Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουραζοπούλου Ιωάννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουραζοπούλου Ιωάννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/9/24

"Ο Δράκος της Πρέσπας", Ιωάννα Μπουραζοπούλου






Τρία πράγματα θαυμάζει κανείς στη γραφή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Το πρώτο είναι οι ολοκληρωμένες ιδέες, οι ιστορίες της όσο περίπλοκες κι αν είναι, τελικά καταλήγουν κυκλικά να τρώνε την ουρά τους και να τρώνε κι εσένα που τις σκέφτεσαι ξανά και ξανά και μερικές φορές θέλεις να αρχίσεις το βιβλίο από την αρχή για να καταλάβεις την ψιλοβελονιά του στην πλοκή. Το δεύτερο είναι η ελευθερία της, ενώ γράφει κατά βάση επιστημονική φαντασία ή φάντασι, δεν φοβάται να καταπατήσει συστηματικά τα όρια του ενός και του άλλου, να καταστρατηγήσει με μεγάλη άνεση τα όρια του κάθε είδους, να αφεθεί στη δική της λογοτεχνική φαντασία, χωρίς τις αγκυλώσεις του genre. Και το τρίτο είναι η γλώσσα, ο λυρισμός της, κάποτε «παλιομοδίτικος» και κάποτε εντελώς μεταμοντέρνος και αποσπασματικός, δίνει εικόνες απίστευτης ομορφιάς, σε κυλάει στη λάσπη, και σε τρίβει στην άμμο της ερήμου.

Αυτά τα τρία με γοήτευαν πάντα, από τότε που διάβασα πρώτη φορά τη «Γυναίκα του Λωτ» και δεν μπόρεσα να την ξεχάσω. Από τότε που πήρα όλα της τα βιβλία με τη σειρά, από τότε που την έβαλα μια μέρα να τα υπογράψει ένα -ένα πριν κάνουμε ραδιοφωνική εκπομπή και την μπλόκαρα εντελώς, τόσο που οριακά απάντησε στις ερωτήσεις μου στον αέρα, από τότε που της είπα «Θέλω να γίνω Μπουραζοπούλου όταν μεγαλώσω» (σχετικά πρόσφατα αυτό, πριν από κανένα εξάμηνο). Τα γράφω αυτά, για να είναι ξεκάθαρο πως είμαι φαν. Είμαι φαν του είδους, της γραφής της, της γυναίκας, της λογοτέχνιδας, κ.ο.κ. και ως τέτοια με κανέναν τρόπο δεν είμαι αντικειμενική, ούτε και θα έπρεπε να είμαι. «Όσο ζω, Μπουραζό» που λέει και μια ψυχή που τυχαίνει να είναι κολλητή μου.

Μιας και πρέπει να σας μιλήσω πάντως για μια Τριλογία κοντά 1800 σελίδων, λέω να σταματήσω τους προλόγους. «Ο Δράκος της Πρέσπας» είναι ένα αναγνωστικό επίτευγμα. Έτσι νιώθει μια αναγνώστρια όταν τελειώνει την περιπέτεια και των τριών βιβλίων, οπότε μόνο μπορώ να φανταστώ πώς νιώθει μια συγγραφέας όταν το τελειώνει. Ο πρώτος τόμος, «Η κοιλάδα της λάσπης» εκδόθηκε το 2014, και ο τελευταίος το 2023, οπότε υπολογίζω πως η σκέψη του Δράκου και της Τριλογίας πρέπει να βασάνισε τη Μπουραζοπούλου 10-12 χρόνια, χονδρικά, και να ήταν στη σκέψη της άλλα τόσα.

Πρωταγωνίστρια αδιαμφισβήτητη η Πρέσπα, (οι Πρέσπες), οι λίμνες στο τρίστρατο μεταξύ τριών χωρών, της Ελλάδας, της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας, σε έναν χώρο που μοιάζει κυκλικός, αδελφικός και ενιαίος αλλά στην πράξη χωρίζεται από τα σύνορα σε ένα Ύψιλον μέσα στον κύκλο, ή ένα πεζό λ, φτιάχνοντας και δεν φτιάχνοντας ένα νοητό σήμα της Ειρήνης. λ, όπως η αντίστοιχη ραψωδία της Οδύσσειας, μια κατεβασιά στον Άδη. Ως εδώ θα φτάσω και θα σταματήσω τα σπόιλερ.




