16/5/19

Στη 16η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης





Τρίτη χρονιά φέτος που πήγα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Δεν είχα καμία δουλειά, κανένα πάνελ, και καμία υποχρέωση να είμαι εκεί. Πήγα γιατί ήθελα, γιατί περνάω πολύ καλά σε αυτή τη μεγάλη γιορτή, γιατί βλέπω μαζεμένους ανθρώπους του βιβλίου που τους νιώθω δικούς μου, κι άλλους που τους θαυμάζω από μακριά. Και φυσικά πήγα και για την ωραία εκδρομή. Πάνω από 500 εκδηλώσεις με θέμα το βιβλίο (το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και για τις τέσσερις μέρες είναι πάνω από 100 σελίδες), κάποιες κοινότοπες και βαρετές- ένας συγγραφέας μιλάει για το βιβλίο ενός άλλου και μας λέει πόσο αριστουργηματικό είναι-, κι άλλες πραγματικά ενδιαφέρουσες και σημαντικές, που θέτουν θέματα ουσίας για αναγνώστες και επαγγελματίες. 





Η Έκθεση γίνεται στο γνωστό συνεδριακό κέντρο που γίνεται και η ΔΕΘ, και έχει τριπλό χαρακτήρα. Πρώτα από όλα εμπορικό, υπάρχουν σε μικρά ή μεγαλύτερα σταντ σχεδόν όλοι οι εκδοτικοί οίκοι, ο καθένας μπορεί να αγοράσει ό,τι θέλει και να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες. Αυτό για τους μικρούς εκδοτικούς είναι ιδιαίτερα σημαντικό, κάποια από τα βιβλία τους δεν φτάνουν σε όλα τα βιβλιοπωλεία, οι αναγνώστες μπορούν να τα δουν μόνο στις Εκθέσεις. Το δεύτερο κομμάτι της είναι οι εκδηλώσεις. Το τρίτο οι επαγγελματικές επαφές για το βιβλίο, σε έναν χώρο που συγκεντρώνονται όλοι. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που παραμένει στην Θεσσαλονίκη, αν γινόταν στην Αθήνα δεν θα είχε αντίστοιχη συμμετοχή επαγγελματιών τόσες ώρες κάθε μέρα. Ο καθένας θα έκανε την παρουσίασή του και θα έφευγε.  Η αλήθεια είναι πως η ίδια η πόλη δεν ζει στον ρυθμό της ΔΕΒΘ. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ξέρουν καν τι συμβαίνει, τη μπερδεύουν με ένα παζάρι ξεπουλήματος βιβλίων που γίνεται στην παραλία κάποια άλλη χρονική στιγμή, δεν αντιλαμβάνονται πως σπουδαίοι Έλληνες και ξένοι συγγραφείς μαζεύονται τόσο κοντά τους για ένα τετραήμερο. 

Η διοργάνωση μού φάνηκε φέτος καλύτερη. Μοναδικό μελανό σημείο και φέτος η αδυναμία στην ουσία να φιλοξενήσει σωστά τους ξένους συγγραφείς. Είχα μεγάλη λαχτάρα να δω τον Λάζλο Κρασναχορκάι, αλλά η εκδήλωση έγινε σε μια στενή αίθουσα, με ελάχιστα ακουστικά διερμηνείας. Δεν πρόλαβα να πάω μια ώρα πριν κι έτσι έμεινα όρθια, χωρίς δυνατότητα μετάφρασης από τα ουγγρικά- ε, πόσο να με κρατήσει το γαλάζιο βλέμμα του Λάζλο, δεν άντεξα πολύ κι έφυγα. Κάπως πρέπει να μαζευτεί και το πρόγραμμα των εκδηλώσεων, κάποιες γίνονται για να γίνονται με λίγο κόσμο και απροετοίμαστους ομιλητές, ενώ κάποιες συμπίπτουν χρονικά κι είναι αδύνατο να τις παρακολουθήσεις.

Γύρισα από τη Θεσσαλονίκη ειλικρινά αναζωογονημένη- όλο αυτό έχει και κάπως χαρακτήρα σχολικής εκδρομής- με νέες εικόνες και πληροφορίες. Και με ανανεωμένη την όρεξή μου∙ για βιβλία και διάβασμα. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ






14/5/19

"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου




Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μάλλον σπάνιο χάρισμα, η αφηγηματική της δεινότητα είναι τέτοια που φτιάχνει βιβλία που μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά από όλους, και από εκείνους τους αναγνώστες που αναζητούν τη συγκίνηση και την πλοκή, και από αυτούς που θέλουν δεύτερο και τρίτο επίπεδο, βάθος. Είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις συγγραφέων- Ελλήνων και ξένων- που μπορούν να αποτελέσουν σκαλοπάτι για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη των υποψιασμένων. 

Το «Στη Ζωή νωρίς νυχτώνει» είναι ένα χορταστικό βιβλίο πεντακοσίων σελίδων. Σε πρώτη ανάγνωση έχουμε εδώ ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο νέα κορίτσια, στη δεκαετία του ’60 που προσπαθούν να βρουν ποιες είναι μέσα στην κοινωνική και πολιτική αναταραχή της εποχής, να βάλουν όρια ανάμεσα στον καθωσπρεπισμό της οικογένειας, το πολιτικό και σεξουαλικό καζάνι που βράζει γύρω τους και το ποιες είναι. Η Οριάν- από το Οριάνθη- πιο απελευθερωμένη, κόρη διπλωμάτη και ορφανή από μητέρα και η πολύ πιο φοβισμένη και συντηρητική Άρια- από το Αριστέα- θα μπλέξουν τις ζωές του για λίγο, κι έπειτα θα χαθούν μετά από ένα ντου της αστυνομίας. Θα ξαναβρεθούν, πολλά χρόνια μετά, το 2015, και θα ξανασυστηθούν. 

Η Πριοβόλου βάζει από την αρχή το θέμα της χειραφέτησης της γυναίκας μπροστά, ένα θέμα που έκαιγε τότε και συνεχίζει να καίει. Παρακολουθεί τρεις γενιές γυναικών, αναγνωρίζει τα σημάδια της αλλαγής, δίνει μέσω της εγγονής της Οριάν της Οζ, την πορεία αυτού του αγώνα. Αλλά δεν μένει εκεί. Οι δύο ηρωίδες της είναι βαθιά πολιτικοποιημένες, η καθεμιά με τον τρόπο της, πιο έντονα η Οριάν και πιο χαμηλόφωνα η Άρια. Και αναγκάζονται να φύγουν από την Ελλάδα με τη δικτατορία. Η Άρια καταλήγει στον Καναδά κι η Οριάν πηγαίνει στον πατέρα της, στον Λίβανο, εκεί που έχει γεννηθεί. 

Με προσεκτικά φλας μπακ και εγκιβωτισμένες μικροϊστορίες, η φλεγόμενη Ιστορία της Μέσης Ανατολής διατρέχει το βιβλίο. Ένα δύσκολο πολιτικό θέμα, που αρκετοί δεν θα άγγιζαν- το παλαιστινιάκο, ο εμφύλιος στον Λίβανο, οι παναραβιστές, οι δυτικόφιλοι, οι δύο υπερδυνάμεις στην περιοχή- ο πόλεμος, σε αντίστιξη με την ειρήνη. Εδώ το μυθιστόρημα φαίνεται πως κρύβει αρκετή έρευνα πίσω του, δεν είναι ένα απλό πέρασμα αυτό που κάνει η Οριάν από τη Βηρυτό, σημαδεύει τη ζωή της και το βιβλίο. Μέσα από όλα αυτά προκύπτουν τα βασικά ζητήματα: ταυτότητας, πατρίδας, οικογένειας. Τι καθορίζει την προσωπική μας ιστορία και ανάπτυξη, πού είναι η πατρίδα μας και τι βαραίνει, ο τόπος, η γλώσσα, οι άνθρωποι, η θρησκεία, η συγκυρία; Ποιοι άνθρωποι θα είναι κοντά μας στα στερνά μας; Ξέρουν ποτέ τα παιδιά τους γονείς τους; Οι γονείς τα παιδιά; Ποιος είναι οικογένεια και με ποιον περνάμε τελικά τη ζωή μας. 

Μυθιστόρημα πολυφωνικό, με γλώσσα κάπως παλιακή – ίσως αυτό να το κάνει πιο προσιτό σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, αν κι εγώ πιστεύω πως ένα τέτοιο κείμενο γραμμένο πιο σύγχρονα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο επιδραστικό-, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το πιάνεις στα χέρια του για να το συνεχίσεις τα βράδια. Με πολλές πολιτικές και κοινωνικές αιχμές, μα αφήγηση ήπια και στρογγυλή, με ιδέες ολοκληρωμένες. Το μεγάλο ατού του βιβλίου είναι αυτό, ξέρει τι θέλει να πει, το εντάσσει μέσα στην πλοκή, οι ήρωες δεν μοιάζουν χάρτινοι, ούτε μόνο αφορμές για τον καμβά, ενώ ταυτόχρονα το φόντο- οι τόποι, η πολιτική, το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι το βασικό θέμα. Έχουμε να διδαχτούμε δύο τρία πράγματα από τον τρόπο που αφηγείται η Πριοβόλου, από την ξεκάθαρη σκέψη της και τα ερωτήματα που βάζει, χωρίς να τα απαντά. Και κυρίως από τον τρόπο που από το πολιτικό και το ιστορικό κουβάρι φτιάχνει λογοτεχνία.


                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Στη ζωή νωρίς νυχτώνει", Ελένη Πριοβόλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 512

5/5/19

"Το παιδί", Γιάννης Παλαβός




Ο Γιάννης Παλαβός και η μικρή φόρμα τα έχουν βρει εξαιρετικά μεταξύ τους, μοιάζει η γραφή του να είναι φτιαγμένη για τις μπουκιές ανάγνωσης, κατορθώνει σε μικρά κείμενα να δώσει άλλη πνοή. Συνηθίζω να λέω πως διηγήματα μπορούν να γράψουν σχεδόν όλοι οι γραφιάδες, καλά διηγήματα όμως ελάχιστοι∙ ο Παλαβός ανήκει σε αυτή την περίεργη κάστα των διηγηματογράφων. 

Το παιδί είναι μια συλλογή που έχει κοινό τον τόπο, τα διηγήματα είναι τοποθετημένα στην ελληνική επαρχία- φανταζόμαστε τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Βελβεντό Κοζάνης. Κι έχουν και κάτι άλλο κοινό, την αγριότητα της επαρχίας, τη ματαιότητα της ζωής, και τον θάνατο. Όλα αυτά όχι σκοτεινά, με δύναμη, με διαύγεια όπως αυτή που δίνει μια μοναχική βόλτα στο βουνό. Σου μεταδίδουν τη φύση και τη φύση των ανθρώπων, ζωντανά, νιώθεις σαν να είσαι εκεί και να ανασαίνεις τον καθαρό αέρα- και το ματωμένο χώμα.

