Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όστερ Πολ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όστερ Πολ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11/11/24

"Μπαουμγκάρτνερ", Paul Auster

 

                                                           Αγοράστε το εδώ 


Ώρες ώρες σκέφτομαι πως η αγάπη μου για τον Πολ Όστερ, που πυροδοτήθηκε πριν καμιά 15αριά χρόνια, όταν πρωτοδιάβασα την Τριλογία της Nέας Υόρκης (ευτυχώς στα αγγλικά, γιατί η τότε μετάφραση ήταν επιεικώς άθλια και η μετέπειτα που κυκλοφόρησε απλά ανεκτή) δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως με αναγνωστικούς όρους. Ήταν κάπως μεταφυσική η αναγνωστική μου εμπειρία, κι όταν συμβαίνει αυτό η συγκεκριμένη αναγνώστρια ξέρει, είναι καταδικασμένη να διαβάζει τα πάντα από τον εν λόγω συγγραφέα.

Το Μπαουμγκάρτνερ είναι το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Όστερ πριν πεθάνει πέρυσι στα 77 του από καρκίνο, κι ενώ είχε υποστεί απανωτές απώλειες, πρώτα η εγγονή του, μετά ο γιος του, που κατηγορήθηκε για τον θάνατο του βρέφους. Πρόκειται λοιπόν για το κύκνειο άσμα ενός πολυγραφότατου συγγραφέα, που ομολογουμένως διαβάζεται πολύ περισσότερο στην Ευρώπη από ό,τι στην Αμερική, όπου τον κατηγορούν για ψευτοκουλτουριάρη.

Ο Όστερ ανδρώθηκε λογοτεχνικά στη Γαλλία, επηρεάστηκε από τον Σάμιουελ Μπέκετ, διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της ζωή του στενές σχέσεις με τον Κουτσί και τον Ρουσντί, ένιωθε με κάποιον τρόπο εξόριστος από την μάζα της Αμερικής. Ήταν, με τη γυναίκα του τη Σίρι Χουσβεντ, προεξαρχουσες φιγούρες της λογοτεχνικής Αμερικής, βάζοντας με το έργο του τις βάσεις για τον αμερικάνικο μεταμοντερνισμό.

Στο γράψιμο του αγαπούσε τους λαβυρίνθους, τους καθρέφτες, την αποσπασματικότητα, έναν ιδιότυπο μαγικό ρεαλισμό, ενώ ταυτόχρονα οι -συνηθως πρωτοπρόσωποι αφηγητές-ήρωες του μοιάζουν να είναι το λογοτεχνικό του άλτερ ίγκο. Τα έργα του Όστερ βασίζονται πάρα πολύ στο βίωμα, άλλοτε ανοιχτά, τα υπογράφει memoirs (απομνημονεύματα) κι άλλοτε καλυμμένα λογοτεχνικά. Πάντως το αυτοβιογραφικό στοιχείο παρεισφρέει συχνότατα στα κείμενά του κι είναι ένας από τους λόγους που ενεργοποιούν την ταύτιση. Μάλλον πιο κοντά στον Πόε ή στην Μπόρχες στην αρχή της λογοτεχνικής του καριέρας, του άρεσε να αναδεικνύει την τυχαιότητα, την έλλειψη συνοχής της πραγματικότητας, το χάος που επικρατεί στην καθημερινή ζωή και το μυαλό του καθενός. Τον έλκυε ταυτόχρονα το εξωφρενικό και το μπανάλ.

Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και στο τελευταίο του μυθιστόρημα. Πρωταγωνιστής είναι ο 71χρονος Μπαουμγκάρτνερ, ακαδημαϊκός και συγγραφέας, που έχει χάσει τη γυναίκα του πριν καμιά 10αριά χρόνια και ακόμα θρηνεί για αυτό. Η αρχή του μυθιστορήματος είναι κατ’εξοχήν Οστερική, καταιγιστική, ο ήρωας θέλει να πάρει τηλέφωνο την αδελφή του, έρχεται ένας τύπος να μετρήσει το γκάζι, πέφτει στη σκάλα για το υπόγειο, χαμός. Το γνωστό αγκίστρι του Όστερ, που μοιάζει πάντα πολύ γοητευτικό για τον αναγνώστη, και τον κρατάει εκεί.

Στη συνέχεια βέβαια ανοίγουν ένα σωρό μέτωπα, από τα πιο σημαντικά, για τη ζωή, το θάνατο, το πένθος, τα γηρατειά, τον έρωτα, την αγάπη, μέχρι τα σεξουαλικά, τα πολιτικά, τις αναμνήσεις, το παρελθόν, το μέλλον στην τρίτη ηλικία. Αναπόφευκτα σε ένα τόσο μικρό σε όγκο μυθιστόρημα, όλα αυτά όχι απλά δεν μπορούν να απαντηθούν (τι δουλειά έχει με τις απαντήσεις η λογοτεχνία) μα δεν μπορούν καν να μπουν σε μια σειρά. Η ζωή παραμένει χαώδης και στο «γαλήνιο απάγκιο του τέλους της ζωής». Τίποτα δεν εξηγείται, τίποτα δεν "τακτοποιείται", και όλα παραμένουν στον αέρα, κάποια μικρά και μίζερα, κάποια τερατώδη.

Το ερώτημα αν θα ξαναδιάβαζα Όστερ αν αυτό ήταν το πρώτο βιβλίο που έπεφτε στα χέρια μου, θα μείνει για πάντα αναπάντητο, προφανώς. Για μένα το να διαβάσω το τελευταίο του βιβλίο (έχω «καβάντζα» αρκετά ακόμα) έμοιαζε κάπως τελετουργικό, φόρος τιμής σε έναν συγγραφέα που τον νιώθω πολύ κοντά μου. Είναι το Μπάουμγκαρτνερ το μάγκνουμ όπους του; Μπα, δεν είναι. Είναι βιαστικό βιβλίο, γραμμένο από κάποιον που ξέρει πως δεν έχει πια χρόνο, και πως τα μεγάλα και τα σημαντικά τα έχει ήδη διαπραγμευτεί στο έργο του από μικρή ηλικία. Το βιβλίο αυτό είναι αποχαιρετισμός. Όσο για μένα, Όστερ θα διαβάζω και θα ξαναδιαβάζω, χωρίς πολλές πολλές αναστολές. Ακόμα κι αν «τελειώσουν» όλα, θα ξαναπάρω από την αρχή.

                               Κατερίνα Μαλακατέ


"Μπαουμγκάρτνερ", Paul Auster, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο




4/1/22

"Το παλάτι του φεγγαριού", Paul Auster

 




Ο Πολ Όστερ είναι μακράν ο αγαπημένος μου από τους εν ζωή αμερικάνους συγγραφείς. Τον ανακάλυψα σχετικά αργά αναγνωστικά, πριν από μια δεκαετία περίπου, κι έκτοτε κατασπαράζω συστηματικά το ευμέγεθες έργο του, χωρίς ακόμα να έχω τελειώσει τα άπαντα. Αυτή τη φορά πάντως, για χάρη της Λέσχης Ανάγνωσης του Booktalks, ξαναδιάβασα Το παλάτι του φεγγαριού κι η αίσθηση πως πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο δεν με εγκατέλειψε.

Το παλάτι του φεγγαριού εκδόθηκε το 1989, όταν ο συγγραφέας του ήταν μόλις 42 ετών. Είναι πολύ διαφορετικό από τα βιβλία που τον είχαν καθιερώσει ως τότε: την ελλειπτική και αποσπασματική, μεταμοντέρνα Τριλογία της Νέας Υόρκης και το memoir Η επινόηση της μοναξιάς. Εδώ έχουμε το πρώτο από μια σειρά από μυθιστορήματα, που έγιναν χαρακτηριστικά για το ύφος και τον συγγραφικό του τρόπο. Αν και συνεχίζει να γράφει σε γλώσσα εντελώς απλή, με ρυθμό και να μιλά κυρίως για θέματα που τον απασχολούν μέσα από το βίωμα, η πλοκή γίνεται φαντασμαγορική, ασθματική. Ιστορίες μπαίνουν μέσα σε άλλες ιστορίες, σα μπάμπουσκες, η αίσθηση της πραγματικότητας αλλοιώνεται, η αληθοφάνεια παύει να τον απασχολεί, και όλο το μυθιστόρημα μοιάζει σαν ένα πυροτέχνημα συμπτώσεων, μια ωδή στην τυχαιότητα.