Πρώτος τόμος, από την πλευρά της Ελλάδας. Ένας Δράκος έχει εμφανιστεί στη λίμνη της Πρέσπας, ένας δράκος μοβόρος που σκοτώνει και βιάζει γυναίκες, κι έχει αλλάξει τελείως το μικροκλίμα της περιοχής, συνέχεια βρέχει, τα πάντα έχουν βυθιστεί στη λάσπη. Στην ελληνική όχθη, έχει δημιουργηθεί μια ομάδα δρακολόγων— αποκλειστικά ανδρών μιας και ο Δράκος είναι άκρως σεξουαλικό ον και αρέσκεται να ξεσκίζει γυναίκες—, που κατασκηνώνουν μες στις λάσπες και προσπαθούν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Έχουν σχηματίσει μικροομάδες των τριών, τακτικά και βολεμένα, και έχουμε από όλα τα είδη, υπερεθνικιστές, αστρολόγους, Ορφιστές, επιστήμονες και δαιμονολόγους. Η φυσική με τη μεταφυσική, μπλέκονται, όχι αγαστά, μπας και δώσουν μια λύση.

Η εμφάνιση του Δράκου είχε τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο στην περιοχή, τα πάντα καταστράφηκαν και η χώρα αναγκάστηκε να στραφεί στην παντοδύναμη Παγκόσμια Τράπεζα για δάνεια και εποπτεία. Στην ουσία οι Αρχές της χώρας έχουν χάσει πια κάθε διοικητική δύναμη, και τη διοικούν οι Τελωνειακές αρχές κάθε Περιφέρειας, διορισμένες αυτοπροσώπως από τον Έκτορα Μόζερ, τον Ύπατο αρμοστή της Τράπεζας.

Στον δεύτερο τόμο, την Κεχριμπαρένια Έρημο, βρισκόμαστε από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας. Εδώ ο Δράκος δρα μόνο Νύχτα. Τα πάντα είναι καυτά, η έρημος έχει καταλάβει τα πάντα, οι δρακολόγοι, άντρες και γυναίκες, δεν τολμούν καν να πατήσουν την άμμο, ζουν πάνω σε ξύλινες εξέδρες.

Στον τρίτο τόμο, τα πάντα πάγωσαν στην Αλβανία. Οι γυναίκες δρακολογίνες (αυτό το δρακολόγοι με πέταγε συνέχεια έξω), μισές τοξότριες, μισές ιέρειες, μοιάζουν με αμαζόνες, υπόσχονται να είναι αειπάρθενες, είτε θέλουν να σκοτώσουν τον Δράκο, είτε θέλουν να σαγηνεύσουν τον Δράκο. Αν δεις τον δράκο, ο δράκος πεθαίνει.

Τις τρεις ιστορίες διαπερνά το λ, η διαφθορά της εξουσίας, μια γυναίκα καλλιτέχνης, ένας άντρας μονόχειρας, οι τρίδυμοι Δράκοι-φύλακες και η έχθρα μεταξύ αδελφών και φίλων, η συνεχής έριδα που φτιάχνουν τα ίδια τα σύνορα κι ο νους μας, όσο η Πρέσπα αντιστέκεται και γίνεται από δυο λίμνες, μία.

Κορυφαίες φιγούρες ο Έκτορας Μόζερ, απόλυτος άρχων και ταυτόχρονα πιόνι της Τράπεζας, η καρικατούρα του Κακού αλλά και το Κακό προσωποποιημένο. Μην πούμε σε ποιον μοιάζει και μας πιάσουν στον στόμα τους (σπόιλερ αλερτ, στον Σόιμπλε). Η Μάνα κουράγιο, Μοίρα, η γυναίκα φίδι, η γυναίκα που μεταμορφώνεται κι είναι πάντα λ, οι τρίδυμοι αδελφοί Δράκοι. Και η δύναμη του νου, της προκατάληψης, της παραπληροφόρησης, η δύναμη του Κατεστημένου να σε ορίσει, η Δύναμη της αγοράς, η Αγορά και η Τράπεζα, παντοδύναμες. Όλα είναι εξουσία. Η Εξουσία. Αυτό είναι το βασικό. Αυτό προσπαθεί κάθε μια από τις φιγούρες να αποδείξει, σε αυτό προσπαθούν να αντισταθούν οι Άνθρωποι. Η Τριλογία βρωμάει πολιτική κυνικότητα και ελπίδα. Η Ελπίδα είναι ο Δράκος. Κι η Εξουσία είναι ο Δράκος. Όλα μέσα στο μυαλό μας, αξεδιάλυτα, να μας καθορίζουν.

