22/1/19

"Ένας έρωτας", Dino Buzzati





Ξεκίνησα να διαβάζω το «Ένας έρωτας», γιατί είναι ένα βιβλίο γραμμένο από τον συγγραφέα της Ερήμου των Ταρτάρων, τον Ντίνο Μπουτζάτι. Και στην αρχή, η σύγκριση με το αριστούργημα του πασίγνωστου Ιταλού συγγραφέα ήταν τόσο συντριπτική που φαινόταν σχεδόν μάταιο να το συνεχίσει κανείς. Όμως επέμεινα. Και τελικά αγάπησα αυτό το ερωτικό μυθιστόρημα, ίσως και πιο πολύ από την Έρημο. 

Πρωταγωνιστής είναι ο Αντόνιο Ντορίγκο, ένας πενηντάρης διάσημος σκηνογράφος και αρχιτέκτονας, εργένης, που νιώθει πάντα κάπως αμήχανα γύρω από τις γυναίκες, για αυτό επιλέγει ένα καλό «σπίτι» για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ανάγκες. Ώσπου κάποια στιγμή τον «εξυπηρετεί» μια νεαρή χορευτριούλα της Σκάλας. Στην αρχή η κοπέλα δεν φαίνεται να έχει κάτι το ιδιαίτερο, δεν είναι καν πολύ όμορφη, όμως ο Ντορίγκο παθαίνει εμμονή μαζί της, αρχίζει να παθιάζεται, ζητά να την «αγοράσει» με αντίτιμο μερικές βραδιές. Η Λάιντε, ένα λαϊκό εικοσάχρονο κορίτσι, παίζει τον «γέρο που την πληρώνει» στα δάχτυλα. Του κάνει μούτρα, τον βάζει να έρχεται να την πάρει από ταξίδια, ενώ είναι με τον εραστή της, του τραβάει λεφτά, τον απομακρύνει, του λέει ψέματα ενώ πάντα απαιτεί. Ο Αντόνιο, αν και αντιλαμβάνεται την κατάντια του, την αρρωστημένη ζήλια που τον οδηγεί σε γελοιότητες, δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τη Λάιντε. Οι ανασφάλειες του στο ερωτικό κομμάτι, η τεράστια διαφορά ηλικίας, αλλά και η απειρία του, τον εγκλωβίζουν σε ένα καταστροφικό πάθος.

Αν και η ιστορία μοιάζει τετριμμένη- ο ίδιος ο Μπουτζάτι μέσα στο κείμενο αναφέρει την Νανά και τον κόμη Μιφά- ο συγγραφέας κατορθώνει με την επανειλημμένη χρήση του εσωτερικού μονόλογου να απογειώσει το μυθιστόρημα, να περάσει μια αίσθηση μελαγχολίας, στροφής προς τα έσω, συνεχούς αναζήτησης του εαυτού μέσα από τις αμφιβολίες, που χαρακτηρίζει όλα του τα έργα. Ταυτόχρονα μιλάει για ένα θέμα ταμπού, αυτό της πορνείας πολυτελείας, που κάνει μικρά κορίτσια ήδη στα είκοσί τους να είναι ξεσκολισμένες πόρνες. 

Το «Ένας έρωτας», που λέγεται πως έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, είναι ένα μυθιστόρημα που ζήλεψα. Ένας συγγραφέας σίγουρος για τον εαυτό του, γράφει για ένα θέμα σχεδόν μπανάλ, και καταφέρνει να το μετουσιώσει σε τέχνη. Χωρίς αναστολές, χωρίς περιορισμούς και κυρίως χωρίς κόμπλεξ. 


                                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Ένας Έρωτας", Ντίνο Μπουτζάτι, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 349

15/1/19

"Γάλα Μαγνησίας", Κώστας Ακρίβος


Πρωτογνώρισα τη γραφή του Κώστα Ακρίβου με το "Αλλάζει πουκάμισο το φίδι", το οποίο ομολογουμένως δεν είχε καταφέρει να με συγκινήσει. Μέσα από αυτό το βιβλίο όμως, συνάντησα τον συγγραφέα, έναν άνθρωπο γλυκύτατο και ευγενή, και για αυτό, αν και με κάποια καθυστέρηση, διάβασα και το νέο  μυθιστόρημά του. Και τούτη τη φορά, το βιβλίο του μου άρεσε- πολύ. Το "Γάλα Μαγνησίας" είναι μεστό, καλογραμμένο, αγγίζει θέματα που καίνε όπως η θρησκεία, η πολιτική κι η εκπαίδευση και σίγουρα αξίζει να διαβαστεί.

Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν τέσσερα αγόρια από φτωχές οικογένειες, ο Ζερβής, ο Μικ, ο Μπράσκας και ο Αχιλλάκος. Για για να μπορέσουν να πάνε στο σχολείο, ζουν στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο του Βόλου τη δεκαετία του '70. Οι τέσσερίς τους είναι ζωηροί και ταραξίες σε ένα περιβάλλον υπερσυντηρητικό. Έρχονται σε ρήξη τόσο με τον διευθυντή του σχολείου, όσο και με τον νεαρό διάκο που έχει την ευθύνη του οικοτροφείου, και κρατά τα αγόρια με συνεχείς νηστείες και απαγορεύσεις. Η παρέα ενοχλείται κυρίως από τον Σώτο, ένα μαθητή χαφιέ, το τσιράκι του διάκου ο οποίος τους εκφοβίζει.

Ο συγγραφέας αντλεί από τις δικές του μνήμες ως μαθητή και γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Στην αρχή μοιάζει με πολλά άλλα, παρέες, πλάκες, δυσκολίες στα μαθήματα, εφηβικές φιλίες, αλλά σιγά σιγά επικρατεί ένα πιο νοσηρό κλίμα και στο τέλος επιβεβαιώνονται οι υποψίες σου, στη ζωή δεν έχει άσπρο και μαύρο, ξεκάθαρους θύτες και ξεκάθαρα θύματα. Τα βάσανα της εφηβείας στην Ελλάδα της Χούντας και μετά της Μεταπολίτευσης, η πανταχού παρούσα εκκλησιαστική καταπίεση και η φτώχεια κάνουν τη ζωή των ηρώων δύσκολη. Ο Ζερβής- είναι και ο αφηγητής- φαίνεται να αθωώνει τον εαυτό του και τους φίλους του, να νοσταλγεί και να δικαιώνει. Όσο η ιστορία ξεδιπλώνεται όμως, γίνεται φανερό πως κάποια πράγματα δεν συγχωρούνται, πως υπάρχουν στιγμές στη ζωή των ανθρώπων καθοριστικές για τη συνέχεια. 

Το μυθιστόρημα έχει μια εσάνς αστυνομικού, χωρίς βέβαια να ανήκει στο είδος. Αυτό το εύρημα δίνει την αναγκαία ώθηση στον αναγνώστη να γυρίσει την επόμενη σελίδα, και κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε στιγμές συναρπαστικό. Χωρίς πολλά αφηγηματικά τρικ- αν εξαιρέσει κανείς τις πρώτες σελίδες, η αφήγηση ακολουθεί γραμμικά τον χρόνο-, χωρίς τερτίπια, με γλώσσα λιτή και κατανοητή, δίνει μια τοιχογραφία και της εποχής και της πόλης, και πολύ περισσότερο του μικρόκοσμου ενός οικοτροφείου αρρένων.

Το "Γάλα μαγνησίας" είναι έξυπνο μυθιστόρημα, όπως ακριβώς ο τίτλος του, ο οποίος παίζει με το γνωστό καθαρτικό, την περιοχή αλλά και το γάλα που πίνουν τα αγόρια στο εξώφυλλο. Ένα βιβλίο που αναμετράται με την ελληνική πραγματικότητα χωρίς φόβο και διαλύει τις βεβαιότητες. Δεν καταφέρνει φυσικά να δώσει απαντήσεις για αυτό που ζούμε- κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Όμως βάζει μικρές φωτιές για να σκεφτούμε και να διαλέξουμε.


                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



"Γάλα Μαγνησίας", Κώστας Ακρίβος, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 308

10/1/19

"Ένας γιος", Alejandro Palomas



Ομολογώ πως ξεκίνησα το "Ένας γιος" του Αλεχάντρο Παλόμας παρακινημένη από το εξαιρετικό εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. Το ένστικτό μου δεν με γέλασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου, καλογραμμένο και συγκινητικό, που οι περισσότεροι θα το διαβάσουν όλο μεμιάς.

