Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισιγκούρο Καζούο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ισιγκούρο Καζούο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

6/4/21

"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Kazuo Isighuro

 




Η Κλάρα και ο Ήλιος είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο μετά το Νόμπελ. Ο ίδιος λέει πως είχε ολοκληρώσει το 1/3 του μυθιστορήματος όταν έλαβε το χαρμόσυνο νέο, κι αυτό σε τίποτα δεν άλλαξε τον σχεδιασμό του. Κι η αλήθεια είναι πως η Κλάρα είναι ένα βιβλίο ισάξιο με τα καλύτερά του (ειδικά το Μη μ’ αφήσεις ποτέ) και πολύ καλύτερο από κάποια αποτυχημένα όπως Ο θαμμένος γίγαντας.

Αφηγήτρια και ηρωίδα του βιβλίου η Κλάρα, μια ΤΦ (Τεχνητή Φίλη), ένα ανθρωποειδές φτιαγμένο για να κάνει παρέα σε αναβαθμισμένα μικρά παιδιά. Η Κλάρα μοιάζει κάπως με παιδί, η ματιά της είναι αγνή κι έχει περιέργεια για τα πάντα. Από τη στιγμή που βρίσκεται στη βιτρίνα του μαγαζιού ως την αγορά της από ένα μικρό κορίτσι, την Τζόσι, δεν παύει να μαθαίνει και να βελτιώνεται, δίνοντας σημασία στην λεπτομέρεια.

Η Τζόσι είναι μια λεπτοκαμωμένη έφηβη που μένει με τη μαμά της και την οικονόμο τους. Η Κλάρα προσπαθεί να είναι όσο πιο βοηθητική φίλη γίνεται, όμως σύντομα καταλαβαίνει πως η Τζόσι είναι άρρωστη και πιθανότατα δεν θα τα καταφέρει. Η Τζόσι, όπως και όλα τα αναβαθμισμένα παιδιά, κάνει τα μαθήματά της μέσω υπολογιστή με τηλεκπαίδευση, ενώ η μεγάλη της αδελφή αρρώστησε κι αυτή και πέθανε λόγω της αναβάθμισης. Η μαμά της πήρε το ρίσκο και αναβάθμισε και το δεύτερο παιδί της, γιατί τα μη αναβαθμισμένα παιδιά όσο έξυπνα κι αν είναι, δεν μπορούν να πάνε στο Κολλέγιο. Η Κλάρα φορτίζει με τον ήλιο, και σιγά σιγά αρχίζει να του αποδίδει μαγικές ιδιότητες, όπως περίπου οι πρώτοι άνθρωποι. Πιστεύει πως ίσως ο μόνος τρόπος για να κάνει την Τζόσι καλά είναι να το ζητήσει από τον Ήλιο.

Το μεγαλύτερο ατού του βιβλίου είναι η αφηγήτρια του. Η Κλάρα, που από την αρχή ξέρεις πως είναι μια Τεχνητή Νοημοσύνη –και σε αυτό το μυθιστόρημα του Ισιγκούρο διαφέρει από τα περισσότερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας που παίζουν με την ιδέα ενός ανθρωποειδούς που πιστεύει πως είναι άνθρωπος— έχει σε πολλά σημεία «ανθρώπινη συμπεριφορά». Μπορεί όμως μια ΤΦ να αγαπήσει; Και πώς αγαπά μια μάνα το παιδί της πιο πολύ, ρισκάροντας, για να το δει επιτυχημένο ή προστατεύοντας το κι αφήνοντας το καθηλωμένο σε μια μικρή ζωή. Και μπορεί κανένας, όσο κι αν του μοιάζει, να υποκαταστήσει το παιδί μας;