Ξεχωρίζει το πρώτο, Το ελάφι, που έρχεται από τη μακρά παράδοσή μας στο διήγημα, βγαίνει απευθείας από τα σωθικά του Παπαδιαμάντη. Και η προτελευταία Πένσα, που με ελάχιστα λιτά μέσα δίνει την ιστορία της ανθρωπότητας. Σε όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι, το τοπίο, και ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Σε όλα η γλώσσα είναι πυκνή, τα αφηγηματικά μέσα λίγα και ξεκάθαρα. Σε όλα κάτι συμβαίνει, δεν έχουμε εδώ θραύσματα ομφαλοσκόπησης, μόνο κομμάτια πραγματικότητας- περιγραφή και δράση. 

Ο Παλαβός δεν γράφει πολύ, κάποια από τα διηγήματα είχαν δημοσιευτεί ήδη από το 2012, κι η συλλογή ολοκληρώθηκε το 2019. Το προηγούμενο του βιβλίο (Το αστείο, 2012) βραβεύτηκε με το Κρατικό και το βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης. Φαντάζομαι πως Το παιδί θα έχει παρόμοια τύχη. 



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


«Το παιδί», Γιάννης Παλαβός, εκδ. Νεφέλη, 2019, σελ. 105

30/4/19

"Μίστερ Γκουίν", Alessandro Baricco



Έχω αδυναμία στον Αλεσσάντρο Μπαρρίκο, αν κι είχα να τον διαβάσω πολλά χρόνια. Το «Μίστερ Γκουίν» περιλαμβάνει, στην ελληνική του έκδοση, δύο βιβλία- το ομώνυμο μυθιστόρημα και τη νουβέλα «Τρεις φορές το ξημέρωμα». Και τα δύο μού θύμισαν γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η γραφή του και με έβαλαν ξανά σε έναν κόσμο ονειρικό και κάπως διεστραμμένο, αλλά τελικά διαυγή και κατανοητό.

Ένας μοναχικός συγγραφέας με μέτρια εκδοτική επιτυχία αποφασίζει να γράψει ένα άρθρο στη Γκάρντιαν όπου μεταξύ άλλων 51 πραγμάτων που υπόσχεται να μην ξανακάνει είναι να μην ξαναγράψει. Στην αρχή κανένας δεν τον παίρνει στα σοβαρά, ιδίως ο ατζέντης και κολλητός του φίλος. Όσο όμως ο καιρός περνά, φαίνεται να το εννοεί. Η μανία για το γράψιμο τον καταδιώκει κι αποφασίζει να γίνει "αντιγραφέας", να φτιάχνει με έναν δικό του ιδιότυπο τρόπο το πορτρέτο ενός προσώπου που θα του ποζάρει 32 μέρες γυμνό, αλλά αντί να το ζωγραφίζει, θα το γράφει. Η επιχείρηση, αν και μοιάζει καταδικασμένη, τελικά στέφεται με επιτυχία. 

Το «τρεις φορές το ξημέρωμα» είναι μια νουβέλα που παίζει ρόλο στην πλοκή του "Μίστερ Γκουίν", αν και στην πραγματικότητα ο Μπαρρίκο την εξέδωσε ένα χρόνο μετά το μυθιστόρημα. Πάντως σε πολλές μεταφράσεις, τα δύο βιβλία κυκλοφορούν μαζί. 

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκκο έχει ιδιαίτερο τρόπο γραφής, αναγνωρίσιμο. Παρόλο που πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος είναι αφήγηση, κι όχι πράξη, σε βάζει τόσο βαθιά στην ιστορία του που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Έχει αυθεντικό ταλέντο ως παραμυθάς, ό,τι κι αν αφηγούταν, θα το έκανε με τέτοιο τρόπο που θα κρεμόσουν από τα χείλη του- ή έστω τις σελίδες του βιβλίου. Σε αυτά τα βιβλία έχει και πολύ ενδιαφέρον θέμα. Η μοναξιά των ανθρώπων, η ματαιότητα της ζωής και του χρόνου που περνάει και μας οδηγεί ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος, οι ανθρώπινες σχέσεις που φτάνουν πάντα ως ένα σημείο, διακριτό, πέρα από το οποίο καθένας μονάχος του πορεύεται.

Αλλά και τα βάσανα του γραφιά, η ανάγκη για γράψιμο και παρατήρηση που κατατρύχει τους ανθρώπους που γράφουν, η ανάγκη από ένα σημείο και μετά να ξεφύγεις από το λογοτεχνικό σινάφι που κάνει κύκλους και κυνηγάει την ουρά του. Ο ήρωας του Μπαρρίκο μοιάζει να είναι το άλτερ ίγκο του, ένας γενναίος άνθρωπος που δεν απαρνείται την κλίση του, αλλά ξεμπερδεύει με όλα τα συμπαραμαρτούντα- συμβόλαια, κριτικές, συναναστροφές-, κρατά μόνο την ουσία, αυτό που τον αφορά και αποκόπτει όλα τα άλλα. Μαζί του παρασύρει και τους λίγους ανθρώπους που έρχονται κοντά του σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας. 

Απόλαυσα τον «Μίστερ Γκουίν», βυθίστηκα σχεδόν αμέσως στον κόσμο του και δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου. Και θυμήθηκα τι όμορφα είναι να ξαναγυρνάς σε συγγραφείς που αγαπάς, με την καρδιά ανοιχτή κι ικανή ακόμα να συγκινηθείς από μια καλογραμμένη ιστορία. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



«Μίστερ Γκουίν», Αλεσσάντρο Μπαρίκκο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.316

22/4/19

"Πατρίδα", Fernando Aramburu



Είναι δύσκολο, σχεδόν ακατόρθωτο, να μιλήσεις για τις 718 σελίδες της Πατρίδας του Φερνάντο Αραμπούρου, χωρίς να αφήσεις κάποιο σημαντικό ζήτημα απέξω. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται το καυτό θέμα της ΕΤΑ, της τρομοκρατίας και της ανεξαρτησίας της χώρας των Βάσκων, με ψυχρό αίμα. Το βιβλίο δεν χαϊδεύει κανενός τα αυτιά- ενώ σαφώς παίρνει πολιτική θέση. Και τέτοια κείμενα, τόσο κοντά στα γεγονότα, είναι σπάνια και γενναία. Μην ξεχνάμε πως μόλις το 2011 η ΕΤΑ δήλωσε πως σταματάει δια παντός τον ένοπλο αγώνα. 

«Έχω καιρό να διαβάσω ένα βιβλίο τόσο πειστικό και συγκινητικό, τόσο ευφυώς σχεδιασμένο» έγραψε για την Πατρίδα ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και θα συμφωνήσω με τον πολυαγαπημένο μου Περουβιανό συγγραφέα. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστούν δυο οικογένειες, της Μίρεν και της Μπιττόρι. Οι δυο τους, φίλες από τα νεανικά τους χρόνια, είναι παντρεμένες με δύο κολλητούς φίλους, τον Χοσίαν και τον Τσιάτο. Και τα παιδιά των δύο οικογενειών αγαπιούνται. Μόνο ο μεγάλος γιος της Μίρεν, ο Χόσε Μάρι, αποστασιοποιείται, αρχίζει να μπλέκει με την ΕΤΑ μπαίνει στον ένοπλο αγώνα. Η μάνα του τον στηρίζει κι είναι περήφανη για κείνον. Τα άλλα δυο παιδιά της οικογένειας, η Αράντσα και ο Γκόρκα, ευφυέστερα και διαβασμένα, είναι πολύ πιο μετριοπαθή. 

Όλα αρχίζουν όταν ο άντρας της Μπιττόρι, ο Τσιάτο, επιτυχημένος επιχειρηματίας με φορτηγά, αρνείται να πληρώσει τον «επαναστατικό φόρο» στην ΕΤΑ και στοχοποιείται. Οι δυο οικογένειες δεν μιλιούνται πια, αρχίζουν να εμφανίζονται στο χωριό όλο και περισσότερα συνθήματα κατά του Τσιάτο, σχεδόν δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Πεισματάρηδες, μένουν στο χωριό, και τελικά η ΕΤΑ δολοφονεί τον Τσιάτο. Είναι μάλλον ασαφές αν το έγκλημα το διαπράττει ο Χόσε Μάρι, αν και αφήνονται υπόνοιες. 

Χρόνια αργότερα, ο Χόσε Μάρι είναι στη φυλακή, η Μπιττόρι αρχίζει να πηγαίνει κρυφά ξανά στο χωριό της, η Αράντσα είναι καθηλωμένη μετά από εγκεφαλικό σε αναπηρική καρέκλα, η Μίρεν είναι πιο ξεροκέφαλη από ποτέ- ενώ δεν σκαμπάζει από πολιτικά είναι εθνικά υπερήφανη που ο γιος της είναι φυλακή λόγω του ένοπλου αγώνα, κι ας έχει σκοτώσει ανθρώπους, ίσως μάλιστα και τον καλύτερό τους φίλο. Νιώθει έξαλλη που ο Χόσε Μάρι χάνει τα νιάτα του στη φυλακή, που έφαγε ξύλο όταν τον ανέκριναν και που δεν τον φέρνουν σε μια φυλακή κοντά στην πατρίδα. 

Η τρομοκρατία, τα θύματα, οι θύτες, το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αλλά κυρίως η μνήμη και η συγχώρεση, αν μπορούν να υπάρξουν, με ποιο τρόπο, στοιχειώνουν όλο το μυθιστόρημα. Ο Αραμπούρου είναι εξαιρετικός στο ψυχογράφημα. Όλο το χωριό βαφτίζει τη Μπιττόρι «η τρελή» όταν εκείνη δειλά δειλά ξαναγυρνάει σπίτι. Μα τι τρελό έκανε; Ο άντρας της δολοφονήθηκε από την ΕΤΑ γιατί δεν έδωσε λεφτά. Όμως είναι τόσο Βάσκα, όσο κι εκείνοι. Μια χαροκαμένη Βάσκα που πλήρωσε πολύ ακριβά. Μια Βάσκα που μιλάει καλά τα βάσκικα, σε αντίθεση με τον φερόμενο ως δολοφόνο, τον Χόσε Μάρι που δεν τα μιλάει σωστά. Τι είναι τελικά αυτό που όπλισε το χέρι του ενός- κι η φωτογραφία του είναι αναρτημένη στο δημαρχείο σαν να είναι ήρωας-, τι τον ξεχωρίζει από τη γειτόνισσά του. Τι τον κάνει περισσότερο Βάσκο. 

