27/4/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (4 μ.μ.) του Μαραμπού




Σειρήνες χωρίς τραγούδι και μουσική; Μαέστρο, πιάσε μια φούγκα!

[...] Τις τελευταίες μέρες τελείωσα το κεφάλαιο των Σειρήνων. Μεγάλη δουλειά. Για να γράψω αυτό το κεφάλαιο χρησιμοποίησα τις τεχνικές της μουσικής. Είναι μια φούγκα με όλη τη μουσική σημειογραφία: πιάνο, φόρτε, λέντο και ούτω καθεξής. Υπάρχει ακόμη κι ένα κουιντέτο, όπως στους Αρχιτραγουδιστές, την αγαπημένη μου όπερα του Βάγκνερ... Από τότε που άρχισα να ερευνώ τις πηγές και τα τεχνάσματα της μουσικής και να τα αξιοποιώ σ' αυτό το κεφάλαιο, έπαψα να ενδιαφέρομαι για τη μουσική. Εγώ, που αγαπούσα τόσο πολύ τη μουσική, δεν μπορώ πια να την ακούσω. Διακρίνω όλα τα κόλπα και δεν μπορώ να την απολαύσω πια.

Ο Τζόυς σε αυτό το απόσπασμα αφήνει και ένα μικρό παράπονο για όλους εκείνους τους συγγραφείς που τεχνίτες πρωτίστως και αναγνώστες-μηχανικοί πλέον (αν όχι, μηχανικοί αναγνώστες) στερούνται μοιραία ένα μερίδιο της αισθητικής πρόσληψης ενός γραπτού έργου. Ας επιστρέψουμε στην μουσική, όμως. Οι κανόνες της φούγκας περιγράφονται αρκετά αναλυτικά για έναν αμύητο σαν εμένα σε αυτό το άρθρο. Ο Τζόυς ενσωμάτωσε μερικές από τις τεχνικές της στην γραφή και κάποιες άλλες στην πλοκή του κεφαλαίου. Το σίγουρο είναι ότι το κεφάλαιο αυτό είναι γεμάτο μουσική!




Κάτι που αξίζει στην ανάγνωση του Οδυσσέα είναι η στιγμιαία έκφραση έκπληξης και ηλιθιότητας που παίρνει το πρόσωπο του αναγνώστη καθώς προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς διαβάζει. Θα μπορούσα να μην σας αποκαλύψω τίποτα αλλά αν δεν θέλατε αποκαλύψεις, δε θα με διαβάζατε, οπότε το ίδιο κάνει! Έτσι και αλλιώς, με ή χωρίς την συμβολή μου, οι εκπλήξεις θα είναι πολλές. Το κεφάλαιο “Σειρήνες” ξεκινάει με τρεις ακατανόητες σελίδες οι οποίες συμπυκνώνουν όλο το ακόλουθο κεφάλαιο εν είδει εισαγωγής στο θέμα της φούγκας. Η σύγχυση μεγαλώνει εξαιτίας των υποσημειώσεων που αποκαλύπτουν πράγματα που αποκλείεται να αντιληφθεί ο αναγνώστης από όσα περιγράφει ο Τζόυς στις σελίδες αυτές. Αυτή είναι και η πρώτη μου ένσταση σχετικά με την μετάφραση του Ανευλαβή. Μια σημείωση θα αρκούσε που να εξηγεί με γενικό τρόπο τι ακριβώς διαβάζουμε. Εξάλλου, στην πορεία του κεφαλαίου, η σύγχυση μετριάζεται (ποτέ δεν εξαλείφεται από το βιβλίο του Τζόυς – τουλάχιστον όχι με μία, δύο, τρεις αναγνώσεις!) και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αναγνώστης μετά το τέλος του κεφαλαίου θα γυρίσει στην αρχή για να βρει εκεί την κατανόηση που του στέρησαν.

Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο-ορόσημο του Οδυσσέα. Ο Μπλουμ μοιάζει να αποκτά μεμιάς όλο το βάθος του χαρακτήρα που υποψιαζόμασταν σε όλα τα προηγούμενα κεφάλαια. Η συγγραφική μεταστροφή είναι στρωτή αλλά η συνειδητοποίηση από τον αναγνώστη είναι σαρωτική. Βρισκόμαστε στο ξενοδοχείο Όρμοντ όπου οι σερβιτόρες του μπαρ, Ντους και Κέννεντυ, μπρούντζος δίπλα σε χρυσό, αποτελούν τις εκμαυλιστικές Σειρήνες του κεφαλαίου. Σταδιακά το μπαρ γεμίζει με διάφορους χαρακτήρες που ήδη γνωρίσαμε σε προηγούμενα κεφάλαια που συνωθούνται γύρω από το πιάνο και επιδίδονται σε χορό και τραγούδι, εθνικιστικές κορώνες και ανούσιες φιλοφρονήσεις. Ο Μπλουμ περιμένει να παέι η ώρα τέσσερις – Να φάω πρώτα. Θέλω. Όχι ακόμη. Στις τέσσερις, είπε αυτή. Ο χρόνος πάντα περνά. – και ύστερα μπαίνει στο εστιατόριο να φάει με τον φίλο του Ρίτσι Γκουλντινγκ που συναντά στην είσοδο. Ο χώρος που κάθεται είναι μια αίθουσα δίπλα στο μπαρ που επικοινωνεί με μια πόρτα που κρατά μισάνοιχτη ένας πρόθυμος και κουφός(!) σερβιτόρος, από την οποία ο Μπλουμ παρατηρεί τα τεκταινόμενα δίχως να γίνεται αντιληπτός. Παράλληλα ακούει την μουσική και τα τραγούδια που πλημμυρίζουν σταδιακά τις σκέψεις του. Τι, στο Όρμοντ; Το καλύτερο στο Δουβλίνο. Αλήθεια; Η τραπεζαρία. Κάθεσαι ερμητικός εκεί. Βλέπεις, δεν σε βλέπουν.