Όλο αυτό αφήνει ελάχιστα περιθώρια στον αναγνώστη να βαρεθεί ή να δυσκολευτεί. Αντίθετα τον παρασέρνει σε ένα ρυθμό ανάγνωσης φρενήρη. Μέχρι που αναγκάζεται ο ίδιος να επιβραδύνει, όσο οι συμπτώσεις πια κραυγάζουν πως υπάρχει κι άλλο επίπεδο εδώ, και πρέπει να το ανακαλύψεις. Ο Όστερ γράφει πολυεπίπεδα μυθιστορήματα. Μόνο που αυτά τα επίπεδα διαμορφώνονται σε σπείρες κι όχι το ένα πάνω στο άλλο. Έτσι δεν αρκεί να «σκάψεις» για να βρεις τι κρύβεται από κάτω. Πρέπει να αφεθείς στη δίνη τους, για να μπορέσεις να αφουγκραστείς το βαθύτερο νόημα.

Πρωταγωνιστής είναι ο Μάρκο Στάνλει Φογκ (ναι, ναι, ό,τι σκέφτεστε για τα ονόματα στον Όστερ και άλλα τόσα, είναι αλήθεια) που οι φίλοι του τον φωνάζουν MS (σαν την αρρώστια ή το Manuscript). O Μάρκο είναι εικοσάχρονος φοιτητής, που έχει χάσει και του δυο γονείς του πολύ νωρίς και μεγάλωσε με τον θείο του, έναν μποέμ κλαρινετίστα, που σπάνια στάθηκε σαν πατρική φιγούρα στο αγόρι, πιο πολύ σαν φίλος. Όταν πεθαίνει και ο θείος του, ο Μάρκο δεν κληρονομεί τίποτα άλλο εκτός από τις κούτες του με τα βιβλία (όπως κι ο Όστερ από τον δικό του θείο). Ο Μάρκο διαβάζει συστηματικά το περιεχόμενο από τις κούτες, και φαίνεται να μην νοιάζεται που σε λίγο θα μείνει χωρίς σπίτι και φαγητό. Και καταλήγει άστεγος στο Σέντραλ Παρκ.

Παρ’ όλο που αυτό είναι από τα πρώτα μυθιστορήματα του, όλες οι εμμονές του Όστερ είναι εδώ. Βασική, πρώτη, το ταξίδι ενηλικίωσης προς μια καλλιτεχνική ταυτότητα. Ο ήρωάς του μπαίνει και βγαίνει σε όλες αυτές τις ιστορίες γιατί ψάχνει να βρει ποιος είναι. Δεύτερη, το παιχνίδι της τυχαιότητας και των συμπτώσεων, πόση σημασία έχουν στη ζωή μας κι αν αυτές μας καθορίζουν. Τρίτη, η έλλειψη του πατέρα, η αναζήτηση του πατρικού προτύπου. Εδώ ο ήρωας φτάνει στα άκρα, όταν βρίσκει πια τον πατέρα του, τον γκρεμίζει αμέσως μέσα σε έναν τάφο και τον σπάει σε χίλια κομμάτια. Μόνο τότε, τον αναγνωρίζει ως πατέρα.

Μικρότερες εμμονές διατρέχουν το κείμενο. Όπως αυτή για ένα «κλειστό δωμάτιο» ή μια σπηλιά που θα σε σώσει καλλιτεχνικά. (τον φίλο του Μάρκο τον λένε Τσίμερ). Η ιδέα μιας ασκητικής ζωής στη φύση, στα πρότυπα του Γουίτμαν και του Θορώ. Η πείνα, όπως περίπου εκφράζεται στον Χάμσουν. Η ακραία φτώχια. Μια τυχαία κληρονομιά που σου αλλάζει τη ζωή. Η τυφλότητα, η χωλότητα, η αρτιμέλεια. Ο αβάσταχτος πόνος. Τα ονόματα. Οι διακειμενικές αναφορές. Ο Ντοστογιέφσκι. Το χιούμορ. Η επιστήμη.


Ήταν το καλοκαίρι που ο Άνθρωπος πάτησε πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά δεν πίστευα πως υπήρχε κάποιο μέλλον.

Σε όλα αυτά, δεσπόζει το φεγγάρι, στην εμβληματική αρχή, ως ένας κόσμος για να τον κατακτήσεις. Στη μέση ως μια πινακίδα νέον που αναβοσβήνει ενός κινέζικου εστιατορίου. Στο τέλος σαν μια αχτίδα μέλλοντος. Ο ήλιος είναι το παρελθόν, η γη το παρόν, το φεγγάρι το μέλλον. Αυτό είναι το κομβικό σημείο του βιβλίου. Κι όταν στο τέλος ο ήρωας ξαναβρίσκεται στην αρχή, χωρίς λεφτά, χωρίς συγγένειες, χωρίς σπουδές, δεν είναι με κανέναν τρόπο ο ίδιος, έχει βρει ήδη την κλίση του.

Το Παλάτι του φεγγαριού είναι ένα χαρακτηριστικό βιβλίο, τα επόμενα του Όστερ είναι γραμμένα στο ίδιο μοτίβο και στις ίδιες εμμονές. Με αυτό βρίσκει την πραγματική του φωνή και τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα επόμενα βιβλία του, και είναι πολλά, έχτισαν σιγά σιγά τη φήμη του, για να φτάσουμε στο αποκορύφωμα, το 4321, ένα βιβλίο που μοιάζει σαν να είναι όλα του τα μυθιστορήματα μαζί.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το παλάτι του φεγγαριού", Πολ Όστερ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σ.411

 

9/4/18

"4321", Paul Auster



Ο Πολ Όστερ είχε σιγήσει για επτά ολόκληρα χρόνια- και κάποιοι, ανάμεσά τους κι εγώ, φοβούνταν ως δεν θα έβγαζε άλλο βιβλίο-, αν και στις συνεντεύξεις του όλον αυτόν τον καιρό άφηνε να εννοηθεί πως προσπαθούσε κάτι μεγάλο. Συνήθως η πρόζα του Όστερ ευνοεί την πύκνωση και τη μεγάλη ακρίβεια, κι αυτό δεν παραπέμπει σε ογκώδη βιβλία. Έτσι, πέρυσι που βγήκε το 4321 στα Αγγλικά, με τις 866 σελίδες του αγγλικού κειμένου, η ιδέα πως ένας από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς έπεσε στην παγίδα του Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος με απώθησε και δεν το διάβασα στην αγγλική έκδοση. 

Τα πράγματα άλλαξαν φέτος όταν είδα την ελληνική μετάφραση – της Οστερομανούς Μαρίας Ξυλούρη- και αυτή τη φορά οι 1217 σελίδες με κάλεσαν με το που τις απέκτησα. Τις έπιασα σχεδόν αμέσως, διάβασα με μεγάλη ευκολία και ευχαρίστηση το ένα τρίτο του βιβλίου, κι έπειτα οι ρυθμοί μου έπεσαν. Τελικά χρειάστηκα κοντά στις δύο εβδομάδες για να το ολοκληρώσω, σε καμία στιγμή όμως δεν το βαρυγκώμησα ή ένιωσα να με πιέζει ο όγκος του· παρεκτός ίσως λίγο στα μπράτσα και τους αγκώνες, με το ένα χέρι είναι πρακτικά ασήκωτο. 

Ο Όστερ λοιπόν επιχειρεί τη μεγάλη αφήγηση, χωρίς να ξεφεύγει από τη μεταμοντέρνα κληρονομιά του, ξεκινά από μια εξαιρετική ιδέα που την χειρίζεται καλά, χωρίς να πετυχαίνει πάντα να την απογειώσει. Το πρώτο κεφάλαιο μας μιλά για τη γέννηση του Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον από συγκεκριμένους γονείς σε συγκεκριμένο μέρος. Κι έπειτα το βιβλίο διασπάται, 4 διαφορετικοί Φέργκιουσον προκύπτουν, ανάλογα με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Και τα κεφάλαια διασπώνται το καθένα σε 4 υποκεφάλαια (1.1- 1.2- 1.3-1.4 κ.ο.κ.) όπου ακολουθούμε κάποιον από τους τέσσερις Φέργκιουσον. Κάποια στιγμή χάνεσαι, δεν ξέρεις αν μιλάμε για τον Φέργκιουσον που έχασε δυο δάχτυλα, ή αυτόν που έσπασε το χέρι του, για αυτόν που έκανε έρωτα με την Έιμι ή τον άλλον που δεν την ακούμπησε ποτέ. Όμως ο πυρήνας των ανθρώπων δεν αλλάζει. Και οι τέσσερις Φέργκιουσον είναι προοδευτικοί πολιτικά, αν και δεν είναι ριζοσπαστικοί, και οι τέσσερις ενδιαφέρονται για το μπέιζμπολ, το μπάσκετ και το σεξ, και οι τέσσερις αγαπάνε το διάβασμα διαβολεμένα, και τις ταινίες, και τις μουσικές. Και οι τέσσερις γίνονται συγγραφείς. 