Ταυτότητα, πατρίδα, οικογένεια, γλώσσα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι εκκινούν από το ίδιο σημείο, δυο αμόρφωτες Βάσκες κοπελίτσες που παντρεύονται δυο φίλους. Ο ένας τα καταφέρνει οικονομικά, ο άλλος όχι. Τα παιδιά του ενός γίνονται γιατρός και δικηγόρος. Του άλλου, ο ένας φυλακή, η άλλη δουλεύει σε παπουτσάδικο, ο τρίτος γκέι ραδιοφωνικός παραγωγός. Ο κόσμος γύρω τους αλλάζει και τους απομονώνει. Και μεταμορφώνονται σε νησίδες μοναξιάς, ο καθένας με τις χτυπητές διαφορές του. Αποκτούν ταυτότητα μέσα από τη μοναξιά τους. Και τη θλίψη. Πόσες απώλειες, και από τις δύο πλευρές. Το κυριότερο που έχασαν είναι ο ένας τον άλλον και καθένας την ησυχία του και τη στήριξη της οικογένειας. Για μια ιστορία που ενώ είναι σημαντική και πολιτική, ίσως και να μην είναι. Μπορείς να συγχωρέσεις, αν έχεις χάσει τόσα πολλά; Μπορείς να ζητήσεις συγγνώμη; Ο συγγραφέας διερευνά αυτά τα ερωτήματα σχεδόν με ωμότητα και τραχύτητα. Κανένας από τους ήρωες του δεν είναι συμπαθής, ούτε αντιπαθής. Όλοι έχουν χάσει τη ζωή τους. Άξιζε τον κόπο; Κάποιοι είναι θύματα και κάποιοι θύτες. Αυτό μάς ζητάει να μην ξεχάσουμε. Δεν ζυγίζει το ίδιο η οδύνη του θύτη και του θύματος. Δεν θα μπορούσε. Πονούν όμως κι οι δύο. 

Γενναιότητα∙ σε μια χώρα που ακόμα στοχοποιούνται πρόσωπα, το να μιλήσεις ανοιχτά για αυτό το θέμα απαιτεί κότσια. Ο Αραμπούρου βέβαια δεν ζει στην Ισπανία πια. Και πάλι. Τρομοκρατία και εθνικισμός, ταυτότητα και πατρίδα, γλώσσα και οικογένεια. Ταλανίζουν την Ευρώπη όλο τον προηγούμενο αιώνα. Ταλανίζουν και τον δικό μας αιώνα. Αν δεν υπάρξει τρόπος μέσω της λογοτεχνίας να το διαπραγματευτούμε, τότε αμιγώς πολιτικά φαντάζει βουνό. Το βιβλίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, θα γίνει και σειρά από το HBO. Αξίζει τον κόπο. Αν αναγνωρίσουμε τον διπλανό μας ή τον εαυτό μας, αν αναγνωρίσουμε τον πόνο, κι ας μην είμαστε Βάσκοι, κι ας μην είμαστε Ισπανοί, κι ας μην είμαστε θύματα – ή θύτες- της τρομοκρατίας. Μήπως είμαστε όλοι; Γιατί αυτό που ζούμε, σε όλη την Ευρώπη, εμένα κάτι μου θυμίζει. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Πατρίδα», Φερνάντο Αραμπούρου, μετ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 718 

14/4/19

"Όπως ποτέ", Μισέλ Φάις



Έχω διαβάσει και τα δύο προηγούμενα βιβλία της άτυπης τριλογίας του Μισέλ Φάις που ολοκληρώνεται με το Όπως ποτέ- το Από το πουθενά και το Lady cortisol. Για κανένα δεν έγραψα κείμενο, γιατί ένιωσα πως θα τα αδικούσα, θα χανόταν κάτι από την περίεργη μαγεία τους. Πρόκειται για βιβλία στα οποία οφείλεις να αφεθείς, αν προσπαθήσεις να τα προσεγγίσεις με τη λογική θα απογοητευτείς οικτρά. 

Ο Φάις σε αυτά τα τρία βιβλία γράφει ακραία αποσπασματικά, σχεδόν θραυσματικά, ξεχνάει τις λογοτεχνικές συμβάσεις, αρνείται να αναφέρει χαρακτηριστικά και γεγονότα, κρατάει ατόφιο το συναίσθημα. Αν αυτό ακούγεται επιφανειακό, δεν είναι, γιατί όσο προχωράει ο ασθματικός του λόγος, μπαίνουμε βαθιά στην ψυχοσύνθεση του άφαντου ήρωα, αρχίζουν να είναι αδιάφορες οι λεπτομέρειες, σε αφορά σε άλλο επίπεδο αυτό που γράφεται. 

[]Και με μάτια κλειστά, κάθομαι έξω από την πόρτα. Παρά λίγο να πω, μέσα από την πόρτα. Επόμενο δεν είναι; Περιστρεφόμενος. Αν και ακίνητος, όλα γυρίζουν. Και τότε αισθάνομαι, όχι όλες τις φορές, το έχω αισθανθεί πάντως, πως αν το θέλω τόσο πολύ, αν το θέλω μέσα από την καρδιά μου να μπω εκεί μέσα, όταν ανοίξω τα μάτια μου, όταν σταματήσει η περιδίνησή μου, θα βρίσκομαι εκεί. Ναι, θα βρίσκομαι εκεί μέσα. Αυτοπροσώπως. ‘Η έστω το φάσμα μου. Αισθάνομαι άσχημα ακόμα και που το λέω. Αλλά, ναι, έχω πέσει και σ’ αυτές τις αγυρτίες. Στο μεταξύ, η κυρία Αποτυχία με γλεντάει. Με προκλητικό σαδισμό μου συμπαραστέκεται. Πίνει, καπνίζει, λιμάρει τα νύχια της, κρεπάρει με τα χέρια τα μαλλιά της, φρεσκάρει το κραγιόν της και με προτρέπει να συνεχίσω. Μου ψιθυρίζει, σχεδόν λάγνα, στο αυτό πως θα βρίσκεται για πάντα δίπλα μου.[] 

Μπαίνω στον πειρασμό πολλά κομμάτια να τα διαβάζω δυνατά στον εαυτό μου, όπως κάνω με την ποίηση. Δεν είμαι τελείως πεπεισμένη πως κείμενα «ροής συνείδησης» σαν κι αυτό είναι αμιγώς πεζογραφικά. Από την άλλη, το βιβλίο σε σημεία είναι τόσο υποβλητικό, που δεν σε νοιάζουν οι ορισμοί. Αυτού του είδους η λογοτεχνία, μοιάζει απλή, δεν είναι. Αν παρασυρθεί ο συγγραφέας, υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να μη βγαίνει κανένα νόημα. Αν πάλι ξεκινήσει από μια στέρεη αφηγηματική δεξαμενή, τότε το αποτέλεσμα είναι ηδονικό. 


                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


   
"Όπως ποτέ", Μισέλ Φάις, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 150
















3/4/19

"Περίγραμμα", Rachel Cusk



Με γοήτευσε η γραφή της Ρέιτσελ Κασκ στο πολυσυζητημένο «Περίγραμμα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Πρόκειται για το πρώτο μέρος της Τριλογίας, αυτό που εκτυλίσσεται στην Ελλάδα, - τα επόμενα, Transit και Kudos, τα περιμένουμε σύντομα- κι εντάσσεται σε αυτό το νέο είδος που ονομάζεται auto-fiction. Δεν πολυσυμπαθώ αυτά τα βιβλία, όπου ο συγγραφέας μάς δίνει ατόφιο το βίωμα του, μασκαρεμένο ως πεζογραφία, κάποια όμως είναι ενδιαφέροντα. 

Η καινοτομία στην περίπτωση της Κασκ είναι πως το άλτερ ίγκο της μέσα στο «Περίγραμμα», η συγγραφέας Φέι, που έχει την ηλικία της, είναι χωρισμένη, έχει δυο παιδιά κι έρχεται στην Ελλάδα για να διδάξει σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής, όπως η Κασκ, είναι μια παθητική αφηγήτρια. Είναι δέκτης πολλών ιστοριών, και εμπειριών, μας λέει ελάχιστα για την ίδια, παίζει το ρόλο του φίλτρου και του αναμεταδότη. Αυτή η φαινομενική ανυπαρξία της φιγούρας του αφηγητή αφήνει τις μικροϊστορίες να λάμψουν, και να έρθουν στο προσκήνιο τα βασικά θέματα που αφορούν τη συγγραφέα, η ζωή της, ο γάμος, τα παιδιά, το γράψιμο, η συνειδητοποίηση της ηλικίας και της ματαιότητας. 

Η Ρέιτσελ Κασκ γράφει το 2014, όμως δεν ενδιαφέρεται να δώσει μια εικόνα της Ελλάδας της Κρίσης, οι Έλληνες που συναντάει έχουν μάλλον υπαρξιακά προβλήματα. Αν με ενόχλησε κάτι, είναι οι διακριτές φιγούρες, πως αναγνώριζα ανθρώπους και καταστάσεις- την κάπως φιλάρεσκη αλλά εξαιρετικά εύγλωττη και τελικά συμπαθή συγγραφέα που πέρασε καιρό στο Βερολίνο, τη λεσβία ποιήτρια, την πανέμορφη εκδότρια, τα παιδιά του σεμιναρίου. Αυτό είναι πρόβλημα μόνο για τον Έλληνα αναγνώστη στο συγκεκριμένο, αλλά φαντάζομαι πως δημιουργεί ενδοιασμούς για όλο το auto-fiction στους ανθρώπους που μπορούν να αναγνωρίσουν το βίωμα. 

Με απασχόλησαν αρκετά οι απόψεις της Κασκ για τη γραφή. Στα παιδιά του σεμιναρίου δημιουργικής γραφής ζητάει μόνο εικόνες, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαίτερα που αναγκάζονται για χάρη της να γράψουν σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική τους, σε μια αποστροφή μάλιστα λέει πως η ελληνική δεν είναι γλώσσα διεθνής, ε, τι να γίνει, έπαιξε κι έχασε. Φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για την ίδια τη μυθοπλασία, έχει λίγο σεβασμό για την πλοκή και τους ήρωες, τους μεταχειρίζεται, κι έπειτα τους πετάει. 

Αν και το ίδιο το βιβλίο είναι σαγηνευτικό, η ιδέα πως θα επικρατήσει το auto-fiction τελικά με ενοχλεί. Καταλαβαίνω την έλξη που μου ασκεί, είναι μια οριακή κλειδαρότρυπα, που όταν γράφεται από καλό γραφιά, σου δίνει την αίσθηση της φρεσκάδας και της αμεσότητας. Από την άλλη, αν κυριαρχήσει, θα γεμίσουμε κοινότοπες ιστορίες, δίχως πραγματικό βάθος. Γιατί για να γράψεις τέτοιου είδους κείμενα, χωρίς να πλατειάσεις, και χωρίς να πέσεις στην παγίδα της αυταρέσκειας, χρειάζεται μία μαντλέν∙ πόσοι έχουν τη γεύση της στο μυαλό τους, είναι άλλο ζήτημα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Περίγραμμα", Rachel Cusk, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, σελ. 247, 2019

29/3/19

Δέκα χρόνια μετά




Σαν σήμερα, πριν δέκα χρόνια, δημιουργήθηκε το Διαβάζοντας. Και με αυτό, εννοώ το blog κι όχι όλα τα άλλα εργαλεία που το συνοδεύουν. Όταν το έφτιαξα, το 2009, είχα μια αμυδρή ιδέα, κάπως σκοτεινή, για το πώς δουλεύουν τα blogs. Επισκεπτόμουν μερικά τακτικά, αλλά δεν λάμβανα μέρος στις συζητήσεις, ανακάλυπτα βιβλία κι έπαιρνα σιωπηλά μια γεύση από έναν βιβλιόφιλο κόσμο που μέχρι τότε μόνο ονειρευόμουν. Έφτιαξα το Διαβάζοντας σε μια παρόρμηση, ένα βράδυ. Ήταν ένα στιγμιαίο λάθος. Παραλίγο δε, να το λένε «ΔιαβάΖωντας». Οριακά απέφυγα το μάλλον προφανές και κάπως δημοσιογραφίστικο λογοπαίγνιο. 

