17/9/14

Γιατί να διαβάσω τους κλασικούς;


Ξεκινώντας κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο σαν τον «Ζοφερό Οίκο» του Ντίκενς δεν μπορεί παρά να θέσει το εξής, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο -τα είπε κι ο Καλβίνο εξάλλου καιρό τώρα- ερώτημα : «Γιατί να διαβάσω τους κλασικούς;». Τι έχει να μου προσδώσει ένα κείμενο γραμμένο δυο αιώνες πριν σε συνέχειες σε εβδομαδιαίο λογοτεχνικό περιοδικό που στο σύνολό του αριθμεί στην ελληνική έκδοση πάνω από 1400 σελίδες.

Πάντοτε τα βιβλία αυτού του όγκου μου δημιουργούν ενδόμυχα τον φόβο μήπως σπαταλήσω τον χρόνο μου σε κάτι που δεν θα μου αρέσει, θα με πιέσει και θα με βγάλει από τον αναγνωστικό ρυθμό. Ή μήπως πρόκειται για κείμενο ανεπίκαιρο, γραμμένο για την εποχή του που δεν έχει τίποτε να προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη. Εξάλλου τα περισσότερα από αυτά τα κλασικά οι συστηματικοί αναγνώστες όπως εγώ τα διάβασαν σε νεαρή ηλικία, τον Ντίκενς, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Κάφκα ας πούμε και σπανίως μπαίνουν στον κόπο να τα ξαναδιαβάσουν.

Με αυτά και με αυτά, αντιστεκόμουν σθεναρά στον Ζοφερό Οίκο κοντά έναν χρόνο τώρα. Θες από αντίδραση γιατί η Ε.Γ. μου έλεγε «Ζοφερός Οίκος» κάθε δεύτερη κουβέντα; Θες γιατί η Κλαίρη Παπαμιχαήλ η μεταφράστρια του άθλου είναι σε αυτή την φάση ένα από τα προσφιλέστερα μου πλάσματα σε τούτη την ρημάδα την γη; Είχα στυλώσει τα πόδια και δεν το διάβαζα. Ώσπου στα γενέθλια μου του Αυγούστου η Ε.Γ. αναγκάστηκε να μου το πάρει δώρο από το ίδιο μου το βιβλιοπωλείο. Σπίτι πια, εγώ και οι δυο τόμοι του Ζοφερού, αναμετρηθήκαμε και αποφασίσαμε να τα βρούμε.

Τολμώ να πω (χωρίς να έχω ακόμα ολοκληρώσει την ανάγνωση) πως ο Ντίκενς με μάγεψε όπως παλιά. Το Λονδίνο που σκιαγραφεί είναι τόσο οικείο από τα παιδικά μας αναγνώσματα, οι αφηγηματικές τεχνικές ενός ανθρώπου που γράφει το 1850 τόσο ίδιες με αυτές που ακολουθούμε ακόμα και σήμερα. Και η αφήγηση, αυτή η μεγάλη αφήγηση ποταμός που κάνει τα δεκάδες πρόσωπα της πλοκής τόσο οικεία, σαν να μπαίνουν σπίτι σου κάθε μέρα και σε χαιρετάνε, με τα καπέλα και τα βέλο τους, είναι από τα πιο ξεκούραστα πράγματα για την ψυχούλα μου εδώ και πολύ καιρό.


Πλατειάζει ο Ντίκενς; Φυσικά και πλατειάζει. Είναι κάποια θέματα και υποπλοκές πιο δυνατά από άλλα; Ε, μα, ναι. Το βιβλίο είναι γραμμένο για τα χούγια μιας άλλης εποχής. Όμως ένα τόσο μεγάλο μυθιστόρημα δεν με έχει αφήσει στιγμή να το αφήσω. Γυρίζω ξανά και ξανά στις σελίδες του, κουβαλώ τον τόμο πάντα μαζί μου. Και το βράδυ αργά, στις αγρύπνιες και τις νυχτερινές αφυπνίσεις που στοιχειώνουν σχεδόν τις μισές γυναίκες της ηλικίας μου, είναι απίστευτο βάλσαμο να ‘χεις μια τέτοια ιστορία να σε βάλει ξανά για ύπνο. 