Η τυχαιότητα, που απασχολεί τον Όστερ σε όλο του το έργο, η επίδραση των συμπτώσεων στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μας, είναι μια έννοια που σε αυτό το βιβλίο την επεξεργάζεται ο συγγραφέας ως τα τελικά της όρια. Φόντο του, και έγνοια του, είναι και τα μεγάλα θέματα της εποχής, το Βιετνάμ, ο ρατσισμός, οι εξεγέρσεις στα Πανεπιστήμια, ο θάνατος του Κένεντι, η Προσσελήνωση. Όμως πραγματικά τον αφορούν οι μικρές λεπτομέρειες που μας ορίζουν, ένα ατύχημα, ένας θάνατος, μια χρεοκοπία, μια απιστία, μια γυναίκα, ένας φίλος.  

Η κεντρική ιδέα, με τις πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας του ίδιου ατόμου, θυμίζει λιγάκι το Ζωή μετά της ζωή της Κέιτ Άτκινσον, όμως τα δυο μυθιστορήματα έχουν εντελώς διαφορετική δομή. Στο 4321 οι πλοκές είναι γραμμικές. Υποψιάζομαι πως αν ποτέ το ξαναδιαβάσω θα το διαβάσω όχι με τη σειρά, αλλά όλα τα αντίστοιχα υποκεφάλαια μαζί, να δω πώς δένει η κάθε ιστορία μόνη της – λίγο σαν το Κουτσό, αν και ο Όστερ δεν μπαίνει στον πειρασμό να διαπράξει την ύβρι και να το προτείνει ο ίδιος.

Το 4321 είναι κάπως σαν βιβλιοφιλικός οδηγός για αρχαρίους, ο,τι χρειάζεται ένας νεαρός βιβλιόφιλος να έχει στη φαρέτρα του είναι εκεί, αρχαίοι, κλασικοί, σύγχρονοι, μια ωδή στα βιβλία και στην ανάγνωση. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του Όστερ είναι αρκετά και σκόρπια σε διάφορους Φέργκιουσον κι όχι μόνον σε έναν, ενώ κάθε συγγραφέας θα νιώσει οικεία διαβάζοντας για τις λογοτεχνικές απόπειρες κάθε Φέργκιουσον. Με αυστηρούς όρους το 4321 είναι ένα μυθιστόρημα τεσσάρων ενηλικιώσεων και τέσσερα campus novel όλα σε ένα. Και ναι, αν αναρωτιέστε, όλοι οι Φέργκιουσον είναι κολλημένοι με τη Νέα Υόρκη. 

Δεν ξέρω να απαντήσω αν ο Όστερ έγραψε το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, πάντως σίγουρα έκανε μια σοβαρή, σοβαρότατη προσπάθεια, και την έκανε με όλα του τα όπλα, όχι σαν ένας πρωτοεμφανιζόμενος που θέλει να καθιερωθεί, αλλά ως ένας καθιερωμένος που τα έδωσε όλα για όλα, ό,τι είχε και δεν είχε, στο τέλος της συγγραφικής του καριέρας. Αμφιβάλλω σοβαρά αν θα γράψει κάτι άλλο στο μέλλον, είναι εξάλλου ήδη εβδομήντα ετών. Αν όλα αυτά αρκούν για να μείνει το 4321 ως ένα από τα κλασικά μεγάλα μυθιστορήματα θα το κρίνει η Ιστορία. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


 
«4321», Πολ Όστερ, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.1217 

23/10/17

“Mr.Vertigo”, Paul Auster



Σε όποιον διαβάζει έστω και λίγο αυτό το blog είναι γνωστή η μανία που έχω με τον Όστερ τα τελευταία χρόνια. Τον ανακάλυψα σχετικά όψιμα και κατά την προσφιλή μου συνήθεια διάβασα αρκετά από τα βιβλία του σε μικρό χρονικό διάστημα. Τώρα βρίσκομαι πια σε πιο ήπια φάση, αν κι έναν Όστερ την χρονιά θα τον διαβάσω για το καλό. Και μιας και ο Πολ είναι πολυγραφότατος – και συνεχίζει να γράφει ακάθεκτος πολλές σελίδες τον χρόνο- όλο και κάποιο βιβλίο του μου κληρώνει.

Έτσι ο Mr Vertigo περίμενε υπομονετικά την ώρα του. Πρόκειται για ένα από τα καλά του μυθιστορήματα, με τη γνωστή καταιγιστική κάποιες στιγμές πλοκή, και τα ερωτήματα που μπαίνουν αβίαστα- για την ταυτότητα, τη ματαιότητα της ζωής, το παράλογο, το λογικό, την τύχη. Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Γουόλτ, ένας άντρας στο τέλος της ζωής του που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και γράφει τα απομνημονεύματά του. 

Ο Γουόλτ ήταν ένα εννιάχρονο ορφανό αλάνι που ζούσε με τους θείους του, όταν τον ανακάλυψε ο Δάσκαλος Γεχούντι. Τον πήρε χωρίς πολλά παρακάλια από τους δικούς του και τον έκανε μέλος της ιδιότυπης οικογένειάς του. Ταυτόχρονα του υποσχέθηκε πως μέσα σε δυο χρόνια θα τον έχει μάθει να αιωρείται και να περπατά στον αέρα. Ο μικρός Γουόλτ στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη φάρμα του Δασκάλου στη μέση του πουθενά, με συγκατοίκους τη Μάμα Σιου, μια χοντρή Ινδιάνα, και τον Αίσωπο, έναν ραχιτικό μαύρο έφηβο, που ο Δάσκαλος τον είχε σώσει κι αυτόν και τον προόριζε για μεγαλοφυΐα. 

Ο Δάσκαλος δούλευε εναλλάξ με τα δυο παιδιά, έδινε πνευματική τροφή στον Αίσωπο, και έβαζε τον Γουολτ σε απίστευτα καψώνια. Και η μέθοδος παραδόξως δούλευε. Ο Αίσωπος ήταν ένα απίστευτα έξυπνο και διαβασμένο αγόρι και ο Γουόλτ τα κατάφερε να αιωρηθεί. Και τότε ήρθε η καταστροφή. 

Το Mr. Vertigo είναι ένα μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την απιθανότητα ως κινητήριο δύναμη της αφήγησης. Τίποτα από όλα αυτά που αφηγείται ο γερασμένος πια Γουόλτ δεν έχει ούτε έναν κόκκο αληθοφάνειας, η πλοκή ανατρέπεται συνεχώς, όμως ο αναγνώστης δεν νιώθει πως τον κοροϊδεύουν. Ο Όστερ έχει μεγάλο χάρισμα στην αφήγηση και σε αυτό το μυθιστόρημα το εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Ταυτόχρονα δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα την Αμερικής του Μεσοπολέμου, της ποτοαπαγόρευση, του Κραχ. Το θέμα που ξεπηδά αβίαστα από τις σελίδες είναι ο ρατσισμός. Ρατσισμός στην πιο άχαρη και βίαιη μορφή του, αλλά και στην άλλη, την υποδόρια και υπόκωφη. 

Μιας και πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης, το θέμα της ταυτότητας του ήρωα, που αναζητά τις αρχές του, την οικογένειά του, τη μοίρα του, μπαίνει επιτακτικό. Το ίδιο και ο θάνατος, έτσι όπως τον αντιμετωπίζει ένας έφηβος: ως καψώνι, ως συνέχεια της ζωής, ως λόγο εκδίκησης, ως υπέρτατο φόβο. Ο Γουόλτ είναι το μεγάλο ατού του Mr Vertigo. Κάποτε μοιάζει αφελής, άλλες φορές όμως φαίνεται σαν να μιλά ένας μικρός σοφός. Κάποτε μοιάζει μόνο εγωιστής, ενώ άλλες επιδεικνύει μιας σπάνιας ομορφιάς φιλότιμο. Αναγκαστικά δεν μπορείς να τον πιστέψεις. Όμως τελικά σε αναγκάζει να τον πιστέψεις. Κι αυτό το οξύμωρο είναι από τις μεγάλες χαρές της ανάγνωσης λογοτεχνίας. 

Αν και καταλαβαίνω πως ο Όστερ δεν είναι Ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, για μένα παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους. Τα βιβλία του ενσωματώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που μου αρέσουν, το γράψιμό του είναι εντυπωσιακό, για να μην πούμε πως σε όλα σχεδόν τα βιβλία του αρέσει να βάζει ένα στοιχείο παράδοξου-πράγμα που με γοητεύει. Μένουν ακόμα πολλά μυθιστορήματα του κύριου Πολ Όστερ που δεν έχω διαβάσει. Και με λίγη τύχη θα γράψει και μερικά ακόμα στα επόμενα χρόνια. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



“Mr.Vertigo”, Paul Auster, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 339

10/6/16

"Το παλάτι του φεγγαριού", Paul Auster



Ο Πολ Όστερ ήταν, είναι και θα είναι αναγνωστική εμμονή μου και λατρεία. Από τους συγγραφείς που δεν ξεχνάς πως τους διάβασες από το πρώτο κιόλας βιβλίο, είναι ένας μάγος της μεταμοντέρνας αφήγησης, καταφέρνοντας να στήσει κόσμους βαθείς και ταυτόχρονα οικείους. Μόλις βγήκε σε νέα μετάφραση «Το παλάτι του φεγγαριού» έσπευσα να το διαβάσω, γιατί έλειπε από την οστερική συλλογή μου.

