11/12/17

"Οι σκλάβοι της μοναξιάς", Patrick Hamilton





Οι σκλάβοι της μοναξιάς του Πάτρικ Χάμιλτον είναι ένα ξεχασμένο βιβλίο, ο ίδιος ο συγγραφέας -που στην εποχή του έκανε αίσθηση με το θεατρικό Rope κι έγινε πάμπλουτος από αυτό- είναι κι αυτός λησμονημένος. Η Ντόρις Λέσινγκ στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης ισχυρίζεται πως αυτό συμβαίνει γιατί οι ήρωες του προέρχονται από ένα Λονδίνο που δεν υπάρχει πια. Εγώ δεν πιστεύω πως υπάρχει δικαιολογία, οι συγγραφείς πέφτουν στη λήθη ή γίνονται κλασικοί γιατί έτσι είναι να γίνει.

Μετά από αυτή την εισαγωγή θα περίμενε κανείς πως θεωρώ τους Σκλάβους της μοναξιάς ένα αδιάφορο μυθιστόρημα· κάθε άλλο. Το θεωρώ ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος, ταυτίστηκα σε σημεία με την ηρωίδα του, τη δεσποινίδα Ρόουτς, σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα να πονάω όταν πονούσε, και να λυσσάω όταν λυσσούσε, κι έπιασα τον εαυτό μου να το ευχαριστιέται όταν παίρνει εκδίκηση. Σπανίως οι κατατρεγμένοι χαρακτήρες μού προκαλούν τέτοιας έντασης συναισθήματα, όμως ετούτη η αγγλίδα δεσποινίδα του πολέμου το κατάφερε.

Η μις Ρόουτς- ποτέ σχεδόν ο συγγραφέας δεν αναφέρει το μικρό της όνομα, Ένιντ, γιατί η ηρωίδα μας το σιχαίνεται- είναι μια τριανταεννιάχρονη γραμματέας σε εκδοτικό οίκο στο Λονδίνο, που εν μέσω του πολέμου έχει μετακομίσει σε μια πανσιόν σε μια γειτονική πόλη, γιατί φοβάται τους βομβαρδισμούς. Κάθε μέρα κάνει το ταξίδι προς το Λονδίνο για τη δουλειά της, ενώ στην πανσιόν, που θυμίζει περισσότερο οικοτροφείο, πρέπει να ανεχτεί στα γεύματα τον θορυβώδη, σωβινιστή, ανόητο μπούλη κ. Θουέιτς, που της επιτίθεται συνεχώς. Είναι μια λεπτή και μάλλον άχρωμη γυναίκα που έχει εγκαταλείψει τις ελπίδες να παντρευτεί. Τότε εμφανίζεται ένας Αμερικάνος Υπολοχαγός που την προσέχει και εμμέσως της προτείνει γάμο. Όλα παίρνουν άσχημη τροπή όταν στην πανσιόν μετακομίζει η Γερμανίδα Βίκυ. Στην αρχή η δεσποινίδα Ρόουτς τη θεωρεί φίλη της και την υπερασπίζεται, μέχρι που συνειδητοποιεί πως έτρεφε ένα φίδι στον κόρφο της.

Ο συγγραφέας φέρεται με απίστευτο σεβασμό και αγάπη στην ηρωίδα του, κάποτε κάποτε με ένα λεπτό, αγγλικό χιούμορ ειρωνεύεται τις καταστάσεις αλλά ποτέ δεν χλευάζει. Η δεσποινίδα Ρόουτς καταλήγει να είναι το λεκτικό θύμα του κ. Θουέιτς αλλά και της φίλης της Βίκυς. Ό,τι και να κάνει, εκείνη βγαίνει χαμένη και παρεξηγημένη. Θυμάται πως πάντα έτσι ήταν, ακόμα και στο σχολείο, ή στα χρόνια που ήταν διευθύντρια εκείνη σε ένα οικοτροφείο, τότε που τη φώναζαν Κατσαρίδα. 

Η λυκοφιλία των δύο γυναικών, με τη Βίκυ να μπλέκεται και να παίρνει τη ζωή, τον αγαπημένο και τους φίλους της δεσποινίδος Ρόουτς, είναι πολύ χαρακτηριστική. Εγώ τουλάχιστον στα νιάτα μου την έχω ζήσει σε όλο της το μεγαλείο μια φορά. Και το συναίσθημα που σου αφήνει: του παραγκωνισμού, της γελοιότητας, του βαθύτατου μίσους για αυτή τη γυναίκα που σου πήρε τη ζωή και τώρα σε κοροϊδεύει κι από πάνω, εκφράζεται από τον άντρα Πάτρικ Χάμιλτον με μεγάλη ακρίβεια. Πράγμα που μάλλον σημαίνει ότι κάνουν κι οι άντρες μεταξύ τους, απλά με άλλες αποχρώσεις. 

Η δεσποινίδα Ρόουτς εκδικήθηκε για όλες μας. Αυτό είναι ίσως και το πιο αδύναμο κομμάτι του βιβλίου, πως υπάρχει άμεση και σταθερή νίκη. Καταλαβαίνω τον συγγραφέα, μάλλον ήθελε κάτι τέτοιο για τον εαυτό του. Όμως στη ζωή σπανίως παίρνουμε αυτό που επιθυμούμε. Σπανίως καταφέρνουμε να εκδικηθούμε όταν πρέπει. Στο φόντο όλων αυτών ο Πόλεμος. Ένας πόλεμος σιγανός, που μόνο στο τέλος κάνει την εμφάνισή του, όμως είναι πανταχού παρόν, επηρεάζει ύπουλα την καθημερινότητα, αδειάζει τα μαγαζιά, αλλάζει τους ανθρώπους. Και η μονοτονία κι η πλήξη, ανθρώπων που δεν ταιριάζουν αλλά βρέθηκαν τυχαία να συναγελάζονται και να ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Και το πώς, η προσωπική μας φούσκα, η εγγύτητα στα γεγονότα, μας κάνει να δηλητηριάζουμε τη ζωή μας από καταστάσεις που άλλοτε ούτε θα τους χαριζαμε μια δεύτερη σκέψη.  

Οι σκλάβοι της μοναξιάς δεν είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα. Είναι ένα μυθιστόρημα για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις και τις συγκυρίες. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί ξανά και να βγει από την αφάνεια. Εγώ πάντως τώρα που ανακάλυψα τον Πάτρικ Χάμιλτον θα τον ακολουθήσω, νιώθω παρόμοια χαρά, όπως τότε την πρώτη φορά που διάβασα Γκράχαμ Γκρην. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



«Οι σκλάβοι της μοναξιάς», Patrick Hamilton, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα, 2017, σελ. 346

6/12/17

"Ανατομία κόρης", Μαρία Φακίνου



Τον τελευταίο καιρό είμαι κάπως καχύποπτη με τα λιανά βιβλιαράκια με μικρά έως πολύ μικρά αφηγήματα-διηγήματα που βγαίνουν αφειδώς από Έλληνες συγγραφείς. Κι αυτό γιατί έχω συχνά την αίσθηση πως βρέθηκε μια εύκολη λύση για να μην γράφουν κάτι μεγαλύτερο και πιθανώς σπουδαιότερο. Η «Ανατομία κόρης», πάντως, της Μαρίας Φακίνου δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Είναι ένα κείμενο που έχει λόγο ύπαρξης, που προέρχεται από εκείνη την αφηγηματική δεξαμενή, από εκείνο τον τόπο που πηγάζουν όλα τα έργα τέχνης. Αλλά ας αφήσω το κείμενο να τα πει καλύτερα:

Από νωρίς άφησα τα πράγματα να με διαλέξουν. Οι άνθρωποι, οι σκέψεις, οι συνθήκες. Υπήρχε, ωστόσο, μέσα μου ένας σκοτεινός τόπος που με τα χρόνια βάθαινε, ένας εσωτερικός μικρόκοσμος δαιδαλώδης, που δεν ήξερα ότι έτρεφα, μόνο με γέμιζε με μια απροσδιόριστη ανησυχία, και στο τέλος θα βρισκόμουν να γνωρίζω τον παραμικρό του παράδρομο, στενό και αδιέξοδο. Θα κατέφευγα σε αυτόν κάθε φορά που το έξω απειλούσε το μέσα.

Πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια της μικρής αποσπασματικής νουβέλας είναι μια κοπέλα, από τότε που ήταν παιδί, ως περίπου τα 25 χρόνια της. Ο φακός της Μαρίας Φακίνου εστιάζει κάποτε σε μικρές ακρότητες της καθημερινότητας, κι άλλοτε σε σπουδαίες, γιγάντιες στιγμές. Μιλάει ευθαρσώς για τη ζωή, και το θάνατο, τον πόνο της ενηλικίωσης, το βάρος της οικογένειας, τη σχέση με τη μητέρα- πρωτίστως-, με τον πατέρα, τον αδελφό, τις φίλες, τους άντρες. Μοιάζει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση να είναι βαθιά αυτοβιογραφική, αν και προφανώς κάτι τέτοιο δεν ενισχύει. Η ψευδαίσθηση πάντως αυτή οδηγεί στην ταύτιση- πιθανώς να βοηθάει πως είμαι γυναίκα πολύ κοντά στην ηλικία της Φακίνου αλλά και της ηρωίδας. 