Ο Ισιγκούρο έγραψε ένα βιβλίο με αφορμή την τεχνητή νοημοσύνη και κεντρικό θέμα την αγάπη. Στάθηκε κριτικά απέναντι στην τεχνολογία αλλά δεν τη φοβήθηκε, αντίθετα αγάπησε την τεχνητή του φίλη κι αυτό είναι έκδηλο σε όλο το κείμενο. Δεν αμφισβήτησε στιγμή το δικαίωμά του ανδροειδούς να υπάρχει, δεν έμπλεξε τα ανθρώπινα με τα τεχνητά παρά μόνον εκεί που είχε σημασία. Η Κλάρα είναι ένα μυθιστόρημα που δεν κουνάει το δάχτυλο στην τεχνολογία, δεν φοβάται το νέο, ούτε το αγιοποιεί. Η γραφή του Ισιγκούρο είναι όπως πάντα στρωτή, γλυκόπιοτη χωρίς να γίνεται βαρετή. Δεν έχει παρά ελάχιστα στοιχεία από την ιαπωνική κουλτούρα, έχει όμως πολλά από την αγγλική. Γιατί ο Ισιγκούρο μπορεί να γεννήθηκε στο Ναγκασάκι, αλλά μεγάλωσε και ωρίμασε στη Μ. Βρετανία, εκεί ανδρώθηκε λογοτεχνικά και στα αγγλικά γράφει. 


                             Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιός, 2021, σ.384















Υ.Γ. 42 Το εξώφυλλο δεν είναι ωραίο (κι ας είναι ίδιο με αυτό της ξένης έκδοσης). 

 

 

12/5/15

"Ο θαμμένος γίγαντας", Kazuo Ishiguro



Περίμενα με λαχτάρα να διαβάσω το καινούργιο βιβλίο του Καζούο Ισιγκούρο, «Ο θαμμένος γίγαντας». Συνήθως η γραφή του μου ταιριάζει πολύ, με ανακουφίζει με την φυγή από την πραγματικότητα χωρίς ποτέ στην ουσία να αναχωρεί πραγματικά από αυτή. Απολαμβάνω όταν διευρύνει τα όρια του πραγματικού για να πει όμως στην ουσία μια ιστορία με την οποία μπορείς να ταυτιστείς.  

Σε τούτο το βιβλίο, ο Ισιγκούρο άλλαξε. Εκ πρώτης όψεως γράφει για έναν μύθο με δράκους και ιππότες από την εποχή του Αρθούρου- για την ακρίβεια από την εποχή αμέσως μετά. Η Αγγλία είναι μια χώρα αραιοκατοικημένη, όπου χωριά Βρετανών * και Σαξόνων συμβιώνουν αρμονικά, γιατί μια ομίχλη καλύπτει όλες τις αναμνήσεις, κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν. Ένα ζευγάρι Βρετανών, πολύ αγαπημένων, θυμάται αμυδρά πως κάπου έχει έναν γιο και ξεκινά ένα ταξίδι για να τον βρει. Στο δρόμο θα συναντήσει ιππότες ξεχασμένους, και μυθικά πλάσματα, και βαρκάρηδες που σε περνούν από την άλλη μεριά.  

Ομολογώ πως τόσο ο όγκος του βιβλίου όσο και η χαλαρή πλοκή του με έκαναν να δυσανασχετήσω. Αντιλαμβάνομαι πως ο Ισιγκούρο ήθελε να μιλήσει για την μνήμη, για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον κόσμο βάσει των πρότερων εμπειριών μας, για τον έρωτα και τον πόλεμο. Φρονώ όμως πως εδώ απέτυχε. Έστησε ένα μάλλον χαλαρό παραμυθάκι, που διαβάζεται πολύ εύκολα αλλά αφήνει λίγα στο μυαλό αφού το τελειώσεις. Δεν κατορθώνει καν να φτιάξει εκείνες τις εκπληκτικές εικόνες και τους χαρακτήρες ενός Τόλκιν ή ενός Μάρτιν. Αν πρόθεσή του ήταν να αποδομήσει το είδος, πραγματικά τα κατάφερε. Κι όχι με την καλή έννοια. 

Τα λίγα ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία για την Αγγλία εκείνης της εποχής δίνονται με φειδώ, σχεδόν επιφανειακά. Όλα συμβαίνουν για να συμβούν, σε ένα μύθο που λύνεται σχεδόν από την μέση του ογκώδους πονήματος. Ένα έχω να πω. Κρίμα. Ελπίζω. Στο επόμενο.