Ο Γκίγε είναι ένα έξυπνο, εννιάχρονο αγόρι, καλός μαθητής, κάπως αποτραβηγμένο κοινωνικά από τους άλλους- κάνει μόνο παρέα με το νεοφερμένο κορίτσι από το Πακιστάν, τη Ναζία. Ο Γκίγε φαίνεται ευτυχισμένος, όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει η Μαίρη Πόππινς. Όταν το λέει στη δασκάλα του, εκείνη ψυχανεμίζεται πως κάτι δεν πάει καλά και ζητά από την ψυχολόγο του σχολείου να του κάνει μερικές συνεδρίες. Κι έτσι σιγά σιγά αρχίζει να ξετυλίγεται το νήμα της αφήγησης, που φτάνει από το ράγκμπυ, στη Μαίρη Πόπινς ως έναν χοντρό 32χρονο Πακιστανό, μια Αγγλίδα αεροσυνοδό και τον πάτο της θάλασσας.

Το βιβλίο είναι ένα καθαρόαιμο μελό, από τα ωραιότερα του είδους, στο τέλος του έκλαιγα κανονικά, χωρίς ντροπή. Οι συνεχείς πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, του Γκίγε, της ψυχολόγου, του πατέρα του, βοηθάει να αποκαλυφθεί το μυστικό αργά, και να σπάσει στο τέλος όλες τις προκαταλήψεις που μπορεί να είχες. Η κάθαρση έρχεται στο σωστό σημείο, τα πάντα στην αφήγηση είναι καλοκουρδισμένα, η πλοκή είναι όσο γρήγορη πρέπει.

Η απώλεια, οι σχέσεις γονιών και παιδιών, το πώς η κουλτούρα στην οποία γεννήθηκες καθορίζει τη ζωή σου, η σχολική ζωή με όλες της τις αβαρίες, ο τρόπος που επιλέγουμε να προστατέψουμε αυτούς που αγαπάμε, είναι τα βασικά θέματα του βιβλίου. Ο συγγραφέας έχει καλό ζύγι, δεν μπερδεύει πολλές ιστορίες, ξέρει τι θέλει να πει και το στήνει αριστοτεχνικά. Το «Ένας γιος» βραβεύτηκε στην Ισπανία στην κατηγορία νεανικού βιβλίου (Premio Nacional de Literatura Infantil y Juvenil) είναι όμως ένα μυθιστόρημα και για μας τα μεγαλύτερα παιδιά∙ για αναγνώστες που δεν φοβούνται το συναίσθημα και μπορούν να αφεθούν να τους ταρακουνήσει μια καλά ειπωμένη ιστορία.


                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



«Ένας γιος», Αλεχάντρο Παλόμας, μετ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera, 2018, σελ. 217



6/1/19

"Χαμένες Ψευδαισθήσεις", Honoré de Balzac




Είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Ονορέ ντε Μπαλζάκ, ακολουθώντας μια μάλλον άκυρη παρόρμηση, ισχυριζόμουν ότι έφταιγε πως τον είχα σιχαθεί όσο μάθαινα Γαλλικά. Τελικά αυτό ήταν μάλλον μια φτηνή δικαιολογία, και νιώθω τώρα, αφού έχω ολοκληρώσει τις 875 σελίδες των Χαμένων Ψευδαισθήσεων πως πρέπει να επανορθώσω, να κερδίσω τον χαμένο χρόνο.

Οι "Χαμένες Ψευδαισθήσεις" είναι μέρος της Ανθρώπινης Κωμωδίας, του μεγαλεπίβολου σχεδίου του χαοτικού αλλά και ιδιοφυούς Μπαλζάκ να ενώσει τα μυθιστορήματά του κι έτσι να μιλήσει για την κοινωνία και την ανθρώπινη φύση στην ολότητά της. Το βιβλίο γράφτηκε σε συνέχειες στη διάρκεια έξι (1837-1843) χρόνων και στην αρχή εκδόθηκε σε τρεις διαφορετικούς τόμους, για αυτό τα τρία μέρη του είναι εμφανή και διακριτά.

Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί ο Λυσιέν, ένας 21χρονος πανέμορφος ποιητής που ζει σε ένα χωριουδάκι στην Ανγκουλέμη. Ο Λυσιέν είναι ευγενικής καταγωγής από την μητέρα του- ένας ντε Ρυμπαμπρέ- και κατώτερης από τον πατέρα του- ένας Σαρντόν. Δεν έχει χρήματα, αλλά χάρη στην αδελφική του φιλία με τον γιο του βασικού τυπογράφου της Ανγκουλέμης- τον Νταβίντ Σεσάρ, κατορθώνει να φύγει για Παρίσι. Πίσω του αφήνει τη μάνα του – που ξενόπλενε για να τον ζήσει- και την αδελφή του, παντρεμένη με τον Νταβίντ, όλους εξαθλιωμένους, γιατί τους πήρε όλα τα χρήματα∙ του τα έδωσαν με την καρδιά τους γιατί πιστεύουν σε αυτόν.

