Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απώλεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23/12/13

Στον Σέργιο



Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση παντοδυναμίας από κείνη που σηκώνεις ένα μωρό που ουρλιάζει πονεμένο, το χώνεις στην αγκαλιά σου κι αυτό παραδίνεται στον χτύπο της καρδιάς σου και αποκοιμιέται ευχαριστημένο. Αυτή η στιγμή στον χρόνο είναι που κάνει τον γονιό θεό, τον ατσαλώνει να αντέξει, χτίζει ανθρώπους όμορφους και δυνατούς, που μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους και να ζήσουν ταυτόχρονα μακριά από αυτά.

Η Κατερίνα πάντα θα αγαπάει ένα Σέργιο.

Αυτή είναι η αλήθεια, πικρή και γλυκιά μαζί, που με κάνει μερικές φορές να μένω ξάγρυπνη τα βράδια με ένα δάκρυ ψιλό, ανεπαίσθητο. Δίπλα μου κοιμάται ο Σέργιος, ένα μωράκι χαρούμενο και ήρεμο, που μόλις έχει θηλάσει τη μαμά του. Στις σκέψεις μου όμως είναι ένας άλλος Σέργιος, που είχε ζήσει κι αυτός τις ώρες της παντοδυναμίας του μαζί μου. Που μου είχε αδυναμία.

Μαθαίνω να ζω χωρίς εκείνον. Αυτό είναι ταυτόχρονα δυνατό και αδύνατο. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους μου. Μαθαίνω να είμαι χωρίς εκείνον, είμαι ήδη διαφορετική, με άλλαξε με κρότο η απώλεια και τώρα με αλλάζει η καθημερινότητα, τα καινούργια που δεν τα ξέρει και δεν ξέρω τι θα ένιωθε για αυτά.

Αν και ο πατέρας μου ευθύνεται για την αγάπη στη γραφή και την ανάγνωση, τις τέχνες, την πολιτική, την ιστορία, τις γλώσσες, ξέρω καλά πως θα σκιαζόταν από το βιβλιοπωλείο και το βιβλίο. Ίσως να μην τα επιχειρούσα αν ήταν ακόμα εδώ να με σκεπάζει με την αίγλη της παρουσίας με τους φόβους και τις αγωνίες του.

Η Κατερίνα πάντα θα έχει αδυναμία σε έναν Σέργιο.

Αυτό το μωράκι που μπήκε στην κοιλιά μου αναπάντεχα και κοιμάται στην αγκαλιά μου όσο γράφω αυτά τα ολίγα, με δίδαξε το πιο άγριο μάθημα. Η ζωή προχωρά. Έγιναν ήδη σε έναν χρόνο τόσα που δεν τα ξέρει ο μπαμπάς μου, κάποια που θα τον σόκαραν. Η ζωή προχωρά κι αυτοί που αγαπήσαμε, αυτοί που αγαπάμε, κι αυτοί που θα αγαπήσουμε στο μέλλον πορεύονται μαζί μας. Και τα παιδιά μου, που δεν θα τον θυμούνται, θα έχουν πάντα κάτι από κείνον.

   


