Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίας Χαβιέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρίας Χαβιέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2/6/25

Μπέρτα Ίσλα, Javier Marías






Ο Χαβιέ Μαρίας πήρε θέση ανάμεσα στους αγαπημένους μου από τότε που διάβασα το πρώτο του βιβλίο κοντά 15 χρόνια πριν. Πιθανότατα ο σπουδαιότερος Ισπανός συγγραφέας των τελευταίων χρόνων, μας άφησε νωρίς το 2020 στα 70 του, ειδάλλως θα είχε πάρει με σιγουριά το Νόμπελ. Ταυτόχρονα ευπώλητος και κουλτουριάρης, υπήρξε χαρακτηριστική φιγούρα των ισπανικών γραμμάτων, έγραψε 17 μυθιστορήματα και αμέτρητα άρθρα, διηγήματα, δοκίμια. Από πολύ μικρός καταβρόχθιζε αυτό που αγαπούσε πιο πολύ, ταινίες και λογοτεχνία κι έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα μόλις στα 17.

Ο τρόπος γραφής του, σπειροειδής και κυκλικός, δημιουργεί συνεχώς την αίσθηση κατόπτρων και αντικατοπτρισμών. Ο λόγος του μακροπερίοδος, με την κάθε πρόταση να καταλαμβάνει πάνω από μια σελίδα, βγάζει τελικά πάντα νόημα. Γιατί αν άλλοι συγγραφείς προσπαθούν να προσεγγίσουν την πραγματικότητα, αυτός προσπαθεί να μας δώσει μια καταγραφή της ανθρώπινης σκέψης, όπως η αγαπημένη του Βιρτζίνια Γουλφ ∙και τα δυο έργα ευγενή, και άκρως λογοτεχνικά, αλλά ανέφικτα. Ο Μαρίας αποτυγχάνει με απαράμιλλη χάρη.

Εδώ χοροπηδάει γύρω από την αφηγηματική φωνή, που πότε μιλά από την πλευρά της πρωταγωνίστριας, Μπέρτα Ίσλα, πότε από την πλευρά του άντρα της Τομάς Νέβινσον κι άλλοτε γίνεται στριφνή και παντογνωστική. Με χιούμορ και ελαφρότητα, γράφει ένα κατασκοπευτικό μυθιστόρημα, που βέβαια δεν είναι κατασκοπευτικό, γιατί είναι μυθιστόρημα ενηλικίωσης, κι ένα campus novel και ένα μυθιστόρημα ποιητικής και τελικά ένα ψυχοβγάλτικο φιλοσοφικό μυθιστόρημα που μιλά για τη ζωή και τον θάνατο, ενώ ταυτόχρονα σε αποκοιμίζει με το πόσο ευκολοδιάβαστο είναι, πόσο γλυκιά είναι η διαδικασία της ανάγνωσης, πόσο δεν θες να το αφήσεις από τα χέρια σου.

Η Μπέρτα Ίσλα ερωτεύεται ήδη από το σχολείο τον δίγλωσσο Τομάς Νέβινσον, μισό Άγγλο, μισό Ισπανό, και ξέρει από νωρίς πως ο στόχος της ζωής της είναι να τον παντρευτεί. Κι αυτός τον ίδιο στόχο έχει, αλλά όταν φεύγει στην Οξφόρδη, τα πράγματα στη ζωή τους παίρνουν μια κάπως ανεξέλεγκτη τροπή. Η διγλωσσία του Τομ, η παθητικότητά του, η αδυναμία του να πάρει ουσιαστικές αποφάσεις για τη ζωή του, τα παιδιά τη γυναίκα του, η έννοια του άπατρι, που δεν μπορεί να σταθεί πουθενά, ούτε σε γλώσσα, ούτε σε χώρα, ούτε σε οικογένεια, ούτε σε σύντροφο, ούτε σε παιδιά, γίνονται σχεδόν το κεντρικό θέμα του βιβλίου.

Σχεδόν, γιατί τα θέματα είναι τόσα πολλά που θα αδικούσαμε ένα άλλο, πιο κομβικό. Το μυθιστόρημα είναι κατασκοπικό, με έναν τρόπο που μάλλον θα έκανε τον ΛεΚαρέ να ντρέπεται, δεν έχει ούτε μια στιγμή πραγματικής δράσης, πραγματεύεται τον έρωτα και τις μακροχρόνιες σχέσεις, με ακατάλυτη δύναμη, το ερώτημα «Γιατί δεν φεύγει η Μπέρτα Ίσλα, γιατί δεν «φτιάχνει» τη ζωή της, γιατί δέχεται τα μυστικά και τα ψέματα, γιατί δεν αφήνει τον Τομ να πεθάνει, ακόμα κι αν δεν υπάρχει πτώμα, αιωρείται συνεχώς πάνω από όλη της ιστορία. Και μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν είναι καλύτερη μια αλήθεια φτιασιδωμένη, που μοιάζει πολύ με φαντασίωση και ψέμα, ή μια αλήθεια γυμνή, άσχημη που συνέχεια σου θυμίζει την προδοσία.

Ο Μαρίας, σε βάζει να βυθιστείς στην ιστορία και την Ιστορία, λεπτομέρεια τη λεπτομέρεια, γιατί εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν, και αυτό που μοιάζει εξωτικό, μιλάει τελικά για την ίδια τη ζωή μας, γιατί μένουμε σε πεθαμένες μακροχρόνιες σχέσεις, ακόμα κι ο άντρας μας δεν είναι κατάσκοπος. Κι είναι τελικά σπαταλημένες αυτές οι ζωές, ή είναι απλά η ζωή έτσι. Και, μήπως τελικά το πολιτικό παίζει ρόλο κομβικό σε αυτό που είναι ο καθένας μας. Υπάρχει αίσθηση εαυτού και ταυτότητας εκτός χρόνου και τόπου;

Οι λογοτεχνικές αναφορές πετάγονται από παντού είναι οργανικό μέρος του κειμένου ακόμα κι όταν μιλάει ο αρχικατάσκοπος, όλοι ξέρουν οκτώ καντάρια λογοτεχνία, ο Μαρίας είναι τόσο λόγιος που δεν καταλαβαίνει ή δεν θέλει να καταλάβει την αντίφαση, για αυτό βάζει και πολλά από τα γεγονότα να συμβαίνουν στην Οξφόρδη.

Η Μπέρτα Ίσλα είναι το προτελευταίο βιβλίο του συγγραφέα πριν πεθάνει. Το τελευταίο ονομάζεται Τομάς Νέβινσον και το αναμένουμε με λαχτάρα στα ελληνικά. Γιατί ο Τομ, άλτερ ίγκο του ίδιου του συγγραφέα που ποτέ δεν στέριωσε σε μια μακροχρόνια σχέση, υπήρξε περιώνυμος γυναικάς, και πέθανε δίχως να έχει «νόμιμα» παιδιά, αφηγηματικά έχει φωνή σε αυτό το μυθιστόρημα, πιθανώς όμως ουσιαστικά θα μας μιλήσει στο επόμενο.