Μάτια φωτογραφική μηχανή: Καλοκαίρι στον Κήπο της Εδέμ. Η μαμά λιάζεται σε μια καρέκλα με ξεθωριασμένο πανί. Ξάφνου τη βλέπω να ξεκαρδίζεται σ’ ένα γάργαρο γέλιο. Φέρνει τα γόνατα κοντά στο πρόσωπο για να προστατευτεί. Ο μπαμπάς τη σημαδεύει με το ανοιχτό λάστιχο του ποτίσματος. Ο μπαμπάς ψιχαλίζει τη μαμά. 

Απόλαυσα την «Ανατομία κόρης». Πολλά κομμάτια τα διάβασα και τα ξαναδιάβασα, είναι ένα διαμαντάκι εξαιρετικά καλοδουλεμένο, με γλώσσα απλή, με ρυθμό· που δεν του λείπει ούτε του περισσεύει τίποτα. Η συγγραφέας χειρίστηκε το θέμα της- τη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας στα παιδικά και εφηβικά χρόνια- με αγάπη αλλά και σκληρότητα, το είδε από κοντά αλλά και από μακριά, το παίδεψε και το δυσκόλεψε και τελικά πήρε τον αναγνώστη μαζί της.

Το βιβλίο είναι μικρό, τα κείμενα θα μπορούσαν να σταθούν το καθένα σαν ένα μικρό διήγημα, όμως ολοκληρώνοντάς το δεν μένει το αίσθημα της αποσπασματικότητας, αλλά της ολοκλήρωσης. Η μικρή φόρμα κρύβει παγίδες, μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά χασμουρητά, σε βιβλία βίαια λησμονημένα λίγες μόνο μέρες μετά την ανάγνωση. Όταν όμως η προσπάθεια είναι επιτυχημένη, τότε αφήνει την καλύτερη επίγευση στο στόμα.



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Ανατομία κόρης", Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, 2017, σελ.73












Ακούστε τη συνέντευξη της Μαρίας Φακίνου στο Διαβάζοντας@amagi εδώ: 


3/12/17

Εκατοστό ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi




Κλήρωση! Και εκπομπή! Μαζί μας σήμερα στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi o συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Νίκος Ξένιος

Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Κριτική. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/ και σχολιάστε αυτό το ποστ στο φβ. Εναλλακτικά αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Οι νικητές θα ανακοινωθούν γύρω στις 7:50μ.μ. on air. 

Μη χάσετε την 100η εκπομπή Διαβάζοντας, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


Τις προηγούμενες 99 εκπομπές μπορείτε να τις ακούσετε εδώ: 

Κι αν δεν είστε ακόμα στο γκρουπ της εκπομπής εσείς χάνετε:







29/11/17

"Γυναίκα από μελάνι", Juan Gómez Bárcena



Πήρα τη "Γυναίκα από Μελάνι" του Χουάν Γκόμεθ Μπάρθενα ένα βράδυ αργά από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου (μου) χωρίς να ξέρω τίποτα για το βιβλίο ή τον συγγραφέα. Με τράβηξε το εξώφυλλο και το βιβλιοφιλικό οπισθόφυλλο αλλά και το γεγονός πως δεν είχα ακούσει τίποτα για αυτό. Τον τελευταίο καιρό μου φαίνεται πως διαβάζουμε όλοι τα ίδια βιβλία. 

Δυο νεαροί ποιητές στη Λίμα του Περού το 1904, ο Χοσέ και ο Κάρλος, αποφασίζουν να αρχίσουν με αλληλογραφία με το ίνδαλμά τους, τον ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Όταν βλέπουν πως αυτός δεν τους απαντά, εφευρίσκουν μια όμορφη δεσποσύνη, τη Χεορχίνα, που αλληλογραφεί με τον ποιητή και ω, του θαύματος αυτός ανταποκρίνεται. 

Έτσι ξεκινά ένα μέτα-λογοτεχνικό παιχνίδι, αφού ο Κάρλος και ο Χοσέ γράφουν ένα μυθιστόρημα με αφετηρία τα γράμματα που ανταλλάσσει η φανταστική Χεορχίνα με τον Χουάν Ραμόν, ενώ εμείς διαβάζουμε ένα άλλο μυθιστόρημα που αφηγείται τα κατορθώματά τους, ενώ αυτοί γράφουν τα πλαστά γράμματα της Χεορχίνα προς τον ποιητή. Θεωρητικά πρόκειται για μια «αληθινή ιστορία», που τη χρησιμοποιεί Μπάρθενα για να εκκινήσει να γράψει τη δική του. Το ενδιαφέρον είναι πως ο συγγραφέας απευθύνεται συχνά στον αναγνώστη, χωρίς αυτό να καταντά μελό ή κιτς. Του κλείνει το μάτι, σα να γράφουν το μυθιστόρημα μαζί. Τελικά δεν ξέρεις ποιο ακριβώς από τα τρία κείμενα διαβάζεις.

Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό παιχνίδι, ο Μπάρθενα δεν ξεχνά τους δύο κεντρικούς του ήρωες- τον Χοσέ και τον Κάρλος- που σιγά σιγά αποκτούν ο καθένας διαφορετική σχέση με τη φανταστική Χεορχίνα. Ο Χοσέ, γόνος της αριστοκρατίας, που χάνει σιγά σιγά τα χρήματα αλλά όχι την αίγλη της, βλέπει το εγχείρημά τους καθαρά χρησιμοθηρικά, θέλει να βάλει τον γνωστό ποιητή να γράψει ένα ποίημα για τη Χεορχίνα κι έπειτα να κοκορευτούν για αυτό τους το κατόρθωμα στον κλειστό λογοτεχνικό χώρο της Λίμα. Ο Κάρλος, γόνος πρόσφατα πλούσιας οικογένειας, ερωτεύεται το πλάσμα της φαντασίας τους, θέλει για τη Χεορχίνα όλα τα ηθικά χαρίσματα. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας σχολιάζει την κοινωνία του Περού στις αρχές του περασμένου αιώνα, την κοινωνική αδικία και ανισότητα, τη σημασία της θέσης και των χρημάτων. Αλλά και τη διαδικασία της ενηλικίωσης και της αναζήτησης της ταυτότητας των δύο κεντρικών του χαρακτήρων.

Η «γυναίκα από Μελάνι» είναι ένα ευχάριστο μυθιστόρημα. Δεν κομίζει γλαύκα στα λιμνάζοντα λογοτεχνικά νερά, ούτε φιλοδοξεί να χαρακτηριστεί αριστούργημα. Ο Χουάν Γκόμεθ Μπάρθενα όμως βάζει με τέτοια βιβλία σοβαρή υποψηφιότητα να είναι από τους Ισπανούς συγγραφείς που θα αναζητώ στο μέλλον. 



                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


«Γυναίκα από Μελάνι», Χουάν-Γκόμεθ Μπάρθενα, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Καστανιώτης, 2017, σελ. 336







Υ.Γ. 42 Ακόμα γελάω με την καταγραφή του ονοματεπώνυμου του συγγραφέα στη βιβλιονέτ:


23/11/17

"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος



Είχα καιρό να νιώσω όπως ένιωσα κλείνοντας και τις τελευταίες σελίδες του «Ημερολόγιου ενός εξωγήινου» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Το συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε χαρά και λύπη, κάτι εντελώς γλυκόπικρο και εν τέλει αναζωογονητικό, με έκανε να πιστέψω στη δύναμη των βιβλίων ξανά· στην πανάρχαια γοητεία των ιστοριών και της αφήγησης. 

«Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν»(εκδ. Πόλις) είναι γραμμένος το 1998, η αναθεωρημένη έκδοσή του, «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» (εκδ. Μεταίχμιο), κυκλοφόρησε το 2017. Είκοσι πριν, που ήμουν κι εγώ σχεδόν παιδί ακόμα, δεν με είχε επηρεάσει έτσι. Τώρα ένιωσα πως σε αυτό το βιβλίο περικλείεται μια αλήθεια εντελώς παιδική, που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι «βαριά» ενήλικες. 

Ο Ζίγκι είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι, που προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο. Μέσα από τα ημερολόγιά του καταγράφει τι γίνεται στο σχολείο, με τους φίλους του, τον έρωτα, τι γίνεται στο σπίτι, που παίρνουν διαζύγιο οι γονείς του, τι γίνεται με την ασθένειά του, μια σπάνια καρδιοπάθεια που δεν του επιτρέπει να τρέχει και να λαχανιάζει, και τι γίνεται με τη θεωρία του πως είναι εξωγήινος, και πως μια μέρα θα έρθει ένα διαστημόπλοιο από τον πλανήτη του, τον Μάρφαν, να το πάρει. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αν το χιούμορ μπορεί να είναι τόσο μπλακ. 

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κατάφερε να μπει στην ψυχή ενός δωδεκάχρονου με απαράμιλλη μαστοριά. Ο αφηγητής του – πολύ επικίνδυνη ιστορία να διαλέξεις παιδί αφηγητή και μάλιστα στο μεταίχμιο της προεφηβείας- είναι ένα απίστευτο παιδί, ένα αγόρι που βλέπει τον κόσμο με την αθωότητα και την πονηριά της ηλικίας τους. Αλλά πάνω από όλα είναι ένα παιδί. Αυτό είναι το βασικό, αυτό είναι που δίνει τον τόνο και το συναίσθημα. 

