Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγιωτόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

22/6/22

"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος





Η Αγιογραφία είναι από τα πιο ιδιαίτερα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Όλα τα πεζογραφικά του κείμενα διαφέρουν μεταξύ τους, μα αυτό είναι το μόνο που απαιτεί από τον αναγνώστη λίγη προσπάθεια για να γοητευτεί. Γιατί σε αυτό το μυθιστόρημα, το πιο σπουδαίο εύρημα είναι η γλώσσα.

Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο Αντώνιος Ευσταθίου ή Ευστάθιος Αντωνίου, ένας άντρας που βρίσκεται σχεδόν στο νεκροκρέβατό του, στέλνει μια μακροσκελή επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο ιστορώντας πώς παρεβρέθηκε στις τελευταίες στιγμές της ζωής του μοναχού Ιωάννη Ορφανού που η εκκλησία θέλει να αγιοποιήσει. Με μια γλώσσα που μοιάζει με αυτή που θα χρησιμοποιούσε ένας ενωμοτάρχης τη δεκαετίας του ’80, γεμάτη καθαρευουσιανισμούς, σολοικισμούς, φορτωμένη την ορθογραφία άλλων εποχών, ο αφηγητής πιάνει το νήμα της ιστορίας από τότε που αναγκάστηκε να παρασταθεί στον Ορφανό τη νύχτα που πέθανε. Κι ο «άγιος» τού εξομολογήθηκε όλη τη ζωή του, πώς βρέθηκε παιδάκι ορφανό στο Θερμό, πώς κατέληξε με ένα μοναστήρι κι έναν άγιο στα χέρια του.

Το βασικό που απασχολεί τον Παναγιωτόπουλο σε αυτό το βιβλίο είναι το θέμα της πίστης, της πίστης στη θρησκεία, στο κόμμα, στο μεταφυσικό, στο θαύμα. Οι κάτοικοι του Θερμού παίρνουν ένα ορφανό παιδάκι που το ξυλοφορτώνει ο θετός πατέρας του, και για το οποίο δεκάρα δεν έδωσαν ακόμα κι αν από το ξυλοφόρτωμα ο πατέρας σκότωσε τη μάνα του, και στηριγμένοι σε μια δυο συγκυρίες, το ανακηρύσσουν άγιο. Δεν χρειάζεται καν να κουνήσει το δαχτυλάκι του.

Αυτή η ομαδική παράκρουση σύντομα διαφαίνεται πως θα έχει οφέλη για όλους, για το παιδί που γλίτωσε το ξυλοφόρτωμα και τώρα το κανακεύουν όλη μέρα, για το χωριό οικονομικά. Κι έτσι στήνεται μια ιστορία που όμοιά της υπάρχει σε πάρα πολλά μέρη. Σε μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική επαρχία -όλα αυτά συμβαίνουν χοντρικά ανάμεσα στο 1900 και το 1940- σε ένα τοπίο κάποτε παπαδιαμαντικό, που όμως εμένα πιότερο μου θυμίζει Καρκαβίτσα στον Ζητιάνο, ο μικρός Γιάννης Ορφανός, μετατρέπεται σε Άγιο.

Κι όταν πια μπαφιάζει από την αγιότητα του, και τη μοναξιά του, και την υποκρισία, και το ψέμα και ζητά να φύγει, τότε το άγριο πλήθος που δεν συγχωρεί κανέναν, τον λιντσάρει. Γιατί φυσικά η παράκρουσή τους δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της λατρείας τους. Ήθελαν να πιστέψουν, κι έπειτα βόλευε που πίστεψαν, κι έπειτα οικονομικά βόλευε και τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους που πίστεψαν. Η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση, βολεύεται κατά το δοκούν, αιωρείται.