Ένιωσα τον νου μου να εκρήγνυται, τελειώνοντας την τελευταία σελίδα του Πάγου. Πριν δέκα χρόνια που διάβασα την Κοιλάδα της Λάσπης, ένιωσα κάτι να μου λείπει, «η πλοκή δεν είναι τόσο σφιχτοδεμένη όσο συνήθως», έγραψα.Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη, όπως είμαστε και οι άνθρωποι, σφιχτοδεμένοι, αλλά πάντα παραπαίοντας μέσα στο χάος. Για μένα η λογοτεχνία βάζει όρια στο χάος της καθημερινότητας και του εγκεφάλου μας για να απελευθερώσει την φαντασία. Αυτό καταφέρνει εδώ η Μπουραζοπούλου, να κινητοποιήσει τη φαντασία και να της αλλάξει ρότα∙ γιατί το ταξίδι του Δράκου της Πρέσπας έχει ένα χαρακτηριστικό, σε βοηθάει να γεννηθείς αγνός σαν μωρό μες στα υγρά και τη βροχή, σε παίρνει από το χέρι και σε στεγνώνει σαν παιδί, και σε παραδίδει ενήλικο, στον πάγο της πραγματικότητας.

                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Ο Δράκος της Πρέσπας", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2014-2023

Ο Δράκος Της Πρέσπας Ι: Η Κοιλάδα Της Λάσπης



Ο Δράκος Της Πρέσπας ΙΙ: Κεχριμπαρένια Έρημος



Ο Δράκος Της Πρέσπας ΙΙΙ: Η μνήμη του πάγου





Αν θελήσετε να λάβετε μέρος στο zoom της Κυριακής, κάμετε register εδώ: 




28/3/22

"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου

 




Το Τι είδε η γυναίκα του Λωτ κυκλοφόρησε το 2007 σε μια εποχή που η ελληνική λογοτεχνία ήταν σε βαθιά κάμψη (σε μένα προκαλούσε απόγνωση) και κανονικά θα έπρεπε να τα έχει σαρώσει όλα και να μας αλλάξει άρδην. Το μόνο που χρεώνω στο βιβλίο είναι πως δεν το έκανε. Το διάβασα τότε κι ένιωσα νέο αέρα να κυκλοφορεί σε ένα μπαγιάτικο τοπίο, όπου το σινάφι ανακύκλωνε τις εμμονές του ή ενδιαφερόταν περισσότερο για να μπει κάποιο κείμενό του σε τρέντι περιδικά της προηγούμενης εποχής. 

Η γυναίκα του Λωτ δεν τα σάρωσε όλα. Λειτούργησε όμως διαβρωτικά. Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου έγινε μεγάλη σταρ. Όχι, αυτό δεν είναι αλήθεια. Αλλά θα έπρεπε να γίνει μεγάλη σταρ, μια ποπ σταρ της λογοτεχνίας κι από κάτω να ξεροσταλιάζουμε οι θαυμαστές της. Στην πραγματικότητα είναι η πιο σεμνή συγγραφέας που έχω γνωρίσει.

Πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα, γραμμένο ύπουλα, άλλοτε νομίζεις πως πρόκειται για επιστολικό μυθιστόρημα, για ένα μαθηματικό νουάρ που πρέπει να λύσεις τον γρίφο, μερικές φορές μια δυστοπία για το εγγύς μέλλον. Ας ξεκαθαρίσουμε τι δεν είναι, δεν ανήκει στην επιστημονική φαντασία και για αυτό οι φαντασάδες αυτού του τόπου λατρεύουν να το μισούν∙ είναι η πιο καλογραμμένη δυστοπία της γενιάς μας, αλλά αγνοεί επιδεικτικά όλους τους κανόνες του είδους. Δεν είναι Greek crime όπως προσπάθησαν να το πλασάρουν στον αγγλόφωνο κόσμο. Και σίγουρα δεν είναι επιστολικό, αγνοεί επιδεικτικά τον Βέρθερο, και τις Επικίνδυνες σχέσεις και τον Δράκουλα, κι ό,τι ξέρατε ποτέ για τα επιστολικά μυθιστορήματα.