Ο Αλαντίν λέει πως όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι είναι δικαιολογίες για να μην ψάχνουν. Γι’ αυτό βιάζονται τόσο να βρουν το τέλειο ταίρι τους με τον «κεραυνοβόλο έρωτα», γι’ αυτό ψάχνουν να βρουν γρήγορα μια δουλειά και την κάνουν σε όλη τους τη ζωή, γι’ αυτό χτίζουν σπίτια αντί να ταξιδεύουν, για αυτό κάνουν παιδιά και τα φροντίζουν, υποτίθεται, τόσο πολύ (για να έχουν μια δικαιολογία για να μη βγαίνουν και πάρα πολύ από το σπίτι τους), γι’ αυτό αγοράζουν γρήγορα αυτοκίνητα (για να μην χάνουν χρόνο να πηγαίνουν απ’ το σπίτι στη δουλειά τους), γι’ αυτό τέλος πάντων βρίσκουν έναν θεό και τον πιστεύουν. Για να μην ψάχνουν άλλο. 

Η επιλογή της ημερολογιακής καταγραφής και έτσι του πρώτου ενικού προσώπου δουλεύει εξαιρετικά στην αφήγηση, ενώ η τρέλα και ο παραλογισμός του κόσμου μας, δίνονται με μια απίστευτη καθαρότητα, λόγω του αφηγητή-παιδιού. Οι ανάσες γέλιου- τα παρατσούκλια που βρίσκει ο μικρός για όλους, ας πούμε- αλλά και η μουσική, αλαφραίνουν κάπως την ατμόσφαιρα, αλλά δεν επηρεάζουν το συναισθηματικό φορτίο του μυθιστορήματος. «Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου» είναι ένα επίπονο βιβλίο για κάθε γονιό, οι περιγραφές του Ζίγκι για αυτό που συμβαίνει στο σπίτι του χτυπάνε ευαίσθητες χορδές, ανοίγουν πόρτες, για να δεις τι συμβαίνει γύρω σου. Σε προσγειώνουν ανώμαλα όχι στον Μάρφαν αλλά στη Γη. 

Με ρώτησαν δυο τρεις φορές αναγνώστες, αν το βιβλίο του Παναγιωτόπουλου είναι «εφηβικό» ή απευθύνεται σε παιδιά. Η απάντηση είναι πως απευθύνεται σε μεγάλους, τόσο μεγάλους-μεγάλους που να μπορούν να σοκαριστούν όταν επιτέλους θυμηθούν πώς είναι να είσαι παιδί-εξωγήινος. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ


"Το ημερολόγιο ενός εξωγήινου", Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 365








Υ.Γ. 42 Ούτε επιστημονική φαντασία είναι ο Ζίγκι.





21/11/17

«Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης






Στα μονοπάτια του δάσους ανάμεσα στη Βλάχα και το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων λένε πως τη νύχτα καμιά φορά βγαίνει ένας γέρος και σκάβει με ένα μαύρο φτυάρι, τόσο αποκρουστικό που μοιάζει με αυτό που θάβουν οι γονείς τα παιδιά τους. 
Τον γέροντα τον τρέμουν οι διαβάτες και κουρνιάζουν ευθύς μέσα στα πουρνάρια άμα τον δουν, γιατί είναι αυτός που σκοτώνει κάθε μέρα τον ήλιο, και τον θάβει μέσα στα σπλάχνα του δάσους, καρφώνοντάς τον σαν σκαλοπάτι πάνω σ' έναν κορμό που μεγαλώνει προς τα κάτω, ένα δεντρί που φτάνει μέχρι τα πέρα δώματα του Κάτω κόσμου. 
Εκεί, πάνω στον κορμό, βρίσκονται καρφωμένοι όλοι οι ήλιοι, από τον χθεσινό ως τον πρώτο ήλιο που έδυσε ποτέ.


Για αρχή, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι «Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας» δεν είναι ένα λαογραφικό βιβλίο, δεν πρόκειται για μια επιστημονική ή έστω συστηματική εργασία συλλογής δοξασιών, πρόκειται για μυθοπλασία. Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης αντλώντας από τις παιδικές του μνήμες, την ατμόσφαιρα του τόπου και τη θητεία του στη λογοτεχνία τρόμου – ως αναγνώστης και συγγραφέας- συνθέτει μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, με κεντρικό άξονα τον τόπο και τον τρόμο. Με άλλα λόγια γράφει αυτό που στο δικό μου χωριό λέμε Folk Horror, αλλά κανένας δεν τολμά να το πει, γιατί θα τρόμαζε τους αναγνώστες. 

Το μέρος προσφέρεται, τόσο τα βουνά, τα Άγραφα αλλά κι ο Όλυμπος, όσο και ο ατελείωτος κάμπος, βουτηγμένος στην ανία και την ομίχλη. Βοηθάει και το κλίμα, ακραίες θερμοκρασίες, τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα, αίσθηση μοναξιάς και μαγείας. Ο συυγραφέας ενδιαφέρεται πολύ για τη Θεσσαλία, για αυτό το διηγήματά του αλλάζουν τρόπο ανάλογα στο μέρος που αναφέρονται, τα κεφάλαια του βιβλίου εξάλλου είναι τα εξής: Βλαχοχώρια, Καραγκουνοχώρια, Δρακοχώρια, οι πόλεις του Κάμπου.

Τα διηγήματα ανήκουν στην κατηγορία του flash fiction. O συγγραφέας τους τα έγραψε αρχικά ως ποστ της ομώνυμης σελίδα στο Facebook που είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Ένα μόνο διήγημα είναι μεγαλύτερο και γραμμένο επί τούτου, το τελευταίο, που αφήνει και αρκετές ελπίδες για μεγαλύτερα κείμενα τρόμου.  Η γραφή του είναι μπαρόκ, με στοιχεία που θυμίζουν ώρες ώρες  Λάβκραφτ, ενώ ο ρυθμός φαίνεται βαρύς, αλλά βασισμένος στη μουσική. Ομολογώ πως δεν κατάφερνα να διαβάσω πάνω από 4-5 ιστορίες τη φορά, μετά όλο αυτό με καταπλάκωνε. Στο διαδίκτυο οι ιστορίες λειτουργούν καλύτερα γιατί δεν είναι όλες μαζεμένες. Κάθε βράδυ όμως ήθελα να ξαναπιάσω το βιβλίο, να τελειώσω τις δοξασίες, να διαβάσω μια ακόμα. 

Δεν ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα μετά από ένα βιβλίο όπως οι Παγανιστικές δοξασίες. Η έκδοση από τους Αντίποδες είναι εξαιρετικά προσεγμένη, ο συνδυασμός τράβηξε πολύ κόσμο, το βιβλίο βρίσκεται ήδη στην 3η έκδοση. Εύχομαι το επόμενο βήμα να είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα τρόμου. Αν και οι "Παγανιστικές δοξασίες της Αυσταλιανής επαρχίας" δεν θα με ενοχλούσαν στα αλήθεια. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


«Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, εκδ. Αντίποδες, σελ. 153, 2017 









Ακούστε την συνέντευξη του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη στο Διαβάζοντας εδώ:




19/11/17

Ραδιοφωνική συνέντευξη της Τόνιας Κοβαλένκο







Κλήρωση! Και εκπομπή. Στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi μαζί μας σήμερα η σπουδαία μεταφράστρια και ποιήτρια Tonia Kovalenko.

Κληρώνουμε:
1 αντίτυπο "Αυτό που σου ανήκει", Γκαρθ Γκρίνγουελ
1 αντίτυπο "Αντίδοτο στη μοναξιά", Γιγιέν Λι
και τα δύο σε μετάφραση Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη καθώς και
2 αντίτυπα της ποιητικής συλλογής "Μαύρο προς μπλε" της Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από το Βιβλιοπωλείο Gutenberg


Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ  στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή να αφήσετε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει κατά τις 7:50μ.μ. on air. 


Μη μας χάσετε, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


17/11/17

Το χρυσό κατοστάρι



Αναρωτιέμαι μερικές φορές για αυτόν τον τόσο μικρό κύκλο των βιβλιόφιλων, για το πώς τόσο λίγοι άνθρωποι στηρίζουμε αυτή την αγορά βιβλίων, που δεν συρρικνώνεται, κάθε άλλο, κάθε χρόνο τα βιβλία που βγαίνουν – μεταφράσεις και πρωτότυπα- ολοένα γίνονται περισσότερα, καινούργιοι οίκοι ανοίγουν, μικροί αλλά βιώσιμοι. Αν και τα βιβλιοπωλεία κλείνουν σωρηδόν, το ένα μετά το άλλο. 

Αναρωτιέμαι πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάσουμε, με ποια κριτήρια βγαίνουν όλοι αυτοί οι τίτλοι, τι σκοπιμότητα έχουν. Εγώ είμαι μάλλον συστηματική αναγνώστρια, όμως δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην πρόσφατη παραγωγή, πάρα πολλά βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω τελικά δεν τα προλαβαίνω, κι έπειτα έρχεται μια χιονοστιβάδα από νέα βιβλία. Και μένω συνεχώς ανικανοποίητη. 

