26/11/19

"Βορινή παραλία", Ιωάννα Ντούμπρου



Η Βορινή παραλία είναι ύπουλο βιβλίο. Στην αρχή νομίζεις πως διαβάζεις μια κλασική ερωτική ιστορία, από αυτές που γράφονται και πωλούνται με τον σωρό. Ένα ζευγάρι, η Γεωργία κι ο Γιώργος, φτάνουν στο νησί Chimera στις Μαλβίδες. Τα πάντα είναι ειδυλλιακά, πάντα βρίσκεται κάποιος να τους εξυπηρετήσει, ένας «Σταν» (έτσι λέει όλους τους εργαζόμενους στο νησί ο Γιώργος). Η πρώτη εβδομάδα περνάει μια χαρά. Η Γεωργία σκέφτεται πως ίσως θα μπορούσε να ζητήσει από τον Γιώργο ένα παιδί, αν και τα δυο χρόνια που είναι μαζί δεν έχουν αναπτύξει καμία ιδιαίτερη επαφή. Αυτή είναι πολύ όμορφη και κομψή, πετυχημένη, στα τριάντα οκτώ, εκείνος είναι πετυχημένος, όμορφος, γυμνασμένος και τριάντα τριών. 

Όλα αλλάζουν όταν στο τέλος των διακοπών τους, ο διευθυντής του ξενοδοχείου τούς κάνει δώρο μια καμπάνα πάνω στο νερό για άλλη μια εβδομάδα. Ο Γιώργος βρίσκει μια παλιά αγάπη κι εξαφανίζεται, κι η Γεωργία μένει να ξεσκεπάσει τις αυταπάτες της. Καθοδηγούμενη από τον διευθυντή του ξενοδοχείου, που φανερά έλκεται από κείνη, βλέπει και τη βορινή παραλία, εκεί που μαζεύονται όλα τα σκουπίδια. Το νησί αποκαλύπτει κάτι από τα μυστικά του, επίπονα, βασανιστικά, χωρίς πια ανεμελιά, στρείδια, και ποτά, αλλά με τσιγάρα στριφτά στη ζούλα. Η Γεωργία καταβυθίζεται, στο νησί και τον εαυτό της— κι ας μην μπορεί τις καταδύσεις. Αυτά που στην αρχή μοιάζουν επίπονα, μετά δεν έχουν καμία σημασία. Αναδύονται όμως στην επιφάνεια άλλοι πόνοι, ουσιαστικοί. Ένα άλλο κορμί, που ζητάει παρηγοριά, το δικό της –πότε τσιγάρα, πότε φαγητό, πότε να το αφήσουν ήσυχο. Και μια φασματική γυναίκα που μοιάζει ύποπτα στην ιλουστρασιόν εκδοχή της. 

«Πες μου, πόσο όμορφη είσαι;» τη ρωτάει συνέχεια ο Γιώργος. Κι αυτό είναι το ερώτημα σε όλο το βιβλίο. Πόσο όμορφη είναι; Τι ξέρει για τον εαυτό της και την ομορφιά της. Τι ξέρει για τις αυταπάτες, τη χλιδή και τα σκουπίδια. Πώς ένα ταξιδάκι αναψυχής-όνειρο ζωής μετατρέπεται σε εφιάλτη. Ή μάλλον όχι ακριβώς, μετατρέπεται σε ξυπνητήρι αφύπνισης. Η Ιωάννα Ντούμπρου έγραψε ένα εντυπωσιακό πρώτο βιβλίο, δεν έπεσε στην παγίδα να μιλήσει για όλα όσα την αφορούν –όπως συνήθως στα πρωτόλεια— επικεντρώθηκε στο θέμα της κι έδωσε μια σημερινή ερωτική ιστορία, ιστορία αναζήτησης και αγάπης του εαυτού, που αξίζει να διαβαστεί. 