15/9/14

"Ρετροσπεκτίβα", Abraham Yehoshua




Σε αντίθεση με την πολυαγαπημένη μου Βιβή της Λέσχης Ανάγνωσης Degas άργησα να συνειδητοποιήσω την αξία της «Ρετροσπεκτίβας» του Αβραάμ Γεοσούα. Για να γίνω σαφής, όσο το διάβαζα, ειδικά στο πρώτο μέρος, το βαρυγκώμησα αρκετά. Μου φάνηκε πως τράβηξαν σε μάκρος οι περιγραφές, πως σε ένα βαθμό ο Γεοσούα με εκμεταλλεύτηκε με τον τρόπο που κάνουν πολλοί αναγνωρισμένοι συγγραφείς, παραδόθηκε σε έναν αργόσυρτο ρυθμό γνωρίζοντας πως λόγω της φήμης του ο συστηματικός αναγνώστης δεν θα παρατήσει βιβλίο του τόσο εύκολα.

Τώρα πια, που από την ανάγνωση είμαι ήδη κοντά μήνα μακριά, νιώθω πως πρόκειται για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, με κάποιες άτυχες στιγμές ανιαρών περιγραφών που χρειάζονταν και δεν χρειάζονταν στην τόση τους λεπτομέρεια. Μιλάμε όμως για ένα ψυχογράφημα δομημένο στην εντέλεια, ενός ανθρώπου που και δικά του τραύματα φέρει πολλά αλλά προέρχεται και από μια χώρα νεόκοπη και βαθιά τραυματισμένη ποικιλοτρόπως, όπως το Ισραήλ.

Ο Γιαΐρ Μόζες είναι ένας καταξιωμένος ισραηλινός σκηνοθέτης μεγάλος σε ηλικίας που δέχεται να συμμετάσχει μαζί με την Ρουθ την γερασμένη πια μούσα του σε μια ρεπτροσπεκτίβα για το έργο του στο Σαντιάγο ντε Κομποστέλα. Στην μικρή αυτή και βαθιά καθολική πόλη θα συνειδητοποιήσει πως η αναδρομή αφορά τις πολύ πρώιμες ταινίες του, συγκεκριμένα τις ταινίες που είχε φτιάξει με τον πρώτο του σεναριογράφο, Τριγκάνο, έναν εμπνευσμένο σουρεαλιστή τύπο που ήταν ο πρώτος και πραγματικό έρωτας της Ρουθ. Παλεύοντας να θυμηθεί τις ταινίες, να κατανοήσει γιατί αυτές και όχι άλλες, κάνει μια αναδρομή στο ίδιο το παρελθόν του, στην καλλιτεχνική και προσωπική του διαδρομή.

Στο ξενοδοχείο που μένουν με την Ρουθ έχει έναν μικρό πίνακα που απεικονίζει μια πρωτότυπη σκηνή, την Ρωμαϊκή ευσπλαχνία, όπου μια νεαρή γυναίκα με γυμνό στήθος θηλάζει ένα γέρο αλυσοδεμένο άντρα. Ο πίνακας μοιάζει πολύ με την σκηνή για την οποία μάλωσαν εκείνος, η Ρουθ και ο Τριγκάνο και δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ. Κι όλο το σκηνικό μοιάζει φορτισμένο με το παρελθόν.

Η περιγραφή της κάθε ταινίας χωριστά είναι που αφαιρεί από το βιβλίο την ζωντάνια του, αλλά που οδηγεί και την πλοκή παραπέρα στην ίδια την ζωή του σκηνοθέτη, τον κάνει να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει γύρω του. Γυρνώντας στο Ισραήλ θα προσπαθήσει να επισκεφτεί ξανά τα μέρη των γυρισμάτων αυτών των πρώιμων ταινιών και τελικά το βιβλίο θα φτάσει σε ένα προβλέψιμο αλλά τόσο καλοδουλεμένο φινάλε που θα αφήσει γλυκόπικρη γεύση στο στόμα.

