25/5/18

"Η κομπάρσα", A. B. Yehoshua



Η σχέση μου με τους Ισραηλινούς συγγραφείς είναι μάλλον μικρή. Από όσους έχω διαβάσει – Οζ, Γκρόσμαν, Κέρετ, Σίνγκερ, Γεοσούα- νομίζω πως οι δυο τελευταίοι μού ταιριάζουν πιο πολύ. «Η Κομπάρσα» πάντως, το μυθιστόρημα του Αβραάμ Γεοσούα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, με ενθουσίασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που καταφέρνει να καταδυθεί στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να διερευνήσει τις αντιθέσεις της, να αναμετρηθεί με το ατομικό και το συλλογικό μαζί με τέτοια ένταση και ευαισθησία που λυπάσαι όταν αναγκάζεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. 

Η Νόγκα είναι μια 42χρονη όμορφη αρπίστρια που ζει μόνιμα στην Ολλανδία και παίζει στην ορχήστρα του Αρνχάιμ. Δέχεται να γυρίσει στην Ιερουσαλήμ για τρεις μήνες, για να φυλάει το διαμέρισμα της μητέρας της, όσο εκείνη θα τεστάρει στο Τελ Αβιβ τον οίκο ευγηρίας που πρότεινε ο αδελφός της. Η οικογένεια της Νόγκα είναι πολύ δεμένη, η μαμά της μια κυρία με φοβερό χιούμορ, κι ο Χόνι, ο αδελφός της, αγαπά πολύ και τις δύο γυναίκες, κι αν και τις καταπιέζει με αυτό το «πείραμα», το κάνει καθαρά από αγάπη. 

Η Νόγκα, που δεν θέλει να κάνει παιδιά- για αυτό άλλωστε άφησε τον πρώην άντρα της στο Ισραήλ κι έφυγε για την Ευρώπη ακολουθώντας την άρπα-, ξαναμπαίνει γρήγορα στους ρυθμούς της πόλης, αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως τη συντηρητικοποίησή της, πως γύρω της συγκεντρώνονται υπερορθόδοξοι Εβραίοι φανατικοί κι αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για την ηλικιωμένη και άθρησκη μαμά της. Για να περνά τον χρόνο της, μιας και άρπα δεν βρίσκεται στο Ισραήλ για να παίζει, ο αδελφός της της κανονίζει κάποια κομπαρσιλίκια, σε σήριαλ, σε όπερες, σε διαφημίσεις. 

Ο Αβραάμ Γεοσούα, στα 80 τόσα του, τολμά να τα «βάλει» με μια γυναίκα αφηγήτρια, και τα καταφέρνει. Μπαίνει πλήρως στην ψυχοσύνθεση της σαραντάχρονης Νόγκα που δεν επιθυμεί να γίνει μάνα, που αγαπά την ελευθερία της στην Ολλανδία, αλλά παραμένει πάντα Ισραηλινή, που θέλει να απελευθερωθεί από τις κοινωνικές δεσμεύσεις, ενώ ταυτόχρονα φοβάται μη χάσει την αγάπη- της μαμάς, του αδελφού, ακόμα και του πρώην συζύγου. 

Το σκηνικό είναι η Ιερουσαλήμ, πόλη με ιστορία αιώνων, συνεχές σταυροδρόμι πολιτισμών, ένας τόπος διαρκούς αιματοκυλίσματος. Η θρησκεία αναλαμβάνει έναν ύπουλο ρόλο καθορισμού της ταυτότητας, ακόμα και για οικογένειες άθρησκες όπως αυτή της Νόγκα. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες υποπλοκές εξάλλου, είναι η εισβολή δυο πιτσιρίκων στο διαμέρισμα της Ιερουσαλήμ για να δουν τηλεόραση. Ο ένας είναι μάλλον πνευματικά καθυστερημένος, πανέμορφος, προερχόμενος από οικογένεια ιερή, που τον προορίζει για χασίντ. Ηρεμεί μόνο όταν βλέπει το χαζοκούτι, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν υπάρχει. Ο άλλος είναι ένας προέφηβος, που φροντίζει τον μικρό- έχει συνηθίσει γιατί έχει δέκα αδέλφια. Η Νόγκα βρίσκεται σε υποχρεωτική αργία στο Ισραήλ, δεν μπορεί να προωθήσει τη δουλειά της, και  μπαίνει σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης χωρίς να το καταλάβει. Η συνάντηση με τον πρώην σύζυγο, που τώρα πια έχει μια καινούργια σύζυγο που της μοιάζει και δύο παιδιά, βοηθά για να κατανοήσει ακόμα καλύτερα τον εαυτό της. 