Στο μέλλον, η Υπερχείλιση έχει αλλάξει την γεωγραφία όλης της γης, καταβύθισε όλες τις χώρες γύρω από τη Νεκρά θάλασσα και από την τρύπα ανάβλυσε ένα βιολετί αλάτι, μαυλιστικό. Έτσι η Βιέννη και το Παρίσι γίνανε λιμάνια και ο Νότος χαμένη πατρίδα. Αμέσως στήθηκε μια εταιρία «οι Εβδομηντα πέντε» που έχτισε μια Αποικία πάνω εκεί που αναβλύζει το βιολετί αλάτι, στις όχθες του Ιορδάνη, και εκμεταλλεύεται το ναρκωτικό που πωλείται πανάκριβα. Εκεί διοικεί ο Κυβερνήτης Βερά και τα τσιράκια του: η γυναίκα του, ο δικαστής, ο γιατρός, ο ιερέας, ο φρούραρχος και ο γραμματικός του. Οι υπόλοιποι άποικοι είναι χωρισμένοι σε κάστες, κάνουν τη δουλειά τους χωρίς πολλά πολλά, γιατί όλοι κάτι έχουν να κρύψουν ή να ξεχάσουν.

Αν σας θυμίζει κάτι αυτή η εταιρία που ελέγχει όλη την πόλη που έφτιαξε δίπλα στην πηγή της εκμετάλλευσης, που βρέθηκε να ελέγχει όλο το αλάτι κι όλο τον πλούτο, εκμεταλλευόμενη τον Φόβο και τον Πόθο του καθενός, να το ξεχάσετε. Δεν είναι μια απλή αλληγορία όλο αυτό. Οι χαρακτήρες, που μοιάζουν όμοιοι όσο μιλάνε στις επιστολές, στήνονται διεξοδικά. Οι πρώτες σελίδες του βιβλίου φαίνονται ψυχρές, σχεδόν κλινικές. Κι έπειτα κάθε στοιχείο μετράει, και φτιάχνει μια Βιβλική παραβολή, μια πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, για την κακία και τη φαυλότητά της, για την ανοησία και την πλεονεξία της. Και τελικά για την αγάπη.

Τι είναι πραγματικότητα, τι παραίσθηση, ποιος λέει αλήθεια και ποιος ψέματα; Τι είναι ηθική και ποιος την ορίζει; Πώς διαμορφώνεται η ζωή του καθενός, τυχαία, από την ειμαρμένη, από το σθένος και το κουράγιο του, από τα γεγονότα; Και ο Μεσσίας μήπως έχει τη μορφή ενός Πειρατή ανάμεσα στη Νέμεση και την Κάθαρση; Κι ένα Κουτί πράσινο, μπας και παίζει με τη συλλογική μας φαντασίωση ενός Κιβωτίου που θα μας σώσει;

Η Μπουραζοπούλου γράφει πάντα πολιτικά. Ό,τι άλλο κι αν είναι αυτό το μυθιστόρημα, αυτό είναι κυρίως, ένα Καράβι για πλοηγηθείς στις πιο μύχιες άνομες σκέψεις σου, να καταλάβεις πώς το ατομικό γίνεται συλλογικό και πολιτικό χωρίς καν να το καταλάβεις και κυρίως χωρίς καν να διανοηθείς πως μπορείς να το διαχειριστείς. Μήπως όμως μπορείς; Μπας και τελικά όσο βαθιά κι αν είσαι χωμένος, μπορείς πάντα να σηκώσεις το χέρι και να σπάσεις την αλυσίδα; Ή έστω τον μαίανδρο;

Όσα και να πει κανείς για αυτό το περίπλοκο αρχιτεκτόνημα, γραμμένο σε μια γλώσσα πηγαία προσεγμένη, σχεδόν εκνευριστικά τέλεια, είναι λίγα. Το όνειρό μου όταν μεγαλώσω είναι να γίνω Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Όνειρο μάλλον απατηλό, και εν πολλοίς άδικο για μένα, γιατί απαιτεί ταλέντο αστείρευτο. Αυτή τη βιβλιάρα εξάλλου η Ιωάννα Μπουραζοπούλου την εξέδωσε πριν καν κλείσει τα σαράντα. Eat her dust.

