23/3/17

«Μαγεμένος τόπος, Rene Denfeld



«Μαγεμένος τόπος» κι ένας αφηγητής με μοναδική ενσυναίσθηση, παντογνώστης και συμπονετικός, κυνικός και λυρικός. Ένας θανατοποινίτης αφηγητής σε μια βρωμερή και τρισάθλια πτέρυγα φυλακών παλαιού τύπου, με επιλεκτικό αυτισμό, που δεν μιλά, αλλά μπορεί και διαισθάνεται όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Μια σπασμένη κιθάρα. 

Όλα είναι σπασμένα στο μυθιστόρημα της Rene Denfeld, «Μαγεμένος τόπος», που κυκλοφορεί στην αστυνομική σειρά του Μεταιχμίου, αλλά μάλλον δεν ανήκει εκεί. Οι πρωταγωνιστές της, πίσω και μπρος από τα κάγκελα, είναι βαθιά και βαριά πληγωμένοι. Πρώτη η κυρία- η ερευνήτρια που βοηθά στην αναψηλάφηση των υποθέσεων των θανατοποινιτών, όταν φτάνει η δική τους ώρα. Έπειτα ο αποσχηματισμένος ιερέας, ο διοικητής της φυλακής, ο Γιορκ- ο μόνος θανατοποινίτης που ζήτησε ο ίδιος να πεθάνει και την υπόθεσή του ανέλαβε η «κυρία». 

Το περιβάλλον της φυλακής είναι ζοφερό. Διεφθαρμένοι φύλακες σπρώχνουν μικρά αγοράκια μες τα κελιά γυμνασμένων μπρατσαράδων, κυριαρχούν οι κλίκες, τα μαχαιρώματα, οι αδικίες. Κι ο αφηγητής τα αφουγκράζεται όλα αυτά, από το κελί του, που δεν βλέπει ούτε ένα κομματάκι ουρανό. Αλλά τον προστατεύει από την παρουσία των υπολοίπων. Όνειρο των περισσότερων θανατοποινιτών είναι να βγουν από κει και να πάνε ισόβια στην κλασική φυλακή, να μπορούν να αγγίζουν και να αγγίζονται, να έχουν επισκεπτήριο, να βλέπουν καθαρό ουρανό. Όχι όλων. Για κάποιους κόλαση είναι οι άλλοι. 

Το βιβλίο της Denfeld δεν συγχωρεί, ούτε δικαιολογεί κανέναν. Δεν κάνει πιο συμπαθείς τους εγκληματίες. Ρίχνει όμως φως στο τι τους οδήγησε εκεί, βάζει τους ήρωες να πάρουν σαφείς ηθικές αποφάσεις. Δεν λυτρώνει, γιατί λύτρωση σε τέτοιες καταστάσεις δεν υπάρχει. Αλλά κατανοεί. Με έναν τρόπο ασήκωτο. 

Η Rene Denfeld είναι κι η ίδια ερευνήτρια σε υποθέσεις θανατοποινιτών όπως και η βασική της ανώνυμη ηρωίδα, η κυρία. Ξέρει εκ των έσω τι συμβαίνει σε ανάλογες φυλακές, αλλά και τι οδηγεί τους ανθρώπους σε αποτρόπαια εγκλήματα. Η ματιά της είναι διεισδυτική, βαθιά. Πέρα όμως από τα πραγματολογικά στοιχεία, κατορθώνει να γράψει ένα ευαίσθητο, συναρπαστικό βιβλίο μυθοπλασίας, να μετουσιώσει όλα τα γεγονότα, που τα ξέρει καλά, και φαίνεται πόσο την πληγώνουν, σε τέχνη. 



                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ





«Μαγεμένος τόπος, Rene Denfeld, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 319

21/3/17

«USA. O 42ος παράλληλος», John Dos Passos



Ομολογουμένως ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας είναι ο 42ος παράλληλος, το 1ο μέρος της περίφημης Τριλογίας του Τζον Ντος Πάσος, USA. Όχι μόνον για την πολιτική του θέση και την κοινωνική ανάλυση της αμερικάνικης κοινωνίας πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και για τον τρόπο της αφήγησης· τότε εντελώς ριζοσπαστικό και διαφορετικό, που άφησε όμως πολλούς επιγόνους. 