Ώρες ώρες νιώθω πως αυτή η ατελείωτη παραγωγή με κάνει να μη μπορώ να ανασάνω, δεν μου δίνει χρόνο να διαβάσω κανένα παλιότερο αριστούργημα (ένα στα δέκα βιβλία που διαβάζεις πρέπει να είναι κλασικό, λέει ο χρυσό κανόνας του Ναυτίλου). Από την άλλη, όποτε επιχειρώ να απαγκιστρωθώ, να μην είμαι ενημερωμένη, να μην κρατάω ατελείωτες λίστες, είτε στο μυαλό είτε στα τεφτέρια μου, νιώθω λειψή, πως κάτι χάνω, πως εκεί μέσα θα μπορούσε να κρύβεται εκείνο το βιβλίο που θα αλλάξει τον κόσμο μου.

Αναλώνομαι. Μερικές φορές καταναλώνω. Άλλες φορές μπαίνω στο παιχνίδι, ακολουθώ τα γούστα των άλλων, λέω «μπας και, δεν κατάλαβα καλά, μήπως πρόκειται για αριστούργημα κι εγώ δεν έχω τα απαραίτητα εφόδια». Με πιέζουν όλες αυτές οι πάντα θετικές κριτικές, ένα κομψοτέχνημα από δω, μια αριστουργηματική αφήγηση από κει, ο Ολλανδός Προυστ, ο Ρώσος Τζόυς, ο Έλληνας Φώκνερ. Με εκνευρίζουν τα λόγια χωρίς αντίκρισμα. 

Δεν μιλάω καν για την Ελληνική παραγωγή. Εκεί τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Αλλά για εκεί, με κάποιον τρόπο έχω ακόμα ένστικτο. Είναι και εμφανής ο τρόπος που βγήκε το κάθε βιβλίο, ξέρεις ποιο είναι αυτοέκδοση, ποιο όχι. 

Με πιέζει η ροή της πληροφορίας, το ατελείωτο αυτό γαϊτανάκι. Κι έπειτα, τα βιβλία, αφού βγουν διθυραμβικά στους πάγκους ως αριστουργηματικά και στις βιτρίνες, και πουλήσουν, ό,τι πουλήσουν το πρώτο εξάμηνο, αποσύρονται σα γέροι συνταξιούχοι, μας γυρίζουν τις ράχες, εξαντλούνται, πολτοποιούνται, ξεχνιούνται. Μα τα βιβλία δεν είναι ραπανάκια να σαπίσουν. Τα βιβλία δεν είναι φάρμακα να είναι σε έλλειψη και να πάρεις το γενόσημο, τα βιβλία δεν είναι προϊόν άμεσης ανάγκης, ούτε ευπαθές. Τα βιβλία θα έπρεπε να είναι δρομείς μεγάλων αποστάσεων και αντοχής. Αλλά προφανώς όλοι ποντάρουν στο χρυσό κατοστάρι.








                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


16/11/17

"Ragtime", E.L. Doctorow




Αγαπώ πολύ τον Ε.Λ. Ντοκτορόου, μου αρέσει ο τρόπος που μπερδεύει αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα στα μυθιστορήματά του, που πιάνεται από ένα συμβάν και φτιάχνει μια ψευδοιστορία. Στο Ραγκτάιμ αυτή η τακτική φτάνει στα άκρα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πάρα πολλές πραγματικές φιγούρες, ανάκατες με μη πραγματικές, στήνει ένα σύμπαν στην Αμερική στις αρχές του προηγούμενου αιώνα που μοιάζει τόσο πληθωρικό, τόσο εντυπωσιακό· ώρες ώρες δεν μπορείς να το κατανοήσεις. 

Στο Ραγκτάιμ πρωταγωνιστεί μια λευκή οικογένεια, και αφηγητής μας είναι ο γιος, οι υπόλοιποι είναι απλά η Μητέρα, ο Πατέρας, ο Μικρός αδελφός. Γύρω τους στήνεται ένα γαϊτανάκι πραγματικών γεγονότων, και πραγματικών ιστορικών προσώπων. Κυριαρχεί ο Χάρι Χουντίνι, που πρέπει να ενθουσιάζει τον συγγραφέα, αλλά γνωρίζουμε και τον Χένρι Φορντ, την αναρχική Έμμα Γκόλνταμ, τον Φρόιντ, τον Ρόμπερτ Πίρι, την socialite και καλλονή της εποχής Έβελιν Νέσμπιτ . Πάνω από 25 ήρωες περνάνε από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πιο ενδιαφέρουσες οι ιστορίες με τον Χουντίνι, και αυτή του άπορου Τάτεχ, Εβραίου εργάτη που έχει μια πανέμορφη κόρη και τελικά καταφέρνει να φτιάξει τη ζωή του μέσω του κινηματογράφου. Αλλά και η τελική, αυτή με πρωταγωνιστή έναν μαύρο πιανίστα του Ραγκτάιμ, που τα βάζει με το Πυροσβεστικό σώμα όταν τον προσβάλλουν και επαναστατεί χάνοντας τα πάντα. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αλλά και οι καταστάσεις δίνουν την εικόνα μιας μεταιχμιακής εποχής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δημιουργούν αναβρασμό, οι μαύροι, οι γυναίκες, είναι ακόμα σε μια κατάσταση οριακή: δεν είναι δούλοι, δεν είναι ακριβώς ισότιμοι με τον λευκό άντρα. Παράλληλα συμβαίνουν ένα σωρό φαντασμαγορικά πράγματα, η εκβιομηχάνιση των πάντων, φοβερές νεοτερικότητες, το αεροπλάνο, ο κινηματογράφος, απίστευτη αναταραχή, συνεχείς αλλαγές. Όλα προμηνύουν τον πανικό που θα ακολουθήσει.

Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να μιλήσεις για το Ραγκτάιμ, πόσο μάλλον να το γράψεις. Ο συγγραφέας του έβαλε απίστευτη μαστοριά, έμπλεξε κόσμους ολόκληρους, έδωσε μια τοιχογραφία, χωρίς να αφήνει τον αναγνώστη ποτέ χωρίς πλοκή ή ενδιαφέρον. Ο Ντοκτορόου σε αυτό το μυθιστόρημα μοιάζει πιο πολύ σαν να φτιάχνει ταινία, ενθουσιάζεται από τις εικόνες, από την ατμόσφαιρα, από την άνεση. Ταυτόχρονα κατορθώνει να εστιάσει και στα μεγάλα ζητήματα της εποχής που θα επηρεάσουν τη ζωή του ανθρώπινου γένους από τότε και στο εξής. Και το να καταφέρει κανείς να κάνει και τα δύο αυτά μαζί, δεν είναι και μικρό επίτευγμα. 


                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Ραγκτάιμ", Ε. Λ. Ντοκτόροου, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος, Γιάννης Γαλάτης, εκδ. Επιλογή, 1993, σελ. 349

9/11/17

"Independence Day", Richard Ford



Ξεκίνησα να διαβάζω την "Ημέρα Ανεξαρτησίας" του Ρίτσαρντ Φορντ στο kindle και σχεδόν αμέσως ήξερα πως έκανα λάθος επιλογή – όχι βιβλίου, μέσου. Ήμουν όμως μακριά από το σπίτι, σε εκδρομή κι έπρεπε να αρκεστώ σε αυτό που είχα. Την ανάγνωση την τελείωσα σε μια κόπια του μεταφρασμένου κειμένου στην ησυχία της οικίας μου.

Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας – που έγινε σχετικά πρόσφατα τετραλογία- του Ρίτσαρντ Φορντ με κεντρικό ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ. Η τετραλογία ξεκινά με τον «Αθλητικογράφο» (1986), συνεχίζει με την «Ημέρα Ανεξαρτησίας» (1995), τριτώνει με το «Η χώρα όπως είναι» (2006) και τελειώνει κοντά τριάντα χρόνια μετά με το "Let Me Be Frank with You" (2014).

Τα βιβλία εκδόθηκαν κάπως μπερδεμένα στην Ελλάδα, πρώτα από την ασημένια σειρά της Ωκεανίδας «Ο Αθλητικογράφος» το 1996, κι έπειτα «Η Χώρα όπως είναι» το 2010 από τις εκδόσεις Πατάκη. Τελικά η «Ημέρα Ανεξαρτησίας», το ενδιάμεσο βιβλίο, μεταφράστηκε το 2016, ενώ το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας παραμένει αμετάφραστο. Ο δε «Αθλητικογράφος» είναι φυσικά τόσα χρόνια μετά εξαντλημένος. Έτσι, ακόμα και οι πιο υποψιασμένοι αναγνώστες μπορούν να μπερδέψουν τη σειρά τους και να μην έχουν σαφή εικόνα. 



Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» βρίσκει τον Φρανκ στην «υπαρξιακή περίοδο της ζωής του, χωρισμένο από την πρώτη του γυναίκα Ανν, σε δεσμό με την ανεξάρτητη Σάλλυ. Έχει παρατήσει την αθλητική δημοσιογραφία, και το γράψιμο εν γένει, και κάνει τον κτηματομεσίτη. Στα σαράντα πέντε του προσπαθεί να προσδιορίσει τι θέλει, ποιος είναι, ποιος θέλει να είναι, τι είναι κανονικότητα, τι είναι νόρμα κι αν μπορεί να προσαρμοστεί σε αυτή. Όλη η δράση συμπυκνώνεται στο τριήμερο της Ημέρας Ανεξαρτησίας. Ο Φρανκ πρέπει να βρει σπίτι σε ένα δύστροπο μεσόκοπο ζευγάρι, να πληρωθεί το νοίκι από ένα ακίνητο και να πάει και διήμερο με τον δυσλειτουργικό γιο του Πολ, που δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει στις αρχές της εφηβείας του όλα αυτά που του έχουν συμβεί. 