                Κατερίνα Μαλακατέ


"Μπέρτα Ίσλα", Χαβιέ Μαρίας, μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη 

















9/7/21

"Έτσι αρχίζει το κακό", Javier Marías

 




Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι ίσως από τους πιο αγαπημένους μου σύγχρονους συγγραφείς, κάθε νέο βιβλίο του στα ελληνικά είναι εκδοτικό γεγονός, ενώ κάθε χρόνο στα Νόμπελ μια φωνούλα μέσα μου είναι έτοιμη να θριαμβολογήσει «Χαβιέρ Χαβιέρ». Δεν το χει πάρει ακόμα, αλλά θα το πάρει.

Το Έτσι αρχίζει το κακό γράφτηκε στα ισπανικά το 2014, αλλά μεταφράστηκε εδώ μόλις φέτος. Πρόκειται για ένα βιβλίο πιο ογκώδες από τα προηγούμενα, που όμως έχει όλη τη γοητεία της γραφής του, τον σπειροειδή, και κάποτε κυματισμό τρόπο να γράφει και να σκέφτεται, τον μακροπερίοδο, εξαιρετικά κομψό λόγο, τις σκηνές που μένουν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ταυτόχρονα όμως λόγω όγκου είναι κι ένα από τα πιο βασανιστικά βιβλία του, από τις ελάχιστες φορές που η μανία του να γυρίζει στον ίδιο και τον ίδιο συλλογισμό κουράζει τον αναγνώστη και κάπως τον απωθεί.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι από τον Άμλετ, κι αυτό είναι ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο, για τις πληγές που άφησε η σχεδόν πεντηκονταετής δικτατορία του Φράνκο στην Ισπανία, για τον εμφύλιο που δεν θα σταματήσει να στοιχειώνει τους Ισπανούς, για την ανάγκη να ξεχαστούν τα εγκλήματα του Φρανκισμού, και της συγχώρεσης, αλλά ταυτόχρονα και της αδικίας που εμπεριέχει αυτή η λησμονιά, η επιλογή να μην μιλάς πια για την αλήθεια για να μπορέσεις να συνυπάρξεις με αυτόν που για χρόνια υπήρξε ο δυνάστης σου.

Βρισκόμαστε στην δεκαετία το ’80. Ο «νεαρός Βέρε» κάνει την πρακτική του ή κάτι τέτοιο στο σπίτι ενός ήσσονος σημασίας σκηνοθέτη, του Μουριέλ. Σιγά σιγά γίνεται έμπιστος αυτού του πολύ γοητευτικού και ταυτόχρονα αινιγματικού και κάπως κυκλοθυμικού μονόφθαλμου διανοούμενου και μένει όλο και περισσότερο χρόνο σπίτι του. Γίνεται μάρτυρας μιας σκηνής ανάμεσα στον Μουριέλ και τη γυναίκα του, τη Μπεατρίθ. Εκείνος της λέει, ενώ απωθεί τις σεξουαλικές της «επιθέσεις», πως τον απάτησε, αλλά το χειρότερο όλων είναι πως του το είπε. Και πόσο καλύτερα θα ήταν αν δεν το ήξερε. Έτσι ξεκινούν όλα, έτσι ξεκινά το κακό, έτσι ξεκινά ο παραλληλισμός της σχέσης του Μουριέλ με την γυναίκα του με την πολιτική. Και τον εμφύλιο.

Ο ίδιος ο Μαρίας δεν παντρεύτηκε ποτέ, όμως του αρέσει να γράφει για τις πολύχρονες σχέσεις, τη μηχανική του γάμου, τους συμβιβασμούς, τα ερωτικά τερτίπια. Η ηρωίδα του η Μπεατρίθ είναι μια πολύ ερωτική γυναίκα, ο «νεαρός Βέρε» την ποθεί κολασμένα, όμως ο άντρας της την αγνοεί. Κι αυτή περιφρονημένη, σχεδόν εμμονικά κολλημένη πάνω στον γάμο της που έχει καταλήξει πια ερείπιο, αναπολεί την παλιά ευτυχία, ενώ πηδιέται με άλλους. Ένας από τους εραστές της είναι ο γιατρός Βαν Βέκτεν, ένας τύπος που φαίνεται τώρα καλός και αγαθός, ενώ δεν υπήρξε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο Μουριέλ αναθέτει στον Βέρε να τον ακολουθεί κι έτσι αρχίζει η πλοκή.

Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας είναι ένας άνθρωπος που δεν έζησε τον Φρανκισμό, ζει όμως στον ελεύθερο κόσμο μετά, και δεν μπορεί πλήρως να καταλάβει τι έζησαν οι προηγούμενοι. Παλεύει να καταλάβει το παρελθόν, πολιτικό και κοινωνικό και ερωτικό, των ανθρώπων γύρω του, αλλά η τωρινή πραγματικότητα τον ξεπερνά. Από αυτή την άποψη ίσως να είναι αυτό ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα του Μαρίας, δεν μιλά μόνο για την αλήθεια και την ταυτότητα, τον έρωτα και τον γάμο, την αμαρτία και την ηδονή, αλλά αναγάγει τα πάντα στην πολιτική. Όμως ταυτόχρονα πρόκειται και για ένα κουραστικό φιδωτό ανάγνωσμα, που σε κάποια σημεία σέρνεται. Χρειαζόταν εδώ ένα κείμενο πιο σφιχτό.

Το Έτσι αρχίζει το κακό είναι ένα μυθιστόρημα που θα γοητεύσει όποιον διαβάζει πρώτη φορά Μαρίας. Έχει εξάλλου ο Χαβιέρ αυτή την ιδιότητα, είτε τον λατρεύεις και διαβάζεις όλα τα βιβλία του, είτε τον μισείς και δεν ξανασχολείσαι. Για μας πάντως, που ανήκουμε στην πρώτη κατηγορία, δεν είναι σίγουρα το καλύτερό του.


                              Κατερίνα Μαλακατέ





"Έτσι αρχίζει το κακό", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2021, σ. 620














Για προηγούμενα βιβλία του στα Ελληνικά δείτε εδώ: 







30/1/18

"Όλες οι ψυχές", Javier Marías



Συνηθίζω να λέω πως ο Χαβιέρ Μαρίας γράφει όπως ακριβώς λειτουργεί το γυναικείο μυαλό - πολυεπίπεδα, υπεραναλυτικά, με μακριές προτάσεις γεμάτες άλλες δευτερεύουσες, φιλοσοφικά και πρακτικά μαζί. Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς συγγραφείς των καιρών μας, ένας μάγος της αφήγησης, ικανός να μιλήσει για το πιο απλό και το τετριμμένο με τέτοιο τρόπο που να μην το ξεχάσεις ποτέ. Το «Όλες οι ψυχές» είναι από τα καλύτερά του μυθιστορήματα, θα το έβαζα στο ίδιο βάθρο με το «αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», ένα από τα βιβλία εκείνα που σε κάνουν να χαίρεσαι που είσαι συστηματικός αναγνώστης, γιατί έτσι έχεις την χαρά να διαβάζεις τέτοια διαμάντια. 