Τέσσερις είναι οι βασικοί αφηγηματικοί τόποι μέσα στο μυθιστόρημα. Πρώτος η τριτοπρόσωπη αφήγηση της ζωής 12 μυθιστορηματικών ηρώων, με διαφορετικό πρωταγωνιστή κάθε φορά. Οι ήρωες του Ντος Πάσος είναι κατά κανόνα άνθρωποι που ξεκινούν μέσα στη φτώχεια και την εγκατάλειψη. Οι πορείες δύο: ή θα παραμείνουν πένητες και περιπλανώμενοι, ή θα ανελιχτούν γοργά- έρποντας, γλείφοντας και με τα κέρατά τους- σε θέσεις πλούτου και εξουσίας. Ο συγγραφέας τείνει να μην πολυσυμπαθεί αυτούς τους τελευταίους. 

Ανάμεσα στα αμιγώς μυθιστορηματικά κομμάτια πάρα πολύ συχνά παρεμβάλλονται τα «Επίκαιρα». Είναι κομμάτια από πρωτοσέλιδα εφημερίδων την εποχής, στίχοι τραγουδιών, ανάκατα, που δυσκολεύουν τον σημερινό αναγνώστη γιατί είναι δύσκολο να τα ταυτίσει, ακόμα και με τη βοήθεια των σημειώσεων. 

Έπειτα έχουμε το "μάτι της Κάμερας", κείμενα μάλλον αυτοβιογραφικά, για τη ζωή του συγγραφέα και τους γονείς του, που αργούμε να τα κατατάξουμε ως τέτοια. 

Και τέλος έχουμε κομμάτια βιογραφίας πραγματικών προσώπων όπως ο Έντισον. 

Το αποτέλεσμα, αν και ακούγεται μπερδεμένο, είναι ένα μυθιστόρημα με πολλές άκρες και υποπλοκές, που όμως έχει συνοχή γιατί βασίζεται σε μία βασική κεντρική ιδέα, που ο αναγνώστης καταλαβαίνει σχεδόν από την αρχή. Πρωταγωνιστής είναι το ιστορικό φόντο, αυτό που αφορά τον Ντος Πάσος δεν είναι κάθε ιστορία και κάθε άτομο μεμονωμένα, αλλά πώς όλα αυτά συνθέτουν την εικόνα της Αμερικής πριν το Πόλεμο. Οι κοινωνικές αντιφάσεις, οι ρατσιστικές εκδηλώσεις, ο τρόπος που αντιλαμβάνεται ο μέσος Αμερικανός και την πατρίδα του και την Ευρώπη, η θρησκεία και η τεχνολογία. Δυο τρεις δε από τους χαρακτήρες του- ο Μακ, η Τζέινι, ο Γουορντ Μουρχάουζ- είναι ολοζώντανοι, ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν χάρτινοι και προσχηματικοί, επιτελούν τον σκοπό τους μέσα σε αυτό το μωσαϊκό κι έπειτα δεν ασχολούμαστε πια μαζί τους.

Θεωρώ τον 42ο παράλληλο μεγάλο συγγραφικό μπούσουλα. Ο συγγραφέας παραδίδει μαθήματα λογοτεχνίας, ενώ φαινομενικά κάνει κάτι σαν ιστορικό χρονικό. Τα μυθιστορήματα σήμερα μοιάζουν πολύ με αυτή τη μίξη που επιχείρησε τότε ο Ντος Πάσος· τότε δεν έμοιαζαν. Για αυτό κάποια στιγμή θα συνεχίσω να διαβάζω την Τριλογία. Αν και χρειάζεται απόφαση για να πας στο επόμενο βιβλίο. Πρόκειται για μυθιστορήματα για γερά νεύρα.