Ο Μάρκο Στάνλει Φογκ είναι ένας δεκαοκτάχρονος φοιτητής στο Κολούμπια. Η μητέρα του σκοτώθηκε όταν ο Μάρκο ήταν 11 ετών σε αυτοκινητικό, τον πατέρα του δεν τον γνώρισε ποτέ, ενώ ο θείος Βίκτορ που τον μεγάλωσε μόλις έχει πεθάνει. Βρίσκεται μόνος, με κληρονομιά τις κούτες με τα βιβλία του θείου του, τα οποία διαβάζει αργά και έπειτα τα πουλάει. Έτσι ζει μέχρι το τελευταίο έτος, οπότε και καταλήγει άστεγος στο Σέντραλ Παρκ. Τον σώζουν δυο φίλοι, ο Τσίμερ και η Κίτι. Όταν συνέρχεται από την περιπέτεια —ήταν στα όρια της απίσχνασης—, πιάνει δουλειά ως συνοδός ενός ιδιότροπου γερο-σακάτη, του Τόμας Έφινγκ. Αυτός θα του πει την απίστευτη ιστορία του στην έρημο της Γιούτα, το πώς άλλαξε όνομα, θα τον οδηγήσει να βρει τον πατέρα του και να τον χάσει ξανά, μαζί με την Κίτι:

Ήταν το καλοκαίρι που ο άνθρωπος πάτησε πρώτη φορά στο φεγγάρι. Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά δεν πίστευα πως υπήρχε κάποιο μέλλον. Ήθελα να ζήσω ριψοκίνδυνα, να ωθήσω τον εαυτό μου στα άκρα κι έπειτα να δω τι θα συνέβαινε όταν έφτανα εκεί. Όπως αποδείχτηκε, παραλίγο να μην τη βγάλω καθαρή. Σιγά-σιγά, είδα τα χρήματά μου να τελειώνουν και να μη μένει ούτε δεκάρα. Έχασα το διαμέρισμά μου. Κατέληξα να ζω στους δρόμους. Αν δεν ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Κίτι Γου, μπορεί και να πέθαινα από την πείνα. Τη γνώρισα τυχαία λίγο καιρό πριν, αλλά τελικά κατέληξα να θεωρώ αυτή τη σύμπτωση σαν μια μορφή ετοιμότητας ώστε κατά κάποιο τρόπο η σωτηρία μου να προέλθει από τη σκέψη άλλων ανθρώπων. Αυτό ήταν το πρώτο μέρος. Έκτοτε άρχισαν να μου συμβαίνουν περίεργα πράγματα. Ανέλαβα εκείνη τη δουλειά με τον γέρο στο αναπηρικό καρότσι. Ανακάλυψα ποιος ήταν ο πατέρας μου. Διέσχισα περπατώντας την έρημο από τη Γιούτα μέχρι την Καλιφόρνια. Πέρασε, βέβαια, πολύς καιρός από τότε, όμως θυμάμαι πολύ καλά εκείνες τις μέρες, τις θυμάμαι σαν το ξεκίνημα της ζωής μου.

Το «Παλάτι του φεγγαριού» είναι ένα βιβλίο μεγάλης πνοής και αφήγησης. Ο Όστερ συμπυκνώνει όλη την ιστορία στις δύο πρώτες παραγράφους, και έπειτα αφήνεται να διηγηθεί τα πιο απίθανα πράγματα, οδηγώντας στα άκρα τις συνήθεις συμπτώσεις που χρησιμοποιεί στην πλοκή. Η ιστορία είναι εντελώς εξωφρενική και αναληθοφανής. Ταυτόχρονα όμως είναι και μεγαλειώδης. Τα βασικά του θέματα —η έλλειψη του πατέρα, η αναζήτηση της ταυτότητας, τα όρια της γλώσσας, οι διακειμενικές αναφορές, η τυχαιότητα— είναι έκδηλα. Ό,τι τον βασανίζει παίρνει μορφή και σκέψη. Κυρίως αυτό το παρελθόν που στοιχειώνει τους ανθρώπους περίπου σαν να είναι έγκλημα.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει πνοή στο κείμενο, ο κεντρικός ήρωας Φογκ είναι ολοκληρωμένος , ενώ, όπως το συνηθίζει, ο Όστερ φτιάχνει μια εκπληκτική τοιχογραφία της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’60. Τα ονόματα έχουν τη σημειολογία τους, και του Φογκ και του Έφινγκ. Το φεγγάρι του τίτλου θεωρητικά αφορά ένα εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, αλλά και στην πράξη είναι σαν να φωτίζει όλο το βιβλίο: από το —αμφισβητούμενο— πάτημα του φεγγαριού μέχρι τις μυστικιστικές ιδιότητες που του αποδίδονται.

Με λίγα λόγια, ο Πολ Όστερ πάντα γράφει από ένα επίπεδο και πάνω, δεν έχω ώς τώρα διαβάσει βιβλίο του που να το θεωρήσω κακό, όμως κάποια είναι πολύ καλύτερα από άλλα. Το «Παλάτι του φεγγαριού» ανήκει σε αυτά τα τελευταία.


                                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ

"Το παλάτι του φεγγαριού", Πολ Όστερ, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 416
















Υ.Γ42 Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2016 στο www.amagi.gr 

6/11/14

Auster-o-hysteria ( ή πως να σκίσετε το πουκάμισο ενός συγγραφέα παγκοσμίου κλάσεως)





Θα αφήσω τους δημοσιογράφους να μας απαριθμήσουν τα λόγια του Πολ Όστερ χθες ένα προς ένα. Εγώ θα πω για την αίσθηση, την αίθουσα, τον ίδιο. Πράγματα δηλαδή καθόλου χειροπιαστά, που ίσως αφορούν μόνον εμένα. Για αρχή θα πω πως δεν συνηθίζω να πηγαίνω όταν έρχονται ξένοι συγγραφείς, δεν έχω δει κανέναν άλλο, έστω από μακριά, κι έτσι η εμπειρία είχε κάτι παρθενικό και πρωτόγνωρο. Ούτε στην Στέγη είχα ξαναπάει.
Πρόκειται για ένα μάλλον άσχημο κτήριο στο εξωτερικό του, πάνω στην λεωφόρο Συγγρού, που μέσα μοιάζει πολύ ομορφότερο. Έφτασα κατά τις 6 παρά κι η ούρα δεν ήταν ακόμα μεγάλη, αργότερα, κατά τις 6:30 όταν πια είχαν τελειώσει τα χαρτιά της προτεραιότητας, δημιουργήθηκε μια σαλιγκαροειδής ουρά από ανθρώπους που περίμεναν καμιά ακύρωση. Φαντάζομαι πως πολύς κόσμος θα έμεινε απέξω. Μέσα στην αίθουσα όλα μοιάζαν ειδυλλιακά, αν εξαιρέσεις την σπαστική εμμονή των υπαλλήλων να μην βγάζουμε φωτογραφίες, λες και υπήρχε πραγματικά η δυνατότητα να μας εμποδίσουν.



Ο Πολ Όστερ, ψηλός και ευθυτενής (ωραίος παρά τα 67 του χρόνια, οκ, ντε, το είπα) εμφανίστηκε ακριβώς στις 7μ.μ. Μίλησε απλά και κατανοητά, παρασύρθηκε από τις ερωτήσεις του Ηλία Μαγκλίνη και πολιτικολόγησε λίγο παραπάνω από ο,τι θα ήθελα, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με κέφι.
Είπε πως ο Ομπάμα δεν τα καταφέρνει γιατί τον πολεμούν από παντού. Όχι μόνον γιατί είναι δημοκρατικός αλλά γιατί είναι μαύρος. Πως χρειαζόμαστε παγκοσμίως έναν νέο Καρλ Μαρξ. Πως αν δεν ήταν τυχερός στον πόλεμο του Βιετνάμ και τον καλούσαν να υπηρετήσει, θα προτιμούσε να πάει στην φυλακή ως λιποτάκτης. Μίλησε για τις γυναίκες και κυρίως για την Σίρι. Για τους λογοτέχνες που αγαπά, για το πώς διαβάζει (λιγότερο αδηφάγα από παλιά). Είπε και για τα βιβλία, λίγο για την τυχαιότητα, μια ιδέα για την ταυτότητα. Μίλησε για το περιστατικό με τον κεραυνό και την ιστορία της γιαγιάς του.
Ομολογώ πως όλα όσα είπε τον είχα ακούσει ξανά να τα λέει ή τον είχα δει να τα απαντά σε γραπτές συνεντεύξεις. Όμως η εμπειρία να τα λέει εκείνος, να ακούει κανείς το γρέζι της φωνής του (τώρα που αποφάσισε να κόψει τα πούρα είναι αργά) ήταν λατρευτική.
            Στο τέλος, όσο έβαζε την υπογραφή του στην paperback Αγγλική έκδοση της Τριλογίας που είχα μαζί μου, μου έριξε ένα και μοναδικό χαμόγελο όλο δικό μου. Δεν το κρύβω, έφυγα χθες από την Στέγη χαρούμενη και μια ιδέα, για μια στιγμή, ευτυχισμένη.







