11/12/17

"Οι σκλάβοι της μοναξιάς", Patrick Hamilton





Οι σκλάβοι της μοναξιάς του Πάτρικ Χάμιλτον είναι ένα ξεχασμένο βιβλίο, ο ίδιος ο συγγραφέας -που στην εποχή του έκανε αίσθηση με το θεατρικό Rope κι έγινε πάμπλουτος από αυτό- είναι κι αυτός λησμονημένος. Η Ντόρις Λέσινγκ στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης ισχυρίζεται πως αυτό συμβαίνει γιατί οι ήρωες του προέρχονται από ένα Λονδίνο που δεν υπάρχει πια. Εγώ δεν πιστεύω πως υπάρχει δικαιολογία, οι συγγραφείς πέφτουν στη λήθη ή γίνονται κλασικοί γιατί έτσι είναι να γίνει.

Μετά από αυτή την εισαγωγή θα περίμενε κανείς πως θεωρώ τους Σκλάβους της μοναξιάς ένα αδιάφορο μυθιστόρημα· κάθε άλλο. Το θεωρώ ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, ταυτίστηκα σε σημεία με την ηρωίδα του, τη δεσποινίδα Ρόουτς, σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα να πονάω όταν πονούσε, και να λυσσάω όταν λυσσούσε, κι έπιασα τον εαυτό μου να το ευχαριστιέται όταν παίρνει εκδίκηση. Σπανίως οι κατατρεγμένοι χαρακτήρες μού προκαλούν τέτοιας έντασης συναισθήματα, όμως ετούτη η αγγλίδα δεσποινίδα του πολέμου το κατάφερε.

Η μις Ρόουτς- ποτέ σχεδόν ο συγγραφέας δεν αναφέρει το μικρό της όνομα, Ένιντ, γιατί η ηρωίδα μας το σιχαίνεται- είναι μια τριανταεννιάχρονη γραμματέας σε εκδοτικό οίκο στο Λονδίνο, που εν μέσω του πολέμου έχει μετακομίσει σε μια πανσιόν σε μια γειτονική πόλη, γιατί φοβάται τους βομβαρδισμούς. Κάθε μέρα κάνει το ταξίδι προς το Λονδίνο για τη δουλειά της, ενώ στην πανσιόν, που θυμίζει περισσότερο οικοτροφείο, πρέπει να ανεχτεί στα γεύματα τον θορυβώδη, σωβινιστή, ανόητο μπούλη κ. Θουέιτς, που της επιτίθεται συνεχώς. Είναι μια λεπτή και μάλλον άχρωμη γυναίκα που έχει εγκαταλείψει τις ελπίδες να παντρευτεί. Τότε εμφανίζεται ένας Αμερικάνος Υπολοχαγός που την προσέχει και εμμέσως της προτείνει γάμο. Όλα παίρνουν άσχημη τροπή όταν στην πανσιόν μετακομίζει η Γερμανίδα Βίκυ. Στην αρχή η δεσποινίδα Ρόουτς τη θεωρεί φίλη της και την υπερασπίζεται, μέχρι που συνειδητοποιεί πως έτρεφε ένα φίδι στον κόρφο της.

Ο συγγραφέας φέρεται με απίστευτο σεβασμό και αγάπη στην ηρωίδα του, κάποτε κάποτε με ένα λεπτό, αγγλικό χιούμορ ειρωνεύεται τις καταστάσεις αλλά ποτέ δεν χλευάζει. Η δεσποινίδα Ρόουτς καταλήγει να είναι το λεκτικό θύμα του κ. Θουέιτς αλλά και της φίλης της Βίκυς. Ό,τι και να κάνει, εκείνη βγαίνει χαμένη και παρεξηγημένη. Θυμάται πως πάντα έτσι ήταν, ακόμα και στο σχολείο, ή στα χρόνια που ήταν διευθύντρια εκείνη σε ένα οικοτροφείο, τότε που τη φώναζαν Κατσαρίδα. 