Ανέβασα το πρώτο πόστ- ήταν για τον Λιόσα- και το ποστάρισα στο Facebook. Τότε ήταν της μόδας οι bloggers να είναι ανώνυμοι, αλλά για κάποιο λόγο δεν συμπαθούσα την ανωνυμία. Το ίδιο βράδυ σχεδόν, ανακάλυψε το blog ένας καλός παλιός μου συμμαθητής και γνωστός blogger. Και συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν μόνη. Στους διαλόγους μας χρωστάω το ότι κράτησα το blog ζωντανό τον πρώτο καιρό. Κι έπειτα δεν με ένοιαζε πια, ήμουν μέρος της κοινότητας. Δεν ήξερα να το ορίσω, ούτε και τώρα, αλλά το blog σημάδεψε μια εποχή, αυτή της μετάβασης. Μπόρεσα μέσα από αυτό, από τα μικρά και κάποτε κάπως ξετσίπωτα κείμενα που ανέβαζα εδώ, να καταλάβω πως εκείνο το μοναχικό κορίτσι που ξεκοκκάλιζε βιβλία καθισμένο στους διαδρόμους της σχολικής βιβλιοθήκης- γιατί η καρτέλα του ήταν ήδη γεμάτη και δεν του δάνειζαν άλλα αυτή την εβδομάδα- ήμουν εγώ. Και ενήλικη, αυτή ήμουν, όσο κι αν προσπαθούσα να το ξορκίσω∙ για τους άλλους. 

Το blogging είναι μοναχική διαδικασία, μοιάζει σε αυτό με το διάβασμα και το γράψιμο. Όμως στην εποχή των social media, η μοναχικότητα άλλαξε μορφές. Έφτιαξα τη σελίδα στο facebook αλλά και το group, ίσα για να ανεβάζω τα ποστ μου εκεί, να απελευθερώσω το προφίλ μου από τη μονοτονία των αναρτήσεων για βιβλία. Στην πράξη, εκείνη την εποχή ήμουν ενεργή μόνο στο twitter- μεγάλο σχολείο το twitter, ευνοούσε τον ρυθμό, την καυστικότητα και την ατάκα. Όταν το πράγμα άρχισε να γίνεται σιχαμερά κομματικοποιημένο, έκλεισα τον λογαριασμό μου. Και τότε ήρθε η σειρά του Facebook. 

Αλλά για την άνθηση εκεί, θα σας πως μια άλλη φορά, ίσως αν καταφέρω ποτέ να θυμηθώ πότε φτιάχτηκε το group. Θα σας πω πως αγαπώ το blog γιατί είναι ένα αρχείο των κειμένων μου, και με ένα τρόπο των βιβλίων που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια- κι ας μην είναι όλα εδώ. Το blog έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ανάγνωσης (μου). Δεν κρατάω ποτέ σημειώσεις, όμως έχω πάντα στον νου μου πως πιθανότατα κάτι θα γράψω για το βιβλίο που διαβάζω. Υπάρχουν μισοτελειωμένα κείμενα που δεν ανέβηκαν ποτέ; Φυσικά. Υπάρχουν συγγραφείς που τους αδίκησα, στη θέρμη της πρώτης ανάγνωσης; Βεβαίως. Υπάρχουν κείμενα που ξαναδιάβασα και τα εκτίμησα διαφορετικά; Πώς αλλιώς; Και κείμενα δικά μου για τα οποία δεν είμαι φοβερά περήφανη; Ένα σωρό. Αυτή είναι η χαρά του μέσου, η διαφορά του, δίνει την αίσθηση της πρώτης ανάγνωσης, με όλα τα καλά και τα κακά της. 

Είμαι συγγραφέας γιατί υπάρχει το blog; Έγραφα και πριν. Όμως η καθημερινή τριβή με το κείμενο είναι μεγάλο σχολείο. Διαβάζω πιο πολύ γιατί υπάρχει το blog; Ναι. Αυτό με έβαλε σε μια παρέα βιβλιόφιλων, άλλαξε τις αναγνωστικές μου συνήθειες και τους ρυθμούς. Φταίει το blog που υπάρχει το Booktalks; Εννοείται. Είμαι ευγνώμων για κείνο το στιγμιαίο λάθος δέκα χρόνια πριν; Ε, ναι!





27/3/19

"Υπόγειος σιδηρόδρομος", Colson Whitehead



Ο Υπόγειος σιδηρόδρομος του  Colson Whitehead πήρε και το National Book Award 2016 και το Pulitzer 2017, κάτι που συμβαίνει σπάνια στην Αμερική. Πραγματεύεται ένα θέμα που πονάει βαθιά τη χώρα και τη διχάζει ακόμα και τώρα, αυτό του φυλετικού ρατσισμού. Η δράση τοποθετείται στην Αμερική πριν τον Εμφύλιο, η δουλεία είναι νόμιμη κι άνθρωποι είναι ιδιοκτησίες άλλων ανθρώπων, σαν τα πράγματα και τα κτήματα. Μόνο που τα σκαμνιά, τα τραπέζια και τα χωράφια δεν ματώνουν, oι σκλάβοι πεθαίνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους, σακατεύονται, υποτιμούνται, μαστιγώνονται. Οι μαύροι δεν είναι άνθρωποι, ακόμα και τα κατοικίδια είναι σε καλύτερη μοίρα, τα παιδιά τους πεθαίνουν συνήθως, αλλά ακόμα κι αυτά που επιβιώνουν πωλούνται μακριά. Η ζωή στις φυτείες του Νότου είναι μαρτυρική, όμως δεν είναι πολύ καλύτερη ούτε στις Βόρειες πολιτείες, ίσως λίγο λιγότερο βάναυση. Ο εφιάλτης μιας ζωής στη σκλαβιά δεν φαίνεται να τελειώνει παρά με τον θάνατο.  

Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος η Κόρα, που γεννήθηκε σκλάβα σε μια φυτεία στη Τζόρτζα (sic). Στην αρχή την παρακολουθούμε ως μια έφηβη, που την παράτησε η μητέρα της όταν το έσκασε από τη φυτεία. Το κορίτσι προσπαθεί να επιβιώσει, συμπεριφέρεται κάπως ελεύθερα και για αυτό τη στέλνουν στην καλύβα των τρελών. Ώσπου μια μέρα έρχεται ένας σκλάβος από την Βιρτζίνια, ο Σίζαρ, μεγαλωμένος αλλιώς, και την πείθει να αποδράσουν. Παίρνουν τον υπόγειο σιδηρόδρομο και ακολουθούν ένα σωρό σταθμούς, από την Νότια Καρολίνα, ως τη Βόρεια, ως την Ιντιάνα και την Καλιφόρνια. Η Κόρα θα περάσει ξυστά από τις διαδικασίες της στείρωσης και της εξάπλωσης της σύφιλης, θα κρυφτεί για μήνες σε μια χαραμάδα στα δοκάρια μιας οροφής, θα αλυσοδεθεί από έναν κυνηγό σκλάβων, θα ζήσει σε ένα κοινόβιο με ελεύθερους μαύρους. Στην πορεία παντού πτώματα, βασανισμοί- αποκορύφωμα το «Μονοπάτι της Ελευθερίας», εκατοντάδες μαύρα κορμιά κρεμασμένα αφήνονται στη σήψη και τα όρνια. 

Ο υπόγειος σιδηρόδρομος ήταν ο ευφημισμός που χρησιμοποιούταν στην πορεία των σκλάβων για την ελευθερία, ο Whitehead τον φαντάζεται πραγματικό. Είναι το τρικ του για να μας βάλει στην ιστορία, να εξηγήσει πώς όποιοι κι αν είναι οι νόμοι, εσύ προσωπικά μπορείς να αντισταθείς, πως έχει σημασία ακόμα και η επανάσταση του ενός. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο συγγραφέας δεν μασάει τα λόγια του. Στην πορεία βέβαια υπάρχουν έντονες στιγμές διδακτισμού, κλισέ, κάποιες ιδέες μοιάζουν βγαλμένες από τη δική μας πολίτικαλι κορέκτ εποχή κι όχι από τη βαναυσότητα της εποχής της δουλειάς.  Δεν παύει πάντως να είναι ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα. Αρκεί να φανταστεί κανείς πόσο κοντινή ήταν εκείνη η εποχή, πόσα φαίνεται να έχουν αλλάξει, αλλά στην ουσία παραμένουν ίδια. Ομολογώ πως θα απολάμβανα καλύτερα μια λιγότερο γραμμική και σχεδιασμένη πλοκή, μοιάζαν στο τέλος οι σκηνές να δημιουργούνται πλαστά, κι αυτό έκανε τους ήρωες χάρτινους, δεν μπορούσες να ταυτιστείς, να νιώσεις. Όμως και πάλι πρόκειται για ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κανείς. Για να μην ξεχνά∙ και να μην ξεχνιέται. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Υπόγειος σιδηρόδρομος", Κόλσον Γουάιτχεντ, μετ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ψυχογιος, σελ. 417, 2018  

21/3/19

"Η βλάβη", Friedrich Dürrenmatt



Ο Φρίντριχ Ντίρενματ υπήρξε σπουδαίος θεατρικός συγγραφέας, σκιτσογράφος και θεωρητικός του θεάτρου. Το θεατρικό «Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» τον έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο. Εμένα όμως μου αρέσουν πολύ και οι νουβέλες του, που μοιάζουν και δεν μοιάζουν με τα θεατρικά, έχουν την ίδια αίσθηση του γκροτέσκου, κινούνται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, και περιγράφουν την παραδοξότητα του κόσμου μας με μεγάλη ευκρίνεια. 

«Η βλάβη» είναι χαρακτηριστική. Πρωταγωνιστής ο Αλφρέντο Τραπς, ένας εμπορικός αντιπρόσωπος που το πολυτελέστατο αμάξι του «μένει» ένα απόγευμα σε μια επαρχιακή πόλη. Κι εκείνος αντί να περπατήσει μισή ώρα για να πάρει το τρένο, σκέφτεται μήπως έχει κανένα «τυχερό» και αποφασίζει να διανυκτερεύσει. Αλλά τι ατυχία, το αγαπημένο του ξενοδοχείο στην πόλη έχει συνέδριο γουρουνοεκτροφέων κι έτσι το μόνο μέρος να μείνει είναι η έπαυλη ενός ηλικιωμένου, που του παραχωρεί δωμάτιο δωρεάν και τον προσκαλεί για δείπνο με τους φίλους του. 

