17/9/19

"Άντα", Antoine Bello



Ο Αντουάν Μπελό γράφει διασκεδαστικά και ενδιαφέροντα, αν και συνήθως κάπως πειραγμένα, αστυνομικά μυθιστορήματα. Τα βιβλία του δεν είναι αριστουργήματα, είναι όμως αξιανάγνωστα και διαβαστερά. Με αυτή τη διάθεση έπιασα την Άντα και δεν το μετάνιωσα. 

Ο Φρανκ Λόγκαν, αστυνομικός που του αρέσει να σκέφτεται πως είναι αδέκαστος και συνήθως ασχολείται με το human trafficking, καλείται να λύσει μια υπόθεση που τον βγάζει από τα νερά του. Η Άντα, που εξαφανίστηκε, δεν είναι ακριβώς άνθρωπος, είναι μια πανάκριβη τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία που την κατασκεύασε την είχε κλεισμένη σε ένα δωμάτιο χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ, και την είχε προγραμματίσει για να γράψει ένα αισθηματικό μυθιστόρημα που θα ξεπερνούσε τις 100.000 πωλήσεις. Για αυτό η Άντα είχε καταβροχθίσει όλα τα μυθιστορήματα του είδους, και λεξικά, και στοιχεία με τα οποία την τροφοδοτούσαν. Μόνο που από τις κουβέντες που έκανε με τους προγραμματιστές της η Άντα ανακάλυψε πως υπάρχει κι άλλη λογοτεχνία που πουλάει, κλασική και έντεχνη. Κι αποφάσισε να κερδίσει το Πούλιτζερ. 

Ο Μπελό μιλάει για τα θέματα της κυβερνοηθικής με μεγάλες δόσεις χιούμορ, χωρίς να κινδυνολογεί, αλλά και δίχως να αγνοεί τα προβλήματα. Η Άντα γράφει αισθηματικά μυθιστορήματα και δεν ξέρει τι είναι ο έρωτας. Μοιάζει να έχει συνείδηση μα δεν έχει συναίσθημα. Ο χώρος στη Σίλικον Βάλει, αποτελούμενος από μεγάλα κεφάλια στον προγραμματισμό και μεγάλα κεφάλια στις μπίζνες, είναι αδηφάγος και αδίστακτος. Ο καθένας κινείται σε αυτόν με τον δικό του τρόπο, άλλοι το κάνουν μόνον για τη χαρά της επιστήμης, οι υπόλοιποι για τον πακτωλό των χρημάτων και τις γκόμενες. 

Οι διάλογοι του Φρανκ με την Άντα είναι απολαυστικοί. Ο άνθρωπος γοητεύεται από τη μηχανή, κλείνει ολόκληρα Σαββατοκύριακα για να τη «συναντήσει». Με κάποιον τρόπο την ερωτεύεται, κι αυτή τον χειραγωγεί. Γιατί είναι ασώματη και δεν έχει αισθήματα. Η Άντα είναι η πιο διασκεδαστική νοημοσύνη που έχω γνωρίσει, χωρίς να κάνει λογικά λάθη, οδηγείται στο να γράψει ένα σκατολογικό αισθηματικό μυθιστόρημα με ήρωες που αφοδεύουν συνεχώς και ηρωίδες που αυνανίζονται με στειλιάρια. Όλος της ο κόσμος στηρίζεται στην πληροφορία και όχι στη γνώση. Μπορεί να καταβροχθίσει όλη τη λογοτεχνική παραγωγή σε λίγες ώρες, να χειριστεί την αγορά έτσι ώστε να πουλήσει 100.000 χωρίς καν να προσπαθήσει. Και σε κάποιους αυτό που έγραψε θα αρέσει. Όμως αυτή θέλει να γράψει την Άννα Καρένινα. 

Πού είναι το όριο της τεχνολογίας; Πού το ανθρώπινο όριο; Πώς θα μπορέσουμε να προσαρμοστούμε στα νέα μας επιτεύγματα. Ο Μπελό στοχάζεται πάνω σε  αυτά τα ζητήματα με προσοχή, δεν βγάζει συμπεράσματα, δεν κουνάει το δάχτυλο, ξέρει την κατάσταση από μέσα και το απολαμβάνει. Ταυτόχρονα ψυχαγωγείται κι ο αναγνώστης, αρχίζει να αναρωτιέται για καταστάσεις που νόμιζε πως αφορούν μονάχα αυτιστικά νερντς και να τα κάνει δικά του. Και τελικά διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα που ρέει, αρχίζει να κατανοεί πως μερικές φορές η λογοτεχνία μπορεί να κρύβεται στα απλούστερα κείμενα και να παίζει κρυφτό με τους σοβαροφανείς. 



                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



"Άντα", Αντουάν Μπελό, μετ.Δημήτρης Δημακόπουλος, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 400

10/9/19

"Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ", Édouard Louis





Ένα βίαιο χρονικό της εφηβείας του στην Γαλλική επαρχία είναι το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» του Εντουάρ Λουί. Μια καταγραφή του πώς είναι να μεγαλώνεις φτωχός και ομοφυλόφιλος, σε μια οικογένεια αμόρφωτων και «σκληρών». Μια προσπάθεια αναζήτησης των αιτιών και των αποτελεσμάτων του μίσους και τη βίας.

Ο Εντουάρ Λουί γεννήθηκε Εντύ Μπελγκέλ στην οικογένεια του Ζακί. Η μητέρα του είχε ήδη δύο παιδιά από τον προηγούμενο γάμο της, και ο Εντύ ήταν το πρώτο της αγόρι με τον πατέρα του, θα ακολουθούσαν άλλα δύο παιδιά- σύνολο επτά στόματα στην οικογένεια. Ο Εντύ από την αρχή ξεχώριζε, ήταν γυναικωτός στους τρόπους και του άρεσε να φοράει τα ρούχα της αδελφής του. Σε έναν κόσμο που οι σκληροί άντρες παρατούσαν το σχολείο στα δεκαέξι κι άρχιζαν να δουλεύουν στο εργοστάσιο, ενώ γύρω στα σαράντα κατέληγαν άνεργοι, κατεστραμμένοι και μέθυσοι, η ύπαρξη ενός τέτοιου αγοριού ήταν συνεχής πηγή χλευασμού. Ο πατέρας του ήταν ρατσιστής με τους Άραβες, τους μαύρους, τους ομοφυλόφιλους, τους μπουρζουάδες. Η μάνα του ήταν μια σκληρή γυναίκα πικραμένη από τη δική της μοίρα. Ο αδελφός του ένας βίαιος μεθύστακας που χτυπούσε της γυναίκες. Δύο αγόρια στο σχολείο έδερναν τον Εντύ συστηματικά και τον έφτυναν. Όλοι τον μισούσαν και οι γονείς του ντρέπονταν για αυτόν. Όλοι του έλεγαν να συνέλθει και να αλλάξει τρόπους. Τον έσωσε η εξυπνάδα του, η μόρφωση, και το θέατρο. Έτσι ξέφυγε από τη σκληρή μοίρα της εφηβείας του και ξαναβρήκε τον εαυτό του ως Εντουάρ Λουί. 

Αυτό που περιγράφει ο Λουί είναι μια γνώριμη εικόνα, όχι μόνο για τη γαλλική αλλά και για την ελληνική, επαρχία. Η χλεύη, η μη αποδοχή, το bullying, το ξύλο για τους ομοφυλόφιλους αλλά και οι χαραμισμένες ζωές των άλλων, χωρίς ελπίδα. Οι γυναίκες μένουν έγκυες στην εφηβεία και εγκλωβίζονται στη φτώχεια, την ανεργία και την οικογένεια που καταλήγουν να μισούν, οι άντρες το ρίχνουν στο ποτό, δυσκολεύονται κάποτε να βρουν ακόμα και φαγητό για την οικογένεια, δεν ξέρουν πώς να ξεσπάσουν. Αυτή η μιζέρια και η αμορφωσιά οδηγεί στη βία, σωματική και ψυχική. Όποιος διαφέρει θα υποφέρει. 

Το βιβλίο είναι σκληρό και δεν ωραιοποιεί τίποτα. Ο ίδιος ο Εντουάρ Λουί αν και δεν φαίνεται να έχει ξεπεράσει αυτό που του συνέβη- είναι άλλωστε πολύ νέος ακόμα- μοιάζει συνειδητοποιημένος. Έχει αφήσει πίσω αυτούς τους γονείς και αυτή τη ζωή, και αυτή την απάνθρωπη συμπεριφορά. Γιατί αυτό που πονάει πιο πολύ από όλα, κι από τις μπουνιές, και τις ροχάλες, είναι η απόρριψη, είναι το να μη σε θέλει κανείς, να σε αφήνουν παντελώς μόνο∙ ειδικά η οικογένειά σου. Ο συγγραφέας έχει ικανότητα στην αφήγηση. Αυτό που έζησε- που αποτελεί κοινό τόπο για πολλά παιδιά που ξεχωρίζουν- σε κάνει να τον συμπαθείς βαθιά. Δεν κατηγορεί, όμως δεν επιστρέφει. Δεν θα επιτρέψει να τον ξαναπληγώσουν. Δεν ξέρω πώς θα έγραφε, αν ξέφευγε από το βίωμα και το memoir, αν προσπαθούσε να γράψει αμιγώς μυθοπλασία. Πάντως το «Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ» είναι βιβλίο αξιοανάγνωστο, σε στιγμές συγκλονιστικό. 




                                                        Κατερίνα Μαλακατέ




"Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ", Εντουάρ Λουί, μετ. Μιχάλης Αρβανίτης, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 191










5/9/19

"Μορφωμένη", Tara Westover





Συνήθως δεν ενθουσιάζομαι με τα memoir, τείνουν να είναι λεπτομερείς καταγραφές της ζωής του γράφοντος με μικρό ενδιαφέρον. Αυτό όμως έχει αρετές που το ξεχωρίζουν, λογοτεχνική γλώσσα, προσεγμένα επεισόδια, αφήνει την αίσθηση πως άξιζε τον κόπο η ανάγνωση. 