                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Βορινή παραλία", Ιωάννα Ντούμπρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.227









21/11/19

"Zero K", Don Dellilo



Μοιάζει κάπως ιερόσυλο να προσπαθήσεις να γράψεις για το τελευταίο βιβλίο ενός συγγραφέα που στο μυαλό σου είναι ιερό τέρας. Πόσο μάλλον αν αυτός έχει περάσει πια τα ογδόντα και η σκέψη πως μπορεί να μην ξαναγράψει σε τριβελίζει. Τον άκουσα ζωντανά πριν κάποιο καιρό, παραμένει ο λόγος του εντυπωσιακός και απλός, αν και τα βιβλία του έχουν αλλάξει. Από τον Υπόγειο κόσμο και τον Λευκό θόρυβο, τεράστιες σάγκες που ασχολούνται σχεδόν με τα πάντα, έχει περάσει σε πιο λιτές αφηγήσεις, κάπως μονοθεματικές, που εξαντλούν το θέμα και δεν εντυπωσιάζουν τόσο. Το Zero K μοιάζει να είναι φτιαγμένο κι από τα δύο υλικά, δεν είναι λιτό, όπως ας πούμε το Body artist, έχει στιγμές αριστουργηματικής πρόζας— αυτή η κρύα, σχεδόν αποστασιοποιημένα γραφή που τον χαρακτηρίζει είναι σχεδόν κλασική πια– αλλά ασχολείται με το θέμα του διεξοδικά. 

Ένας άντρας, ο Τζεφ, πηγαίνει σε ένα περίεργο κέντρο μέσα στην έρημο, σχεδόν όλο είναι υπόγειο και οι εγκαταστάσεις είναι εντυπωσιακές. Εκεί ο πατέρας του, με τη νυν σύντροφό του, την Άρτις, σχεδιάζουν τον θάνατό της. Η Άρτις πάσχει από μια εκφυλιστική ασθένεια, οπότε επιλέγει τη στιγμή που θα πεθάνει και θέλει το σώμα της να διατηρηθεί με κρυογονική, για να αναγεννηθεί όταν υπάρχει θεραπεία. Ο πατέρας του Τζεφ είναι υγιής, όμως κι αυτός μπαίνει στο πειρασμό να κάνει τη διαδικασία μαζί της. Εξάλλου αυτός χρηματοδοτεί το κέντρο μέσα στην έρημο, είναι πάμπλουτος, αυτοδημιούργητος και παντοδύναμος. Πολύ σύντομα φαίνεται πως δεν κάλεσε τον Τζεφ εκεί μόνο για να πει αντίο στη μητριά του. Θέλει να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, ή ίσως και να πάει μαζί τους. Μόνο που τον γιο του τον έχει εγκαταλείψει στα 14 του, κι ο Τζεφ τώρα στα 34 του, βρίσκει όλο τον εαυτό του, να αναπολεί τη στιγμή του θανάτου της μητέρας του. 

Θα μπορούσε να είναι απλώς αγάπη; Όλες αυτές οι απόλυτες λέξεις. Τις άξιζε άραγε ο άντρας με το ψεύτικο όνομα, ο ανεπαρκής σύζυγος, ο απών πατέρας; Κόψε το παραλήρημα, το παράπονο που φουντώνει μέσα σου, είπα στον εαυτό μου. Ένας άνθρωπος με τα δικά του μέσα επιλέγει να γίνει κατεψυγμένο δείγμα μέσα σε μια κάψουλα σε κάποιες αποθηκευτικής εγκαταστάσεις, είκοσι χρόνια πριν την ώρα του. 