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ 




«USA. O 42ος παράλληλος», John Dos Passos, μετ. Νίκος Λαμπρόπουλος, εκδ. Οδυσσέας, 2007, σελ. 502











Υ.Γ. 42 Η έκδοση που κυκλοφορεί από τον Οδυσσέα είναι πολύ προσεγμένη, με όσες ακριβώς σημειώσεις χρειάζεται, και σκληρό εξώφυλλο που άντεξε σε όλες τις κακουχίες. 

Υ.Γ. 42-42 Τα άλλα δύο μέρη της Τριλογίας, "1919" και "The big money" είναι εξαντλημένα στα Ελληνικά. 

19/3/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας




Κλήρωση! Και εκπομπή! Σήμερα μαζί μας στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας η Gkanasou Julia για το νέο της βιβλίο "Γονυπετείς"

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Γονυπετείς", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Γκοβόστη. Για να λάβετε μέρος πατήστε "μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει γύρω στις 7:50μ.μ. on air.
Μη μας χάσετε, 6-8μ.μ. πάντα ζωντανά στον www.amagi.gr


Όλες τις παλαιότερες ραδιοφωνικές εκπομπές Διαβάζοντας θα τις βρείτε εδώ: 




17/3/17

«Ο Γατόπαρδος», Giuseppe Tomasi di Lampedusa





Ο Γατόπαρδος είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα. Κυκλοφόρησε λίγο μετά το θάνατό του, κι έτσι ο συγγραφέας του και μεγάλος εραστής της λογοτεχνίας, δεν μπόρεσε ποτέ να απολαύσει την τεράστια εμπορική του επιτυχία, δεν είδε το έργο του να περιλαμβάνεται στα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών. Παρ’ όλα αυτά, ο Γατόπαρδος συνεχίζει να διαβάζεται σχεδόν 70 χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση με τον ίδιο ενθουσιασμό από αναγνώστες σε όλη την οικουμένη. Κι αυτό γιατί μιλάει για μια μεταιχμιακή εποχή, για έναν κόσμο που χάνεται, εκφράζει μια εντελώς αιρετική πολιτική άποψη κι έχει για πρωταγωνιστή έναν από τους γοητευτικότερους Πρίγκηπες της λογοτεχνίας.

Ο Ντον Φαμπρίτσιο Πρίγκηπας ντι Σαλίνα είναι ένας γίγαντας στην όψη, πάτερ φαμίλιας, που διοικεί τη μεγάλη οικογένειά του και την μεγάλη οικογενειακή περιουσία του με χαλαρότητα και ευγένεια. Ζουν σε ένα εκπληκτικό παλάτσο στη Σικελία, κι όλα φαίνονται να κυλούν ανάμεσα σε πληκτικούς χορούς και υπηρέτες ώσπου η επανάσταση του Γκαριμπάλντι να ενώσει- σχεδόν σε μια στιγμή- όλη την Ιταλία. Ο Σαλίνα, αν και είναι οξυδερκέστατος πολιτικός παρατηρητής και συνειδητοποιεί την αλλαγή της εποχής, δεν θέλει να προσαρμοστεί, πιστεύει πως δεν υπάρχει σωτηρία για τη Σικελία.

"Ο Σικελοί δεν θα θελήσουν ποτέ να βελτιωθούν για τον εξής απλό λόγο: πιστεύουν οτι είναι τέλειοι. Η ματαιοδοξία τους είναι πιο ισχυρή από την εξαθλίωσή τους. Κάθε παρέμβαση ξένου εξαιτίας της διαφορετικής καταγωγής του, ή Σικελού εξαιτίας της ελεύθερης σκέψης του, διαταράσσει την φαντασίωση της κεκτημένης τελειότητας, αναστατώνει τη φιλάρεσκη προσμονή του μηδενός"