"Ο θαμμένος γίγαντας", Καζούο Ισιγκούρο, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ψυχογιος, 2015, σελ. 431










* υποθέτω πως μιλάει για τους Κέλτες

Υ.Γ. 42 Διαβάστε εδώ την αντίθετη άποψη του Παναγιώτη Κροκιδά σε τούτο δω το blog. 

25/3/15

"The Buried Giant", Kazuo Ishiguro του Παναγιώτη Κροκιδά



Το βιβλίο του Ισιγκούρο τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές και ίσως για αρκετό καιρό μετά, "ακούγεται" όσο λίγα. Τα περισσότερα, εν είδει θετικής ή αρνητικής διαφήμισης το τοποθετούν άτσαλα στην φανταστική λογοτεχνία, σε σημείο που δίπλα στο όνομα του Βρετανού, νικητή του βραβείου Μπούκερ, ως ενδεικτικά του ύφους του να αναφέρονται ονόματα όπως του Τόλκιν και του Μάρτιν. Αναπάντεχο; Φυσικά.


Μα τι διαβάζει κανείς εδώ: μια Βρετανία χαμένη στις ομίχλες του παρελθόντος, λίγο μετά τα κατορθώματα του Αρθούρου, με τα απομεινάρια της κυριαρχίας της Ρωμαϊκής κυριαρχίας να ξεπροβάλλουν ακόμα σαν απολιθώματα. Εν μέσω αυτού του σκηνικού, όπου η ανάσα ενός δράκου απλώνεται επιβάλλοντας μια ληθαργική αμνησία στον κόσμο των Βρετανών και Σαξόνων -πάλαι ποτέ εχθρών-, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ξεκινάει ένα ταξίδι αναζήτησης σε αυτήν την επικράτεια.

Η οποία, όπως προλογίζει ο αφηγητής της ιστορίας, τότε ήταν μια αραιοσπαρμένη χώρα από μικρά χωριά, όπου κάποιος θα μπορούσε να περιφέρεται για μέρες, δίχως να συναντήσει ψυχή ζώσα. Υπάρχει, λοιπόν, ένας δράκος, υπάρχουν τελώνια, ξωτικά, συναπαντήματα με ζοφερές μαυροντυμένες γυναίκες, ένας γερασμένος ιππότης της στρογγυλής τραπέζης που κουβαλάει το άχθος μιας αποστολής, υπάρχει και ένα μοναστήρι αινιγματικό και δολοφονικό που θα φέρει στο νου το Όνομα του Ρόδου. Υπάρχουν αυτά και άλλα πολλά σε αυτό το βιβλίο. Τα οποία δοσμένα από μια απίθανα μελετημένη γλώσσα μεταξύ παραμυθιακής και σύγχρονης επικής διήγησης, δίνει ένα βιβλίο που όμοιό του δεν θα έχει συναντήσει ο μέσος αναγνώστης. Γιατί είναι αυτή η γλώσσα του Ισιγκούρο, διαφορετική από οτιδήποτε έχει γράψει ο ίδιος και από ό,τι έχει γράψει σύγχρονός του συγγραφέας, είναι ο ρυθμός του που μεταφέρει τον αναγνώστη σε μια ξεχασμένη επικράτεια και εποχή: γοητευτικά, μυθοπλαστικά, μα την ίδια στιγμή ρεαλιστικά. Και θεατρικά, καθώς σε πολύ μεγάλο βαθμό οι περιγραφές του χώρου και οι σκηνές δράσης μεταφέρονται στον αναγνώστη μέσα από τους διαλόγους των ηρώων. Κι αυτή η θεατρική προσέγγιση προσδίδει στο βιβλίο έναν επιπλέον λυρικό χαρακτήρα. Η γλώσσα, λοιπόν, είναι για εμένα το ατού αυτού του βιβλίου, μα την ίδια στιγμή και αυτό που μπορεί να το καταστήσει ένα στριφνό βιβλίο.



