εφορία μικροποσό. Παράλληλα έχουμε και μια ψευτοαστυνομική πλοκή και μια σαφή αιχμή του Κόου για τους «κωμικούς» της εποχής του.

Φτάνουμε στην τελική ιστορία, όπου η οικογένεια Γκαν προσλαμβάνει την Ρέιτσελ για να προγυμνάζει τα δύο κοριτσάκια της στα μαθήματα. Η Ρέιτσελ μένει στην πτέρυγα του προσωπικού και απαγορεύεται αυστηρά να περνάει στο υπόλοιπο σπίτι χωρίς άδεια, ενώ το σπίτι είναι σαν εργοτάξιο, γιατί η κυρία Γκαν -πρώην μοντέλο- χτίζει 11 υπόγεια. Το 11ο δεν ξέρει τι θα το κάνει. Η περιοχή εξάλλου μοιάζει έρημη, οι πλούσιοι αγοράζουν σπίτια και συνεχώς τα ανακατασκευάζουν απλά για το πρεστίζ και την μεταπωλητική αξία. Στην ουσία δεν ζουν πουθενά.

Η αντίθεση, ανάμεσα στους προνομιούχους και τους μη, είναι εμφανής σε όλες τις ιστορίες. Από τα πιο απλά ως τα πιο σύνθετα, από το να μην έχεις να φας και να ζεσταθείς, μέχρι να μην ξέρεις πια τι να κάνεις το εντέκατό σου υπόγειο, από το να είσαι μια μαύρη λεσβία μονοπόδαρη μέχρι μια υστερική απόγονος μεγιστάνων. Η ζωή του μέσου ανθρώπου είναι θυσία στο χρήμα, η μοίρα του καθορίζεται από αυτό. 

Ο Τζόναθαν Κόου είχε πολλά να πει για την εποχή μας και με τον Αριθμό 11 τα είπε σχεδόν όλα. Αυτό είναι το εκπληκτικό, αυτό που έκανε το να γράψω για αυτό τόσο δύσκολο. Το βιβλίο ρέει γιατί ο συγγραφέας του είναι εκπληκτικός παραμυθάς κι αυτό δεν αλλάζει. Από την άλλη, αν ήθελε κανείς θα μπορούσε να κολλήσει σε στιγμές, εικόνες, γραμμές, για να συνειδητοποιήσει αυτό το δύσκολο και το πολυεπίπεδο που είναι η ζωή μας. 

«Το ξέρω πως έχεις παρατηρήσει τον τρόπο που μιλά στον Χάρι. Νομίζεις πως είμαι πολύ σκληρή μαζί του»
«Λιγάκι», αναγκάστηκε να παραδεχτεί η Λώρα.
«Αλλά βλέπεις δεν θα άντεχα να τον δω να καταλήγει να αναπολεί την παιδική του ηλικία- πίσω στο παρελθόν- όπως έκανε ο πατέρας του.
Κι έπειτα, χωρίς άλλη κουβέντα, η Λώρα σηκώθηκε όρθια και βάδισε ζωηρά προς την πόρτα της κουζίνας, δίχως να κοιτάξει πίσω της ούτε μια φορά: είτε για να κρύψει τα δάκρυα που είχε συγκρατήσει εκεί όλη αυτή την ώρα είτε απλώς επειδή είχε αρχίσει να κάνει τόσο κρύο, που δεν άντεχε να καθίσει στον κήπο λεπτό παραπάνω. 



                                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ


«Αριθμός έντεκα», Τζόναθαν Κόου, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 511







Υ.Γ.42 Το εξώφυλλο, που είναι και οπισθόφυλλο, είναι νομίζω το πιο επιτυχημένο και όμορφο που έχω δει. Το αγαπώ!

26/6/16

Season finale για το ραδιοφωνικό Διαβάζοντας στον AmagiRadio





Κλήρωση! Και το φινάλε της ραδιοφωνικής μας εκπομπής για αυτή τη σεζόν. Το Διαβάζοντας@amagi σας αποχαιρετά για το καλοκαίρι με μια χορταστική εκπομπή με συνοδοιπόρο τον Panagiotis Chatzigiannakis


Οι Εκδόσεις Κριτική προσφέρουν 3 αντίτυπα του ολοκαίνουριου βιβλίου του David Foster Wallace "Η σκούπα και το σύστημα" σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να κοινοποιήσετε ή να σχολιάσετε στο ποστ στο φβ, ως τις 7:45μ.μ. Άλλως αφήστε ένα σχόλιο εδώ. 


