26/2/17

"Γκαλβέιας", José Luís Peixoto




Αν με ρωτούσαν πώς μου φάνηκε το «Γκαλβέιας» του Χοσέ Λουίς Πεϊσότο θα απαντούσα: «πολύ ιδιαίτερο». Ένα βιβλίο που αψηφά θαρρείς όλους τους νόμους του μυθιστορήματος, κι όμως κατορθώνει να κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο. Ίσως να φταίει η αρτιότητα της γραφής, η ικανότητα του Πεϊσότο να στήνει σκηνές και σκηνικά. Μπορεί να είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας μιλά για τα πιο φριχτά βίαια γεγονότα με ψυχραιμία σχεδόν ποιητική· αποστασιοποιημένος και λυρικός ταυτόχρονα. 

Σε ένα Πορτογαλικό χωρίο, το Γκαλβέιας, πέφτει ένα άγνωστο αντικείμενο και δημιουργεί έναν κρατήρα. Το γεγονός δεν επηρεάζει τη ζωή του χωριού παρά μόνον με έναν τρόπο, τα πάντα γεμίζουν με τη μυρωδιά του θειαφιού και το ψωμί γίνεται ξινό. Κατά τα άλλα η ζωή συνεχίζει απρόσκοπτα, φτωχική, αγροτική, βίαιη, γεμάτη περιστατικά κακοποίησης που φαίνονται εντελώς φυσιολογικά, σαν να είναι αναπόσπαστο μέρος της ζωής. 

Ο Χοσέ Λουίς Πεϊσότο μιλάει για το χωριό του χωρίς καμιά διάθεση ωραιοποίησης ή νοσταλγίας, δείχνει την ωμότητα της ανθρώπινης φύσης σε όλο της το παρηκμασμένο μεγαλείο. Τον τρόπο που οι οικογένειες κρατιούνται από το τίποτα, από την πείνα και τον φόβο. Τις διαστροφές και την υποταγή. Το κείμενο έχει δύο ιδιαιτερότητες: δεν αποπνέει μιζέρια και δεν οδηγεί πουθενά. Δεν υπάρχει κεντρικός χαρακτήρας, μοιάζει περισσότερο σαν ένα σύνολο ιστοριών στον ίδιο χρόνο και χώρο, όπου ο δευτεραγωνιστής της μιας ιστορίας χρήζεται πρωταγωνιστής στην επόμενη. 

Ομολογώ πως η γραφή του Πεϊσότο με γοητεύει. Από το εκπληκτικό «Νεκροταφείο πιάνων», στο πολύ καλό «Βιβλίο» και στο ιδιαίτερο «Γκαλβέιας», τον ακολουθώ ευλαβικά, διαβάζω ο,τι δικό του μεταφράζεται στην Ελλάδα. Αν και θεωρείται από πολλούς επίγονος του Ζοζέ Σαραμάγκου, εγώ βρίσκω ελάχιστες ομοιότητες και στον τρόπο γραφής τους, και στα θέματα που διαπραγματεύονται. Κι αν ο θείος Ζοζέ είναι για μένα ένας από τους σπουδαιότερους – κι ίσως ο πιο αγαπημένος μου- συγγραφείς των καιρών μας, ο Ζοζέ Λουίς είναι ένας συγγραφέας που δεν θα πάψω να ακολουθώ, όσα βιβλία κι αν γράψει. 



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Γκαλβέιας", Ζοσέ Λουίς Πεϊσότο, μετ. Αθηνά Ψύλλια, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 303

23/2/17

"Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά", Dave Eggers



Σε γενικές γραμμές υποστηρίζω πως το διάβασμα ταιριάζει με όλα, με τη χαρά, με τη λύπη, με τον πόνο, με τον φόβο. Άλλο όμως τι σκέφτεσαι κι άλλο τι πραγματικά συμβαίνει. Έτσι τις πρώτες δέκα μέρες μετά την εγχείρηση άρχισα, και παράτησα με χάρη, περίπου δέκα διαφορετικά βιβλία, λογοτεχνικά και μη. Δεν έφταιγαν βέβαια τα βιβλία, θα ρίξω το φταίξιμο στη μορφίνη και θα καθαρίσω με αυτό. 