Γιατί; Γιατί δεν ξέρω σε ποιον απευθύνεται ακριβώς, αν σκεφτούμε με αυστηρούς, εκδοτικούς και υφολογικούς όρους. Αυτούς, που για να το πουλήσουν στο αντίστοιχο κοινό ή να το θάψουν και να το τραβήξουν από κάποια άλλη μερίδα, το πλασάρουν σαν φανταστικό: όχι, δεν ανήκει στην φανταστική λογοτεχνία, όπως την ξέρει αυτός που την διαβάζει. Μα ίσως φέρει χαρακτηριστικά και ποιότητα μια αμιγούς ονειρικής, ευφάνταστης λογοτεχνίας, που όπως έγραψε πρόσφατα ο Γκέιμαν για το Buried Giant, θα απομυθοποιήσει το φανταστικό στοιχείο στη λογοτεχνία και πως θα δείξει πως η φαντασία επιστρατεύεται πολλές φορές για να πει σημαντικά πράματα. Και ο Ισιγκούρο με τους ιππότες και τα δαιμόνια μιλάει για τις αναμνήσεις: τις συλλογικές και τις προσωπικές. Σημαντικό; Διαβάστε το να μάθετε!

Εγώ το απόλαυσα και τις εικόνες του θα κουβαλάω για πολύ καιρό ακόμα στο κεφάλι μου


                                                                                              Παναγιώτης Κροκιδάς

"The Buried Giant", Kazuo Ishiguro, Faber & Faber, 2015, σελ.352

27/6/10

"Τότε που ήμασταν ορφανοί", Kazuo Ishiguro


Καζούο Ισιγκούρο λοιπόν, ένα Ιάπωνας μεγαλωμένος στη μεγάλη Βρετανία, με το ένα πόδι στη μια κουλτούρα και το άλλο στην άλλη και ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο, bestseller στο ενεργητικό του, "Τα απομεινάρια μιας ημέρας". Από τις σπάνιες περιπτώσεις βιβλίων που η εμπορική επιτυχία συμβάδισε με την ποιότητα. Ίσως με επηρεάζει κι η ταινία, τα έχω αξεδιάλυτα στο μυαλό μου, μα το αγάπησα αυτό το μυθιστόρημα. Κι έτσι, ξεκίνησα να διαβάζω το "Τότε που ήμασταν ορφανοί" με τη σιγουριά πως τουλάχιστον δε θα χάσω το χρόνο μου.

Και δεν τον έχασα. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, Κρίστοφερ Μπάνκς είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας που σε ταξιδεύει. Με τα κολλήματα και τα προβλήματά του αλλά και με μια αναζωογονητική αφέλεια, ο Μπάνκς, από τις διασημότερους ντετέκτιβ στη μεγάλη Βρετανία, ψάχνει να βρει τους δολοφόνους των γονιών του στη Σαγκάη, όπου μεγάλωσε ως τα δέκα του. Η εποχή είναι δύσκολη, όλος ο κόσμος ετοιμάζεται για ένα μεγάλο πόλεμο, κι όμως αυτός ο καλός αναλυτής και ερευνητής όταν ασχολείται με τη συγκεκριμένη υπόθεση, γίνεται παιδί, δεν μπορεί να κατανοήσει τί γίνεται γύρω του. Γιατί απλά η προσωπική συγκινησιακή φόρτιση και οι αυταπάτες που έχουμε για τον εαυτό μας πάντα υπερέχουν των κοινών.

Το βιβλίο δεν είναι αριστούργημα, έχει τα πάθη, τα λάθη του και κυρίως κάποιες στιγμές τους πλατειασμούς του. Παρ' όλα αυτά δεν παύει να κρατά αξιοπρεπώς το ενδιαφέρον και να αφήνει καλή επίγευση μετά την τελευταία φράση. Με απλά λόγια, άξιο να διαβαστεί.


"Τότε που ήμασταν ορφανοί", Kazuo Ishiguro, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 392