Ο Α.Β. Γεοσούα μιλάει για οικογένεια, θρησκεία, πατρίδα, μοναξιά, γηρατειά, μητρότητα, όλα ανάκατα, το ίδιο σημαντικά, σε ένα βιβλίο που φαινομενικά έχει μια απλή ιστορία. Ο τρόπος του, που στη Ρετροσπεκτίβα αρκετές φορές με κούρασε, τώρα μου άρεσε πολύ. Απόλαυσα την ανάγνωση, ταυτίστηκα με την ηρωίδα, ένιωσα στο πετσί μου το αίτημά της για ελευθερία και ασφάλεια ταυτόχρονα. Και κατέληξα πως είναι για αυτά τα βιβλία, που σκάνε ξαφνικά μέσα σου και πυροδοτούν τόσα αισθήματα, που αξίζει η μακρόχρονη ενασχόληση με την ανάγνωση. 

                                                              
                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ





"Η κομπάρσα», Αβραάμ Γεοσούα, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Καστανιώτης, 2018, σελ.342









18/5/18

"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο



Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου. 

Αυτή είναι η εναρκτήρια παράγραφος στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, που μας λέει χωρίς περιστροφές τι θα διαβάσουμε. Ο ζωγράφος Χουάν Πάμπλο Καστέλ, αφηγητής και πρωταγωνιστής, μας αφηγείται πώς γνώρισε τη Μαρία Ιριμπάρνε- ήταν η μόνη που πρόσεξε τη λεπτομέρεια που τον ενδιέφερε στον πίνακά του- πώς την ξανασυνάντησε τυχαία, πώς την ερωτεύτηκε και τη ζήλεψε παράφορα και τελικά τη σκότωσε. 

Ο Καστέλ είναι ένας ορμητικός αφηγητής, ένας μοναχικός και ιδιότροπος άνθρωπος, ένας παράφορα ζηλιάρης εραστής. Για τον Καστέλ "η κόλαση είναι οι άλλοι", δεν μπορεί να βρει διαφυγή πουθενά, ούτε παρηγοριά. Δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του, ενώ αυτή η κατανόηση είναι που τον καίει πιο πολύ. Αδυνατεί να υπάρξει αν δεν ορίσει τι είναι ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να ορίσει τα βασικά. Πρόκειται για έναν αναξιόπιστο αφηγητή, με στιγμές τρομερής ενάργειας, που συχνά καταβυθίζεται σε τέτοια βάθη που φτάνει την παράνοια.

Υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος που μπορούσε να με καταλάβει. Όμως ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που σκότωσα. 

Η γλώσσα του Σάμπατο είναι λιτή και απέριττη, οι προτάσεις έχουν όλες νόημα, το βιβλίο δεν πλατειάζει πουθενά, διαβάζεται μονορούφι. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που συμπυκνώνει στις 174 σελίδες του όσα ένας στοχαστής όπως ο Σάμπατο θέλει να πει· μιλάει για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, το τούνελ στο οποίο μπαίνουμε για να βρούμε τον εαυτό μας κι είναι αμφίβολο αν θα τον βρούμε στην άλλη πλευρά. 

Το Τούνελ (1948) είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του Ερνέστο Σάμπατο που εκδόθηκε και καθιέρωσε το συγγραφέα του σχεδόν αμέσως. Δεν είναι τυχαίο πως το ανακάλυψε ο Καμύ, μιας και πρόκειται για ένα έργο του υπαρξισμού και έχει αρκετές ομοιότητες με τον Ξένο (1942). Ο Σάμπατο σπούδασε Φυσική, δούλεψε στο Ινστιτούτο Κιουρί, όμως μετά τον Δεύτερο Πόλεμο αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Αν και έζησε σχεδόν εκατό χρόνια, έγραψε μόνον τρία μυθιστορήματα,: αυτό, το «Περί Ηρώων και τάφων» και το «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» που αποτελούν και μια άτυπη τριλογία. 

Το Τούνελ είναι το πιο πυκνό, δεν αφήνει καμία από τις εμμονές του απέξω, ούτε καν αυτή με τους τυφλούς. Είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβάζεται ξανά και ξανά και κάθε φορά να αφήνει άλλη αίσθηση, ανάλογα τη φάση ζωής του αναγνώστη. Και η μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου τού έδωσε τη νέα πνοή που χρειαζόταν. 