Η πλοκή είναι φαινομενικά μικρή. Ένας Ισπανός συγγραφέας περνάει δύο χρόνια στην Οξφόρδη ως επισκέπτης-καθηγητής. Στην πραγματικότητα μέσα στην εβδομάδα έχει πολύ λίγα πράγματα να κάνει- πιο πολύ από όλα απολαμβάνει τα «μεταφραστικά του σεμινάρια» όπου εφευρίσκει με άνεση ένα σωρό ετυμολογίες- και για αυτό περνά τον καιρό του από παλαιοβιβλιοπωλείο σε παλαιοβιβλιοπωλείο ψάχνοντας σπάνια βιβλία. 

Με τρεις ανθρώπους σχετίζεται περισσότερο, τον καθηγητή του Κρόμερ-Μπλέικ, με τον καθηγητή του καθηγητή του, Τόμπυ Ράιλαντς και με την Κλερ Μπέις, μια όμορφη παντρεμένη συν-καθηγήτρια με την οποία διατηρεί έναν μάλλον χαλαρό παράνομο δεσμό. Οι Κυριακές του μοιάζουν αφόρητες, εκείνος μοιάζει να περιφέρεται άσκοπα, και η ζωή μοιάζει σαν μια ατέλειωτη φάρσα με κολλεγιακά δείπνα. 

Με την πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με ένα campus novel. Όμως το Όλες οι ψυχές είναι πολύ περισσότερο από αυτό. Η ατμόσφαιρα της Οξφόρδης μεταφέρεται με χιούμορ και ένταση, αλλά αυτό είναι είναι μονάχα το πρόσχημα. Όπως πάντα ο Μαρίας γράφει ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, στοχάζεται πάνω στον έρωτα, τον γάμο, τις επιλογές, τα βιβλία, τη μνήμη, την παραδοξότητας της ανθρώπινης ζωής και τελικά τον θάνατο. 

[]Το αβάσταχτο είναι να ξέρεις πως κάποια δεδομένη στιγμή θα πρέπει να παραιτηθείς από τα πάντα (αυτό ισχύει για όλους), ό,τι κι αν είναι αυτό που συνιστά τα πάντα αυτό είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που ξέρουμε και έχουμε συνηθίσει. Καταλαβαίνω καλά, λοιπόν, αυτόν που δεν θέλει να πεθάνει μόνο και μόνο επειδή δεν θα μπορέσει να διαβάσει το επόμενο βιβλίο του αγαπημένου του συγγραφέα, ή να δει την επόμενη ταινία της ηθοποιού που θαυμάζει, ή να ξαναπιεί μπίρα, ή να λύσει το αυριανό σταυρόλεξο, ή να δει το σήριαλ που βλέπει στην τηλεόραση, ή γιατί δεν θα μάθει ποια ομάδα νίκησε στο φετινό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. []


Μοιάζει σαν ο Χαβιέρ Μαρίας να γράφει ολοένα το ίδιο βιβλίο. Είναι ένας συγγραφέας βυθισμένος στις εμμονές, στα βιβλία και τον έρωτα. Όμως από την άλλη, το κάθε μυθιστόρημά του που διαβάζεις- αν και συνεισφέρει στο σύνολο- είναι από μόνο του ένα μικρό κομψοτέχνημα. Ένα λιθαράκι ακόμα στην εργογραφία του, ένας λόγος ακόμα για να νιώθεις τυχερός που τον «ανακάλυψες».


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 


«Όλες οι ψυχές», Χαβιέρ Μαρίας, εκδ. Κέδρος, μετ. Ελένη Χαράτση, 1997, σελ. 247











Υ.Γ. 42 Είναι καραεξαντλημένο, μην ακούσω γκρίνιες.

Τα υπόλοιπα βιβλία του Μαρίας που έχω διαβάσει: 

«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Javier Marías

Το πρόσωπό σου αύριο- 1. Πυρετός και Λόγχη", Javier Marías

"Τα λημέρια του λύκου", Javier Marias

"όταν ήμουν θνητός", Javier Marias

Ερωτοτροπίες", Javier Marias

«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marías

13/4/16

«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marías



Ανάποδη σε όλα και αντιδραστική από μικρή, όταν ξεκίνησα να διαβάζω Javier Marías έπειτα από την επιμονή του no14me δεν διάβασα την «Καρδιά τόσο άσπρη», το βιβλίο που καθιέρωσε τον Μαρίας στην συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, αλλά το «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς». Ζημιωμένη δεν βγήκα, γιατί είναι ένα από τα σημαντικότερά του, αλλά όλο ανέβαλλα πια την Καρδιά. Φοβόμουν, μήπως τελειώσει το παραμύθι. 

Διάβασα την «Καρδιά τόσο άσπρη» πλήρως υποψιασμένη κι όμως δεν απογοητεύτηκα στιγμή. Ένιωσα έκπληξη για την αριστουργηματική πρώτη σκηνή, και για την ακόμα ωραιότερη δεύτερη, μπήκα στον λεξιλάγνο κόσμο του, αφέθηκα, στην στιγμή, την σκέψη, την λέξη. Μέθυσα πάλι από τις φιλοσοφικές του παρεκβάσεις που κρατάνε για σελίδες χωρίς στίξη. 

Ο Μαρίας έχει την ικανότητα να γράφει μυθιστόρημα ιδεών και εικόνων, ενώ κρατά στην πλοκή στα προσχήματα κι έτσι δεν μπαίνεις στον πειρασμό να το παρατήσεις. Ομολογουμένως απαιτεί να μπεις στον κόσμο του, δεν είναι ανάγνωσμα για ανόρεκτους αναγνώστες, ούτε κάτι ελαφρύ για να περνάει η ώρα. Ο Χαβιέρ Μαρίας θα πρέπει να είναι γυναίκα. Γιατί ποτέ άλλοτε δεν είδα άντρα που να μπορεί με τόση ενάργεια να κλωθογυρίσει μέσα του όλα τα πιθανά σενάρια και να βγάλει συμπεράσματα για την ζωή, από αυτά που δεν έχουν τέλος. 

«Πολλοί άντρες πιστεύουν ότι οι γυναίκες έχουν ανάγκη να νιώθουν ότι τις επιθυμούν πολύ και να τις κολακεύουν, ακόμη και να τις παραχαϊδεύουν, ενώ αυτό που τελικά μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μας διασκεδάζουν, δηλαδή να μας εμποδίζουν να σκεφτόμαστε υπερβολικά τον εαυτό μας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους θέλουμε να κάνουμε παιδιά. Εσείς θα πρέπει να το γνωρίζετε καλά, γιατί εσείς σίγουρα αγαπηθήκατε πολύ», λέει η Λουίσα προς το τέλος του βιβλίου φλερτάροντας ανοιχτά με τον πεθερό της Ρανθ. 