Μην μας χάσετε, σήμερα 6-8μ.μ. ζωντανά πάντα στον www.amagi.gr







24/6/16

«Μικρή αποτυχία», Gary Shteyngart




Ξεκίνησα να διαβάζω την «Μικρή αποτυχία» σχεδόν παραβλέποντας το εύστοχο «αυτοβιογραφία» στο εξώφυλλο. Ομολογώ πως η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Στάινγκαρντ – με πολλά στοιχεία γυμνασιακού χιούμορ- στην αρχή με ξένισε. Όπως και η ιδέα πως ένας σαραντάχρονος θέλησε να γράψει την ιστορία της ζωής του, χωρίς να περιμένει από αυτό κάτι αμιγώς λογοτεχνικό- όπως ας πούμε ένας Νορβηγός που ξέρω.

Ο Στάινγκαρντ λοιπόν ήταν ένα αγόρι που ήρθε από την Σοβιετική ένωση στην Αμερική, ήξερε μόνο Ρώσικα και για αυτό έχασε μία τάξη μέχρι να μάθει Αγγλικά. Αυτό από μόνο του, η ιδέα ενός Σοβιετοαμερικανού είναι πολύ ενδιαφέρουσα, και ίσως με σωστό χειρισμό να ήταν και πολύ σημαντική. Όμως η Στάινγκαρντ μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, θυμάται αστεία περιστατικά, βαρυγκωμεί για τους γονείς του που ποτέ δεν μπόρεσαν να αποβάλλουν την Ρώσικη νοοτροπία και προφορά, αλλά δεν τολμά να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν εξιστορεί όσα τράβηξε ως Ρώσος Εβραίος στο Αμερικάνικο σχολείο, περισσότερο μοιάζει να θέλει να μας διηγηθεί κάτι αστείο, παρά να πει την αλήθεια. Και η αλήθεια, για έναν 6 χρόνο Σοβιετικό μετανάστη στην Αμερική που ποτέ δεν θα νιώσει ούτε Αμερικάνος, ούτε Εβραίος, ούτε Ρώσος, μάλλον δεν είναι τόσο ρόδινη. 

Αυτό που δίνει με γλαφυρό τρόπο το βιβλίο, είναι τα μικροεπεισόδια της ζωής ενός μετανάστη δεύτερη γενιάς στην Αμερική, μας λέει και κάποια πράγματα για την Σοβιετική Ρωσία, είναι ευχάριστο, διασκεδαστικό και κάπως διδακτικό αλλά ως εκεί. Για να είμαι ειλικρινής νομίζω πως θα ήθελα να διαβάσω και κάτι άλλο του Στάινγκαρντ στο μέλλον, μάλλον το Absurdistan, για να έχω σαφή άποψη. Αν κρίνω από την «Μικρή αποτυχία» πάντως, μάλλον πρόκειται για έναν ακόμα σατυρικό Αμερικανό συγγραφέα που το χιούμορ του στην Ελλάδα μοιάζει κάπως χοντροκομμένο και ελλιπές. Στην Αμερική φαντάζομαι πως όχι. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ


«Μικρή αποτυχία», Γκάρι Στάινγκαρντ, μετ. Νίκος Μάντης, εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ. 466





22/6/16

«Τελευταία προειδοποίηση», Παναγιώτης Κεχαγιάς



Η Τελευταία προειδοποίηση είναι ένα μικρό, κίτρινο, κομψό βιβλιαράκι, που όταν το πιάνεις στα χέρια σου σκέφτεσαι πως θα σε βοηθήσει να περάσεις ένα ευχάριστο απόγευμα πίνοντας τον καφέ σου. Αν το φαντάζεσαι αυτό, είσαι γελασμένος. Τίποτα ευχάριστο δεν ελλοχεύει στις καλογραμμένες του σελίδες, καμία ανακούφιση δεν παραχωρείται. Πρέπει να την διεκδικήσεις. 

Με αναγνωστική θητεία στην λογοτεχνία του φανταστικού αλλά και στους κόσμους του Πόε, του Μπόρχες, του Γουάλας και του Πίντσον, ο Παναγιώτης Κεχαγιάς στήνει σύμπαντα με πολλαπλές αλήθειες, λαβυρίνθους, κάτοπτρα, φτιάχνει ιστορίες που μοιάζουν να κυνηγάνε την ουρά τους, συχνά χωρίς τέλος, ή μάλλον σωστότερα ιστορίες που εμπεριέχουν το τέλος ήδη στην αρχή τους· αναζητά αυτό που κάθε λογοτέχνης που σέβεται τον εαυτό του δεν μπορεί παρά να αναζητήσει: τα όρια της πραγματικότητας, το αν και κατά πόσον μια ιστορία είναι τελεσίδικη ή όχι, αν η ζωή κι ο θάνατος έχουν μια κάποια σημασία. Ενδιάμεσα κυριαρχεί ο τρόμος. Ένας τρόμος υπόγειος και διαβρωτικός. Ύπουλος.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ήδη από το πρώτο διήγημα Πώς να επιτύχετε στην άσκηση της ταυρομαντείας, ξέρουμε όλα τα βασικά συστατικά της συλλογής. Ο χώρος, ο χρόνος, ο τρόπος, ο λαβύρινθος, ο φόβος του πολλαπλασιασμού. Ο ταυρομάντης είναι ο συγγραφέας αφηγητής. Κανείς δεν του δείχνει τον τρόπο για να βγει από τον λαβύρινθο, αλλά κάποιοι από τους καλύτερους ταυρομάντεις είναι αρχάριοι. 