Ο οικοδεσπότης του είναι συνταξιούχος δικαστής και η παρέα του αποτελείται από άλλα τρία γεροντάκια, ένα εισαγγελέα, έναν συνήγορο δικηγόρο, κι έναν δήμιο. Του εξηγούν πως τους αρέσει να παίζουν το παιχνίδι «δίκη» και πως ο μόνος ρόλος που μένει για τον Τραπς είναι αυτός του κατηγορούμενου. Ο Τραπς, μιας και δεν βρέθηκε καμιά γκομενοδουλειά, δέχεται να παίξει για να περάσει ευχάριστα το βράδυ. Κι έτσι ξεκινά ένα λουκούλλειο γεύμα κατά το οποίο τούς λέει πως μέχρι πρόσφατα δεν ήταν τόσο πλούσιος, ήταν ένας γυρολόγος, αλλά με το που πέθανε ο προϊστάμενός του, πήρε εκείνος τη δουλειά με έναν μεγάλο αντιπρόσωπο και όλα άλλαξαν για αυτόν, τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά τους. Επιμένει πως είναι αθώος για το θάνατο του προϊσταμένου του, όμως ο δικαστήριο έχει άλλη γνώμη. 

Η νουβέλα είναι εκπληκτική, παίζει με το συνεχές σασπένς, ποιοι είναι αυτοί και τι νομιμοποίηση έχουν, θα εκτελεστεί με κάποιον τρόπο η ποινή, βάζει τον Τραπς- και εμάς- στο δίλημμα τι είναι ηθικό και τι νόμιμο και δίνει με εξαιρετικά λιτά μέσα την εικόνα της κοινωνίας, που δεν διαφέρει πενήντα χρόνια μετά και τόσο από τη σημερινή. «Η βλάβη» είναι ένα έργο συμβολικό όλης της παράνοιας του σύγχρονου κόσμου μας, της ανάγκης για κατανάλωση, της πιεστικής καθημερινότητας, των οικογενειακών δεσμών. Όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας εξάλλου στο πρώτο μέρος: «[]δεν απειλεί πια κανένας θεός, καμία δικαιοσύνη, κανένα πεπρωμένο[], αλλά τροχαία ατυχήματα, σπασίματα φραγμάτων εξαιτίας κακής κατασκευής, έκρηξη ενός εργοστασίου ατομικών βομβών, προκαλεσμένη από έναν αφηρημένο βοηθό εργαστηρίου, λάθος ρυθμισμένες αναπαραγωγικές μηχανές. Σ’ αυτό τον κόσμο των βλαβών οδηγεί ο δρόμος μας, στη σκονισμένη άκρη του οποίου, δίπλα στις ρεκλάμες για παπούτσια Bally, Studebaker, Icecreme και τις αναμνηστικές πλάκες των σκοτωμένων σε δυστυχήματα προκύπτουν ακόμη μερικές πιθανές ιστορίες, ενώ από ένα κοινό πρόσωπο κοιτάζει η ανθρωπότητα, η ατυχία επεκτείνεται χωρίς πρόθεση στο γενικό, το δικαστήριο και η δικαιοσύνη γίνονται ορατά, ίσως και η χάρη, συμπτωματικά, αντικατοπτρισμένα στο μονόκλ ενός μεθυσμένου». 





                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Η βλάβη", Φρήντριχ Ντύρενματ, μετ. Γιώργος Βαμβαλής, εκδ. Επίκουρος, 1970, σελ. 78













15/3/19

«Στο χείλος της αβύσσου», Erich Kästner



Τούτο το βιβλίο, που περιγράφει τη ζωή στη μεγαλούπολη εκείνης της εποχής, δεν είναι φωτογραφικό λεύκωμα∙ είναι σάτιρα. Δεν καταγράφει τα γεγονότα∙ υπερβάλλει. Ο ηθικός άνθρωπος αντικρίζει την εποχή του κρατώντας παραμορφωτικό καθρέφτη. Η καρικατούρα, δόκιμο μέσο στην τέχνη, είναι ό,τι πιο ακραίο μπορεί να χρησιμοποιήσει. 

Ο ίδιος ο Κέστνερ δίνει το στίγμα του βιβλίου του, στον πρόλογο. Το «Στο χείλος της αβύσσου», που για πολλά χρόνια κυκλοφορούσε με τον τίτλο «Φάμπιαν. Η ιστορία ενός ηθικολόγου», είναι ένα βιβλίο ευφυές, με ακραίες χιουμοριστικές – αλλά και σεξουαλικές- σκηνές. Είναι επίσης ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, μια τοιχογραφία του Μεσοπολέμου. Και προφητικό, γιατί προμηνύει τον Πόλεμο που ακολούθησε. 

Ο Φάμπιαν είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας, ένας έξυπνος και ταλαντούχος νεαρός, που δουλεύει υποαμειβόμενος σε μια διαφημιστική εταιρεία. Ζει σε μια άθλια παγωμένη κάμαρα. Ο κολλητός του φίλος, ο Λαμπούντε, προέρχεται από εύπορη οικογένεια, τον απασχολεί η πολιτική, είναι μέλος μιας φράξιας, και είναι κι αυτός λαμπρός φιλόλογος. Μαζί ξενυχτούν, φιλοσοφούν, συχνάζουν σε καταγώγια, μπλέκουν σε περιπέτειες. Ο Φαμπιάν γνωρίζει την Κορνέλια στο ατελιέ μιας γλύπτριας, όπου γίνονται ένα σωρό όργια. Και μόλις συνειδητοποιεί πως με αυτή την κοπέλα θέλει να συνεχίσει, χάνει τη δουλειά του, και χάνει και την κοπέλα, που αποφασίζει να τον αφήσει για κάποιον πλούσιο. 

Οι δικαστές των ηθών κρίνουν τον συγγραφέα, οι δικαστές της τέχνης κρίνουν το βιβλίο. 
Τούτο το βιβλίο δεν έχει πλοκή. Εκτός από την εξής μία: όταν κάνεις μια δουλειά που αμείβεται με διακόσια εβδομήντα μάρκα τον μήνα, δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Δεν υπάρχει ούτε πορτοφόλι, ούτε μαργαριταρένιο κολιέ, ούτε ανάμνηση, ούτε κάτι άλλο από αυτά που συνήθως χάνονται στην αρχή μιας ιστορίας και εμφανίζονται πάλι, προς γενική ικανοποίηση, στο τελευταίο κεφάλαιο. Σε τούτο το βιβλίο δεν ξαναβρίσκουμε τίποτα. Κι όμως, παρόλο που ο συγγραφέας δεν χρησιμοποίησε πέτρες για να χτίσει το οικοδόμημά του, δεν πιστεύει σε καμία περίπτωση ότι το μυθιστόρημα είναι ένα καλλιτεχνικό είδος που δεν διαθέτει μορφή. 

Ο Φάμπιαν είναι ένας νέος με πολλά προσόντα. Παραμένει ηθικός, ενώ γύρω του τα πάντα μοιάζουν να βουλιάζουν στη σήψη, είναι σαν φάρσα ή κακόγουστο αστείο. Η ηθική του δεν περιλαμβάνει την υποκριτική ηθική των άλλων, δεν αποστρέφεται τις διασκεδάσεις, ή το σεξ, αποστρέφεται την υποκρισία και την παρακμή, τον πόλεμο που έρχεται και την εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο.Το μυθιστόρημα είναι απολαυστικό, σε βυθίζει αργά στον κόσμο του, από τον οποίο δεν θέλεις να βγεις. Και τελειώνει απότομα, σχεδόν ανάρμοστα, γελοία. Γιατί η τυχαιότητα και η γελοιότητα ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. 

Ο Φάμπιαν υπήρξε μπεστ σέλερ, αν και το κυνήγησαν ανελέητα, κυρίως λόγω των σεξουαλικών σκηνών- που περιλαμβάνουν ακόμα και λεσβιακές σκηνές (τι σκάνδαλο για την εποχή!). Ο Κέστνερ επέλεξε να παραμείνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα βιβλία του απαγορεύτηκαν και πετάχτηκαν στην πυρά, ενώ ο ίδιος περιορίστηκε να γράφει ανώδυνα θεατρικά με ψευδώνυμο. Το ίδιο το μυθιστόρημα κυκλοφορούσε για πολλά χρόνια, και μέχρι το θάνατο του, αρκετά πετσοκομμένο, έλειπε ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το πιο σεξουαλικό. Τώρα πια κυκλοφορεί παντού στην αρχική εκδοχή του, και με τον αρχικό του τίτλο. 

Ο Κέστνερ δεν έγραψε άλλο μυθιστόρημα αυτής της πνοής, αν και ήταν πολυγραφότατος, ένας λαϊκός συγγραφέας, που τον λάτρευαν για τα παιδικά του βιβλία και για την απλή του γλώσσα. Αυτή στάθηκε πολλές φορές εμπόδιο στο να τον κατατάξουν εκεί που αξίζει. Πάντως όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο δεν νομίζω πως θα έχει αμφιβολία πως ανήκει στο Πάνθεον της λογοτεχνίας.


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



«Στο χείλος της αβύσσου», Έριχ Κέστνερ, μετ. Άντζη Σαλταμπάση, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 348











Υ.Γ. 42 με πλάγια, μπλε γράμματα, η γνώμη του ίδιου του Κέστνερ για το έργο του- αποσπάσματα από προλόγους εκδόσεων. 

Υ.Γ. 42-42 Η έκδοση είναι υπερπλήρης, επίμετρα, πρόλογοι του συγγραφέα, πώς αποκαταστάθηκε το βιβλίο, όλα. 

11/3/19

"Ελέφαντας", Raymond Carver



Απόλαυσα τον Ελέφαντα περισσότερο από όσο έχω απολαύσει πολλά πολυδιαφημισμένα βιβλία αυτόν τον καιρό. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ δεν θεωρείται τυχαία ο σπουδαιότερος Αμερικανός διηγηματογράφος. Η συλλογή διηγημάτων Ελέφαντας και άλλες ιστορίες δημοσιεύτηκε το 1988 μετά τον θάνατό του και κρύβει διαμάντια, όπως το ομώνυμο διήγημα, το Menudo, αλλά και το Θέλημα με πρωταγωνιστή τον Άντον Τσέχωφ. Με τον τελευταίο τον συγκρίνουν συχνά, αν και μοιάζει κάπως ιερόσυλη η σύγκριση. Έχουν πάντως κι οι δυο τη μεγάλη ικανότητα να κάνουν σημαντικό το καθημερινό, να φτιάχνουν ιστορία αυτό που φαίνεται ένα τετριμμένο συμβάν αλλά κρύβει πίσω του τη βιαιότητα της ζωής μας. 

Τα γνωστά μοτίβα των διηγημάτων του είναι εδώ: αστικό περιβάλλον, ήρωες που φυτοζωούν σε δουλειές του ποδαριού ή είναι άνεργοι, που έχουν συζυγικά προβλήματα και θέματα με τα παιδιά τους, ήρωες που ψάχνουν στη μιζέρια της καθημερινότητας- δουλειά, φτώχεια, οικογένεια- κάπου να πιαστούν∙ και συνήθως δεν βρίσκουν. Σε αυτή την συλλογή πάντως, με την οποία ο Κάρβερ θεωρούσε πως έκανε στροφή, οι άνθρωποι πια χαλαρώνουν, φαίνονται πιο στοργικοί, λιγότερο απαισιόδοξοι, δεν σφίγγουν τα δόντια με τον ίδιο τρόπο. Και ο τρόπος γραφής είναι λιγότερο σφιχτός, κάπως πιο λυρικός, δεν σε κάνει να νιώθεις τη θηλιά στο λαιμό σου. 