Θα ήταν ψέμα να πω πως απόλαυσα την ανάγνωση της Ρετροσπεκτίβας. Όμως όσο ο καιρός περνά συνειδητοποιώ πως πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο βιβλίο, από αυτά που όλα τα επιμέρους στοιχεία, οι εγκιβωτισμένες ιστορίες, οι σκηνές, οδηγούν κάπου. Ο Γεοσούα δεν φοβάται να περιγράψει την κατάσταση στο Ισραήλ που είναι συνεχώς σε πόλεμο, όμως δεν παίρνει ουσιαστική θέση. Ο ήρωας του φρονώ πως έχει κάτι από τον βασανισμό της χώρας, τον άλλοτε και τον τωρινό, είναι άδικος και αδικημένος, όπως και το ίδιο το Ισραήλ και ενσαρκώνει με ενάργεια έναν άθεο καλλιτέχνη που ψάχνει να βρει απάντηση στο βασικό ερώτημα, αν και κατά πόσον η τέχνη και η ζωή εξαρτώνται η μια από την άλλη, αλληλοσυμπληρώνονται, είναι τελικά εκφάνσεις του ίδιου πράγματος.


«Ρετροσπεκτίβα», Αβραάμ Γεοσούα, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Πόλις, 2014, σελ.569

14/9/14

Σήμερα στις 2μ.μ. Διαβάζοντας@amagi




Σήμερα λοιπόν, σε παγκόσμια πρώτη, με πολύ πολύ τρακ και μεγάλη αδεξιότητα. Αλλά με αγάπη. Μαζί με την Τίνα Μανδηλαρά, στον www.amagiradio.com

Θα κληρωθούν τρία αντίτυπα -ευγενική προσφορά των εκδόσεων Μεταίχμιο- από το βιβλίο της Τζούλιαν Φλιν "Tο κορίτσι που εξαφανίζεται" στην νέα έκδοση με το εξώφυλλο από την ταινία.Η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες από τις 2 Οκτωβρίου από την Twentieth Century Fox, μία ημέρα νωρίτερα από την αμερικανική πρεμιέρα, με πρωταγωνιστή τον βραβευμένο με Όσκαρ Μπεν Άφλεκ. Το σενάριο της ταινίας υπογράφει η ίδια η συγγραφέας. Οι σινεφίλ και φανατικοί αναγνώστες της Φλιν θα έχουν την ευκαιρία να δουν την ταινία στο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, στις 7:30 μ.μ., στον κινηματογράφο Odeon – Όπερα, μετά την τελετή λήξης.


Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση θα πρέπει να κάνετε like στο αντίστοιχο ποστ στο group της εκπομπής στο facebook. 


Υ.Γ. 42 Για να ακούσετε την εκπομπή αρκεί να μπείτε στην σελίδα του σταθμού, ενώ για ταμπλέτες, τηλέφωνα και άλλα συναφή κατεβάστε την εφαρμογή TuneIn Radio και να βρείτε τον amagi.  





13/9/14

Διαβάζοντας@amagi κάθε Κυριακή 2-4 μ.μ.



Από αύριο 14/09/2014 και κάθε Κυριακή στις 2 το μεσημέρι Διαβάζοντας στον www.amagiradio.com μαζί με την αξιολογότατη και συμπαθέστατη φίλη Τίνα Μανδηλαρά. 

Αύριο θα μιλήσουμε για τα βιβλία που διαβάσαμε το καλοκαίρι, για το διάβασμα της ξαπλώστρας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του (!), και για τα (ελληνικά) βιβλία που θα βγουν αυτό το Φθινόπωρο (και είναι πάρα πολλά πανάθεμά τα)

Θα κληρωθούν τρία αντίτυπα -ευγενική προσφορά των εκδόσεων Μεταίχμιο- από το βιβλίο της Τζούλιαν Φλιν "Tο κορίτσι που εξαφανίζεται" στην νέα έκδοση με το εξώφυλλο από την ταινία.Η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες από τις 2 Οκτωβρίου από την Twentieth Century Fox, μία ημέρα νωρίτερα από την αμερικανική πρεμιέρα, με πρωταγωνιστή τον βραβευμένο με Όσκαρ Μπεν Άφλεκ. Το σενάριο της ταινίας υπογράφει η ίδια η συγγραφέας. Οι σινεφίλ και φανατικοί αναγνώστες της Φλιν θα έχουν την ευκαιρία να δουν την ταινία στο 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου, στις 7:30 μ.μ., στον κινηματογράφο Odeon – Όπερα, μετά την τελετή λήξης.


Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση θα πρέπει να κάνετε like στο αντίστοιχο ποστ στο group της εκπομπής στο facebook. Εκεί θα κάνουμε κουβέντα κατά την διάρκεια της εκπομπής και μπορείτε να τρολάρετε ασύστολα. 