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ174

15/5/18

«Μακριά από πού», Edgardo Cozarinsky



Ξεκίνησα να διαβάζω το «Μακριά από πού» του Εδγάρδο Κοζαρίνσκι γιατί ο συνέταιρός μου και συν-συντονιστής της Λέσχης ανάγνωσης του Booktalks, Librofilo, επέμενε να κάνουμε την ιεροσυλία και να το βάλουμε στην ίδια συνάντηση της Λέσχης με το “Τούνελ” του Ερνέστο Σάμπατο. Ο συνδετικός κρίκος είναι προφανής, μιλάμε για δύο Αργεντίνους συγγραφείς διαφορετικής γενιάς και υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Όμως οι ομοιότητες θεωρώ πως λήγουν εδώ. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί μια Γερμανίδα, που έκανε γραφική δουλειά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βλέποντας το Ράιχ να καταρρέει, βουτάει το διαβατήριο μιας Εβραίας που είχε βρεθεί την προηγούμενη μέρα στα κρεματόρια και 20 κιλά χρυσά δόντια Εβραίων και φεύγει. Με κάποιον τρόπο καταφέρνει να βρεθεί στην Αργεντινή, όπου στήνει τη σκιά μιας νέας ζωής. Δεν παντρεύεται ποτέ, μένει σε μια πανσιόν με άλλους χαμένους μετανάστες. Από έναν τυχαίο ομαδικό βιασμό αποκτά έναν γιο που τον μεγαλώνει με αγάπη. Αν και στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να μεγαλώσει το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που είχε κάνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όχι τον μαυριδερό Φεδερίκο. Ύστερα από τον ύποπτο θάνατο της, ο γιος της κάνει την αντίστροφη πορεία, γυρίζει στην Ευρώπη, χωρίς να ριζώνει πουθενά. 

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη μοίρα του μετανάστη, την έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας, της επιβολής της Πολιτικής και της Ιστορίας πάνω στην προσωπική μοίρα των ανθρώπων. Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Όπως δεν κατανοεί ποτέ την ιστορία της μητέρας του ο γιος της. Η πρωταγωνίστρια είναι μια μάλλον αμόρφωτη και ακαλλιέργητη γυναίκα που μπλέκει στην παγίδα της Ιστορίας, περνά μια ανώνυμη ζωή, δίνει πόνο, δέχεται πόνο, σχεδόν μοιρολατρικά, δεν καταλαβαίνει καν πως με κάποιο τρόπο είναι η ενσάρκωση του Κακού, δεν έχει τίποτα για να μετανιώσει. Μαθαίνει πως ως άτομο δεν έχει καμία σημασία, και τελικά δεν αφήνει το στίγμα της στον γιο της. Κι εκείνος, χωρίς ρίζες, χωρίς ταυτότητα, χάνει στο τέλος και τη μοναδική ευκαιρία να βρει μια οικογένεια και μια πατρίδα. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκούντως κινηματογραφικό, λιτό στη γλώσσα και τη δομή, που περιγράφει όμως μια συγκλονιστική ιστορία. Ο συγγραφέας έχει μοναδική ικανότητα να στήνει ατμόσφαιρα, έχει ασχοληθεί πολύ με τον κινηματογράφο, και μόνο τα τελευταία χρόνια αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Αν κρίνω από αυτό το διαμαντάκι, πολύ θα ήθελα να διαβάσω και το άλλο μυθιστόρημά του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τον «Μολδαβό σωματέμπορα». 


                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Μακριά από πού», Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, μετ. Τάσος Ψάρρης, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 141, 2011

12/5/18

«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Jorge Semprún



Εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα, «Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» είναι ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, που διερευνά σε βάθος την παράνοια του Σταλινισμού, αλλά και του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς να φοβάται να ανοίξει μέτωπα, να ξύσει πληγές ή να κηλιδώσει υπολήψεις. 