Το πρώτο βιβλίο που κατάφερα να τελειώσω, ήταν το «Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά» του Έγκερς. Ένα ευπώλητο. Ε, ναι λοιπόν, αυτό χρειαζόμουν για να στρώσω, μια εξαιρετική μπεστ-σελλερια, ένα βιβλίο που κυλάει απρόσκοπτα και αβίαστα, χωρίς πολλές απαιτήσεις, χωρίς πολλές εκπτώσεις- οκ, αν εξαιρέσεις τα ανέκδοτα, αλλά θα σας πω και για αυτά. 

Ο Άλαν Κλέι είναι ένας χρεοκοπημένος σύμβουλος επιχειρήσεων, - η δικιά του επιχείρηση έκλεισε γιατί δεν δούλεψε ένα εργοστάσιο ποδηλάτων που έστησε στην Ουγγαρία για φτηνά εργατικά χέρια. Φτάνει με μια ομάδα νεαρών συνεργατών στη Σαουδική Αραβία, προσπαθώντας να δει τον βασιλιά Αμπντουλάχ και να του πουλήσει μια τεχνολογία για ολογράμματα.Εκεί η κατάσταση είναι τραγελαφική, δεν έχουν ίντερνετ, δεν έχουν καν στέγη, όλα γίνονται σε μια σκηνή, αλλά το πιο σημαντικό είναι πως δεν έχουν ραντεβού, δεν ξέρουν πότε και αν θα τους δει ο βασιλιάς. Ο Άλαν κατορθώνει, παρότι σπασμένος και τσακισμένος, να συνάψει σχέσεις με αρκετούς ανθρώπους στη Σαουδική Αραβία και να ζήσει μερικές θεότρελες περιπέτειες. 

Πέρα από το σοβαρό θέμα του βιβλίου, που είναι η Κρίση, ο τρόπος που είναι δομημένος ο δυτικός πολιτισμός πάνω στο χρήμα, κι ο παραλογισμός με την παντοκρατορία της «φτηνής Κίνας», το μυθιστόρημα έχει ξεκαρδιστικές σκηνές. Ε, και μερικά αστεία γυμνασιακού επιπέδου που μοιράζεται ο Άλαν μαζί μας. Ο Έγκερς είναι καλός παραμυθάς, όχι ακριβώς διεισδυτικός αφηγητής- έχεις συνέχεια την αίσθηση πως μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων-, όμως στήνει μια ιστορία πιθανή και ενδιαφέρουσα, απίθανη και εξωφρενική που δεν μπορεί παρά να σε «κρατήσει». 

Θεωρώ τον Κύκλο πολύ πιο ολοκληρωμένο βιβλίο από ότι τον Βασιλιά. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ παρά να νιώθω ευγνώμων, γιατί αυτό το βιβλίο με έβγαλε από το μετεγχειρητικό αναγνωστικό τέλμα. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ





"Ένα Ολόγραμμα για τον Βασιλιά", Dave Eggers, μετ. Ελένη Ηλιοπούλου, εκδ. Κέδρος, 2016, σελ. 343






16/2/17

Το χρονικό μιας ηπατεκτομής



Πριν από περίπου τρεις μήνες άρχισα να έχω έναν πόνο σαν τράβηγμα στα πλευρά μου δεξιά. Δεν έδωσα σημασία γιατί νόμισα πως πονάνε οι κοιλιακοί μου από το pilates, πως είμαι πολύ πιεσμένη και κάνω κρίση άγχους. Παράλληλα άρχισα να δυσκολεύομαι με το αλκόολ, μου δημιουργούσε μια αίσθηση κράμπας ακόμα κι ένα ποτήρι κρασί. Είπα πως μεγάλωσα. Μετά σαν να μίκρυνε το στομάχι μου, χάρηκα πως θα έχανα και κανένα κιλό. Ώσπου δυο βράδια – το ένα φάγαμε σουβλάκια, το άλλο ήμασταν καλεσμένοι σε φίλους- που έφαγα πολύ, έκανα να συνέλθω από τον πόνο και τους εμετούς δυο ώρες. Πήγα σε γαστρεντερολόγο. Εκείνος με έστειλε για υπέρηχο χολής. 

Ο θησαυρός πάντως δεν κρυβόταν στην χολή, αλλά λίγο πιο δίπλα. Ο υπέρηχος «είδε» έναν τεράστιο όγκο 10*10 εκατοστά που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ούτε τη θέση, ούτε την υφή του. Επείγουσα αξονική, τρεις άυπνες νύχτες, και το αποτέλεσμα δείχνει κάτι καλόηθες: αιμαγγείωμα στο συκώτι, που κρέμεται και πιέζει το στομάχι μου. Τώρα αυτό στον μέσο επαγγελματία υγείας ακούγεται καλό. Τα αιμαγγειώματα στο συκώτι συνήθως δεν τα πειράζουμε, είναι άκακα, όλα καλά.