Για το Παρίσι φεύγει με την κυρία ντε Μπαρζετόν, μια ξερακιανή, μεγαλύτερή του, παντρεμένη γυναίκα, που είχε κάποια μόρφωση και νιώθει πως δεν την χωρά η επαρχία. Στο Παρίσι η μαντάμ παρατάει αμέσως τον Λυσιέν, μόλις καταλαβαίνει πως τον λοιδορούν για την ταπεινή καταγωγή του και τους άξεστους χωριάτικους τρόπους του. Ο Λυσιέν για δύο χρόνια ζει στα όρια της πείνας, κάνοντας φιλίες με συγγραφείς σε αντίστοιχη κατάσταση. Δεν κατορθώνει να εκδώσει τα σονέτα ή το μυθιστόρημά του, αλλά διαβάζει και μελετά λυσσασμένα. Ώσπου με κάποιο γύρισμα της τύχης μπλέκεται με τον κόσμο των δημοσιογράφων, αποκτά μια όμορφη θεατρίνα για ερωμένη, ξεχνά τους φίλους του, κι αρχίζει η άνοδός του. Και η πτώση.

Το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ είναι εντυπωσιακό, τόσο για το πώς παρουσιάζει τη ζωή στην επαρχία σε αντίστιξη με την Παρισινή, όσο και γιατί κατορθώνει να στήσει ήρωες τόσο ζωντανούς που κοντά διακόσια χρόνια μετά νομίζεις ακόμα πως θα σου μιλήσουν. Ο Λυσιέν Σαρντόν ή ντε Ρυμπαρμπέ είναι ταυτόχρονα ένας άγγελος και ένας δαίμονας. Όμορφος, μορφωμένος, ταλαντούχος, αφήνεται να παρασυρθεί από το όνειρο της μεγάλης ζωής, από τους τίτλους της αριστοκρατίας, την προοπτική για επιτυχία και λεφτά, και τελικά κατακρημνίζεται εκκωφαντικά. Ο κόσμος των εκδόσεων, της δημοσιογραφίας, της λογοτεχνίας στο Παρίσι του 1830 μοιάζει τόσο πολύ με αυτό που συμβαίνει ακόμα και σήμερα, που σε ανατριχιάζει. Οι δημοσιογράφοι-συγγραφείς γράφουν άρθρα ο ένας για τον άλλον, σχεδιάζουν επιθέσεις, κανονίζουν εκδόσεις, μπλέκονται με πρωταγωνίστριες του θεάτρου, τρώνε λεφτά και μένουν στην ψάθα, ασχολούνται με την πολιτική, αλλάζουν στρατόπεδα.

Το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ είναι μάλλον ένας προάγγελος του νατουραλισμού, η ζωή παρουσιάζεται με εξουθενωτική λεπτομέρεια, σε όλο της το απάνθρωπο μεγαλείο. Αλλά ταυτόχρονα φλερτάρει έντονα και με το μελόδραμα, οι αντιθέσεις είναι έντονες, ανάμεσα στον Λυσιέν- τον ποιητή- και τον Νταβίντ- τον εφευρέτη-, ανάμεσα στην αγγελική αδελφή του Λυσιέν, Εύα και την μικρή θεατρίνα Κοραλία που ερωτεύεται τον Λυσιέν, ανάμεσα στην επαρχία και την πόλη, ανάμεσα στους ευγενείς και τους πληβείους,

Οι "Χαμένες Ψευδαισθήσεις" είναι περιώνυμες και για έναν ακόμα λόγο, πρόκειται για μια από τις πρώτες φορές που υπονοείται μια ομοφυλοφιλική σχέση σε ένα μυθιστόρημα, και μάλιστα χωρίς να γίνει πολύς ντόρος, μέσα στη ροή της αφήγησης. Η οποία αφήγηση είναι απίστευτη, οργιαστική, ένα πραγματικό επίτευγμα, το έργο μιας μεγαλοφυΐας.