Αγαπημένος του Πρίγκηπα- το οικόσημο του οίκου του είναι ο Γατόπαρδος- δεν είναι κάποιο από τα παιδιά του, αλλά ο ανιψιός του, Τανκρέντι. Ο Τανκρέντι είναι ένας απένταρος αλλά έξυπνος νεαρός, που εκμεταλλεύεται τον θείο του και τον τίτλο που έχει κληρονομήσει. Αν και ο Τανκρέντι φαίνεται να ταιριάζει με την πρώτη κόρη των Σαλίνα, την Κοντσέτα, όταν εμφανίζεται μια πανέμορφη, πάμπλουτη αλλά χωριατοπούλα νεαρή, η Αντζέλικα, ο Σαλίνα προτιμά να αφήσει την κόρη του παραπονεμένη και να παντρέψει την Αντζέλικα με τον Τανκρέντι. Χρειάζονται τα λεφτά της και αξιοσύνη της.

Σημαντικές δευτερεύουσες φιγούρες είναι η γυναίκα του Σαλίνα- μια κοντή, μικροκαμωμένη θεούσα και άπραγη-, ο πατέρας της Αντζέλικα ντον Καλότζερο- ένας δήμαρχος που ξέρει πώς να πλουτίζει, και με όλη την άξεστη δύναμή του συμβολίζει την εποχή που έρχεται-, και ο ιερέας της έπαυλης- ο Πιρόνε, σύντροφος του Σαλίνα στην αστρονομία.

Ο Σαλίνα, αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του, δεν είναι αποχαυνωμένος, όμως δεν επιθυμεί να κάνει τίποτα για αυτό. Αφήνει επίτηδες τον οίκο του να παρακμάσει, δεν παντρεύει τις κόρες του για να μην υπάρξει συνέχεια. Όταν του προτείνουν μια θέση στη Γερουσία, δείχνει καν να μην ξέρει τι είναι αυτό. Δεν είναι για κείνον αυτά, ας πάει ο δον Καλότζερο. Στέκεται αξιοπρεπής, ειρωνικός, σχεδόν αγέρωχος και κοιτά ένα πλοίο που βουλιάζει, μια ολόκληρη εποχή που έρχεται στο τέλος της.

Από την άλλη, οι σχέσεις, ερωτικές, φιλικές, συζυγικές, φαίνεται να περνούν παρόμοιες κρίσεις με τις σημερινές, κι ας είναι οι Σαλίνα ευγενείς, κι ας μιλάμε για μια ολότελα διαφορετική κοινωνία. Οι σκηνές στα Σικελικά αρχοντικά είναι επιβλητικές. Από τη λεπτομερή περιγραφή τους και την ζουμερή ομορφιά της Αντζέλικα πηγάζει ο αισθησιασμός του μυθιστορήματος. Η λατρεία της σάρκας, του καλού φαγητού, του καλού ποτού, δίνουν μια αίσθηση πως όλα όσα έχουν σημασία είναι εφήμερα. Εκτός από τα σπίτια, που μέσα στην παρακμή, καταρρέουν αλλά δεν πέφτουν.

Η θέση της Εκκλησιάς και της θρησκείας σε όλα αυτά, είναι πάντα πολιτική, κι ο Λαμπεντούζα δεν το αφήνει ασχολίαστο.



http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/europe/italy/12073225/The-Leopard-author-Giuseppe-Tomasi-di-Lampedusas-palatial-home-restored-to-its-glory-days.html



Ο Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα ήταν ο ίδιος ένας ξεπεσμένος ευγενής, αδέκαρος, που έμενε με τη γυναίκα του σε σπίτια συγγενών, διάβαζε αδηφάγα λογοτεχνία, αλλά δεν τολμούσε να γράψει. Τον Γατόπαρδο τον έγραψε μέσα σε 30 μήνες, στα εξήντα του. Πάντα έλεγε πως θέλει να γράψει την ιστορία μιας οικογένειας ευγενών μέσα σε μια μοναδική μέρα, αυτή της νίκης του Γκαριμπάλντι. Τελικά συμβιβάστηκε και δεν έγραψε τον δικό του Οδυσσέα. Έγραψε όμως τον Γατόπαρδο. Που τον απέρριψαν σχεδόν αμέσως οι δυο μεγάλοι ιταλικοί εκδοτικοί οίκοι και τελικά εκδόθηκε μετά το θάνατό του.