Η σκηνή που ο Τζεφ φτάνει στην έρημο είναι εντελώς ντελιλική. Κάποιος βρίσκεται σε ένα άγνωστο μέρος, που μοιάζει φοβερά τρομακτικό, με κλειστές πόρτες. Αλλά και ο τρόπος που χειρίζεται τη θνητότητα και το θάνατο είναι ενδιαφέρων. Ο πατέρας του Τζεφ δεν είναι σίγουρο πως θέλει να ακολουθήσει τη μητριά του μόνο από αγάπη, έχει και μια διεστραμμένη ελπίδα αθανασίας, την αίσθηση πως η παντοδυναμία του μπορεί να επεκταθεί και στον θάνατο. Μετά υπαναχωρεί. Η ζωή μετά το θάνατο, ή ο θάνατος για τη ζωή ή τελικά η ίδια η ζωή που μοιάζει αβίωτη χωρίς την ελπίδα. Ο θεός που μπορεί να είναι η επιστήμη, κι αν είναι ψευδοεπιστήμη. Κι η ζωή στην καθημερινότητά της, με θέματα πιο απλά, γονεϊκών σχέσεων και επικοινωνίας. 

Ο Ντελίλλο χειρίζεται όλα αυτά τα ζητήματα με τον δικό του μετά-μετάμοντέρνο τρόπο, με τη λιτότητα της γλώσσας που είναι το σήμα καατεθέν του, κι έχει κι εδώ κομμάτια που μένουν στη μνήμη για πάντα. Το Zero K δεν είναι σε καμία περίπτωση το αγαπημένο μου βιβλίο του, έχει οριακά στιγμές που πλατειάζει, ίσως και λίγο να ηθικολογεί. Εδώ το περιώνυμο χιούμορ του μοιάζει να τον εγκαταλείπει. Παρόλα δεν σε αφήνει να ανασάνεις, και παραμένει ένα μυθιστόρημα που θυμίζει την ιδιοφυΐα του συγγραφέα από τα παλιά.


                                                  Κατερίνα Μαλακατέ


"Zero K", Ντον ΝτεΛίλο, μετ. Λαμπρινή Κουζέλη, εκδ. Εστία, 2019, σελ. 310

14/11/19

"Μηχανές σαν κι εμένα", Ian McEwan


Είμαι τακτική αναγνώστρια του Ίαν ΜακΓιούαν, τον ακολουθώ αρκετά χρόνια και γι' αυτό διάβασα το Μηχανές σαν κι εμένα σχεδόν μόλις το είδα στον πάγκο του βιβλιοπωλείου. Για να είμαι ειλικρινής, με γοήτευσε και το θέμα, η επιστημονική φαντασία είναι σταθερά στις προτιμήσεις μου, από τότε που ξεκοκκάλιζα τον παππού Ισαάκ Ασίμωφ στην εφηβεία. Με ιντριγκάρισε που ένας συγγραφέας που δεν έχει δοκιμαστεί στο είδος αποφάσισε να φτιάξει ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ο ΜακΓιούαν- παρ’ όλη την αγάπη που του έχω- είναι άνισος, έχει γράψει αριστουργηματικά βιβλία όπως η Έμμονη Αγάπη, η Εξιλέωση, τα Μαύρα σκυλιά αλλά και μετριότατα όπως το Σόλαρ. Στις Μηχανές, τα πράγματα είναι μοιρασμένα, έχει αριστοτεχνικές σκηνές, από εκείνες που θυμάσαι, με χιούμορ και βαθιά νοήματα, κι άλλες που φαίνεται καθαρά πως δεν μπορεί να χειριστεί τόσες πληροφορίες μαζεμένες. 

Ο Τσάρλι, ο κεντρικός ήρωας, είναι ένας μάλλον αποτυχημένος τριαντάρης ανθρωπολόγος, που αρνείται να πιάσει δουλειά πλήρους απασχόλησης και βιοπορίζεται μερικώς παίζοντας στο χρηματιστήριο από έναν πανάρχαιο υπολογιστή στο σπίτι του. Με τα τελευταία λεφτά που κληρονομεί από μια θεία του, αντί να πάρει ένα σπίτι, αγοράζει ένα από 13 ανθρωπόμορφα ρομπότ που μόλις κυκλοφόρησαν. Έχουν βασιστεί στις τεχνολογίες που ανέπτυξε ο Άλαν Τούρινγκ- που εν έτει 1982 είναι η μεγαλύτερη ιδιοφυΐα της εποχής και ζει με τον σύντροφό του ευτυχής (!). Ο Τσάρλι προγραματίζει το ανδροειδές του με τη βοήθεια της όμορφης εικοσάχρονης γειτονοπούλας, Μιράντα, και σύντομα αντιλαμβάνεται πως είναι ερωτευμένος μαζί της. Έτσι αρχίζουν να ζουν μαζί, ο Τσάρλι, η Μιράντα και το ρομπότ, ο Αδάμ. Περίπου σαν οικογένεια.