Το επόμενο πρωί στον Ευαγγελισμό ήρθε το πρώτο χαστούκι. Ο χειρουργός είπε πως πρόκειται για "γιγαντιαίο αιμαγγείωμα", με προειδοποίησε πως αν αυτό σπάσει θα πεθάνω, και θεώρησε πως έπρεπε να μπω άμεσα για εγχείρηση, μια εγχείρηση δύσκολη και απαιτητική με πολύ μεγάλη πιθανότητα αιμορραγίας. Εγώ, επέλεξα εκείνο το βράδυ να πάω να παρουσιάσω το Σχέδιο στα Άσπρα Σπίτια. 

Γυρίζοντας είδα πολλούς χειρουργούς, πήγα την Πέμπτη να παρουσιάσω το Σχέδιο στη Θεσσαλονίκη, αλλά ήταν σαφές πια πως ο χρόνος στένευε. Όλοι ήταν σύμφωνοι σε αυτό- πράγμα σπάνιο για γιατρούς κανένας δεν είχε διαφορετική γνώμη- η λύση ήταν μία: εγχείρηση άμεση. Την Παρασκευή, γυρίζοντας από Σαλόνικα, ακύρωσα όλες τις παρουσιάσεις του βιβλίου για τον μήνα Φλεβάρη και πήρα την απόφαση να κάνω το χειρουργείο στο Αττικό. Κατά πρώτο λόγο ο διευθυντής της Δ’ χειρουργικής εκεί είναι ένας από τους σημαντικότερους χειρουργούς ήπατος στην Ευρώπη. Κατά δεύτερο λόγο, αν πήγαινα σε ιδιωτικό νοσοκομείο τα λεφτά ήταν τόσα που θα έπρεπε εκτός από το συκώτι να τους αφήσω και το νεφρό μου· για προκαταβολή. 

Μπήκα την Τετάρτη στο χειρουργείο, όλα πήγαν εξαιρετικά – μου αφαίρεσαν και τη χολή γιατί το τέρας είχε κολλήσει επάνω της. Και ξύπνησα με τον φριχτότερο πόνο που έχει ποτέ νιώσει άνθρωπος. Τρία τέταρτα της ώρας μετά, μου βάλαν αντλία μορφίνης. Οι πόνοι δεν μαλάκωναν, κι εγώ ήμουν ένα σώμα με σωλήνες που έβγαιναν από παντού- ρινοκαθετήρας, μάσκα οξυγόνου, κεντρική φλέβα στο λαιμό, αντλία μορφίνης, δύο στατό με ορούς, παροχέτευση από την πληγή και καθετήρας. Η πρώτη μέρα πέρασε με πολλές παραισθήσεις από την μορφίνη. Τη δεύτερη νύχτα η μορφίνη μου έκανε βαριές παρενέργειες, με ανακούφισαν με οξυγόνο κι έμεινα χωρίς αναλγησία ως το βράδυ, οπότε και με άρχισαν οπιούχα από τη φλέβα. Βγήκα την Κυριακή. 

Εννιά μέρες μετά είμαι δυο νύχτες καθαρή από οποιαδήποτε μορφή οπιούχου, άυπνη, με πυρετό, δεν μπορώ ακόμα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Αλλά ο πόνος είναι πια ανεκτός. 

Θα σας πω πρώτα τα καλά του δημόσιου νοσοκομείου: 

1) Ο καλύτερος γιατρός, που τελείωσε μια εγχείρηση που τυπικά παίρνει 3-4 ώρες στις 2, λες κι έκανε περίπατο. 

2) Δεν χρειάστηκα ούτε μία φιάλη αίμα.

3) Οι ειδικευόμενοι ήταν όλοι αποτελεσματικοί, και κάποιοι ως και συμπαθητικοί. 

