23/6/17

«Εκουατόρια», Μιχάλης Μοδινός



Ένα βιβλίο ξεχωριστό είναι η "Εκουατόρια" του Μιχάλη Μοδινού, πολύ διαφορετικό από αυτά που γράφουν οι Έλληνες συγγραφείς της γενιάς του- κοσμοπολίτικο, γεμάτο ιστορικά και επιστημονικά στοιχεία, και χαρακτήρες μεγαλύτερους από τη ζωή. Ένα βιβλίο για ένα Ποτάμι, και μια Ήπειρο. Πόσο να ομφαλοσκοπήσει το Ποτάμι, πόσο η Ήπειρος. 

Αφηγητής του Μιχάλη Μοδινού είναι ο Μιχάλης Μοδινός, Ρωμιός βαμβακέμπορος γεννημένος το 1830, που ζει στην Ζανζιβάρη. Μαζί με την Αγγλίδα γυναίκα του Έβελυν –αυτοί είναι οι δύο επινοημένοι χαρακτήρες του βιβλίου, όλοι οι υπόλοιποι είναι εντελώς πραγματικοί- παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον την διείσδυση των Ευρωπαίων εξερευνητών στην Αφρική. Από τις δικές του αφηγήσεις μαθαίνουμε τις περιπέτειες τριών μεγάλων εξερευνητών-κατακτητών του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα που χρησιμοποιώντας όλα τα νέα μέσα- γεωγραφικά, μεταφοράς, επικοινωνίας αλλά και φαρμακευτικής- προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα σπουδαίο ερώτημα: πού είναι οι πηγές του Νείλου. 

Ο αφηγητής μας, που έχει παθιασμένη και ελεύθερη σεξουαλικά σχέση με την Έβελυν, κάποια στιγμή θα καταλάβει πως ο γάμος του έχει καταστραφεί και θα αναζητήσει αυτό που πάντα λαχταρούσε μέσα στην πλήξη της τακτοποιημένης του ζωής, την περιπέτεια. Έτσι θα βρεθεί στην Εκουατόρια, μια επίγεια ουτοπία που στήνεται για είκοσι χρόνια στην καρδιά της Αφρικής, όπου Ευρωπαίοι- από στρατηγούς ως λιποτάκτες-, Μαύροι και Άραβες- ακόμα και δουλέμποροι-, συνυπάρχουν αρμονικά, βάζοντας στην άκρη τις διαφορές τους, βάζοντας τον έναν πολιτισμό να δουλέψει υπέρ του άλλου. Αλλά η Εκουατόρια, όπως όλες οι ουτοπίες, έχει ημερομηνία λήξης· τελειώνει όταν ο έξω κόσμος την ανακαλύπτει κι αποφασίζει να τη σώσει. 

Ήδη από την περιγραφή της πλοκής φαίνεται πόσο δύσκολο είναι να καλύψει κανείς με λίγα λόγια όλα τα σπουδαία και σημαντικά που πραγματεύεται το μυθιστόρημα. Πρώτα το μεγάλο ιστορικό και γεωπολιτικό θέμα της αποικιοποίησής της Αφρικής. Ένας εξελιγμένος επιστημονικά πολιτισμός εισδύει – όχι πάντα ειρηνικά- σε έναν πιο πρωτόγονο, κι η μίξη μοιάζει εκρηκτική. Μεγάλο μέρος της οικονομίας της Αφρικής κινείται από το δουλεμπόριο – που οι λευκοί εξερευνητές διατείνονται πως θέλουν να πατάξουν, αλλά στην ουσία όλο και συνεργάζονται με κάποιον δουλέμπορο. Η Αφρική, με τον παλαβό καιρό της, το περίεργο έδαφος, τις μυριάδες ασθένειες, του διάσπαρτους διαφορετικούς μικροπολιτισμούς, την ανιμιστική θρησκεία, υποτάσσεται και δεν υποτάσσεται στους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς. Η θρησκεία πανταχού παρούσα καθορίζει την Ιστορία. Από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες του βιβλίου εξάλλου είναι αυτές όπου ξεσπά μια τοπική τζιχάντ.

Η Εκουατόρια είναι αναντίρρητα ένα πολιτικό βιβλίο, είναι αδύνατον να μην κάνεις πολιτικές αναγωγές στην τωρινή πολιτική κατάσταση, να μην συνειδητοποιήσεις δυο τρία πράγματα για τον πολιτισμό μας που είναι βασισμένος στο ίδιο τρίπτυχο όπως και τότε, το χρήμα, την τεχνολογία, την θρησκεία.  Η σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη είναι το άλλο βασικό θέμα. Όπως κι ο έρωτας, οι σχέσεις, ο διαφορετικός τρόπος που αντιμετωπίζουν το σεξ ο- προερχόμενος από πατριαρχικές κοινωνίες- Ευρωπαίος, ο Μουσουλμάνος και ο αυτόχθονας Αφρικανός. 

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναγκάζει το συγγραφέα πολλές από τις ιστορίες να μας τις αφηγηθεί αντί να τις δείξει. Ο Μοδινός έχει μεγάλο ταλέντο στην περιγραφή της φύσης και του τοπίου και χρησιμοποιεί ένα ευφυές τρικ, για να μας δώσει τις πιο πικάντικες πλευρές της Ιστορίας, βάζει την Έβελυν, τη γυναίκα του αφηγητή, να τις διηγείται ως κουτσομπολιά στον άντρα της. Η αρχική εντύπωση του αναγνώστη είναι πως πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα Μιχάλη Μοδινό είναι ο Κόνραντ, ο Σελίν, ακόμα κι ο Ιούλιος Βερν. Ενώ, χάρτες, φωτογραφίες, πραγματολογικά στοιχεία φέρνουν στον μυαλό αναπότρεπτα τον Ζέμπαλντ. Ο ίδιος ο συγγραφέας πάλι, αν τον ρωτήσεις, θα μιλήσει για τον Μαρκ Τουέιν, κι ένα άλλο ποτάμι. Το ενδιαφέρον είναι πως ο Μοδινός, πέρα από την έρευνα σε κιτάπια και αρχεία, έχει κάνει και έρευνα πεδίου, έζησε για χρόνια στην Αφρική, κατέχει το θέμα.

Η «Εκουατόρια» είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό μυθιστόρημα. Μπλέκει την Ιστορία με την μυθοπλασία, αντλεί από την γεωγραφία και την πολιτική, αφορά μια ουτοπία που είναι και δεν είναι πραγματική. Παράλληλα, πραγματεύεται σχεδόν όλα τα σοβαρά θέματα, αυτά που καίνε την ανθρωπότητα από καταβολής κόσμου. Η γλώσσα και η αφήγηση είναι εξαιρετικά δουλεμένα, πουθενά δεν μένουν κλωστές και λυμένες ραφές. Για μένα δεν μένει πια άλλο από το να αρχίσω αργά και μεθοδικά να διαβάζω και τα υπόλοιπα βιβλία του Μοδινού. 