Η πλοκή είναι ελάχιστη, οι σκηνές μακραίνουν, οι διάλογοι τραβάνε, αλλά μέσα από όλες αυτές τις άχρηστες φαινομενικά λεπτομέρειες ο συγγραφέας φτάνει κάποια στιγμή στο μεδούλι των καταστάσεων. Αρκούν μερικές φράσεις για να εξηγήσει τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωα του, για να μας κάνει να ταυτιστούμε και να αναλογιστούμε τη δική μας ζωή. Τον απασχολεί έντονα η πολιτική – ο Φρανκ είναι ακραιφνώς Δημοκρατικός- αλλά και το ποιος είναι ο σκοπός μας, τι είναι αυτό που ορίζει η κοινωνία και τι σχέση έχει με τα θέλω μας. Ο Φρανκ σε αυτό το βιβλίο προσπαθεί να ωριμάσει, να αναλάβει σοβαρά τον γονεϊκό του ρόλο, να αποδεχτεί τη σύμβαση και τη δέσμευση. Το αν τα καταφέρνει είναι μια άλλη ιστορία. 

Ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας συγγραφέας άκρως γοητευτικός. Πρέπει όμως να τον αφήσεις να σε παρασύρει στον τρόπο του, να μην τον κρίνεις με αυτά που έχεις ήδη στο μυαλό σου. Η γλώσσα του είναι προσεγμένη, με ροή και ρυθμό. Αλλά σίγουρα το βιβλίο δεν είναι page turner, πρέπει να του δώσεις τον χρόνο και τον χώρο του. Για αυτό ήταν κακή επιλογή ο e-reader που τις κοντά 500 σελίδες του τις μετέτρεψε σε 1000. Τέτοια βιβλία απαιτούν χαρτί, υπογραμμίσεις, τσακίσματα, τσάι, και ελεύθερο χρόνο να ονειροπολήσεις. 

  
                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


«Ημέρα Ανεξαρτησίας», Ρίτσαρντ Φορντ, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ.699
















5/11/17

Ραδιοφωνικό αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία

banner credits: Ούρσουλα Φωσκόλου



Σήμερα στις 6μ.μ. στον www.amagi.gr θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με την Αγγελική Μποζίκη ένα αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία. Το θέμα είναι φυσικά τεράστιο και ανεξάντλητο. Ακούστε μας.

Κληρώνουμε 2 ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΑ αντίτυπα "Μουσικές Καρέκλες" του Άρνε Νταλ. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να σχολιάσετε ή/ και να κοινοποιήσετε αυτό το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή απλά να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air κατά τις 7:50μ.μ.

Μη μας χάσετε, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017, 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr




3/11/17

"Αλλόκοτος Ελληνισμός", Νικήτας Σινιόσογλου



Το να πεις τι είναι ένα δοκίμιο δεν είναι τόσο εύκολο. Ευκολότερο θα ήταν να πεις τι δεν είναι: συγκεκριμένα, δεν είναι οπωσδήποτε μια έκθεση και προπαντός δεν είναι μια πραγματεία.


Ποιος άραγε έκανε την ελληνική μετάφραση: "δοκίμιο"; Η λέξη είναι επιτυχημένη, όπως και η πρωτογενής γαλλική: essai. Στη σκέψη των δόκιμων συγγραφέων που τη χρησιμοποίησαν σημαίνει ένα σύντομο, γρήγορα γραμμένο, ευπρόσιτο στο πλατύ κοινό κείμενο, που αποτελεί μιαν απόπειρα να προσεγγίσει κανείς, σε αρκετό βαθμό, ένα θέμα κριτικής, επιστήμης, τέχνης, ηθών κτλ. με γνώση και καλλιέπεια, χωρίς όμως να το εξαντλεί - γιατί τούτο θα απαιτούσε συστηματική και διεξοδική διερεύνηση, επομένως μια πολυσέλιδη "πραγματεία" (tractatus, traite, treatise). [...]
Στην "πραγματεία" περιμένεις και ανέχεσαι πολλά πράγματα: όγκο σελίδων, βάρος εννοιών, περίπλοκη, κουραστική γραφή. Στο δοκίμιο όχι όμως. Αυτό πρέπει να είναι σύντομο, ευσύνοπτο (ίσως γι' αυτό ο Σεφέρης ονόμασε τις φιλολογικοκριτικές μελέτες του "δοκιμές" και όχι δοκίμια). Εύληπτο και καλογραμμένο.

(Ε. Π. Παπανούτσος)

Το δοκίμιο, στην ακαδημαϊκή του τουλάχιστον εκδοχή, βρίσκεται στο διάμεσο της λογοτεχνίας και της πληροφορίας. Η σύνταξη του είναι λιγότερο ελεύθερη από εκείνην του λογοτεχνήματος αλλά πιο προσωπική από εκείνην της πληροφοριακής ανακοίνωσης. Τέλος, το δοκίμιο είναι κατά βάση λόγος διδακτικός, καθώς δεν επικαλείται την ανιδιοτέλεια της τέχνης, αλλά ούτε και την ουδετερότητα της επιστήμης. Αν δεν κινδύνευα να παρεξηγηθώ, θα έλεγα ότι η δοκιμιακή έκφραση είναι κατεξοχήν παράδειγμα ιδεολογικής ομολογίας για θέματα και προβλήματα επίμαχα και ριψοκίνδυνα.






Το δοκίμιο στην Ελλάδα είναι μια έννοια σχεδόν παρεξηγημένη. Δεν πρόκειται σίγουρα για ακαδημαϊκό κείμενο, με ανεξάντλητη παράθεση πηγών και επιστημονικό λόγο, από την άλλη, όσες λογοτεχνικές δάφνες και να δρέπει, υπόκειται σε περιορισμούς που δεν έχει η υπόλοιπη λογοτεχνία. Πρόκειται ένα είδος μεταιχμιακό: στις ωραίες στιγμές του είναι γοητευτικό και μεγαλειώδες, στις κακές είναι στριφνό και καταπιεστικό. 

Ο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" ανήκει σε εκείνα τα δοκίμια που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Ήδη, η ιδέα που είχε ο συγγραφέας του, ο Νικήτας Σινιόσογλου- που οι ακαδημαϊκές του περγαμηνές εγγυώνται για την εγκυρότητα των πληροφοριών αν μη τι άλλο- είναι άκρως σαγηνευτική. Ένας φιλόσοφος αποφασίζει να ασχοληθεί όχι με τα μεγάλα Ελληνικά πνεύματα, αλλά με τους παρίες, αυτούς που τους έκαναν πέρα, ή έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς στους στο περιθώριο · παρ’ όλα αυτά οι ιδέες τους, συχνά πρωτοποριακές για την εποχή τους, έβαλαν ένα λιθαράκι για να προχωρήσουμε παρακάτω. 

Το βιβλίο ασχολείται με επτά φυσιογνωμίες Ελλήνων, από την εποχή περίπου της άλωσης, έως και τις αρχές του 20ου αιώνα, που θεωρήθηκαν λοξές, σαλές, λοιδορήθηκαν και ξεχάστηκαν. Τι τους ενώνει; Για αρχή πως ήταν αλλόκοτοι και διαφορετικοί. Τους ενώνει όμως και κάτι άλλο, δεν πρόκειται για σαλεμένους τρελούς χωρίς γνώση. Είναι άνθρωποι οριακοί, που όμως μελέτησαν και αγάπησαν πολύ το αντικείμενό τους, προσπάθησαν να στήσουν σχολές, να αλλάξουν την Ιστορία. Και απέτυχαν. Πρόκειται επίσης για ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θέλησαν να ορίσουν την Ελληνικότητα, κινήθηκαν ανάμεσα στον Παγανισμό και την Ορθοδοξία, ασχολήθηκαν ενεργά με τη φιλοσοφία και είχαν πολιτικό ρόλο στα πράγματα. 

Η αφήγηση ξεκινά με τον Κυριακό Αγκωνίτη, γύρω στο 1400, έναν μη Έλληνα, που όμως δραστηριοποιήθηκε στον ελληνικό χώρο, έγινε «περιπατητής ερειπίων» σε μια εποχή που η έννοια της αρχαιολογίας δεν υπήρχε και προσπάθησε να νιώσει εκεί στα ερείπια τι ενώνει το τότε με το τώρα του. Στον Κυριακό οφείλουμε μερικές από τις πιο πρώιμες περιγραφές των αρχαίων μνημείων, αν και η αισθηματοποίηση, μερικές φορές τον οδηγούσε στην ψευδοτεκμηρίωση. 

Δεύτερη προσωπικότητα, ο Γεμιστός Πλήθων, ένας καθαρόαιμος ουτοπιστής, που αντιτάχθηκε σθεναρά στον Γεννάδιο Σχολάριο, που προσπάθησε να στήσει την ουτοπία του στο Μυστρά, που επανέφερε τις ιδέες του Πλάτωνα στο προσκήνιο, και τελικά απέτυχε παταγωδώς. 