14/12/12

Μια ελαστική ουσία





Σήμερα θα σας μιλήσω για τον πόνο. Ανακάλυψα λοιπόν πως ο πόνος που λιμνάζει πήζει, δημιουργεί μια ελαστική ουσία σα ζελέ, που εγκαθίσταται κάπου ανάμεσα στην αρχή του οισοφάγου και τις κλείδες. Τον θυμάσαι κάθε φορά που καταπίνεις, ενίοτε και κάθε φορά που ανασαίνεις, θέλεις να βγάλεις ένα μικρό ήχο αλλά φοβάσαι πως θα σε πάρουνε χαμπάρι.
Το πένθος δημιουργεί εμμονές. Μέσα στο πλήθος, ανάμεσα σε πολλά ασημιά αυτοκίνητα, κοντά σε έναν συγκεκριμένο υπολογιστή, όλα τα άλλα μοιάζουν αδιάφορα εκτός από το αναγνωρίσεις κάποιον συγκεκριμένο∙ που αποκλείεται να είναι εκεί.
            Στην αρχή όλων κυριαρχεί η σιωπή. Ναι, παρ’ όλα τα κλάματα και τις κραυγές το μόνο που μένει είναι η έλλειψη της ανάσας. «Βασίλη, ο μπαμπάς μου πέθανε». Μόνο αυτή η φράση, ξαναπαιγμένη και ξαναπαιγμένη. Όλα τα υπόλοιπα τα ανέχεσαι για να μην ουρλιάξεις, ουρλιάζεις για να μην τα ανεχτείς.
            Αναθεωρώ. Ο θάνατος συμβαίνει σε έναν. Σε μας τους υπολοίπους αυτό που συνέβη είναι χωρισμός. Ένας αναπάντεχος αποχωρισμός που πρέπει να το χωνέψουμε κι ας μην είναι εκείνος να μας πει «δε σε θέλω πια, παρ’ το απόφαση, προχώρα». Θα ήταν ευκολότερο αν έλεγε «δε σε θέλω πια». Αλλά αυτό δε γίνεται. Τίποτα δε γίνεται, για την ακρίβεια. Τίποτα δε μπορεί να αλλάξει.
            Δεν έχω πράγματα ανείπωτα. Ούτε κουβέντες, ούτε λόγια. Μου λείπουν οι πράξεις. Το γάλα του παιδιού που έφερνε κάθε πρωί, το ποιος θα φτιάξει τη φορολογική μου δήλωση, ποιος θα μου στείλει πρώτος ανθοδέσμη στο facebook, για ποιόν θα αγοράσω ανάλατα κριτσίνια χωρίς ζάχαρη, να έχει κάτι να μασουλάει στη γιορτή μου. Μου λείπει να λείπει στο παιδί μου. Μου λείπει που δεν θα τον δω γέρο, μισώ τα σταυρόλεξα και τον υπολογιστή του, εκνευρίζομαι που δεν θα πάθαινε άνοια ποτέ, θυμώνω.
            Θυμώνω που άλλοι ζουν και είναι τριάντα χρόνια γηραιότεροι, θυμώνω που η γιαγιά μου όταν έφυγε ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, θυμώνω που είχε να φάει γλυκό και τυρί δώδεκα χρόνια. «Ως τώρα έζησα πολύ καλά, τώρα θα κοιτάξω απλά να ζήσω», είπε τότε. Τι υπόσχεση είναι αυτή ρε άνθρωπε, αν είναι να μην την τηρήσεις;
         Ενίοτε το ζελέ ρευστοποιείται, ανεβαίνει προς τα μάτια και λίγη από την ουσία του χάνεται. Μετά ξαναπαγώνει, το καταλαβαίνεις με το ανεπαίσθητο χμ πριν την καλημέρα και την πρώτη γουλιά του καφέ, τρεμουλιάζει μες στη μέρα και σκληραίνει τις νύχτες, αναρωτιέσαι τι είναι αυτό που θα αλλάξει, πόσο μπορεί «η κατάσταση να εξομαλυνθεί», δε γουστάρεις. Δε θες. Δε θέλω. Δε θέλω. Αυτό.      