                                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ




«Εκουατόρια», Μιχάλης Μοδινός, εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ. 394











Ακούστε την ραδιοφωνική μας συνέντευξη με τον Μιχάλη Μοδινό στο Διαβάζοντας@amagi εδώ: 











18/6/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας






Κλήρωση! Και εκπομπή! Μαζί μας στο σημερινό ραδιοφωνικό Διαβάζοντας ο συγγραφέας και κριτικός, Μιχάλης Μοδινός. 





Κληρώνουμε 2 αντίτυπα του νέου του βιβλίου "Εκουατόρια", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε στο ποστ της εκπομπής στο φβ ή απλά αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω.  Η κλήρωση θα γίνει κατά τις 7:50μ.μ. on air.
Μη μας χάσετε, 6-8μ,μ. πάντα στον www.amagi.gr.



Τις παλαιότερες εκπομπές τις ακούτε όλες εδώ:





15/6/17

"Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;", Γιούλη Αναστασοπούλου,



Βατόμουρα υπάρχουν, φροντίζει το σύστημα.

Ένα γρανάζι δουλεύει συνεχώς κάτω από την πόλη και φροντίζει για τα πάντα. Αυτό και η βατόμουρα ελ τι ντι, η εταιρεία που δουλεύουν όλοι. Αν είναι αρκετά δυνατοί, στο ξύσιμο. Αλλά ακόμα και αυτοί που δεν τα καταφέρνουν, γίνονται οδηγοί και την αγαπάνε τη δουλειά τους- ενίοτε και την καρότσα του φορτηγού τους.

Μια σπονδυλωτή δυστοπία, μια αλληγορία με πολλές δόσεις χιούμορ, διηγήματα που κάποιες φορές θυμίζουν Τομ Ρόμπινς, άλλες ρέπουν προς τον Πόε. Σίγουρα ένα βιβλίο που νοιάζεται πολύ για την γλώσσα- κάποιες φορές όμως ένιωσα πως το νοιάξιμο για τη γλώσσα κατάπιε την ιστορία. Αυτό είναι καλό στην ποίηση, αλλά σπανίως καλό στη λογοτεχνία.

Και μια μηχανή του κιμά να αλέθει βατόμουρα, για εξώφυλλο. Ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα της φετινής παραγωγής.

Πολίτες ευτυχείτε 

Η Γιούλη Αναστασοπούλου παίζει με την έννοια της κανονικότητας, της κοινωνικής συνοχής, της συνέχειας και της συνήθειας. Το «Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα» δεν είναι ένα βιβλίο για όλους. Κάποιοι θα ενοχληθούν από το στιλιζάρισμά του, την παιχνιώδη του διάθεση για όλα αυτά που φαίνονται πολύ σοβαρά στη ζωή μας: τη δουλειά, κι την οικογένεια και το σύστημα, και τα βατόμουρα, και το γρανάζι. 

Κάποιοι άλλοι όμως θα περάσουν ένα μάλλον λαμπρό και διασκεδαστικό απόγευμα διαβάζοντάς το. Ανάμεσα στη φάρσα και το παραμύθι, το θρίλερ και την κωμωδία, κάπου ανάμεσα στην ουτοπία και τη δυστοπία, τα "βατόμουρα" είναι ένα βιβλίο για σκεπτόμενους αναγνώστες· ένα πολιτικό βιβλίο. Που περιγράφει την εποχή μας με όρους εντελώς απτούς. Αν εξαιρέσει κανείς, τα βατόμουρα, το γρανάζι, και το σύστημα.

Κάποτε είχαμε ένα σύστημα, κι όλα ήτανε καλά.

Ομολογώ πως με εντυπωσίασε η γραφή της Γιούλης Αναστασοπούλου, το βιβλίο της είναι από όλες τις πλευρές άρτιο. Του λείπει ίσως λίγη ψυχή, λίγη ανθρωπιά. Πιστεύω πως αν η συγγραφέας βρει την ισορροπία ανάμεσα στο στυλ και το πρωτογενές συναίσθημα θα μας δώσει εξαιρετικά βιβλία στο μέλλον.


                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




"Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;", Γιούλη Αναστασοπούλου, εκδ. Θράκα, 2016, σελ. 121












Υ.Γ.42 Οι προτάσεις με μπλε γράμματα είναι οι τίτλοι των τριών κεφαλαίων του βιβλίου



12/6/17

«Ποτέ και πουθενά», Neil Gaiman





"Για τις πόλεις ισχύει το ίδιο που ισχύει και για τους ανθρώπους, κύριε Βάντερμαρ", είπε ο κ. Κρουπ. "Τα έντερά τους είναι ο καθρέφτης της υγείας τους".

Με χιούμορ, αφηγηματική άνεση, παιχνίδια του μυαλού και της γλώσσας, ο Νιλ Γκέιμαν στήνει στο «Ποτέ και πουθενά» ένα σύμπαν παραληρηματικό και γκροτέσκο, ονειρικό, δίκαιο και άδικο μαζί, που μοιάζει αρχικά σαν να μεταγράφει την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και μετά σαν να πρόκειται για μια πολύ καλή ταινία δράσης και τρόμου.

Το «Ποτέ και πουθενά» γράφτηκε αρχικά ως σενάριο τηλεοπτικής σειράς, όμως ο νεαρός τότε Γκέιμαν απηύδησε με τις συνεχείς αλλαγές στο σενάριό του, κι αποφάσισε να το κάνει μυθιστόρημα με τους δικούς του όρους. Κι έτσι κατέληξε με ένα ευρηματικό βιβλίο, που χαίρεσαι να το διαβάζεις.

Η πλοκή έχει ως εξής: ο Ρίτσαρντ Μέιχιου είναι στέλεχος εταιρίας, βγάζει καλά λεφτά κι έχει μια αρραβωνιαστικιά την Τζέσικα που το μόνο που την νοιάζει είναι το στάτους της και η εμφάνισή της. Ο Ρίτσαρντ, μια βραδιά που στο τσακ προλαβαίνει να τα κάνει όλα σωστά κι ενώ προχωρά με την Τζέσικα για ένα πολύ σημαντικό δείπνο, βλέπει πεσμένη στο δρόμο μια κοπέλα, αβοήθητη. Έξω από κάθε λογική, παρατάει σύξυλη την έξαλλη Τζέσικα και περιθάλπτει την κοπέλα. Η περιπέτεια ξεκινά. 

Το επόμενο πρωί είναι αόρατος για τους συναδέλφους του, η Τζέσικα δεν θυμάται καν την ύπαρξή του, και η μόνη του επιλογή είναι να γλιστρήσει μέσα από τις χαραμάδες στο κάτω Λονδίνο. Εκεί, ανάμεσα σε πληρωμένους προαιώνιους φονιάδες, φατρίες, ποντίκια, μαρκήσιους και το κορίτσι που το λένε Ντορ, θα ζήσει μέσα στους χειρότερούς του εφιάλτες. Ανά πάσα στιγμή κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του, έχει μεταμορφωθεί σε έναν κουρελή και βρώμικο ζητιάνο, περνά δοκιμασίες στους κλειστούς και απαρχαιωμένους σταθμούς του Μετρό, και μαθαίνει πως οι αλιγάτορες στους υπονόμους δεν είναι αστικός μύθος.