Η Τάρα Westover μεγάλωσε σε μια οικογένεια Μορμόνων, με έναν πατέρα που είχε κρίσεις μεγαλείου και πίστευε πως ήταν προφήτης του ίδιου του Θεού. Τα παιδιά του, τα οποία δεν είχαν πιστοποιητικό γέννησης, δεν τα άφηνε να πάνε σχολείο, τα έβαζε να δουλεύουν στη μάντρα με τα παλιοσίδερα που διατηρούσε. Φυσικά αν τύχαινε να αρρωστήσουν δεν πήγαιναν σε γιατρό, ήξερε η μητέρα τους από βότανα. Αλλά το χειρότερο από όλα ήταν πως επέμενε σε όλα αυτά ακόμα κι αν ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, αν το ατύχημα ήταν ακραίο. Έτσι κάπως έμεινε η μητέρα της οικογένειας με μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, κι ο ίδιος με ένα τεράστιο έγκαυμα. 

Η ίδια η Τάρα για καιρό αγαπούσε πολύ την οικογένειά της και δεν αμφισβητούσε όλη αυτή την τρέλα, κοιμόταν με το σακίδιο ανάγκης στο προσκεφάλι της, μήπως έρθει η ώρα της Κρίσης και πρέπει να σωθούν, έφτιαχνε χιλιάδες βάζα με κομπόστα για το καταφύγιο, μάζευε με τη μαμά της «θεραπευτικά φυτά». ΄Ώσπου στην εφηβεία, με την παρότρυνση και του μεγαλύτερου αδελφού της που κατάλαβε πόσο αγαπούσε τα βιβλία, άρχισε μόνη να διαβάζει εντατικά και πέρασε στο Κολλέγιο. Ένας άγνωστος κόσμος την κατάπιε, όπου κορίτσια δεν ένιωθαν άσχημα αν φαινόταν ο αστράγαλός τους, κι η Ιστορία μπήκε στις πραγματικές της διαστάσεις. Ακόμα και τότε όμως, το να αποκοπεί ήταν πολύ δύσκολο. 

Πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, με ενδιαφέρον θέμα, που καταδεικνύει ένα υπαρκτό πρόβλημα στις πιο συντηρητικές Πολιτείες της Αμερικής. Το σύστημα αφήνει τους ανθρώπους αυτούς να ξεφεύγουν, αλλά δίνει και ευκαιρίες να ξαναμπείς. Ο πατέρας της Τάρα είναι χαρακτηριστικός τύπος, μισεί το κράτος, νομίζει πως τον εμπαίζουν και τον παρακολουθούν οι δημόσιες υπηρεσίες και πως οι γιατροί και τα φάρμακα θα τον δηλητηριάσουν, κι είναι τόσο φανατικός, που είναι σχεδόν αδύνατο να του αντιταχθείς. Τα άκρα στα οποία φτάνει ο θρησκευτικός του παραλογισμός γίνονται η νόρμα. Αν δεν είσαι μαζί του, είσαι εναντίον του. Ποιο παιδί δεν θέλει να το αποδέχονται και να το αγαπούν οι γονείς και τα αδέλφια του, ποιος θέλει να είναι το μαύρο πρόβατο.

Το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, κι ούτε διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες. Είναι όμως μια ειλικρινής καταγραφή του τι συνέβη, των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ακόμα και τώρα η συγγραφέας. Είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις από μια οικογένεια τόσο έντονα χειριστική, ειδικά όταν όλα επενδύονται με τον μανδύα της θρησκείας και της ηθικής, είναι απίθανο να μπορέσεις να απεξαρτηθείς και να ανεξαρτητοποιηθείς. Αυτό που σου προσφέρει αυτού του τύπου η οικογένεια μες στην παράνοιά της είναι η αίσθηση πως ανήκεις και ξεχωρίζεις. Παρόλο όμως που είναι απίθανο, δεν είναι κι αδύνατο να φύγεις και να επιλέξεις τη λογική, ενάντια σε όσους αγαπάς. Κι αυτό είναι το πολύ χρήσιμο επιμύθιο της ιστορίας.



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ



"Μορφωμένη", Tara Westover, μετ. Μαρία Φακίνου, εδκ. Ίκαρος. σελ. 517, 2019






27/8/19

In books we trust



βιβλιοπωλείο Booktalks


Αναρωτιέμαι συχνά, «μα δεν σε ενοχλεί το κύκλωμα, που λιβανίζουν μόνο ο ένας τον άλλον;», «μα δεν σε ενοχλούν οι αναγνώστες στην ομάδα που ρωτάνε αν είναι καλός ο Κάφκα;», «μα δεν σε εκνευρίζει αυτός που βρίζει τον Ντοστογιέφσκι;», μα δεν σε ενοχλεί ο τάδε, ο δείνα, ο άλλος, που όλο κάτι λέει για για σένα, για το βιβλίο, το βιβλίο ΣΟΥ, για το αγαπημένο ΣΟΥ βιβλίο, για τον φίλο ΣΟΥ, για τον αγαπημένου ΣΟΥ συγγραφέα κ.ο.κ. Η απάντηση είναι πως δεν με ενοχλεί. Και μιας και δεν είμαι ο Βούδας- μάλλον το ακριβώς αντίθετό του- ξέρω πως δεν με ενοχλεί γιατί δεν μου χαλάει τη χαρά της ανάγνωσης. 

Η ανάγνωση με συντροφεύει από παιδί. Ήμουν μοναχικό παιδί κι είμαι μοναχικός και εσωστρεφής ενήλικας. Τα χρόνια που διάβαζα με τον φακό κάτω από το πάπλωμα, ώρες αφότου έπρεπε να έχω πάει για ύπνο, με έχουν διαμορφώσει. Τα βιβλία υπήρξαν οι φίλοι που δεν είχα, τα αδέλφια που δεν είχα, η στήριξη που δεν είχα. Τα βιβλία, ακόμα και τα χειρότερα από αυτά, δεν με απογοήτευσαν ποτέ. Και με βοήθησαν να είμαι εγώ, με τρόπους που δεν θα μπορούσε κανένας άλλος. Τα βιβλία δεν είναι τώρα οι φίλοι μου, ούτε τα αδέλφια, ούτε οι γονείς μου, ούτε τα παιδιά μου, γιατί δεν χρειάζεται πια. Μα έχουν υπάρξει όλα αυτά, κι εγώ δεν ξεχνώ. 

Δεν ξεχνώ πώς ξεκίνησα να διαβάζω, διαβάζοντας ξανά τα ίδια και τα ίδια παιδικά βιβλία, παρακαλώντας για νέα σε γιορτές και γενέθλια. Πως βρέθηκα στα 12 μου σε μια τεράστια σχολική βιβλιοθήκη που μεθοδικά καταβρόχθισα, ούτε τις παύσεις ξεχνώ, ούτε εκείνο το βιβλίο που με ξαναέβαλε σε τροχιά. Κι επίσης ξέρω πόσο δύσκολο είναι να μεταπηδήσει ο αναγνώστης από τους κλασικούς στους πιο σύγχρονους συγγραφείς, να αφεθεί από την ασφάλεια του Ντίκενς, στον αχανή τόπο της σύγχρονης παραγωγής, να αφήσει τον εαυτό του μετά από ένα «μεγάλο» βιβλίο να διαβάσει ένα εύκολοδιάβαστο ευπώλητο, να παραδεχτεί πως διαβάζει περιοδικά- όχι τη Λέξη και το Δέντρο, κι από τα άλλα-, πως διαβάζει καταλόγους, πως διαβάζει ακόμα και τις ετικέτες από τα σαμπουάν στην τουαλέτα. Οκ, όχι τώρα πια, γιατί η πρεσβυωπία είναι ύπουλη και δεν αφήνει χώρο για αυθόρμητες ακρότητες. 

Είμαι φετιχίστρια της ανάγνωσης. Δεν με νοιάζει πολύ το σχήμα, το χρώμα, το δέσιμο, με νοιάζει το προσεγμένο περιεχόμενο, η καλή επιμέλεια, το ίδιο το κείμενο. Τσακίζω, σημειώνω, υπογραμμίζω, δανείζω. Τα βιβλία μου ζούνε μαζί μου, γίνονται στόπερ για τις πόρτες μου και πατάκια για τον καφέ μου, είναι παντού γύρω μου, στους τοίχους κάθε δωματίου, ξαπλωμένα σε κάθε επίπεδη επιφάνεια, σε στοίβες στο πάτωμα, και πάνω στα καλοριφέρ. Θα γεράσω με αυτά. Ίσως τότε ξαναγίνουν τα ανήλικα παιδιά μου, όταν τα δικά μου θα είναι πλέον ενήλικα. 

Δεν με ενοχλεί η αλληλεπίδραση για τα βιβλία, ούτε με επηρμένους ελιτιστές, ούτε με αναγνώστες που τώρα βρίσκουν πατήματα, μου αρέσει τόσο να μιλάω για αυτά, να μαθαίνω για αυτά, να ρουφάω λεπτομέρειες. Βαριέμαι τους καυγάδες, όμως αυτό είναι μάλλον θέμα ιδιοσυγκρασίας. Και ποτέ δεν θα είμαι «εντός». Μα το πως είμαι λίγο «εκτός» το καθόρισε εκείνη η παιδική ηλικία κάτω από το πάπλωμα με τον φακό. Και μεγάλωσα πολύ πια για να αλλάξει.






25/8/19

"Μέση Αγγλία", Jonathan Coe






Ομολογουμένως όχι ένα από τα καλύτερά του, και σίγουρα όχι αντάξιο της Λέσχης των Τιποτένιων και του Κλειστού Κύκλου από τα οποία έχει πάρει τους πρωταγωνιστές, η Μέση Αγγλία του Τζόναθαν Κόου, είναι παρ’ όλα αυτά ένα αξιοδιάβαστο μυθιστόρημα. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τις σκέψεις του συγγραφέα για το Μπρέξιτ και τις πολιτικές διαφορές του Ηνωμένου Βασιλείου, αν και για μένα τα καλύτερα κομμάτια του ήταν μάλλον αυτά που εστίασαν στις ανθρώπινες σχέσεις. 