Θα σας πω τα κακά του δημόσιου νοσοκομείου:

1) Δύο νοσοκόμοι στη βάρδια όλης της Δ’ χειρουργικής. Προλάβαιναν να κάνουν μόνο νοσηλεία, όλα τα άλλα τα κάνουν οι οικείοι σου. Στη δική μου περίπτωση σήμαινε 24 ώρες το 24ωρο κάποιος κοντά μου. Αν τους ζητούσες παυσίπονο, περίμενες δίωρο. Αν σου έβγαινε ο καθετήρας, άστο καλύτερα

2) Ο αναισθησιολόγος βρήκε χρόνο να μου βγάλει την αντλία 12 ώρες μετά. Έμεινα 12 ώρες με τους πόνους της ηπατεκτομής ακάλυπτη.

3) Με κινητοποίησαν μόνοι τους οι συγγενείς μου.

4) Ο φυσιοθεραπευτής μού συνέστησε για τη βραχνάδα που μου άφησε η αναισθησία «να κάτσω στην άκρη του κρεβατιού και να βήξω». Όποιος έχει κάνει παρόμοια εγχείρηση ξέρει πως τη δεύτερη μέρα μετά από το χειρουργείο κάθε μια λέξη αυτής της πρότασης είναι γελοία. 

5) Έμεινα με τα ίδια σεντόνια έξι μέρες. 

6) Ράντζα, πολλά ράντζα, σε όλον τον διάδρομο. Όποιος δεν είχε χειρουργηθεί, δεν έβλεπε δωμάτιο, τον θεό να είχε μπάρμπα. 

7) Η τομή μου δεν είναι ακριβώς μικρή, και δεν είναι ακριβώς τακτοποιημένη. Φαντάζομαι πως σε ένα ιδιωτικό νοσοκομείο θα το φρόντιζαν περισσότερο. 


Οι οικείοι μου τραβήξαν ένα ατελείωτο λούκι κι ακόμα τραβάνε γιατί δεν σηκώνομαι μόνη μου από το κρεβάτι. Τα παιδιά μου σοκαρίστηκαν πολύ- και από την απουσία, αλλά και από την κατάσταση στην οποία γύρισα. Ελπίζω να ξεχάσουν. Εγώ είμαι στα όρια της αντοχής μου. Αλλά έμαθα κάτι σημαντικό: πως όλα και όλοι μπορούν και χωρίς εμένα. Ακόμα και τα παιδιά. 

Είναι μεγάλο μάθημα να μην μπορείς να ορίσεις το κορμί σου, να βασίζεσαι σε κάποιον άλλον για την κάθε σου κίνηση, να σέρνεσαι από τον πόνο που δεν μπορεί να τον ανακουφίσει τίποτα. Είναι και μεγάλη ξεφτίλα. Είναι κι ένας τρόπος να μάθεις να αυτοπροσδιορίζεσαι πέρα από την αρτιμέλεια. Αλλά αυτά θα κατασταλάξουν μέσα μου εν καιρώ. Τώρα μπορώ να λέω μόνο ευχαριστώ σε όλους όσους μου στάθηκαν κι ακόμα ταλαιπωρούνται πολύ για χάρη μου. Και να εύχομαι σε μία εβδομάδα να είμαι όντως στα πόδια μου.  

Κι όλα αυτά, για μια βαρυστομαχιά.



Υ.Γ. 42 Δεν διαβάζω τίποτα ακόμα. Ό,τι αναρτήσεις θα ανέβουν θα είναι από τα βιβλία που διάβασα Π.Η.



5/2/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας





Κλήρωση! Και εκπομπή! Μόλις τρίτη εκπομπή της χρονιάς για το ραδιοφωνικό Διαβάζοντας [προβλέπονται κι άλλες απουσίες]. Καλεσμένη μας σήμερα η σπουδαία μεταφράστρια από τα Ολλανδικά Ynn Baltas-Van Dijck.


Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Bonita Avenue" του Peter Buwalda, μετ. Ινώ Μπαλτά Βαν-Ντάικ, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" ή "Ουάου" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε στο ποστ της εκπομπής στο φβ ή απλά αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air γύρω στις 7:50 μ.μ.


Μη μας χάσετε, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


Όλες οι παλιότερες εκπομπές μας είναι εδώ:

https://www.mixcloud.com/katerinamalakate/


2/2/17

"Ζούσαμε πάντα σ' ένα κάστρο", Shirley Jackson



Αν κανείς ξεκινήσει να διαβάζει κριτικές για το «Ζούσαμε πάντα σ' ένα κάστρο», σίγουρα θα σκοντάψει στο χαρακτηρισμό «γοτθικό μυθιστόρημα» ή έστω στο «μυθιστόρημα τρόμου». Αν και η Shirley Jackson- που γεννήθηκε το 1916 και πέθανε το 1965- θεωρείται μετρ του είδους, εγώ πιστεύω πως το βιβλίο αδικείται αν κατηγοριοποιηθεί μόνον έτσι. 