Και κατάφερε έτσι να γράψει ένα ιστορικό, ένα ηθικοπλαστικό, κοινωνικό μυθιστόρημα, που έδωσε μια άλλη διάσταση στο θέμα της παρακμής της αριστοκρατίας και της ένωσης της Ιταλίας. Που μυρίζει παραίτηση και πίκρα, αλλά ταυτόχρονα διέπεται από χιούμορ και ειρωνεία. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως το κυνηγόσκυλο του Πρίγκηπα Σαλίνα, τον Μπεντικό, τον κρατάνε βαλσαμωμένο οι γεροντοκόρες κόρες του μέσα στο παρεκκλήσι με τα ψεύτικα οστά αγίων που έχουν χτίσει. Και όταν η Εκκλησία ξεκαθαρίζει τον χώρο από τα ψευτοάγια οστά, ο βαλσαμωμένος σκύλος πετιέται από το παράθυρο.

Ο Γατόπαρδος έγινε ταινία από έναν ακόμα απόγονο ευγενών Ιταλό, τον Λουκίνο Βισκόντι, που αν και κρατά σχεδόν απαράλλαχτα τα γεγονότα του βιβλίου ως το πρώτο μέρος, περνάει νομίζω μια εντελώς διαφορετική πολιτική άποψη. Παρ’ όλα αυτά μιλάμε για μια μνημειώδη ταινία, και μιλάμε για ένα μνημειώδες βιβλίο που θα το διαβάζουν και θα το ξαναδιαβάζουνκι οι γενιές που θα έρθουν.




                                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




«Ο Γατόπαρδος», Giuseppe Tomasi di Lampedusa, μετ. Μαρία Σπυριδοπούλου, εκδ. Bell, σελ 429










"Ο Γατόπαρδος", Λουκίνο Βισκόντι, 1963




13/3/17

"Το Νησί Γάμα", Παρασκευάς Ακαμάτης




Θα ξεκινήσουμε αυτή την ανάρτηση με το γνωστό Disclaimer: o  Παρασκευάς είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που γνώρισα μέσα από αυτό το blog και μπορώ με σιγουριά να αποκαλώ φίλο ως και την επόμενη ζωή μου. Ό,τι θα διαβάσετε είναι βαθιά επηρεασμένο από αυτό, από όλους τους μπάφους που κατά καιρούς αρνήθηκα να κάνω μαζί του κι όλα τα μεθύσια που τελικά δεν απέφυγα. 

Τούτου δοθέντος, η παράσταση αρχίδει: 

«Το Νησί Γάμα» είναι το τρίτο βιβλίο της τριλογίας (με την ελπίδα να υπάρχει και τέταρτο, τι τριλογία θα ήταν;) που άρχισε με το «Σαμπάνια με γύρο» για να συνεχιστεί με τα «Ζωνιανά Gold» [Το "Ζωνιανά Gold ήταν η μεγαλύτερη διακειμενική αναφορά μέσα στο "Σχέδιο" αλλά δεν το κατάλαβε, ούτε το σχολίασε ποτέ κανείς, ο Παρασκευάς σίγουρα όχι γιατί τον διακρίνει κι ένα τακτ].

Ο συγγραφέας, αφηγητής και ήρως του μυθιστορήματος, Παρασκευάς, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα, ή θα πάει φυλακή γιατί βανδάλισε έναν τοίχο ή θα πάει στο νησί Γάμα. Εκεί τα πάντα παρέχονται δωρεάν, αρκεί να μην συνάπτουν ουσιαστικές σχέσεις οι άνθρωποι μεταξύ τους και να φορούν πράσινα. 