Αστικός μύθος είναι πάντως πως η γεμάτη άγχος ζωή ενός μεγαλοστελέχους, με τις δεξιώσεις, τα λεφτά και τις γκλάμουρους γκόμενες, έχει νόημα. Αστικός μύθος είναι πως ένας φλούφλης ανερχόμενος νεόπλουτος όπως ο Ρίτσαρντ δεν μπορεί τελικά να γίνει σούπερ ήρωας. 

Το παραμύθι που στήνει ο Γκέιμαν μοιάζει αρχετυπικό, σε σημεία μάλιστα βρωμάει και λίγο διδακτισμό. Παρ’ όλα αυτά ο κεντρικός του χαρακτήρας είναι εξαιρετικά ζωντανός, ενώ οι δευτερεύοντες, με προεξάρχοντες τον «καλό» μαρκήσιο Καραμπάς και τους κακούς κ.Κρουπ και Βάντερμαν, πραγματικό κέντημα. 

Ο συγγραφέας, μέσα σε όλα αυτά κατορθώνει να γράψει μια εξαιρετική αλληγορία, σε βάζει να σκεφτείς για τη δική σου «ασφαλή και τακτοποιημένη» ζωή, για τους «φίλους», τη «δουλειά», την «σχέση» σου αλλά και την «τρέλα», την «ανασφάλεια», την περιπέτεια. Του αρέσει να παίζει με την έννοια του χρόνου και του τόπου, ενώ φαίνεται να τον βασανίζει- κι εμάς μαζί- η πραγματικότητα- τι είναι, ποια είναι, ποιος την ορίζει, αν υπάρχει. Όλα αυτά με διαβολεμένο χιούμορ, γρήγορους διαλόγους, μπαρόκ φάντασυ σκηνές και περιγραφές. Με λίγα λόγια το «Ποτέ και πουθενά» είναι ένα πληθωρικό κατασκεύασμα, που εδραίωσε τον Γκέιμαν στο μυαλό του μέσου αναγνώστη ως συνεχιστή του Πράτσετ αλλά και του Ντικ· και όχι άδικα.


                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ




«Ποτέ και πουθενά», Νιλ Γκέιμαν, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2017, σελ. 466









Υ.Γ. 42 Πρόκειται για φοβερή έκδοση και εξαιρετική μετάφραση.

8/6/17

Μαλακατέ και Αναστασοπούλου απόψε στο Έναστρον





Το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη δίδεται τα τελευταία χρόνια από το Περιοδικό Κλεψύδρα σε λογοτέχνη κάτω των 40 ετών που έχει εκδώσει έως τρία βιβλία. Υποψήφια είναι όλα τα βιβλία που εκδόθηκαν την συγκεκριμένη χρονιά και οι συγγραφείς τους πληρούν αυτούς τους δύο όρους. Η short list περιλαμβάνει 10 λογοτέχνες.

 "Το Σχέδιο" ( Εκδόσεις Μελάνι) που εκδόθηκε το 2016 είναι στη βραχεία λίστα για το 2017. Ελάτε απόψε στο Έναστρον Βιβλιοκαφέ στις 8μ.μ., θα συμπαρουσιάσουμε τα 2 τελευταία βιβλία αυτής της λίστας, το δικό μου και το "Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα" της Γιούλης Αναστασοπούλου ( Θράκα Περιοδικό Εκδόσεις). Μαζί μας στην κουβέντα οι συγγραφείς Βαγγέλης Μπέκας και Μαρία Λιάκου.

Η βραχεία λίστα του 2017 περιλαμβάνει τους εξής λογοτέχνες:

Βασίλης Δανέλλης- "ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ" (εκδ. Καστανιώτη)

Θανάσης Σταμούλης- "Η ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ" (εκδ. Ποταμός)

Μαριλένα Παπαϊωάννου-ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ Ο ΚΑΜΟΥΖΑΣ ΣΤΟΥΣ ΦΟΥΡΝΟΥΣ (εκδ. της Εστίας)

Ούρσουλα Φωσκόλου- ΤΟ ΚΗΤΟΣ (εκδ. Κίχλη)

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος- ΤΡΑΜΠΑΛΑ (εκδ. Μελάνι)

Παναγιώτης Κεχαγιάς- ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ (εκδ. Αντίποδες)

Δάνης Κουμασίδης- ΔΩΔΕΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΗΜΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ (Κέδρος)

Μαριαλένα Σπυροπούλου- ΡΟΥ (Μεταίχμιο)

Κατερίνα Μαλακατέ- ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ (εκδ.Μελάνι)

Γιούλη Αναστασοπούλου- ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΑ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ (εκδ. Θράκα)

5/6/17

"Καϊάφας", Νίκος Αδάμ Βουδούρης



Εξαιρετικά ολιγογράφος και ακριβολόγος, ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης με το δεύτερο μόλις βιβλίο, τον «Καΐάφα», δίνει το στίγμα του ως πεζογράφος. Η ιστορία είναι σχετικά απλή, όμως κατορθώνει να μιλήσει για θέματα βαθιά και ουσιαστικά. Ο ήρωας του, που αφηγείται πρωτοπρόσωπα, είναι ένας άντρας σε κρίση. Έχει μια καλή συμβατική δουλειά, ως coordinator σε μια εταιρεία και ζει με τη μητέρα του. Μια μέρα του καλοκαιριού τα παρατάει όλα, μπαίνει στο αμάξι χωρίς σαφή προορισμό και καταλήγει στις παραλίες της Πελοποννήσου. 

Εκεί, βρίσκει έναν σκύλο, τον Σαμψών, που φαίνεται πως δεν είναι πολύ καλά- μοιάζει συνέχεια εξαντλημένος κι όλο κάνει εμετούς. Άνθρωπος και σκύλος θα γλείψουν ο ένας τις πληγές του άλλου. Ο ήρωας μας θα πιάσει δουλειά ως σερβιτόρος για να εκτονώσει σωματικά την ψυχική ένταση που συσσωρεύεται εντός του. Θα κάνει σοβαρές προσπάθειες να εφεύρει ξανά τον εαυτό του- τρεις φορές θα αλλάξει όνομα. Και θα αποτύχει. 

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που θέλει να ελευθερωθεί από τις συμβάσεις και να ανακαλύψει την ταυτότητά του, κι έτσι βρίσκει πρόσκαιρη ανακούφιση στην αγάπη και την τρυφερότητα του Σαμψών. Όταν καταλαβαίνει πως τα πράγματα φτάνουν στα όρια για τον σύντροφό του και πρέπει να τον πάει στον κτηνίατρο, οι άμυνες του καταρρέουν. Δεν έχει πια δικαιολογία να αγνοεί τα στοιχεία του ιδιοκτήτη που είναι γραμμένα στο περιλαίμιο του σκύλου, χάνει κι αυτή τη συντροφιά. Και καταλήγει πάλι μόνος.