Η λυκοφιλία των δύο γυναικών, με τη Βίκυ να μπλέκεται και να παίρνει τη ζωή, τον αγαπημένο και τους φίλους της δεσποινίδος Ρόουτς, είναι πολύ χαρακτηριστική. Εγώ τουλάχιστον στα νιάτα μου την έχω ζήσει σε όλο της το μεγαλείο μια φορά. Και το συναίσθημα που σου αφήνει: του παραγκωνισμού, της γελοιότητας, του βαθύτατου μίσους για αυτή τη γυναίκα που σου πήρε τη ζωή και τώρα σε κοροϊδεύει κι από πάνω, εκφράζεται από τον άντρα Πάτρικ Χάμιλτον με μεγάλη ακρίβεια. Πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι κάνουν κι οι άντρες μεταξύ τους, απλά με άλλες αποχρώσεις. 

Η δεσποινίδα Ρόουτς εκδικήθηκε για όλες μας. Αυτό είναι ίσως και το πιο αδύναμο κομμάτι του βιβλίου, πως υπάρχει άμεση και σταθερή νίκη. Καταλαβαίνω τον συγγραφέα, μάλλον ήθελε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του. Όμως στη ζωή σπανίως παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Σπανίως καταφέρνουμε να εκδικηθούμε όταν πρέπει. Στο φόντο όλων αυτών ο Πόλεμος. Ένας πόλεμος σιγανός, που μόνο στο τέλος κάνει την εμφάνισή του, όμως είναι πανταχού παρόν, επηρεάζει ύπουλα την καθημερινότητα, αδειάζει τα μαγαζιά, αλλάζει τους ανθρώπους. Και η μονοτονία κι η πλήξη, ανθρώπων που δεν ταιριάζουν αλλά βρέθηκαν τυχαία να συναγελάζονται και να ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Και το πώς, η προσωπική μας φούσκα, η εγγύτητα στα γεγονότα, μας κάνει να δηλητηριάζουμε τη ζωή μας από καταστάσεις που άλλοτε ούτε θα τους χαριζαμε μια δεύτερη σκέψη.  

Οι σκλάβοι της μοναξιάς δεν είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα. Είναι ένα μυθιστόρημα για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις και τις συγκυρίες. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ξανά και να βγει από την αφάνεια. Εγώ πάντως τώρα που ανακάλυψα τον Πάτρικ Χάμιλτον θα τον ακολουθήσω, νιώθω παρόμοια χαρά, όπως τότε την πρώτη φορά που διάβασα Γκράχαμ Γκρην. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



«Οι σκλάβοι της μοναξιάς», Patrick Hamilton, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2017, σελ. 346

6/12/17

"Ανατομία κόρης", Μαρία Φακίνου



Τον τελευταίο καιρό είμαι κάπως καχύποπτη με τα λιανά βιβλιαράκια με μικρά έως πολύ μικρά αφηγήματα-διηγήματα που βγαίνουν αφειδώς από Έλληνες συγγραφείς. Κι αυτό γιατί έχω συχνά την αίσθηση πως βρέθηκε μια εύκολη λύση για να μην γράφουν κάτι μεγαλύτερο και πιθανώς σπουδαιότερο. Η «Ανατομία κόρης», πάντως, της Μαρίας Φακίνου δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Είναι ένα κείμενο που έχει λόγο ύπαρξης, που προέρχεται από εκείνη την αφηγηματική δεξαμενή, από εκείνο τον τόπο που πηγάζουν όλα τα έργα τέχνης. Αλλά ας αφήσω το κείμενο να τα πει καλύτερα:

Από νωρίς άφησα τα πράγματα να με διαλέξουν. Οι άνθρωποι, οι σκέψεις, οι συνθήκες. Υπήρχε, ωστόσο, μέσα μου ένας σκοτεινός τόπος που με τα χρόνια βάθαινε, ένας εσωτερικός μικρόκοσμος δαιδαλώδης, που δεν ήξερα ότι έτρεφα, μόνο με γέμιζε με μια απροσδιόριστη ανησυχία, και στο τέλος θα βρισκόμουν να γνωρίζω τον παραμικρό του παράδρομο, στενό και αδιέξοδο. Θα κατέφευγα σε αυτόν κάθε φορά που το έξω απειλούσε το μέσα.

Πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια της μικρής αποσπασματικής νουβέλας είναι μια κοπέλα, από τότε που ήταν παιδί, ως περίπου τα 25 χρόνια της. Ο φακός της Μαρίας Φακίνου εστιάζει κάποτε σε μικρές ακρότητες της καθημερινότητας, κι άλλοτε σε σπουδαίες, γιγάντιες στιγμές. Μιλάει ευθαρσώς για τη ζωή, και το θάνατο, τον πόνο της ενηλικίωσης, το βάρος της οικογένειας, τη σχέση με τη μητέρα- πρωτίστως-, με τον πατέρα, τον αδελφό, τις φίλες, τους άντρες. Μοιάζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση να είναι βαθιά αυτοβιογραφική, αν και προφανώς κάτι τέτοιο δεν ενισχύει. Η ψευδαίσθηση πάντως αυτή οδηγεί στην ταύτιση- πιθανώς να βοηθάει πως είμαι γυναίκα πολύ κοντά στην ηλικία της Φακίνου αλλά και της ηρωίδας. 

Μάτια φωτογραφική μηχανή: Καλοκαίρι στον Κήπο της Εδέμ. Η μαμά λιάζεται σε μια καρέκλα με ξεθωριασμένο πανί. Ξάφνου τη βλέπω να ξεκαρδίζεται σ’ ένα γάργαρο γέλιο. Φέρνει τα γόνατα κοντά στο πρόσωπο για να προστατευτεί. Ο μπαμπάς τη σημαδεύει με το ανοιχτό λάστιχο του ποτίσματος. Ο μπαμπάς ψιχαλίζει τη μαμά. 

Απόλαυσα την «Ανατομία κόρης». Πολλά κομμάτια τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα, είναι ένα διαμαντάκι εξαιρετικά καλοδουλεμένο, με γλώσσα απλή, με ρυθμό· που δεν του λείπει ούτε του περισσεύει τίποτα. Η συγγραφέας χειρίστηκε το θέμα της- τη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας στα παιδικά και εφηβικά χρόνια- με αγάπη αλλά και σκληρότητα, το είδε από κοντά αλλά και από μακριά, το παίδεψε και το δυσκόλεψε και τελικά πήρε τον αναγνώστη μαζί της.

Το βιβλίο είναι μικρό, τα κείμενα θα μπορούσαν να σταθούν το καθένα σαν ένα μικρό διήγημα, όμως ολοκληρώνοντάς το δεν μένει το αίσθημα της αποσπασματικότητας, αλλά της ολοκλήρωσης. Η μικρή φόρμα κρύβει παγίδες, μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά χασμουρητά, σε βιβλία βίαια λησμονημένα λίγες μόνο μέρες μετά την ανάγνωση. Όταν όμως η προσπάθεια είναι επιτυχημένη, τότε αφήνει την καλύτερη επίγευση στο στόμα.



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Ανατομία κόρης", Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, 2017, σελ.73












Ακούστε τη συνέντευξη της Μαρίας Φακίνου στο Διαβάζοντας@amagi εδώ: 


3/12/17

Εκατοστό ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi




Κλήρωση! Και εκπομπή! Μαζί μας σήμερα στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi o συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Νίκος Ξένιος

Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Κριτική. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/ και σχολιάστε αυτό το ποστ στο φβ. Εναλλακτικά αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Οι νικητές θα ανακοινωθούν γύρω στις 7:50μ.μ. on air. 

Μη χάσετε την 100η εκπομπή Διαβάζοντας, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


Τις προηγούμενες 99 εκπομπές μπορείτε να τις ακούσετε εδώ: 

Κι αν δεν είστε ακόμα στο γκρουπ της εκπομπής εσείς χάνετε:







29/11/17

"Γυναίκα από μελάνι", Juan Gómez Bárcena



Πήρα τη "Γυναίκα από Μελάνι" του Χουάν Γκόμεθ Μπάρθενα ένα βράδυ αργά από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου (μου) χωρίς να ξέρω τίποτα για το βιβλίο ή τον συγγραφέα. Με τράβηξε το εξώφυλλο και το βιβλιοφιλικό οπισθόφυλλο αλλά και το γεγονός πως δεν είχα ακούσει τίποτα για αυτό. Τον τελευταίο καιρό μου φαίνεται πως διαβάζουμε όλοι τα ίδια βιβλία. 

Δυο νεαροί ποιητές στη Λίμα του Περού το 1904, ο Χοσέ και ο Κάρλος, αποφασίζουν να αρχίσουν με αλληλογραφία με το ίνδαλμά τους, τον ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Όταν βλέπουν πως αυτός δεν τους απαντά, εφευρίσκουν μια όμορφη δεσποσύνη, τη Χεορχίνα, που αλληλογραφεί με τον ποιητή και ω, του θαύματος αυτός ανταποκρίνεται. 