Τρίτος ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας Δον Κιχώτης του καιρού του, αναγκασμένος να ζει εκτός Ελλαδικού χώρου ως πληρωμένος μισθοφόρος ιππότης μετά την Άλωση. Ένας ποιητής που τραγούδησε για τον νόστο και τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ενδιάμεσα ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, τον 18ο αιώνα, εκφραστής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, ο βλάσφημος που ζήτησε την αποδέσμευση της φιλοσοφίας από τα χριστιανικά σημαινόμενα, και τελικά έμπλεξε σε προσωπικές έριδες με εκπροσώπους της Εκκλησίας που τον ισοπέδωσαν.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, τον 19ο αιώνα, ένας οπαδός του Ορθού Λόγου που ταυτόχρονα έστησε μια ολόκληρη νέα θρησκεία τη «Θεοσέβεια» με νέα τελετουργικά, μια έλλογη θρησκεία ή έναν ένθρησκο Λόγο, μας προκαλεί σήμερα κατάπληξη, αλλά αν κανείς εξετάσει τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, δεν μπορεί παρά να νιώσει συμπάθεια, για έναν άνθρωπο που έμεινε πιστός στις ιδέες του ως το τέλος.

Ο πολύ γοητευτικός και ειλικρινά αλλόκοτος Παναγιώτης Σοφιανόπουλος ακολουθεί. Οπαδός ενός χαμερπούς Διαφωτισμού, παγανιστής μόνο για το θέαμα, εκδότης και ίσως μοναδικός αναγνώστης περιοδικών, νεολογιστής από τους λίγους, ο άνθρωπος που εισήγαγε τον όρο «νεοελληνικός», είναι προσωπικότητα ειλικρινά οριακή. 

Και τέλος, ο μόνος φιλοορθόδοξος αλλόκοτος, ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, αυτός που έπαιξε με την έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης όσο κανένας άλλος, ο ψευδολόγος και κιβδηλοποιός που αρεσκόταν να φτιάχνει πηγές, διακειμενικές αναφορές, να συσκοτίζει την επιστημονική αλήθεια. Ο άνθρωπος που ακόμα και τώρα βασανίζει τους ελληνιστές φιλολόγους που αναρωτιούνται κάθε φορά για κάθε πηγή αν είναι αληθινή ή μια παραχάραξη του Σιμωνίδη. 

Ο Νικήτας Σινιόσογλου σκύβει πάνω από το αλλόκοτο με αγάπη, με ειλικρινές ενδιαφέρον, ψάχνει να βρει, εκεί στις παρυφές της φιλοσοφίας, στους ήσσονος σημασίας εκφραστές της, τα σπέρματα για αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα. Τον ενδιαφέρει πως οι σαλές και οριακές ιδέες μπορεί τελικά να επηρεάσουν το αύριο. Η γλώσσα του είναι λογοτεχνική, ο τρόπος του σχεδόν βάζει τις βάσεις για ένα νέου τύπου δοκίμιο στην Ελλάδα. Και αυτό καθιστά τον «Αλλόκοτο ελληνισμό» ένα από τα λίγα ελληνικά δοκίμια που απόλαυσα συνολικά. Δεν κουράστηκα, δεν παρέλειψα ούτε μια λέξη. Και νομίζω πως ο Νικήτας Σινιόσογλου πρέπει να ασχοληθεί και με άλλα λογοτεχνικά είδη στο μέλλον.

                                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών", Νικήτας Σινιόσογλου, εκδόσεις Κίχλη, 2017, σελ.357











Ακούστε εδώ τη ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε ο Νικήτας Σινιόσογλου σε μένα και τον Άγη Αθανασιάδη στην εκπομπή Διαβάζοντας


23/10/17

“Mr.Vertigo”, Paul Auster



Σε όποιον διαβάζει έστω και λίγο αυτό το blog είναι γνωστή η μανία που έχω με τον Όστερ τα τελευταία χρόνια. Τον ανακάλυψα σχετικά όψιμα και κατά την προσφιλή μου συνήθεια διάβασα αρκετά από τα βιβλία του σε μικρό χρονικό διάστημα. Τώρα βρίσκομαι πια σε πιο ήπια φάση, αν κι έναν Όστερ την χρονιά θα τον διαβάσω για το καλό. Και μιας και ο Πολ είναι πολυγραφότατος – και συνεχίζει να γράφει ακάθεκτος πολλές σελίδες τον χρόνο- όλο και κάποιο βιβλίο του μου κληρώνει.

Έτσι ο Mr Vertigo περίμενε υπομονετικά την ώρα του. Πρόκειται για ένα από τα καλά του μυθιστορήματα, με τη γνωστή καταιγιστική κάποιες στιγμές πλοκή, και τα ερωτήματα που μπαίνουν αβίαστα- για την ταυτότητα, τη ματαιότητα της ζωής, το παράλογο, το λογικό, την τύχη. Πρωταγωνιστής και αφηγητής είναι ο Γουόλτ, ένας άντρας στο τέλος της ζωής του που αναπολεί τα παιδικά του χρόνια και γράφει τα απομνημονεύματά του. 

Ο Γουόλτ ήταν ένα εννιάχρονο ορφανό αλάνι που ζούσε με τους θείους του, όταν τον ανακάλυψε ο Δάσκαλος Γεχούντι. Τον πήρε χωρίς πολλά παρακάλια από τους δικούς του και τον έκανε μέλος της ιδιότυπης οικογένειάς του. Ταυτόχρονα του υποσχέθηκε πως μέσα σε δυο χρόνια θα τον έχει μάθει να αιωρείται και να περπατά στον αέρα. Ο μικρός Γουόλτ στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη φάρμα του Δασκάλου στη μέση του πουθενά, με συγκατοίκους τη Μάμα Σιου, μια χοντρή Ινδιάνα, και τον Αίσωπο, έναν ραχιτικό μαύρο έφηβο, που ο Δάσκαλος τον είχε σώσει κι αυτόν και τον προόριζε για μεγαλοφυΐα. 

Ο Δάσκαλος δούλευε εναλλάξ με τα δυο παιδιά, έδινε πνευματική τροφή στον Αίσωπο, και έβαζε τον Γουολτ σε απίστευτα καψώνια. Και η μέθοδος παραδόξως δούλευε. Ο Αίσωπος ήταν ένα απίστευτα έξυπνο και διαβασμένο αγόρι και ο Γουόλτ τα κατάφερε να αιωρηθεί. Και τότε ήρθε η καταστροφή. 

Το Mr. Vertigo είναι ένα μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί την απιθανότητα ως κινητήριο δύναμη της αφήγησης. Τίποτα από όλα αυτά που αφηγείται ο γερασμένος πια Γουόλτ δεν έχει ούτε έναν κόκκο αληθοφάνειας, η πλοκή ανατρέπεται συνεχώς, όμως ο αναγνώστης δεν νιώθει πως τον κοροϊδεύουν. Ο Όστερ έχει μεγάλο χάρισμα στην αφήγηση και σε αυτό το μυθιστόρημα το εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Ταυτόχρονα δημιουργεί μια υποβλητική ατμόσφαιρα την Αμερικής του Μεσοπολέμου, της ποτοαπαγόρευση, του Κραχ. Το θέμα που ξεπηδά αβίαστα από τις σελίδες είναι ο ρατσισμός. Ρατσισμός στην πιο άχαρη και βίαιη μορφή του, αλλά και στην άλλη, την υποδόρια και υπόκωφη. 

Μιας και πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης, το θέμα της ταυτότητας του ήρωα, που αναζητά τις αρχές του, την οικογένειά του, τη μοίρα του, μπαίνει επιτακτικό. Το ίδιο και ο θάνατος, έτσι όπως τον αντιμετωπίζει ένας έφηβος: ως καψώνι, ως συνέχεια της ζωής, ως λόγο εκδίκησης, ως υπέρτατο φόβο. Ο Γουόλτ είναι το μεγάλο ατού του Mr Vertigo. Κάποτε μοιάζει αφελής, άλλες φορές όμως φαίνεται σαν να μιλά ένας μικρός σοφός. Κάποτε μοιάζει μόνο εγωιστής, ενώ άλλες επιδεικνύει μιας σπάνιας ομορφιάς φιλότιμο. Αναγκαστικά δεν μπορείς να τον πιστέψεις. Όμως τελικά σε αναγκάζει να τον πιστέψεις. Κι αυτό το οξύμωρο είναι από τις μεγάλες χαρές της ανάγνωσης λογοτεχνίας. 

Αν και καταλαβαίνω πως ο Όστερ δεν είναι Ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συγγραφέας, για μένα παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους. Τα βιβλία του ενσωματώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που μου αρέσουν, το γράψιμό του είναι εντυπωσιακό, για να μην πούμε πως σε όλα σχεδόν τα βιβλία του αρέσει να βάζει ένα στοιχείο παράδοξου-πράγμα που με γοητεύει. Μένουν ακόμα πολλά μυθιστορήματα του κύριου Πολ Όστερ που δεν έχω διαβάσει. Και με λίγη τύχη θα γράψει και μερικά ακόμα στα επόμενα χρόνια. 