Το χαρακτηριστικό τοπίο της Αχαΐας, της Ηλείας και της Μεσσηνίας, οι παραλίες, αλλά και τα δέντρα και τα βουνά, πρωταγωνιστούν. Από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου είναι οι περιγραφές της φύσης, που δείχνει να συμπάσχει με τον ήρωα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως η δράση τοποθετείται χρονικά της εποχή με τις πυρκαγιές, όταν όλα μαραίνονται και κατακαίγονται.

Το κείμενο είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, η γλώσσα πολυδουλεμένη, έχει εσωτερικό ρυθμό, κι οι φράσεις διαλεγμένες μία μία. Ό,τι λείπει από εξωτερική δράση στον Καΐάφα, αναπληρώνεται από την εσωτερική. Ομολογώ πως ο αφηγηματικός τρόπος του Νίκου Αδάμ Βουδούρη, αν και δεν είναι το είδος που συνήθως προτιμώ, με κέρδισε. Είχα επιφυλάξεις διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, κλείνοντας όμως και την τελευταία μπορώ να πω πως το συστήνω ανεπιφύλακτα, 

                                                   
                                                         
                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ




"Καϊάφας", Νίκος Αδάμ Βουδούρης, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ.152








Υ.Γ.42 Το εξώφυλλο είναι από τα ωραιότερα που έχω δει.





Ακούστε τη συνέντευξη του Νίκου Αδάμ Βουδούρη στο Διαβάζοντας@amagi εδώ: 


30/5/17

"Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου", Thomas Wolfe





Η πέτρα του σκανδάλου, το βιβλίο που φταίει για το αναγνωστικό μου μπλοκάρισμα, είναι το «Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου» του Τόμας Γουλφ. Παρ’ όλο που αδιαμφισβήτητα πρόκειται για σπουδαίο ανάγνωσμα, κατάφερε για αρκετές μέρες να με κάνει να διαβάζω δέκα δέκα σελίδες. Ως την σελίδα 180 το πήγα απελπιστικά αργά, για να το τελειώσω μετά σε 3 μέρες με μεγάλη άνεση. Φταίει το βιβλίο, που κάποτε απεραντολογεί, κι άλλοτε πυκνώνει βασανιστικά, φταίει η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη που μετρά κοντά 60 χρόνια και μοιάζει πολυκαιρισμένη, φταίει κι η αναγνωστική μου διάθεση.

Το «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» επανατυπώθηκε πρόσφατα  – από τις εκδόσεις Παρασκήνιο πέρυσι (είχε πρωτοκυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καραβία το 1969 κι έπειτα από το Παρασκήνιο το 1991) κι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο φέτος- σε μια μετάφραση που για την εποχή της ήταν κορυφαία. Όμως πώς να το κάνουμε, η εποχή αλλάζει, η γλώσσα αλλάζει. Στο «Γύρνα σπίτι άγγελέ μου» άξιζε μια νέα μετάφραση που θα βοηθούσε τον αναγνώστη να διαβάσει χωρίς να μεταφράζει στο μυαλό του.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Τόμας Γουλφ, που πέθανε πολύ νωρίς- μόλις στα 38 του από φυματίωση-, αλλά ήδη στην εποχή του θεωρούνταν ισάξιος του Χέμινγουεϊ και του Φιτζέραλντ, κάποιοι λένε και του Τζόυς. Πρόκειται για συγγραφέα που έχει επηρεάσει όλα τα μεγάλα ονόματα της Αμερικανικής λογοτεχνίας, από τον Φώκνερ ως τον Κέρουακ και τον Ροθ. 

Το μυθιστόρημα είναι πολύ έντονα αυτοβιογραφικό, ακολουθούμε τη ζωή του Ευγένιου Γκαντ (το άλτερ ίγκο του Γουλφ) από την εποχή που ήταν σπέρμα στην κοιλιά του πατέρα του. Ο Γουλφ με αφορμή την ιστορία και την οικογένειά του στήνει ένα εκπληκτικό πορτρέτο της Αμερικής των αρχών του 20ου αιώνα. Ο κάθε χαρακτήρας, οι γονείς του αλλά και τα αδέλφια του, έχουν ξεχωριστή θέση στο βιβλίο, με κορυφαία φιγούρα τον πατέρα. 

Ο πατέρας Γκαντ, ένας μέθυσος τυχοδιώχτης που αποκτά μια κάποια περιουσία όταν παντρεύεται μια φυματική γεροντοκόρη πολλά χρόνια μεγαλύτερή του και την αφήνει να πεθάνει χωρίς φροντίδα, είναι ένα απίστευτος χαρακτήρας. Παντρεύεται την Ελίζα, την μητέρα του Ευγένιου, που είναι κολλημένη με τα χρήματα και ζει μαζί της μια φτωχική και μίζερη ζωή, γεμάτη καυγάδες, γκρίνιες και "οικτιρμούς". 

Η μητέρα Ελίζα είναι ένα αλλόκοτο πλάσμα, που στήνει πανσιόν για να βγάλει λεφτά, κάνει παιδιά, τα οποία σχεδόν αγνοεί και κάποτε αναρωτιόμαστε αν καθόλου αγαπά, και έχει μανία με την κτηματική περιουσία. Βάζει τα παιδιά της να δουλεύουν από τα δώδεκα, τσιγκουνεύεται τη ζεστασιά, και φιλοξενεί στην πανσιόν της ένα σωρό υποκείμενα. Ο μόνος που γλιτώνει από την αμορφωσιά σε αυτό το περιβάλλον είναι ο Ευγένιος, γιατί είναι εξαιρετικό μυαλό και τον παίρνει υπό την προστασία του ένας δάσκαλος. Και πάλι όμως, οι γονείς του του κοπανάνε συνεχώς τα χρήματα που ξοδεύουν για αυτόν στο ιδιωτικό σχολείο κι έπειτα στο Πανεπιστήμιο. 

Ο Ευγένιος, το μικρότερο παιδί της οικογένειας, είναι μόνο. Παρ’ όλο που ζει σε αυτόν τον θορυβώδη λαβύρινθο με τα αδέλφια, τους «πανσιονέρηδες»- έτσι μεταφράζει ο Πολίτης τους ενοίκους της πανσιόν- τον πατέρα του που γκρινιάζει μεγαλοφώνως απαγγέλοντας Σαίξπηρ και τη Βίβλο μεθυσμένος, είναι τελικά βυθισμένος σε μια απέραντη μοναξιά. Την απαλύνει λίγο ο αδελφός του Μπεν. 

Ο θάνατος του Μπεν είναι το κορυφαίο σημείο, κι ένα πραγματικό συγγραφικό επίτευγμα. Και μόνο για τις στιγμές αυτές, αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο. Όλα τα σημάδια της δυσλειτουργικότητας της οικογένειας φαίνονται εκεί, όλη η μιζέρια και η βρωμιά. Ταυτόχρονα όλες οι καθηλώσεις και τα απωθημένα. 