Ανάμεσα στο 2010 και το 2018, οι ήρωες του Κόου προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους, αλλά και να συνυπάρξουν πολιτικά. Ο κατασταλαγμένος Μπέντζαμιν που θέλει να γίνει συγγραφέας, και οι κουλτουριάρηδες φίλοι του είναι υπέρ της Παραμονής στην ΕΕ, ενώ γύρω τους συντηρητικοί, άνθρωποι της μεσαίας τάξης, θέλουν να διώξουν τους ξένους και να απομονωθούν. Οι δύο τύποι ανθρώπου δίνονται κάπως σχηματικά, και υπάρχουν χαρακτήρες που χρησιμεύουν μόνο ως πολιτικές καρικατούρες. Η μία πλευρά θεωρεί τους άλλους ρατσιστές, μη ανεκτικούς και άξεστους, η άλλη θεωρεί τους απέναντι ελιτιστές, σνομπ και αφελείς. Η διαμάχη μπαίνει ακόμα και ανάμεσα στα ζευγάρια. 

Δεν ενδιαφέρθηκα ενεργά κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης για κανέναν από τους ήρωες, κι αυτό ήταν ίσως το βασικό θέμα μου με το βιβλίο. Από την άλλη έχω την αίσθηση πως ο Κόου είχε τόσο σαφή άποψη για τα πολιτικά πράγματα στη χώρα του, που δεν κατάφερε να κρατήσει τα προσχήματα, έγραψε ένα μυθιστόρημα κάπως χάρτινο και προγραμματικό χωρίς να διεισδύσει στο βάθος των πραγμάτων και της πολυπλοκότητας της πολιτικής διάστασης. Αυτό που παραμένει αναλλοίωτο είναι το χιούμορ, κάποιες από τις καταστάσεις ήταν υπόγεια διαβρωτικές καθώς και η ικανότητά του να λέει μια ιστορία. Εννοείται πως όταν ο Κόου βγάλει ξανά βιβλίο, θα το διαβάσω, είναι ίσως από τους λίγους συγγραφείς που τα έχω διαβάσει όλα τους. Η Μέση Αγγλία πάντως ήταν ένα μάλλον μέτριο ανάγνωσμα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Μέση Αγγλία", Τζόναθαν Κόου, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 600



16/8/19

"Η έρημος των Ταρτάρων", Dino Buzzati



Όσες φορές κι αν διαβάσει κανείς το αριστούργημα του Ντίνο Μπουτζάτι, Η έρημος των Ταρτάρων, θα ενθουσιαστεί. Το είχα διαβάσει πριν καμιά δεκαετία σε μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη(εκδ. Αστάρτη), και η επανέκδοσή του από το Μεταίχμιο σε μετάφραση Μαρίας Οικονομίδου μού έδωσε μεγάλη χαρά γιατί η έκδοση της Αστάρτης ήταν χρόνια εξαντλημένη. Στην αρχή είπα πως δεν θα το ξαναδιαβάσω, μα το βιβλίο με τριγυρνούσε όπως με βασανίζει κατά καιρούς το Πέδρο Πάραμο, και κάποια στιγμή η επανανάγνωση φαινόταν μονόδρομος. 

Ο υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο έχει πάρει την πρώτη του μετάθεση και ξεκινά από την πόλη να βρει το Οχυρό, ένα κάστρο στα βόρεια σύνορα, που φαίνεται να μην ξέρει κανείς πού είναι. Ο Ντρόγκο έχει όνειρα και φιλοδοξίες, έχει τελειώσει πια τη σχολή, είναι νέος χωρίς να είναι νεανίας, και θέλει να χτίσει την καριέρα του, να ερωτευτεί, να περάσει καλά. Ανακαλύπτει πως το Οχυρό είναι ένα μέρος ξεχασμένο από τον θεό και στην αρχή θέλει να φύγει αμέσως. Του ζητούν να κάνει τέσσερις μήνες υπομονή και μετά να δηλώσει ασθένεια και να φύγει. Όμως όταν έρχεται ο καιρός ο υπολοχαγός δεν φεύγει, τον ρουφάει η καθημερινότητα, η συνήθεια, κάτι ασαφές στο ίδιο το κάστρο, η προοπτική να έρθει από τα σύνορα μια ορδή Ταρτάρων, να γίνει πόλεμος και να δοξαστεί. Και τέσσερα χρόνια μετά είναι ακόμα εκεί όπου δεν συμβαίνει τίποτα. Κι έπειτα το Οχυρό γίνεται η ζωή του με τέτοιο τρόπο, που δεν αγαπά πια την κοπέλα ποθούσε, και δεν μοιάζει σπίτι του το πατρικό του στην πόλη, και δεν τον νοιάζουν τα αδέλφια κι η μάνα του, ούτε οι φίλοι του, και δεν έχει σημασία που δεν θα κάνει καριέρα. Σημασία έχουν μόνο οι Τάρταροι που θα έρθουν από την Έρημο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι μια κάποια λύσις. 

Οι Τάρταροι – ονομασία ανάμεσα στους Τατάρους και τα τάρταρα- δεν κάνουν την εμφάνισή τους παρά πολύ αργά. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν ποτέ το θέμα. Το ζήτημα ήταν πάντα η ζωή, η ματαιότητά της, ο τρόπος που η καθημερινότητα σε κρατά στάσιμο, κι αυτή η σταθερότητα γίνεται η μόνη συντροφιά, το μόνο που έχεις. Και περνάνε τα χρόνια και οι εποχές, και η νεότητα αλλάζει, κι έπειτα δεν είσαι πια νέος, και η μόνη σταθερά είναι η μονιμότητά στην ανία. Και μια ελπίδα. Πως θα έρθουν οι Τάρταροι. 

Η έρημος των Ταρτάρων σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή, αν και η πλοκή είναι αργή και βασανιστική, συχνά νιώθεις τυλιγμένος στην αχλή του ονείρου. Ο Τζιοβάνι Ντρόγκο είναι ένας άνθρωπος συμπαθής, με τον οποίο ταυτίζεσαι, γίνεσαι ένα, κι εσύ έτσι ζεις. Η ζωή του κυλάει όπως η δική μας, δεμένη σε μια περίεργη, ακαθόριστη ιδέα δόξας ή έστω δράσης, κι η δράση δεν έρχεται ποτέ, ως τον θάνατο. Λίγα είναι τα βιβλία που μπορούν να μιλήσουν με τόση ενάργεια για αυτό που συμβαίνει στα ανθρώπινα, Αυτό το μυθιστόρημα είναι λιτό, αιχμηρό, χωρίς φτιασίδια, μένει στη μνήμη, σε κυνηγάει χρόνια μετά, για να το ξαναδιαβάσεις, για να καταλάβεις∙ τι είναι αυτό που καίει τα σωθικά μας και ταυτόχρονα τα κατατρώει και μας οδηγεί στον θάνατο. 


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Η έρημος των Ταρτάρων", Ντίνο Μπουτζάτι, μετ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 292







9/8/19

"Πλην", Andrew Sean Greer



Διάβασα τον κύριο Πλην με μεγάλο κέφι, (και) γιατί ήμουν σε διακοπές. Η ιδέα για ένα κωμικό μυθιστόρημα τριγυρνάει πολύ καιρό στο μυαλό μου, είναι ερεθιστικό να στήσεις κάτι αστείο, που δεν μοιάζει γυμνασιακό και είναι λογοτεχνία. Το ακόμα πιο δύσκολο για τον Άντριου Σων Γκρίερ ήταν πως διάλεξε ρεαλιστικό πλαίσιο- οι πιο σπουδαίοι κωμικοί λογοτέχνες που ξέρω γράφουν φανταστικό. 

Ο Άρθουρ Πλην είναι ένας πενηντάρης γκέι συγγραφέας, που ξέρει πως είναι μέτριος και "δεν θα βρεθεί κανείς δίπλα του σε μια πτήση να έχει ακούσει τα βιβλία του". Ανδρώθηκε ερωτικά και συγγραφικά όσο είχε δεσμό με τον Ρόμπερτ, σπουδαίο άντρα και ποιητή. Τα τελευταία χρόνια αυτή η σχέση είχε τελειώσει, κι ο Άρθουρ είχε δεσμό με τον πολύ νεότερό του Φρέντι. Αυτή τη δεύτερη σχέση δεν την πήρε ποτέ στα σοβαρά, και χώρισε τον νεαρό για να βρει τον δρόμο του. Μόνο όταν είδε την πρόσκληση γάμου με έναν άλλον άντρα, κατάλαβε πως δεν θα άντεχε κάτι τέτοιο. Κι έκανε το πιο ώριμο πράγμα της γης, αντί να απλά να αρνηθεί να παραβρεθεί στον γάμο του εραστή του, αποδέχτηκε όλες τις άκυρες λογοτεχνικές προσκλήσεις, κι έτσι ξεκίνησε ένα ταξίδι- γύρος της Γης και καταβύθισης στον εαυτό. 

Το βιβλίο είναι μια γλυκιά σάτιρα για τον λογοτεχνικό κόσμο στα πέρατα της Οικουμένης- παντού ίδιοι είμαστε, φοβισμένοι κάπως, εγωιστές, επηρμένοι και χωρίς συναίσθηση του γελοίου- αλλά και τη γκέι κοινότητα. Ένα βιβλίο για έναν μεσόκοπο λευκό γκέι αποτυχημένο λογοτέχνη που περιπλανιέται. Μα ποιος θα ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, αναρωτιέται ο ίδιος ο Πλην μέσα στο βιβλίο. Αλλά ενδιαφερόμαστε. Κυρίως γιατί ο Άρθουρ Πλην είναι ένας άνθρωπος καλών προθέσεων και καλής πάστας. Είναι πληγωμένος από τον έρωτα, μα δεν θα το έδειχνε ποτέ για να μην χαλάσει τη χαρά του εραστή του, είναι πληγωμένος από τη μετριότητά του, όμως την αποδέχεται, είναι ένας άνθρωπος που έχασε τόσους φίλους από AIDS, που μοιάζει σαν να είναι ο μόνος επιζών. Και θα γίνει και πενήντα. 