11/9/14

Δίχως έλεος





Έμαθα να φοβάμαι
Έμαθα, να είμαι
Την φωνή μου να στραγγίζω
να τσιρίζει δίχως έλεος

Άλλοι τα έχουν όλα αφημένα στο πιάτο
Εγώ πάντοτε πάχαινα πολύ

Από τον κύκλο δεν φεύγεις ποτέ
Τότε τα παιδιά
Τώρα οι άντρες

Δίχως έλεος κυλιέμαι στις λάσπες του τίποτα
Δίχως έλεος δεν είμαι αυτή
που κάποτε φαντάστηκα

Κάποτε δεν ήσουν καν σέξι
μου είπες
Εγώ σε έκανα

Φύτρωσα
Όπως φυτρώνουν συνήθως∙
από κάποιο σπόρι

Από τα σπόρια μου
Γεννιέμαι
Κι όταν πέσω να πεθάνω
Θα είναι από βαθιά γεράματα.


10/9/14

"ΚΚ 000" του Μαραμπού




Όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία με τον Θανάση Βέγγο, εδώ πρωταγωνιστής είναι ο θάνατος και παρά τα εκατομμύρια των κομπάρσων και των θεατών, στο τέλος, δεν γελούν παρά μόνο ελάχιστοι! Η κοκαΐνη, η κόκα, κυβερνά όλο τον κόσμο, και μόνο κατ' ευφημισμόν μπορείς  πια να την αποκαλείς άσπρη σκόνη, όταν αφήνει τόσο αίμα πίσω της!
Ο Ρομπέρτο Σαβιάνο κράτησε για τον εαυτό του την πιο τιμητική θέση που μπορεί να βιώσει ένας συγγραφέας, όμως την πλήρωσε με το πιο βαρύ τίμημα. Έγινε, ο ίδιος, μυθιστορηματικός ήρωας στην πραγματική ζωή – κάτι παρόμοιο έγινε και ο Σάλμαν Ρούσντι, περισσότερο εν αγνοία του αλλά με αντίστοιχο βαρύ τίμημα. Η περίπτωση Σαβιάνο εντυπωσιάζει. Συχνά, σκέφτομαι ότι, εξαιτίας των αποκαλύψεών του έχασε την ελευθερία του και πλέον ζει σε καθεστώς εθελούσιας ομηρίας. Όμως, καθώς διαβάζω τα βιβλία του, αρχίζω ν' αναρωτιέμαι εγώ για την κατάσταση της ελευθερίας μου και να διατηρώ βάσιμες αμφιβολίες για την ακεραιότητά της! Παλιότερα είχα δει την ταινία “Γόμορρα” που βασιζόταν στις αποκαλύψεις του Σαβιάνο για τη Μαφία και είχα απογοητευτεί οικτρά, τόσο που δεν μπήκα στο κόπο να διαβάσω και το βιβλίο. Στο τελευταίο του βιβλίο, ασχολείται με τα καρτέλ των ναρκωτικών και τον ανελέητο πόλεμο που έχει ξεσπάσει για την επικράτηση του ενός εναντίον των υπολοίπων και όλων εναντίον του κράτους και της αστυνομίας. Οι θάνατοι σε αυτόν τον σύγχρονο πόλεμο είναι πολλοί, αλλά τα νούμερα δεν λένε και πολλά από μόνα τους. Η απάντηση του Σαβιάνο είναι αποστομωτική: “Νούμερα και αριθμοί. Εγώ βλέπω μόνο αίμα και χρήμα”. Για να υπολογίσεις το αίμα, πρέπει πρώτα να υπολογίσεις το χρήμα. Πόσο χρήμα βλέπει λοιπόν;