Το γράψιμο του Τόμας Γουλφ είναι περίτεχνο, του αρέσουν οι ατελείωτες περιγραφές, οι φιλοσοφικές παρεκβάσεις, οι λεπτομέρειες. Εκεί όμως που διαβάζεις τρεις σελίδες φαινομενικά ανούσιας περιγραφής- κι ίσως γιατί έχεις υποστεί τον καταιγισμό όλων αυτών των μικροπραγμάτων -μοιάζει ξαφνικά σαν να ανοίγει ένα παράθυρο στα πιο βαθιά συναισθήματα των ηρώων- κυρίως του Ευγένιου. Σαν να βρίσκεσαι μπροστά σε ένα θαύμα. 

Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί πλειστάκις ως ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Είναι κι αυτό, αλλά δεν είναι μόνο. Ο συγγραφέας μετασχηματίζει την αυτοβιογραφία του σε μυθοπλασία και μας βάζει έτσι σε έναν κόσμο μοναχικό και σκοτεινό, όπου τα εξωτερικά μεγάλα πολιτικά γεγονότα, ο Πόλεμος, το κραχ, η ποτοαπαγόρευση, μοιάζουν να μην τον αγγίζουν. Το μόνο που έχει σημασία είναι το άλγος της ψυχής του. 

Η γραφή του Γουλφ, πληθωρική, λυρική, με εξάρσεις, και κομμάτια stream of consiouness, χωρίς αφηγηματική ραχοκοκκαλιά και με πολύ χαλαρή πλοκή, μπορεί εύκολα να κουράσει τον αναγνώστη. Σε στιγμές μοιάζει πως το κείμενο δεν αντέχει στον χρόνο, πως είναι απελπιστικά παλιό και ξεπερασμένο. Ο μόνος τρόπος να το εκτιμήσεις είναι να αφεθείς στη χάρη του, να συνειδητοποιήσεις το βάθος και την πολυπλοκότητά του και τελικά να μαγευτείς. 



                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



"Γύρνα σπίτι, άγγελέ μου", Τόμας Γουλφ, μετ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 658














25/5/17

Η σχετική φύση του πόνου




«Μην χρησιμοποιείτε τα παυσίπονα σαν να είναι καραμέλες», είπε αυστηρά. Ήταν ένα όμορφο μελαχρινό αγόρι με μούσι, γύρω στα τριάντα. Η ασθενής του καθηγητή, μια μάλλον μικροκαμωμένη σαραντάρα- τα μαλλιά της άλουστα, άγρια και μαύρα από την ταλαιπωρία της εγχείρησης- τον κοίταξε με μάτι θολό, μες στη μορφίνη. Δεν αντέδρασε. 

Η υφή του πόνου αλλάζει ανάλογα τον πονεμένο. Η εστίαση αλλάζει· ανάλογα αν πονάς ή συμβουλεύεις. Ο πόνος του πόνου του άλλου εξαρτάται από το τι νιώθεις για τον άλλο. Στη δική μας δουλειά, οι αποτελεσματικοί είναι αυτοί που δεν νιώθουν. Που ξέρουν πώς να αφήνουν τον πόνο των άλλων πίσω. 

«Δεν μπορείτε να παίρνετε τρία μεσουλίντ την ημέρα. Θα διαλύσετε τα νεφρά και το συκώτι σας», είπε η φαρμακοποιός. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και στιλπνά. Θα πλησίαζε τα σαράντα. Η κυρία Μαρίτσα διαμαρτυρήθηκε:

«Δεν ξυπνάς εσύ κάθε μέρα με πόνο στα κόκκαλα, παιδί μου. Πες μου, τι άλλο να πάρω». 
«Θα σας δώσω εγώ μια αλοιφή»
«Δεν κάνει τίποτα η αλοιφή. Τη βάζει κι η αδελφή μου». 


Το αποτέλεσμα είναι σχετικό. Ανάλογα τι σε ενδιέφερε από την αρχή. Ίσως να σε ένοιαζε μια νέα τεχνική. Ή πάλι, να είχες κατά νου να μειώσεις τους χρόνους σου. Μπορεί να σκεφτόσουν τη βιοψία, και πώς θα τη χρησιμοποιήσεις για να κάνεις μια ερευνητική εργασία. Πιθανώς να σκεφτόσουν πόσα θα είναι μες στο φακελάκι, 1000, 2000, μπορεί και 2500 αν ήσουν τυχερός. Μπορεί να είχες κατά νου, μόνο να μην αιμορραγήσεις. Ή απλά να ξυπνήσεις από τη νάρκωση. Ή να μην πεθάνεις. Ή να μην πονάς. 

«Πονάω γιατρέ, ακόμα. Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόνος»
«Αναγκαστήκαμε να ράψουμε τα νεύρα των πλευρών. Σου κάνει νευροπαθητικό πόνο ο διαβήτης. Τι φταίω εγώ που έχεις διαβήτη; Τι φταίω εγώ που είχες έναν όγκο στο συκώτι; Τι φταίω εγώ που έπρεπε να σου κόψω το συκώτι; Τι φταίω εγώ που εσύ πονάς; Τι φταίω. Δεν φταίω. Εγώ μόνο τι πρέπει να κάνεις θα σου πω». 
«Πονάω γιατρέ, πότε θα τελειώσει αυτός ο πόνος»
«Περίμενε λίγο ακόμα. Μην παίρνεις τα παυσίπονα σα να είναι καραμέλες» 

Μεγάλες νίκες μετά από μια ηπατεκτομή θεωρούνται τα εξής: να σου βάλουν την αντλία της μορφίνης, να σου βγάλουν τον ρινοκαθετήρα, να σταματήσει η παρεντερική θρέψη, να φας την πρώτη σου νερόσουπα, να σου βγάλουν τα μαχαίρια της κεντρικής φλέβας στο λαιμό, να σε αφήσουν χωρίς μορφίνη, να σου βγάλουν την παροχέτευση τους αίματος από την πληγή, να σου βγάλουν τον καθετήρα, να σε πάνε τουαλέτα, να σου κόψουν τα οπιούχα, να περπατήσεις κατά μήκος του διαδρόμου του νοσοκομείου, να σε κάνουν το πρώτο σου μπάνιο, να σε βγάλουν από το νοσοκομείο, να σηκώνεσαι μόνη σου, να πηγαίνεις τουαλέτα μόνη σου, να τρως, να φτιάξεις τον πρώτο σου καφέ, να κάνεις το πρώτο σου μπάνιο. Να μην σοκάρονται πια τα παιδιά σου όσο σε βλέπουν ένα κουβάρι πόνο.

«Είναι η ηλικία, κύρια Μαρίτσα μου. Τι άλλο να κάνουμε; Υπομονή. Μην παίρνεις τόσα μεσουλίντ. Να φυλάξουμε τα νεφρά. Έχεις και διαβήτη. Και πίεση. Να πεις στα παιδιά σου να σε βοηθήσουν. Τι κάνουν κι αυτά, μητέρα τους είσαι! Θα στην πάρω την πίεση. Ναι, περίμενε εκεί στην καρεκλίτσα. Μόλις τελειώσω με την κυρία. Ναι, θα στην πάρω την πίεση. Να περάσει κι η ώρα σου. Περίμενε στην καρεκλίτσα».