Η Λουίσα κι ο Χουάν είναι δύο μεταφραστές, διερμηνείς που γνωρίστηκαν στην δουλειά και παντρεύτηκαν. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού του μέλιτος, κρυφακούν δυο ξένους να κάνουν έρωτα. Η γυναίκα πιέζει τον άντρα να σκοτώσει την άρρωστη σύζυγό του και να μείνει μαζί της. Όλο αυτό ξεκινά μια προσχηματική αστυνομική πλοκή, με βάση την αυτοκτονία της θείας του Χουάν όταν ήταν πολύ μικρή και παντρεμένη με τον πατέρα του. Ο Χουαν αναρωτιέται για τον γάμο, την μονογαμία, τον έρωτα, για το ποιος είναι, πόσο τον καθόρισαν οι γονείς του, οι πράξεις του, την σχέση του με αυτούς, με την γυναίκα του. Βλέπει το θέμα σφαιρικά και ταυτόχρονα τελείως προσωποκεντρικά, τον ενδιαφέρει αυτό που του συμβαίνει εδώ και τώρα. 

Τα αγαπημένα θέματα του Μαρίας είναι όλα εδώ. Και φυσικά το θέμα της γλώσσας, της επικοινωνίας, της μεταγραφής, της μετάφρασης, της λέξης. Δεν είναι τυχαία διερμηνείς αυτοί οι δυο, ούτε τυχαία ερωτεύονται όταν ο ένας κάνει το «δίχτυ», δηλαδή την ασφαλιστική δικλείδα του διερμηνέα παρατηρητή, στον άλλον. Όπως κι ο θανατος. Πανταχού παρόν και πουθενά. Όπως κι ο Μάκμπεθ. 

Αγάπησα την «Καρδιά τόσο άσπρη, τον Μαρίας τον αγαπώ ήδη, δεν παίρνει άλλο. Και μου φαίνεται πως πάντα θα κρατώ καβάντζα έναν Μαρίας, για τις δύσκολες ώρες. 

«Κοίταξε», της είπα, «οι άνθρωποι που κρατάνε μυστικά για πολύ καιρό δεν το κάνουν πάντα από ντροπή ή για να προστατέψουν τον εαυτό τους, μερικές φορές είναι για να προστατέψουν τους άλλου ή για να διατηρήσουν φιλίες, έρωτες ή γάμους, για να κάνουν τη ζωή πιο ανεκρή για τα παιδιά τους ή για να τα απαλλάξουν από ένα φόβο, άλλωστε υπάρχουν συνήθως αρκετοί. Μπορεί απλά να μην θέλουν να προσθέσουν στον κόσμο την αφήγηση ενός γεγονότος που μπορεί να μην είχε συμβεί.[]


                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ




«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marias, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Σέλας, 1995, σελ. 316













Υ.Γ. 42 Η μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου είναι πάντα εξαιρετική. Φαίνεται η διαφορά όταν μεταφράζει εκείνη ή η Βιβή Φωτοπούλου Μαρίας, φαίνεται πως τον αγαπάνε κι οι δύο πολύ. 



5/3/15

"Ερωτοτροπίες", Javier Marias



Το αν είναι ή όχι ο Χαβιέρ Μαρίας μεγάλος συγγραφέας το ήξερα ήδη από τις πρώτες σελίδες του «Αύριο στην μάχη να με σκεφτείς». Τότε, δυο χρόνια πριν, είχα σκεφτεί πως ο Μαρίας με κάποιον ιδιότροπο τρόπο κατόρθωνε να μιλά μόνο για μένα, ήξερε τι ήταν αυτό που με απασχολούσε. Σαν να μου έδινε σήμα. Ή τέλος πάντων, πως είχα ευτυχήσει να έχω μια από κείνες τις στιγμές που κλείνει κανείς ένα βιβλίο, έχοντας τελειώσει μια ιστορία, που δεν του είπε τίποτα για την δική του ιστορία, αλλά του είπε πολλά για τον ίδιο και τη ζωή του. Συμβαίνουν κάποτε τέτοιες ευτυχείς συγκυρίες, timing το λένε στα ελληνικά, θαρρώ. Το απόλαυσα, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Έπειτα διάβασα "Τα λημέρια του λύκου" και  το "Όταν ήμουν θνητός",  που μου άρεσαν, εδραίωσαν μέσα μου την πίστη πως μιλάμε για έναν από τους μεγαλύτερους γραφιάδες του καιρού μας, αλλά δεν με άφησαν ενεή. 

Δυο χρόνια μετά, ο Μαρίας μου μίλησε ξανά. Με τον ίδιο τρόπο, όπως τότε, μου έδωσε σινιάλο πως γράφει για μένα, με ξέρει προσωπικά. Έβαλε ένα τέλος.

Αστειεύομαι. Κι όμως δεν αστειεύομαι καθόλου. 

Ο Χαβιέρ Μαρίας- ένας τύπος που γράφει εντελώς αντισυμβατικά και θα τρέλαινε κάθε επιμελητή, που δεν δίνει δεκάρα για την συνέχιση της ιστορίας, ούτε για τα σημεία στίξης, ούτε βρε αδελφέ για το αν αυτή είναι όντως η κατάλληλη λέξη, κι αν χρησιμοποιείται σε αυτό το context- είναι καλλιτέχνης. Με όλη την τρέλα και την πίστη, με την απόλυτη σύγχυση και την σκληρή διαύγεια που απαιτεί ο όρος. Στις «Ερωτοτροπίες», μια ιστορία έρωτα, θανάτου και πάθους, αποδεικνύει για άλλη μια φορά, πως η Σουηδική Ακαδημία δεν ξέρει που πάνε τα τέσσερα. 

Η Μαρία Ντόλθ, η αφηγήτρια και ηρωίδα του, βλέπει ένα πολύ ευτυχισμένο ζευγάρι κάθε πρωί στην καφετέρια που πηγαίνει πριν την δουλειά της. Η χημεία τους της δίνει δύναμη να αντέξει την- μάλλον στερημένη αγάπης και τρυφερότητας- ζωή της ως υπάλληλος ενός εκδοτικού οίκου. Μια μέρα ο άντρας του ζευγαριού δολοφονείται. Σε μια τυχαία συνάντηση συμπαράστασης στο σπίτι της χήρας, της Λουίσα, θα γνωρίσει η Μαρία τον καλύτερο φίλο του μακαρίτη, Χαβιέρ Ντίαθ-Βαρέλα. Θα συνάψει μια μάλλον εφήμερη σχέση μαζί του, άνιση, μιας εκείνη είναι ερωτευμένη, ενώ ο Ντίαθ-Βαρέλα έχει εμμονή με την Λουίσα. Οι αποκαλύψεις που θα ακολουθήσουν θα δείξουν πως η τρέλα του έρωτα, το πάθος και ο πόθος- αυτά που συχνά αναγάγουμε στα σημαντικότερα συναισθήματα στη ζωή- μπορεί να οδηγήσουν σε πράξεις ειδεχθείς. 