Αλλά γιατί να πιστέψουμε έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή που πεθαίνει και μας διηγείται από δεύτερο χέρι την ιστορία που άκουσε από έναν άλλον αφηγητή που πέθαινε; Αυτό το υπέροχο κόλπο δίνει στο βιβλίο πολλαπλά επίπεδα, είδωλα της πραγματικότητας. Αναγκάζει και τον αναγνώστη να διαλέξει «στρατόπεδο» διαισθητικά, σχεδόν μεταφυσικά. Ο αφηγητής αφήνει πολλά χάσματα, δικαιολογείται συνεχώς στον Αρχιεπίσκοπο για αυτά, πράγμα εξόχως ύποπτο, μας λέει μόνο στο τέλος και επί τροχάδην τη δική του ιστορία, έχει πράγματα να κρύψει, και φυσικά δεν έχει καν όνομα. Ή μάλλον έχει αυτό το διπλό όνομα. Σαν τα δυο πρόσωπα του Ιανού.

Το σίγουρο είναι πως στο (φανταστικό) μοναστήρι του Άι Γιάννη του Ορφανού συρρέει ακόμα και σήμερα πλήθος κόσμου. Φτάνει στο φροντισμένο πάρκινγκ με τα αυτοκίνητά του, αγοράζει τάματα, μέλια, κεριά και χυλοπίτες από τους πάγκους, ανεβαίνει και προσκυνά στην πηγή που αναβλύζει το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, κι έπειτα αγοράζει εικονίτσες επαργυρωμένες και τον βίο του Αγίου στο μαγαζάκι του μοναστηριού.


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Αγιογραφία", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 (Πόλις, 2003), σ. 328

24/10/18

«Ολομόναχος», Νίκος Παναγιωτόπουλος



Ολομόναχος. 

Αυτοβιογραφική Προφητεία. 

Ξέρω ελάχιστα τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ως άνθρωπο. Τον γνωρίζω βέβαια ως συγγραφέα από τα μυθιστορήματά του που είναι πάντα εντυπωσιακά. Τα δύο του τελευταία βιβλία όμως, τα αυτοβιογραφικά διηγήματα «Γραφικός χαρακτήρας» και τώρα το ολοκαίνουριο αυτοβιογραφικό αφήγημα «Ολομόναχος», με έκαναν να αισθάνομαι πολύ κοντά του. Και να του βγάλω το καπέλο. Γιατί ξέρω πολύ λίγους άντρες που να μπορούν να μιλήσουν για την πολύ ευαίσθητη σχέση με τον πατέρα τους με αυτόν τον τρόπο, αφτασίδιωτα, γυμνά από μυθοπλασία, άγρια και ειλικρινά. 

Ο συγγραφέας θυμάται τον πατέρα του, μετανιώνει που η σχέση τους ήταν από συγκρουσιακή μέχρι τυπική, ώσπου ο γονιός του χάθηκε. Μιλάει για τη συνωμοσία της σιωπής ανάμεσα στα αρσενικά που δεν μπορούν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, κι αφήνουν τα λόγια που δεν λέγονται να διαιωνίζονται. Δεν είναι μελό. Είναι όμως σπαρακτικός. Ταυτόχρονα μας λέει και για μια άλλη πληγή, αυτή τη φορά με μεγαλύτερη γενναιότητα, γιατί είναι μια πληγή που φανερά ακόμα αιμορραγεί. Μιλά για τη σχέση με τον δικό του γιο, που διακόπηκε από το διαζύγιο, για τον τρόπο που ψάχνει ισορροπία στον παραλογισμό των ανθρώπινων ερωτικών σχέσεων, για να μην είναι το παιδί του παράπλευρη απώλεια. 