                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Τι είδε η γυναίκα του Λωτ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2007





2/1/15

"O Δράκος της Πρέσπας Ι- Η κοιλάδα της λάσπης", Ιωάννα Μπουραζοπούλου





Είναι γνωστό πως μια αδυναμία - και δύο και τρεις- στην γραφή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου την έχω. Μου αρέσει η καθαρότητά της, ο τρόπος που καμιά κλωστή δεν μένει να αιωρείται στις ιστορίες της, η εμμονή της στην δυστοπία σε πείσμα του ελληνικού αναγνωστικού κοινού που θέλει συνέχεια να διαβάζει για τις χαμένες του πατρίδες και το γλυκό κυδώνι.

Στην "Κοιλάδα της Λάσπης" - το πρώτο μέρος της Τριλογίας "Ο Δράκος της Πρέσπας"- η Μπουραζοπούλου για πρώτη φορά αφήνει τον εαυτό της να ανοιχτεί, φαίνεται να μην κρατά με την ίδια σταθερότητα την μπαγκέτα της πλοκής. Αυτό είναι και κακό και καλό. Χάνει κάτι από την ενάργεια που χαρακτηρίζει τα άλλα της βιβλία, αλλά κερδίζει σε επικές-μυθικές διαστάσεις.

Σε χρόνο μελλοντικό λοιπόν, οι Πρέσπες έχουν γίνει μία λίμνη κι εκεί δεσπόζει ο Δράκος. Ένα πλάσμα με αρκετές δρακολογικές και θεϊκές ιδιότητες, που μπορεί να ελέγχει τα καιρικά φαινόμενα, που βιάζει και δολοφονεί, που δημιουργεί πάθη έντονα, επιστημονικά, ερωτικά, θεολογικά, εθνικά. Στις τρεις όχθες στήνονται τρεις διαφορετικές κοινότητες δρακολόγων, ο δράκος κυρήσσεται πατέντα, μια βιομηχανία χρημάτων στηρίζεται πάνω του. Η Παγκόσμια Τράπεζα Ανάπτυξης υπόσχεται να σώσει την Βαλκανική από την χρεοκοπία, βάζει τοποτηρητές Εφόρους με μόνη την υπόσχεση πως θα εκμεταλλεύεται εκείνη τα έσοδα του δράκου.

Στην ελληνική όχθη της Πρέσπας, την "Κοιλάδα της Λάσπης", βρέχει συνεχώς κι όλα βουλιάζουν συνέχεια. Εκεί οι δρακολόγοι διαμορφώνουν ομάδες των τριών, και στηριγμένοι σε ένα σύστημα ανάμικτα επιστημονικό και θεολογικό εδραιώνουν την δρακολογία τους. Η πρώτη δρακολογική ομάδα απαρτίζεται από τον λυγκέα, ένα ναρκοληπτικό που την βγάζει όλη μέρα μέσα στο νερό, τον λαοκόοντα, έναν επιστήμονα που είναι ο διερμηνέας του λυγκέα μιας και μόνον αυτός καταλαβαίνει τους ακατάληπτους χρησμούς του και τον λέανδρο, έναν θηριώδη Ρουμάνο πρώην νοσοκόμο που θέλει να προσκαλέσει τον δράκο σε μονομαχία. Στην ομάδα τους ανήκει και η λιράνα, η μοναδική γυναίκα του οικισμού αλλά και ο Εμμανουήλ, το παιδί του δράκου με την πρώτη γυναίκα που βίασε.

Στο πρώτο κομμάτι του μυθιστορήματος, όπου όλα μοιάζουν μυθικά, η συγγραφέας ακολουθεί την πεπατημένη των άλλων της βιβλίων και μας δίνει μια εξαιρετική εικόνα. Στα επόμενα, όπου η πολιτική αρχίζει να υπερτερεί, το κείμενο χάνει κάτι από την δύναμή του, πλατειάζει. Το τέλος, που μένει ανοιχτό, σχεδόν με ενόχλησε.