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



“Mr.Vertigo”, Paul Auster, μετ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, 2015, σελ. 339

20/10/17

"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín



Είχα χρόνια να κλάψω αβίαστα σε σκηνή βιβλίου και το Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό με κατέλαβε εξαπίνης. Ήταν όμως συναίσθημα ειλικρινές και ατόφιο, κι έτσι το μυθιστόρημα – που το διάβασα εκπληκτικά γρήγορα, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου κυριολεκτικά- βάζει υποψηφιότητα για να γίνει «το βιβλίο της χρονιάς μου». Δεν έχω ξαναδιαβάσει Τομπίν και δεν ήμουν προετοιμασμένη για την ατμόσφαιρα που φτιάχνει, ούτε για το πόσο κοντά θα ένιωθα στην ιστορία. Περίπου σαν να μου συνέβαιναν όλα αυτά παράλληλα με ό,τι γινόταν στην κανονική μου ζωή. 

Πρωταγωνίστρια του βιβλίου η Έλεν, μια διευθύντρια σχολείου στην Ιρλανδία, που είναι παντρεμένη με έναν καλόβολο τύπο που την αγαπά, τον Χίου, κι έχει δυο αγοράκια που υπεραγαπά. Η Έλεν είναι πλήρως αποξενωμένη από την μητέρα της, τα παιδιά της δεν έχουν γνωρίσει ποτέ τη γιαγιά τους. Μια μέρα κι ενώ ετοιμάζονται για τις σχολικές διακοπές, χτυπά το κουδούνι ένας άγνωστος και την ενημερώνει πως ο αγαπημένος της αδελφός Ντέκλαν είναι πολύ βαριά άρρωστος, στα τελευταία στάδια του AIDS, και πως ζήτησε να μεταφέρει το νέο εκείνη στη μητέρα τους. 

Η Έλενα τα παρατά όλα- τα παιδιά είναι έτσι κι αλλιώς με τον μπαμπά τους στην πεθερά της- και κάνει το ταξίδι ως τη γενέθλια πόλη της. Πρώτα πηγαίνει στη γιαγιά της, που μένει σε ένα σπίτι που οριακά δεν το έχει γκρεμίσει η θάλασσα, παλιά πανσιόν. Έπειτα στη μαμά της. Τελικά καταλήγουν στην παλιά πανσιόν η γιαγιά, η μαμά της, η Έλεν, ο Ντέκλαν και δυο γκέι φίλοι του, ο Πολ κι ο Λάρι. 

Ο Τομπίν χειρίζεται το θέμα του AIDS αλλά και της ομοφυλοφιλίας με εξαιρετική ευαισθησία. Όμως αυτό κυρίως που τον νοιάζει είναι το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ανθρώπων όταν πρέπει αναγκαστικά να έρθουν ξανά κοντά κι όταν συμβαίνει κάτι τόσο εξουθενωτικά απίστευτο, ένας νέος άνθρωπος που είναι αδελφός, παιδί, κολλητός σου,  να πεθαίνει. 

Η Έλεν και η μητέρα της η Λίλι προσπαθούν η καθεμιά με τον δικό της- αρκετά ψυχρό και απόλυτο τρόπο- να λύσουν τις χρόνιες διαφορές και τα τραύματά τους. Από κοντά κι ο Ντέκλαν που δεν έχει καλύτερες αναμνήσεις από την μητέρα του. Όλο αυτό έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με τη σχέση των τριών νεαρών φίλων, ο Λάρι κι ο Πολ φαίνεται να υποκαθιστούν την οικογένεια όσον αφορά την υγεία του φίλου της, γίνονται αυτοί που λύνουν τα πρακτικά ζητήματα και τον στηρίζουν. Η πιο έντονη στιγμή για μένα είναι αυτή που η Έλεν, πάντοτε δυναμική και κυρίαρχη, σπάει και ζητάει επιτέλους από τον άντρα της να έρθει να τη βοηθήσει, ξορκίζοντας τα βάρη του παρελθόντος σε σχέση με τη δική της παιδική ηλικία. 

Η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι βαριά, σε ρουφάει μέσα του και δεν ξέρεις πώς ακριβώς να αντιμετωπίσεις όλο αυτό. Παρ’ όλο που τυπικά η ιστορία προχωρά πολύ αργά, είναι τέτοια η ένταση μεταξύ των ηρώων που δίνει εξαιρετικό ρυθμό στην ανάγνωση. Έχεις την παράλογη ιδέα πως διαβάζεις συγγραφέα παλιό, κλασικό, αναγνωρισμένο, κι όχι σύγχρονό μας. Και μιας και τη στοίβα με τα αδιάβαστα την κοσμούν αρκετά δικά του βιβλία, νομίζω πως ήρθε η ώρα του. 


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό", Colm Tóibín, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2016, σελ. 330











Υ.Γ. 42 Η μετάφραση είναι εξαιρετική και η Aldina σκίζει. 


17/10/17

"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου



Άρχισα χθες να ξεσκονίζω το σαλόνι: το βαρύ ξύλινο τραπέζι, τους καναπέδες, τις κορνίζες επάνω στο μπουφέ, ως και τους τοίχους έπιασα να τρίβω με μανία. Θα 'χε περάσει μια ώρα γεμάτη, όταν μέσα από τα ντουβάρια, αποκαλύφθηκε η μορφή της μάνα μου. Ήταν άσπρη, χτισμένη, λες, μες στο σπίτι μας. Σήκωσε το δεξί της πόδι και μ' έναν αργό διασκελισμό βγήκε και κάθισε στον καναπέ. Άρπαξα τότε το πανί κι άρχισα να την ξεσκονίζω. 

Μικρά και μεγάλα πεζά, επιγράφεται το λιανό βιβλιαράκι «Το κήτος» από τις εκδόσεις Κίχλη με το οποίο κάνει το πρώτο πεζογραφικό της βήμα η Ούρσουλα Φωσκόλου. Και πρόκειται ακριβώς γι' αυτό. Στο πρώτο μέρος κείμενα στα όρια του μπονζάι, με έντονο ρυθμό και ποιητικότητα, και στο δεύτερο διηγήματα δύο-τριών σελίδων, περισσότερο σαν σκηνές από ταινία, και λιγότερο με την τυπική δομή τους. 

Η γραφή της Φωσκόλου έχει ένα μεγάλο ατού, είναι ιδιαίτερα προσεγμένη δεν λείπει ούτε μια λέξη· ούτε περισσεύει. Επίσης παρ’ όλη την ποιητικότητα και την υπαινικτικότητα, το θέμα της είναι σαφές: σε όλα τα πεζά έχουμε έναν ενήλικα- μάλλον άφυλο- αφηγητή που ψηλαφεί εικόνες και αισθήματα της παιδικής του ηλικίας. Και νοσταλγεί με κάποιο τρόπο, και φοβάται, τη φθορά του χρόνου. 

Δεσπόζουσα η φιγούρα της μητέρας, και των νεκρών, ενώ τα μικρά κείμενα τα διαπερνά και μια αίσθηση ερωτική που δεν μένει απαρατήρητη. Οι μυρωδιές παίζουν καταλυτικό ρόλο, το ίδιο κι η σκόνη κι η καθαριότητα, ενώ κυρίαρχο είναι το αίσθημα της πείνας- της σωματικής αλλά και της ψυχολογικής. 

«Το κήτος» είναι ένα έντιμο, χαμηλότονο βιβλίο, που δεν υποκρίνεται πως είναι κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είναι: ένα πρώτο βήμα, μια πρώτη απόπειρα να συνομιλήσει η συγγραφέας του με τον αναγνώστη. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δούμε πώς όλη αυτή η σπουδή στη γλώσσα, ο ρυθμός και η ποιητικότητα, μπορούν να μετουσιωθούν σε μεγαλύτερα κείμενα. 


                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


"Το κήτος", Ούρσουλα Φωσκόλου, εκδ. Κίχλη, 2016, σελ. 88












Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι άψογη, το εξώφυλλο ένα από τα ωραιότερα φετινά- δεν είναι τυχαίο πως η Φωσκόλου είναι γραφίστρια, κι αγαπά πολύ τα εικαστικά.

Υ.Γ. 42 Ακούστε την ίδια τη συγγραφέα εδώ: 




Υ.Γ. γκρίνιας: Δεν μου αρέσει το πολυτονικό όταν διαβάζω βιβλία σύγχρονων που αποκλείεται να έγραψαν σε αυτό. 

Υ.Γ.42-42 Η Ούρσουλα μού πήρε μέσα από τα χέρια το "Βραβείο Νέου Λογοτέχνη" του περιοδικού Κλεψύδρα για το οποίο ήμασταν συνυποψήφιες φέτος και για αυτό τη μισούμε! 

12/10/17

«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides





Διάβασα πρώτη φορά το Middlesex σχετικά μικρή, όταν πρωτοβγήκε. Κι άλλη μια πρόσφατα, πριν από δεκαπέντε μέρες, ως εργαλείο για κάτι που γράφω. Έτσι νόμιζα. Γιατί η αναγνωστική απόλαυση παρέμεινε ατόφια, ξέχασα πως θα μελετούσα το βιβλίο με «συγγραφική διαστροφή», το τελείωσα, γρήγορα, αχόρταγα, όπως παλιά. 