Και τελικά κατορθώνει να διαψεύσει τον τίτλο. Ολομόναχος, σε ένα δωμάτιο καινούργιο, με έπιπλα δανεικά, μακριά από τον γιο του, και τον πατέρα χρόνια πεθαμένο, μας κάνει κοινωνούς στα άχραντα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και με την τόλμη και το θάρρος του, μας παίρνει μαζί του. Δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή τι δουλειά έχω εγώ να διαβάζω την πραγματική ιστορία του πατέρα ενός άλλου. Δεν νιώθεις καθόλου σαν να κρυφοκοιτάς από κλειδαρότρυπα. Το αντίθετο, ο Παναγιωτόπουλος αφήνει την πόρτα ανοιχτή-όχι ορθάνοιχτη, ίσα μια χαραμάδα-, αλλά αρκετά για να μπορέσεις κι εσύ να χωθείς μέσα στη σχέση με τους δικούς σου γονιούς∙ και τελικά, μόνος, ολομόναχος, να κάνεις στον συγγραφέα συντροφιά. 


                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Ολομόναχος», Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.101

23/11/17

"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος



Είχα καιρό να νιώσω όπως ένιωσα κλείνοντας και τις τελευταίες σελίδες του «Ημερολόγιου ενός εξωγήινου» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε χαρά και λύπη, κάτι εντελώς γλυκόπικρο και εν τέλει αναζωογονητικό, με έκανε να πιστέψω στη δύναμη των βιβλίων ξανά· στην πανάρχαια γοητεία των ιστοριών και της αφήγησης. 

«Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν»(εκδ. Πόλις) είναι γραμμένος το 1998, η αναθεωρημένη έκδοσή του, «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (εκδ. Μεταίχμιο), κυκλοφόρησε το 2017. Είκοσι πριν, που ήμουν κι εγώ σχεδόν παιδί ακόμα, δεν με είχε επηρεάσει έτσι. Τώρα ένιωσα πως σε αυτό το βιβλίο περικλείεται μια αλήθεια εντελώς παιδική, που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι «βαριά» ενήλικες. 

Ο Ζίγκι είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι, που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο. Μέσα από τα ημερολόγιά του καταγράφει τι γίνεται στο σχολείο, με τους φίλους του, τον έρωτα, τι γίνεται στο σπίτι, που παίρνουν διαζύγιο οι γονείς του, τι γίνεται με την ασθένειά του, μια σπάνια καρδιοπάθεια που δεν του επιτρέπει να τρέχει και να λαχανιάζει, και τι γίνεται με τη θεωρία του πως είναι εξωγήινος, και πως μια μέρα θα έρθει ένα διαστημόπλοιο από τον πλανήτη του, τον Μάρφαν, να το πάρει. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αν το χιούμορ μπορεί να είναι τόσο μπλακ. 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μπει στην ψυχή ενός δωδεκάχρονου με απαράμιλλη μαστοριά. Ο αφηγητής του – πολύ επικίνδυνη ιστορία να διαλέξεις παιδί αφηγητή και μάλιστα στο μεταίχμιο της προεφηβείας- είναι ένα απίστευτο παιδί, ένα αγόρι που βλέπει τον κόσμο με την αθωότητα και την πονηριά της ηλικίας τους. Αλλά πάνω από όλα είναι ένα παιδί. Αυτό είναι το βασικό, αυτό είναι που δίνει τον τόνο και το συναίσθημα. 

Ο Αλαντίν λέει πως όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι είναι δικαιολογίες για να μην ψάχνουν. Γι’ αυτό βιάζονται τόσο να βρουν το τέλειο ταίρι τους με τον «κεραυνοβόλο έρωτα», γι’ αυτό ψάχνουν να βρουν γρήγορα μια δουλειά και την κάνουν σε όλη τους τη ζωή, γι’ αυτό χτίζουν σπίτια αντί να ταξιδεύουν, για αυτό κάνουν παιδιά και τα φροντίζουν, υποτίθεται, τόσο πολύ (για να έχουν μια δικαιολογία για να μη βγαίνουν και πάρα πολύ από το σπίτι τους), γι’ αυτό αγοράζουν γρήγορα αυτοκίνητα (για να μην χάνουν χρόνο να πηγαίνουν απ’ το σπίτι στη δουλειά τους), γι’ αυτό τέλος πάντων βρίσκουν έναν θεό και τον πιστεύουν. Για να μην ψάχνουν άλλο. 