Ο ουδός του πόνου είναι διαφορετικός για κάθε ασθενή. Για άλλους αρκεί ένα χτύπημα στο μικρό δάχτυλο του ποδιού, άλλοι αντέχουν να χάσουν το παιδί τους. Ο πόνος δεν είναι μετρήσιμος. Ούτε εξαγοράσιμος. Θέλω να πω. 

«Δυο μήνες τώρα ούτε τα παιδιά μου δεν πήρα αγκαλιά. Σας το ορκίζομαι, γιατρέ. Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόνος; Πότε θα είμαι ξανά όπως πριν. Θέλω να είμαι όπως πριν, να οδηγώ και να δουλεύω και να κάνω έρωτα». Η γυναίκα είναι απελπισμένη. Κι η κοιλιά της μοιάζει ένας σωρός από σύρματα. Φράχτης, για να κλείνει τους άλλους απέξω. Και τα μαλλιά της, από τότε με την μορφίνη, έχουν μια θαμπή αγριάδα. Χάσαν τη στιλπνότητά τους.

«Γκόμενο στα σαράντα έψαχνες μωρέ και με πρήζεις με την τομή; Ανοιχτή εγχείρηση κάναμε, φαρμακοποιός είσαι, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν σε νοιάζει που δεν χρειάστηκε ούτε μια μπουκάλα αίμα; Να, τον άντρα σου δεν τον πειράζει η ουλή, τον ρώτησα».

Ο καθηγητής είναι χωρατατζής. 

Είναι σχετική η δύναμη του πόνου. Μπορείς να τον υποστείς χωρίς ούτε μια πικρή λέξη. Μπορείς να τον δεις από μακριά, σαν λάμψη στο κορμί ενός άλλου. Μπορείς να πατήσεις το κουμπί στην αντλία της μορφίνης. Είναι σχετική η φύση του πόνου. Η αποφόρτιση των νευρικών απολήξεων και το σήμα στον εγκέφαλο. Αναλόγως τον εγκέφαλο που δέχεται την αποφόρτιση· και το σήμα.

«Παιδιά, γύρισα. Ναι, με έπρηξε και σήμερα η κυρία Μαρίτσα, τρία τέταρτα ήταν στο φαρμακείο. Γριές, τι περιμένεις;»

                                                            

                                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ




*Η Κατερίνα Μαλακατέ είναι φαρμακοποιός. Το τελευταίο της μυθιστόρημα είναι «Το Σχέδιο» από τις Εκδόσεις Μελάνι. 


Υ.Γ. 42 Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού  δε+κατα στα πλαίσια του αφιερώματος "Λογοτεχνικές περιθάλψεις". Εκεί το έχει επιμεληθεί ο ποιητής Κωνσταντίνος Μπούρας, υπεύθυνος του τεύχους, εδώ το διαβάζετε στην ακατέργαστη μορφή του.


24/5/17

"Σώμα στη βιτρίνα", Αργυρώ Μαντόγλου




Πολυεπίπεδο και διαφορετικό, το «Σώμα στη βιτρίνα», αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα στημένο στους δρόμους του Άμστερνταμ, που περνά με άνεση από το 1664 στο 2014, δένοντας τους πρωταγωνιστές με ένα αόρατο σκοινί αισθήσεων, συναισθήσεων και παραισθήσεων. 

Οι τέσσερις κεντρικοί ήρωες έχουν πράγματα που δεν θέλουν να θυμούνται στην πλάτη τους. 

Ο Άγγελος είναι ένας ψυχίατρος, που παράτησε το ιατρείο του και άνοιξε ξενοδοχείο γιατί δεν άντεχε τους ασθενείς του· για την ακρίβεια τη γεύση τους. Ο Άγγελος πάσχει από συναισθησία: άνθρωποι, πίνακες, καταστάσεις τού φέρνουν γεύσεις στα χείλη που τον βασανίζουν.

Η Ελισάβετ είναι μια συγγραφέας σε απόγνωση, που μετακόμισε στο άδειο σπίτι της φίλης της στην Ολλανδία για να γράψει, αλλά τη στοιχειώνει ο μικρός πίνακας πάνω από το γραφείο της. Προσπαθεί να απομακρυνθεί από τον έρωτα, όσο εκείνος την ψάχνει.

Η Νατάσσα είναι ένα κορίτσι της βιτρίνας. Πουλάει το κορμί της για να επιβιώσει και να ξεχάσει. Το πώς βρέθηκε στον δρόμο με τα Κόκκινα φανάρια, το τι τη βασανίζει, δεν θα το μάθουμε παρά μόνον στο τέλος. 

Κι η Έλσε είναι μια μικρή χωριατοπούλα, που το 1664, έρχεται στο Άμστερνταμ για να βρει την τύχη της. Ζει σε ένα άθλιο κοινόβιο, η σπιτονοικοκυρά της την εκβιάζει συνεχώς για τα νοίκια, λατρεύει τα στολίδια και τα φορέματα, ονειρεύεται μια άλλη ζωή κι όχι αυτή της υπηρέτριας ή της πόρνης για την οποία προαλείφεται. Τελικά γίνεται μοντέλο του Ρούμπενς.





Η τέχνη, το ένστικτο, οι άνθρωποι, το τυχαίο, η ειμαρμένη, τα κορμιά που πουλιούνται κι αγοράζονται, τα όνειρα για μια καλύτερη, διαφορετική ζωή από αυτό που μας ήταν γραμμένο, όλα μπλέκονται και δίνουν ένα βιβλίο γοητευτικό που σε κρατάει ως το τέλος. Το κακό, σε διάφορες μορφές, κυκλώνει τους ήρωες, όμως δεν τους αντιπαθείς, ξέρεις πως είναι ανθρώπινοι, έχουν πάθη κι εμμονές. 

Η αφήγηση, τριτοπρόσωπη, αλλάζει συχνά εστίαση. Η γραφή έχει κάποιες αμήχανες στιγμές, αλλά το συνολικό οικοδόμημα είναι στέρεο και πολύ ενδιαφέρον. Η δομή, με όλα τα πισωγυρίσματα στον χρόνο και στους τόπους, είναι ξεκάθαρη. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει διευκρίνιση στην αρχή κάθε κεφαλαίου για ποιον ήρωα μιλάμε και ποια χρονική περίοδο. Η ιστορία της Έλσε είναι αληθινή, η συγγραφέας βασίστηκε σε ένα σκίτσο του Ρούμπενς που απεικονίζει τον απαγχονισμό της ηρωίδας της, όπως και  στα αρχεία για την υπόθεση που δίνουν στοιχεία για την καταγωγή και τη ζωή της. 

Το «Σώμα στη βιτρίνα» με εντυπωσίασε. Διαβάζεται εύκολα, ξεχνιέται δυσκολότερα. Λογαριάζω να διαβάσω κι άλλα μυθιστορήματα της Αργυρώς Μαντόγλου στο μέλλον.