Μόνο που ο Αδάμ δεν είναι παιδί και δεν είναι άνθρωπος. Ήδη από την πρώτη στιγμή λέει στον Τσάρλι να προσέχει το παρελθόν της Μιράντα. Τα πραγματικά προβλήματα όμως αρχίζουν όταν ο Αδάμ ολοκληρώνει την προσωπικότητά του, πιστεύει πως έχει συνείδηση και αισθήματα- νιώθει συμπάθεια, αντιπάθεια, έρωτα. Τότε μπαίνουν θέματα ηθικών αποφάσεων. Τι είναι ή δεν είναι ηθικό για έναν άνθρωπο. Τι είναι νόμιμο. Πώς μαθαίνει ένα παιδί, πώς μαθαίνει ένα ρομπότ χωρίς προσωπική ιστορία, μπορούν τα ανδροειδή να ερωτευόνται; Έχουν συνείδηση, με ποιον τρόπο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και πώς θα αλλάξουν τον κόσμο.

Όλα αυτά τα ερωτήματα τα έχουν θέσει ο Φίλιπ Ντικ, ο Ασίμωφ κι οι υπόλοιποι μάστερς της επιστημονικής φαντασίας πολλά χρόνια πριν- και το έκαναν καλύτερα. Ο ΜακΓιούαν φαίνεται να αγνοεί τον βασικό κανόνα του είδους, τα τεχνολογικά επιτεύγματα και οι αλλαγές στην Ιστορία δίνονται με μικρές πινελιές μέσα στην πλοκή. Αντίθετα εδώ βλέπουμε σελίδες ολόκληρες αφιερωμένες στο τι είναι "αλλιώς". Κι αυτό ενέχει πάντα μια παγίδα, να γίνει το δυστοπικό φόντο ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, και να χαθεί το ενδιαφέρον για τους ήρωες. 

Η εποχή, το 1982, είναι πολύ ενδιαφέρουσα πολιτικά, τα πολλαπλά ιστορικά "τι θα γινόταν αν"- τα Φόκλαντς, η Θάτσερ μπαίνει σε εκλογική αναμέτρηση με τον Τόνυ Μπεν, τι θα γινόταν αν ζούσε ο Τούρινγκ- έχουν πλάκα. Δεν είναι σίγουρα το πιο εμπνευσμένο βιβλίο από αυτά που που διερευνούν τη σχέση ανθρώπου και ανθρωπόμορφης μηχανής. Δεν είναι, ακόμα ακόμα, το καλύτερο μυθιστόρημα του. Είναι όμως ένα καλογραμμένο βιβλίο, που θυμίζει την σκοτεινή, παλαιότερη εποχή του, με αρκετές δόσεις χιούμορ, και μια κυνικότητα καθαρά βρετανική. Κι αξίζει να διαβαστεί.



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ





"Μηχανές σαν κι εμένα", Ίαν ΜακΓιούαν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.416














30/10/19

"Κοκκινοσκουφίτσα πόλη", Asli Erdoğan



Η κοκκινοσκουφίτσα πόλη της Ασλί Ερντογάν είναι ένα βίαιο βιβλίο για τη μοναξιά, ένα βιβλίο που διερευνά αν και κατά πόσον η αγριότητα εκτός περνά και με πόση ένταση εντός μας. Αυτό που συγκλονίζει τον αναγνώστη είναι πως μετά από λίγο μετέχει με όλες του τις αισθήσεις σε αυτά που περνά η ηρωίδα, μυρίζει, γεύεται, βλέπει, ακούει και αισθάνεται.

Η Οζγκύρ είναι ένα κορίτσι από την Τουρκία που αποφασίζει για αδιευκρίνιστους λόγους να ζήσει στο Ρίο, στην άλλη πλευρά της γης. Γρήγορα συνειδητοποιεί πόσο αβίωτη είναι η ζωή στην πόλη- οι δουλειές που της υποσχέθηκαν απέτυχαν, και ζει από τα ελάχιστα χρήματα που βγάζει ως καθηγήτρια Αγγλικών, τριγυρνά απένταρη, μονίμως πεινασμένη και εντελώς μόνη στους δρόμους, μες στο καλοκαίρι και στον καύσωνα, μες στις φαβέλες και τους πυροβολισμούς. Θα μπορούσε να γυρίσει πίσω στην Τουρκία, η μητέρα της την περιμένει, εκεί έχει χειμώνα και δεν έχει ζέστη, εκεί έχει δουλειά και φαγητό. Εκείνη ούτε που σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο. Έχει τα τετράδια της, και γράφει ένα βιβλίο, την Κοκκινοσκουφίτσα πόλη 

Το μυθιστόρημα είναι ερμητικό, δεν σε αφήνει να καταλάβεις τι κάνει αυτή τη γυναίκα να αφήνεται να υποφέρει, να αφήνεται στη φθορά, την εξωτερική βία, τη σεξουαλική μοναξιά. Μοιάζει η Τουρκία μέσα της να έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον ανεξέλεγκτο ρυθμό του Ρίο. Το βιβλίο είναι και δεν είναι για την πόλη, είναι και δεν είναι για την Οζγκύρ. Σίγουρα πάντως μιλάει για το ανθρώπινο υπαρξιακό αδιέξοδο με όρους απτούς. Το Ρίο γίνεται η ψυχή της γυναίκας, μόνο μέσα από αυτό μπορεί να εκφραστεί η ματαίωση, η έλξη και η απώθηση για την ομορφιά, η βίαιη σχεδόν σεξουαλική πείνα για ζωή και ταυτόχρονα η γοητεία της φθοράς και του θανάτου. 

Το κείμενο είναι πολυεπίπεδο, το κείμενο μέσα στο κείμενο μερικές φορές αντιδρά σε αυτό που περιγράφεται, κάποτε διαφωνεί. Το Ρίο θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε πόλη; Γιατί την επέλεξε η μεσανατολίτισσα ηρωίδα που ονειρεύεται κεμπάπ και μελιτζανοσαλάτες ενώ τρώει λιγδερά μπουρίτο; Η φτώχεια είναι μέσα ή έξω μας, μπορείς να ξεφύγεις; Δεν μπορείς. Αγάπησα το βιβλίο της Ερντογάν, σε πολλά σημεία αναρωτήθηκα αν είναι ή δεν είναι αυτοβιογραφικό, ταυτίστηκα κι έπειτα θεώρησα πως εγώ δεν έχω κανένα κοινό στοιχείο με αυτό το αυτοκαταστροφικό πλάσμα. Η λύτρωση δεν υπάρχει. Τουλάχιστον όχι εδώ. Πού και πού πρέπει να θυμόμαστε πως δεν υπάρχει, μήπως βρούμε τη δική μας. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Κοκκινοσκουφίτσα πόλη", Ασλί Ερντογάν, μετ. Ανθή Καρρά, εκδ. Ποταμός, 2019, σελ. 239










Υ.Γ. Η Ασλί Ερντογάν στην Τουρκία φυλακίστηκε και διώχτηκε για τα βιβλία και τα άρθρα της. Τώρα ζει εξόριστη στη Γερμανία. 

21/10/19

"Το Φωτάκι", Antonio Moresco






Ο Αντόνιο Μορέσκο, άγνωστος στην Ελλάδα, στην Ιταλία είναι ένας συγγραφέας που ξεχωρίζει. Εβδομηντά δύο ετών πια, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο μόλις το 1993 στα 47, μετά από απανωτές απορρίψεις από εκδότες και προκαλώντας τη μήνι του εκδοτικού κατεστημένου. Η φιγούρα του, σχεδόν ασκητική, έρχεται σε αντίθεση με τον εντυπωσιακό όγκο κειμένων που έχει στο ενεργητικό του- πάνω από τριάντα βιβλία, συμπεριλαμβανομένου του επιβλητικού, τεράστιου, τρίτομου «Παιχνίδια της αιωνιότητας». Ο Μορέσκο γράφει μετα-μεταμοντέρνα, κρυπτικά, τα βιβλία του συχνά απαιτούν δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, είναι αυτοβιογραφικά και δεν είναι, ασχολούνται με τα μεγάλα και υπερβατικά, μοιάζουν ακατανόητα και λαβυρινθώδη. 

Το Φωτάκι είναι το πρώτο μυθιστόρημά του που εκδίδεται στα ελληνικά. Κι αν ο πειρασμός να το διαβάσει κανείς μέσα σε ένα μόνο απόγευμα είναι μεγάλος, με λίγη αυτοσυγκράτηση το κείμενο ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο και σε περικυκλώνει. 

Ο ανώνυμος αφηγητής ζει απομονωμένος σε ένα βουνό, η μόνη του επαφή με τους ανθρώπους είναι όταν χρειάζεται τρόφιμα. Ακόμα και τότε ανταλλάσσει ελάχιστες κουβέντες με τους άλλους. Μιλά πιο πολύ με άλλα πλάσματα, με έναν σκύλο που τον ακολουθεί, με τις μέλισσες και τα πουλιά, με τις εναέριες ρίζες των δέντρων. 

- Γιατί γεννηθήκατε εκεί πάνω κι όχι στη γη; Ρωτάω, φωνάζω, για να με ακούσουν εκεί ψηλά, σ’ εκείνη τη σιωπηλή φυτική απεραντοσύνη που κάνει την ηχώ της φωνής μου να επιστρέφει. Γεννηθήκατε πράγματι εκεί, από την αρχή κιόλας, ή ήσασταν κι εσείς μέσα στη γη, όπως όλες οι άλλες ρίζες, και μετά, άγνωστο για ποιο λόγο, αρχίσατε να μετακινείστε όλο και ψηλότερα, μέχρι να εγκατασταθείτε κατευθείαν μέσα στο χώρο; 

Ώσπου, πάνω ψηλά παρατηρεί ένα φωτάκι. Το φωτάκι είναι σταθερό, κάθε μέρα ανάβει την ίδια ώρα. Στην αρχή πιστεύει πως είναι κάποιος εξωγήινος, επισκέπτεται μάλιστα τον ειδικό της περιοχής στις εξωγήινες επαφές, που το καταγράφει. Αλλά τελικά όταν βρίσκει το κουράγιο να πάει ως εκεί πάνω, η αλήθεια είναι διαφορετική. Το φωτάκι το ανάβει ένα παιδί.


Το Φωτάκι, που στα βασικά συστατικά του μοιάζει στο Πέδρο Πάραμο, είναι ανοιχτό σε πολλές ερμηνείες, τριγυρνά και στο μυαλό του αναγνώστη, δεν δίνει εύκολες απαντήσεις- ή ίσως δεν δίνει καθόλου απαντήσεις. Τι κάνει ο αφηγητής μόνος του εκεί πάνω; Τι είναι αυτό που τον απομονώνει. Τι τον δένει με το παιδί και πόσα είναι τα πολλαπλά μας είδωλα. Τι σκέψεις έχει για τη ζωή, τον θάνατο, και την απεραντοσύνη του κόσμου; Δεν μαθαίνουμε. Όμως αργά, μάλλον στη δεύτερη ανάγνωση, το βιβλίο σε παρασύρει σε δικά σου συμπεράσματα, βασανιστικά κι ίσως μια ιδέα λυτρωτικά, για το υπαρξιακό μας χάος∙ κι εκείνο το φωτάκι ψηλά στο βουνό που μπορεί με κάποιο τρόπο να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη. 