Το βιβλίο πραγματεύεται ένα σωρό θέματα, αλλά το βασικό του είναι το χρήμα και η εξουσία. Το πως οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες ορίζουν την ζωή μας, η τοποτήρηση από έναν μεγάλο ελεγκτικό χρηματοοικονομικό μηχανισμό. Ενδιάμεσα βέβαια μας μιλά και για την ανάγκη των ανθρώπων να πιστέψουν σε κάτι- έστω κακό, μοχθηρό και απαίσιο- στην ευκολία των δοξασιών, την σημασία του να μεγαλώνεις ένα παιδί, να ανήκεις κάπου. Α, και για τον έρωτα.

Βιβλίο πολλαπλών αναγνώσεων, από τις λίγες φορές που η Μπουραζοπούλου μου θύμισε Ζατέλη- αν και είναι η μόνιμη "κατηγορία" που της προσάπτουν- η "Κοιλάδα της Λάσπης" απογοητεύει ελαφρώς μιας και δεν στέκεται αυτόνομα δίχως τα επόμενα μέρη της τριλογίας. Από την άλλη, όταν κανείς μπορεί να γράφει με τόση δύναμη και να χειρίζεται τόσες επιμέρους υποπλοκές με τέτοια δεινότητα, δεν μπορεί παρά να του βγάλεις το καπέλο.

"Ο δράκος της Πρέσπας Ι- Η κοιλάδα της λάσπης", Ιωάννα Μπουραζοπούλου, εκδ. Καστανιώτη 2014, σελ. 580

Υ.Γ 42 Το χαρτί της έκδοσης είναι πια τόσο κακό, που το βιβλίο βογκάει κυριολεκτικά όταν το ανοίγεις βγάζοντας έναν θόρυβο σαν ντοσιέ με ξεχασμένα έγγραφα σε εφορία.


12/1/12

"Η ενοχή της αθωότητας", Ιωάννα Μπουραζοπούλου


Είχα καιρό να διαβάσω απανωτά δυο ελληνικά βιβλία και πρέπει να ομολογήσω πως το ευχαριστήθηκα. Όσο άνετα κι αν διαβάζει κανείς σε μια ξένη γλώσσα, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, η χάρη του βιβλίου που είναι γραμμένο στη γλώσσα σου και δεν χάνεις κανένα από τα χρώματά του είναι διαφορετική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για δυο καλά βιβλία όπως το «Στην άκρη του κόσμου» του Γιώργου Ξενάριου και το «Η ενοχή της αθωότητας» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Και μιας και για το πρώτο έχω εκφραστεί αναλυτικά τόσο σε αυτό, όσο και σε αναρτήσεις άλλων βιβλιοblog, νομίζω πως πρέπει να μιλήσω και για το δεύτερο.

Είναι γνωστή η αδυναμία μου  για τη Μπουραζοπούλου, ο τρόπος γραφής της, τα θέματα που επιλέγει αλλά και οι κόσμοι που δημιουργεί με γοητεύουν. Έτσι, μάλλον δεν θα αποτελέσει έκπληξη πως και το καινούργιο της μυθιστόρημα μου φάνηκε εξαιρετικό. Συνεχίζω να πιστεύω βέβαια πως το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» είναι το καλύτερό της.

Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή στο μέλλον η Ευρώπη έχει κάνει την Επανάσταση της έναντι στον μετακαπιταλισμό και έχει εδραιώσει την Συντεχνιακή Δημοκρατία.  Ο κάθε Ευρωπαίος ανήκει σε μια από τις εννέα Κάστες, και μπορεί  να ανελιχθεί μόνο κάθετα σε αυτή, ποτέ οριζόντια, δεν μπορεί δηλαδή να αλλάξει επάγγελμα. Ένας νεκρομπαρμπέρης, αποστάτης από την Κάστα των Φυλάκων και τώρα στο τελευταίο σκαλί της Κάστας των Καλλιτεχνών κι ένας εκφωνητής επικήδειων, το έσχατο είδος Διανοούμενου θα κλιθούν να παίξουν ένα ιδιότυπο ρόλο σε μια δίκη για την ανατροπή του πολιτεύματος. Ένας αθώος καταδικάζεται σε ατιμωτικό θάνατο και αυτοί πρέπει να διασχίσουν την Ευρώπη με το όχημα-κάλπη, να επισκεφτούν πόλεις ταγμένες σε ένα μόνο επάγγελμα, να πάρουν δικόγραφα που θα αθωώσουν ή θα καταδικάσουν τον αθώο. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ανοίξει την πόρτα και να αθωώσει τον άγνωστο αθώο, αλλά κανείς δεν θα το κάνει.