30/9/12

Κολλημένη στο νούφαρο


Πέρασε ένας μήνας λοιπόν, από τους πιο ζόρικους στη ζωή μου, που ήταν ως τώρα προφυλαγμένη από σχετικά μεγάλες λύπες. Ένας μήνας έξω από τη γυάλα κι αποδείχτηκε πως δεν ήμουν χρυσόψαρο, ανακάλυψα πως είμαι αμφίβιο, ένας βάτραχος που βγήκε στη στεριά∙ μπορεί και να απομείνω κολλημένη στο νούφαρο.
           Υπάρχει ένα βαθύ φιλοσοφικό ερώτημα στο θάνατο, που σε χτυπάει καταπρόσωπο πραγματικά μόνο όταν έρχεσαι αντιμέτωπη με μια τέτοιου είδους απώλεια, που δοκιμάζει τις ως τώρα εμπειρίες σου, σε ατσαλώνει. Αν για κάτι βεβαιώθηκα είναι πως η πλειοψηφία των ιερέων είναι για γέλια. Χθες ο παπάς-delivery –με παίρνετε στο κινητό, κάνω ευχέλαιο πάνω από τον τάφο, παίρνω 20 ευρώ για τον κόπο μου- ήταν σε meeting και δεν μπορούσε. Ο άλλος παπάς ο επιλεγόμενος και Παπά-στρινγκ ήταν άφαντος. Από την άλλη κι εγώ άφαντη ήμουν, δεν αντέχω να έρθω αντιμέτωπη με το νεκροταφείο. Δεν έχω πάει ούτε μια στιγμή, του μιλάω στον ύπνο μου, στο ξύπνιο, σατιρίζω αυτό που θα έλεγε, μαλώνω μαζί του στο αμάξι, αλλά εκεί δεν πάω. Αρνούμαι να φύγω από το νούφαρο.
            Το αν έχει σχέση η θρησκεία με τους παπάδες, τις κάθε λογής δεισιδαιμονίες και τις τελετουργίες το έχω λύσει μέσα μου από μικρή. Όμως η ίδια η βεβαιότητα του θανάτου, η παράλογη εικόνα της ανυπαρξίας, της μη ζωής είναι κάτι εν πολλοίς άλυτη. Ο άντρας μου λέει πως το θρησκευτικό τελετουργικό – η κηδεία, τα συνεχή ευχέλαια, οι σαράντα μέρες που δεν πρέπει να σβήσει το καντηλάκι- βοηθούν να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με αυτό που συνέβη, να το αποδεχτείς. Εγώ διαλύομαι, δεν μπορώ καν να πλησιάσω στο μνήμα, αρνούμαι να συμμετάσχω στον παραλογισμό. Δεν το αποδέχομαι.
            Θα ήταν πολύ παρηγορητικό να ήμουν βέβαιη για την αθανασία της ψυχής. Δεν είμαι, για την ακρίβεια είμαι βέβαιη για τη θνητότητά της. Σε αυτόν τον παράλογο κόσμο η θρησκεία είναι η εκλογίκευση του αβάσταχτου πόνου, από κει εκπορεύεται, εκεί στηρίζεται, εκεί θεριεύει και φυσικά οι λειτουργοί της αυτό εκμεταλλεύονται πιο πολύ από όλα. Δε γουστάρω να δω την αλήθεια κατάματα, θα μείνω εδώ στο νούφαρο, θα κάνω τα παιδιά μου- τα εγγόνια του- θα ζήσω με τη σκιά του σε κάθε βήμα, θα του μιλάω στον αέρα, θα μαλώνω μαζί του για τα πολιτικά, θα τον σκέφτομαι κάθε φορά που κάτι κάνουμε μαζί. Είμαι μισή εκείνος κι αυτή είναι η μοναδική αθανασία στην οποία πιστεύω.


21/9/12

Φίλοι διαδικτυακοί


           