Η Μόλλυ θα συναντήσει τον εραστή της Μπλέιζες Μπόυλαν στις 4 μ.μ. στο σπίτι της στην οδό Εκκλς 7 και ο Μπλουμ το γνωρίζει αυτό – όπως και εμείς οι αναγνώστες το γνωρίζουμε από διάφορες μικροαναφορές στην πορεία του βιβλίου. Ο Μπλουμ επιλέγει να αποδεχτεί την απιστία και να μην αποτρέψει την προγραμματισμένη συνάντηση. Όλο το κεφάλαιο είναι μια σχοινοτενής ανάκληση αναμνήσεων και σκέψεων του Μπλουμ, που παρεμβάλλονται ανάμεσα από άριες και πατριωτικά τραγούδια που ακούγονται από την παρέα του μπαρ. Οι σκέψεις του Μπλουμ προοδευτικά πυκνώνουν, σοβαρεύουν και συμπλέκονται αρμονικά με τα τραγούδια που ακούγονται από δίπλα, δίνοντας έναν ιδιαίτερο τόνο στην αφήγηση του Τζόυς. Ο αναγνώστης θα χρειαστεί να αναζητήσει κάποιους από τους στίχους (ειδικά του Croppy Boy) αν θέλει να κατανοήσει καλύτερα όσα συμβαίνουν στο μυαλό του Μπλουμ.

Ο Μπλέιζες Μπόυλαν θα κάνει ένα πέρασμα από το μπαρ για ένα ποτό πριν το ερωτικό ραντεβού. Εκείνος σίγουρα δεν θα αντικρίσει τον Μπλουμ. Ο Μπλουμ από την άλλη, μάλλον βλέπει τον Μπόυλαν από την αίθουσα που βρίσκεται. Ένα απόσπασμα ενισχύει αυτή την άποψη. Στις τέσσερις. Το ξέχασε; Ίσως ένα κόλπο. Αργοπορώντας: ανοίγει την όρεξη. Η στιγμιαία συνύπαρξη των δύο αντρών στο ίδιο χώρο, η ορμητικότητα και η νεανικότητα του ενός, και η παθητικότητα και η αποδοχή του άλλου, δίνουν ένα τόνο βαθιάς τραγικότητας στο όλο επεισόδιο και χαρίζουν στον Μπλουμ όλο το εσωτερικό του βάθος. Στην συνέχεια του κεφαλαίου, ο Μπλουμ θα σκέφτεται νοερά όλη την πορεία του Μπόυλαν προς το σπίτι του και προς την Μόλλυ. Τι άρωμα φοράει η γυναίκα σας; Θέλω να ξέρω. Κουδούνισμα. Στοπ. Χτύπος. Τελευταία ματιά στον καθρέφτη πάντα πριν ανοίξει η πόρτα. Ο διάδρομος. Εκεί; Πώς είστε; Καλά. Εκεί; Τι; Ή; Μπουκαλάκι με παστίλιες για τον λαιμό, καραμέλες για την αναπνοή, στην τσάντα της. Ναι; Χέρια αναζητούν τις άφθονες καμπύλες.



Σε κάποια φάση ο Μπλουμ ζητάει από τον κουφό σερβιτόρο ένα επιστολόχαρτο για να απαντήσει στο πρωινό γράμμα της ερωμένης του Μάρθας. Παράλληλα, από το μπαρ ακούγονται κομμάτια από την όπερα “Μάρθα” ώστε η εντύπωση που προκαλείται στον αναγνώστη να είναι ακόμα πιο ισχυρή. Ωστόσο, ο Μπλουμ δεν παύει στιγμή να σκέφτεται την Μόλλυ και μόνο αυτή, ακόμα και όταν συντάσσει άκεφα το ερωτικό γράμμα προς την Μάρθα ως Χένρυ Φλάουερ. Μάλιστα, η άγνοια του συνδαιτημόνα του Ρίτσι, τον κάνει να αισθάνεται ακόμα πιο μόνος.

- Απαντάς σε κάποια αγγελία; ρώτησαν τον Μπλουμ τα ενθουσιώδη μάτια του Ρίτσι.
- Ναι, είπε ο κ. Μπλουμ. Πλασιέ. Δεν κάνει τίποτα, υποθέτω.