Το βιβλίο πραγματεύεται με μαεστρία θέματα πολιτικά και άλλα που άπτονται της ζωής και του θανάτου, χωρίς καμία στιγμή να χάνει την χάρη ενός υπέροχου παραμυθιού.


4/9/11

"Το Μπουντουάρ του Ναδίρ", Ιωάννα Μπουραζοπούλου



Μάλλον δεν κρύβεται πως συμπαθώ εξαιρετικά τη γραφή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Αυτό, αν δεν κάνω λάθος, είναι το πρώτο της βιβλίο και μου άρεσε πολύ. Σε μια χώρα της Βαλκανικής λοιπόν, σε μια πόλη που ονομάζεται Παλμέ-Βαλκάν κυριαρχεί ένα μαγαζί, το Ναδίρ, που συνδυάζει το μυστήριο με το όργιο για να δώσει θέαμα και να επιβιώσει. Ιδιοκτήτες του ο θηριώδης Δεβεράλδης και η Βαλκυρία. Εδώ  στήνονται θεάματα όπως αυτό του συγγραφέα που τρώει το χειρόγραφο του σελίδα σελίδα και μετά το αφοδεύει δημόσια στο τεράστιο κοινό αποχωρητήριο- το Μπουντουάρ του Ναδίρ ή του ηθοποιού που είναι μελλοθάνατος σε μιαν άλλη χώρα και το κοινό περισσότερο σκέφτεται πως σε λίγο θα πεθάνει παρά την παράστασή του. Δεν έχει σημασία αν υπάρχει, γυμνό, κόπρανα, ούρα, θάνατος, όλα μετουσιώνονται σε «τέχνη». Μα το σπουδαιότερο είναι πως το Ναδίρ και συγκεκριμένα το Μπουντουάρ του γίνεται πόλος έλξης για όλους τους ισχυρούς της Βαλκανικής, ανάγεται σε ιδέα και κέντρο αποφάσεων.

Ηρωίδα του μυθιστορήματος είναι μια ιδιωτική ερευνήτρια, μια αντρογυναίκα ξερακιανή και σχεδόν άφυλη, που ερευνά κάποιες συγκεκριμένες φωτογραφίες που βρέθηκαν όταν ο ιδιοκτήτης του κέντρου πεθαίνει και τα υπάρχοντα βγαίνουν σε δημοπρασία. Έτσι γυρίζει όλη την Ευρώπη και γνωρίζεται με σαλτιμπάγκους, ηθοποιούς, συνταγματάρχες, ένα μωσαϊκό ανθρώπων. Κάπου εκεί βρίσκεται η άκρη του νήματος.

Ο τρόπος που η συγγραφέας αγαπά να στήνει ένα ολόκληρο καινούργιο συμπάν, που άπτεται του δικού μας αλλά δεν είναι αυτό, με ενθουσιάζει. Το κυριότερο όμως είναι πως δεν επαναπαύεται σε αυτή της τη δεινότητα να στήνει δυστοπίες, αλλά φροντίζει να υπάρχουν χαρακτήρες ολοκληρωμένοι που πλαισιώνουν τόσο την ιστορία, όσο και τον καινούργιο κόσμο- που τόσο πολύ μοιάζει στον παλιό.

24/7/10

Το μυστικό νερό


"Το μυστικό νερό" είναι από τα πρώτα βιβλία που έγραψε η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, που το βιβλίο της "Τί είδε η γυναίκα του Λωτ" με είχε ενθουσιάσει. Έχει λοιπόν τις αρετές αλλά και τα προβλήματα των πρωτόλειων. Είναι μια, όχι πάντα επιτυχημένη, προσπάθεια για τη δημιουργία ενός φανταστικού κόσμου και μιας ιστορίας που τα έχει όλα, τις μεταφυσικές της ανησυχίες, την αινιγματική πλοκή, τους σύνθετους χαρακτήρες.