Έτσι ξεκινά ένα μέτα-λογοτεχνικό παιχνίδι, αφού ο Κάρλος και ο Χοσέ γράφουν ένα μυθιστόρημα με αφετηρία τα γράμματα που ανταλλάσσει η φανταστική Χεορχίνα με τον Χουάν Ραμόν, ενώ εμείς διαβάζουμε ένα άλλο μυθιστόρημα που αφηγείται τα κατορθώματά τους, ενώ αυτοί γράφουν τα πλαστά γράμματα της Χεορχίνα προς τον ποιητή. Θεωρητικά πρόκειται για μια «αληθινή ιστορία», που τη χρησιμοποιεί Μπάρθενα για να εκκινήσει να γράψει τη δική του. Το ενδιαφέρον είναι πως ο συγγραφέας απευθύνεται συχνά στον αναγνώστη, χωρίς αυτό να καταντά μελό ή κιτς. Του κλείνει το μάτι, σα να γράφουν το μυθιστόρημα μαζί. Τελικά δεν ξέρεις ποιο ακριβώς από τα τρία κείμενα διαβάζεις.

Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι, ο Μπάρθενα δεν ξεχνά τους δύο κεντρικούς του ήρωες- τον Χοσέ και τον Κάρλος- που σιγά σιγά αποκτούν ο καθένας διαφορετική σχέση με τη φανταστική Χεορχίνα. Ο Χοσέ, γόνος της αριστοκρατίας, που χάνει σιγά σιγά τα χρήματα αλλά όχι την αίγλη της, βλέπει το εγχείρημά τους καθαρά χρησιμοθηρικά, θέλει να βάλει τον γνωστό ποιητή να γράψει ένα ποίημα για τη Χεορχίνα κι έπειτα να κοκορευτούν για αυτό τους το κατόρθωμα στον κλειστό λογοτεχνικό χώρο της Λίμα. Ο Κάρλος, γόνος πρόσφατα πλούσιας οικογένειας, ερωτεύεται το πλάσμα της φαντασίας τους, θέλει για τη Χεορχίνα όλα τα ηθικά χαρίσματα. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας σχολιάζει την κοινωνία του Περού στις αρχές του περασμένου αιώνα, την κοινωνική αδικία και ανισότητα, τη σημασία της θέσης και των χρημάτων. Αλλά και τη διαδικασία της ενηλικίωσης και της αναζήτησης της ταυτότητας των δύο κεντρικών του χαρακτήρων.

Η «γυναίκα από Μελάνι» είναι ένα ευχάριστο μυθιστόρημα. Δεν κομίζει γλαύκα στα λιμνάζοντα λογοτεχνικά νερά, ούτε φιλοδοξεί να χαρακτηριστεί αριστούργημα. Ο Χουάν Γκόμεθ Μπάρθενα όμως βάζει με τέτοια βιβλία σοβαρή υποψηφιότητα να είναι από τους Ισπανούς συγγραφείς που θα αναζητώ στο μέλλον. 



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


«Γυναίκα από Μελάνι», Χουάν-Γκόμεθ Μπάρθενα, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Καστανιώτης, 2017, σελ. 336







Υ.Γ. 42 Ακόμα γελάω με την καταγραφή του ονοματεπώνυμου του συγγραφέα στη βιβλιονέτ:


23/11/17

"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος



Είχα καιρό να νιώσω όπως ένιωσα κλείνοντας και τις τελευταίες σελίδες του «Ημερολόγιου ενός εξωγήινου» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε χαρά και λύπη, κάτι εντελώς γλυκόπικρο και εν τέλει αναζωογονητικό, με έκανε να πιστέψω στη δύναμη των βιβλίων ξανά· στην πανάρχαια γοητεία των ιστοριών και της αφήγησης. 

«Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν»(εκδ. Πόλις) είναι γραμμένος το 1998, η αναθεωρημένη έκδοσή του, «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (εκδ. Μεταίχμιο), κυκλοφόρησε το 2017. Είκοσι πριν, που ήμουν κι εγώ σχεδόν παιδί ακόμα, δεν με είχε επηρεάσει έτσι. Τώρα ένιωσα πως σε αυτό το βιβλίο περικλείεται μια αλήθεια εντελώς παιδική, που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι «βαριά» ενήλικες. 