Ήρωας του Σεμπρούν είναι ένας Σοβιετικός πράκτορας που μετατίθεται στην Ισπανία και τι παράξενο, ως όνομα του δίνουν εκείνο του δολοφόνου του Τρότσκι, Ραμόν Μερκαντέρ. Αυτός ο δεύτερος Μερκαντέρ έχει προβλήματα ταυτότητας, όπως ο ομώνυμός του, και μια παιδική ιστορία που θυμίζει τη δική του. Τον βρίσκουμε στο Άμστερνταμ, όπου τάχαμου εκπροσωπεί μια εμπορική εταιρεία. Ταυτόχρονα εκεί τον παρακολουθούν άνθρωποι της CIA και άνθρωποι της Κα Γκε Μπε, ενώ στο παιχνίδι παίζει και η Ολλανδική αστυνομία. Τελικά ο Μερκαντέρ θα οδηγηθεί στον θάνατο, προδομένος και μόνος. 

Ο Χόρχε Σεμπρούν δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση, τσαλαβουτά στις ιστορίες του, αφήνει κλωστές να κρέμονται, ξέφτια που δεν καταλήγουν πουθενά, ακολουθεί τον Μερκαντέρ, αφήνει υπόνοιες για το ποιος είναι, ακολουθεί τη CIA, μπαίνει στο μυαλό όλων ενώ ταυτόχρονα δεν είναι στο μυαλό κανενός. Κι όλα αυτά τα κάνει κυρίως μπροστά σε δυο πίνακες του Βερμέερ. 

"Το δρομάκι" Γ. Βερμέερ


Μα ο Φιλίπ δεν είχε ακούσει αυτή την ανταλλαγή των φράσεων, ή μπορεί να μην έδωσε ιδιαίτερη σημασία, τεντωμένος καθώς ήταν προς τον πίνακα Άποψη Ντελφτ, σε μια προσπάθεια, απεγνωσμένη ίσως, να συλλάβει την ομορφιά αυτού του πίνακα που τον είχανε διατάξει να προσέξει ιδιαίτερα επειδή ήταν ο ωραιότερος του κόσμου- όποιος συγγραφέας κι αν το βεβαίωνε, ο Προυστ ή ο Μαρλώ- κι ένιωσε για μια στιγμή την επιθυμία να σκύψει προς το μικρό αγόρι, να το πάρει από το χέρι και να το οδηγήσει ως την άκρη του πίνακα, μέχρι εκείνη την κοκκινωπή αμμουδιά, σάμπως να είχανε περπατήσει μαζί οι δυο τους, πολλή ώρα, μέσα στην εξαντλητική επιπεδοσύνη του τοπίου και κάνανε μια στάση, εδώ, στην από δω μεριά του νερού, για να δούνε το θέαμα της πόλεως που υψωνόταν μες στην προφάνεια του δικού της φωτός, που δεν προερχόταν από έναν ήλιο πονηρά τοποθετημένο, κατάλληλα υπολογισμένο για το παιχνίδι της τεχνικής του κιαροσκούρου, μα ήταν φως αντλημένο θα ‘λεγες από το γκρίζο βάθος του κοιμισμένου νερού, από τις γκρίζες πέτρες του μουράγιου, αντλημένος από το βάθος της υλικής πυκνότητας του κόσμου, κατά μήκος των προσόψεων, έτσι που ορισμένες από δαύτες να ‘χουν διατηρήσει απ’ το φωτεινό εκείνο πέρασμα, ένα επίστρωμα χρυσόσκονης, ένα φως που κάποιος λες το αντλούσε και το ανέβαζε με την ασάλευτη αιχμή ενός καμπαναριού από πέτρα ξανθιά, έτσι που συνέκλινε προς την κάθετη εκείνη σπερμοδόχη όλο εκείνο το απαλό συγκεντρωμένο φως, απ’ όπου θα εκτοξευόταν ως τον συννεφιασμένο ουρανό, πιτσιλίζοντάς τον, απ’ τα κάτω και απ’ το πλάι, με μια έκρηξη αναποδογυρισμένου ήλιου και ο Φιλίπ θα έμπαινε ίσως, ή μάλλον ήταν σίγουρο πως θα ‘μπαινε, τελείως αβίαστα και φυσικά, μέσα στην ψηλαφητή διαφάνεια αυτού του τοπίου.[] 



"Άποψη του Ντελφτ" Γ. Βερμέερ


«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα, κάθε άλλο. Απαιτεί αργούς ρυθμούς, σε καθηλώνει στον κόσμο του, στιγμές στιγμές σε φέρνει σε απόγνωση. Την απόγνωση του ίδιου του ήρωα που νιώθει εγκλωβισμένος μέσα στην ίδια του τη ζωή, που την ορίζουν άλλοι, χωρίς καλά καλά να καταλάβει το γιατί. Ο Σεμπρούν είναι δηκτικός με τον Σταλινισμό, χωρίς να χαρίζεται στους υπόλοιπους, είναι σαρωτικός και υποβλητικός. Κι αυτό είναι σίγουρα ένα μυθιστόρημα που θα καταγραφεί ανάμεσα στα αριστουργήματα του 20ου αιώνα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Χόρχε Σεμπρούν, μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Θεμέλιο, β έκδοση, 2018, σελ. 507 