Αν ένα βιβλίο της τριλογίας θα μπορούσε να σταθεί χωρίς την περιλάλητη γλώσσα του Παρασκευά, είναι αυτό. Το Νησί Γάμα είναι οι φόβοι και οι εφιάλτες σου τυλιγμένοι σε πράσινο περιτύλιγμα. Πάντα πράσινη σκεφτόμουνα άλλωστε την σαμπάνια με γύρο. Είναι η ζωή μας, αυτό που θα έπρεπε να λέμε, "λογοτεχνία της κρίσης", είναι το ντουβάρι που βλέπουμε κάθε μέρα μπροστά μας. Και το γαμήσι επίσης. 

Αγαπώ τον τρόπο που μιλάει ο Παρασκευάς, την αφέλεια και την ανυπαρξία σκοταδιών, την ικανότητα να μπλέκει σε μπελάδες, την γεμάτη μπάφους καλοσύνη του. Εδώ ο Παρασκευάς θα μπορούσε να λείπει. Εδώ τα πράγματα σοβάρεψαν. Εδώ ο Παρασκευάς πρέπει να επιζήσει, κι ας το κάνει τελικά χάρη στα σουβλάκια με πατάτες. 

Το να γράψεις κωμικό βιβλίο στην Ελλάδα είναι δύσκολο. Δεν βοηθάει ούτε η γλώσσα ούτε το σύνηθες χιούμορ μας, που είναι κάπως πιο χοντροκομμένο και δύσκολο να αποτυπωθεί στο χαρτί. Ο Παρασκευάς το καταφέρνει καλύτερα από όλους τους άλλους. Πάντως εγώ θα ήθελα να διαβάσω "Το Νησί Γάμα" και από άλλον αφηγητή. Και τότε, μπορεί να ανακαλύπταμε πως ο Παρασκευάς έχει πολλά κοινά με όλους μας. Ειδικά όταν δεν καπνίζει. 



                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Νησί Γάμα", Παρασκευάς Ακαμάτης, εκδ. Ωκεανίδα, 2017, σελ. 301











           -  Θέλεις να πάμε μαζί ένα ταξίδι στην άκρη της νύχτας;
           -  Ναι
         Παρά την αρχική κατάφαση μπορείς ακόμα να προσδιορίσεις ή και να αλλάξεις τον ακριβή προορισμό, να ισχυριστείς ότι δεν ήξερες τίποτα για τον Λουί-Φερντινάν Σελίν ή για τη νύχτα, να προσποιηθείς ότι σε έπιασε κοιλόπονος, ότι σου τυχε μια δουλειά. Δεν χρειάζεται ή δεν μπορείς βρε αδελφέ να το κάνεις το ταξίδι. Κι αν θες, στο τέλος θα το αποφύγεις. 
          Η άρνηση όμως είναι οριστική, αποκλείει τις οποιεσδήποτε συναλλαγές. 





10/3/17

«The Heart Goes Last», Margaret Atwood





«Η καρδιά πεθαίνει τελευταία» δεν είναι ομολογουμένως η καλύτερη δυστοπία που έχει γράψει η Μάργκαρετ Άτγουντ. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν μιλάμε για τη συγγραφέα του «The Handmaid’s tale» και του «Όρυξ και Κρέικ». Ούτε όμως είναι και η χειρότερη. Το μυαλό της Άτγουντ είναι αστραφτερό, η φαντασία της ακμαία, απλά αυτή τη φορά φαίνεται να έφερε τη δυστοπία τόσο κοντά μας, που μπορεί να κριθεί με σημερινά κριτήρια και σε σημεία να φανεί αφελής. Αδιαφορώ για αυτό. Πρόκειται για ένα πολύ ευχάριστο ανάγνωσμα, για ένα βιβλίο που έχει πράγματα να πει, τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά. 