Δεν υπάρχει αγορά στον κόσμο που να αποδίδει περισσότερο από αυτή της κοκαΐνης. Δεν υπάρχει οικονομική επένδυση στον κόσμο που να αποφέρει τόσα όπως όταν επενδύεις στην κοκαΐνη. Ακόμα και τα ρεκόρ που σημειώνονται στην άνοδο τιμών των μετοχών δεν μπορούν να συγκριθούν με τους “τόκους” που δίνει η κόκα. Το 2012, την χρονιά που βγήκαν στην αγορά το iPhone5 και το mini iPad, η Apple έγινε η πιο κεφαλαιοποιημένη εταιρία που εμφανίστηκε ποτέ σε δελτίο τιμών μετοχών. Οι μετοχές της Apple γνώρισαν άνοδο στο χρηματιστήριο της τάξης του 67 τοις εκατό σε ένα μόνο χρόνο. Μια αξιοσημείωτη άνοδος για τους αριθμούς της οικονομίας. Αν είχες επενδύσει χίλια ευρώ σε μετοχές της Apple στις αρχές του 2012, τώρα θα είχες χίλια εξακόσια εβδομήντα. Όχι κι άσχημα. Αν είχες επενδύσει όμως χίλια ευρώ σε κοκαΐνη στις αρχές του 2012, τώρα θα είχες εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδες: εκατό φορές παραπάνω απ' ό,τι επενδύοντας στον μετοχικό τίτλο που σημείωσε το ρεκόρ της χρονιάς!

Άρα, πολύ αίμα! Δεν τρέφω καμιά ιδιαίτερη εκτίμηση προς τα ναρκωτικά – το μόνο ναρκωτικό που επιτρέπω στον εαυτό μου είναι η λογοτεχνία (θυμάμαι την φράση του Πεσσόα ότι “η λογοτεχνία είναι η ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί”)! Ωστόσο, αντιλαμβάνομαι την γοητεία που αυτά ασκούν πάνω στους ανθρώπους, η οποία εν πολλοίς, οφείλεται στην άγνοιά τους για τις επιπτώσεις στην υγεία και δευτερευόντως, στην άγνοιά τους γύρω από την ανηλεή εκμετάλλευση που αυτά κρύβουν πίσω από την “αθώα” εμφάνισή τους. Η χρήση ναρκωτικών λοιπόν, είναι μια έτερη, εύκολη και πανάρχαια, ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί. Οι άνθρωποι φαίνεται πως έχουν την ανάγκη τους και ο σύγχρονος τρόπος ζωής το επισημαίνει με τον πλέον εμφατικό τρόπο.



Δεν είναι ηρωίνη, που σε κάνει σαν ζόμπι. Δεν είναι χόρτο, που σε χαλαρώνει και σου κοκκινίζει τα μάτια. Η κόκα είναι ναρκωτικό που σε ωθεί να δράσεις. Με την κόκα μπορείς να κάνεις οτιδήποτε. Προτού σκάσει η καρδιά σου, προτού το μυαλό σου γίνει πουρές, προτού το πουλί σου πλαδαρέψει για πάντα, προτού το στομάχι σου γίνει μια πληγή γεμάτη πύον, πριν απ' όλ' αυτά, θα δουλεύεις περισσότερο, θα διασκεδάζεις περισσότερο, θα πηδάς περισσότερο. Η κόκα είναι η εξαντλητική απάντηση στην πιο επιτακτική ανάγκη της σημερινής εποχής: την απουσία ορίων.

Η αφήγηση των ιστοριών του Σαβιάνο νιώθεις ότι έχει βγει από τις καλύτερες μυθιστορηματικές σελίδες του Μπολάνιο! Εγκλήματα, βασανιστήρια, μακιλαδόρες, φτωχές συνοικίες και μέρη του Μεξικού, Σονόρα, Τιχουάνα, Γκουανταλαχάρα, ένα σύμπαν κατευθείαν από την πηγή του 2666. Από τα μεγάλα καρτέλ της δεκαετίας του  ΄70 με τα παντοδύναμα μπος της κόκας μέχρι την σύγχρονη εποχή όπου οι πρακτικές του ναρκεμπορίου έχουν γίνει πιο ευέλικτες, τεχνολογικά εξοπλισμένες και ασύλληπτα πιο βίαιες, η συνταγή της επιτυχίας, παραμένει πάνω κάτω η ίδια: απόλυτη εξόντωση των αντιπάλων, λάδωμα των αστυνομικών/δικαστικών/πολιτικών,  εκμετάλλευση των φτωχών ανθρώπων που βρίσκουν στην παραγωγή κόκας μια ευκαιρία να ζήσουν υποφερτά και πολλή φιλανθρωπία, αγαθοεργίες, χτίσιμο σχολείων/εκκλησιών, ό,τι χρειάζεται έτσι ώστε να εξαλειφθούν οι τύψεις, οι οποίες σε αυτές τις φτωχές και εξαθλιωμένες περιοχές του πλανήτη είναι ήδη πολύ ισχνές.