Υ.Γ. Χθες το απόγευμα στις 7μ.μ. ο Πολ Όστερ ήταν προσκεκλημένος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

Υ.Γ. 42 Οι φωτό του Όστερ όσο εκείνος υπογράφει τα 2 μου βιβλιαράκια- μετάνιωσα που δεν είχα χώσει περισσότερα στην τσάντα- είναι της Αγγελικής Μποζίκη.

7/5/14

Auster-o-mania



Γνώρισα τον Paul Auster σχετικά αργά, μια διετία πριν. Αιτία η Μαρία Ξυλούρη και η παθoλογική της αγάπη που εκφραζόταν συχνά πυκνά στο blog της (περίπου μια φορά την εβδομάδα για να είμαστε ακριβείς). Διάβασα το The New York Trilogy στα Αγγλικά και η δύναμη της γραφής του με συνεπήρε.

Ο Όστερ γεννήθηκε το 1947 στο Νιού Τζέρσι από γονείς Εβραίους, Πολωνικής καταγωγής. Η μητέρα και ο πατέρας του είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας κι έναν εν πολλοίς αταίριαστο γάμο που κατέληξε σε διαζύγιο. Τα παιδικά χρόνια του δεν είναι ευτυχή- ειδικά μετά την γέννηση της ψυχικά διαταραγμένης αδελφής του, ο μικρός Πολ άρχισε να νιώθει σαν «οικιακός μετανάστης, ένας εξόριστος μες στο ίδιο του το σπίτι».

Μοναδική του παρηγοριά τα βιβλία που διαβάζει αχόρταγα από την πρώτη του επαφή μαζί τους, όταν ένας θείος του τους άφησε τα δικά του σε κούτες να τα φυλάνε. Στα 16 του ρουφά το «Έγκλημα και Τιμωρία» και αποφασίζει πως αυτό θέλει να κάνει στην ζωή του. Στα 18 μαγεύεται από τον «Οδυσσέα» του Τζόυς. Οι αγαπημένοι του συγγραφείς πάρα πολλοί, κατά καιρούς έχει αναφέρει τούς Θερβάντες, Ντίκενς, Κάφκα, Μπέκετ, Χόθορν, Πόε, Μέλβιλ, Γουίτμαν, Έμερσον, Θορώ, Χέμινγουει, Σάλιντζερ, Φιτζέραλντ, Φώκνερ, Τζόυς. Λέει χαρακτηριστικά:


«Δεν μπορώ να φανταστώ πως κανείς μπορεί να γίνει συγγραφέας αν δεν ήταν ένας αδηφάγος αναγνώστης ως έφηβος. Ένας πραγματικός αναγνώστης καταλαβαίνει πως τα βιβλία είναι ένας κόσμος από μόνος του και πως αυτός ο κόσμος είναι πλουσιότερος και περισσότερο ενδιαφέρων από οποιονδήποτε άλλο στον οποίο έχουμε ταξιδέψει. Νομίζω πως αυτό κάνει τους νεαρούς ανθρώπους συγγραφείς, η ευτυχία που ανακαλύπτεις ζώντας μέσα από τα βιβλία»

Στα 18 του ξεκινά για 4 χρόνια ένα τουρ της Ευρώπης, Ισπανία, Ιταλία, Παρίσι, Δουβλίνο ως φόρο τιμής. Όταν γυρίζει στην Αμερική, κι αφού τραβήξει μεγάλο αριθμό στην σχετική λοταρία και αποφύγει το Βιετνάμ, πιάνει δουλειά στο παλιό του Κολλέγιο. Γράφει ποίηση από πολύ μικρός, αλλά τότε καταπιάνεται πια με το πεζό. Είναι εξαιρετικά πιεσμένος οικονομικά (γράφει με ψευδώνυμο ένα μυθιστόρημα ευρείας κατανάλωσης που νομίζει πως θα τον ξελασπώσει, αλλά δεν καταφέρνει να το εκδώσει τότε), συντηρείται οριακά από διάφορες μικρές υποτροφίες. 

Εν τω μεταξύ ο πατέρας του πεθαίνει και η μικρή κληρονομιά τον αφήνει απερίσπαστο να γράψει δίχως να σκέφτεται τα χρήματα. «Η ανακάλυψη της Μοναξιάς», ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για την σχέση με την οικογένεια, τον πατέρα του και την πρώτη γυναίκα του, την συγγραφέα Λίντια Ντείβις, εκδίδεται το 1984.


To πρώτο βιβλίο της "Τριλογίας της Νέας Υόρκης" εκδίδεται το 1986 από έναν μικρό εκδοτικό οίκο- έπειτα από απανωτές απορρίψεις- κι έκτοτε ο Όστερ δεν κοιτά πίσω. Γράφει μανιασμένα, μόνος, σε ένα διαμέρισμα με τα απολύτως απαραίτητα- χαρτιά με τετραγωνάκια, μολύβια και μια αρχαία γραφομηχανή Olympus- εκδίδει ποίηση, ανεβάζει θεατρικά, γράφει σενάρια ταινιών και φυσικά 16 μυθιστορήματα. Γίνεται, μαζί με την δεύτερη γυναίκα του (πολύ γνωστή) συγγραφέα Σίρι Χουστβεντ κεντρική φιγούρα στα κουλτουριάρικα λογοτεχνικά πράγματα της Αμερικής. Μόνο που οι Αμερικάνοι δεν τον διαβάζουν. Οι αναγνώστες του είναι κυρίως Ευρωπαίοι που αναγνωρίζουν τις βαθιές λογοτεχνικές του ρίζες, που δεν θίγονται όταν κάνει πολιτική, που μπορούν να αφεθούν σε μια μη γραμμική αφήγηση.

Ο Όστερ μες στην απλότητα του λόγου του, την ροή της γραφής του και την έμφυτη ροπή του να πει μια ιστορία ολοκληρωμένη υπηρετεί τις εμμονές του- λογοτεχνικές και προσωπικές. Οι ήρωες του είναι συχνά άνθρωποι κατεστραμμένοι- σε δυο βιβλία ο ήρωας έχει χάσει γυναίκα και παιδιά και βρίσκεται στα σαράντα του ξεκρέμαστος, σε κάποιο άλλο μετακομίζει σε καινούργια πόλη για να ανασυνταχτεί έπειτα από διαζύγιο και καρκίνο- που ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, αναζητούν την χαμένη τους ταυτότητα. Ο Όστερ πιστεύει στην τυχαιότητα, σε κείνο το γεγονός που από καθαρή σύμπτωση συμβαίνει και σου αλλάζει την ζωή, την κοσμοθεωρία, που σε πάει παρακάτω. Στην Τριλογία ένας λάθος αριθμός τηλεφώνου οδηγεί έναν άνθρωπο στην τρέλα.

Αγαπά την διακειμενικότητα, παντού στο έργο του οι επιρροές του είναι εμφανείς- σε κάποια σημεία τόσο μάλιστα που δανείζεται ονόματα ηρώων άλλων συγγραφέων. Είναι μεταμοντέρνος - αρέσκεται να διασπά την ροή της αφήγησης, να πηδά στον χρόνο και τον χώρο, να παίρνει ένα κλασικό λογοτεχνικό είδος (κυρίως τις ιστορίες αστυνομικού μυστηρίου) και να το αποδομεί- ταυτόχρονα όμως προχωρά κι ένα βήμα παρακάτω, δεν αφήνεται στην ακατάληπτη λούπα του μεταμοντερνισμού. Λατρεύει το παιχνίδι με τις ταυτότητες, να βάζει τους ήρωες του και τον εαυτό του να μην είναι αυτοί που είναι, τοποθετεί τους κεντρικούς του χαρακτήρες κατά κανόνα στην Νέα Υόρκη, πολύ συχνά τους κάνει συγγραφείς, γράφει και ξαναγράφει την αυτοβιογραφία του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως έχει γράψει ήδη 3 από αυτές.