Ο Ζίγκι είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι, που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο. Μέσα από τα ημερολόγιά του καταγράφει τι γίνεται στο σχολείο, με τους φίλους του, τον έρωτα, τι γίνεται στο σπίτι, που παίρνουν διαζύγιο οι γονείς του, τι γίνεται με την ασθένειά του, μια σπάνια καρδιοπάθεια που δεν του επιτρέπει να τρέχει και να λαχανιάζει, και τι γίνεται με τη θεωρία του πως είναι εξωγήινος, και πως μια μέρα θα έρθει ένα διαστημόπλοιο από τον πλανήτη του, τον Μάρφαν, να το πάρει. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αν το χιούμορ μπορεί να είναι τόσο μπλακ. 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μπει στην ψυχή ενός δωδεκάχρονου με απαράμιλλη μαστοριά. Ο αφηγητής του – πολύ επικίνδυνη ιστορία να διαλέξεις παιδί αφηγητή και μάλιστα στο μεταίχμιο της προεφηβείας- είναι ένα απίστευτο παιδί, ένα αγόρι που βλέπει τον κόσμο με την αθωότητα και την πονηριά της ηλικίας τους. Αλλά πάνω από όλα είναι ένα παιδί. Αυτό είναι το βασικό, αυτό είναι που δίνει τον τόνο και το συναίσθημα. 

Ο Αλαντίν λέει πως όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι είναι δικαιολογίες για να μην ψάχνουν. Γι’ αυτό βιάζονται τόσο να βρουν το τέλειο ταίρι τους με τον «κεραυνοβόλο έρωτα», γι’ αυτό ψάχνουν να βρουν γρήγορα μια δουλειά και την κάνουν σε όλη τους τη ζωή, γι’ αυτό χτίζουν σπίτια αντί να ταξιδεύουν, για αυτό κάνουν παιδιά και τα φροντίζουν, υποτίθεται, τόσο πολύ (για να έχουν μια δικαιολογία για να μη βγαίνουν και πάρα πολύ από το σπίτι τους), γι’ αυτό αγοράζουν γρήγορα αυτοκίνητα (για να μην χάνουν χρόνο να πηγαίνουν απ’ το σπίτι στη δουλειά τους), γι’ αυτό τέλος πάντων βρίσκουν έναν θεό και τον πιστεύουν. Για να μην ψάχνουν άλλο. 

Η επιλογή της ημερολογιακής καταγραφής και έτσι του πρώτου ενικού προσώπου δουλεύει εξαιρετικά στην αφήγηση, ενώ η τρέλα και ο παραλογισμός του κόσμου μας, δίνονται με μια απίστευτη καθαρότητα, λόγω του αφηγητή-παιδιού. Οι ανάσες γέλιου- τα παρατσούκλια που βρίσκει ο μικρός για όλους, ας πούμε- αλλά και η μουσική, αλαφραίνουν κάπως την ατμόσφαιρα, αλλά δεν επηρεάζουν το συναισθηματικό φορτίο του μυθιστορήματος. «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» είναι ένα επίπονο βιβλίο για κάθε γονιό, οι περιγραφές του Ζίγκι για αυτό που συμβαίνει στο σπίτι του χτυπάνε ευαίσθητες χορδές, ανοίγουν πόρτες, για να δεις τι συμβαίνει γύρω σου. Σε προσγειώνουν ανώμαλα όχι στον Μάρφαν αλλά στη Γη. 

Με ρώτησαν δυο τρεις φορές αναγνώστες, αν το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου είναι «εφηβικό» ή απευθύνεται σε παιδιά. Η απάντηση είναι πως απευθύνεται σε μεγάλους, τόσο μεγάλους-μεγάλους που να μπορούν να σοκαριστούν όταν επιτέλους θυμηθούν πώς είναι να είσαι παιδί-εξωγήινος. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 365








Υ.Γ. 42 Ούτε επιστημονική φαντασία είναι ο Ζίγκι.