Δεν είναι αυτή καθ'αυτή η ιστορία που έχει σημασία στις «Ερωτοτροπίες». Αυτό που έχει σημασία είναι τα πράγματα που λέγονται και κυρίως το πώς λέγονται. Δεν φοβάται ο συγγραφέας να απεραντολογήσει, να φιλοσοφήσει, να χωρίσει μια και μόνη σκηνή σε τρία διαφορετικά κεφάλαια, να σε πιάσει από το λαιμό και να σου πει:

Δεν τολμά κανείς να ευχηθεί τον θάνατο κανενός, πόσω μάλλον κάποιου κοντινού προσώπου, αλλά διαισθάνεται πως, αν κάποιος συγκεκριμένος πάθαινε ατύχημα, ή αρρώσταινε θανάσιμα, κάπως θα βελτιωνόταν το σύμπαν ή, πράγμα που κάνει το ίδιο για τον καθένα, η προσωπική του κατάσταση. Αν εκείνος ή εκείνη δεν υπήρχαν, μπορεί να σκεφτεί κανείς, πόσο διαφορετικά θα ήταν όλα, τι βάρος θα έφευγε από πάνω μου, θα τελείωναν τα βάσανά μου, ή η αφόρητη δυσφορία μου, ή πόσο θα ξεχώριζα εγώ. 

Ο έρωτας, περισσότερο και από τον θάνατο, απασχολεί τον συγγραφέα, τον καθηλώνει, τον βάζει να αναμασά τα ίδια και τα ίδια, ώσπου να τα εμπεδώσουμε, να μπορέσουμε να τα βάλουμε στο κεφάλι μας, να συνειδητοποιήσουμε την δύναμή τους. Η έλξη που νιώθει η αφηγήτρια για τον Ντίαθ-Βαρελά, ακόμα κι αν ξέρει πως αυτός ποτέ τίποτα δεν της υποσχέθηκε, πως κάθε φορά ήταν σαν να άρχιζαν από την αρχή, κι ακόμα, η κρυφή, ανομολόγητη απαντοχή της για να γυρίσει σε αυτήν ένας άντρας αχρείος και ερωτευμένος με μιαν άλλη, συν τοις άλλοις- είναι συναίσθημα γνώριμο για καθένα που έχει ερωτευτεί. Δεν ξέρω αν καθένας θα έφτανε σε αυτό που έκανε ο Ντίαθ-Βαρέλα για έναν έρωτα, αλλά αυτό μια άλλη- μυθιστορηματική- ιστορία. 

Κατά την προσφιλή του συνήθεια, ο Μαρίας συνομιλεί με ένα σωρό άλλα κείμενα με βασικό μια νουβέλα του Μπαλζάκ, στην οποία αφιερώνονται πολλές σελίδες ανάλυσης, κάποτε εντελώς λογοτεχνικής κι άλλοτε σχεδόν εμμονικής. Η ιδέα του Μπαλζάκ να βάλει σχεδόν να ανασταίνεται από τους νεκρούς ένας άντρας και να διεκδικεί ξανά πίσω την ζωή και την οικογένειά του, μοιάζει να στοιχειώνει τόσο τον ήρωα- Χαβιέρ Ντίαθ Βαρέλα-, όσο για τον συγγραφέα - Χαβιέρ Μαρίας. Αλλά πάλι ο συγκεκριμένος συγγραφέας είναι έτσι κι αλλιώς ερωτευμένος με τις εμμονές του. Κι εγώ· με τις δικές του. 

"Ερωτοτροπίες", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη, σελ.424, 2015


27/5/14

"Η ανάγνωση είναι χάσιμο χρόνου", του Μαραμπού

Όταν με ρωτούν πώς μου αρέσει να περνώ τις ελεύθερες ώρες μου, πάντοτε διακρίνω μια ανεπαίσθητη αλλά παρούσα επιτίμηση για τις επιλογές μου στα λόγια και τις εκφράσεις των συνομιλητών μου. Οι ελεύθερες ώρες είναι ένας ευφημισμός αφού συνεχώς είναι φυλακισμένες από την σφαιρική μεταλλική μπάλα μιας διόλου σφαιρικής κριτικής. Είτε μου αρέσει να διαβάζω είτε να μετρώ τους σκουρόχρωμους ρόζους του ξύλινου ταβανιού μου, αυτό είναι λίγο πολύ κατακριτέο. Ακόμα όμως και όταν βρω έναν που του αρέσει να περνά τις ελεύθερες ώρες του όπως εγώ, οι λεπτές αποχρώσεις και διαφοροποιήσεις των δραστηριοτήτων μας, μπορούν να προκαλέσουν μια κανιβαλική κριτική άνευ προηγουμένου, με δυο λόγια, να φάμε τις σάρκες μας.

Μου αρέσει να διαβάζω αλλά όχι αστυνομικά. Όταν κάποιος μου λέει ότι λατρεύει να περνάει την ώρα του διαβάζοντας αστυνομικά, εγώ σουφρώνω τα χείλη και σκέφτομαι (ίσως και να το λέω δυνατά), τι χάσιμο χρόνου! Τις λίγες φορές που επέλεξα να διαβάσω ένα αστυνομικό, πρόλαβα και βαρέθηκα μέχρι θανάτου, στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η πυρετώδης ανάγνωσή του. Έμοιαζε σαν να βρισκόμουν σ' ένα αυτοκίνητο που έτρεχε ιλιγγιωδώς σε μια λεωφόρο, χωρίς να προλαβαίνω να απολαύσω την διαδρομή, βλέποντας μόνο μια ομοιόμορφη και θολή αλληλουχία δέντρων και κτιρίων. Ώσπου, φτάναμε σε μια ανοιχτωσιά και μου ανακοίνωναν ψυχρά, εδώ κατεβαίνεις φίλε!

Επίσης, με ενοχλεί η τελειότητά τους. Όλα μέσα τους μου φαντάζουν τέλεια, αψεγάδιαστα. Αν δεν περιέχουν ένα κραυγαλέο λογικό κενό στην ιστορία τους, τότε έχουν κερδίσει το στοίχημα. Η πλαστική επέμβαση πέτυχε, μοιάζουν ολότελα φυσικά! Αντιλαμβάνομαι, εντούτοις, ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις σ' αυτήν την τελειότητα που ένα έμπειρο μάτι μπορεί να διακρίνει με ευκολία. Για όσο όμως θα επιμένω να μην προτιμώ την ανάγνωσή τους, όλα θα συνεχίσουν να μου μοιάζουν τέλεια. Η ανέφικτη οικειότητα δεν πρόκειται να διαταράξει αυτήν την συμφέρουσα συνθήκη. Όλα αυτά γράφονται εν είδει επιμυθίου, μετά την προ ημερών ανάγνωση του βιβλίου του Τζορτζ Πελεκάνου «Αδιέξοδο». Όσοι διακινδυνεύσετε να εμπιστευτείτε την κρίση μου, στο τέλος ευελπιστώ να συμφωνήσετε μαζί μου όταν σας λέω ότι, το συγκεκριμένο βιβλίο ...ήταν τέλειο!