Με τα χρόνια η γραφή του έχει αποκτήσει μια σταθερή μανιέρα που είναι αναγνωρίσιμη- η αφήγηση που αψηφά τον χρόνο και τον χώρο, ο ήρωας που ψάχνει να βρει τον εαυτό του, οι συχνότατα αναξιόπιστοι αφηγητές. Αυτό που αλλάζει είναι η πολιτική του τοποθέτηση που γίνεται σαφής. Παλαιότερα έμενε στην ενδοσκόπηση, τώρα το περιβάλλον είναι τέτοιο που λέει δυο τρία λογάκια για αυτό που πιστεύει.

Η πιο τρανταχτή πολιτική του παρέμβαση ήταν όταν αρνήθηκε να πάει στην Τουρκία, λόγω της μεταχείρισης των Τούρκων συγγραφέων από την κυβέρνηση. Προκάλεσε την μήνι του Ερντογάν που λίγο ως πολύ τον αποκάλεσε ανύπαρκτο και το θέμα αναδύθηκε και πάλι στην επικαιρότητα.

Ο Όστερ είναι ένας αριστοκράτης της γραφής. Εξαιρετικά ωραίος άντρας, και στα νιάτα του αλλά και τώρα, γλυκός και ευγενικός συνδαιτημόνας, ακούραστος γραφιάς - γράφει ένα οκτάωρο απομονωμένος ακόμα και τις Κυριακές- ένα κλασικό "καλό παιδί". Μέχρι να διαβάσει κανείς τα βιβλία του και να καταλάβει τι παίζει μέσα στο κεφάλι του.






Μυθιστορήματα:

The New York Trilogy (1987)
In the Country of Last Things (1987)
Moon Palace (1989)
The Music of Chance (1990)
Auggie Wren's Christmas Story (1990)
Leviathan (1992)
Mr. Vertigo (1994)
Timbuktu (1999)
The Book of Illusions (2002)
Oracle Night (2003)
The Brooklyn Follies (2005)
Travels in the Scriptorium (2006)
Man in the Dark (2008)
Invisible (2009)
Sunset Park (2010)
4321 (2017)

Υ.Γ. 42 Στα Ελληνικά ο Όστερ κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Πρόσφατα οι εκδόσεις Μεταίχμιο πήραν τα συγγραφικά δικαιώματα και κυκλοφορούν ήδη "Ο Αόρατος" και "Η Τριλογία της Νέας Υόρκης"(προχθές #yes!).


12/4/14

Αύριο...

Αύριο Κυριακή 13/4/2014 στις 18:00 στο Revolt θα μιλήσουμε για τον Paul Auster. Ελάτε, ελάτε...


Υ.Γ 42 To Revolt είναι στα Εξάρχεια, Κωλέττη 25-27

27/12/13

"Ο Αόρατος", Paul Auster




Η είδηση πως ο Πολ Όστερ βρήκε έναν εκδοτικό οίκο της προκοπής και θα έχει έναν αξιόλογο μεταφραστή, τον Σπύρο Γιανναρά, χαροποίησε νομίζω όλους τους Έλληνες βιβλιόφιλους που αναγκάζονταν όπως κι εγώ να διαβάζουν Όστερ στο πρωτότυπο. Η καινούργια έκδοση είναι προσεγμένη μεταφραστικά και σε επιμέλεια, αν και δεν ευτύχησε πολύ στο χαρτί της που μοιάζει όλο και περισσότερο με φτηνό αγγλικό paperback. (Είμαι ευγενική…)

Στην ουσία του, λοιπόν, ο «Αόρατος» είναι μια από τις σχετικά πρόσφατες δουλειές του Όστερ, εκδόθηκε πρώτη φορά το 2009, και ενώ είναι ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο και διαφορετικό- είναι Όστερ διάολε- κλείνοντας την τελευταία σελίδα του αφήνει μια αίσθηση κενού, στην οποία δεν μας συνηθίζει ο Αμερικανός.

Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη, και σε αυτά δεν αλλάζει μόνον ο αφηγητής αλλά και το πρόσωπο της αφήγησης, ξεκινάμε σε πρώτο ενικό, για να περάσουμε στο δεύτερο, μετά στο τρίτο και να ξαναγυρίσουμε στο πρώτο αλλά με άλλο αφηγητή. Έτσι στο πρώτο μέρος, ο νεαρός Άνταμ Γουόκερ μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την περιπέτειά του την άνοιξη του 1967, όπου ως νεαρός φοιτητής και επίδοξος ποιητής γνωρίζει στην Νέα Υόρκη τον καθηγητή Ρούντολφ Μπορν σε ένα πάρτυ. Η γνωριμία οδηγεί σε μια πρόταση να εκδώσει μόνος του ένα λογοτεχνικό περιοδικό που θα χρηματοδοτήσει ο καθηγητής, αλλά και στην σχέση του με την κοπέλα του Μπορν, την Μαργκό. Ένα βράδυ όμως καθώς προχωρά με τον Μπορν θα πέσουν θύματα ληστείας και θα γίνει μάρτυρας ενός απίστευτου περιστατικού βίας που θα του αλλάξει τη ζωή.

Στα υπόλοιπα τρία μέρη αλλάζουν συνεχώς οι αφηγητές και ο τρόπος αφήγησης,  συμβαίνουν πράγματα εξωφρενικά και ταυτόχρονα εντελώς φυσιολογικά και λογικά, δεν μπορείς ποτέ να εμπιστευτείς αυτόν που μιλά ή που γράφει πως λέει την αλήθεια. Η αλήθεια αλλάζει συνεχώς νόημα, χάνεται στην προσπάθεια των ηρώων να βρουν τον εαυτό τους, την σεξουαλικότητά τους, να ζήσουν σύμφωνα με τα πιστεύω τους, όσο η ζωή μέσα από την τυχαιότητά της τους εκδικείται με φόρα. Φτάνουμε στο τέλος σε μια ανατροπή που εμένα μου φάνηκε αναμενόμενη, που κι αυτή βεβαίως δεν έχουμε κανέναν λόγο να την πιστέψουμε.

Φυσικά δεν πρόκειται για ένα αδιάφορο βιβλίο, ούτε για ένα κακό βιβλίο. Είναι ένα πολύ καλό μυθιστόρημα, όποιος όμως έχει διαβάσει την Τριλογία της Νέας Υόρκης περιμένει από τον Όστερ το τέλειο. Να φύγει από τη μανιέρα του, να αντικρίσει ξανά στα μάτια την ανθρώπινη φύση χωρίς φτιασίδια. Και σε αυτήν την προσπάθεια, αποτυγχάνει.

"Αόρατος", Πολ Όστερ, μετ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ.308

Υ.Γ. 42 Και η ακριβώς αντίθετη άποψη από τον αγαπημένο μου no14me είναι εδώ.


10/9/13

"The Brooklyn Follies", Paul Auster




Μου χρειαζόταν ένας Όστερ για να θυμηθώ ξανά τη χαρά του διαβάσματος, τι όμορφα που είναι να μπορείς να απλώνεις την ανάγνωση μες στη μέρα, να τελειώνεις τις σελίδες και να αισθάνεσαι καθαρός, εναργής, σαν όλα να έχουν βρει τη θέση τους και τίποτα να μην είναι πια το ίδιο.

Το “Brooklyn Follies” είναι ένα υπέροχο βιβλίο, από έναν συγγραφέα που ακόμα και στις κακές στιγμές του δεν μπορεί να γράψει κακό μυθιστόρημα, στις καλές του όμως είναι απογειωτικός, καθηλωτικός, σχεδόν ύποπτα σαγηνευτικός. Και διαφορετικός. Παρ’ όλη την μεγάλη παραγωγή του μες στα χρόνια, ο Πολ Όστερ δεν πέφτει με τίποτα στην παγίδα της μανιέρας, ξέρει τα τρωτά και τα καλά του και τα χρησιμοποιεί αναλόγως αλλά ως τώρα δεν έχω συναντήσει δυο βιβλία του που να μου θυμίζει το ένα το άλλο.

Ήρωας σε αυτό το μυθιστόρημα είναι Νέιθαν, ένας άνθρωπος που μόλις ξεπέρασε τον καρκίνο των πνευμόνων και αποφασίζει να ξεφύγει από την παλιά του ζωή που περιλαμβάνει ένα πρόσφατο και οδυνηρό διαζύγιο από την επί πολλά χρόνια γυναίκα του και την πρόωρη συνταξιοδότησή του, και εγκαθίσταται στο Μπρούκλυν όπου δεν ξέρει κανέναν. Στην αρχή είναι απελπιστικά μοναχικός, σουλατσάρει άεργος, έτοιμος να πεθάνει. Έπειτα από έναν γερό καυγά με την κόρη του, αποφασίζει να ξεκινήσει διάφορα σημειωματάρια όπου διηγείται τα ευτράπελα επεισόδια και τις τρέλες της ζωής, της δικής του και των άλλων. Και μετά πέφτει πάνω στον ανιψιό του Τομ.