Την ιστορία αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο Καλ, που δουλεύει στο Βερολίνο κι έχει αφήσει πίσω την παλιά του ζωή ως Καλλιόπη ή Κάλλι, στην Αμερική. Ο Καλ είναι ίντερσεξ, κοινώς ένας άνθρωπος που πάσχει από ένα σύνδρομο που τον κάνει να έχει και θηλυκά και αρσενικά χαρακτηριστικά. Όταν γεννήθηκε ο γηραιός γιατρός της οικογένειας έκρινε από τα εξωτερικά του όργανα πως είναι κορίτσι. Η Κάλλι έζησε ως τα δεκατέσσερα ως κορίτσι, οπότε και τραυματίστηκε ελαφρά και στο νοσοκομείο αποκαλύφθηκε πως είχε μικτά γεννητικά όργανα και πως ο καρυότυπός της ήταν αρσενικός. Μετά από μια προσπάθεια να τη "διορθώσουν" για να μοιάζει ολότελα με κορίτσι, η Κάλλι το έσκασε και αποφάσισε πως είναι Καλ και πως δεν έχει ανάγκη καμία διορθωτική επέμβαση. 

Με αφορμή αυτή την ιστορία ο Ευγενίδης αρχίζει να μας μιλά για το ταξίδι του ελλατωματικού γονιδίου του Καλ, από τα βάθη της Μικράς Ασίας, τότε που οι παππούδες του μετανάστευσαν εν μέσω της Μικρασιατικής καταστροφής στην Αμερική και επανεφήυραν τους ευατούς τους από αδέλφια, σε αντρόγυνο. Έπειτα μιλά για το Ντιτρόιτ, και αναλύει διεξοδικά την ιστορία του για 75 χρόνια, μέσα από τους γονείς του Καλ. 

Ο Ευγενίδης γράφει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και ταυτόχρονα μια τεράστια οικογενειακή σάγκα, μας περνά από τη Μικρά Ασία στην Αμερική, δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του για τους ερμαφρόδιτους, δίνει πληροφορίες για το σύνδρομο, μιλά ανοιχτά για τις αιμομικτικές σχέσεις, για την αίσθηση της πατρίδας, του πρόσφυγα, για την ενσωμάτωση. Μιλά για το διαφορετικό σε όλες τις εκφάνσεις του.

Δεν διστάζει να βγάλει τη γλώσσα στους φιλολόγους, να χρησιμοποιήσει τον αφηγητή του όπως του γουστάρει, να απεραντολογήσει όποτε το επιθυμεί, να ξεχάσει την κεντρική του ιστορία και να την ξαναβρεί δεκάδες σελίδες μετά. Στήνει έναν χορό από επεισόδια, από ιστορικά γεγονότα, αντλεί από προσωπικές μνήμες, βάζει τον εαυτό του και τους παππούδες του μέσα, χρειάζεται σχεδόν συνέχεια να δηλώνει αργότερα πως δεν είναι ο ίδιος ίντερσεξ. Όλο αυτό είναι το μεγαλείο του βιβλίου, αυτό που τραβάει τους αναγνώστες χρόνια τώρα, που το ξεχωρίζει και δεν αφήνει κανέναν να το χαρακτηρίσει «προκλητικό» και μόνο. 

Αγαπώ το Μίντλσεξ. Γιατί έφερε στο προσκήνιο ένα σημαντικό θέμα- αυτό της ρευστότητας του φύλου- σε μια εποχή που κανείς δεν μιλούσε για αυτό. Αλλά κυρίως το αγαπώ γιατί είναι ένα σπάνιο δείγμα υψηλής λογοτεχνίας που κατάφερε να περάσει και στις πλατιές μάζες, να το διαβάσουν εκατομμύρια άνθρωποι. Κι αυτό το διπλό επίτευγμα, ποιότητα και ποσότητα, το έχουν στο ενεργητικό τους ελάχιστα βιβλία. 


                                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ



«Middlesex. Ανάμεσα στα δύο φύλα», Jeffrey Eugenides, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Libro, 2003, σελ. 751 












4/10/17

«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Flannery O' Connor





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Φλάννερυ Ο ‘Κόννορ με πολύ μεγάλες προσδοκίες. Ήδη φίλοι έλεγαν πως πρόκειται για ένα από τα βιβλία της χρονιάς τους, για το πόσο σημαντικό και σπουδαίο το βρήκαν. Εν μέρει, αυτές οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Ίσως γιατί υπήρχαν.

Το «Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» είναι μια πρωτότυπη ιστορία που εκτυλίσσεται αργά και εσωτερικά, σε ένα σκηνικό σχεδόν γκροτέσκο και φτάνει στη λύση της σχεδόν υπόκωφα. Πρωταγωνιστής ο νεαρός Ταργουότερ, ένα αγόρι δεκατεσσάρων χρονών που ζει μέσα στην ερημιά με τον υπερήλικα θείο της μητέρας του. Ο θείος Ταργουότερ είναι ένα άνθρωπος που έχει ακούσει το κάλεσμα του Θεού και θεωρεί τον εαυτό του προφήτη, αν και δεν προφητεύει σε κανέναν εκτός από το αγόρι. Το αγόρι ο θείος του το άρπαξε όταν ήταν βρέφος από τον ανιψιό του, που ήθελε να το μεγαλώσει αυτός όταν πέθανε η αδελφή του. 

Το αγόρι δεν πάει στο σχολείο, κι έχει ελάχιστη μόρφωση εκτός από τις θρησκευτικές εξάρσεις του μεγάλου του θείου. Όταν αυτός σε ηλικία 84 ετών πεθαίνει, ο νεαρός δεν κατορθώνει να τον θάψει. Έτσι τον καίει μαζί με το σπίτι και ξεκινάει για την πόλη, να ζήσει με τον θείο του Ρέυμπερ. Από το σπίτι του Ρέυμπερ τον είχε κλέψει ο γερό- Τάργουότερ όταν ήταν μωρό. Ο Ρέυμπερ είναι δάσκαλος, άθεος, έχει ένα αγοράκι πνευματικά καθυστερημένο, τον Μπίσοπ, και έχει υποστεί κι αυτός μια αντίστοιχη εμπιρία όταν ήταν μικρός, τον είχε απαγάγει κι αυτόν ο γέρο Τάργουότερ. 

Ο νεαρός είναι πραγματικά χαμένος. Από τη μια η ανατροφή του με τον γερο προφήτη τον οδηγεί να πιστεύει πως η αποστολή του είναι να βαφτίσει τον κακόμοιρο Μπίσοπ και να θάψει τον γέρο. Από την άλλη ο θείος του Ρέυμπερ που θέλει να τον μορφώσει και να τον εντάξει στην κοινωνία είναι εντελώς ξένος, όσο κι αν προσπαθεί. Η πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο τι είναι ηθική υποχρέωση και τι όχι, τι καθορίζει η μοίρα και τι εμείς, ταλανίζει τους δυο πρωταγωνιστές- τον ανιψιό Ταργουότερ και τον θείο Ρέυμπερ. Και απάντηση δεν υπάρχει.

Το σίγουρο είναι πως και οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες φέρονται με βαναυσότητα στον μικρό ηλίθιο Μπίσοπ. Ο νεαρός Τάργουότερ τον σιχαίνεται και δεν τον θέλει κοντά του, ενώ ο πατέρας του τον έχει ως διακοσμητικό, χωρίς να έχει καμία προσδοκία ή αγάπη. 

Η γοητεία του βιβλίου της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ είναι η πολύ αργή πλοκή που οδηγεί βήμα βήμα στην καταστροφή. Οι χαρακτήρες της είναι ακραίοι, σχεδόν εξωπραγματικοί και τα διλήμματά τους σε τέτοιο βαθμό υπαρξιακά που μοιάζει η ζωή και ο θάνατος να έχουν λίγη σημασία μπροστά τους. Η έννοια του πατέρα, ως θεού, ως διαπαιδαγωγού, ως προστάτη, διερευνάται διεξοδικά. Το ίδιο και το θέμα της θρησκευτικής πίστης και της ηθικής. Μιας ιδιότυπης, προσωπικής ηθικής που δεν μας κάνει καλούς ή κακούς, απλά αυτό που είμαστε. Όλα μοιάζουν φτιαχτά, κατασκευασμένα, σαν να μην ανήκουν στα ανθρώπινα, σαν να δημιουργήθηκαν για το μεταφυσικό βάσανο- ακόμα και οι βασικές λειτουργίες όπως το φαγητό ή ο ύπνος.

Δεν απόλαυσα όσο περίμενα το μυθιστόρημα της Ο’ Κόννορ, αλλά θα το θυμάμαι. Δεν ξέρω αν αυτό μετράει κάπως ή όχι, δεν έχω ιδέα πώς αυτό θα μεταφραστεί μέσα μου στο τέλος. Προς το παρόν παραμένω αμφίθυμη απέναντί του· εγκεφαλικά καταλαβαίνω την αξία του, αισθάνομαι όμως σαν να μου στέρησαν την πρωταρχική λειτουργία της ανάγνωσης- την ψυχαγωγία.



«Και βιασταί αρπάζουσιν αυτή», Φλάνερυ Ο’ Κόννορ, μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς, εκδ. Αντίποδες, 2016, σελ.300 









Υ.Γ. 42 Ο πρωτότυπος τίτλος είναι: "The Violent Bear It Away". Πρόκειται για την αντίστοιχη φράση της Βίβλου.