Η επιλογή της ημερολογιακής καταγραφής και έτσι του πρώτου ενικού προσώπου δουλεύει εξαιρετικά στην αφήγηση, ενώ η τρέλα και ο παραλογισμός του κόσμου μας, δίνονται με μια απίστευτη καθαρότητα, λόγω του αφηγητή-παιδιού. Οι ανάσες γέλιου- τα παρατσούκλια που βρίσκει ο μικρός για όλους, ας πούμε- αλλά και η μουσική, αλαφραίνουν κάπως την ατμόσφαιρα, αλλά δεν επηρεάζουν το συναισθηματικό φορτίο του μυθιστορήματος. «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» είναι ένα επίπονο βιβλίο για κάθε γονιό, οι περιγραφές του Ζίγκι για αυτό που συμβαίνει στο σπίτι του χτυπάνε ευαίσθητες χορδές, ανοίγουν πόρτες, για να δεις τι συμβαίνει γύρω σου. Σε προσγειώνουν ανώμαλα όχι στον Μάρφαν αλλά στη Γη. 

Με ρώτησαν δυο τρεις φορές αναγνώστες, αν το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου είναι «εφηβικό» ή απευθύνεται σε παιδιά. Η απάντηση είναι πως απευθύνεται σε μεγάλους, τόσο μεγάλους-μεγάλους που να μπορούν να σοκαριστούν όταν επιτέλους θυμηθούν πώς είναι να είσαι παιδί-εξωγήινος. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 365








Υ.Γ. 42 Ούτε επιστημονική φαντασία είναι ο Ζίγκι.





5/12/16

"Γραφικός χαρακτήρας", Νίκος Παναγιωτόπουλος



Τον Νίκο Παναγιωτόπουλο τον ήξερα από Το γονίδιο της αμφιβολίας και τα Τα παιδιά του Κάιν, μεγάλα μυθιστορήματα με έντονη πλοκή και φαντασία. Όταν είδα τον Γραφικό χαρακτήρα, μια μικρή συλλογή διηγημάτων, ξαφνιάστηκα. Ακόμα περισσότερο, μόλις συνειδητοποίησα πως πρόκειται για πολύ μικρά διηγήματα (στα όρια του flash fiction) και μάλιστα αυτοβιογραφικά.

Οι όποιες αμφιβολίες μου εξανεμίστηκαν ήδη από την πρώτη σελίδα. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έγραψε αυτές τις ιστορίες γιατί είχε κάτι να πει· στον εαυτό του και σε όλους εμάς. Τις έγραψε απλά και κατανοητά, χωρίς να εκβιάσει το συναίσθημα, χωρίς να γίνει μελό. Σε δύο από αυτές, τα κατάφερε να με κάνει να κλείσω το βιβλίο και να κλάψω. 

Οι 67 ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος. Πρωταγωνιστές ο συγγραφέας, ο πατέρας, η μητέρα, ο αδελφός του, κάποιες θείες, θείοι, ξαδέλφια. Μια μονάχα είναι επινοημένη, μας λέει ο συγγραφέας στο σημείωμα στο τέλος, και μας κλείνει το μάτι. Μπορεί και καμία. Μπορεί και όλες. Τι σημασία έχει για μας. 

Σημασία έχει πως πρόκειται για κείμενα εξαιρετικά πυκνά, με εκρήξεις συναισθηματικές, που σε κάνουν να ταυτιστείς, να γελάσεις και να πικραθείς, να νιώσεις. Η δύσκολη σχέση του αφηγητή με τον πατέρα του, μια σχέση για την οποία ως τώρα σπάνια μιλούσαν οι άντρες συγγραφείς, περιγράφεται με όλες της τις προεκτάσεις. Με αποκορύφωμα εκείνη τη σπασμένη κιθάρα όταν ο πατέρας καταλαβαίνει πως ο πρωτότοκος γιος του δεν θα εκπληρώσει τα δικά του όνειρα. Πως αυτός στον οποίο έχει φορτώσει όλες τις προσδοκίες και την αγάπη του, είναι ανεξάρτητος πια από κείνον και θα γίνει κάτι άλλο, που θα το επιλέξει ο ίδιος. Ο νεαρός Παναγιωτόπουλος είχε το θράσος εξάλλου ήδη από τα δεκαοκτώ να λέει πως θα γίνει συγγραφέας. 