Ο Τομ ήταν κάποτε ο αγαπημένος του- ο Νέιθαν τον είχε μυήσει στην αγάπη της λογοτεχνίας- και την τελευταία φορά που συναντήθηκαν ήταν έτοιμος να κάνει τη διατριβή του πάνω σε αυτή. Με τα χρόνια είχαν χαθεί, κι όταν τον είδε στο ταμείο του τοπικού παλαιοβιβλιοπωλείου, κατάλαβε πως κάτι πήγε στραβά στη ζωή του νεαρού – υπέρβαρος, έχοντας παρατήσει τη διατριβή και την υποτροφία του, είχε δουλέψει κάποιον καιρό σαν ταξιτζής κι είχε χάσει την δυνατότητα να ονειρεύεται.

Γύρω από τους δυο αυτούς χαρακτήρες, τον Τομ και τον Νέιθαν στήνεται σιγά σιγά ένα γαϊτανάκι γεγονότων, που περιλαμβάνουν την αδελφή του Τομ και την ανήλικη κόρη της Λούσυ, το αφεντικό του Τομ, έναν χαρισματικό γκέι καιροσκόπο, τον Χάρυ, που είναι το αφεντικό του παλαιοβιβλιοπωλείου και φυσικά πολλά μικρά περιστατικά από αυτά που αλλάζουν την ζωή. Παρακολουθούμε τους δυο ήρωες να πορεύονται, να ανταλλάσσουν όνειρα, σιγά σιγά να κάνουν βήματα προς μια κατεύθυνση διαφορετική από την αρχική τους. Αν κάτι με ενόχλησε είναι το υπερβολικό happy end, δεν μπορεί όλα στο τέλος να πηγαίνουν κατ΄ ευχή, είναι ενάντια σε κάθε λογοτεχνικό ένστικτο. Αλλά με γέμισε η γραφή του Όστερ, ο τρόπος του να χειρίζεται την υπαρξιακή αγωνία κοντά στα υπαρκτά προβλήματα, η δυνατότητά του να εκφράζει με όρους απτούς το ανείπωτο. Και με καταγοήτευσε το όραμα του Τομ για ένα εσωτερικό καταφύγιο- «ένα μέρος που μπορεί να καταφύγει ο άνθρωπος όταν η ζωή στον πραγματικό κόσμο δεν είναι πια δυνατή».

Το «Brooklyn Follies» δε φτάνει τη μαγεία της Τριλογίας της Νέας Υόρκης, δεν έχει πρωτοποριακή φόρμα, δεν είναι το καλύτερο βιβλίο του Όστερ. Είναι όμως ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα χαρακτήρων. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες, τους βλέπεις να ελίσσονται, να ξεπερνούν τα ελαττώματά τους, να αλλάζουν χωρίς να χάνουν αυτό που είναι. Κι αυτό τις περισσότερες φορές είναι ανακουφιστικό και μαγευτικό. Όπως περίπου η πραγματική ζωή.


"The Brooklyn Follies", Paul Auster, ed. Faber&Faber, 2005, pg. 304



31/5/13

"Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων", Paul Auster




           Πιθανώς ο Paul Auster να είναι από τις μεγαλύτερες εμμονές μου των τελευταίων χρόνων, δεν περνά πολύς καιρός κι όλο τριγυρίζω σε κάποιο δικό του βιβλίο. Τούτη τη φορά ( από παρόρμηση) πήρα το «Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων» μεταφρασμένο- συνήθως τον διαβάζω στο πρωτότυπο. Οι πρώτες σελίδες ήταν πολύ δύσκολες, ένιωθα λες κι έχω βρεθεί στο κείμενο ενός συγγραφέα που δεν γνώριζα, όμως συνήθισα σιγά σιγά το ύφος του μεταφραστή και κατάφερα τελικά να απολαύσω το κείμενο.

           Πρόκειται για ένα από κείνα τα βιβλία που μπορούν να σε βυθίσουν στην κατάθλιψη, να σε στείλουν σε κόσμους τελείως διαλυμένους, να σου κόψουν την ανάσα. Μια νεαρή κοπέλα φτάνει σε μια χώρα ψάχνοντας τον αδελφό της. Η χώρα έχει καταστραφεί, η βασική εργασία των πολιτών είναι να ψάχνουν στα σκουπίδια, η κυβέρνηση νοιάζεται μόνο για την αποκομιδή των απορριμάτων, των οικιακών λυμάτων και των νεκρών γιατί μόνο με την καύση τους εξοικονομεί ενέργεια. Τα πάντα έχουν καταρρεύσει και καθένας προσπαθεί να επιβιώσει όσο καλύτερα μπορεί. Μέσα σε αυτόν τον όλεθρο η κοπέλα κατορθώνει να φτιάξει κάποιου είδους σχέσεις με τους συνανθρώπους της, να επιβιώσει, να λαχταρήσει, να ερωτευτεί. Τελικά όμως το μόνο που θα της μείνει θα είναι η ικανότητα να διηγηθεί, να πει την ιστορία της χωρίς ωραιοποιήσεις.

        Η δυστοπία του Όστερ δεν έχει φως στην άκρη του τούνελ. Είναι ένας κόσμος που δε μοιάζει μακρινός, δεν προήλθε από κάποια εξωτική ανατροπή, απλά συνέβη, όπως τόσα άλλα γύρω μας. Το βασικό θέμα είναι η πλήρης αποδοχή της αλλαγής κατάστασης και η ικανότητα του ανθρώπινου νου να εξοικειώνεται με την εξαθλίωση. Είναι μια σκοτεινή αλληγορία για αυτό που ήδη συμβαίνει γύρω μας ή θα μπορούσε και να συμβεί. Ένα βιβλίο- εφιάλτης. 

 "Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων", Πολ Όστερ, μετ. Άρης Σφακιανάκης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, 1991, σελ. 197

Υ.Γ. 42 Και τί δηλαδή τώρα που πήρε το Μεταίχμιο τον Όστερ θα τον δούμε και σε καμία έκδοση της προκοπής;  Πολιτισμικό σοκ...

17/10/12

"Sunset park", Paul Auster




Το 16ο βιβλίο του Paul Auster, “Sunset park”,  δεν είναι τόσο εντυπωσιακό όσο τα υπόλοιπα  δικά του που έχω διαβάσει- με κορυφαίο ως τώρα το “New York Trilogy”- αν και  από οποιονδήποτε άλλο θα έλεγα πως πρόκειται για ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Όταν όμως έχεις μάθει να περιμένεις το ιδιοφυές, κάπως απογοητεύεσαι.

Τοποθετημένο στην εποχή της αμερικάνικης κρίσης το μυθιστόρημα πραγματεύεται την έλλειψη χρημάτων αλλά όχι μόνον. Κεντρικός ήρωας ο Μάιλς Χέλλερ, ένας 28χρονος που βρίσκεται να συγκατοικεί σε ένα καταπατημένο σπίτι στην Νέα Υόρκη με τον φίλο του Μπίνγκ Νέιθαν, που έχει ένα «Νοσοκομείο για σπασμένα πράγματα» του παλιού καιρού,  την Άλις, που τελειώνει το μεταπτυχιακό της στην φιλολογία και την Έλεν, που φιλοδοξεί να γίνει εικαστική καλλιτέχνης, αλλά δουλεύει ως μεσίτρια. Τους ενώνει η ένδεια σε μετρητό που τους αναγκάζει να μένουν στο ερειπωμένο και εγκαταλελειμμένο κτήριο. Η ιστορία του Μάιλς, που βρέθηκε στη Νέα Υόρκη μετά από χρόνια αποξένωσης από τους γονείς του, την μητριά και τον πατριό του, ξετυλίγεται σταδιακά, αν και σχεδόν από την αρχή ξέρουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε να εγκαταλείψει το κολέγιο και τους αγαπημένους του επτά χρόνια πριν και να γυρίσει από Πολιτεία σε Πολιτεία κάνοντας δουλειές του ποδαριού. Ο Auster, μάστορας της γραφής, φροντίζει να αλλάζει συνεχώς την οπτική του αφηγητή, κρατώντας την τριτοπρόσωπη φωνή, κάθε φορά μας λέει την ιστορία από άλλο πρόσωπο, μας δείχνει την ωρίμανση του καθενός όσο προχωρά το βιβλίο.