Η δράση λαμβάνει χώρα σε ένα φανταστικό νησί του Αιγαίου, τη Σαντάνα, που η Μεσαιωνική του Ιστορία το κυνηγά ακόμα και σήμερα. Το νησί κρατούν χωρισμένο και ενωμένο δυο αντίπαλοι πόλοι, από τη μια το Μοναστήρι με τις άσπιλες και αμόλυντες 13 μοναχές Άννες και από την άλλη το Παλάτι, το τοπικό μπορντέλο με επικεφαλής τη Δαλιδά. Στη διαμάχη αυτών των "ιδρυμάτων" θα αποκαλυφτούν πολλά πράγματα με κεντρικό άξονα την Σάντα Άννα, την "ειδική" Αγία του νησιού και μια απλή Αρχειοθέτρια του Νερού, την Ελπίδα Σακελλαρίου. Αλλά αυτό που κυρίως θα φανεί είναι πως οι δυο "θεσμοί" δε διαφέρουν σε τίποτα.

Η συγγραφέας καταφέρνει να φτιάξει μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από τη μυθοπλασία, να εισαγάγει πολλούς ετερόκλητους και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, να κτίσει την πλοκή. Αλλά δεν κατορθώνει να συγκρατήσει αυτό το οικοδόμημα που ειδικά στο τέλος ξεφεύγει κι έτσι λήγει την ιστορία του κάπως γρήγορα και άδοξα. Όπως δεν θα έπρεπε σε έναν τόσο όμορφο, μαγικό κόσμο.

Πάντως, αν αυτό το βιβλίο ήταν ο προπομπός για να υπάρξει κάτι τόσο ολοκληρωμένο ως ιδέα, διαμόρφωση και εκτέλεση όσο η "γυναίκα του Λωτ", τότε δεν έχω παρά να βγάλω στην κυρία Μπουραζοπούλου το καπέλο.

14/4/09

Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;


Λοιπόν, σήμερα, αποφάσισα να πω και μια καλή κουβέντα. Τα τελευταία χρόνια δεν διαβάζω πολύ ελληνική λογοτεχνία, αν και παλιότερα ήταν σχεδόν αποκλειστικό το ενδιαφέρον μου για τα εγχώρια βιβλία. Δεν μπορώ όμως παρά να εκφράσω το θαυμασμό μου για το βιβλίο της κυρίας Μπουραζοπούλου, «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;». Μια ολόφρεσκη ιδέα, ένα μυθιστόρημα που δεν κρατιέται μόνο από την πρωτοτυπία του, η συγγραφέας ξέρει τον μύθο της και τον χειρίζεται άψογα.

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, η γη στις όχθες της νεκράς θάλασσας ανοίγει κι από μέσα αναβλύζει ένα μαυλιστικό βιολετί αλάτι. Μια αποικία ανθρώπων στήνεται εκεί, για να εκμεταλλευτεί το θείο δώρο. Αλλά το αλάτι δεν υπηρετεί κανέναν, μόνον υπηρετείται, κι οι κυβερνήτες της Αποικίας, διεφθαρμένοι από τη γοητεία του, δούλοι των παθών και των αμαρτιών τους θα μάθουν με τον πιο επίπονο τρόπο την αλήθεια.

Η πλοκή ρέει, η οπτική γωνία της αφήγησης, με τις επιστολές που αλληλοαναιρούνται κι όλο κάτι καινούριο μας παρουσιάζουν, είναι εξόχως ενδιαφέρουσα και το μυθιστόρημα έχει αρχή, μέση, τέλος, με έναν δικό του αντισυμβατικό τρόπο. Μια αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που δεν γίνεται σε καμία φάση διδακτική ή βαρετή. Με λίγα λόγια όσα θα έπρεπε να έχει ένα βιβλίο. Ελπίζω η ελληνική λογοτεχνία να έχει σύντομα κι άλλα τέτοια εξαιρετικά δείγματα.