                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



«Το Φωτάκι», Αντόνιο Μορέσκο, μετ. Μαρία Φραγκούλη, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 156

18/10/19

"Αδέλφια", Γιώργος Συμπάρδης



Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι μάλλον ολιγογράφος. Στα τριάντα χρόνια παρουσίας του στην πεζογραφία μάς έχει δώσει πέντε βιβλία. Ίσως για αυτό, κάθε ένα από αυτά είναι προσεγμένο κι ενδιαφέρον. Τα «αδέλφια» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με άψογο στυλ, η γλώσσα του, απλή και καθημερινή, με ένα μικρό στραμπούληγμα του συντακτικού μετατρέπεται σε πάλλουσα και ποιητική. Οι καθημερινές λέξεις γίνονται έτσι το όχημα για να γραφτεί ένα κείμενο με ρυθμό, χωρίς εκζήτηση, και με ύφος αναγνωρίσιμο. 

Πρωταγωνιστές δύο αδέλφια, ο Θανάσης, ο πρωτότοκος, επαναστάτης, δυναμικός, συνεχώς μπλέκει σε μπελάδες και διαψεύδει όλες τις προσδοκίες που έχουν από κείνον- παρατάει το σχολείο, τον διώχνουν από την τεχνική σχολή, δεν στεριώνει σε δουλειά, κάνει παρέα με τους παρίες κι ερωτεύεται ένα μαυροτσούκαλο. Ο δεύτερος γιος της οικογένειας, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, δεν μας συστήνεται ποτέ παρά μόνον μέσα από την κόντρα με τον πρωτότοκο. Προβάλλει τα θέλω του πάνω στον αδελφό του, γίνεται ο αντίποδας, ό,τι θέλει ο ένας δεν το θέλει ο άλλος, ό,τι είναι ο ένας, δεν είναι ο άλλος. Ο ένας προαλείφεται για διάδοχος του πατέρα, ο άλλος είναι ο αγαπημένος της μητέρας, ο ένας είναι συνεχώς η σκιά του άλλου, το γιν και το γιαν. 

Το μυθιστόρημα μιλά με τόλμη για τις αδελφικές σχέσεις, πόσο μάλλον που στο τέλος γίνεται μια αποκάλυψη που κάνει ακόμα τολμηρότερα αυτά που αφηγείται ο δευτερότοκος γιος. Η εποχή, κάπου ανάμεσα στο '50 και το '60 δίνει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να μιλήσει για τη μικροαστική τάξη, για την ανοικοδόμηση και την αλλαγή, για τα σακάκια με σκισίματα, και τη μουσική, για τα αμάξια και την οικοδομή. Άλλωστε μότο του βιβλίου είναι το «η Πρόοδος οικοδομή είναι μεγάλη» από το ποίημα Κτίσται του Καβάφη. 

Απόλαυσα τα «αδέλφια», μπήκα στην ιστορία σαν να ήμουν εγώ ο αφηγητής, ταυτίστηκα με ένα αγόρι που μεγαλώνει δευτερότοκος στην δεκαετία του '50, πράγμα κάπως παράδοξο, μιας και κανένας από τους δύο ήρωες δεν έχει δίκιο ή άδικο, κι οι δυο αδικούν ο ένας τον άλλον. Όμως αυτή η περιγραφή του εγώ μέσα από τον «Άλλον», μέσα από τον αδελφό, χτύπησε πάνω στις δικές μου μνήμες ενηλικίωσης. Γιατί τέτοιο βιβλίο είναι αυτό, μεγαλώματος και αναζήτησης του εαυτού. Και μια προσπάθεια καταγραφής των γεγονότων όπως ήταν υποκειμενικά για τον καθένα, ένα μυθιστόρημα που παλεύει με το πέπλο του χρόνου, με το πέπλο της ανάμνησης, των τύψεων και του θυμού∙ και τελικά με το πέπλο της ιδιότυπης αδελφικής αγάπης. 



                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ



"Αδέλφια", Γιώργος Συμπάρδης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 312