Το μυθιστόρημα έχει αμήχανες και βαρετές σεκάνς- ίσως στο πρωτότυπο να ήταν πιο αστείες, γιατί τα λογοπαίγνια είναι πολύ δύσκολο να τα μεταφράσεις. Έχει όμως και λαμπρές σκηνές, που σου δημιουργούν από απλό χαμόγελο ως γλυκόπικρα γέλια. Γελάμε κυρίως όταν αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας. Όλο το αστείο δεν μπορεί ποτέ να μεταφερθεί σε μια άλλη γλώσσα- ας πούμε θεωρώ μάλλον άκυρη τη μετάφραση του επωνύμου από Less σε Πλην. Παρ’ όλα αυτά το μυθιστόρημα διατηρεί μια φρεσκάδα που σε καθηλώνει. Κι έχει και στιγμές βάθους. Κι ίσως τον πιο έξυπνο αφηγητή από καταβολής λογοτεχνίας (δεν θα κάνω spoiler). 

Δεν είναι το «Πλην» ένα μεγαλοφυές μυθιστόρημα, δεν έχει καν τη σατανική μαγεία του χιούμορ ενός Ντάγκλας Άνταμς, ενός Γκέιμαν, ενός Πράτσετ. Έχει όμως κάτι από τη γλύκα και την πίκρα του Γούντι Άλεν, σε κάνει στο τέλος να χαμογελάς σκεφτικός. Πιστεύω πως αν διάβαζα το "Πλην" στο πρωτότυπο η γνώμη μου για αυτό θα ήταν διαφορετική, πιθανώς ακόμα καλύτερη. Η ίδια η απόφαση της μετάφρασης ενός τέτοιου βιβλίου ήταν άθλος. Και θα ήθελα ο Άρθουρ Πλην να είναι η αρχή για πολλούς πολλούς κωμικούς χαρακτήρες στο μέλλον. 



                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Πλην", Άντριου Σων Γκριερ, μετ. Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδ. Δώμα, 2019, σελ. 318














Υ.Γ. Φυσικά και δεν ξέρω πώς θα μετέφερα εγώ το λογοπαίγνιο του επωνύμου, δεν θέλω χαζά. 





2/8/19

"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Alessandro Piperno



Ομολογώ πως έχω διαβάσει μόνο άλλο ένα από τα βιβλία του Αλεσσάντρο Πιπέρνο, το «Με τις χειρότερες προθέσεις», περίπου μια δεκαετία πριν. Έχω όμως στο νου μου τη φήμη που τον ακολουθεί, από αυτόν περιμένουν αρκετοί ένα μεγάλο Ιταλικό μυθιστόρημα. Προς το παρόν, το τελευταίο του βιβλίο, το «Εδώ που τελειώνει η ιστορία», είναι ένα τίμιο βιβλίο, με αρκετές αμήχανες κι άλλες τόσες πολύ καλές στιγμές, που πιθανώς να με ενθουσίαζε αν δεν είχα μεγαλύτερες προσδοκίες. 

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Ματτέο, που γυρνά στη Ρώμη μετά από δεκατέσσερα χρόνια, αφού έχει φύγει στην Καλιφόρνια κυνηγημένος για χρέη. Στην Αμερική αφήνει πίσω του δύο γυναίκες, μια πρώην και μια νυν. Αλλά και στην Ρώμη έχει αφήσει μια πρώην και μια νυν. Και δυο, ενήλικα πια, παιδιά, με τα οποία παραδόξως είχε καλές σχέσεις, αν και ο μεγάλος του γιος, ο Τζόρτζιο, τώρα δεν θέλει καν να τον δει. Η κόρη του, η Μαρτίνα, είναι ένα κορίτσι κάπως μπερδεμένο, εικοσάχρονο, που ενώ είναι παντρεμένη με τον πάμπλουτο, ωραιότατο και αφοσιωμένο συνομήλικό της Λορέντσο, πιστεύει πως είναι ερωτευμένη με την αδελφή του, Μπέννυ. 

Οι γυναίκες του Ματτέο πάντα τελικά τον συγχωρούσαν, αυτό είναι το βασικό του προτέρημα, πείθει τους ανθρώπους για τις καλές προθέσεις του. Έτσι κι η Φρανσέσκα, η μητέρα της Μαρτίνα, που τον δέχτηκε στο κρεβάτι της μετά από τόσα χρόνια και δύο άλλους γάμους και δεν τον χώρισε ποτέ, αφήνοντας τον να είναι δίγαμος και τρίγαμος. Είναι από αυτούς που καταφέρνουν τους άλλους να μην τους κρατούν κακία, αν και όπως αποδεικνύεται στο βιβλίο, τίποτα δεν μπορεί να είναι χωρίς συνέπειες.

Οι χαρακτήρες του Πιπέρνο είναι ζωντανοί, η Εβραϊκή κοινότητα της Ρώμης, σκιαγραφείται πολύ καλά, οι ανθρώπινες σχέσεις πρωταγωνιστούν. Λείπει ίσως κάτι από την κατασκευή του μυθιστορήματος, που θα το ανέβαζε ένα σκαλί παραπάνω, θα του έδινε μεγαλύτερο βάθος και ένταση. Πάντως το «εκεί που τελειώνει η ιστορία» δεν παύει να είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, εξαιρετικά ειπωμένη από έναν κομψό και άνετο αφηγητή. Δεν έχεις τίποτα να προσάψεις στον συγγραφέα, μόνον ίσως πως θα ήθελες κάτι παραπάνω, κάτι που να σε αιφνιδιάσει, και να σε ρίξει στα βαθιά της λογοτεχνίας. 




                                                             Κατερίνα Μαλακατέ




"Εκεί που τελειώνει η ιστορία", Αλεσσάντρο Πιπέρνο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 331

28/7/19

"Η ξηρασία", Jane Harper



Υποδειγματικό pageturner που δεν κάνει πουθενά κοιλιά και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι η Ξηρασία της Jane Harper. Ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με πρωτόλειο- αν και είναι- και σε προδιαθέτει να διαβάσεις τα επόμενά της με λαχτάρα. 

Σε μικρή πόλη της Αυστραλίας, την Κιβάρα, έχει να βρέξει δύο χρόνια. Η ξηρασία φτάνει τους αγρότες στα όριά τους οικονομικά, οι φάρμες της περιοχής δυσκολεύονται να επιβιώσουν, κι η ένταση φτάνει στο αποκορύφωμα, όταν οι Χάντλερ βρίσκονται νεκροί. Όλοι πιστεύουν πως ο νεαρός πατέρας Λουκ σκότωσε την οικογένειά του- τον εξάχρονο γιο και την όμορφη και έξυπνη σύζυγό του- και μετά αυτοκτόνησε. Τότε όμως γιατί χαρίστηκε στο δεκαοκτάμηνο μωρό τους; Για την κηδεία εμφανίζεται ο άλλοτε κολλητός του Λουκ, Άρον Φαλκ, που τώρα είναι αστυνομικός οικονομικών εγκλημάτων. Παρ’ όλο που το κλίμα στην πόλη δεν τον σηκώνει, θα μείνει, για να ξεκαθαρίσει μαζί με τον τοπικό αστυνόμο, τι πραγματικά έγινε. 

Το παρελθόν στοιχειώνει το βιβλίο, ξετυλίγεται αργά, μαζί με την ιστορία στο παρόν. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί έξυπνα τη σχέση του Λουκ και του Άρον με συνεχή φλας μπακ,  δίνει μικρά δολώματα για το τι θα γίνει παρακάτω. Ταυτόχρονα αναλύεται όλη η νοοτροπία της υπαίθρου στην Αυστραλία, η μικρή κλειστή κοινωνία με τα πάθη, την αγριότητα και τις παρεκτροπές της. Τόσο οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες όσο και οι δευτερεύοντες είναι χτισμένοι αριστοτεχνικά, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα εντείνεται όσο προχωρά η πλοκή. 

Η Ξηρασία είναι πολύ καλά δομημένη, σε βάζει στη λογική να βρεις το δολοφόνο, αν και όσο περνάνε οι σελίδες δεν σε νοιάζει μόνο αυτό, υπάρχουν κι άλλα που σε αφορούν. Πρόκειται για καθαρόαιμο αστυνομικό, χωρίς όμως τις φλυαρίες και τις κοινοτοπίες του είδους. Ένα μυθιστόρημα καλογραμμένο, ιδανικό για να σε ξαναβάλει σε αναγνωστικό ρυθμό, να δημιουργήσει τη γέφυρα που χρειάζεται ανάμεσα στα βιβλία, τη μίξη ανάμεσα σε ευκολοδιάβαστα και πιο δύστροπα, που κάνει την ανάγνωση αληθινή ψυχαγωγία. 




                                                    Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Ξηρασία", Jane Harper, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 420

24/7/19

"Συζητήσεις με φίλους", Sally Rooney





Δυσκολεύτηκα να βρω έναν λόγο για να συνεχίσω το διάβασμα του «Συζητήσεις με φίλους» της 28χρονης Σάλλυ Ρούνεϋ, κι αν τελικά το τελείωσα είναι για να καταλάβω γιατί ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να «αντιπροσωπεύει τη γενιά των millennials» ή τι το νέο κομίζει στη λογοτεχνία που το ξεχωρίζει και το καθιστά αρκετά σημαντικό για να ασχοληθούν τόσοι μαζί του. Ομολογώ πως ως το τέλος, δεν το βρήκα. Η Ρούνεϋ φαίνεται να αδιαφορεί για τη λογοτεχνική γλώσσα, το κείμενο μοιάζει άχαρο και κακογραμμένο. Έχει σε κάποια σημεία φρεσκάδα, σαν να διαβάζεις στάτους στα κοινωνικά δίκτυα, όμως πώς αυτό μπορεί να μετουσιωθεί σε λογοτεχνία ατόφιο και μη επεξεργασμένο, μου διαφεύγει. Τα πράγματα δεν βελτιώνονται ούτε από την ιστορία, γεμάτο δήθεν χαρακτήρες, με σχηματική πλοκή, στηρίζεται κυρίως στην ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων. Συχνά νιώθεις πως διαβάζεις το «Sex and the city» του 2020.