Νομίζω ότι χάνω τον ελεύθερο χρόνο μου πιο συνετά και ευθύς αμέσως θα σας περιγράψω την πρόσφατη χασούρα μου για να κρίνετε και μόνοι σας! Οι συγγραφείς γιγαντώνονται ή συρρικνώνονται βιβλίο με το βιβλίο είτε με την σειρά που τα γράφουν είτε μ' εκείνη που τα διαβάζεις. Πάντοτε μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω τον συγγραφέα από το βιβλίο του. Η παρουσία του ήταν συνεχής, αν όχι στην ιστορία που κάθε φορά μου αφηγούνταν (ενίοτε αυτό λειτουργεί ανασταλτικά για την ίδια την ιστορία και κατ' επέκταση για την διαχρονική σπουδαιότητα του βιβλίου), τουλάχιστον ήταν παρών στην φαντασία μου που τον έπλαθε (με την βοήθεια και κάποιων εξωτερικών ερεθισμάτων) κατά το δοκούν και αδιαλείπτως. Αυτά τα εξωτερικά ερεθίσματα ήταν συνήθως κάποιες φωτογραφίες των συγγραφέων, βιογραφικά στοιχεία, μερικά ανέκδοτα από την πολυτάραχη ή βαρετή ή τραγική ή ό,τι άλλο ζωή τους, κάποιες εμμονικές παραξενιές τους, πολύ συχνά δε, και μερικά αυτοβιογραφικά κείμενα ή δοκίμια θεωρητικού περιεχομένου που ανέπλαθαν με μια “δεύτερη” γραφή τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της πρώτης.  Τα ανέκδοτα για να μην περιπέσουν στην φθηνή ρητορική των κουτσομπολιών πρέπει να τα χειριστεί ένα χέρι έμπειρο, που ναι μεν δε θα τους χαριστεί, αλλά τουλάχιστον θα τους “ντύσει” με την ομορφιά του γραπτού λόγου, τον οποίο και εκείνοι πιστά και επίμονα υπηρέτησαν, θα τους κάνει για λίγο χάρτινους ήρωες, εξάλλου τείνω να πιστεύω ότι οι σπουδαίοι συγγραφείς, που ξεχνάει να τους περιμαζέψει η λήθη, είναι επινοημένοι, ζουν μόνο στην φαντασία μας, σχεδόν λησμονούμε ότι κάποτε κατάφεραν και έζησαν και έξω απ' αυτήν.

Αυτήν τη δουλειά ανέλαβε να την περατώσει, υποψιάζομαι με περισσή ευχαρίστηση, ο Χαβιέρ Μαρίας στο βιβλίο του “Γράφοντας τις ζωές των άλλων” που εκδόθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα. Πρόκειται για είκοσι έξι αποκαλυπτικά πορτρέτα συγγραφέων-μύθων που στην πλειονότητά τους διατηρούν ακέραιο τον συγγραφικό μύθο τους, με δυο-τρεις εξαιρέσεις στις οποίες η ζωή τους υπονομεύει (όχι όμως μέχρι τέλους) την φαντασία τους. Ο Χαβιέρ Μαρίας δηλώνει εξαρχής ότι βρίσκει απωθητικούς τρεις ανθρώπους, τον Τζέημς Τζόυς, τον Τόμας Μαν και τον Γιούκο Μίσιμα. Διαβάζοντας τα πορτρέτα και αφού αφαιρέσω τον Τζόυς για προσωπικούς λόγους καίτοι ομολογουμένως ήταν μεγάλο καθίκι, έρχομαι να συμφωνήσω με τον Μαρίας. Ο Μαν με έκανε να γελάσω από αγανάκτηση και λύπηση. Είχε τόση έπαρση ώστε άφησε τα ημερολόγιά του σε σφραγισμένους φακέλους με την εντολή να ανοιχτούν μετά από 25 χρόνια, όταν δε ανοίχτηκαν, η απογοήτευση υπήρξε μεγάλη καθώς σπάνια περιείχαν κάποιο οξυδερκές σχόλιο αντάξιο ενός συγγραφέα, απλώς έβριθαν από καθημερινές ανούσιες καταγραφές που θα άφηναν αδιάφορο και τον πιο κουτσομπόλη. «Κατάφερα να ενεργηθώ μετά το πρωινό», «Πέρασα ένα μεγάλο μέρος χωρίς την τεχνητή οδοντοστοιχία μου. Βάσανα», «Δυσκολευόμουν να καταπιώ το φαγητό οπότε χρειάστηκε να μου το αλέσουν στο μύλο». Απομυθοποίηση τώρα! Είχα σκοπό να καταπιαστώ εντατικότερα με το έργο του Μαν, από το οποίο έχω διαβάσει ελάχιστα, όμως αυτό το πορτρέτο του λειτούργησε ανασταλτικά και θα περάσει καιρός πριν το ξανασκεφτώ.

Ο Μίσιμα από την άλλη, ήταν και αυτός κάργα επηρμένος και εκτός όλων των άλλων που έκανε, με αποκορύφωμα τον τελετουργικό αλλά ανόητο θάνατό του, την χρονιά που έκανε παγκόσμια περιοδεία για να προωθήσει το έργο του, συζητιόταν έντονα ότι το Νόμπελ λογοτεχνίας θα πάει πρώτη φορά σε Ιάπωνα, έτσι ο Μίσιμα φρόντισε να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο την ώρα της ανακοίνωσης ώστε το κοινό να τον θαυμάσει με κάθε μεγαλοπρέπεια.

(...) Όταν το αεροπλάνο όμως προσγειώθηκε και βγήκε πρώτος πρώτος μ' ένα πελώριο χαμόγελο στα χείλη, βρήκε το αεροδρόμιο βυθισμένο στην θλίψη, μια και ο βραβευθείς ήταν ένας ενοχλητικός συγγραφέας από τη Γουατεμάλα. Έναν χρόνο αργότερα η απογοήτευσή του έγινε ακόμα βαθύτερη: Το Νόμπελ είχε δοθεί επιτέλους στην Ιαπωνία, αλλά στον φίλο και δάσκαλό του Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Η αντίδραση του Μίσιμα ήταν άμεση: Πήγε τρέχοντας στο σπίτι του Καβαμπάτα, για να είναι ο πρώτος που θα τον συγχαρεί και να βγει και εκείνος τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Δε χρειάζεται να πούμε πως ο Μίσιμα θεωρούσε πως όχι μόνο του άξιζε το Νόμπελ, αλλά και πως ήταν – το δίχως άλλο – ιδιοφυΐα. «Θέλω να ταυτίσω το λογοτεχνικό έργο μου με τον Θεό» είπε κάποτε σ' έναν φανατικό ακροδεξιό, που πιθανότατα να ήταν συνηθισμένος σε παρόμοια παραληρήματα μεγαλείου.