Οι αυτοβιογραφικές ιστορίες βάζουν πάντα ένα στοίχημα με τον εαυτό τους. Ή μάλλον δύο. Το πρώτο αφορά τη μνήμη, την πραγματικότητα που αλλάζει και γίνεται ρευστή όσο τη διηγείσαι. Αναγκαστικά τα γεγονότα κανείς τα γράφει όπως τα θυμάται εκείνος, με όλο το γρέζι των αναμνήσεων και τη θολούρα, που βάζει στρώματα πάνω σε άλλα στρώματα μνήμεων και πολλές φορές χαρίζει σε μια επινοημένη σκηνή την αληθοφάνεια που επιτρέπει η απόσταση και ο χρόνος που πέρασε.

Το δεύτερο στοίχημα, είναι οι ίδιες οι ιστορίες, αν και τα πόσον αφορούν τα αυτοβιογραφικά σου κείμενα κι άλλους εκτός από σένα, αν θα μπορέσει να ταυτιστεί όχι μόνον ο αναγνώστης που έζησε στα ίδια μέρη και είναι της ίδιας ηλικιακής γενιάς, αλλά κάθε αναγνώστης. Και σε αυτό τα καταφέρνει καλά, εγώ που δεν ανήκω στη γενιά του, δεν είμαι άντρας, και δεν είχα παρόμοια παιδικά βιώματα, ένιωσα πολλές φορές σαν να μιλούσε για μένα

Στη  συγκεκριμένη συλλογή ο Παναγιωτόπουλος είχε να αντιμετωπίσει κι ένα ακόμα θέμα, που αφορούσε τη γραφή του: δεν είχε γράψει ποτέ άλλοτε τόσο μικρά κείμενα, ούτε καν στην αρχή της καριέρας του. Πιστεύω πως τελικά κέρδισε και τα τρία στοιχήματα. Κι ένα τέταρτο, απέδειξε πως ένα τέτοιο εγχείρημα, όταν είναι καλογραμμένο, μπορεί να πουλήσει.



                                                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ





"Γραφικός χαρακτήρας", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 176







21/5/13

"Το γονίδιο της αμφιβολίας", Νίκος Παναγιωτόπουλος





«Το γονίδιο της αμφιβολίας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου είναι ένα βιβλίο που διερευνά τα όρια του ταλέντου και της επιστήμης, τη δυνατότητα με μιαν απόφαση να αλλάξεις τον κόσμου σου και των άλλων, τα ρηχά νερά της καλλιτεχνικής αλυσίδας ανάμεσα σε συγγραφέα, ατζέντη, εκδότη και τα βαθιά της ίδιας της αμφιβολίας του καλλιτέχνη για την τέχνη του και το ταλέντο.

Η ιστορία ξεκινά με τον πρόλογο ενός γιατρού, που βρήκε το τελευταίο έργο ενός ετοιμοθάνατου συγγραφέα, του James Wright, και θέλει να το δημοσιοποιήσει στον κόσμο. Το έργο έχει τη μορφή επιστολής προς το γιατρό και είναι η εξομολόγηση ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να κάνει το τεστ Τσίμερμαν. Το τεστ αυτό καταδεικνύει πέρα πάσης αμφιβολίας ποιος έχει ή όχι λογοτεχνικό ταλέντο. Ο Wright αρνήθηκε να το κάνει, γιατί τότε είχε εκδώσει ήδη δυο επιτυχημένα κι ένα αποτυχημένο βιβλίο και αρνούνταν να υποβληθεί σε μια τέτοια διαδικασία. Έτσι καταδίκασε τον εαυτό του από την πλευρά των αποτυχημένων, εκείνων που δε θα εκδίδονταν ποτέ ξανά. Γιατί το τεστ Τσίμερμαν διαμόρφωσε μια νέα εκδοτική πραγματικότητα, με τους "ανέγγιχτους"- τους καθιερωμένους δηλαδή που αρνήθηκαν να κάνουν το τεστ αλλά κανείς δεν μπορούσε να τους αρνηθεί να εκδώσουν, τα «σοφά μωρά», που κάναν το τεστ από την κούνια κι έπειτα χωρίς να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους ό,τι και να έγραφαν θα εκδιδόταν και τους ΑΑ, εκείνους που αρνήθηκαν το τεστ πριν προλάβουν να καθιερωθούν και δεν θα έβλεπαν ποτέ πια τίποτα δικό τους τυπωμένο. Αυτή η κατάσταση στην αρχή συνέφερε τους πάντες, καταργήθηκαν οι υπάλληλοι των εκδοτικών, οι κριτικοί, όλη η αλυσίδα. Μόνο που γιατί να γράψει κανείς αν θεωρείται από τα γεννοφάσκια του καλλιτεχνική ιδιοφυία; Η εκδοτική παραγωγή έπεσε.

Το μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο, μας αποκαλύπτει σχεδόν από την αρχή το σημαντικό εύρημα- το τεστ Τσίμερμαν- και επικεντρώνεται στις επιπτώσεις με τρόπο θαυμαστό. Από την άλλη πέφτει στην παγίδα πολλών αντίστοιχων βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που έχουν για βάση μια καλή και πρωτότυπη ιδέα κι έπειτα χάνουν στην πορεία τη δυνατότητα να μας εκπλήξουν και να μας συναρπάσουν. Είναι η φόρα της αρχής τέτοια που ως το τέλος περιμένεις κάτι μεγαλειώδες που δεν έρχεται. Δεν πιστεύω πως θίγει επαρκώς το θέμα της γενετικής βιοηθικής- που ίσως να μοιάζει και κάπως ξεπερασμένο στην εποχή μας με τόσο χονδροειδείς όρους- κι αυτό είναι στα υπέρ του. Είναι ευκολοδιάβαστο, με ενδιαφέρουσα αφηγηματική δομή, διαφορετικό από τα άλλα και του αξίζει σίγουρα μια θέση στην ελληνική λογοτεχνία- πιθανώς να γινόταν και best seller αν ήταν γραμμένο σε άλλη γλώσσα. Ίσως να περίμενα να με απογειώσει και να έμεινα μονάχα στην αρχή της πτήσης. Ή πάλι έχοντας τόσο πρόσφατα διαβάσει δυο ακόμα βιβλία με θέμα τον εκδοτικό κόσμο, του Πενάκ και του Έβερετ, κάνω άδικες συγκρίσεις.


"Το γονίδιο της αμφιβολίας", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, σελ 243, 2012

Υ.Γ. Το Γονίδιο της Αμφιβολίας πρωτοκυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 1999 από τις εκδόσεις Πόλις και επανεκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2012 από το Μεταίχμιο. Έχει μεταφραστεί στα Γερμανικά από τον Ulf-Dieter Klemm (Reclam Verlag), στα Γαλλικά από τον Gilles Decorvet (ed. Gallimard), στα Ιταλικά από τον Alberto Gabrieli (Ponte alle Grazie), στα Σλοβενικά από την Klarisa Jovanovic (Modrijan publ.), στα Σερβικά από τη Σιμωνίδα Αργυράκου (Stampar Makarije ed.), στα Κινεζικά (New Star Press publ.) και στα Πορτογαλικά από τον Jose Antonio Costas Idea (Babel ed.)