Το Μεξικό αποτελεί το μάτι του κυκλώνα του σύγχρονου ναρκεμπορίου. Πολλή βία που φέρνει δύναμη που φέρνει χρήμα. Πήρε την σκυτάλη από την Κολομβία ύστερα από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Πάμπλο Εσκομπάρ – η βία μεταφέρθηκε στο Μεξικό αλλά η Κολομβία, με έναν πιο “ορθολογικό” τρόπο διαχείρισης, με πολλά μικρά αυτόνομα καρτέλ, συνεχίζει να παράγει παραπάνω από την μισή κοκαΐνη που διακινείται ανά τον κόσμο. Στο βιβλίο γίνεται επίσης λόγος για την ραφινάτη μαφία της Καλαβρίας καθώς και για την ψυχρή και βλοσυρή Ρώσικη μαφία. Τις αφηγήσεις του Σαβιάνο, προσπάθησα να τις αντιπαραβάλω με άλλες που έχω διαβάσει από το κόσμο της λογοτεχνίας. Συνεχώς, πετάριζαν στο μυαλό μου εικόνες και ονόματα συγγραφέων, που όμως δεν κατάφερα να κατονομάσω (για την Κολομβία θα μπορούσα να σκεφθώ το βιβλίο του Βάσκεζ,  το οποίο δεν έχω ακόμη διαβάσει και γι' αυτό το άφησα απ' έξω) πέρα από την αδιαμφισβήτητη παρουσία του Μπολάνιο, κυρίως στις αφηγήσεις που αφορούσαν το Μεξικό.
Το βιβλίο του Σαβιάνο, σαφώς και διαθέτει λογοτεχνικές αρετές. Δεν έχει την αυστηρότητα ενός ντοκουμέντου που διανθίζεται κατά τόπους με προσωπικές κρίσεις του γράφοντος (όπως συνέβη με το άλλο συγκλονιστικό ντοκουμέντο για την κρεατοφαγία, το “Τρώγοντας ζώα” του Τζόναθαν Φόερ), αλλά διαθέτει μια αφήγηση πάλλουσα και ζωντανή που σε κάνει να ξεχνιέσαι, να βυθίζεσαι στις ιστορίες του και τις βίαιες καταλήξεις τους. Τα μπος των ναρκωτικών, ετούτοι οι μυθιστοριοποιημένοι ήρωες των αφηγήσεων του Σαβιάνο, διατρέχουν τα στάδια ενός δυνατού μυθιστορηματικού ήρωα με τραγικές, ως επί το πλείστον, καταλήξεις. Όμως ο αναγνώστης δεν προλαβαίνει να ανακουφίσει την οργή που έχει συσσωρεύσει κατά την ανάγνωση, το κενό της εξουσίας καλύπτεται άμεσα, η οργή επανατροφοδοτείται, είναι πολλά τα λεφτά, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος για να λάβουμε υπόψιν την συναισθηματική του αποφόρτιση.  Όμως στην ουσία, διαβάζεις την πιο πετυχημένη συνταγή γρήγορου χρήματος και μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα και στα όσα δεν γνωρίζεις για αυτήν.

Η κόκα είναι εκείνο το συστατικό χωρίς το οποίο δε θα μπορούσε να υπάρχει καμία ζύμη. Ακριβώς όπως το αλεύρι που και στην Ιταλία και στη Νότιο Αμερική καταγράφεται με τόσο περισσότερα μηδενικά όσο μεγαλύτερη είναι η καθαρότητά του. Μηδενικά όπως οι πληγές διαμέσου των οποίων μπορείς να κοιτάξεις τον κόσμο. Μηδενικά σαν βάραθρα να γκρεμιστείς.
Μηδέν, όπως ο φακός στο κανοκιάλι με το οποίο παρατηρείς τον αντικατοπτρισμό του άσπρου χρυσού, της καλύτερης κόκας: 000.