Ο Μπαλζάκ έζησε το ίδιο άναρχα όπως έγραφε, πρόσθεσε μόνος του το πρόθεμα ντε στο επώνυμό του, αρνήθηκε να αναλάβει το νομικό γραφείο του πατέρα του, ερωτεύτηκε γυναίκες παντρεμένες, έκανε παιδί που δεν πήρε το όνομά του, έγραφε όλη νύχτα ασταμάτητα πίνοντας καφέδες, μερικές φορές ακόμα και για 48 ώρες χωρίς να σταματήσει. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν χωρούσε σε καλούπια, ανοικονόμητος σε όλα του. Πέθανε στα 51 του χρόνια έχοντας αφήσει πίσω του τόσα τελειωμένα και μισοτελειωμένα έργα που ειλικρινά δεν τα χωρά ο νους. Και καθόρισε πολλούς από τους μετέπειτα σπουδαίους συγγραφείς, τον Ζολά, τον Ντίκενς, τον Φλωμπέρ. 

Ο "Χαμένες Ψευδαισθήσεις" διέλυσαν τις ψευδαισθήσεις και τις αναγνωστικές προκαταλήψεις μου. Υποψιάζομαι πως τελείωσαν οι δικαιολογίες: ένας Μπαλζάκ τον χρόνο θα είναι η τιμωρία μου, για τόσα χρόνια ολιγωρίας.


                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Χαμένες Ψευδαισθήσεις», Ονορέ ντε Μπαλζάκ, μετ. Μπάμπης Λυκούδης, εκδ. Εξάντας, σελ. 875

31/12/18

Βαθμολογώντας τα βιβλία που διάβασα το 2018

Παραδοσιακά κάθε χρόνο τέτοια μέρα βαθμολογώ τα βιβλία που διάβασα μέσα στη χρονιά. Ιδού λοιπόν η πενιχρή σοδειά του 2018.






Αύγουστος", John Williams 10

"Στον τρίτο βράχο από τον Ήλιο", Δ. Νανόπουλος, Μ. Προβατάς    
"Νιξ", Nathan Hill
"Sapiens" Y.Harari
"Ulysses", James Joyce
"Homo Deus", Y. Harari
"Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας", Alice Miller
"Βιοτεχνία Υαλικών", Μένης Κουμανταρέας
"Ο άνδρας που γεννήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο", Γιάννης Παπαγιάννης
"Χαμένες ψευδαισθήσεις", Ονορέ ντε Μπαλζάκ  10





Υ.Γ. 42 Η χρονιά μου περιελάμβανε και τον "Οδυσσέα", στο πρωτότυπο, για τον οποίο προτιμώ να μη μιλήσω. Ίσως στην επόμενη ανάγνωση να έχω πιο πολλά να πω. Προς το παρόν τα λέει όλα ΕΔΩ. 

Υ.Γ. 42-42 Για τα βιβλία που δεν έχω γράψει κείμενο δεν θα βάλω βαθμό, μου φαίνεται πολύ βάρβαρο ένα ξερό νούμερο χωρίς λόγια. 

Υ.Γ. 24 Όπου βλέπετε μπλε, μπορείτε να πατήσετε πάνω στον ενεργό σύνδεσμο και να διαβάσετε περισσότερα για την άποψή μου για το βιβλίο. 


Καλή μας χρονιά! Με υγεία, χαρά και όμορφες αναγνώσεις.





28/12/18

"Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες", Karel Čapek



«Σκοτεινή σάτιρα επιστημονικής φαντασίας», «ένα αντιπολεμικό και αντιναζιστικό αριστούργημα», «μια αλληγορία για την άνοδο του φασισμού και την επικράτηση του καταναλωτισμού», τέτοια βαρύγδουπα μπορεί να διαβάσει κανείς για τον «Πόλεμο με τις σαλαμάνδρες» του Κάρελ Τσάπεκ. Και το μυθιστόρημα του ανθρώπου που θα μείνει στην ιστορία για την πρώτη αναφορά στη λέξη «Ρομπότ» - στο θεατρικό έργο R.U.R το 1920- είναι σίγουρα όλα τα παραπάνω. Πάνω από όλα όμως είναι ένα βιβλίο, που σχεδόν εκατό χρόνια μετά την έκδοσή του, παραμένει πεισματικά επίκαιρο, τόσο λογοτεχνικά και αφηγηματικά, όσο και για τα θέματα που πραγματεύεται. 