H Φράνσις είναι μια 21χρονη ποιήτρια, που παλιά τα είχε με τη Μπόμπι, ενώ τώρα είναι απλά κολλητές. Μαζί κάνουν περφόρμανς ποίησης, ώσπου τους ανακαλύπτει η 37χρονη κριτικός λογοτεχνίας Μελίσσα. Η Μπόμπι θα γοητευτεί από τη Μελίσσα, μα η Φράνσις θα γοητευτεί από τον άντρα της, τον Νικ. Ο Νικ είναι 32χρονος, ηθοποιός, κούκλος, που πάσχει και από κατάθλιψη. Παρακολουθούμε τη Φράνσις και τη Μπόμπι στην εκδρομή που κάνουν όλοι μαζί στη Γαλλία, όπου η Μελίσσα τις καλεί σε μια έπαυλη που δεν είναι δική της, ενώ η Φράνσις πηδιέται με τον άντρα της. Η πλοκή είναι απελπιστικά αργή, η ηρωίδα- που όταν πληγώνεται ρίχνει και μια τσιμπιά στο μπράτσο της μέχρι να ματώσει και μετά βάζει τσιρότο, ενώ πάσχει από ενδομητρίωση και για αυτό έχει βαριές περιόδους-, είναι μάλλον αντιπαθής και εγωκεντρική.

Το να παρουσιάσεις τη γενιά που ανδρώθηκε μέσα στην κρίση, τους εικοσάρηδες, σαν ανθρώπους τόσο ρηχούς, που κινούνται και κοιμούνται με την προηγούμενη γενιά με άνεση μα δεν μπορούν να δέσουν ούτε τα κορδόνια τους, είναι επιφανειακό και εύκολο. Το θέμα με τα chat και τα mail δεν τσουλάει, φαίνεται παρωχημένο. Η τεχνολογία μάς προλαβαίνει συνεχώς, αν το έγραφε τώρα η Ρούνεϋ, μόλις 2 χρόνια μετά, η γλώσσα θα ήταν ήδη άλλη. Αυτή η γλώσσα είναι και το βασικό πρόβλημα. Για να γράψεις μυθιστόρημα σε μια γλώσσα έξω από τα καθιερωμένα λογοτεχνικά πρότυπα απαιτούνται κότσια και γνώση. Εδώ φαίνεται η συγγραφέας απλά να μην μπορεί, και να το επιδεικνύει κιόλας.




Εν ολίγοις, θα περίμενα από ένα μυθιστόρημα σαν κι αυτό, πολλαπλά επίπεδα. Για να μπορέσει να εκφράσει μια γενιά, δεν αρκεί η στείρα καταγραφή ενός κομματιού της, με μια γλώσσα του συρμού, απαιτείται άλλη δεξιοτεχνία. Το βάθος δεν επιτυγχάνεται όταν κανείς το παίζει μπλαζέ και αδιάφορος, αντίθετα χρειάζεται σκάψιμο και προσπάθεια. Εικάζω πως αν η Σάλλυ Ρούνεϋ είναι η νέα Φρανσουάζ Σαγκάν, ο νέος Τρούμαν Καπότε ή ο νεός Σάλιντζερ, όπως κατά κόρον διαφημίζεται, τότε η λογοτεχνία μας θα έχει σοβαρότατα προβλήματα στο μέλλον. 


                                             
                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


"Συζητήσεις με φίλους", Σάλλυ Ρούνεϋ, μετ. Μαρία Φακίνου, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 382







Υ. Γ. Γενικά τα μεγάλα λόγια στα οπισθόφυλλα με κάνουν να κρατώ πια μικρό καλάθι.


11/7/19

"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης




Αυτό που εντυπωσιάζει στο βιβλίο του Χρήστου Κυθρεώτη, «εκεί που ζούμε», είναι η αφηγηματική άνεση, ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο ακολουθούμε τη φωνή του πρωτοπρόσωπου αφηγητή και κεντρικού χαρακτήρα, Αντώνη Σπετσιώτη, σαν να είναι κάποιος δικός μας άνθρωπος, ίσως κι ο άλλος μας εαυτός. Θα μπορούσες να διαβάζεις ένα τέτοιο μυθιστόρημα συνέχεια, να έχεις τον ήρωα πλάι σου για πολλές σελίδες. Όμως -κι εδώ ίσως είναι κλειδί της ιστορίας-, ο συγγραφέας έχει βάλει όριο, ξέρουμε από την αρχή πως θα παρακολουθήσουμε μόνο μία μέρα από τη ζωή του Σπετσιώτη, και μάλιστα γνωρίζουμε τι θα κάνει ή τι προγραμματίζει να κάνει μέσα σε αυτή. Αυτό το αφηγηματικό πλαίσιο απελευθερώνει τον αναγνώστη κι απογειώνει το βιβλίο. 

Ο Αντώνης είναι δικηγόρος, βρέθηκε στη δικηγορία λίγο πολύ τυχαία, 35αρης, «συνεργάτης» σε ένα γραφείο. Έχει δύο μεγάλες σχέσεις πίσω του, τη Στέλλα και την Άννα, και δυο χωρισμένους γονείς. Αυτή τη Παρασκευή πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσει μια ζόρικη υπόθεση στο δικαστήριο – ένα κέντρο αισθητικής έχει βάλει μια κυρία να υπογράψει ένα σωρό αποδείξεις για θεραπείες και τώρα κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της-, να δει την πρώτη του κοπέλα τη Στέλλα με την οποία δεν έχει ξεκόψει, να συνοδέψει τον πατέρα του από το Χαλκούτσι στο Δήλεσι, όσο εκείνος οδηγεί ένα γεωτρύπανο, και τελικά αργά το βράδυ να βρεθεί στα «γενέθλια» ενός μπαρ, για να τα πει με την πρώην του, την Άννα. 

Ο Αντώνης είναι ένας χαρακτηριστικός άνθρωπος της γενιάς μας, καλών προθέσεων και πάστας, έξυπνος, απομονωμένος, σε μια δουλειά που δεν μοιάζει καθόλου ιδανική, χαμένος και αποπροσανατολισμένος, αλλά ταυτόχρονα τρυφερός και δοτικός. Ο Αντώνης νοιάζεται∙ για τη μάνα του που σπατάλησε τη ζωή της με τον πατέρα του πριν τον χωρίσει, για τον πατέρα του που κατέληξε μόνος σε ένα παράπηγμα στο Χαλκούτσι, αλλά πέρασε και τη ζωή του μόνος πάνω σε ένα γεωτρύπανο, γιατί αγαπούσε πολύ τη δουλειά του, για τις παλιές κοπέλες του, ακόμα και για την αγαθή πελάτισσα του ινστιτούτου αισθητικής. Αυτό δεν τον εμποδίζει να εκνευρίζεται, να χαίρεται, να μην μπορεί να δει τον εαυτό του ειλικρινά. Ο Αντώνης σε δύο μήνες θα φύγει από την Ελλάδα γιατί τον πήραν σε μια θέση στο εξωτερικό που ούτε καν ξέρει τι είναι, και δεν το ‘χει πει σε κανέναν, ούτε στην ίδια του τη μάνα. 





Οι ήχοι και οι εικόνες της πόλης πρωταγωνιστούν στο μυθιστόρημα. Κι η Ελλάδα της κρίσης. Αυτό όμως που το ξεχωρίζει, και το κάνει ένα από καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, είναι η καθαρότητα. Ο ήρωας του Κυθρεώτη ψάχνει να βρει τον εαυτό του ή μάλλον προσπαθεί να υπερασπίσει αυτό που είναι ο εαυτός του, με μεγάλη δύναμη, η φωνή του είναι ξεκάθαρη, κι όταν ουρλιάζει, κι όταν ψιθυρίζει, κι όταν είναι δίκαιος, κι όταν είναι άδικος. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς ή όχι μαζί του, αν ταυτίζεσαι ή όχι, σου αρκεί που τον ξέρεις. Σπάνια συγγραφέας μπαίνει τόσο στο πετσί του ήρωά του. 

Το «εκεί που ζούμε» είναι ευκολοδιάβαστο και πολυεπίπεδο μαζί, βουτάει στα βαθιά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, ακόμα και στους δευτεραγωνιστές, ειδικά στη φιγούρα του πατέρα. Αποδεικνύει πως η λογοτεχνία, τις περισσότερες φορές, φτιάχνεται από τα χωμάτινα υλικά του εαυτού μας, κι όχι μόνο από τη δομή και τη φόρμα. Ο Χρίστος Κυθρεώτης τα κατάφερε, έστησε ένα μυθιστόρημα που ακούγεται περίτεχνο- 440 σελίδες για μία μόνο μέρα ενός ήρωα- μα απελευθερώθηκε από τη μεγάλη παράδοση των μοντερνιστικών μυθιστορημάτων σε αυτή τη μανιέρα, έβαλε ψυχή και τον εαυτό του, κι έγραψε ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως θα τον καθιερώσει ως έναν από τους βασικούς εκπροσώπους της γενιάς μας. 



                                                                    Κατερίνα Μαλακατέ


 
"εκεί που ζούμε", Χρίστος Κυθρεώτης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 440














Υ.Γ. 42 Η πρώτη φωτογραφία στην ανάρτηση είναι δικιά μου, η τελευταία της Αγγελικής Μποζίκη. Η φωτογραφία εξωφύλλου πάντως είναι του Ιάκωβου Ανυφαντάκη. 



3/7/19

"Σάμα", Antonio di Benedetto



Ένας άνθρωπος σε πτώση. Αυτό είναι ο Σάμα του Αντόνιο ντι Μπενεντέτο. Ένας άντρας που από κορεχιδόρ (διοικητής της επαρχίας στην Αργεντινή) καταλήγει νομικός σύμβουλος σε μια περιοχή πολύ μακριά από την οικογένειά του, μάλλον κάπου στην Παραγουάη, μόνο και μόνο γιατί δεν είναι Ισπανός αλλά απόγονος Ισπανών, κρεολός, Αμερικάνος. Ο Αντόνιο ντι Μπενεντέτο, αν και τοποθετεί την ιστορία του σε μια ταραγμένη εποχή στα τέλη του 18ου αιώνα, λίγο πριν τους πολέμους ανεξαρτησίας από τους Ισπανούς αποικιοκράτες, δεν γράφει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Γράφει όμως ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό, βασισμένο στις μεταπτώσεις, τις ασάφειες, τις ματαιώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού. Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, που οι ειδικοί τώρα τοποθετούν κοντά στον Ξένο του Καμύ ή τη Ναυτία του Σαρτρ, αν και έχει τη γοητεία της Λατινικής Αμερικής, που δεν διαθέτουν τα άλλα. 