Σχεδόν όλες οι ζωές των συγγραφέων που παρουσιάζονται στο βιβλίο ήταν τραγικές και αυτοκαταστροφικές, μοναδική φωτεινή αχτίδα ήταν ο Λώρενς Στερν (παρά τα βάσανά του), του οποίου τον Τρίστραμ Σάντι όποιος έχει διαβάσει καταλαβαίνει αμέσως την πηγαία αισιοδοξία του δημιουργού του. Στο τελευταίο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Τέλειοι καλλιτέχνες”, ο Μαρίας έχει συγκεντρώσει μερικές κάρτ-ποστάλ αγαπημένων του συγγραφέων και προσπαθεί μέσα από την εικόνα που έχει μπροστά του να μαντέψει συμπεριφορές και κρυφά αισθήματα των εικονιζομένων. Βέβαια, στην εποχή των εικόνων (κινούμενων και μη) και της υπερπληροφόρησης πλέον, ποιος θα χάσει τον χρόνο του σε τέτοιες παλιομοδίτικες διαδικασίες και επισφαλείς εικασίες; Αλλά είπαμε, εδώ μιλάμε για τον χαμένο χρόνο και έχουμε κάθε δικαίωμα να αναφέρουμε και αυτό!
Το βιβλίο του Μαρίας διαβάζεται εξίσου ιλιγγιωδώς όπως και ένα αστυνομικό, όμως μού δίνει τον χρόνο να δω κρυφές θεάσεις των κτιρίων, που έχω παρατηρήσει με την ησυχία μου εκατοντάδες άλλες φορές. Γι' αυτό και μένει περισσότερο στην μνήμη μου. Επίσης, δεν μου φαντάζει τέλειο. Κάθε άλλο. Φθάνει ως εδώ! Μην χάνετε τον χρόνο σας με ανόητες αερολογίες. Χάστε τον χρόνο σας υπεύθυνα. Διαβάζοντας. 


"Γράφοντας τις ζωές των άλλων", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Γεωργία Ζακοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2014, σελ.352



                                                                                             Μαραμπού 

12/11/13

"όταν ήμουν θνητός", Javier Marias



Όπως μας ενημερώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο, τα διηγήματα της συλλογής «όταν ήμουν θνητός» γράφτηκαν κατά παραγγελία, για μια εφημερίδα, ένα έντυπο, κάποιον που ζήτησε κάτι με συγκεκριμένο θέμα,  με απαιτήσεις για τη γλώσσα, τον αριθμό των λέξεων, ίσως και το αποτέλεσμα. Όμως κανένα δε φαίνεται βεβιασμένο, αποδεικνύοντας πως το ταλέντο, ακόμα κι αν το βάλεις σε καλούπια, έχει τον τρόπο του να ξεγλιστρά. Όπως άλλωστε και οι εμμονές. Γιατί παρ’ όλο που τα κείμενα γράφτηκαν με χρονική διαφορά, μοιάζουν σαν να μπαίνουν το ένα στο άλλο, να είναι συνέχεια ενός και μόνου βιβλίου που γράφεται σε αποσπασματικές συνέχειες.

Εδώ συναντάμε γνώριμα μοτίβα του Μαρίας, το πώς συμπεριφέρεται ο καθένας όταν βρεθεί σε δύσκολες καταστάσεις ή απλά κωμικές, την αίσθηση πως κάθε άνθρωπος μες στη μοναξιά του μπορεί να συνάψει ουσιαστικές σχέσεις, την τυχαιότητα ως το ποιόν αγαπάμε, ποιόν μισούμε, τι είμαστε και τι κάνουμε στη δεδομένη στιγμή. Και φυσικά την άποψή του για τη μονιμότητα των σχέσεων, το γάμο, τη μονογαμία και την πολυγαμία- σκέψεις που σα να στοιχειώνουν το έργο του.

"Υποσχέσεις αιώνιου έρωτα"
"Ναι, ποιός δεν έχει δώσει τέτοιες υποσχέσεις και κανείς δεν τις εκπληρώνει. Όλοι μιλάμε πολύ, οι γυναίκες απαιτούν να τους μιλάς, γι' αυτό μαθαίνω τη γλώσσα της χώρας πολύ γρήγορα, αυτές πάντα θέλουν να τους μιλάς, ιδίως μετά, εγώ θα προτιμούσα να μη λέω τίποτα, ούτε μετά, ούτε πριν, όπως στο ποδόσφαιρο, βάζεις ένα γκολ και φωνάζεις, δεν χρειάζεται να πεις ούτε να υποσχεθείς τίποτα, είναι γνωστό ότι θα βάλεις κι άλλα γκολ, αυτό είναι όλο. Αυτή δεν καταλαβαίνει, πιστεύει πως είμαι δικός της, για πάντα. Είναι πολύ νέα" 

Η γραφή του Μαρίας ρέει ευχάριστα, με μια δόση ειρωνείας όση ακριβώς πρέπει για να μην παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της, να βλέπει πράγματα όπως η ζωή και ο θάνατος με την πρέπουσα ελαφρότητα. Το μακάβριο μοιάζει εδώ αυτονόητο, το ίδιο και το τραγικό, περίπου όπως ζούμε στην πραγματικότητα. 

"Όταν ήμουν θνητός", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Βιβή Φωτοπούλου, εκδ. Σέλας, 2000, σελ. 189


Υ.Γ. Διάλεξα τα διηγήματα γιατί φαντάστηκα πως στην κατάστασή μου θα ήταν ευκολότερο να συγκεντρωθώ στο μικρό κείμενο. Όμως όσο κι αν απόλαυσα και αυτά, αλλά και τα προηγούμενα του Καλβίνο, τώρα λαχταρώ πια ένα «μεγάλο παραμύθι», που θα με χώσει με το κεφάλι στην ιστορία, κάτι που θα εστιάσει στο μύθο, θα με παρασύρει σε ένα ρυθμό για μέρες. Μεγαλώνοντας συμπαθώ το διήγημα όλο και περισσότερο- ίσως γιατί ως γραφιάς είναι το είδος που μου ταιριάζει, που μου βγαίνει αβίαστα σα να πίνω ένα ποτήρι νερό. Όμως ως αναγνώστης πολύ συχνά έχω άλλες ανάγκες. Ακόμα, ό,τι κι αν λέω, το μυθιστόρημα παραμένει η βασική μου αγάπη.