Το μυθιστόρημα βουτά στα πάθη της ανθρώπινης ψυχής, την ενοχή, την απώλεια, την αποδοχή του αναπότρεπτου. Ακόμα μας διηγείται το αδιέξοδο των νέων που δυσκολεύονται να βρουν μια σταθερά, να καταλάβουν ποιοι είναι, τι θα ήθελαν από τη ζωή τους. Μου άρεσαν οι βιβλιοφιλικές αναφορές,  η σκιαγράφηση των χαρακτήρων, το ότι ασχολήθηκε με την κρίση. Δεν μου άρεσε ο τρόπος που κλιμακώνεται η ιστορία, η γραμμική ροή της αφήγησης, το τέλος που σε αφήνει ξεκρέμαστο και που δεν κατάφερα να ταυτιστώ με κανέναν από τους ήρωες. Ή μάλλον κάνω λάθος, εντελώς ακατανόητα ταυτίστηκα με τον 63χρονο πατέρα του Μάιλς,  Μόρις.

Αυτό είναι το μόνο μυθιστόρημα του Auster ως τώρα που με άφησε με χλιαρή διάθεση. Μένουν πολλά ακόμα που δεν έχω διαβάσει και φυσικά αυτά που θα γράψει ο συγγραφέας στον μέλλον. Στην αναμονή του επόμενου, λοιπόν.


"Sunset park", Paul Auster, faber and faber, 2010, pg. 308




7/5/12

"The New York Trilogy", Paul Auster




Το να γράψω κριτική για την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» με τρομάζει λιγάκι. Πώς μιλάς για ένα βιβλίο τόσο μεστό, τόσο γεμάτο, τόσο εξαιρετικό. Θα πω για αρχή αυτό, πως χάρηκα που το διάβασα τώρα κι όχι παλαιότερα, πως είναι ένα βιβλίο που οι βιβλιογραφικές αναφορές δεν κουράζουν, μπορούν άνετα και να προσπεραστούν, αν πρόκειται για κάποιον που δεν τον νοιάζει. Όμως αν μπορείς να το απολαύσεις σε όλο του το μεγαλείο…
            Σε πρώτο επίπεδο, έχουμε να κάνουμε με τρεις διαφορετικές «αστυνομικές» ιστορίες, καμία από τις οποίες δεν ακολουθεί την κλασική δομή του αστυνομικού, ούτε την καταλύει τελείως φυσικά. Στην πρώτη ένας συγγραφέας ο Quinn- που γράφει αστυνομικά με το ψευδώνυμο William Wilson και ήρωα τον Max Work-  λαμβάνει ένα λάθος τηλεφώνημα, που απευθύνεται στον Paul Auster, έναν ντετέκτιβ και η ιστορία των ιντριγκάρει τόσο πολύ, ώστε καταλήγει να αναλάβει την υπόθεση. Η καταβύθιση του Quinn στην περιπέτεια, το παιχνίδι της ταυτότητας ανάμεσα σε αυτόν, τον Paul Auster, τον Wilson και τον Work, η ευκολία με την οποία μπορεί κανείς να χάσει την ταυτότητα και τη ζωή του, είναι θέματα που βγαίνουν αβίαστα. Αυτά και η αναφορά στον Δον Κιχώτη,  στην τρέλα, στη σχέση του συγγραφέα με τους ήρωες και τη ζωή, το αν το να γράφεις μια ιστορία καθοδηγεί και την πραγματική ζωή, τί είναι η πραγματική ζωή.
            Και θα σκεφτεί κανείς πως με μια τόσο ισχυρή πρώτη ιστορία, η δεύτερη δεν μπορεί παρά να είναι αδύναμη. Κι όμως, στην δεύτερη συναντάμε έναν ντετέκτιβ, τον Blue, που του αναθέτει ο κύριος White μια υπόθεση, να παρακολουθεί συνεχώς τον Black. Ο Blue απομονώνεται στο απέναντι διαμέρισμα από τον Black και τον ακολουθεί σε ό,τι κάνει. Μόνο που, ο Black δεν κάνει απολύτως τίποτα, γράφει, διαβάζει, βγαίνει για ψώνια, γράφει, διαβάζει…
            Και τέλος το πανηγυρικό φινάλε, ένας άντρας λαμβάνει ένα γράμμα από την γυναίκα του χαρισματικού παιδικού του φίλου Fanshawe που έχει να τον δει δέκα χρόνια. Όταν πηγαίνει να την επισκεφτεί, ανακαλύπτει μια κούκλα με ένα μωρό στην αγκαλιά, που του λέει πως ο φίλος του είναι εξαφανισμένος έξι μήνες και πιθανότατα νεκρός και ότι θα ήθελε να δει τα γραπτά του, μήπως και μπορούν να δημοσιευτούν.  Διαβάζει τα χειρόγραφα, ενθουσιάζεται αλλά ταυτόχρονα απογοητεύεται για τον εαυτό του που δεν μπορεί να γράψει τόσο καλά, βοηθά να δημοσιευτούν τα βιβλία και ταυτόχρονα παίρνει τη θέση του φίλου του, ερωτεύεται τη γυναίκα, την παντρεύεται και υιοθετεί το παιδί. Ως εδώ όλα καλά, αν δεν είχε λάβει ένα γράμμα από τον φίλο του, ανώνυμο, που του έλεγε πως ήταν ζωντανός αλλά ήθελε όλα αυτά να συμβούν και πως αν προσπαθούσε να τον ψάξει θα τον σκότωνε.
            Το παιχνίδι των ονομάτων αρέσει πολύ στο συγγραφέα. Όμως φυσικά ένα όνομα δεν δίνει ταυτότητα, μια ζωή δεν καθορίζεται από αυτά. Ή μήπως τελικά καθορίζεται; Ποιός είναι ο ήρωας, ποιός ο συγγραφέας, ποιός κάποιος άλλος, άσχετος τελικά ή και πολύ σχετικός. Και  τί είναι αυτό που ορίζει την τρέλα και τη σκοτεινιά εντός μας. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψει κανείς αυτό που καταφέρνει ο Auster σε αυτό το βιβλίο, να μιλήσει για πράγματα ακατάληπτα ίσως στον μη αναγνώστη, κι όμως τόσο γνωστά στον συστηματικό αναγνώστη, πόσο μάλλον στον γραφιά. Κι αν η ζωή εντός μας, αυτή που σχηματίζεται μέσα στο κεφάλι μας, και αναπλάθεται στις ιστορίες μας- αυτές που γραφούμε κι αυτές που διαβάζουμε- είναι σημαντικότερη από την πραγματική, τότε τι;


"The New York Trilogy", Paul Auster, Faber and Faber Ltd, 2011, first published 1987. pg.314 




15/7/11

"The book of illusions", Paul Auster


To βιβλίο του Paul Auster “The book of illusions”  είναι αυτό που ελληνιστί θα ονομάζαμε “a page-turner”. Εξαιρετικό προϊόν μυθοπλασίας αλλά και χαρακτήρων, δεν αφήνει τον αναγνώστη να αφεθεί από πλευράς πλοκής, χωρίς να χάνει τίποτε από την εσωτερικότητα και το βάθος του.
           Ήρωας ο David Zimmer, καθηγητής σε Κολλέγιο που χάνει την οικογένειά του σε αεροπορικό ατύχημα- γυναίκα και δυο γιους- και βυθίζεται στην κατάθλιψη και το ποτό. Από την νάρκη θα τον βγάλει ένα ντοκιμαντέρ για ταινίες βωβού κινηματογράφου, και συγκεκριμένα μια ενός άγνωστου πρωταγωνιστή του Hector Mann- το πρώτο πράγμα που ενάμισι χρόνο μετά την τραγωδία που θα τον κάνει να σκάσει χαμόγελο. Αυτό το μειδίαμα θα τον οδηγήσει να ψάξει περισσότερο για τον άνθρωπο που το προκάλεσε, να μάθει πως μετά από κάποιες βωβές μικρού μήκους εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Μαζί του είχαν εξαφανιστεί κι οι ταινίες για πενήντα χρόνια, αλλά τον τελευταίο καιρό, ανώνυμα δέματα έφταναν στα αρχεία κινηματογράφου ανά τον κόσμο με κόπιες από το υλικό. Κανείς δεν είχε καταπιαστεί συστηματικά κι έτσι ο Zimmer αποφασίζει να τις δει όλες και να γράψει ένα βιβλίο.
          Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα ξεπεράσει πολλά από τα δικά του προβλήματα, τις φοβίες του και κυρίως την αίσθηση πως είναι ζωντανός νεκρός. Και θα χωθεί σε μια περιπέτεια άνευ προηγουμένου που τα έχει όλα, Χολιγουντιανή λάμψη, υπαρξιακές αγωνίες για το τί θα γινόταν αν, κι ένα σημαντικό ερώτημα που αφορά κάθε δημιουργό, την τέχνη την κάνει η ίδια η δημιουργία ή η αλληλεπίδραση της με τον κόσμο κι η καταστροφή της είναι δικαίωμα του δημιουργού ή ανοσιούργημα.
            Για κάποιον περίεργο λόγο δεν είχαν καν ακούσει για τον Πολ Όστερ ως τώρα.  Ντροπή μου και μάλλον θα πρέπει να επανορθώσω.