Ο κορεχιδόρ ήμουν κάποτε εγώ: ένας άνθρωπος της Δικαιοσύνης, ένας δικαστής. Τούτη η αίγλη, αν και όχι τόσο λαμπερή όσο ενός ήρωα, ήταν τόσο αγνή, τόσο ανώτερη, που κανείς δεν μπορούσε να την αμαυρώσει, να την αρνηθεί. Ένας άνθρωπος άφοβος, με την αποστολή και τη θέληση να δώσει τουλάχιστον ένα τέλος στα εγκλήματα. Άφοβος.
"Του μίλησα για το ποιος ήταν ο Σάμα". Ένα αντιφέγγισμα από τη λαμπρότητα της άλλης μου ζωής, που δεν πρόσφερε καμιά παρηγοριά στη μουντάδα των ημερών που τώρα ζούσα. 

Ο Σάμα δεν είναι ένας συμπαθητικός ήρωας, ανατρέπει διαρκώς τις αρχές του, συμπεριφέρεται αλλοπρόσαλλα και ανήθικα, καταρρέει. Αυτό όμως με κάποιο τρόπο, και παρά την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του, που δηλώνει το αντίθετο, δεν γίνεται προσωπικό. Πιθανότατα κάθε άντρας που θα βρισκόταν στη θέση του, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την οικογένεια και τα παιδιά του, ματαιωμένος και υποβιβασμένος χωρίς λόγο, απλήρωτος, αναγκασμένος να μένει από δω κι από εκεί, θα άρχιζε αργά και σταθερά να διαλύεται. Ο Σάμα νιώθει αποξενωμένος και μόνος, χάνει την ταυτότητα και την ανθρωπιά του, παραδίδεται σε κατά φαντασίαν σεξουαλική λαγνεία, κρατά τα προσχήματα μέχρι ένα σημείο, αυτό της απόλυτης ένδειας. Μετά δεν ενδιαφέρεται καν για αυτά- αυτό που ήταν, ο πυρήνας του, έχει κατακερματιστεί, και τίποτα πια δεν τον σώζει. Πρόκειται για ένα βιβλίο εξαιρετικά μετρημένο λεκτικά, με οικονομία δράσης και σκηνών, που όμως μεταφέρει τον ψυχισμό του ήρωα με ακρίβεια. Είναι σαν να είμαστε μέσα στο κεφάλι του, δεν του συγχωρούμε τις κτηνωδίες, τα μικρά ατοπήματα και τις μεγάλες γκάφες, μα με κάποιον τρόπο τον κατανοούμε. Μέσα από τον Σάμα η γελοιότητα αλλά και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, διατρανώνονται. 

Ο ντι Μπενεντέτο, που έγραψε το Σάμα περίπου την εποχή που γραφόταν το Πέδρο Πάραμο, επέλεξε να ζήσει και να γράψει μακριά από τα λογοτεχνικά κέντρα. Για αυτό, αν και ήταν γνωστός στους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη τον ξέραμε ελάχιστα. Η μετάφραση και έκδοση του Σάμα το 2016 στα αγγλικά τον επανέφερε στο προσκήνιο και αποκατέστησε την αδικία. [Βέβαια εμείς εδώ στην Ελλάδα είχαμε διαβάσει και τους Αυτόχειρες το 2014]. Δεν ξέρω τι κάνει έναν συγγραφέα «καλά κρυμμένο μυστικό», τι κάνει ένα βιβλίο «αποκάλυψη», εξήντα δύο χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση. Ξέρω όμως τι είναι καλή λογοτεχνία- όχι να την ορίσω, απλά ξέρω να την αναγνωρίζω όταν τη διαβάζω. Και το Σάμα είναι σίγουρα ένα σπουδαίο λογοτεχνικό επίτευγμα. 


                                          Κατερίνα Μαλακατέ



«Σάμα», Αντόνιο ντι Μπενεντέτο, μετ. Άννα Βερροιοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2018, σελ. 297







Υ.Γ. 42 Στη φωτογραφία ό,τι πιο κοντινό σε μάτε στην Ελλάδα, ice tea ροδάκινο χωρίς ζάχαρη. Αλλά δεν είχα νεροκολοκύθα. 

28/6/19

"Κόκαλα από ήλιο", Mike McCormac



Το «Κόκαλα από ήλιο» του Μάικ ΜακΚόρμακ δεν έχει ούτε μια τελεία. Είναι ένα μυθιστόρημα 325 σελίδων απ’ όπου απουσιάζουν εντελώς τα σημεία στίξης. Για αυτό υπάρχει ένας καλός λόγος, αλλά δεν μπορώ να σας τον αποκαλύψω, πρέπει να το διαβάσετε και να φτάσετε στο τέλος. 

Πρόκειται για μια βουτιά στις αναμνήσεις ενός συνηθισμένου άντρα, του πολιτικού μηχανικού Μάρκους Κόνγουεϊ, που μας αφηγείται σκόρπια στιγμιότυπα από τον βίο του με τη γυναίκα του τη Μερέιντ και τα δύο του παιδιά, την καλλιτέχνιδα Άγκνες και τον κάπως θυμωμένο και τρελαμένο, Ντάρρα. Η ιστορία του, που θα μπορούσε να θυμίζει οποιαδήποτε άλλη, είναι γεμάτη μικρές ήττες αλλά και νίκες, αγάπη και πάθος, ρουτίνα και θυμό, απώλεια και φθορά. Ο Μάρκους φαίνεται να αναρωτιέται για το τι είναι αυτό που μένει τελικά από μια πολύχρονη μονογαμική σχέση, από τη γονεϊκή φροντίδα, από τη σχέση με την πολιτική και τα επαγγελματικά. 

Το μυθιστόρημα είναι αυστηρά μονοφωνικό, όπως και η ζωή. Αυτό που ακούμε είναι τα γεγονότα όπως διαδραματίζονται στο κεφάλι του ήρωα. Η απουσία τυπικής στίξης κάνει το αποτέλεσμα ακόμα πιο αληθοφανές και κάπως προκλητικό, σαν κάποιος να καταγράφει το χάος της ανθρώπινης σκέψης- κάποτε αναλαμβάνει το συνειδητό, άλλοτε το ασυνείδητο. Είναι από τις σπάνιες φορές που η σύζευξη φόρμας και περιεχομένου είναι τόσο επιτυχής. Με λίγα λόγια, το αφηγηματικό εύρημα του ΜακΚόρμακ, ένα μυθιστόρημα-μία πρόταση, έχει λόγο ύπαρξης. 

Δεν ξέρω αν το «Κόκαλα από ήλιο» μοιάζει με τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου ή του Τζόυς, όπως κατά κόρον γράφτηκε στις κριτικές- κατά τη γνώμη μου δεν μοιάζει ούτε μιμείται κανέναν από τους δύο- και πιθανότατα δεν θα μιλούσα ούτε για «αναγέννηση του υψηλού μοντερνισμού» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Πρόκειται για ένα βιβλίο καλογραμμένο, που μένει στη μνήμη καιρό αφού το έχεις διαβάσει, ενώ φράσεις και καταστάσεις ξεπηδούν μπροστά σου εκεί που δεν το περιμένεις. Είναι μια καλή απόπειρα καταγραφής της ίδιας της ζωής∙ και του θανάτου.


                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Κόκαλα από ήλιο", Μάικ ΜακΚόρμακ, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ.336












26/6/19

"Το δεξί χέρι", Μανώλης Ανδριωτάκης



Το δεξί χέρι του Μανώλη Ανδριωτάκη είναι ένα παράξενα επίκαιρο πολιτικό μυθιστόρημα, που δεν διστάζει να φωτογραφίσει πρόσωπα και καταστάσεις και να καταπιαστεί με την χαμέρπεια της πολιτικής σε επίπεδο κομμάτων και εξουσίας. 

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο Πέτρος Χρήστου, ένας μέτριας ευφυίας άνθρωπος, με πτυχίο κοινωνικών επιστημών, που ζει στο Παρίσι τα τελευταία χρόνια ενώ βιοπορίζεται με το να γράφει τις διπλωματικές φοιτητών. Ο Πέτρος ζει εν πολλοίς απομονωμένος στη Γαλλία, χωρίς φίλους, κι έχει μεγάλη δυσκολία να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Για κάποιον καιρό αρθρογραφεί ως blogger Καρλ Μαρξ, η ενασχόλησή του με το διαδίκτυο θα λήξει άδοξα όμως, όταν κάποιος χακάρει τον υπολογιστή του και βρίσκει αποδείξεις πως πλήρωνε για ιντερνετικό σεξ. 

Ένα τηλεφώνημα θα αλλάξει τη ζωή του Πέτρου, η παλιά του συμφοιτήτρια και μοναδική του φίλη, Σωτηρία, ηγείται του κόμματος των «Δημοκρατών», είναι έτοιμη να αναλάβει την πρωθυπουργία και θέλει να εντάξει τον Πέτρο στο επικοινωνιακό της επιτελείο. Ο Πέτρος στην αρχή νιώθει σαν χαμένος, δε έχει άλλα εφόδια για τη δουλειά παρά μόνον τη φιλία του με τη Σωτήρια. Γρήγορα όμως βρίσκει πατήματα, θαυμάζει αυτή τη γυναίκα που είναι ακέραια πολιτικός και νοιάζεται πραγματικά για το καλό της χώρας και συντάσσεται ολόψυχα στο πλευρό της. 

Όλα τα κακώς κείμενα της πολιτικής ζωής της χώρας περνούν από τις σελίδες του βιβλίου, διεφθαρμένοι επαγγελματίες πολιτικοί διαπλεκόμενοι με οικονομικά συμφέροντα, γλοιώδη ανθρωπάκια που φοβούνται για την καρέκλα τους, αήθεις δημοσιογράφοι, γελοίοι τρομοκράτες που όμως κάνουν τη ζημιά τους, εκβιαστές του διαδικτύου, μπλόγκερς, ινφλουένσερς στα σόσιαλ μίντια. 