Τα τραγούδια που επιλέγονται από την παρέα του μπαρ, μέσω της γραφής του Τζόυς, δεν είναι διόλου τυχαία, ίσως ούτε καν η σειρά εμφάνισης, και όλα έχουν ως σκοπό να μεγαλώσουν το αίσθημα μοναξιάς του Μπλουμ. “Αντίο, αγαπημένη, αντίο”, “Αγάπη και πόλεμος”, “Όλα χάθηκαν τώρα” (από την όπερα «Η υπνοβάτισσα»), “Μάρθα”, “Croppy Boy”. Μακάρι να τραγουδούσαν περισσότερο. Για να μη σκέφτομαι. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει, μιας και ο Μπλουμ με εντεινόμενη απελπισία μετατρέπει τα τραγούδια που ακούει σε πικρές σκέψεις! Το κεφάλαιο είναι τόσο δύσκολο να περιγραφεί, όσο δύσκολο θα ήταν να περιγράψεις τα αισθήματα που σου προκαλεί ένα τραγούδι. Η μουσικότητά του είναι συναρπαστική και συνδυάζεται υπέροχα με την τραγικότητα του Μπλουμ ως ήρωα που υπομενει μόνος μέχρι τέλους το βάσανό του.

Όμως και οι θαμώνες του μπαρ, μέσω της μουσικής ξορκίζουν και αυτοί τις θλίψεις τους –  θλίψη για τις άχαρες ζωές τους, θλίψη για τις αποτυχίες τους, θλίψη για την ταπεινωμένη Ιρλανδία που αποζητά την ελευθερία της. Παρασύρονται σε ανούσιες φαλλοκρατικές αποψείς και επικίνδυνες εθνικιστικές κορώνες, με αποκορύφωμα τα πατριωτικά τραγούδια του τέλους. Ο Μπλουμ μένει αμέτοχος σε όλα αυτά, επιλέγοντας τον δρόμο της αποδοχής και της αγάπης και όταν η σαγήνη του εύκολου εθνικισμού πολιορκεί τον χώρο, αποφασίζει να φύγει. (...) Έφευγε ο Μπλουμ, ο μαλακός Μπλουμ, ο αισθάνομαι τόσο μόνος Μπλουμ. Καθώς αποχωρεί, αρχίζει να πέρδεται καταθέτοντας το δικό του εύστοχο σχόλιο για τις εθνικιστικές αντιλήψεις των θαμώνων, ενισχύοντας με την δεδομένη μουσικότητα των πορδών, την μουσική όλου αυτού του υπέροχου κεφαλαίου.

[...] Ο θαλασσομπλούμ, ο λιγδομπλούμ, κοίταζε τις τελευταίες λέξεις. Μαλακά. Όταν η πατρίδα πάρει τη θέση της ανάμεσα.
Πρρπρρ.
Πρέπει να φταίει το κρασί Βουργ.
Φφφ! Ωω. Πρπρ.


Η σύνταξη του κεφαλαίου υποτάσσεται πρόθυμα στην μουσική που το πλημμυρίζει και οι κομμένες λέξεις αλλάζουν το τέμπο της και τα αισθήματα που νιώθει ο αναγνώστης καθώς το διαβάζει. Σίγουρα αξίζει να ρίξετε μια ματιά στο πρωτότυπο κείμενο, όπως επίσης αξίζει να διαβάσετε δυνατά μερικά κομμάτια του. Με δυο λόγια και με μια διάθεση να λογοπαίξω, θα πω μόνο ότι... είναι ένα κεφάλαιο που την ακούς! 


                                                                                               Μαραμπού






"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098

25/4/16

«The little stranger”, Sarah Waters



Η Σάρα Γουότερς μου θυμίζει Ντίκενς. Και στο πρώτο βιβλίο που διάβασα “The paying guests” αλλά και σε αυτό το “Little stranger”, η Γουότερς μοιάζει να αφηγείται με μια ποιότητα άλλης εποχής. Μου θυμίζει βέβαια και Μπροντέ, αλλά για αυτό φταίει το φόντο· της αρέσουν τα μεγάλα βικτωριανά ξεπεσμένα σπίτια, με τους ήχους και τις σιωπές τους, τα παλιά τους μεγαλεία και τα νέα του ξεφλουδίσματα. 

Στον «Ανήλικο επισκέπτη» ένα τέτοιο σπίτι είναι ο πρωταγωνιστής. Οι άνθρωποι ακροπατούν δίπλα του, χάνουν την ζωή τους και τα λογικά τους για αυτό, θυσιάζονται για το κάποτε, δεν μπορούν να ζήσουν στο τώρα. Η οικογένεια Ayres, κάποτε οι άρχοντες του χωριού, ζουν σε ένα υποστατικό το Hundreds, που καταρρέει. Η μητέρα προσπαθεί να ισορροπήσει στην νέα εποχή, ο γιος Rod έχει γυρίσει από τον πόλεμο καμένος και ανάπηρος από το ένα πόδι, ενώ η κόρη Caroline θεωρείται στα 27 της ήδη γεροντοκόρη. Το σπίτι που άλλοτε έσφυζε από υπηρέτες τώρα προσπαθούν να το συνεφέρουν μόνον μια νεαρή υπηρετριούλα και μια γυναίκα που έρχεται για λίγες ώρες, τα παιδιά της οικογένειας βουλιάζουν στα χρέη όσο αρμέγουν αγελάδες και τρίβουν πατώματα οι ίδιοι.

Σε αυτή την κατάσταση παρακμής τους βρίσκει ο δόκτωρ Faraday,ένας πενηντάρης ανύπαντρος γιατρός, γιος μιας πρώην παραδουλεύτρας τους, που γίνεται σιγά σιγά φίλος της οικογένειας και βλέπει το σπίτι, σαν ζωντανός οργανισμός, να ξυπνά και να καταβροχθίζει τα μέλη της χωρίς αιδώ.

Ένα βιβλίο για ματαιωμένες ζωές, για όνειρα και προσδοκίες που καταρρέουν, για έρωτες που λιμοκτονούν από πάθος, είναι αυτό. Δεν είναι βιβλίο φαντασμάτων, ούτε τρόμου και αν το πάρετε για τέτοιο θα απογοητευτείτε σφόδρα. Ναι, η πλοκή από την μέση και μετά γίνεται κλειστοφοβική και το μεταφυσικό στοιχείο κάνει την εμφάνισή του, αλλά αυτό είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια για να κρατηθεί το ενδιαφέρον.

Το πραγματικό ταλέντο της Γουότερς είναι η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, το βάθος που δίνει στους ήρωες, ο υποβόσκων ερωτισμός. Το ταλέντο της είναι αυτά που δεν λέγονται. Της αρέσουν οι μεγάλες σκηνές, οι λεπτομερείς περιγραφές, οι διάλογοι. Όλα κρύβονται στα ανείπωτα. Κι όποιος μπορέσει να το αφουγκραστεί, θα απολαύσει αληθινή λογοτεχνία. Γιατί αυτό είναι η Γουότερς, μια μεγάλη παραμυθού, μια εξαιρετική αφηγήτρια νέας κοπής, που πατάει στο παλιό, για να φτιάξει το καινούριο και να μιλήσει για το τώρα. 


                                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«The little stranger”, Sarah Waters, ed.virago, 2009, pg.501

21/4/16

«για ένα φιλότιμο», Γιώργος Ιωάννου



Είχα μεγάλη λαχτάρα να διαβάσω Γιώργο Ιωάννου μιας και για κάποιο λόγο δεν είχε τύχει. Έπιασα το «για ένα φιλότιμο» ξέροντας πως πρόκειται για το πρώτο πεζογραφικό του εγχείρημα- ως τότε έγραφε μόνον ποίηση κι έπειτα αφοσιώθηκε στην πεζογραφία. Επίσης είχα ιδέα για την γραφή του, δεν με ξένισε ο ιδιαίτερος τρόπος του, γιατί είχα διαβάσει για αυτόν.

Ο Ιωάννου δεν γράφει διήγημα με την στενή έννοια του όρου, δεν υπάρχει πλοκή, αρχή, μέση τέλος, ούτε ήρωες. Υπάρχει ένας αφηγητής που μας διηγείται μονοεστιακά και πρωτόπρόσωπα ένα περιστατικό και στοχάζεται πάνω σε αυτό. Υπό αυτό το πρίσμα μιλάμε για μια γραφή σχεδόν αυτοβιογραφική, αν και είναι σαφές πως πρόκειται για μυθοπλασία. Αυτό είναι η μεγάλη αρετή του έργου του, αυτή η αφηγηματική φωνή που δεν μοιάζει φτιαχτή κι όμως ξέρεις πως είναι ο ήρωας του συγγραφέα.

Τα αφηγήματά του λοιπόν έχουν βαρύ βιωματικό φορτίο, η γλώσσα του είναι ιδιαίτερη χωρίς όμως να φέρει σημάδια προφορικότητας, είναι εξαιρετικά προσεγμένη, σε βαθμό αυτομαστιγώματος. Απόλαυσα τα πρώτα διηγήματα της συλλογής, ένιωσα το πόσο σπουδαίος είναι, κι ύστερα άρχισα να πνίγομαι.

Άρχισα να πνίγομαι γιατί και ο ίδιος ο Ιωάννου ασφυκτιούσε. Έπεφτα από το ένα κλισέ για την κοινωνία πάνω στο άλλο, καταλάβαινα την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα του ανθρώπου που δεν μπορεί να μιλήσει ανοιχτά για αυτή. Άρχισα να εκνευρίζομαι, γιατί άφηνε αυτά που λέγανε οι άλλοι να γίνουν ένα με αυτά που πίστευε εκείνος.

Γράφει ας πούμε στην «Εξαίσια αστική μας κοινωνία» για την εργατική τάξη, για το πώς πού και πού υπάρχουν ανάμεσα στους εργάτες άντρες εξαίσια άτομα, «έξυπνα πλάσματα που ούτε να τα ονειρευτούν θα μπορούσαν στα γραφεία» και στην επόμενη παράγραφο μας λέει για τις γυναίκες τους «Οι γυναίκες που τους περιβάλλουν στα σπίτια τους υστερούν· δεν έχουν ούτε την λάμψη, ούτε την εξυπνάδα. Οι αδελφές, ιδίως των πιο εξαιρετικών, είναι σαν σκιές. Οι γυναίκες τους άβγαλτες και απληροφόρητες, σωστά ζωντόβολα συνήθως· χάνεις πάσα ιδέα. Οι πιο πολλοί δεν τις δίνουν λογαριασμό ή τις κακομεταχειρίζονται. Είναι παράδοση εδώ η ανεξαρτησία. Σπάνια και πού, να τους διευθύνουν. Θα στρώσουν βέβαια κι αυτές και θα γίνουν σεβαστές όταν γεράσουν και αναδειχτούν σε μάνες».

Ή ακόμα χειρότερα στο «Ώρα για το κουκούλι», όπου για να μας γράψει μια φρασούλα που τον καίει «Γι' αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου», προσπαθεί να μας πείσει πως ο έρωτας δεν πιάνει μία μπροστά στην στοργή ούτε μπορεί να προκύψει ανάμεσα σε ερωτευμένους ή ανθρώπους που κάποτε ερωτεύτηκαν.

Ομολογώ πως ο τρόπος γραφής του Ιωάννου με γοητεύει, και για αυτό θα διαβάσω κι άλλα, κι άλλα, πρώτα όλα όσα έχω στην βιβλιοθήκη κι έπειτα όλα όσα βρω. Δεν είναι κακός ο θυμός με αυτά που λέγονται, κάποιες φορές ίσως και να είναι μέρος της μαγείας. Εξάλλου φαντάζομαι πως όσο μεγάλωνε θα απελευθερωνόταν τόσο η γραφή του, όσο κι ο ίδιος από τα κλισέ.


                                                                                     
                                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



«για ένα φιλότιμο», Γιώργος Ιωάννου, εκδ. Κέδρος, 1964, σελ. 90



19/4/16

Πώς πέρασες τη μέρα σου; - (3 μ.μ.) του Μαραμπού






Ο Τζόυς μετά από ένα δύσκολο και απαιτητικό κεφάλαιο συνήθως παρεμβάλει ένα εύκολο για να ισορροπήσει την αναγνωστική εμπειρία του αναγνώστη. Οι “Πλαγκταί Πέτραι” είναι ένα απλό και χαμηλόφωνο κεφάλαιο χωρίς γλωσσικές παρεκτροπές και δομικές περιπλοκές. Τολμώ να πω ότι δεν το απόλαυσα ιδιαίτερα, παρόλα αυτά δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω την εκπληκτική ικανότητα του Τζόυς να κορυφώνει την ένταση στο τέλος κάθε κεφαλαίου.

Βρισκόμαστε στους δρόμους του Δουβλίνου στις 3 το μεσημέρι. Ο Τζόυς κρατά στο παρασκήνιο τον Μπλουμ και τον Στέφανο και μας προσφέρει ένα παλίμψηστο φωνών μέσα από τους χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια ή και άλλους που κάνουν πρώτη εμφάνιση. Οι χαρακτήρες διαδέχονται ο ένας τον άλλον και οι εξωτερικές φωνές τους δίνουν πρόθυμα την θέση τους και στις εσωτερικές, καθιστώντας τώρα πια, εκείνους τους πρώιμους συγγραφικούς δουβλινέζους πιο ενδιαφέροντες και συναρπαστικούς. Η ζωή ξαφνικά παίρνει μπροστά και η δράση επανακτά μεγάλο μέρος από το χαμένο έδαφος των προηγούμενων κεφαλαίων. Νιώθεις σαν να στέκεσαι καταμεσής ενός δρόμου και όπου στρέφεις το κεφάλι ακούς συζητήσεις και παρατηρείς γεγονότα.

Μέσα σε αυτόν τον λαβύρινθο προσώπων και λόγων, ξεχώρισα τρία περιστατικά που σχετίζονται με την ζωή του Τζόυς και πώς αυτός τελικά τα ενσωμάτωσε στο βιβλίο του. Το πρώτο έχει να κάνει με την οικονομική ανέχεια που επικρατούσε στο πατρικό του σπίτι και την σκληρή αντιμετώπιση που επεφύλασσε ο πατέρας στις κόρες του, η οποία μοιραία και αντισταθμιστικά έθρεψε το μίσος από μέρους τους.

- Πήγε να βρει τον πατέρα, είπε η Μάγκυ.
Η Μπούντυ, σπάζοντας μεγάλες μπουκιές ψωμιού μέσα στην κίτρινη σούπα, πρόσθεσε:
- Ο πατέρας μας ο οποίος δεν είναι εν τοις ουρανοίς.
Η Μάγκυ, ένω έχυνε κίτρινη παχιά σούπα στο μπολ της Κέιτυ, αναφώνησε:
- Μπούντυ! Ντροπή!





Λίγο παρακάτω υπάρχει και ένας διασκεδαστικός διάλογος ανάμεσα στην κόρη και τον πατέρα, με την κόρη να προσπαθεί να αποσπάσει με τεχνάσματα λίγα λεφτά για να ταΐσει τα μικρότερα αδέρφια και τον πατέρα με ανάλογα τεχνάσματα να επιμένει ότι δεν έχει άλλα λεφτά! Μια γνώριμη κατάσταση για τον έφηβο Τζόυς (που ίσως προσδιόρισε μέσα του και την κάκιστη σχέση που θα είχε με τα λεφτά στην μετέπειτα ζωή του), οικεία και καθημερινή που αποδίδεται εξαιρετικά στο κείμενο.

Ένα άλλο μοτίβο που εμφανίζεται στο κεφάλαιο, εκ των βασικότερων που διατρέχουν τον Οδυσσέα, είναι η απιστία (επίσης αυτή η μικρή αναφορά εδώ, μας προετοιμάζει για όσα θαυμαστά θα ακολουθήσουν στο επόμενο κεφάλαιο). Σε μία συζήτηση μεταξύ φίλων του Μπλουμ, ένας εξ αυτών εξιστορεί μια φορά που μέσα σε μία άμαξα βρισκόταν αυτός, ο Μπλουμ με την γυναίκα του και ένας ακόμη. Ο Μπλουμ με τον άλλον κάθονταν στην μια πλευρά της άμαξας και ο αφηγητής με την γυναίκα του Μπλουμ στην απέναντι. Περιγράφει στους φίλους του, πώς με κάθε τράνταγμα της άμαξας η Μόλλυ έπεφτε πάνω του με το ζεστό κορμί της και το πλούσιο στήθος της, πώς μύριζε, πώς κάθε τόσο της έφτιαχνε το γουνάκι στους ώμους. Όση ώρα συνέβαινε αυτό ο Μπλουμ κοίταζε τον ουρανό από το παράθυρο της άμαξας και ονομάτιζε τους αστερισμούς στον συνεπιβάτη που καθόταν δίπλα του. Ο ίδιος ο αφηγητής, μετά το τέλος της αφήγησης, αποφαίνεται συμπερασματικά:

Ο Μπλουμ είναι γενικά καλλιεργημένος, είπε σοβαρά. Δεν είναι συνηθισμένη περίπτωση... ξέρεις... Υπάρχει κάτι από καλλιτέχνη στο γερο-Μπλουμ.





Εδώ ο Τζόυς κάνει μία ακόμα νύξη (σαφέστερη σε σύγκριση με το προηγούμενο κεφάλαιο) της ώριμης εκδοχής του καλλιτέχνη που αντιπροσωπεύει ο γερο-Μπλουμ σε αντιδιαστολή με τον καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία που είναι ο Στέφανος. Λίγο παρακάτω στο κεφάλαιο, ο Μπλουμ επισκέπτεται ένα βιβλιοπωλείο για να επιλέξει βιβλίο για την Μόλλυ.

Έβαλε παραπέρα τα δυο βιβλία και έριξε μια ματιά στο τρίτο: Ιστορίες του γκέτο υπό Λεοπόλδου φον Ζάχερ-Μάζοχ.

Ο Τζόυς επηρεάστηκε από τα βιβλία του Ζάχερ-Μάζοχ (ο προσεκτικός αναγνώστης δεν γίνεται να προσπεράσει την ομοιότητα του μικρού ονόματος του Αυστριακού συγγραφέα με εκείνο του βασικού ήρωα του Οδυσσέα, ακόμα και αν κάτι τέτοιο είναι τυχαίο!) και ενσωμάτωσε τις ιδέες του μέσα στο δικό του κείμενο. Ο Ρίτσαρντ Έλμαν σημειώνει,

[…] Η ομοιότητα Στήβεν και Μπλουμ, επιφανειακά τόσο απίθανη, εδραιώνεται με μεγάλη επιδεξιότητα. Ο Τζόυς αξιοποιεί δύο πηγές, και τις δυο από το χώρο της λογοτεχνίας. Η πρώτη είναι ο Λεοπόλδος φον Ζάχερ-Μάζοχ, η δεύτερη ο Γουίλλιαμ Μπλέηκ. Ιδωμένη από τη χειρότερη δυνατή σκοπιά, η παθητικότητα του Μπλουμ μπροστά στην ερωτική πολιορκία της Μόλλυ… δίνει την εντύπωση ότι είναι μέρος μιας πρόθυμης υποχώρησης ανάλογης με εκείνης του Ζάχερ-Μάζοχ. Από την καλύτερη δυνατή σκοπιά είναι η απόρριψη του σωματικού που βρίσκουμε στον Μπλέηκ.

Στο τρίτο περιστατικό βλέπουμε τους δύο συγκατοίκους του πύργου Μαρτέλλο, να συζητούν για τον Στέφανο και να χλευάζουν την προσπάθειά του να φέρει κάτι νέο στην λογοτεχνία της χώρας του.

- Του ξεστράτισαν τα μυαλά, είπε, με οράματα της κόλασης. Ποτέ δε θα συλλάβει τον αττικό τόνο. Τον τόνο του Σουίνμπερν, όλων των ποιητών, τον χλωμό θάνατο και τη ροδοκόκκινη γέννηση. Δηλαδή την τραγωδία. Αυτός δεν μπορεί ποτέ να γίνει ποιητής. Η χαρά της δημιουργίας…

Ο Τζόυς μέσα από τον κυνικό Μπακ Μάλλιγκαν αυτοσαρκάζεται αλλά και επιβεβαιώνεται για τις νεανικές του δηλώσεις.

- Δέκα χρόνια, είπε μασώντας και γελώντας. Πρόκειται να γράψει κάτι σε δέκα χρόνια.

Στο ίδιο κομμάτι του κεφαλαίου διαβάζουμε και την φράση «Ο Σαίξπηρ είναι ένας χαρούμενος κυνηγότοπος για όλα τα ανισόρροπα μυαλά», υπονομεύοντας διακριτικά την πελώρια εντύπωση που προκαλεί στον αναγνώστη το προηγούμενο κεφάλαιο με την θεωρία του Στέφανου για τον Σαίξπηρ!

Το κεφάλαιο κλείνει θεαματικά με τον Τζόυς να βάζει τον αντιβασιλιά μετά της συνοδείας του να διασχίζει με έφιππη πομπή τους δρόμους της πόλης συγκεντρώνοντας τα βλέμματα και τις σκέψεις σχεδόν όλων όσοι παρουσιάστηκαν στις προηγούμενες σελίδες. Σαν να ενεργοποιεί τον μηχανισμό (τέχνη: μηχανική, διαβάζουμε στο πρόχειρο πλάνο που είχε φτιάξει ο Τζόυς για τον Οδυσσέα και υπάρχει στην αρχή του βιβλίου) που θα κάνει όλα τα γρανάζια να γυρίσουν και να θέσουν σε λειτουργία τη ζωή.

(...) Στην σκεπαστή είσοδο του Φωρ Κωρτς ο Ρίτσι Γκούλντινγκ... τον είδε έκπληκτος.
(...) Μετά τη γέφυρα... μια ηλικιωμένη γυναίκα... χαμογέλασε ευπίστως στον αντιπρόσωπο της Αυτού Μεγαλειότητος.
(...) Από την αμπολή του στην αποβάθρα Γουντ κάτω από το γραφείο του Τομ Ντέβαν ο ποταμός Πολντ κρέμασε εις ένδειξιν αφοσιώσεως μια γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων.
(...) Πάνω από τις κουρτίνες του ξενοδοχείου Όρμοντ, χρυσός δίπλα σε μπρούντζο, το κεφάλι της δεσποινίδας Κέννεντυ δίπλα στο κεφάλι της δεσποινίδας Ντους έβλεπαν και θαύμαζαν.
(...) Πιο πέρα... ο Τζων Γουάυζ Νόλαν χαμογέλασε με κρυφή παγερότητα προς τον λόρδο υποστράτηγο και γενικό διοικητή της Ιρλανδίας.
(...) Από το παράθυρο της Ε.Α.Δ. ο Μπακ Μάλλιγκαν χαρούμενος, και ο Χέινς βαρύθυμος, ατένιζαν κάτω την ιππήλατη άμαξα...
(...) Ο Τζων Χένρυ Μέντον, ... κοίταζε με κρασωμένα μεγάλα μάτια...
(...) Ο Πάτρικ Αλλούσιους Ντίγκναμ... σήκωσε και αυτός το καινούριο του μαύρο καπέλο με δάχτυλα λερωμένα από το χαρτί με τις χοιρινές μπριζόλες.
(...) Στην οδό Κάτω Μάουντ ένας πεζός με καφέ αδιάβροχο, τρώγοντας ξερό ψωμί, πέρασε γρήγορα και αλώβητος ανάμεσα από τον δρόμο του αντιβασιλιά.
(...) Στη γωνία του δρόμου Χάντινγκτον δυο γυναίκες γεμάτες άμμο σταμάτησαν... για να δουν με κατάπληξη τον δήμαρχο και την δημαρχίνα χωρίς τη χρυσή του καδένα.
(...) Απέναντι από το κατάστημα μουσικών ειδών του Πίγκοτ ο κ. Ντένις Τζ. Ματζίνι, καθηγητής μουσικής κ.α., ντυμένος χαρωπά, περπατώντας σοβαρά, προσπεράστηκε από έναν αντιβασιλιά και πέρασε απαρατήρητος.





Στις τέσσερις τελευταίες εκπληκτικές σελίδες του κεφαλαίου, ο Τζόυς βάζει τους δουβλινέζους του να αντιδρούν ποικιλοτρόπως για την βρετανική κυριαρχία, με τις αντιδράσεις να κυμαίνονται από ήπιες και αμήχανες έως διασκεδαστικές και κυνικές, με αποκορύφωμα την προσωποποίηση του ποταμού Πόλντ (ίσως με την σκέψη κατά νου ότι ο ποταμός αντιπροσωπεύει και την ζωή των πολιτών που τον περιτριγυρίζουν. Επιπλέον, ο ποταμός Λίφφυ στην “Αγρύπνια των Φίννεγκαν” παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτελεί την ζωή - Lif(f)e(y)!) και την κρεμάμενη γλώσσα υγρών βοθρολυμάτων. 


                                                                  Μαραμπού







"Οδυσσέας", Τζέημς Τζόυς, μετ. Ελευθέριος Ανευλαβής, εκδ. Κάκτος, 2014, σελ 1098





17/4/16

Μαζί μας στις 6μ.μ. ο Κώστας Γκοβόστης στον AmagiRadio.




Σήμερα 17/04/2016 μαζί μας ζωντανά στο στούντιο του AmagiRadio στις 6μ.μ. θα είναι ο Costas Govostis. Με αφορμή τις δράσεις "διαβάζω και αλλάζω" και την Ημέρα βιβλίου στις 23 Απριλίου θα κάνουμε μια κουβέντα για το πώς μπορούμε να προωθήσουμε την υπόθεση της ανάγνωσης και φυσικά θα πούμε και πολλά για τον ιστορικό Οίκο.




Κληρώνουμε:

Τα Ποιητικά – Τεύχος 21 (2 αντίτυπα), όλα ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Γκοβόστη. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να κοινοποιήσετε ή/και να σχολιάσετε το αντίστοιχο ποστ στο fb group της εκπομπής ή απλά να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ από κάτω ως τις 7:50 οπότε και τελειώνει η εκπομπή.


Μην μας χάσετε, Κυριακή 6-8μ.μ. στον www.amagi.gr


Η προηγούμενη εκπομπή-θρύλος με τον Παναγιώτη Χατζηγιαννάκη είναι εδώ:





Ενώ οι εγγραφές όλων των εκπομπών για να ακούτε όποτε θέλετε εδώ:
 https://www.mixcloud.com/katerinamalakate/



15/4/16

"Αφανισμός", Jeff VanderMeer






Ο ίδιος ο Τζεφ Βαντερμίερ χαρακτηρίζει τον "Αφανισμό" "new weird fiction" βάζοντας έτσι τον εαυτό του συνεχιστή της μακράς παράδοξης της λογοτεχνίας του αλλόκοτου, κάτι σαν απόγονος του Πόε, του Κάφκα, του Λάβκαρτ και του Μπάλαρντ. Αν και οι συγκρίσεις είναι τραβηγμένες ο "Αφανισμός" είναι ένα αξιόλογο βιβλίο. Δεν είναι εκπληκτικό, κάνει μια αρκετά μεγάλη κοιλιά στην μέση που αποθαρρύνει, όμως ανταμείβει τον αναγνώστη με την εκπληκτική σκηνή διαρκείας του τέλους.

Η Περιοχή Χ έχει διαφοροποιηθεί εδώ και περίπου 30 χρόνια, φαίνεται να έχει μια περίεργη αυτονομία, και οι αποστολές που στέλνονται εκεί έχουν περίεργες αντιδράσεις. Εμείς βλέπουμε την δωδέκατη αποστολή που αποτελείται μόνον από γυναίκες, μια ψυχολόγο, μία ανθρωπολόγο, μια χωρομέτρη και μία βιολόγο. Αφηγήτρια μας η βιολόγος. Από νωρίς καταλαβαίνουμε πως η αφήγησή της χωλαίνει, πως κάτι συμβαίνει, πως όλα δεν είναι όπως τους τα είπαν. Ταυτόχρονα έχουμε και αναδρομές στο παρελθόν της, στον άντρα, στον τρόπο που μεγάλωσε. Ενώ, στην περιοχή κυραιαρχεί ένας οργανισμός που αγαπά να γράφει με βιολογικά γράμματα στους τοίχους και στοιχειώνει όλο το βιβλίο.

Πέρα από τα στοιχεία τρόμου, το βιβλίο έχει ένα εξαιρετικό γυναικείο χαρακτήρα, την βιολόγο, ένα διεστραμμένο ενδιαφέρον για την βιολογία και την γλώσσα κι έναν πολύ καλό ρυθμό, να επιδείξει. Στα κακά τώρα. Η ιστορία μοιάζει και είναι χιλιοειπωμένη και σε αυτού του είδους τα βιβλία μια εκπληξούλα ποτέ δεν έβλαψε κανέναν αναγνώστη. Στα μισά σκεφτόμουν σοβαρά να το παρατήσω. Μετά με κράτησε ξανά. Θα ήταν ό,τι πρέπει για ταινία του συρμού. Αυτά.

Σε γενικές γραμμές αν κανείς χρειάζεται ένα αναγνωστικό διάλειμμα ανάμεσα σε πιο βαρβάτα αναγνώσματα θα σύστηνα τον Αφανισμό ανεπιφύλαχτα. Αν πάλι χρειαζόταν, όπως εγώ, ένα βιβλίο για να ξεκολλήσει από το αναγνωστικό μπλοκάρισμα, ίσως να μην είναι ακριβώς το page turner  που φαντάζεται, αλλά και πάλι θα κάνει την δουλειά του. Με λίγα λόγια ο "Αφανισμός είναι μια αξιοπρεπής ψυχαγωγία. 


                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Αφανισμός", Τζεφ Βάντερμιερ, μετ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ. 208













Υ.Γ. 42 Το εξώφυλλο ξεφλουδάει και γέρνει, προειδοποιώ.