                                                               Κατερίνα Μαλακατέ 





"Σώμα στη βιτρίνα", Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Μεταίχμιο, 2017, σελ. 404




21/5/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας





Κλήρωση! Και εκπομπή. Σήμερα Κυριακή 21/5/2017 μαζί μας στο ραδιοφωνικό διαβάζοντας ο Nicos Panayotopoulos. Θα μιλήσουμε για τα παλιότερα βιβλία του, αλλά και για τον "Γραφικό χαρακτήρα" και την επικείμενη έκδοση στα Ολλανδικά. 

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Γραφικός χαρακτήρας", -στα ελληνικά- ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο - Ekdoseis Metaixmio. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε στο ποστ της εκπομπής στο φβ ή απλά αφήστε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air κατά τις 7:50.

Μη μας χάσετε, 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


Όλες οι παλαιότερες εκπομπές Διαβάζοντας βρίσκονται σε αυτό το λινκ: 

Μας ακούτε στο www.amagi.gr ενώ για ταμπλέτες και smartphone μπορείτε να μας ακούσετε από την εφαρμογή TuneIn ή και από την εφαρμογή του amagi.


19/5/17

«Θερισμός», Δημήτρης Τερζής




Δεύτερη συλλογή διηγημάτων για τον Δημήτρη Τερζή που επιμένει στη μικρή φόρμα και η επιλογή φαίνεται να τον δικαιώνει. Συλλογή πολύ διαφορετική από την έντονη, βίαιη και σεξουαλική πρώτη του [Το τέλος μιας τέλειας μέρας], με εξάρσεις λυρισμού και ιστορίες που μοιάζουν πιο μαλακές και τρυφερές, κάποιες αποδυναμωμένες από αυτό, άλλες βαθιά συγκινητικές. Εξάλλου στα χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στις δύο συλλογές πολλά άλλαξαν για τον ίδιο τον συγγραφέα και τη χώρα. 

Έτσι στον «Θερισμό» το φόντο είναι μάλλον επαρχιακό και βασικό θέμα είναι η κρίση· χωρίς να παύουν να απασχολούν τον Δημήτρη Τερζή και άλλα σημαντικά όπως η ταυτότητα, η απώλεια, η μοναξιά, ο θάνατος. Στα διηγήματα της συλλογής φαίνεται με καθαρότητα η ζωή της επαρχίας, η σύμπνοια και η ομοψυχία, το κουτσομπολιό και η κακοψυχιά, η λεβεντοσύνη και η ροπή προς τον φασισμό. Όλα αντάμα, καλά και κακά, συνθέτουν μια εικόνα της σημερινής Ελλάδας, που έχει πνιγεί από την πολιτική και οικονομική της κατάσταση. Οι ήρωες του Τερζή είναι πολλών λογιών, άλλοι απομονωμένοι και απογυμνωμένοι πεθαίνουν μες στην κυνικότητα της μοναξιάς, άλλοι ανακαλύπτουν τον πραγματικό έρωτα. 

Με συγκίνησαν οι ιστορίες της Ντίνας, με το μπλε ελεκτρίκ φόρεμα αντί για σάβανο, του Πουλαντζά και της γυναίκα του, τόσα χρόνια ερωτευμένοι, του νεαρού Μάνθου που γνωρίζει μια παρέα Αθηναίων κι ονειρεύεται να ξεφύγει μαζί τους, αλλά δεν γίνεται. Μου άρεσε πολύ κι εκείνη η ιστορία στο καφενείο με τον γέροντα που διώχνει τους φασίστες. 

Ομολογώ πως ο προηγούμενος αφηγηματικός τρόπος του Τερζή, γρήγορος και μανιασμένος, ταιριάζει πιο πολύ στην αναγνωστική μου ιδιοσυγκρασία. Από την άλλη ξέρω καλά από πρώτο χέρι πόσο σημαντικό είναι το δεύτερο βιβλίο που θα εκδώσει κανείς. Στο πρώτο συγχωρούνται σχεδόν τα πάντα, στο δεύτερο τίποτα. Ο Δημήτρης Τερζής θα γράψει σίγουρα και τρίτο. Κι αυτό είναι η πραγματική του νίκη. 



                                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ



«Θερισμός», Δημήτρης Τερζής, εκδ. Ιωλκός, 2017, σελ.122








Υ.Γ. 42 Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη, με φοβερή γραμματοσειρά, ακόμα και για μας τους πρεσβύωπες. Δεν μου άρεσε η «καινοτομία» να μην μπει το οπισθόφυλλο στο οπισθόφυλλο αλλά στις μέσα σελίδες, ούτε τα τεράστια αυτιά.



17/5/17

Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα.


δύο από τα ράφια μου με αδιάβαστα (δεν θα πούμε πόσα ράφια έχω συνολικά)



Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα. Ή αλλιώς πώς και γιατί ένας συστηματικός αναγνώστης ξαφνικά δεν διαβάζει τίποτα. Ή έχει ένα βιβλίο και το λιβανίζει. Ή έχει δέκα βιβλία που τα αρχίζει αλλά κανένα δεν τελειώνει. Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα μπορεί να σε βρει ανά πάσα στιγμή, τότε που σίγουρα δεν το περιμένεις, τότε που έχεις ρυθμό· καραδοκεί στη γωνία, σε κοιτάζει αφ’ υψηλού όσο οι στοίβες με τα αδιάβαστα ψηλώνουν. Γιατί αναγνωστικό μπλοκάρισμα δεν συνεπάγεται και αγοραστικό. Τα βιβλία συσσωρεύονται, σε περιγελούν, εσύ διαβάζεις 10 σελίδες την ημέρα πριν κοιμηθείς. Ο φόβος μεγαλώνει. Λες να μείνεις πάντα έτσι;

Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα το έχουμε ζήσει όλοι- οι αναγνώστες. Για κάποιους μπορεί να είναι απόρροια μιας νέας φάσης ζωής και μόλις τα ωράρια κανονικοποιηθούν ξαναγυρίζει και ο ρυθμός στο διάβασμα. Για άλλους είναι ψυχολογικό, ένα ογκώδες βιβλίο που δεν κυλάει, υποχρεώσεις παντού, άγχος και πανικός. Μερικοί απλά αρχίζουν να ασχολούνται με το κινητό τους. Για μια ομάδα ανθρώπων είναι καθαρά υποχρεωτικό, χρειάζονται περιόδους στη ζωή τους που δεν διαβάζουν για να ηρεμεί το μυαλό. 

Μπορεί να κρατήσει μια εβδομάδα, ένα δεκαπενθήμερο, ένα μήνα, έχω δει κάποιους που δεν επανήλθαν ποτέ. Είναι ασθένεια ύπουλη και βασανιστική, σε γεμίζει ενοχές κι εντάσεις, μοιάζει σαν να κοροϊδεύεις τους γύρω σου και τον ίδιο σου τον εαυτό. «Διαβάζεις πολύ Κατερίνα, ε;». 