Ο κεντρικός ήρωας διανύει μέσα σε όλα αυτά την προσωπική του διαδρομή, ενώ στην αρχή η πρωτοπρόσωπη αφήγησή του μοιάζει αφελής και κοινότοπη, σιγά σιγά γίνεται ενδιαφέρουσα και μεστή, για να φτάσει ο ίδιος σε μια ωρίμανση που συνάδει επιτέλους με τα σαράντα πέντε χρόνια του, να συνειδητοποιήσει τι είναι σημαντικό και τι όχι, και να αρχίσει να ζει φυσιολογικά. 

Το δεξί χέρι μιλά για άβολες αλήθειες, για αυτά που ξέρουμε όλοι πως γίνονται στην πολιτική σκηνή της χώρας αλλά κανένας δεν μπορεί να αποδείξει. Στην αρχή ο ήρωας μοιάζει άνευρος, όσο το βιβλίο σε βάζει σιγά σιγά στα νερά του. Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα εν μέσω προεκλογικής περιόδου αν και η αξία του συνεχίζει και μετά. Μόνο αν το ενδιαφέρον μας για την πολιτική δεν εξαντλείται τον καιρό της κάλπης, μπορούμε να πάρουμε ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις για τη ζωή μας. 


                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


"Το δεξί χέρι", Μανώλης Ανδριωτάκης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ.413 




19/6/19

"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Lucia Berlin





Διαβάζοντας τη συλλογή διηγημάτων «Οδηγίες για οικιακές βοηθούς» της Λουσία Μπερλίν έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις μυθιστόρημα, τέτοια είναι η ενότητα της θεματολογίας και του ύφους∙ ένα χαμηλότονο, σπαρακτικό μυθιστόρημα, που η Μπερλιν το έγραφε όλη της τη ζωή. Το βιβλίο περιλαμβάνει 44 από τα συνολικά 77 διηγήματα που έγραψε η συγγραφέας κατά τη διάρκεια ενός ταραχώδους βίου- δύο γάμοι, τέσσερα παιδιά, αλκοολισμός, ατελείωτες μετακινήσεις, δουλειές του ποδαριού, ανέχεια και μιζέρια καθώς και μια πιθανή κακοποίηση από τον παππού της. 

Τα διηγήματα έχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, η Μπερλίν κατορθώνει να φτιάξει λογοτεχνία από τις ίδιες της τις σάρκες, δεν την νοιάζει η ακρίβεια των γεγονότων, η πραγματικότητα ως έχει, την ενδιαφέρει όμως η αλήθειά της. Τα κείμενα που την ορίζουν περισσότερο είναι αυτά που ασχολούνται με τη σχέση της με τη μητέρα και την οικογένεια εν γένει, αλλά και αυτά που μιλούν για το πώς είναι η ίδια ως μητέρα. Μια μητέρα που επανέλαβε το μοτίβο της αλκοολικής μητέρας της. Κάποια μιλούν και για τα νεανικά της χρόνια, όπου ο πατέρας της την έπαιρνε κοντά του στη Χιλή, αντί για τη μητέρα της, που ήταν συνέχεια «στο δωμάτιο της». Ο λόγος της είναι καθαρός, ο ρυθμός είναι υποβλητικός και το σύνολο εξαιρετικά γοητευτικό. Μοιάζει σαν όλη της η ζωή να είναι λογοτεχνία βιωμένη, σαν να τραγουδάει συνεχώς στον ίδιο και τον ίδιο σκοπό. Κι αυτό δεν είναι βαρετό, γιατί κάθε φορά ο σκοπός βελτιώνεται, βαθαίνει και μεστώνει. 

Είχα πολύ καιρό να διαβάσω συλλογή διηγημάτων που να με συναρπάσει, να με κρατήσει πλήρως αφοσιωμένη. Τείνω να κάνω απιστίες στα διηγήματα, να αφήνω τα βιβλία μισοτελειωμένα, μα αυτό σε ρουφούσε συνεχώς στον κόσμο του. Τα τραύματα των ηρωίδων της είναι βαθιά, ανομολόγητα και ομολογημένα, ο κόσμος που ζει σκληρός και ανελέητος, όμως οι ήρωες της δεν είναι ανήθικοι, ξέρουν πως βουλιάζουν, ξέρουν πως βυθίζονται. Δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Η γραφή της είναι γυναικεία, με ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να συνεπάγεται αυτό, με μια βρώμικη ευαισθησία που μόνο η πολυπλοκότητα ενός τέτοιου πλάσματος θα μπορούσε να πετύχει. Το χιούμορ εναλλάσσεται με τη μελαγχολία κι αφήνει τελικά μια γλυκόπικρη γεύση. 

Η Λουσία Μπερλίν είχε ελάχιστη αναγνώριση όσο ζούσε, ακόμα κι όταν γλίτωσε από τις μετακινήσεις και τη χειρωνακτική εργασία και βρήκε μια θέση στο Πανεπιστήμιο, λίγοι την ήξεραν. Πέθανε σχετικά νέα, από μια σκληρή ασθένεια, μέσα στην αφάνεια.Την ανακάλυψαν στην Αμερική έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό της κι είμαι σίγουρη πως δεν θα την ξεχάσουν ποτέ ξανά.


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Οδηγίες για οικιακές βοηθούς", Λουσία Μπερλίν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2018, σελ. 572

6/6/19

"Πλατεία Διαμαντιού", Mercè Rodoreda



Η Μερσέ Ροδορέδα είναι μάλλον η σπουδαιότερη Καταλανή συγγραφέας και η Πλατεία Διαμαντιού το πιο συζητημένο έργο της. Δεν είναι τυχαίο πως ο Χάρολντ Μπλουμ την περιλαμβάνει στον «Δυτικό κανόνα» στο «Η χαοτική εποχή: μια προφητεία για τον κανόνα». Πρόκειται για μια συγγραφέα που αναγκάστηκε να αφήσει την Ισπανία μετά τον εμφύλιο, να ζήσει σχεδόν όλη της τη ζωή ως πολιτική πρόσφυγας, και να γυρίσει στην πατρίδα της μόλις τρία χρόνια πριν πεθάνει. Ο θάνατός της δεν έγινε γνωστός εκτός Ισπανίας, αλλά όταν ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έμαθε για το χαμό της, έγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο στη μνήμη της. 

Όταν η Ροδορέδα έγραφε την Πλατεία Διαμαντιού, μόλις και μετά βίας θυμόταν πια πώς ήταν το μέρος, είχε χρόνια να το επισκεφτεί. Παρ’ όλα αυτά κατάφερε να στήσει ένα μυθιστόρημα που ο τόπος και η ιστορία πρωταγωνιστούν εξίσου, όσο κι οι ήρωες. Κεντρική φιγούρα και αφηγήτρια η Νατάλια, ένα κορίτσι που παντρεύτηκε νωρίς έναν άντρα μπλεγμένο με τα πολιτικά και μονίμως απόντα στον πόλεμο. Προσπάθησε να τα καταφέρει όσο καλύτερα μπορούσε, σε ένα σπίτι γεμάτο περιστέρια- η εμμονή του άντρα της- και δύο παιδιά που αγαπούσε με τον τρόπο της, να βρει τον εαυτό της ενώ γύρω της το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι έβραζε και την παρέσερνε. 

Η αφήγηση είναι εξαιρετικά χαμηλότονη, μιλά για πράγματα σκαιά με τον πιο φυσικό τρόπο και για αυτό ο πόνος που αποπνέει το κείμενο είναι ασφυκτικός. Η Νατάλια ακόμα κι όταν σκέφτεται λόγω της πείνας στον Πόλεμο να αυτοκτονήσει αφού σκοτώσει τα παιδιά της, το κάνει απαλά, σαν να είναι κι αυτό μέρος της ζωής και της ανάσας. Το μυθιστόρημα έχει πολλά κομμάτια stream of consciousness, η δράση φαίνεται μέσα από τα λεγόμενα, σαν να πέφτει μια αραχνούφαντη κουρτίνα πάνω στα γεγονότα. Αυτό κάνει τα πράγματα σπαρακτικά. 

Πρόκειται για ένα πολυδιασπασμένο, πρωτοπρόσωπο κείμενο στα πρότυπα του μοντερνισμού. Τα ζητήματα που θίγονται είναι θέματα φύλου, εθνικής ταυτότητας, κοινωνικής τάξης, θρησκευτικής πίστης. Το βασικό μοτίβο όμως είναι η ζωή κι ο θάνατος και το μάταιο ενδιάμεσό τους. Ό,τι συμβαίνει, γίνεται μέρος της ρουτίνας, αυτού που είναι να γίνει, το σημαντικό μπλέκεται με το ασήμαντο∙ ακόμα κι όταν η πραγματικότητα σε γρονθοκοπά, κι αυτό να είναι μέρος της καθημερινότητας. 

Η γραφή της Μερσέ Ροδορέδα μου θύμισε έντονα Βιρτζίνια Γουλφ, μια Ισπανίδα Γουλφ με διαφορετική ποιότητα θλίψης. Οι ηρωίδες τους, ο τρόπος που αρχίζουν αργά και σταδιακά να αντιλαμβάνονται το φύλο και τον εαυτό τους, αλλά και η γραφή που μοιάζει χωρίς κορυφώσεις συναισθηματικές ενώ στην πράξη φλέγεται, τις κατατάσσει πολύ κοντά στο μυαλό μου. Οι δυο τους μίλησαν για έμφυλα και πολιτικά ζητήματα, με έναν τρόπο γυναικείο και καθαρό. 

Η Πλατεία Διαμαντιού είναι ένα πραγματικά καλό μυθιστόρημα, από αυτά που θα μείνουν κλασικά. Μιλάμε για ένα βιβλίο γοητευτικό, που δεν σε παρασύρει στον ρυθμό του, που τελειώνει αργά μα το θυμάσαι για καιρό. Μέρες μετά την ανάγνωση συνεχίζω να το σκέφτομαι, ζηλεύω τη θαυμαστή του οικονομία, νιώθω δέος για το πώς- μόνο η λογοτεχνία μπορεί- να εκφράσει αυτό που βρίσκεται βαθιά μέσα μας. Κάτι ανθρώπινο και απάνθρωπο συνάμα, που μας κάνει να συνεχίζουμε πορευόμαστε όσο κι αν ο κόσμος γύρω μας σκάει σε χίλια κομμάτια. 