Το «Ζούσαμε πάντα σ ένα κάστρο» είναι ένα βιβλίο για τη διαφορετικότητα, την ανικανότητα να λειτουργήσεις σε έναν κόσμο που δεν σε αποδέχεται, την ψυχική αποξένωση από τους άλλους, την τρέλα και την αγοραφοβία. Είναι μια κραυγή για βοήθεια και ταυτόχρονα μια έκκληση για ανοχή. 

Δυο αδελφές, η Κόνστανς και η Μέρικατ Μπλάκγουντ, ζουν μαζί με τον ανάπηρο θείο τους σε ένα παλιό αρχοντικό. Έξι χρόνια πριν, η υπόλοιπη τους οικογένεια ξεκληρίστηκε γιατί κάποιος έβαλε αρσενικό στη ζάχαρη. Η Κόνστανς δεν τρώει ζάχαρη, η Μέρικατ ήταν τιμωρημένη στο δωμάτιο της «να κοιμηθεί χωρίς να φάει βραδινό» και ο θείος τους έβαλε μικρή ποσότητα κι έμεινε μισερός. Η Κόνστανς κατηγορήθηκε για τους φόνους, αλλά αθωώθηκε. Έκτοτε οι τρεις τους ζουν απομονωμένοι από το υπόλοιπο χωριό, μόνο η 18χρονη Μέρικατ πηγαίνει μια φορά την εβδομάδα εκεί για προμήθειες. Τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, την κοροϊδεύουν. Οι ισορροπίες θα ανατραπούν όταν θα εμφανιστεί ο ξάδελφος Τσαρλς, θα γοητεύσει την 28χρονη Κόνστανς και θα εξαγριώσει τη «χαζούλα Μέρικατ». 

Οι χαρακτήρες των δύο κοριτσιών είναι αριστοτεχνικά κεντημένοι. Η Τζάκσον καταφέρνει να μιλήσει για όλους αυτούς τους ανθρώπους που νιώθουν αποκομμένοι από τους άλλους, δείχνει την ψυχολογία του πλήθους και της αγέλης, την ανικανότητα της κοινωνίας να ανεχτεί αυτόν που διαφέρει. Οι μικρές λεπτομέρειες είναι που δίνουν στο βιβλίο την ατμόσφαιρα: το παλιό αρχοντικό, οι εμμονές της Μέρικατ, τα σερβίτσια, τα φαγητά. Η συγγραφέας δείχνει να έχει εμμονή με το φαγητό και το θάνατο. 

Το «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο» είναι ένα βιβλίο τρόμου μόνο στο βαθμό που μας τρομάζει η ανθρώπινη φύση. Στην πραγματικότητα είναι ένα βιβλίο διερεύνησης, μια ιστορία για το πώς αντιδρά ο καθένας όταν νιώθει πώς δεν ανήκει πουθενά. Και στο τέλος μόνον, βρίσκει, με όποιον τρόπο, την δική του γωνιά στον κόσμο. 

Ομολογώ πως δεν ήξερα την Shirley Jackson, αν και σχεδόν όλα τα σύγχρονα μυθιστορήματα που μιλούν για στοιχειωμένα σπίτια έχουν ως αρχέτυπο το δικό της, The Haunting of Hill House. Πιθανότατα με τη φόρα που πήρα με τις ιστορίες τρόμου, ήρθε η ώρα να το διαβάσω κι αυτό. 



                                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Ζούσαμε πάντα σ' ένα κάστρο", Shirley Jackson, μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 245