Υ.Γ. 42 Το βιβλίο ήταν χρόνια εξαντλημένο και επανακυκλοφόρησε τον Απρίλη, στην ίδια μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά με νέα επιμέλεια και πια στο μονοτονικό. 

Υ.Γ. 42-42 Το βιβλίο δεν έχει καμία ομοιότητα με τον «Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονάρντο Παδούρα.

Υ.Γ.  Ο πραγματικός Ραμόν Μερκαντέρ πέθανε 10 χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος του Σεμπρούν.


10/5/18

Στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης




Ήταν η δεύτερη φορά που ανέβηκα στη Σαλονίκη για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, πέρυσι το έκανα για να παρουσιάσω «Το Σχέδιο», όμως φέτος ήμουν απλώς και μόνον μία βιβλιοτουρίστρια. Πέρυσι είχα τα άγχη μου: πώς θα πάει η παρουσίαση, πώς θα είναι το κλίμα, ο χώρος, η εμπειρία, αν είχε νόημα να είμαι εκεί. Φάνταζε στα μάτια μου η Έκθεση κάπως σαν μυθικό τέρας, τη σκεφτόμουν πού και πού και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά η ιδέα αμέσως με τρόμαζε. Τόσος κόσμος, τόσα βιβλία, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;

Η περσινή μου εμπειρία με έπεισε να ανέβω και φέτος που δεν είχα καμία επαγγελματική υποχρέωση. Η ίδια η διοργάνωση έμοιαζε παρόμοια, όλοι σχεδόν οι μεγάλοι οίκοι ήταν εκεί- με την απουσία του οίκου των ευπώλητων- και όλοι σχεδόν οι μικροί, ακόμα και οι πολύ μικροί οίκοι του ενός ατόμου. Οι εκδηλώσεις πάρα πολλές – 500 στο σύνολο, κάποιες ώρες είχε 10 εκδηλώσεις μαζί. Τα περίπτερα έμοιαζαν οικεία, η χωροθέτηση δεν αλλάζει πολύ, φαντάζομαι για να μην υπάρχουν δυσαρεστημένοι. Φέτος δεν είχε μεγάλα ονόματα για να προσελκύσουν το κοινό- δεν είχε Καμπρέ, δεν είχε Μπρυκνέρ- κι έτσι αδιαφιλονίκητος νικητής του κοινού ήταν ο αιρετικός της αγάπης πατέρας Φιλόθεος Φάρος. Την ώρα της εκδήλωσής του οι άνθρωποι έκαναν ουρές γύρω από την αίθουσα, δεν έπεφτε καρφίτσα. Το κοινό ήταν πολυπληθέστερο και από αυτό στην εκδήλωση της σταρ ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου.




http://www.motionteam.gr/index.php?SCREEN=photo&CatID=21&SubcatID=135&PhotoID=1056610&tab=

Φέτος την έκθεση εδέησε να πάρει χαμπάρι και η Φρανκφούρτη, που για πρώτη φορά είχε αποστολή- για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα βέβαια. Οι ξένες αποστολές ήταν οι ίδιες με πέρυσι- θαρρώ. Το ίδιο και το κλίμα. Κάθε χρόνο για τέσσερις μέρες όλος ο λογοτεχνικός κόσμος της Αθήνας μετακομίζει στη συμπρωτεύουσα, χαιρετιέται στους διαδρόμους της Έκθεσης, πίνει καφέδες, συσφίγγει τις σχέσεις του ποικιλοτρόπως- κυρίως με κρασιά και τσίπουρα. Οι εκδηλώσεις είναι γεμάτες. Αυτό που δεν είδα γεμάτο ούτε και φέτος ήταν τους πάγκους των εκδοτικών με πελάτες. Πολλά βιβλία, νέες εκδόσεις, δημόσιες σχέσεις, αλλά κοινό να αγοράζει λιγοστό. Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι έβγαλαν καν τα «έξοδα της αποστολής». Με λίγα λόγια δεν είδα απλούς αναγνώστες. Η πόλη δεν κινείται στον ρυθμό της Έκθεσης, πάρα πολλοί μόνιμοι κάτοικοι δεν ξέρουν καν πότε είναι.