Στο Κάτι αναλλοίωτο, ένα χωριό, τυχαία, επιλέγεται για να χαρτογραφηθεί. Η έλευση των τοπογράφων, ενώ καταλήγει σε έναν οριστικό χάρτη, αλλάζει την ιστορία του χωριού για πάντα. Κι ας είχε ιδρυθεί όταν τα αγάλματα ακόμα δεν είχαν πρόσωπα

Η Έλευση της Ευτυχίας είναι η πρώτη προσέγγιση στον έρωτα, τον θάνατο, το πεπρωμένο και τον φόβο. Ένας ιατροδικαστής θα βρει στο στομάχι ενός θύματος ένα χαρτάκι με έναν αριθμό τηλεφώνου. 

Η Τελευταία προειδοποίηση μας λέει αυτό που έχουμε ήδη πια συνειδητοποιήσει πως η εξιστόρηση μιας ιστορίας, η εισαγωγή και μόνο ενός στοιχείου, αλλάζει το κέντρο της. Ο συγγραφέας απέτυχε να θίξει το ακανθώδες ζήτημα της αιτιότητας: το φρούριο προκαλούσε τις αλλαγές ή απλώς τις κατέγραφε; Αν προχωρούσε κανείς το συλλογισμό ένα βήμα παραπέρα, θα μπορούσε να πει ότι η μονογραφία με κάποιο τρόπο προκάλεσε όσα ακολούθησαν.

Και τέλος στον κύριο Γκλας φτάνουμε στο απόγειο των εναλλακτικών ιστοριών, των συνεχών αλλαγών της πραγματικότητας, των πολλαπλών κατόπτρων. Για να καταλήξει [] έχει διαπιστωθεί πως αυτή η εκδοχή της ιστορίας δεν είναι απόκρυφη, ούτε αποσπασματική. Είναι όμως, σε αντίθεση με την εκδοχή της οποίας η ανάγνωση τώρα τελειώνει, λίγο ως πολύ αγνή, λίγο ως πολύ πλήρης, σαν το σπόρο κάθε ιστορίας πριν υποκύψει στην ασθένεια της αφήγησης. 

Με λίγα λόγια- αν μπορούν να υπάρξουν τέτοια για τόσο λεπτομερή ως την τελευταία λεπτομέρεια βιβλία- πρόκειται για μια συλλογή που αναμετράται με το ίδιο το κόνσεπτ της αφήγησης και της γραφής, μια στημένη σκακιέρα που περιμένει τον συγγραφέα να κάνει τη επόμενη κίνηση. Οι εμμονές του Κεχαγιά με τον χώρο, τον χρόνο, την πραγματικότητα και την καταγραφή της είναι εμφανείς. Η μνήμη είναι η τέχνη της γραφής και της ανάγνωσης, μας λέει. Και λίγο παρακάτω: Η δημιουργική χαρτογραφία έκανε ό,τι μπορούσε για να γεμίσει την λευκή περιοχή που μόνο άδεια δεν ήταν.

Αν κάτι έχω να προσάψω στην συλλογή είναι υπερβολική εγκεφαλικότητα, ίσως και λίγη επιτήδευση. Θα έλεγα πως η Τελευταία προειδοποίηση πάσχει από την κλασική ασθένεια των πρωτόλειων, ο συγγραφέας θέλει να αραδιάσει όλα όσα έχει στο κεφάλι του στο χαρτί, να πει σε ελάχιστες σελίδες τον βασικό του προβληματισμό για την ζωή. Όμως στην περίπτωση του Κεχαγιά αυτό γίνεται εξαιρετικά επιτυχημένα γλωσσικά. Για την δομή δεν είμαι απόλυτα σίγουρη. Μένει να δούμε αν θα καταφέρει να χειριστεί αυτούς τους φρικτούς, περίπλοκους, εναλλακτικούς κόσμους με την ίδια ικανότητα και σε μεγαλύτερες ιστορίες. 



                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



«Τελευταία προειδοποίηση», Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αντίποδες, 2016, σελ. 105