Ο Σταν και η Σαρμέιν ζουν στο αυτοκίνητό τους, αφού έχασαν τις δουλειές του και το σπίτι τους. Η Σαρμέιν δουλεύει μπαργούμαν και μετά βίας επιβιώνουν. Συνεχώς τους κυνηγούν συμμορίες για να τους πάρουν το αμάξι. Ώσπου μια μέρα η Σαρμέιν βλέπει μια διαφήμιση για το Σχέδιο Ποζιτρόνιο, που υπόσχεται πως θα έχουν ένα μέρος της παλιάς τους ζωής πίσω. Πείθει τον Σταν να το δοκιμάσουν και υπογράφουν. Έτσι τον ένα μήνα ζουν κανονικά σε ένα ωραίο σπίτι με αμάξι και σκούτερ, και θέρμανση και ανέσεις και κανονικές δουλειές και τον επόμενο ζουν ως έγκλειστοι στις φυλακές. Το πράγμα δεν φαίνεται να τους ενοχλεί κι η ζωή τους παίρνει μια φυσιολογική τροπή. Ώσπου ο Σταν- που αγαπάει την γλυκανάλατη, λουλουδάτη Σαρμέιν αλλά του έχει λείψει λίγο δυνατό σεξ- βρίσκει ένα πολύ σέξι σημείωμα κάτω από το ψυγείο, που υποθέτει πως αφορά το ζευγάρι που εναλλάσσεται μαζί τους στο σπίτι. 

Η Άτγουντ πραγματεύεται φυσικά το μεγάλο κοινωνικό θέμα των νεόφτωχων, αυτό που ανέδειξε ξανά η κρίση, ανθρώπων – όπως εμάς εδώ- που άλλα τους υποσχέθηκαν για τη ζωή τους αν ήταν καλοί και σεβαστικοί και ακολουθούσαν το σύστημα, κι άλλα τελικά τους προέκυψαν στην πορεία. Και το θέμα της υποδούλωσης σε ένα σύστημα, ακόμα και τόσο φανερά παράλογο όπως το Σχέδιο Ποζιτρόνιο αν σου δίνει τα βασικά, τροφή και κατοικία, ανέσεις και χνουδωτές πετσέτες. 

Από την άλλη αναδύεται κι ένα θέμα που πολύ αρέσει στην Άτγουντ, αυτό των σχέσεων των ζευγαριών των ισορροπιών αλλά και της θέσης της γυναίκας, τι περιμένει η κοινωνία, ο άντρας, ο εραστής, από αυτές. Η Μάργκαρετ Άτγουντ είναι ίσως η πιο φεμινίστρια από τις συγγραφείς της γενιάς της, μπορεί χωρίς κανένα διδακτισμό να χωρέσει όλα εκείνα που απασχολούν την γυναίκα σε μια ιστορία. 

Προς το τέλος η πλοκή παίρνει σταθερά χιουμοριστικό χαρακτήρα, με σεξουαλικά ρομπότ με την μορφή του Έλβις και της Μαίρυλιν, διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο, γκροτέσκες επεμβάσεις στην προσωπικότητα. Μια τέτοια δυστοπία δεν θα μπορούσε να τελειώσει ουσιαστικά, παρά μόνο σχηματικά. Σε αυτά τα βιβλία εξάλλου σημασία έχουν το νέο σύμπαν και οι χαρακτήρες, κι όχι το τέλος. 

Σταθερά η Άτγουντ παραμένει μια από τις πιο αγαπημένες μου συγγραφείς. Δεν είναι τόσο πως επιμένει στην δυστοπία και το φανταστικό, όσο πως έχει πράγματα να πει που άλλοι τρομάζουν καν στην ιδέα να τα θέσουν σε ρεαλιστικά μυθιστορήματα. Ελπίζω να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα και να γράφει ως τα πολύ βαθιά γεράματα. 


                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«The Heart Goes Last», Margaret Atwood, Penguin, pg.322, 2015













Υ.Γ. 42 Εγώ διάβασα το βιβλίο σε e-book στο kindle, αλλά κυκλοφορεί και στα Ελληνικά σε μετάφραση Έφης Τσιρώνη, από τις εκδόσεις Ψυχογιός


"Η καρδιά πεθαίνει τελευταία", Μάργκαρετ Άτγουντ, μετ. Έφη Τσιρώνη, εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 488