11/8/13

"Τα λημέρια του λύκου", Javier Marias




Το εντυπωσιακό με «Τα λημέρια του λύκου» είναι πως ο Χαβιέρ Μαρίας το έγραψε όταν ήταν μόλις 18 χρονών, είναι το πρωτόλειο του κι όμως είναι ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα μέσα στην πολυδιάσπασή του.  Η αλήθεια είναι πως δεν είναι ένα επικό βιβλίο όπως το «Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», αλλά δεν θα μπορούσε να είναι, τέτοια βιβλία όσο ταλαντούχος κι αν είσαι δεν μπορείς να τα γράψεις στα 18.

Το βασικό είναι πως είναι ένα βιβλίο γραμμένο το 1971, από Ισπανό κι όμως δεν τοποθετείται στην Ισπανία κι ούτε αφορά τον Φράνκο. Είναι επηρεασμένο από τις Αμερικάνικες ταινίες, η δράση εξάλλου τοποθετείται στην Αμερική, έχει ένα έντονο, διαβρωτικό χιούμορ και μια ικανότητα αφηγηματική που μαρτυρά πως μιλάμε για έναν μεγάλο τεχνίτη του λόγου.

Τα στιγμιότυπα που παρακολουθούμε αφορούν την οικογένεια Τάγκερ που διαλύθηκε σχεδόν μέσα σε ένα χρόνο εκεί στη δεκαετία του 20. Δεν είναι ένα δεμένο μυθιστόρημα με αρχή μέση και τέλος, ενδιάμεσα στα στιγμιότυπα που αφορούν τους γιους Τάγκερ παρεμβάλονται κι άλλα, που ξεκινούν από τον Αμερικάνικο εμφύλιο, και φτάνουν ως τους γκάνγκστερ, την ποτοαπαγόρευση, το Χόλιγουντ.


«Τα λημέρια του λύκου» δεν είναι ένα σπουδαίο βιβλίο, νομίζω πως θα απογοήτευε όποιον προσπαθούσε μέσα από αυτό να προσεγγίσει τον Μαρίας. Είναι όμως εικολοδιάβαστο και διασκεδαστικό, δείχνει ικανότητα στη γραφή και μια παράλογη συγγραφική ωριμότητα, ίδιον φαίνεται των πραγματικά ταλαντούχων.  

"Τα λημέρια του λύκου", Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2000, σελ. 290

17/2/13

«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Javier Marías



Τι εκπληκτικό, τι υπέροχο μυθιστόρημα είναι αυτό. Το «αύριο στη  μάχη να με σκεφτείς» του Χαβιέρ Μαρίας βασίζεται σε μια σχετικά απλή ιστορία – αν και ανοίγει με μια ευρηματική σκηνή που μπορεί να σε αφήσει ενεό για το υπόλοιπο του βιβλίου- αλλά είναι τόσο καλογραμμένο και πυκνογραμμένο που δε θέλεις να το αφήσεις από τα χέριά σου.

Ένας άντρας, ο Βίκτορ, πηγαίνει για στο σπίτι μιας παντρεμένης γυναίκας, της Μάρτας Τέγιεθ, για δείπνο. Το δίχρονο αγοράκι της διαισθανόμενο τον κίνδυνο από την παρουσία του αρνείται πεισματικά να πάει για ύπνο. Όταν τελικά παραδίδεται ηττημένο στην αγκαλιά του Μορφέα, το ζευγάρι ανεβαίνει στην κρεβατοκάμαρα για να κάνει πρώτη φορά έρωτα. Όμως εκεί, και πριν καλά καλά προλάβουν να γδυθούν, η γυναίκα νιώθει άρρωστη κι έπειτα από λίγη ώρα πεθαίνει. Ο Βίκτορ έχει να αντιμετωπίσει τα άμεσα προβλήματα της στιγμής- ποιόν να ειδοποιήσει, πώς να αφήσει μόνο του ένα δίχρονο κοιμισμένο αγοράκι με τη νεκρή μητέρα του- αλλά και άλλα ερωτήματα, που τον γητεύουν και τον στοιχειώνουν. Αντί να ξεχάσει θα προσπαθήσει να πλησιάσει την οικογένεια της ως τότε άγνωστης του γυναίκας- τον άντρα, το παιδί, τον πατέρα, την αδελφή της- να κατανοήσει τη ζωή τους και τη ζωή του.

Ο λόγος του Μαρίας είναι εξαιρετικά μακροπερίοδος, κάποτε περνούν ολόκληρες σελίδες χωρίς να αλλάξει η παράγραφος κι αυτό δίνει μια συνοχή σε σκέψεις κατακερματισμένες, που θα μπορούσαν να χωρέσουν εδώ κι εκεί. Η πλοκή έχει συνεχώς μικρές γωνιές ενδιαφέροντος, αλλά δεν είναι αυτό που κάνει το βιβλίο συναρπαστικό. Είναι η εξιστόρηση της απιστίας, η φυσικότητα στο να εξαπατούμε, η έκπληξη μπροστά σε αυτή την εξαπάτηση που την εξασκούμε κάθε μέρα αλλά μας οδηγεί στην απόγνωση όταν την ανακαλύπτουμε για άλλους. Η ψευδαίσθηση πως ξέρουμε αυτόν που κοιμάται δίπλα μας, αλλά τελικά δεν τον ξέρουμε∙ αυτοί που αγαπήσαμε δεν είναι εμείς.

Ένιωσα το βιβλίο βαθιά δικό μου όσο το διάβαζα κι ας είναι γραμμένο από την οπτική ενός άντρα κι όχι μιας γυναίκας, βυθίστηκα σε αυτή την αίσθηση της μοναξιάς δίπλα στους άλλους, αλλά και της συντροφιάς- ακατανόητα κάποτε- από αυτούς που δεν είναι κοντά μας παρά μόνον τυχαία για λίγες στιγμές. Και στη δύναμη της φαντασίας, που είναι αυτό που κάνει τελικά τον πρωταγωνιστή Βίκτορ να εδραιώνεται στην πραγματικότητα.


«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Χαβιέρ Μαρίας, μετ. Βιβή Φωτοπούλου, εκδ. Σέλας, 1997, σελ. 356

Υ.Γ. 1   Η πιο εκπληκτική σκηνή του βιβλίου είναι εκείνη που ο πρωταγωνιστής κάνει έρωτα με μια πόρνη, αλλά σε καμία φάση δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται ή όχι για την πρώην γυναίκα του.

Υ.Γ. 2 Ναι, το ομολογώ το βιβλίο το πήρα στο παζάρι (4,00€). Κρίση.

Υ.Γ. 42 Τον Χαβιέρ Μαρίας τον γνώρισα από τον no14me, αλλά όπως εύστοχα παρατήρησε ο librofilo εκείνος τον διάβαζε πριν ακόμα γεννηθούμε εγώ ή ο no14me.