            Υπάρχουν λίγα πράγματα μόνο που δεν μπορώ να διαχειριστώ. Η θεωρία λέει πως είμαι σχετικά πρακτική και αποτελεσματική, τείνω να συσσωρεύω πάνω μου τις άμεσες φροντίδες, είμαι εγώ που θα κανονίσω τους λογαριασμούς, θα ασχοληθώ με το σπασμένο παράθυρο, θα πάω την εφορία. Χθες μου είπαν πως «γεννήθηκα ώριμη, αλλά παραείμαι συναισθηματική». Ε;
            Δεν είχα ποτέ την τάση της προσκόλλησης, αν κάποιος δεν μου πηγαίνει συναισθηματικά το ξέρει σχεδόν από την πρώτη στιγμή, δεν μπαίνει στον κόπο, δεν μπαίνω ούτε κι εγώ. Αν κάποιον τον θέλω στη ζωή μου, κι ας τα φέρνουν έτσι οι καταστάσεις που να ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες όλο το χρόνο, το ξέρει πως είναι μαζί μου. Με λίγα λόγια οι «κοινωνικές» μου επαφές είναι ελάχιστες, μόνον οι κανονικές. Έτσι ήταν ο πατέρας μου. Από το δικό του παράδειγμα έμαθα να μην θέλω να αλλάξω τους ανθρώπους, μονάχα να τους αποδέχομαι για αυτό που είναι και να προχωρώ στο επόμενο βήμα με αυτούς που μου ταιριάζουν. Δίπλα μου είναι λίγοι και για μένα καλοί.
            Τότε γιατί τόσο εκείνος, όσο κι εγώ τα τελευταία χρόνια που το internet μπήκε πιο δυναμικά στη ζωή μας, αποκτήσαμε τόσους διαδικτυακούς φίλους; Και μιλώ για φίλους, όχι  μόνο για «φίλους στο fb». Λοιπόν, στην «κανονική» ζωή, συναντάς λίγους ανθρώπους με τους οποίους να μοιράζεσαι κοινά ενδιαφέροντα, κι από αυτούς διαλέγεις ακόμα λιγότερους, κι οι συγκυρίες τα φέρνουν έτσι που μοιράζεσαι τη ζωή σου με ελάχιστους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν την αμεσότητα της γειτονιάς και σου δίνουν τη δυνατότητα για ξεκαθάρισμα. Όταν μπαίνεις σε έναν κύκλο ανθρώπων γιατί διαβάζετε τα ίδια βιβλία ή αγαπάτε την ίδια μουσική, έχεις από την αρχή ένα αβαντάζ, θέμα ενδιαφέρουσας συζήτησης. Και μετά «κολλάς με χαρακτήρες», άλλοι σου πηγαίνουν, άλλοι καθόλου.
            Έτσι δικαιολογείται πως ο πατέρας μου έχει «φύγει» είκοσι μέρες, κι όμως μέρα νύχτα κάποιος είναι στο προφίλ του και  του αφιερώνει ένα κομμάτι, ένα ποίημα, μια καλημέρα ή μια καληνύχτα. Ή πως πραγματικά μηνύματα συμπαράστασης, κι όχι απλά συλλυπητήρια, έλαβα από ανθρώπους με τους οποίους ποτέ δεν έχουμε ιδωθεί, πως δίπλα μου στάθηκαν άνθρωποι που γνώρισα γιατί αγαπάμε τα βιβλία ή γιατί τα παιδάκια μας γεννήθηκαν τον ίδιο μήνα.
            Γεννήθηκα ώριμη αλλά παραείμαι συναισθηματική, είπε η θεία μου. Η έκρηξη των συναισθημάτων μου είναι συχνά παροιμιώδης. Δεν μπορώ να χειριστώ τον θάνατο του πατέρα μου – «κι ας έχω τώρα ένα παιδάκι και πρέπει να σκεφτώ την οικογένειά μου» ( το κλισέ αυτό είναι μακράν το χειρότερό μου). Αποφεύγω να μπαίνω στο προφίλ του  και να κοιτώ «αγνώστους» να τον αγαπούν∙ αγνώστους σε μένα, όχι σε κείνον, νιώθω αποκομμένη από ένα κομμάτι του. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι που από την πρώτη μέρα συμπεριφέρθηκαν τόσο συγκινητικά, που θρήνησαν και ακόμα θρηνούν για το χαμό του, έχουν κάθε δικαίωμα. Ήταν – και είναι – φίλοι του.