Ο Κάρβερ είχε τραγική ζωή, μεγάλωσε σε φτωχική οικογένεια, έκανε ο ίδιος παιδιά σχεδόν έφηβος και χρειάστηκε να δουλέψει για να τα μεγαλώσει- θρυλείται μάλιστα πως κατέβαινε στο αυτοκίνητό του για να γράψει, γιατί είχαν μόνο ένα δωμάτιο. Ως τα τριάντα του ήταν ήδη αλκοολικός όπως ο πατέρας του, βίαιος με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Η γυναίκα του δούλευε πολύ σκληρά για να τους συντηρήσει, όσο εκείνος σπούδαζε και μεθούσε. Η οικογένεια χρεοκόπησε δύο φορές, ώσπου τον ανακάλυψε ο επιμελητής Gordon Lish. Αυτός τον βοήθησε να εκδοθεί, κάνοντας όμως υπερβολική επιμέλεια στα γραπτά του- κάποιοι λένε πως ο τόσο αυστηρός μινιμαλισμός τους Κάρβερ οφείλεται κυρίως στον επιμελητή. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κάρβερ να καταξιωθεί επιτέλους και να του αποδώσουν τις τιμές που του αξίζουν. Αποτοξινώθηκε από το αλκοόλ, χώρισε τη γυναίκα του, παντρεύτηκε την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, ξεφορτώθηκε τον επιμελητή, και πέθανε χτυπημένος από καρκίνο του πνεύμονα, στα 50 του. Ο ίδιος πίστευε πως δεν είχε ακόμα δώσει την καλύτερη του δουλειά. Άφησε πάντως πίσω του διηγήματα- δικά του ή έστω με τη βοήθεια του Lish- απαράμιλλα. 

Η τέχνη του διηγήματος μπορεί να μοιάζει απλή, όλοι λένε πως μπορούν να γράψουν ένα. Η τέχνη του καλού διηγήματος όμως είναι για λίγους. Και του αριστουργηματικού, για ελάχιστους. Ο Ρέιμοντ Κάρβερ, με όλους τους δαίμονες του- κι ίσως εξαιτίας αυτών- ήταν ένας από αυτούς.


                                                     Κατερίνα Μαλακατε

"Ελέφαντας", Ρέιμοντ Κάρβερ, μετ. Τρισεύγενη Παπαιωάννου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018









6/3/19

"ρηχό νερό, σκιές", Άκης Παπαντώνης





Είχα μια ανησυχία μετά τον Καρυότυπο, το εντυπωσιακό πρώτο βιβλίο του Άκη Παπαντώνη, πως δεν θα έγραφε δεύτερο, πως ένα τόσο ψυχρό και ταυτόχρονα συναισθηματικό πρώτο βήμα, μπορεί να σε αφήσει μετέωρο μετά. Ευτυχώς ο συγγραφέας με διέψευσε πανηγυρικά, και πριν από λίγες μέρες εκδόθηκε το δεύτερο βιβλίο του, «ρηχό νερό, σκιές», που μοιάζει με τον Καρυότυπο ως προς το στυλιζάρισμα και τον λόγο, αλλά έχει διαφορετικό τρόπο ως προς την πλοκή. 

Με αφορμή την έκρηξη στον 4ο αντιδραστήρα του πυρηνικού σταθμού «Β.Ι.Λένιν», ο Παπαντώνης μάς γνωρίζει τρεις γενιές ανθρώπων, παίζει με την ιστορία, τις σχέσεις μεταξύ τους, τον χρόνο και τον χώρο. Και τελικά, φτιάχνει ένα σπονδυλωτό αφήγημα, που στην αρχή δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις τη ροή του, έπειτα όμως με κάποιο τρόπο σε ρουφάει και σε κερδίζει. 

Δεν πρόκειται σίγουρα για μια γραμμική ιστορία, ούτε για ένα βιβλίο που μπορείς να το διαβάσεις ελαφρά αφηρημένος. Απαιτεί έναν ενεργητικό αναγνώστη, που θα μπορεί να μπαινοβγαίνει στις ιστορίες και τις ζωές. Μόνο έτσι θα συγκινηθείς από την ερωτική ιστορία του βιβλίου, μόνον έτσι θα νιώσεις λίγο από το κενό των ηρώων, πριν και μετά την έκρηξη. Γιατί η πυρηνική έκρηξη είναι μόνο η αφορμή, και τη φρίκη της τη νιώθουμε μόνο από τη σιωπή και το κενό. Κανείς δεν ουρλιάζει. Κανείς δεν μιλά καν για αυτή. Υπάρχει και δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα.

Το "ρηχό νερό, σκιές" του Άκη Παπαντώνη, αν και μου άρεσε λιγότερο από τον Καρυότυπο, βάζει τις βάσεις, μας εξηγεί πώς θέλει εκείνος να παίξει το λογοτεχνικό παιχνίδι, μοιάζει κάπως σαν διακήρυξη προθέσεων. Ο συγγραφέας χειρίζεται καλά τη γλώσσα, έχει ιδέες έξω από τις καθιερωμένες, ξέρει να παίζει ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Πάνω από όλα φαίνεται διατεθειμένος να πειραματιστεί λογοτεχνικά- αδιάφορο αν θα πετύχει ή θα αποτύχει- να ρισκάρει και να δοκιμαστεί. Όλα αυτά θέτουν γερά θεμέλια για το μέλλον, γιατί αν το ένστικτό μου δεν με γελά, ο Παπαντώνης ήρθε στα λογοτεχνικά πράγματα για να μείνει.



                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"ρηχό νερό, σκιές", Άκης Παπαντώνης, εκδ. Κίχλη, 2019, σελ. 163









1/3/19

"Τραγούδα, άταφο πουλί", Jesmyn Ward



Το «Τραγούδα, άταφο πουλί» πήρε το National Book Award το 2017. Μπορώ να καταλάβω γιατί, είναι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που χειρίζεται ένα θέμα που καίει ακόμα στην Αμερική, που μοιάζει εν πολλοίς άλυτο και στάσιμο. Λευκοί και έγχρωμοι σε μια προσπάθεια να ξεχάσουν τι έχει συμβεί μεταξύ τους- τη σκλαβιά, τα πάθη και τα μίση-, χωρίς να τα καταφέρνουν, γιατί το παρελθόν είναι πολύ κοντινό, το παρόν διατηρεί ακόμα πολλές αγκυλώσεις και το μέλλον είναι άδηλο.

Ο Τζότζο είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που έχει μεγάλο δέσιμο με την πεντάχρονη αδελφή του Κέιλα. Οι γονείς τους είναι η μαύρη Λιόνι, που τον έκανε στα δεκαεφτά της και ο λευκός Μάικλ. Η Λιόνι είναι εθισμένη στα ναρκωτικά, ο Μάικλ είναι έγκλειστος στη φυλακή Πάρτσμαν. Τη μόνη σταθερότητα στη ζωή των δύο παιδιών τη δίνουν οι μαύροι παππούδες τους, με τους οποίους ζουν, o Πατερούλης (Pop), που είναι βυθισμένος στις αναμνήσεις από τη δική του θητεία στην Πάρτσμαν, τότε που έμοιαζε μάλλον σαν στρατόπεδο εργασίας, και η Μαμάκα (Mama), που πεθαίνει από καρκίνο. Η οικογένεια του Μάικλ μισεί τα εγγόνια της, γιατί είναι μιγάδες. Όταν η Λιόνι μαθαίνει πως ο Μάικλ θα αποφυλακιστεί, αποφασίζει να πάρει τα παιδιά, και μια λευκή φίλη της εξίσου εθισμένη, και να πάνε να τον παραλάβουν όλοι μαζί. Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι δρόμου, που δεν μοιάζει με τα άλλα, δίχως στιγμές απελευθέρωσης, μόνο αηδίας και τρόμου.

Η Λιόνι δεν ξέρει πώς να είναι μητέρα, έχει μπλέξει ανάμεσα στα λευκά πεθερικά της, στον μεγάλο έρωτα για τον άντρα της και την εξάρτησή της, δεν μπορεί να διαχειριστεί το γεγονός πως ένας ξάδελφος του άντρα της σκότωσε τον αδελφό της στο κυνήγι μόνο και μόνο για μην κερδίσει ένας μαύρος και νιώθει μίσος όταν η πεντάχρονη Κέιλα απευθύνεται στον αδελφό της όταν έχει ανάγκη, κι όχι στην ίδια. Ο Τζοτζο προσπαθεί να καταλάβει και να επιβιώσει∙ γύρω του ένας πατέρας απών, μια μητέρα απούσα, ένα πλασματάκι που τον αγαπάει παθολογικά και οι παππούδες του. Η Λιόνι στο ταξίδι αφήνει τα παιδιά της νηστικά, δεν την νοιάζει αν πεινάνε, τα κουβαλάει μαζί ως διαπιστευτήρια του έρωτά της για τον Μάικλ. Κι η μικρή Κέιλα τους εκδικείται όλους, ξερνώντας Cheerios και Gatorade, όσο δεν την ταΐζουν και την έχουν μερόνυχτα δεμένη στο παιδικό καθισματάκι στο αμάξι. 

Τα φαντάσματα του παρελθόντος, σε μια Αμερική που προσπαθεί ακόμα να συμβιβαστεί με αυτά αλλά δεν τα καταφέρνει, η δυσκολία της μητρότητας, ο υφέρπων ρατσισμός που επηρεάζει τις ζωές όλων, συνθέτουν μια εικόνα εφιαλτική για τον νεαρό Τζοτζο, που προσπαθεί απλά να υπάρξει. Το μυθιστόρημα είναι πολυφωνικό, θυμίζοντας ίσως σε κάποιες στιγμές το «Καθώς ψυχορραγώ», αν και η σύγκριση μοιάζει ανίερη. Ο Τζοτζο σκιαγραφείται εκπληκτικά, όμως οι χαρακτήρες γύρω του, φαντάσματα ή μη, μοιάζουν σχηματικοί. Η Jesmyn Ward έχει μεγάλη αφηγηματική δεινότητα και μιλάει για ένα θέμα που την αφορά άμεσα. Αν και το βιβλίο φαίνεται σε στιγμές πολύ προγραμματικό, σαν να ξεπερνάει το θέμα την πλοκή και τους χαρακτήρες, σαν να βλέπεις μέσα από τις συγγραφικές ραφές, δεν παύει να είναι άξιο να διαβαστεί. Ο Τζότζο, το παιδί που ψάχνει να πιαστεί έστω κι από μια μικρή λωρίδα αγάπης, και που δίνει τόση αγάπη στην μικρή Κέιλα, έχω την αίσθηση πως θα σωθεί. Κι αυτό είναι τόσο παρηγορητικό, που δύσκολα θα τον βγάλω από τη μνήμη μου. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ

"Τραγούδα, άταφο πουλί", Τζάσμιν Γουόρντ, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Παπαδόπουλος, 2018, σελ. 303

25/2/19

"Ιούδας", Amos Oz





Από τα πιο δυνατά βιβλία που έχω διαβάσει, ο Ιούδας του Άμος Οζ, είναι ένα κύκνειο άσμα αντάξιο του σπουδαίου συγγραφέα. Με τρόπο λεπταίσθητο ο Οζ καταφέρνει να κάνει το πολιτικό προσωπικό κι έπειτα πανανθρώπινο, μιλά ταυτόχρονα για το μερικό και το όλον, χωρίς στιγμή να κουράζει. Φαντάζομαι πως οι Ισραηλινοί αναγνώστες θα τον βλέπουν ως μια ενοχλητική αλογόμυγα, εμείς πάντως, που το θέμα μάς αφορά κυρίως ιστορικά και πολιτικά, έχουμε πολλά να μάθουμε από καλλιτέχνες όπως ο Οζ. 

Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Σμούελ Ας, ένας εικοσιπεντάχρονος φοιτητής που αποφασίζει να αφήσει στη μέση τη διατριβή του με θέμα «Εβραϊκές απόψεις για τον Ιησού» γιατί ο πατέρας του χρεοκόπησε και δεν μπορεί να τον στηρίξει οικονομικά και η κοπέλα του τον παράτησε ξαφνικά και παντρεύτηκε τον προηγούμενο της σύντροφο, έναν αξιόπιστο αλλά βαρετό υδρολόγο. Ο Σμούελ είναι κλειστός άνθρωπος, διατηρεί μια τεράστια αφάνα στα μαλλιά του και πολλά μούσια, ήταν μέλος μιας Ανανεωτικής Σοσιαλιστικής Ομάδας που αριθμούσε 6 μέλη,- αλλά διασπάστηκε-, και βρίσκεται στην ουσία άστεγος και άεργος στην Ιερουσαλήμ. Όταν ανακαλύπτει μια αγγελία που ζητά συντροφιά 5 ωρών κάθε μέρα για έναν ηλικιωμένο ανάπηρο και προσφέρει τροφή, στέγη κι έναν ελάχιστον μισθό, αρπάζει την ευκαιρία. 

Έτσι εγκαθίσταται στη σοφίτα ενός μικρού σπιτιού και γνωρίζει τους συμπρωταγωνιστές του, τον εξαιρετικά μορφωμένο ανάπηρο γέροντα Γκέρσομ Βαλντ, που του αρέσει να μιλάει συνέχεια, και να σκιαμαχεί με τους φίλους του στο τηλέφωνο επί παντός του επιστητού, και την σαρανταπεντάχρονη, αέρινη Ατάλια, μια πολύ γοητευτική γυναίκα που φαίνεται να κρύβει μυστικά. Το σπίτι των δυο τους, κρυμμένο σε ένα σοκάκι, με την πόρτα του κήπου φρακαρισμένη και το σκαλοπάτι πάντοτε χαλασμένο, μοιάζει ξεχασμένο από τον χρόνο και τον κόσμο. Ο Σμούελ Ας γίνεται και δεν γίνεται οργανικό μέλος τους σπιτιού- ενώ μοιάζει να τον απορροφούν οι δυο εργοδότες του και τους σκέφτεται συνέχεια, εκείνοι συνεχίζουν σε έναν δικό τους ρυθμό, χρόνια παγιωμένο, τον περιβάλλουν αλλά δεν τον περικλείουν πλήρως- όπως έκαναν και με τους άλλους νεαρούς που κατά καιρούς είχαν στη θέση του. 

Ο Σμούέλ βγαίνει συχνά για μοναχικούς περιπάτους, η παραμονή του στο σπίτι ενισχύει την ταλάντευση, την αμφισβήτηση και την αβεβαιότητα, που είναι μέρος της προσωπικότητάς του. Φλερτάρει διακριτικά και άγαρμπα την Ατάλια, η οποία μισεί όλο το αντρικό γένος και ασχολείται κυρίως με τον πεθαμένο πατέρα της τον Αμπραβανέλ, έναν άνθρωπο που εναντιώθηκε στον Μπεν Γκουριόν και θεωρούσε πως ο πόλεμος δεν είναι αναγκαίος, πως τα κράτη δεν είναι αναγκαία, πως Άραβες και Εβραίοι θα μπορούσαν να ζήσουν αρμονικά πλάι πλάι στην περιοχή, χωρίς πολέμους και όπλα. Στο βιβλίο παρεμβάλλονται οι συζητήσεις του Σμούελ και του Βαλντ για το θέμα, η πονεμένη ιστορία της Ατάλιας, οι απόψεις του Αμπραβανέλ αλλά και οι ιδέες του Ας για τη διατριβή του, τον Χριστό και τον Ιούδα. Τον Ιούδα, που στο συλλογικό ασυνείδητο των Χριστιανών, αντιπροσωπεύει κάθε Εβραίο και καθιστά έναν ολόκληρο λαό προδότη. Ίσως όμως υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, πολύ διαφορετική από τη συνηθισμένη, για τη συμμετοχή του στην Ιστορία; 

Βιβλίο βαθύτατα πολιτικό και πολυεπίπεδο, με σκέψη διεισδυτική, από έναν άνθρωπο που έζησε την ιστορία την ώρα που γινόταν*. Τα δύο βασικά μοτίβα του είναι η έννοια της προδοσίας και η δυνατότητα ή μη συνύπαρξης δύο λαών που έχουν μεταξύ τους μακροχρόνια και εν πολλοίς άλυτα προβλήματα- θέλουν την ίδια γη και την διεκδικούν με την ίδια αγάπη και το ίδιο μίσος. Η φιγούρα του Αμπραβανέλ, παρόλο που είναι νεκρός, στοιχειώνει το σπίτι, και κατ’ επέκταση το ίδιο το Ισραήλ∙ μήπως ήταν δυνατή μια ειρηνική λύση συνύπαρξης των δύο λαών, μήπως δεν χρειαζόταν ο πόνος, μήπως δεν ήταν προδότης; Ο Σμούελ Ας είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας, το ίδιο κι Βαλντ, εν αντιθέσει με την Ατάλια που μοιάζει κάπως χάρτινη και συμβολική. Το μυθιστόρημα δεν χάνει στιγμή τον ρυθμό του, αν και νιώθεις πως περίπου στα 2/3 έρχεται η πραγματική κορύφωση, οι σελίδες που η πολιτική καταλαμβάνει τη θέση που της αξίζει, που φαίνεται πώς και γιατί καθορίζει τις ζωές των ανθρώπων. 

Το μόνο άλλο βιβλίο του Άμος Οζ που έχω διαβάσει είναι η «Ιστορία αγάπης και σκότους»- πολλά χρόνια πριν- κι ομολογώ πως ως τώρα τον είχα στο μυαλό μου ως έναν συγγραφέα στρυφνό και δυσνόητο, χαμένο στη σκέψη του, που μπορούσες να αποκρυπτογραφήσεις μόνο μερικές φορές. Τώρα πιστεύω πως ήρθε η ώρα να ξαναδιαβάσω αυτό το μυθιστόρημα, μαζί με κάποια άλλα του. Κι ήρθε η στιγμή γιατί εγώ άλλαξα ως αναγνώστρια, κι όχι γιατί ο δημιουργός δεν είναι πια στη ζωή. 



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ

«Ιούδας», Άμος Όζ, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ.360












*Ο Άμος Οζ γεννήθηκε το 1939 στο Ισραήλ από γονείς προερχόμενους από την Ανατολική Ευρώπη. Τον σημάδεψε η αυτοκτονία της μητέρας του όταν εκείνος ήταν 12 χρονών. Στα 15 του μετακόμισε σε Κιμπούτς, από όπου έφυγε πολλά χρόνια αργότερα, το 1986 για προσωπικούς λόγους. Μαζί με τον Αβραάμ Γεοσούα και τον Νταβίντ Γκρόσμαν υποστήριξαν σθεναρά την λύση δύο κρατών στην περιοχή ως μόνη βιώσιμη λύση για τη λήξη των εχθροπραξιών. Από τους φανατικούς συμπατριώτες του χαρακτηρίστηκε συχνά ως "προδότης". 


11/2/19

"Η όγδοη μέρα", Mitsuyo Kakuta






Αν και ο έργο της δεν είχε μεταφραστεί στα ελληνικά ως τώρα, η Μιτσούγιο Κάκουτα είναι γνωστή συγγραφέας στην Ιαπωνία, όπου κάποιοι κριτικοί τη θεωρούν ισάξια της Γιόκο Ογκάουα. «Η όγδοη μέρα» είχε κάνει μεγάλη παγκόσμια αίσθηση το 2007 που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, ενώ μεταφέρθηκε σχεδόν αμέσως και στη μεγάλη- ιαπωνική- οθόνη. Ξεκίνησα να διαβάζω έχοντας αυτά τα διαπιστευτήρια στο μυαλό μου. Δεν απογοητεύτηκα, πρόκειται για εξαιρετικά καλογραμμένο μυθιστόρημα και θίγει βαθιά ένα θέμα που μας απασχολεί όλους. Αλλά Ογκάουα, δεν είναι. 

Μια γυναίκα, η Κιουάκο, κλέβει σε μια παρόρμηση, χωρίς καν να είναι σίγουρη για τις προθέσεις της, το μωρό του παντρεμένου εραστή της. Ο εραστής την είχε αναγκάσει να κάνει έκτρωση όταν έμεινε εκείνη έγκυος κι έτσι είναι στείρα. Η Κιουάκο καταφέρνει να ξεφύγει από τις Αρχές, εν μέρει γιατί κρύβεται στο σπίτι μιας θρησκευτικής αίρεσης, που όμως απαιτεί όλα τα λεφτά της. Έτσι το μικρό κορίτσι που άρπαξε μεγαλώνει μαζί της ως τα τέσσερά του. Η Κιουάκο είναι διατεθειμένη να κάνει τα πάντα για να μην την πιάσουν, ζει μια παλαβή ζωή με το κορίτσι, όσο τρέχουν να κρυφτούν, όμως αγαπά το παιδί και του στέκεται σαν αληθινή μάνα. Από ένα τυχαίο γεγονός την ανακαλύπτουν και το κορίτσι γυρίζει στην οικογένειά του. 

Το βιβλίο διερευνά την έννοια της μητρότητας. Η βιολογική μητέρα του κοριτσιού δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο, οι γονείς της φανερά δεν θα έπρεπε να είναι μαζί. Από την άλλη έζησε χαρούμενα παιδικά χρόνια στο πλευρά μιας εγκληματία. Όταν η αφήγηση αλλάζει, και αναλαμβάνει το ενήλικο πια παιδί να μας πει την ιστορία του, καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει οριστική απάντηση. Η κοπέλα είναι πολύ μπερδεμένη, και δεν μπορεί να στηριχτεί ούτε στην οικογένεια που δεν της χάρισε ένα ζεστό σπιτικό από τα τέσσερα και μετά, ούτε στην απαγωγέα που δεν τη θυμάται. Δεν μπορεί να νιώσει πως ανήκει πουθενά. Και τα πράγματα δεν ξεμπερδεύονται όταν η ίδια μένει έγκυος. 