Ο πλοίαρχος βαν Τοχ σε ένα ταξίδι του ανακαλύπτει σε ένα απομακρυσμένο νησί ένα είδος σαλαμάνδρας που περπατά στα δύο πόδια, ζει μέσα στο νερό και φαίνεται πολύ δεκτική στη μάθηση. Στην αρχή ο πλοίαρχος βοηθά τις Σαλαμάνδρες να ανοίγουν όστρακα σε αντάλλαγμα για τα μαργαριτάρια που έχουν μέσα. Σκορπίζει παντού αποικίες Σαλαμάνδρας, που όλο και επεκτείνονται και κατορθώνει να ρίξει τόσο την τιμή των μαργαριταριών από την υπερπροσφορά, που φτάνουν να έχουν μηδαμινή αξία. 

Με τον θάνατο του πλοιάρχου οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως πιο πολύ αξίζει το εμπόριο των ίδιων των Σαλαμανδρών, ως φτηνό εργατικό δυναμικό. Τα ζώα αυτά φαίνονται πολύ ήπια, μαθαίνουν εύκολα να μιλάνε, να γράφουν, συνεχίζουν τη ζωή τους και εκκολάπτονται σε μεγάλους αριθμούς χωρίς να φαίνεται να τα ενοχλεί πως η ανθρωπότητα τα εκμεταλλεύεται. Οι επιστήμονες τα μελετούν, τα βράζουν, τα διαμελίζουν, τα δοκιμάζουν, τους μαθαίνουν το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης, τα χρησιμοποιούν από εργάτες ως σημαντικούς επιστήμονες, χωρίς ποτέ να τους δίνουν κανένα δικαίωμα. Ώσπου οι Σαλαμάνδρες γίνονται πάρα πολλές. Και… 

Το φουτουριστικό περιβάλλον που στήνει ο συγγραφέας είναι οργιαστικό- έχω διαβάσει πολλά μυθιστορήματα του είδους, αλλά οι Σαλαμάνδρες είναι από τα πιο ενδιαφέροντα όντα. Μοιάζουν και δεν μοιάζουν στους ανθρώπους. Φαίνονται παθητικές, φιλικές και λίγο αφελείς, αλλά τελικά αναλαμβάνουν δράση. Το μυθιστόρημα δεν έχει κεντρικό ήρωα, όμως η συλλογική φωνή των σαλαμανδρών γίνεται όλο και πιο εκκωφαντική. Ώσπου βρίσκει τον εκφραστή της. 

Πολύ ευαίσθητα θέματα, όπως η ηθική της επιστήμης, η εκμετάλλευση του ενός είδους από το άλλο, η παρέμβαση του ανθρώπου στη φυσική διαδικασία της εξέλιξης, ο καταναλωτισμός, η εξουσία που φέρνει το χρήμα, η αλόγιστη σπατάλη φυσικών πόρων ως την καταστροφή, πράγματα δηλαδή που μας απασχολούν έντονα και σήμερα, αφορούν και τον Τσάπεκ, εκατό χρόνια πριν. Το μυθιστόρημα έχει έντονα χιουμοριστικά στοιχεία- το προσωπικό μου αγαπημένο είναι ο Γερμανός επιστήμονας που διατείνεται πως «οι δικές τους Σαλαμάνδρες είναι ανώτερες πνευματικά και σωματικά από τις άλλες». 

Πιστεύω πως ο καλύτερος τρόπος για να μπορέσουμε να καταλάβουμε σε όλο τους το περίπλοκο μεγαλείο τόσο σημαντικά ζητήματα όπως η άνοδος ολοκληρωτικών καθεστώτων, και η αγάπη για το χρήμα και την εξουσία, είναι η λογοτεχνία. Μόνο μέσα από την τέχνη μπορεί το ανείπωτο να εκφραστεί. Και αν για να γίνει αυτό χρειάζεται μια δίποδη, έλλογη Σαλαμάνδρα που εκτελεί γαμήλιο χορό, τότε εγώ θα ακολουθώ. Γιατί μυθιστορήματα όπως ο πόλεμος- που δεν είναι πόλεμος- με τις Σαλαμάνδρες μας φέρνουν όλο και πιο κοντά στην αναγνώριση του μεγαλείου της ανθρώπινης υπόστασης∙ και της φτήνιας της. 


                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο πόλεμος με τις Σαλαμάνδρες», Κάρελ Τσάπεκ, μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μέδουσα, 3η έκδοση αναθεωρημένη 2018, σελ. 292