Υ.Γ. Η  μισή αφορμή για αυτήν  την ανάρτηση βρίσκεται εδώ. Και φυσικά από κει βούτηξα και την εικόνα.
Υ.Γ. Κι όμως στην κηδεία του πατέρα μου ήρθαν οι διαδικτυακοί του φίλοι κι ας μην μας ήξεραν, κι ας τους ήταν- φαντάζομαι- άβολο.

14/9/12

Σύγχρονο Συγχωροχάρτι....


Λοιπόν ο θάνατος για τους Έλληνες ορθόδοξους είναι μια ακριβή ιστορία, πέρα από την τελετή, το φέρετρο, τις μεταφορές, τις θέσεις στο κοιμητήριο, υπάρχουν και οι παπάδες. Δεν ξέρω κανέναν άλλο δημόσιο λειτουργό που να βγάζει τόσα πολλά από φακελάκια, των γιατρών, των εφοριακών και των πολεοδόμων εξαιρουμένων - τώρα που το σκέφτομαι, άστο, ας πούμε απλώς πως είναι δημόσιοι λειτουργοί που παίρνουν το έξτρα κάτι τις τους για κάθε πράξη που θα έπρεπε να τελούν ως ορίζουν τα καθήκοντά τους για τα οποία πληρώνονται από το κράτος. Αλλά τέλως πάντων όλα αυτά τα φακελάκια είναι αυτό που είθισται, θες κηδεία, τόσα η ταρίφα, θες τρισάγιο σου δίνει ο παπάς του νεκροταφείου το κινητό του και κάνεις όσα τραβάει η καρδιά σου με το αζημίωτο φυσικά, θες και μνημόσυνο, ε, κάτι θα δώσεις για τον νεωκόρο. Όμως αυτό που συνέβη χθες ήταν από εξοργιστικό έως αηδιαστικό.

 Πλησίασε τη μητέρα μου που είναι εμφανώς σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση- το να χάνεις το ταίρι σου των τελευταίων σαράντα χρόνων στη συνείδησή μου είναι το μεγαλύτερο πένθος, αξεπέραστο και ίσως και αγιάτρευτο- παπάς οικογενειακός φίλος. «Αν  θέλεις η ψυχή του άντρα σου να πάει στον παράδεισο και να συγχωρεθούν οι αμαρτίες του, τέκνον μου, θα δώσεις τα χρήματα να φτιάξουμε την αγία τράπεζα του ναού στο όνομά του». Ξέρετε πόσο τιμάται το εν λόγω πόνημα; 5.500 ευρώ. Ναι, καλά ακούσατε, για να πάει ο μπαμπάς μου στον παράδεισο πρέπει να δώσουμε πεντέμισι χιλιάρικα. Γιατί φαίνεται πως υπάρχουν και σύγχρονα συγχωροχάρτια, και κάποιοι λειτουργοί του Κυρίου είναι ειδικά εξουσιοδοτημένοι, σαν υπάλληλοι πρωτοκόλλου ένα πράγμα, για να σου βγάλουν το  εισιτήριο. Δεν τον ρώτησα αν θα μας έδινε απόδειξη για τη συγχώρεση, ούτε τον διαολόστειλα, γιατί φυσικά δεν τόλμησε να το κάνει παρουσία μου. Δεν θα τον πετύχω όμως κάπου, οικογενειακός φίλος είναι, διάολε…..


9/9/12

Έμαθα ήδη να το κρύβω




Έμαθα ήδη να το κρύβω. Κουφάλα η ανθρώπινη φύση, σε ό,τι κι αν πιστεύει, όπως κι αν το εκλογικεύει, θέλει να προχωρήσει να ζει. Ο θάνατος συμβαίνει σε έναν, σε αυτόν που χάνεται, εμείς οι «οικείοι», ακόμα και οι τόσο οικείοι, ανακαλύπτουμε μηχανισμούς επιβίωσης μέσα από την παράνοια. Ο θάνατος συμβαίνει σε έναν, όλοι οι υπόλοιποι είμαστε παρατρεχάμενοι του, ταπεινοί προσκυνητές σε μια έκρηξη συναισθημάτων κι έπειτα στο καταχώνιασμά τους σε αυτόν τον ανυπόφορο κόμπο στον λαιμό∙ μετά κατεβαίνει στο στομάχι, κατοικεί στα έντερα, βρίσκεται στα νεφρά, απεκκρίνεται μέρα νύχτα, λίγο λίγο χάνεται, που και που σαν πέτρα δημιουργεί σπασμό πόνου. Κολικός. Ο πατέρας μου ήταν ουρολόγος.
Δεν πιστεύω στη μετά-θάνατον ζωή, αν κι εκείνος, άθεος στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, τα τελευταία χρόνια πίστευε, ήθελε να το ξορκίσει. Είχα αποκτήσει την κακιά συνήθεια να τον αγκαλιάζω πολύ, παρατεταμένα, να του λέω πως τον αγαπώ πάλι και πάλι. Γέμιζαν τα μάτια του ένα δάκρυ ψιλό, δυσδιάκριτο στο άμαθο μάτι, ξέραμε κι οι δυο πως αυτό το αγκάλιασμα ήταν αποχωρισμός. Το διέπραξα δυο μέρες πριν πεθάνει. Δε μετανιώνω.

Τίποτα δεν βοηθάει.
Τίποτα.
Είναι (πάντα μαύρη) νύχτα και κοιτάζω προς τα έξω, εκεί που ξέρω ότι
βρίσκεται η θάλασσα.

Μου το έγραψε ένας φίλος, που έχασε τον πατέρα του πριν έντεκα χρόνια, μάλλον θα μπορούσα να το είχα γράψει εγώ. Κάθε μέρα δεν απαλύνει την απώλεια, μόνο την εντείνει. Έμαθα ήδη να το κρύβω.

            

4/9/12

Ένας χαρισματικός άνθρωπος




       Σήμερα θα σας πω για τον μπαμπά μου. Ο πατέρας μου ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, προικισμένος με εξαιρετική μνήμη, καλλιεργημένος, με πραγματική γνώση για την ιστορία, τη μουσική, τα αυτοκίνητα, την ιατρική, τον κινηματογράφο, τη γεωγραφία, τα αγγλικά, τα λατινικά, τα γερμανικά, ένα σωρό άλλες γλώσσες που μιλούσε εμπειρικά. Με λίγα λόγια ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά ευφυής. Όμως η μεγαλύτερη του αρετή ήταν η ανυπόκριτη αγάπη, αυτή που τον έκανε να είναι 38 χρόνια ερωτευμένος με τη μάνα μου, να μου έχει μεγάλη αδυναμία, να αγαπά το σκιουράκι σα να μην υπήρχε αύριο. Ο πατέρας μου ήξερε να ζει το τώρα, να το ρουφάει, να είναι ευχαριστημένος γιατί το φαγητό ήταν πετυχημένο σήμερα, γιατί τα μαλλιά του στέκονταν σωστά, γιατί πήγε βόλτα, ταξίδι, εκδρομή, ήρθε να δει τον εγγονό του, έκανε μια ωραία κουβέντα με τους φίλους του, μίλησε για κάποιο κομμάτι στην ομάδα κλασικής μουσικής στο facebook.
Ο μπαμπάς μου με τα γυαλάκια του, από την γωνιά του, συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ήταν ο συνδετικός κρίκος όλων μας. Χθες στην κηδεία του έπαθα τρεις απανωτές κρίσεις πανικού, δε μπορούσα να ανασάνω. Υποθέτω πως για καιρό δε θα μπορώ να ανασάνω. Όταν ανασάνω όμως, θα είμαι περήφανη που έφυγε στη θάλασσα, με το μαγιώ του, με μιαν ανάσα, χωρίς άλλα νοσοκομεία, σωληνάκια, εντατικές. Δε γούσταρε στο πιστοποιητικό θανάτου του να γράφει βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, δεν ήθελε να γράφει ανακοπή. Μαγκιά του.