30/1/17

“Bonita Avenue”, Peter Buwalda



Tο Bonita Avenue έκανε μεγάλη αίσθηση στην Ολλανδία μόλις κυκλοφόρησε. Όταν μεταφράστηκε στα Αγγλικά, υπήρξε για το βιβλίο μεγάλος ενθουσιασμός. Στην Ελλάδα πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Κακώς. Πρόκειται για μια family saga επικών διαστάσεων, με μεγάλες δόσεις χιούμορ και εμπνευσμένη αφήγηση. Ο συγγραφέας, Peter Buwalda, είναι Ολλανδικής καταγωγής αλλά γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1971, και πριν από αυτό, που είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, είχε ασχοληθεί ενεργά με τη γραφή ως δημοσιογράφος και επιμελητής. Το Bonita Avenue ήταν για δυο χρόνια στην κορυφή των Ολλανδικών best seller κι έχει ήδη μεταφραστεί σε επτά γλώσσες.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Σιμ Σιχέριες, ένας χαρισματικός μαθηματικός, πρύτανης Πανεπιστήμιου, που ζει με τις κόρες του Τζόνι και Τζάνις και τη δεύτερη γυναίκα του Τίνεκε στη Bonita Avenue στην Καλιφόρνια. Αφηγητής της ιστορίας - ως επί το πλείστον- ο αγαπημένος της πανέμορφης Τζόνι, ο Άαρον, ένας φαλακρός νεαρός φοιτητής φωτογραφίας, που έχει το ίδιο χόμπι με τον πατέρα της, το τζούντο. Η οικογένεια του Σιχέριες μοιάζει ιδανική. Όπως αποδεικνύεται όμως, τα φαινόμενα απατούν. Ο Σιμ έγινε καθηγητής μαθηματικών πολύ αργά, ενώ πριν ήταν δάσκαλος τζούντο, παντρεμένος με μια αλκοολική, κι είχε ένα αγοράκι εξαιρετικά προβληματικό. Όταν παντρεύτηκε την Τίνεκε ξέχασε και παράτησε τον γιο του, ανέλαβε τις δύο κόρες της σαν να ήταν δικές του, και πορεύτηκε έτσι. 

Όλα διαταράσσονται όταν ο Σιμ, που είναι υποψήφιος για υπουργός παιδείας, ανακαλύπτει όσο χαζεύει πορνοσάιτ, πως η κόρη του η Τζόνι έχει μια πολύ επιτυχημένη τέτοια ιστοσελίδα, όπου με συνένοχο τον Άαρον- που τραβάει τις φωτογραφίες- επιδεικνύει τα γεννητικά της όργανα. Ο κόσμος του Σιμ καταρρέει, ο παραβατικός γιος του τον εκβιάζει, καταλαβαίνουμε πως ο αφηγητής μας Άαρον έχει σχιζοφρενικά επεισόδια, η πλοκή γίνεται χαώδης και προκλητική. 

Ένα από τα βασικά ατού του βιβλίου είναι όχι τόσο η πλοκή του, όσο ο χειρισμός της. Ο Buwalda ξέρει καλά να διαχειρίζεται τους ήρωες του και τις κορυφώσεις της ιστορίας, κι αυτό για πρωτοεμφανιζόμενο είναι σχεδόν πρωτόγνωρο. Κατά τη προσφιλή τακτική των συγγραφέων της χώρας του, είναι υπεραναλυτικός και φτάνει τις λεπτομέρειες κάθε χαρακτήρα και κάθε περιγραφής στα άκρα. Παραδόξως όμως δεν σε κουράζει, ούτε σε κάνει να αγανακτείς, αντιθέτως, σε βάζει βαθιά στη ζωή των ηρώων του και πετυχαίνει την ταύτιση, ενώ εδώ που τα λέμε κανένας τους δεν είναι ιδιαιτέρως συμπαθής. 

Το Bonita Avenue μιλά για θέματα της εποχής, για τη δομή της οικογένειας, τους δεσμούς μέσα σε αυτή, την σκοτεινή πλευρά του ίντερνετ, για ανθρώπους χαρισματικούς κι άλλους όχι και τόσο. Οι ήρωες του είναι προκλητικοί, κάποιες στιγμές – τις πιο χιουμοριστικές- σχεδόν εξωπραγματικοί. Κι ο Σιμ Σιχέριες ένας από τους πιο απρόβλεπτους κεντρικούς χαρακτήρες μυθιστορήματος που ξέρω.

Αν έτσι είναι τα πρωτόλεια, τότε μερικοί από εμάς που γράφουμε πρέπει να πάμε να κρυφτούμε στη γωνιά μας. Ελπίζω πως και τα επόμενα βιβλία του Buwalda θα σταθούν στο ύψος του Bonita Avenue, και θα δικαιολογήσουν την πρόθεσή μου να τα διαβάσω. Ίσως έτσι τον εκτιμήσουμε και στην Ελλάδα. 



“Bonita Avenue”, Peter Buwalda, μετ. Ινώ Βαν-Ντάικ Μπαλτά, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2016. σελ.555