Το μυθιστόρημα δεν έχει απαντήσεις, ούτε καν για κρίσιμα στοιχεία της ζωής. Μοιάζει σαν να είναι μια φέτα πραγματικότητας, όπου τίποτα δεν τακτοποιείται, τίποτα δεν τελειώνει. Και μάλλον αυτό είναι η ίδια η μητρότητα- που δεν χαρίζεται σε καμιά, που δεν έχει να κάνει με το αν έγινες μητέρα ή όχι βιολογικά, που αλλάζει μέρα τη μέρα και ώρα την ώρα. Στη μητρότητα μετράνε οι στιγμές. "Η όγδοη μέρα" διαβάζεται εύκολα και μένει στη μνήμη, η γραφή της Κάκουτα είναι εθιστική. Η ιστορία της αρχίζει με μεγάλη δύναμη και χάνει κάτι από τη δυναμικότητά της στην πορεία, όταν αλλάζει αφηγητή. Πάντως το πρόσημο της ανάγνωσης είναι σίγουρα θετικό, και είμαι σίγουρη πως θα διαβάσω κι άλλα βιβλία της στο μέλλον- αν μεταφραστούν. 


                                                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η όγδοη μέρα", Μιτσούγιο Κάκουτα, μετ. Ειρήνη Παπακυριακού, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 324

6/2/19

"Άγρια Ερημιά", Jesús Carrasco





Βιβλίο σκληρό, που σε μεταφέρει σε μια άνυδρη έρημο, βαθιά και απόλυτη, είναι το «Άγρια Ερημιά» του Χεσούς Καράσσκο. Χωρίς ανάσες και χωρίς μάταιες ελπίδες, η ερημιά- του τοπίου και των ανθρώπων- τρυπώνει μέσα σου και σε κυριεύει ως το τέλος. 

Ένα παιδί δραπετεύει από το σπίτι του. Είναι αποφασισμένο να μην αφήσει να το πιάσουν. Δεν έχει σκεφτεί τίποτα, ούτε πώς θα βρει νερό, ούτε πώς θα βρει φαγητό, ούτε πού θα κοιμηθεί, ούτε πώς θα γλιτώσει από τον χωροφύλακα. Αφήνει ακόμα και να το κατουρήσουν και να κατουρηθεί, για να μην το βρουν. Θέλει μόνο να φύγει μακριά. Στο δρόμο του θα συναντήσει έναν βοσκό. Δεν ξέρει αν μπορεί να τον εμπιστευτεί αλλά είναι η μόνη του ελπίδα. Σε κάθε βήμα, το αγόρι και ο βοσκός θα βιώσουν ανείπωτη φρίκη και βία. Ξέρουμε από την αρχή πως το παιδί δεν έφυγε από καπρίτσιο, εκεί στο σπίτι, η βία και η φρίκη ήταν μεγαλύτερη από ό,τι στην Άγρια Ερημιά. 

Κρυμμένος στο λαγούμι του στο χώμα, άκουγε τις κραυγές των ανθρώπων που τον φώναζαν και προσπαθούσε να μαντέψει τη θέση του καθενός μέσα στον ελαιώνα, όπως έκανε και με τα τριζόνια. Στριγκλιές σαν καρβουνιασμένα φρύγανα. Ξαπλωμένος στο ένα πλευρό, με το σώμα να σχηματίζει ένα ζήτα, χωμένος στην τρύπα του, χωρίς σχεδόν καθόλου χώρο να σαλέψει. 


Η πρώτη συγγραφική προσπάθεια του Χεσούς Καρράσκο, είναι ένα μυθιστόρημα ζοφερό. Δεν μπορείς να βγεις από την ατμόσφαιρά του, σε τυλίγει στον μανδύα του, το σκέφτεσαι συνεχώς μέχρι να το τελειώσεις. Κι η κάθαρση δεν έρχεται. Στην «Άγρια Ερημιά» δεν περισσεύει ούτε μια λέξη. Δεν περισσεύει και έλεος. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι ένα βιβλίο κυνικό, το αντίθετο, είναι ένα μυθιστόρημα που διερευνά τα όρια της ηθικής, των αρχών, της κοινωνίας, της αδικίας. Το παιδί παραμένει ανώνυμο, ο βοσκός παραμένει χωρίς παρελθόν, ο τόπος και ο χρόνος δεν ορίζονται, αυτή είναι μια ιστορία που αφορά τους πάντες και κανέναν. Αυτό είναι ένα βιβλίο που μπορεί να σε στοιχειώσει τις νύχτες. 




                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



«Άγρια Ερημιά», Χεσούς Καρράσκο, μετ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 201

1/2/19

"Πατσίνκο", Min Jin Lee




Πριν ξεκινήσω να διαβάζω το Πατσίνκο της Νοτιοκορεάτισσας Min Jin Lee, χρειάστηκε να ψάξω πληροφορίες για τον τίτλο του. Πατσίνκο είναι ένα γιαπωνέζικο τυχερό παιχνίδι, που μοιάζει με το δικό μας φλιπεράκι, αλλά με χρήματα. Τα μαγαζιά Πατσίνκο δεν είναι παράνομα στην Ιαπωνία -ενώ όλες οι άλλες μορφές τζόγου είναι-, παρ’ όλα αυτά τα περισσότερα καταστήματα ελέγχονται από τη Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία, ενώ το 80% των ιδιοκτητών τους είναι κορεάτικης εθνικής καταγωγής. 

Ο τίτλος που χρησιμοποίησε η Λι για την οικογενειακή σάγκα της, που εκτείνεται χρονικά τουλάχιστον σε έναν αιώνα, είναι εξαιρετικά ταιριαστός. Για αυτό θέλησε να μιλήσει, για τη θέση των Κορεατών που μετανάστευσαν στην Ιαπωνία πριν ή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου και των παιδιών τους, που είναι γεννημένα στην Ιαπωνία – μπορεί να είναι 3ης ή 4ης γενιάς, να μην μιλούν Κορεάτικα πια, να μην ξέρουν καν αν προέρχονται από την Βόρεια ή τη Νότια Κορέα-, αλλά παραμένουν πάντα πολίτες β’ κατηγορίας, πολλοί από αυτούς δεν έχουν καν Ιαπωνικό διαβατήριο κι αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν άδεια παραμονής μες στην ίδια τους τη χώρα. 

Η ιστορία αρχίζει κάπου στις αρχές του περασμένου αιώνα στη Νότια Κορέα με ένα χωλό και δύσμορφο αγόρι, τον Χούνι, που λόγω του λυκοστόματος και του κουτσού ποδιού του δεν το παντρευόταν καμιά γυναίκα. Αναπάντεχα ήρθε στη μητέρα του ένα προξενιό. Με τη γυναίκα του έκαναν πολλές προσπάθειες για παιδί, αλλά επέζησε μόνο ένα, η Σάντζα. Η Σάντζα στα δεκαέξι της γνώρισε έναν μεγαλύτερο άντρα κι έμεινε έγκυος στο παιδί του. Ο άντρας αυτός ήταν παντρεμένος στην Ιαπωνία κι η Σάντζα αρνήθηκε να γίνει ερωμένη του. Για να τη σώσει από τη ντροπή, ένας νεαρός ασθενικός Βορειοκορεάτης ιερέας, προσφέρθηκε να την παντρευτεί και να την πάει στην Ιαπωνία να ξεκινήσουν μια νέα ζωή.  

Στο μυθιστόρημα ακολουθούμε τη ζωή της Σάντζα, των παιδιών και των εγγονών της, μπλέκουμε σε έναν κόσμο για τον οποίο ξέραμε λίγα και μπορούμε μόνο να φανταζόμαστε. Εν μέσω του Πολέμου, κι έπειτα με την ήττα, οι Κορεάτες παραμένουν πάντα βρώμικοι και ανεπιθύμητοι στην Ιαπωνία, ακόμα κι όταν πλουτίζουν, ακόμα κι όταν προσπαθούν να σπουδάσουν, ακόμα κι όταν πολιτογραφούνται Ιάπωνες πολίτες, ξεγράφουν το πραγματικό όνομα και την οικογένειά τους και προσπαθούν να ξεχάσουν. Τα φαγητά τους μυρίζουν αλλιώς, τα ονόματά τους είναι διαφορετικά, βρίσκονται ανάμεσα στις δύο κουλτούρες και τις δύο γλώσσες και στην ουσία μετά τη διχοτόμηση της Κορέας, μένουν απάτριδες, δεν υπάρχει πατρίδα για να γυρίσουν πίσω ακόμα κι αν το ήθελαν. 

Για αυτούς τους ανθρώπους ο νόστος είναι απαγορευμένος. Όπως και τα όνειρα ένταξης στην Ιαπωνική κοινωνία. Δεν έχουν ταυτότητα, ακόμα κι η χειρότερη Ιαπωνική οικογένεια θεωρεί ντροπή ένα μέλος της να παντρευτεί Κορεάτη. Ο καθένας ανταποκρίνεται όπως μπορεί. Οι γιαγιάδες που μιλούν Κορεάτικα- αλλά φυσικά δεν ξέρουν να γράφουν- θα μείνουν πάντα φιλοξενούμενες στη νέα χώρα, κι ας πέρασαν όλη τους τη ζωή εκεί. Τα παιδιά τους θα προσπαθήσουν να ενσωματωθούν, χωρίς να τα καταφέρουν. Και τα εγγόνια, θα νιώθουν προδομένα από την ίδια τους την πατρίδα και τη γλώσσα, την Ιαπωνία.

Παρά τον όγκο του, το Πατσίνκο είναι ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, τύχαινε συχνά να με ξενυχτάει, για να προχωρήσω λίγες σελίδες ακόμα. Τα πρώτα κεφάλαια είναι πιο δυνατά, όταν ανοίγει η παλέτα των ηρώων στο τελευταίο μέρος, το βιβλίο αποδυναμώνεται. Ίσως η ιστορία των εγγονών να απαιτούσε έναν τόμο από μόνη της. Η Min Jin Lee είχε αυτό το βιβλίο στα σκαριά κοντά δεκαπέντε χρόνια, έψαξε, ρώτησε, ερεύνησε και τελικά έγραψε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για το οποίο θα πρέπει να είναι περήφανη.

Το Πατσίνκο δεν είναι μελό, ακόμα και οι δυνατές στιγμές δίνονται με μια φράση, κοφτά, απαγορεύοντας το συναίσθημα. Σε αυτό μοιάζει να ακολουθεί την κουλτούρα του τόπου. Είναι ένα μυθιστόρημα που έχει να πει μια συγκλονιστική ιστορία, που δεν πλατειάζει, με ήρωες ολοζώντανους, μια μεγάλη αφήγηση, από μια τεχνίτρια του είδους. Θα ήθελα στα χρόνια που θα έρθουν η λογοτεχνία να ξαναρχίσει να μας λέει ενδιαφέρουσες ιστορίες, να βγει από την τρύπα της, να σταματήσει να κοιτάει τον αφαλό της, και με αφορμή μια προσωπική ιδέα- η ίδια η συγγραφέας είναι μετανάστρια- να φτιάχνει σπουδαία μυθιστορήματα∙ σαν κι αυτό. 


                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Πατσίνκο", Min Jin Lee, μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Ίκαρος, 2018, σελ. 702











Υ.Γ. Και μόνο για την πραγματολογική έρευνα που απαιτεί, η μετάφραση ενός τέτοιου βιβλίου είναι άθλος.