21/11/17

«Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης






Στα μονοπάτια του δάσους ανάμεσα στη Βλάχα και το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων λένε πως τη νύχτα καμιά φορά βγαίνει ένας γέρος και σκάβει με ένα μαύρο φτυάρι, τόσο αποκρουστικό που μοιάζει με αυτό που θάβουν οι γονείς τα παιδιά τους. 
Τον γέροντα τον τρέμουν οι διαβάτες και κουρνιάζουν ευθύς μέσα στα πουρνάρια άμα τον δουν, γιατί είναι αυτός που σκοτώνει κάθε μέρα τον ήλιο, και τον θάβει μέσα στα σπλάχνα του δάσους, καρφώνοντάς τον σαν σκαλοπάτι πάνω σ' έναν κορμό που μεγαλώνει προς τα κάτω, ένα δεντρί που φτάνει μέχρι τα πέρα δώματα του Κάτω κόσμου. 
Εκεί, πάνω στον κορμό, βρίσκονται καρφωμένοι όλοι οι ήλιοι, από τον χθεσινό ως τον πρώτο ήλιο που έδυσε ποτέ.


Για αρχή, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι «Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας» δεν είναι ένα λαογραφικό βιβλίο, δεν πρόκειται για μια επιστημονική ή έστω συστηματική εργασία συλλογής δοξασιών, πρόκειται για μυθοπλασία. Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης αντλώντας από τις παιδικές του μνήμες, την ατμόσφαιρα του τόπου και τη θητεία του στη λογοτεχνία τρόμου – ως αναγνώστης και συγγραφέας- συνθέτει μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, με κεντρικό άξονα τον τόπο και τον τρόμο. Με άλλα λόγια γράφει αυτό που στο δικό μου χωριό λέμε Folk Horror, αλλά κανένας δεν τολμά να το πει, γιατί θα τρόμαζε τους αναγνώστες. 

Το μέρος προσφέρεται, τόσο τα βουνά, τα Άγραφα αλλά κι ο Όλυμπος, όσο και ο ατελείωτος κάμπος, βουτηγμένος στην ανία και την ομίχλη. Βοηθάει και το κλίμα, ακραίες θερμοκρασίες, τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα, αίσθηση μοναξιάς και μαγείας. Ο συυγραφέας ενδιαφέρεται πολύ για τη Θεσσαλία, για αυτό το διηγήματά του αλλάζουν τρόπο ανάλογα στο μέρος που αναφέρονται, τα κεφάλαια του βιβλίου εξάλλου είναι τα εξής: Βλαχοχώρια, Καραγκουνοχώρια, Δρακοχώρια, οι πόλεις του Κάμπου.

Τα διηγήματα ανήκουν στην κατηγορία του flash fiction. O συγγραφέας τους τα έγραψε αρχικά ως ποστ της ομώνυμης σελίδα στο Facebook που είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Ένα μόνο διήγημα είναι μεγαλύτερο και γραμμένο επί τούτου, το τελευταίο, που αφήνει και αρκετές ελπίδες για μεγαλύτερα κείμενα τρόμου.  Η γραφή του είναι μπαρόκ, με στοιχεία που θυμίζουν ώρες ώρες  Λάβκραφτ, ενώ ο ρυθμός φαίνεται βαρύς, αλλά βασισμένος στη μουσική. Ομολογώ πως δεν κατάφερνα να διαβάσω πάνω από 4-5 ιστορίες τη φορά, μετά όλο αυτό με καταπλάκωνε. Στο διαδίκτυο οι ιστορίες λειτουργούν καλύτερα γιατί δεν είναι όλες μαζεμένες. Κάθε βράδυ όμως ήθελα να ξαναπιάσω το βιβλίο, να τελειώσω τις δοξασίες, να διαβάσω μια ακόμα. 

Δεν ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα μετά από ένα βιβλίο όπως οι Παγανιστικές δοξασίες. Η έκδοση από τους Αντίποδες είναι εξαιρετικά προσεγμένη, ο συνδυασμός τράβηξε πολύ κόσμο, το βιβλίο βρίσκεται ήδη στην 3η έκδοση. Εύχομαι το επόμενο βήμα να είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα τρόμου. Αν και οι "Παγανιστικές δοξασίες της Αυσταλιανής επαρχίας" δεν θα με ενοχλούσαν στα αλήθεια. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


«Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, εκδ. Αντίποδες, σελ. 153, 2017 









Ακούστε την συνέντευξη του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη στο Διαβάζοντας εδώ: