19/5/22

"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου

 


Δεν ξέρω αν οι αμαρτίες των γονιών μας θα μας παιδεύουν μια ολόκληρη ζωή. Αν μπορούμε να φάμε τις τύψεις, το θυμό, τα πάθη μας, να γίνουμε τόσο μεγαλόσωμοι που να μην έχει πια καμία σημασία ο πόνος. Δεν ξέρω πώς μπορείς να συγχωρήσεις και πότε. Ξέρω μονάχα πως η Μαρία Φακίνου, με τη αυτή τη μικρή νουβέλα, προσπαθεί να το διερευνήσει. Χωρίς να χαρίζεται στον αναγνώστη ή να του χαϊδεύει τα αυτιά, χωρίς να του λέει «δεν πειράζει», «κι αυτό θα περάσει». Κάποια τραύματα δεν κλείνουν ποτέ.

Μάνα 
λέξη που μόνο το παιδί σου σε λέει, ιδιότητα που μόνο αν έχεις παιδί αποκτάς, μάνα κανενός ίσον λήμμα που λείπει από το προσωπικό σου λεξικό, πάει και τελείωσε, η μάνα σου ο πατέρας σου ο εφοριακός ποτέ δεν μπορούνε να σε πούνε
Μάνα

Η "Κλίμακα Μπόγκαρτ" αγγίζει πολλά θέματα, τη μητρότητα, την υποταγή στην αντρική φιγούρα, το "έτσι μας μάθανε", την πατριαρχία που μπαίνει σε κάθε μικρή πτυχή της καθημερινότητας, ανεπαισθήτως, και μας μπουκώνει. Την αλήθεια του καθενός. Όλα τα βλέπουμε από την πλευρά ενός άντρα. Ή περίπου. 

εκεί μέσα, στην Παλόμα, κάθετί δυσάρεστο που μπορεί να είχε συμβεί στο σπίτι, κάθε κακό όνειρο που μπορεί να σ' είχε ξυπνήσει στις τέσσερις παρά τέταρτο μαζί με το σκουπιδιάρικο
Απορριματοφόρο
δεν εξαφανιζόταν, αλλά υποχωρούσε, φωνή που ξεμακραίνει, βάρκα που την παίρνει το κύμα, πρώτος πάντα ο ιδιοκτήτητης του καταστήματος στη γωνία με τα παπούτσια, τσακωνόσασταν για τη μπάλα, η ταμίας της τράπεζας, μικρή κύφωση από το μέτρα μέτρα, γράφε διπλότυπα, κίτρινο χαρτάκι ο πελάτης, άσπρο η τράπεζα, ένας
Μυστήριος τύπος
με ένα μαγαζάκι που πουλούσε πράγματα μόνο για αριστερόχειρες, έπειτα ό,τι έφερνε η μέρα, οχτώ το βράδυ κλείδωνες και με τα πόδια Ψαρών 21

Πάντα μυστήριος αυτός που ξεχωρίζει έστω και λίγο. Αλλά αυτός που θα έπρεπε να ξεχωρίζει πολύ, ο βασανιστής, ο θύτης, ποτέ δεν ξεχωρίζει, αυτός ενσωματώνεται, γίνεται ένα με τους υπολοίπους. Όλοι άλλωστε βασανιζόμαστε. Κεντρικοί ήρωες μια οικογένεια, η μητέρα, η κόρη, ο πατέρας. Αυτός ο πατέρας που θαρρεί πως μπορείς να ξεχάσεις. Που νομίζει πως αρκεί να είσαι «καλός οικογενειάρχης και κουβαλητής» μετά, όταν όλα έχουν τελειώσει. Μια μητέρα που αγνοεί τον πόνο, χωρίς κανέναν συγκεκριμένο λόγο. Και μια κόρη που στο τέλος τούς έφαγε όλους.

Το κείμενο είναι μαυλιστικό, σε παρασέρνει στον ρυθμό του από την αρχή, μακροσκελείς περιγραφές, μακροπερίοδος λόγος, σχεδόν παντελής απουσία κάθε τελείας, προσδίδουν ύφος και την αίσθηση του χάους. Για ώρα δεν ξέρεις ποιος μιλάει, αν ιστορεί κάτι άξιο λόγου, χάνεσαι σε μαιάνδρους. Ο αφηγητής χρησιμοποιεί το δεύτερο πρόσωπο, πραγματικά δύσκολο στη σχετικά μεγάλη φόρμα∙ εδώ φαίνεται σαν να είναι η αυτονόητη επιλογή. Δεν υπάρχει σασπένς βεβαίως. Ξέρεις με σιγουριά πως το τραύμα είναι εδώ. Το πολιτικό μπλέκεται με το προσωπικό. Η μνήμη, η ανάμνηση, γίνεται προσωπική και χάνει κάθε αντικειμενικότητα. Όλα βαίνουν προς τον θάνατο. Και η ιστορία με την Ιστορία κάνουν μαζί πάρτυ με τις ζωές μας. Ζωές στον αυτόματο.


                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Κλίμακα Μπόγκαρτ", Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ.107 


10/5/22

"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Paul B. Preciado






Δεν βρίσκω τα λόγια να μιλήσω για αυτό το βιβλίο. Κι αν κάνω λάθος; Κι αν δεν χρησιμοποιήσω τον σωστό όρο; Κι αν δεν μεταφέρω σωστά αυτό που είναι η αλήθεια του συγγραφέα. Εδώ μιλάμε για μια αλήθεια εντελώς υπαρκτή, η πρόσληψή της έχει ανοίξει μια τεράστια κουβέντα για το τι είναι φύλο, αξίζει τον κόπο να την καταλάβεις.

Μα ειλικρινά αξίζει να μιλήσεις για αυτό το βιβλίο, όσο κόπο κι αν σου κάνει, ακόμα κι αν δεχτείς αργότερα μια επίθεση του τύπου «δεν κατάλαβες τίποτα». «Προσπάθησα», αυτή είναι η μόνη απάντηση. Και προς ώρας, πρέπει να είναι αρκετή. Αργότερα δεν θα είναι.

Το «Είμαι το τέρας που σας μιλά» του Πωλ Μπ. Πρεθιάδο είναι η ομιλία ενός διεμφυλικού άντρα σε μη δυαδικό σώμα, ενώπιον της Σχολής του φροϋδικού αιτίου της Γαλλίας στις 17 Νοεμβρίου 2019. Την ομιλία αυτή δεν κατάφερε ο Πρεθιάδο να την εκφωνήσει ολόκληρη, προκάλεσε μεγάλο σάλο στους παρευρισκόμενους, ο ομιλητής τη συντόμευσε κατά τα ¾, μια γυναίκα ψυχαναλύτρια του φώναξε «Μην τον αφήνετε να μιλάει, είναι ο Χίτλερ». Λίγες μέρες μετά από αυτή την ομιλία, οι ψυχαναλυτικές ενώσεις διασπάστηκαν.

Ο συγγραφέας που αυτοπροσδιοριζόταν ως γυναίκα ως το 2014, που ανακοίνωσε πως ξεκινά τη φυλομετάβαση και άλλαξε το όνομά του σε Πωλ, είναι ένας άνθρωπος που έχει πολλά να πει για το σώμα, για τη δυαδικότητα. Για το πώς η ψυχανάλυση ψυχιατρικοποίησε την αίσθηση που έχεις ένας διεμφυλικός για τον εαυτό του, κι ακόμα και τώρα, βασίζει τόσο πολύ τις θεωρίες του Φρόυντ για τα δύο φύλα, που δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει την αλλαγή. Το σώμα είναι η πατρίδα μας, και ταυτότητα τού δίνουμε εμείς. Δεν μπορείς να το κανονικοποιήσεις, να το κόψεις και να το ράψεις με ορμόνες ή εγχειρήσεις, για να το ορίσεις.

«Η μετάβαση φύλου είναι η εγκαθίδρυση μιας κάθετης επικοινωνίας με την ορμόνη που σβήνει ή καλύτερα επισκιάζει αυτό που εσείς αποκαλείτε θηλυκό φαινότυπο, αφυπνίζοντας μια νέα γενεαλογία. Αυτή αφύπνιση είναι μια επανάσταση. Πρόκειται για μια μοριακή εξέγερση. Είναι μια επίθεση ενάντια στην εξουσία του ετεροπατριαρχικού εγώ, της ταυτότητας και του ονόματος. Μια διεργασία αποαποικιοποίησης του σώματος.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, της αλλαγής, ο συγγραφέας ένιωσε στον πυρήνα του όλες τις κοινωνικές συμβάσεις για το φύλο, συνειδητοποίησε τη δύναμη που θα είχε αν απαγκιστρωθούμε από αυτές.

«Η μετάβαση φύλου ισοδυναμεί με το να κατανοήσει κανείς ότι οι πολιτισμικοί κώδικες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας είναι ασήμαντοι σε σύγκριση με την άπειρη ποικιλία που έχουν οι τροπικότητες της ύπαρξης.

[…]

Είμαι το μικρό κορίτσι που διασχίζει ένα χωριό της Κανταβρίας και σκαρφαλώνει στις κερασιές γρατζουνώντας τις γάμπες της. Είμαι το αγόρι που κοιμάται σε έναν στάβλο μαζί με τις αγελάδες. Είμαι η αγελάδα που σκαρφαλώνει στο βουνό και κρύβεται από τα ανθρώπινα βλέμματα. […] Είμαι το άτομο που αρνείται να προσδιοριστεί ως γυναίκα και χορηγεί στον εαυτό του μικρές δόσεις τεστοστερόνης κάθε μέρα. Είμαι ένα Ορλάντο που γράφεται με χημεία.[…] Το μόνο πράγμα που ήταν ηρωικό ήταν η επιθυμία μου να ζήσω[…] Οι παρατηρήσεις πάνω στο σώμα μου και οι προσωπικές μου δοκιμασίες δεν είναι ατομικές, αντιθέτως, περιγράφουν τους πολιτικούς τρόπους με τους οποίους κανονικοποιείται ή αποδομείται το κοινωνικό φύλο, το βιολογικό φύλο και η σεξουαλικότητα, και επομένως μπορούν να συνεισφέρουν στη συγκρότηση μιας αντισυμβατικής γνώσης ενάντια στις ηγεμονικές γλώσσες της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης και των νευροεπιστημών».

Ο Πρεθιάδο είναι φιλόσοφος, συγγραφέας και εικαστικός επιμελητής. Έχει διδάξει σε πολλά Πανεπιστήμια, ήταν προσωπικός φίλος του Ντεριντά, είναι ένας άνθρωπος των ανθρωπιστικών επιστημών και των γραμμάτων. Το σώμα του το χρησιμοποιεί για να στοχαστεί πάνω στην κοινωνία και τις κοινωνικές κατασκευές, στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης.

«Το ξέρω ότι έχω μετατρέψει το σώμα μου σε ένα ανθρώπινο showroom: αλλά προτιμώ να γίνει η ζωή μου ένας λογοτεχνικός θρύλος, ένα βιοπολιτικό σόου, από το να αφήσω την ψυχιατρική, την φαρμακολογία, την ψυχανάλυση, την ιατρική ή τα ΜΜΕ να κατασκευάσουν μια αναπαράσταση του εαυτού μου ως αφομοιωμένου, δυαδικού και εκπαιδευμένου ομοφυλόφιλου ή διεμφυλικού, ως ενός καλλιεργημένου τέρατος ικανού να εκφράζεται στη γλώσσα της νόρμας.

[…]

Η μετάβαση φύλου αυτή καθ’ αυτή είναι μια διαδικασία ευκολότερη από το να πηγαίνει κανείς στο σχολείο κάθε μέρα, την ίδια ώρα, για μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας και της εφηβείας του, ευκολότερη από έναν μονογαμικό γάμο χωρίς απιστίες, ευκολότερη από την εγκυμοσύνη και τη γέννα, ευκολότερη από τη δημιουργία οικογένειας, ευκολότερη από το να βρει κανείς μια ικανοποιητική μόνιμη δουλειά, ευκολότερη από την ευτυχία σε μια καταναλωτική κοινωνία, ευκολότερη από τα γεράματα και τον εγκλεισμό σε νοσοκομείο.

Για να το πω όσο πιο απλά γίνεται: όλοι εσείς διακεκριμένοι σοφοί της Σχολής του φροϋδικού αιτίου θα μπορούσατε να είστε ομοφυλόφιλοι ή να γίνετε τρανς.[…] Η θηλυκότητα ή η αρρενωπότητά σας, τις οποίες επωμίζεστε και υπερασπίζεστε, δεν είναι λιγότερο κατασκευασμένες από τη δική μου».


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Είμαι το τέρας που σας μιλά", Πωλ Μπ. Πρεθιάδο, μετ. Αναστασία Μελιά Ελευθερίου, εκδ. Αντίποδες, 2022, σ. 114

29/4/22

"Μάθημα ελληνικών", Χαν Γκανγκ 한강

 


 


Αν και σε καμία περίπτωση δεν φτάνει την πολυπλοκότητα της Χορτοφάγου, το Μάθημα ελληνικών είναι ένα ήσυχο βιβλίο, που επικεντρώνεται σε ένα θέμα και το εξαντλεί σε βάθος. Η απλότητα και το βάθος μαζί, κάνουν καλό στην ψυχή. Εκεί έχω καταλήξει.

Μια γυναίκα δουλεύει όλα της τα χρόνια με τη γλώσσα, όταν ξαφνικά χάνει τη φωνή της. Το είχε πάθει ξανά όταν ήταν παιδί, αδυνατεί να μιλήσει. Η γυναίκα έχει πρόσφατα χωρίσει, πέθανε η μητέρα της, κι ο πρώην άντρας της της πήρε την επιμέλεια του παιδιού. Αρχίζει μαθήματα αρχαίων ελληνικών, ίσως με την κρυφή ελπίδα πως θα λειτουργήσουν όπως κάποτε τα Γαλλικά που τη βοήθησαν να βρει φωνή. Ο δάσκαλός της είναι ένας σαραντάρης άντρας που γύρισε πρόσφατα από την Γερμανία όπου είχε μεταναστεύσει για χρόνια η οικογένειά του. Ο άντρας σύντομα θα χάσει την όρασή του, το ξέρει από μικρός, μα τώρα θα γίνει οριστικά. Του έχουν μείνει ένα δύο χρόνια προοδευτικού θολώματος, κι έπειτα σκοτάδι.

Ο υπαινιγμός είναι τέχνη. Κι αυτή την τέχνη την εξασκεί και εδώ εξαιρετικά η Χαν Γκανγκ. Τίποτα δεν λέγεται, όλα όμως αφήνεται να υπονοηθούν, σαν να σέρνονται ύπουλα και είναι έτοιμα να σου επιτεθούν ανα πάσα στιγμή. Οι αισθήσει που σε εγκαταλείπουν, η γλώσσα ως πατρίδα και καταφύγιο (ειδικά μια γλώσσα τόσο διαφορετική από τη δική σου και πεθαμένη εκατοντάδες χρόνια), η παιδική ηλικία, οι σχέσεις με τους γονείς που διαμορφώνουν το παρόν, το κάθε παρόν, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Η φθορά και η λήθη. Και το πλησίασμα, δυο ανθρώπων τόσο πληγωμένων που δεν φανταζόσουν ποτέ πως μπορούν να σώσουν ο ένας τον άλλον.

Βιβλίο υποτονικό, σε στιγμές μαυλιστικό, που δεν θέλεις να τελειώσει γιατί η πλοκή του είναι εντελώς αδιάφορη. Θέλεις να συνεχίσει να σε έχει στα δίκτυα του, να μην βγεις από αυτόν τον κόσμο που φαίνεται να έχει μόνο μια έγνοια, την πολυπλοκότητα της ίδιας της ζωής. Αυτό είναι συνάμα συνταρακτικό και ανακουφιστικό. Η Χαν Γκανγκ καταφέρνει με μια απλή συμβολική ιστορία να φτιάξει δυο ήρωες γοητευτικούς μες στις δυσκολίες και τις αναπηρίες τους.

Η κορεάτικη είναι μια κουλτούρα πολύ διαφορετική από τη δική μας, το νιώθω βαθιά στα κόκκαλα μου κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο συγγραφέα κορεάτικης καταγωγής. Ο Κορεάτες μεγαλώνουν αλλιώς, βλέπουν τη ζωή με άλλον τρόπο, κι όμως τα μυθιστορήματα της Χαν Γκάνγκ έχουν κάτι το οικείο. Το δράμα είναι βαθιά ανθρώπινο. Ο καθηγητής των ελληνικών, ποτέ δεν έμαθε τέλεια Γερμανικά, όσα χρόνια κι αν έλειψε, μόνο στην Κορέα νιώθει πως δεν ξεχωρίζει. Και η αίσθηση του ανήκειν -έστω κι απλά ο ένας στον άλλον- είναι το θέμα όλου του μυθιστορήματος.


                                Κατερίνα Μαλακατέ


"Μάθημα ελληνικών", Χαν Γκανγκ, μτφ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2022, σ.192 



12/4/22

"Αρχίζουμε από το τέλος", Chris Whitaker

 




Είχα καιρό να διαβάσω whodunit αστυνομικό, εμπορικό και γρήγορο, όταν έπιασα το «Αρχίζουμε από το τέλος». Επίσης ίσως να είχα κι ελαφρύ πυρετό. Πάντως το μυθιστόρημα ανταποκρίθηκε πλήρως, με ξενύχτησε όταν έπρεπε και μου κράτησε συντροφιά, όχι για πολύ 2-3 μέρες, ίσα ίσα να μπορέσω να βγάλω το δύσκολο.

Φυσικά, όπως τα περισσότερα αντίστοιχα που έχω διαβάσει, πάσχει από την ασθένεια της υπερπλοκής, ήρωες εμφανίζονται, κι έπειτα πεθαίνουν εν ριπεί οφθαλμού, ακριβώς μόλις τους συμπαθήσεις, δολοφόνοι κάνουν σουλάτσο, λες και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου είναι να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, έστω και τυχαία. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας αστυνομικός που δεν έχει λύσει ποτέ ούτε μια υπόθεση και πάσχει από ανίατη ασθένεια. Α, και ο πραγματικός δολοφόνος κάνει μπαμ αμέσως.

Δύο παιδιά, η Ντάτσες, δώδεκα χρονών και ο Ρόμπιν, έξι χρονών, προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα μόνα τους με ελάχιστα χρήματα, γιατί η μητέρα τους είναι μια άσωτη που δουλεύει ενίοτε τραγουδίστρια σε κακόφημα μπαρ, κάνει σωρηδόν απόπειρες αυτοκτονίας και τα παραμελεί. Ο μόνος που νοιάζεται για αυτά είναι ο στρογγυλός, ροδαλός αστυνόμος Γουόκ, παιδικός φίλος της μαμάς τους. Κι αργότερα ο Βίνσεντ, ο κολλητός του Γουόκ, που μόλις βγήκε έπειτα από τριάντα χρόνια στη φυλακή

Άλλα σπόιλερ σε αστυνομικό, εγώ δεν κάνω.-

Το μυθιστόρημα έχει κάποιες νύξεις για τις διαλυμένες οικογένειες, για το τραύμα, για τη θανατική ποινή, για την ιδρυματοποίηση, για την οικολογία, χωρίς να φτάνει σε κάποιο βάθος κι αυτό είναι ξεκούραστο. Ενεργοποιεί την ταύτιση από την πρώτη στιγμή, με το πιο εύκολο τρικ, έχοντας για κεντρική πρωταγωνίστρια ένα παιδί δώδεκα χρονών και πιάνει σωστά όλες τις αποχρώσεις του μελό. Βέβαια πιθανολογώ πως ο συγγραφέας έχει χρόνια να συναναστραφεί με μια δωδεκάχρονη, κι έτσι η πρωταγωνίστρια άλλοτε μοιάζει οκτώ, κι άλλοτε σαράντα οκτώ ετών, χωρίς καμία συνέπεια.

Η πλοκή έχει κάποια παιδαριώδη λάθη, είναι δύσκολο να χειριστείς όλους αυτούς τους χαρακτήρες, κι η μετάφραση είναι μέτρια, γεμάτη αγγλισμούς και κυριολεξίες που σε κάνουν να γελάς και να χάνεις τον ρυθμό της αφήγησης. Αυτό είναι πάντα κακό σημάδι, σημαίνει πως ο μεταφραστής βαρέθηκε, «μπήκε στον αυτόματο» για να βγουν οι πολλές σελίδες. Γενικά, μόλις αρχίσει κανείς να ψάχνει τις «ραφές» του κείμενου, είναι κακά τα μαντάτα για ένα μυθιστόρημα που δεν διεκδικεί δάφνες μεταμοντερνισμού. Κι αν κατάφερα εγώ που είμαι εξαιρετικά επιρρεπής στο μελόδραμα, να αρχίσω να ασχολούμαι με τα δομικά στοιχεία της πλοκής, αντί να κλαίω για τους πεθαμένους, τότε μάλλον κάτι πήγε λάθος.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ

 
"Αρχίζουμε από το τέλος", Chris Whitaker, μετ. Γιώργος Μπαρουξής, εκδ. Μεταίχμιο, 2022, σ.482

7/4/22

"Μια χούφτα σκόνη", Evelyn Waugh

 




Θα έλεγα ψέματα, αν υποκρινόμουν πως ήξερα τον Ίβλιν Γουό (Evelyn Waugh) πριν από την έκδοση του «Μια χούφτα σκόνη» από τις εκδόσεις Gutenberg, αν και δεν είναι αυτό το πρώτο του βιβλίο πoυ μεταφράζεται στα ελληνικά. Ξεκίνησα να το διαβάζω γιατί στο οπισθόφυλλο ο Γκράχαμ Γκρην ισχυρίζεται πως ο Γουό είναι ο καλύτερος συγγραφέας της γενιάς τους (κοινώς τσίμπησα το διαφημιστικό τυράκι). Και ενθουσιάστηκα.

Το «Μια χούφτα σκόνη» είναι μια καυστική σάτιρα της αστικής τάξης του Μεσοπολέμου, αλλά παράλληλα είναι και ένα βιβλίο πικρό, και τολμηρό. Ο Γουό εξάλλου δεν διστάζει να σκοτώσει τον μόνο συμπαθητικό ήρωα της ιστορίας του. Η όμορφη λαίδη Μπρέντα είναι παντρεμένη με τον Τοντ για επτά χρόνια. Ζουν σε ένα βαρύ γοτθικό σπίτι, κακάσχημο κατά την άποψή της, που η συντήρησή του απαιτεί πάνω από το μισό ετήσιο τους εισόδημα. Έχουν κι ένα αγοράκι τον Τζον Άντριους, που τον μεγαλώνουν οι νταντάδες. Έτσι, όταν τους επισκέπτεται ένας ανυπόληπτος νεαρός, ο Τζον Μπίβερ, η Μπρέντα ξεμυαλίζεται μαζί του και πιάνει ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο για να τον βλέπει με πρόσχημα τις σπουδές. Πίσω μένουν ο γιος και ο άντρας της.

Το μυθιστόρημα έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, γράφτηκε κατά τη διάρκεια του δύσκολου διαζυγίου του Γουό από την πρώτη του σύζυγο (που την έλεγαν κι εκείνη Evelyn). Σατιρίζει τα ήθη της εποχής, τις μικρότητες, τα προσχήματα. Αυτό που κυριαρχεί στο βιβλίο είναι η ανυπαρξία ειλικρινών συναισθημάτων, όλα, ακόμα και οι οικογενειακοί δεσμοί, μοιάζουν μικροί, ανύπαρκτοι, και ο κάθε χαρακτήρας ζει σε μια αφόρητη μοναξιά που διανθίζεται από κοινωνικές συναναστροφές.

Το τελευταίο κεφάλαιο με τον Άνθρωπο που αγαπούσε τον Ντίκενς, φαίνεται κάπως αποκομμένο από το υπόλοιπο βιβλίο, αλλά είναι μακράν το αγαπημένο μου. Ο Γουό μοιάζει σε αυτό να παίζει με την ιδέα πως η τέχνη θα μας σώσει και να την απορρίπτει σκωπτικά. Κι αν αναλογιστεί κανείς και την ιστορία του ίδιου του Ντίκενς, το αστείο γίνεται ακόμα πιο σουρρεαλιστικό.

Απόλαυσα το «Μια χούφτα σκόνη», είναι φανερά γραμμένο από έναν δεξιοτέχνη. Είναι από εκείνα τα βιβλία που σε ρουφάνε στην πλοκή τους, ενεργοποιούν την ταύτιση, δεν μπορείς εύκολα να τα αποχωριστείς. Όμως όταν τα τελειώσεις, δεν νιώθεις πως τελείωσαν, συνεχίζει η ιστορία να δουλεύει μέσα σου, δεν διάβασες κάτι κενό, χωρίς νόημα. Ίσως δε, να με έσπρωξε ξανά προς τον Ντίκενς.

                                  
                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Μια χούφτα σκόνη", Evelyn Waugh, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Gutenberg, 2022, σ. 376 



28/3/22

"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 




Το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ κυκλοφόρησε το 2007 σε μια εποχή που η ελληνική λογοτεχνία ήταν σε βαθιά κάμψη (σε μένα προκαλούσε απόγνωση) και κανονικά θα έπρεπε να τα έχει σαρώσει όλα και να μας αλλάξει άρδην. Το μόνο που χρεώνω στο βιβλίο είναι πως δεν το έκανε. Το διάβασα τότε κι ένιωσα νέο αέρα να κυκλοφορεί σε ένα μπαγιάτικο τοπίο, όπου το σινάφι ανακύκλωνε τις εμμονές του ή ενδιαφερόταν περισσότερο για να μπει κάποιο κείμενό του σε τρέντι περιδικά της προηγούμενης εποχής. 

Η γυναίκα του Λωτ δεν τα σάρωσε όλα. Λειτούργησε όμως διαβρωτικά. Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου έγινε μεγάλη σταρ. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Αλλά θα έπρεπε να γίνει μεγάλη σταρ, μια ποπ σταρ της λογοτεχνίας κι από κάτω να ξεροσταλιάζουμε οι θαυμαστές της. Στην πραγματικότητα είναι η πιο σεμνή συγγραφέας που έχω γνωρίσει.

Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα, γραμμένο ύπουλα, άλλοτε νομίζεις πως πρόκειται για επιστολικό μυθιστόρημα, για ένα μαθηματικό νουάρ που πρέπει να λύσεις τον γρίφο, μερικές φορές μια δυστοπία για το εγγύς μέλλον. Ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν είναι, δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία και για αυτό οι φαντασάδες αυτού του τόπου λατρεύουν να το μισούν∙ είναι η πιο καλογραμμένη δυστοπία της γενιάς μας, αλλά αγνοεί επιδεικτικά όλους τους κανόνες του είδους. Δεν είναι Greek crime όπως προσπάθησαν να το πλασάρουν στον αγγλόφωνο κόσμο. Και σίγουρα δεν είναι επιστολικό, αγνοεί επιδεικτικά τον Βέρθερο, και τις Επικίνδυνες σχέσεις και τον Δράκουλα, κι ό,τι ξέρατε ποτέ για τα επιστολικά μυθιστορήματα.

Στο μέλλον, η Υπερχείλιση έχει αλλάξει την γεωγραφία όλης της γης, καταβύθισε όλες τις χώρες γύρω από τη Νεκρά θάλασσα και από την τρύπα ανάβλυσε ένα βιολετί αλάτι, μαυλιστικό. Έτσι η Βιέννη και το Παρίσι γίνανε λιμάνια και ο Νότος χαμένη πατρίδα. Αμέσως στήθηκε μια εταιρία «οι Εβδομηντα πέντε» που έχτισε μια Αποικία πάνω εκεί που αναβλύζει το βιολετί αλάτι, στις όχθες του Ιορδάνη, και εκμεταλλεύεται το ναρκωτικό που πωλείται πανάκριβα. Εκεί διοικεί ο Κυβερνήτης Βερά και τα τσιράκια του: η γυναίκα του, ο δικαστής, ο γιατρός, ο ιερέας, ο φρούραρχος και ο γραμματικός του. Οι υπόλοιποι άποικοι είναι χωρισμένοι σε κάστες, κάνουν τη δουλειά τους χωρίς πολλά πολλά, γιατί όλοι κάτι έχουν να κρύψουν ή να ξεχάσουν.

Αν σας θυμίζει κάτι αυτή η εταιρία που ελέγχει όλη την πόλη που έφτιαξε δίπλα στην πηγή της εκμετάλλευσης, που βρέθηκε να ελέγχει όλο το αλάτι κι όλο τον πλούτο, εκμεταλλευόμενη τον Φόβο και τον Πόθο του καθενός, να το ξεχάσετε. Δεν είναι μια απλή αλληγορία όλο αυτό. Οι χαρακτήρες, που μοιάζουν όμοιοι όσο μιλάνε στις επιστολές, στήνονται διεξοδικά. Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου φαίνονται ψυχρές, σχεδόν κλινικές. Κι έπειτα κάθε στοιχείο μετράει, και φτιάχνει μια Βιβλική παραβολή, μια πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, για την κακία και τη φαυλότητά της, για την ανοησία και την πλεονεξία της. Και τελικά για την αγάπη.

Τι είναι πραγματικότητα, τι παραίσθηση, ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα; Τι είναι ηθική και ποιος την ορίζει; Πώς διαμορφώνεται η ζωή του καθενός, τυχαία, από την ειμαρμένη, από το σθένος και το κουράγιο του, από τα γεγονότα; Και ο Μεσσίας μήπως έχει τη μορφή ενός Πειρατή ανάμεσα στη Νέμεση και την Κάθαρση; Κι ένα Κουτί πράσινο, μπας και παίζει με τη συλλογική μας φαντασίωση ενός Κιβωτίου που θα μας σώσει;

Η Μπουραζοπούλου γράφει πάντα πολιτικά. Ό,τι άλλο κι αν είναι αυτό το μυθιστόρημα, αυτό είναι κυρίως, ένα Καράβι για πλοηγηθείς στις πιο μύχιες άνομες σκέψεις σου, να καταλάβεις πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό και πολιτικό χωρίς καν να το καταλάβεις και κυρίως χωρίς καν να διανοηθείς πως μπορείς να το διαχειριστείς. Μήπως όμως μπορείς; Μπας και τελικά όσο βαθιά κι αν είσαι χωμένος, μπορείς πάντα να σηκώσεις το χέρι και να σπάσεις την αλυσίδα; Ή έστω τον μαίανδρο;

Όσα και να πει κανείς για αυτό το περίπλοκο αρχιτεκτόνημα, γραμμένο σε μια γλώσσα πηγαία προσεγμένη, σχεδόν εκνευριστικά τέλεια, είναι λίγα. Το όνειρό μου όταν μεγαλώσω είναι να γίνω Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Όνειρο μάλλον απατηλό, και εν πολλοίς άδικο για μένα, γιατί απαιτεί ταλέντο αστείρευτο. Αυτή τη βιβλιάρα εξάλλου η Ιωάννα Μπουραζοπούλου την εξέδωσε πριν καν κλείσει τα σαράντα. Eat her dust.

                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2007