Το παλιό ρητό “Ο,τι πληρώνεις, παίρνεις” δεν ισχύει στο εμπόριο της κοκαΐνης. Γιατί να πάνε χαμένα τόσα χρήματα για ένα άτομο που είναι βάναυσα εξαρτημένο από την κοκαΐνη και στην απελπισία του θα μπορούσε να σνιφάρει οτιδήποτε; Η κοκαΐνη νοθεύεται σχεδόν ολοκληρωτικά. Η “κομμένη” κοκαΐνη είναι ασύλληπτα προσοδοφόρα και αποφέρει πολλαπλάσια κέρδους. Το σύγχρονο ρητό είναι πλέον “Ό,τι παίρνεις,  το πληρώνεις” και μάλιστα πολύ ακριβά σε σχέση με την ποιότητά του. Μια παγκόσμια κοροϊδία λοιπόν, την οποία οι άνθρωποι αποδέχονται και φαίνεται να αποζητούν μάλιστα, αν κρίνουμε από τα ποσοστά ζήτησης της κόκας.
Στο τέλος του (εξαιρετικού και υπεύθυνου για την απώλεια δυο/τριών βραδιών ήρεμου ύπνου!) βιβλίου, στις ευχαριστίες, ο συγγραφέας ευχαριστεί τους Έλληνες αναγνώστες που μπαίνουν σε τέτοιο κίνδυνο διαβάζοντας το βιβλίο του. Γιατί όπως δηλώνει, οι μαφίες δεν φοβούνται τόσο τους συγγραφείς όσο φοβούνται τους αναγνώστες.

Τι ρισκάρεις με το διάβασμα; Πάρα πολλά. Το να ανοίγεις ένα βιβλίο, να ξεφυλλίζεις τις σελίδες του είναι επικίνδυνο. Μόλις ανοίξουν οι σελίδες του Εμίλ Ζολά ή του Βαρλαάμ Σαλάμοφ, δεν μπορείς πια να γυρίσεις πίσω. Το πιστεύω ακράδαντα. Ο ίδιος ο αναγνώστης όμως συχνά αγνοεί ότι, μαθαίνοντας αυτές τις ιστορίες, κινδυνεύει. Δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Αν μπορούσα στ΄ αλήθεια να ποσοτικοποιήσω τη ζημιά που υφίστανται οι εξουσίες από τα μάτια που γνωρίζουν, από τα άτομα που θέλουν να μάθουν, θα προσπαθούσα να φτιάξω ένα διάγραμμα. Οι συλλήψεις, οι φυλακές και τα δικαστήρια ισοδυναμούν με το μισό του μισού σε σχέση με τον κίνδυνο που μπορεί να γεννήσει η γνώση των μηχανισμών, των γεγονότων, η αίσθηση να νιώθεις αυτές τις ιστορίες δικές σου, κοντινές σου.


Σοκαρίστηκα με τις ιστορίες του Σαβιάνο, εκνευρίστηκα με την εκμετάλλευση που υφίστανται οι άνθρωποι, αγανάκτησα με την ηλιθιότητα κάποιων άλλων και με την άγνοια των περισσοτέρων. Μα πιο πολύ ταυτίστηκα και βρήκα ανακούφιση, μέσα σ' αυτό το σκληρό βιβλίο, σε ετούτες τις λιγοστές φράσεις που ακολουθούν και συνοψίζουν την πιο σύντομη αλήθεια που θέλω να κουβαλώ σαν φυλαχτό στο πορτοφόλι μου.

Τρέφω όμως ακόμα σεβασμό. Σεβασμό για όποιον διαβάζει. Για όποιον αποσπά ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου της ζωής του για να χτίσει μια καινούρια ζωή. Τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από την ανάγνωση, κανείς δεν είναι πιο ψεύτης απ' όποιον ισχυρίζεται ότι το να διαβάζεις ένα βιβλίο είναι μια παθητική πράξη. Το να διαβάζεις, να ακούς, να μελετάς, να καταλαβαίνεις είναι ο μόνος τρόπος για να χτίσεις μια ζωή πέρα απ' τη ζωή, μια ζωή στο πλάι της ζωής. Η ανάγνωση είναι μια επικίνδυνη πράξη, γιατί δίνει μορφή και διαστάσεις στα λόγια, τα ενσαρκώνει και τα σκορπίζει προς όλες τις κατευθύνσεις. Αναποδογυρίζει τα πάντα, κάνει να πέσουν απ' τις τσέπες του κόσμου κέρματα και εισιτήρια και σκόνη.

                                                                                                   Μαραμπού
         
 "Μηδέν μηδέν μηδέν : Πώς η κοκαΐνη κυβερνά τον κόσμο", Ρομπέρτο Σαβιάνο, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 576