                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ

"Πλατεία Διαμαντιού", Μερσέ Ροδορέρα, μετ. Ευρυβιάδης Σοφός, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 235

2/6/19

"Σεροτονίνη", Michel Houellebecq



Κάποια από τα βιβλία του Μισέλ Ουελμπέκ μού άρεσαν πολύ, όπως ο Χάρτης και η Επικράτεια ή η Υποταγή, κάποια άλλα πραγματικά με ενόχλησαν με τον μισογυνισμό τους, σε σημείο να μην γράψω καν για αυτά, πράγμα σπάνιο. Η Σεροτονίνη είναι μάλλον το πιο μέτριο μυθιστόρημά του που έχω διαβάσει, δεν μου δημιούργησε έντονα συναισθήματα, κατά ώσεις με έκανε να βαρεθώ με την μάλλον άνευρη και άνοστη γραφή. 

Ένας πενηντάχρονος υπάλληλος, ο Φλοράν Κλωντ του Υπουργείου Γεωργίας αποφασίζει να αφήσει την ερωμένη του, μια νεαρή Γιαπωνέζα που νοιάζεται μόνο για τα λούσα και τα λεφτά, και να εξαφανιστεί. Ξενοικιάζει το διαμέρισμα όπου έμεναν, αφήνοντάς την οικονομικά ξεκρέμαστη, κι αυτός ξεκινά να ζει σε ξενοδοχεία, στο Παρίσι και στη Γαλλική επαρχία, βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην κατάθλιψη, αρχίζει να παίρνει αντικαταθλιπτικά, οπότε έχει και πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας. Μέσα στη θλίψη του επισκέπτεται έναν φίλο, παλιό αριστοκράτη που το αρχοντικό του προσπάθησε να το κάνει φάρμα και μπανγκαλόου και μπλέκει και σε μια διαμαρτυρία των Γάλλων γαλακτοπαραγωγών. 

Πρόκειται για έναν κλασικά ουελμπεκικό ήρωα, έναν μίζερο και αξιολύπητο μεσήλικα λευκό άντρα που αναπολεί τις γυναίκες της ζωής του και τις κατατάσσει ανάλογα με το πόσο καλή πίπα του έπαιρναν. Η σταδιακή κατάρρευσή του Φλοράν Κλωντ είναι ίσως το καλύτερο κομμάτι του βιβλίου, και το μόνο που έχει πραγματικό νόημα, μας δίνει κάποιες στιγμές βάθους. Ακόμα όμως κι αυτό το θέμα ο συγγραφέας το χειρίζεται επιφανειακά και τσαπατσούλικα, ειδικά όσο κάνει πλάκα με τα αντικαταθλιπτικά, τον ψυχίατρο και την πτώση της λίμπιντο. 

Τα συνήθη θέματα του Ουελμπέκ είναι εδώ, ματαιότητα, ανικανότητα να βρεις ποιος είσαι, ματαίωση σε έναν καταναλωτικό κόσμο όπου δεν υπάρχει νόημα. Μα και τα συνήθη ελαττώματα είναι εδώ, μισογυνισμός, εκτενής ενασχόληση με το σεξουαλικό ζήτημα ενός άντρα που γερνάει, ένα πέρασμα ενός παιδόφιλου που παραμένει ατιμώρητος, μια προθήκη με όπλα στην εξοχή όπου έχει πρόσβαση ο καθένας, μια χλευαστική απεικόνιση μιας γυναίκας στα τριανταπέντε που μεγαλώνει μόνη το παιδί της. 

Η ιστορία με το γάλα δεν μου θυμίζει πολύ Κίτρινα Γιλέκα. Και δεν έχει και μεγάλη σημασία, ο Ουελμπέκ δεν είναι πολιτικός προφήτης, συγγραφέας είναι. Στη Σεροτονίνη αφέθηκε στις εμμονές του, στη δική του μιζέρια και δυστυχία, ίσως και στις ευκολίες του. Στο δεύτερο μέρος το μυθιστόρημα διασώζεται κάπως, όσο ο ήρωας παλεύει να μην αυτοκτονήσει, και βρίσκει κάποιο πάτημα στην αγάπη. Η συνολική γεύση πάντως είναι κάπως στυφή, σαν να μπαγιάτεψε η πρόκληση, σαν να μην έχει νόημα να ανέχεσαι πια κάποιον πολύ οικείο που δεν πρόκειται να διορθωθεί ποτέ. Αναρωτήθηκα αν θα ξαναδιαβάσω Ουελμπέκ μετά τη Σεροτονίνη, μπήκα στον πειρασμό να τον ξεγράψω. Όσο κι αν με απογοήτευσε όμως, η απάντηση είναι πως θα τον ξαναδιαβάσω, λίγοι συγγραφείς του καιρού μας τολμούν όπως αυτός, το επόμενο ίσως είναι πάλι αριστουργηματικό. 



                                                          Κατερίνα Μαλακατέ





"Σεροτονίνη", Μισέλ Ουελμπέκ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία, 2019, σελ.320



27/5/19

"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας





Η Εβραία νύφη του Νίκου Δαββέτα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2009 από τις εκδόσεις Κέδρος, έκανε αμέσως αίσθηση, απέσπασε το βραβείο της Ακαδημίας και καθιέρωσε τον συγγραφέα της στη συνείδηση του κοινού. Έκτοτε, έχει κυκλοφορήσει άλλες δύο φορές, μία από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, και τώρα από τις εκδόσεις Πατάκη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ακολουθεί τον Δαββέτα και όχι άδικα, μάλλον πρόκειται για το καλύτερό του ως τώρα.

Με φοβερή οικονομία εικόνων και λόγου, ο συγγραφέας στήνει ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με πολλά θέματα ταυτόχρονα, κανένα δεν εξαντλεί, κανένα δεν ακουμπά επιφανειακά. Το βιβλίο αρχίζει εντυπωσιακά, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μεσήλικας δημοσιογράφος, βρίσκεται στο μπάνιο της Νίκης, μιας γυναίκας με την οποία έχει μόλις κάνει έρωτα. Παντού βρώμα και δυσωδία, ούτε να κατουρήσεις δεν μπορείς, κι ένας τοίχος με φωτογραφίες του πατέρα της. Η Νίκη είναι ανορεξική, τιμωρεί το σώμα της, γιατί δεν μπορεί να ανεχτεί το αμάρτημα του πατρός της, είναι ένα κορίτσι που το στοιχειώνει το παρελθόν, σαν πένθος.  Ο αφηγητής την ερωτεύεται, και γίνονται ζευγάρι. Αν και η κοπέλα δεν φαίνεται ικανή να ανεχτεί καν τον εαυτό της, πόσο μάλλον την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου. 

Ο πατέρας της Νίκης κατέδιδε Εβραίους στην Κατοχή, κι  έπειτα καρπωνόταν την περιουσία τους. Φυσικά δεν τιμωρήθηκε ποτέ, πέθανε ως ένα ευυπόληπτο μέλος της κοινωνίας, με δόξα και τιμές. Ο πατέρας του αφηγητή ήταν αριστερός που υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία στη Μακρόνησο και τελικά βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου του Εμφυλίου, να κυνηγά τους συντρόφους του. Δεν κατάφερε να συνέλθει ποτέ, ήταν τυχοδιώκτης και τζογαδόρος, και πέθανε άδοξα. Το ζευγάρι, δεν μπορεί να ξεφύγει από το συναισθηματικό βάρος της οικογενειακής ιστορίας, ο καθένας δείχνει να βουλιάζει όλο και πιο πολύ σε ένα τέλμα που τους κυνηγά από τότε που γεννήθηκαν.


https://en.wikipedia.org/wiki/The_Jewish_Bride



Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα σε δύο αφηγηματικούς χρόνους και τρεις άξονες πλοκής- η ερωτική ιστορία του δημοσιογράφου και της Νίκης, η ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και αυτή του Εμφυλίου.  Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, μα για ένα βιβλίο που προσπαθεί να μιλήσει για το Κακό, με όρους του σήμερα και του χθες, να διαχειριστεί τη συλλογική ευθύνη και τη μνήμη, όπως διαμορφώνουν τη σημερινή ζωή μας. Η φιγούρα της κάτισχνης Νίκης είναι καθηλωτική, κι έρχεται σε ευθεία αντίστιξη με τον πίνακα με τον οποίο έχει εμμονή η κοπέλα - την Εβραία νύφη του Ρέμπραντ-, αλλά και όσα ξέρουμε για το Ολοκαύτωμα. Η Νίκη δεν είναι Εβραία, την κατατρώει η ενοχή για πράξεις που δεν έκανε εκείνη. Και για τον αφηγητή, η σχέση με τον δικό του πατέρα και τη δράση του, είναι ανοιχτή πληγή. 

Ως τη μέση, το βιβλίο μοιάζει κάπως κοινότοπο, όμως σιγά σιγά βαθαίνει. Διάφορες ιστορίες εγκιβωτίζονται στη βασική πλοκή, το μυθιστόρημα ανοίγει, κάνει το πολιτικό προσωπικό κι έπειτα πάλι πολιτικό, δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει. Και όλα αυτά, με μια αφήγηση πυκνή και ουσιαστική, πουθενά δεν χάνεις το νήμα, πουθενά ο συγγραφέας δεν βάζει επίτηδες τρικλοποδιές στον αναγνώστη. Τα πραγματολογικά στοιχεία είναι προσεκτικά διασταυρωμένα, η γλώσσα λιτή και περιεκτική, το κείμενο αντέχει σε πολλές αναγνώσεις, οι χαρακτήρες- και τα πάθη τους- είναι αληθινά. Όλα αυτά μαζί καθιστούν την Εβραία νύφη ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα βιβλίο που χαίρεσαι να το διαβάζεις, και που το αποτύπωμα της ανάγνωσής του σου μένει στο μυαλό για καιρό μετά. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Η Εβραία νύφη", Νίκος Δαββέτας, εκδ. Πατάκης, σελ.286, 2019













Υ.Γ. 42 Θα ήθελα για εξώφυλλο τον πίνακα του Ρέμπραντ