Φέτος, που δεν είχα υποχρεώσεις, επέλεξα να βγω με Θεσσαλονικείς φίλους. Τους υπόλοιπους τους βλέπω και στην Αθήνα. Ομολογώ πως πέρασα καλύτερα, ένιωσα τον παλμό της νύχτας και της μέρας, αισθάνθηκα λίγο σαν ανέμελη φοιτήτρια. Θα ανέβω ξανά στην ΔΕΒΘ στα χρόνια που θα έρθουν- αν είμαι καλά. Θα ανέβω γιατί έχω αγαπήσει την πόλη και τους ανθρώπους της. Αλλά και γιατί θα ήθελα να δω κάτι να αλλάζει. Κάπου να διοχετεύεται όλη αυτή η ενέργεια. Η Έκθεση μοιάζει σαν ένα συσσωρευμένο πεδίο Λογοτεχνικής Ενέργειας που δεν βρίσκει αποδέκτη. Δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι, οι βιβλιοπώλες, οι ξένοι εκδότες, το μη φανατικό κοινό. Πάντως όλο αυτό το Σήμα πρέπει να το εκπέμψουμε κάπου, για να μην καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα.


                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ



http://www.ert.gr/ert3/15i-diethnis-ekthesi-vivlioy-thessalonikistimomenes-oi-chores-tis-gallofonias/


3/5/18

Η μοναξιά της ανάγνωσης







Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ πως τη ζωή μου την ορίζουν τα βιβλία. Η ανάγνωση- και η γραφή- είναι μέρος της καθημερινότητάς μου, σχεδόν σαν δεύτερη δουλειά. Κι αναρωτιέμαι τι με έφτασε ως εδώ, αν αυτό ίσχυε πάντα κι απλά γιγαντώθηκε με τα χρόνια. Η απάντηση είναι ναι, αυτό ίσχυε πάντα, από τότε που έμαθα γραφή κι ανάγνωση. 

Με βοήθησε η μοναξιά, κι η αγάπη μου για τις ιστορίες. Ήμουν ένα αποσυνάγωγο παιδί, με ελάχιστους φίλους, και το μυαλό μου χρειαζόταν τη διαφυγή. Διάβαζα ήδη από τα οκτώ με μανία ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, στα εννιά έγραψα το πρώτο μου «ποίημα». Το διάβασμα ήταν οι περιπέτειες που δεν ζούσα, οι φιλίες που δεν είχα, η υποστήριξη για να χτίσω τον εαυτό μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να βαρυγκώμησα τη μοναξιά μου, ούτε τότε, ούτε τώρα. Μάλλον πια ούτε ποτέ. 

Η μοναξιά, η ενασχόληση με τον εαυτό, ακόμα κι η βαρεμάρα, ανδρώνουν αναγνώστες, και φτιάχνουν ανθρώπους. Δίνουν δύναμη, και σιγουριά για το μέλλον, μια αυτάρκεια πέρα από κάθε έλλειψη αυτοπεποίθησης. Η ανάγνωση μπαίνει σε αυτή την εξίσωση δυναμικά, οξύνει τις φαντασιώσεις, αφήνει ύπουλα το στίγμα της, τόσο σε γνωστικό επίπεδο, όσο και σε αυτό της ενσυναίσθησης. Η ανάγνωση, χέρι χέρι με τη μοναξιά, αρχίζουν να καθορίζουν αυτό που είσαι. 

Στην περίπτωσή μου, αυτό, ακόμα κι όταν έπαψα να είμαι ακοινώνητη, συνεχίστηκε. Αναζητούσα, και θα αναζητώ πάντα τον χώρο μου στην ησυχία. Μακριά από όλα τα άλλα ερεθίσματα, παρά μόνον τους ερεθισμούς του μυαλού. Εφευρίσκω σιωπές, υποκρίνομαι κούραση, αρνούμαι κι αγκαλιές πού και πού, για να μπορώ ακόμα να διαβάζω. Είναι ο χρόνος μου. Είναι η αποφόρτιση μου. Και ταυτόχρονα η σπουδή στη μοναξιά μου. Που μου δίνει δύναμη. Και εγγυάται το μέλλον. 

                                                                    

                                                        

                                                        Κατερίνα Μαλακατέ