Πώς ξεπερνιέται το αναγνωστικό μπλοκάρισμα; Συνήθως με μια ωραία στρωτή αφήγηση. Για μένα είναι ένα από τα δύο, ή θα βυθιστώ σε ένα τεράστιο κλασικό που θα με κρατήσει μέρες στον κόσμο του ή θα διαβάσω δυο τρία μικρά και κομψά βιβλία επιστημονικής φαντασίας στη σειρά αφήνοντας κατά μέρος όλα τα άλλα. Σπάνια, πολύ σπάνια, ξεπερνάω την ασθένεια με non-fiction και δοκίμια. Συνήθως όταν ξεκινάω τέτοια βιβλία, απλά είμαι στο στάδιο της αποθεραπείας και τα αφήνω μισοδιαβασμένα. 

Μια φορά, στα 20 μου, το αναγνωστικό μπλοκάρισμα κράτησε 3 χρόνια. Βέβαια μπορεί να φταίει που ήμουν στο Πανεπιστήμιο, που είχα χάσει τη σταθερά της τεράστιας βιβλιοθήκης του Λυκείου και δεν ήξερα πια πώς να διαλέξω βιβλίο. Μπορεί να φταίει που διάβασα τότε τα άπαντα του Νταν Μπράουν και του Τομ Ρόμπινς, μπορεί πάλι κανείς να πρέπει να κατηγορήσει τα αδιάκοπα ξενύχτια μου ως το πρωί· και τα ξύδια. Ή που τότε ζούσα τον πρώτο μου έρωτα. Αλλά πάλι, ποιος ξέρει. Μπορεί απλά να χρειαζόμουν ένα τρίχρονο αναγνωστικό διάλειμμα. 

                            
                                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ





9/5/17

Παρουσίαση Σχεδίου



Οι εκδόσεις Μελάνι και το Public Συντάγματος σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος της



ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΑΛΑΚΑΤΕ
ΤΟ ΣΧEΔΙΟ



Την Τετάρτη 10 Μαΐου 2017, στις 7:00 μ.μ.στο PUBLIC ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (Καραγιώργη Σερβίας 1, Αθήνα). Για το βιβλίο θα μιλήσει ο Φίλιππος Δρακονταειδής, συγγραφέας-μεταφραστής. 



https://www.facebook.com/events/295273740913822/




[photo credits: voltistes]






5/5/17

«Το κλαρινέτο», Βασίλης Αλεξάκης



Αγάπησα τον Βασίλη Αλεξάκη ήδη από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα, το μ.Χ. Εκεί ο Αλεξάκης περιγράφει μεταξύ άλλων ένα περιστατικό στον Άγιον Όρος που πολύ απασχόλησε την ελληνική κοινωνία για χρόνια. Έπειτα με έψησαν τα βιβλία του που αφορούσαν την πατρίδα και τη γλώσσα.(εδώ κι εδώ). Συνήθιζα πάντοτε να λέω πως «πατρίδα μας είναι η γλώσσα» και η αποκάλυψη της σκέψης ενός συγγραφέα που ονειρεύεται τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά ανάλογα με την περίσταση, με γοήτευσε σφοδρότατα. Η ανάλαφρη γραφή του μου άρεσε και στα ερωτικά, στο ξεχωριστό Τάλγκο και την Καρδιά της Μαργαρίτας. 

Όταν έφτασε στα χέρια μου το Κλαρινέτο ήξερα τι θα αντιμετωπίσω, ο Αλεξάκης επιλέγει συνήθως την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σε κάνει να πιστεύεις πως γράφει αμιγώς αυτοβιογραφικά, πως αφηγητής είναι ο ίδιος. Του αρέσουν τα στιγμιότυπα κι όχι οι σφιχτοδεμένες πλοκές, αφήνει την αφήγηση να τον παρασύρει. Την αγαπώ τη γραφή του, καταφέρνει με ελαφρότητα για να πει τα πιο σπουδαία πράγματα. Έτσι και στο Κλαρινέτο, ενώ βασικό θέμα είναι η μνήμη, η απώλεια και ο θάνατος, το βιβλίο δεν βαραίνει. Ούτε όμως είναι ένα κομμάτι ημερολογίου. 

Η πλοκή ξεκινά γιατί ο αφηγητής ξεχνά τη λέξη «κλαρινέτο», και στα Ελληνικά και στα Γαλλικά. Θυμάται το όργανο, τη μορφή του, τον ήχο του, αλλά με κανέναν τρόπο πώς λέγεται. Με αφορμή αυτό μας αφηγείται τις τελευταίες στιγμές και των δύο εκδοτών του, στην Ελλάδα και στην Γαλλία, επωνύμως, αλλά και τους τελευταίους του έρωτες. Όμως είναι σαφής, ο,τι μοιάζει, δεν έγινε έτσι. Οι διάλογοι είναι ακριβείς στο πνεύμα κι όχι στο γράμμα του κάθε ανθρώπου. 

Το Κλαρινέτο είναι ευκολοδιάβαστο και συνοψίζει όλα τα βασικά θέματα που τον απασχολούν: τον έρωτα, τις σχέσεις, τη μνήμη, την πατρίδα, τη γλώσσα, την απώλεια, τον θάνατο. Το καινούργιο εδώ είναι η Κρίση. Ο αφηγητής, όπως και ο συγγραφέας στην πραγματική ζωή, γυρνά στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Γάλλου εκδότη του για να ζήσει μόνιμα εδώ μετά από πολλά πολλά χρόνια. Κι έρχεται αντιμέτωπος με την Κρίση, που μοιάζει οικεία και ξένη μαζί. Δεν έχει βιώματα, αλλά μιλά άψογα τα ελληνικά, είναι και δεν είναι Έλληνας. Κι αυτή του η ιδιότητα δίνει ιδιαιτερότητα στη ματιά του και κάνει το βιβλίο σημαντικότερο. 

«Το κλαρινέτο» δεν είναι το καλύτερο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη, εξάλλου είναι τόσα πολλά που θα δυσκολευόμουν να διαλέξω ένα. Είναι όμως ένα μυθιστόρημα- γιατί παρά τα εξωτερικά του σουσούμια δεν είναι αυτοβιογραφία- άξιο να διαβαστεί· από αυτούς που τον αγαπούν όπως εγώ και από αυτούς που θέλουν μια πρώτη γνωριμία με τη γραφή του. 



                                                                          Κατερίνα Μαλακατέ


«Το κλαρινέτο», Βασίλης Αλεξάκης, εκδ. Μεταίχμιο, 2016, σελ. 458








Υ.Γ. 42 «Το κλαρινέτο» είναι γραμμένο στα Γαλλικά και μεταφρασμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα του στα Ελληνικά. Αυτό το παιχνίδι, που γίνεται εδώ και χρόνια, πότε από την μια πλευρά και πότε από την άλλη, με γοητεύει εξόχως. 

Υ.Γ. 42 Ακούστε την σχετικά σύντομη για τα δεδομένα της εκπομπής τηλεφωνική συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη τη δεύτερη ώρα της εκπομπής:



30/4/17

Ραδιοφωνικό Διαβάζοντας






Εκπομπή ξανά σήμερα, μαζί μας ο Δημήτρης Τερζής. Θα μιλήσουμε για τον "Θερισμό", το νέο του βιβλίο κι όχι μόνο. Κληρώνουμε 2 αντίτυπα "Θερισμός", ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Ιωλκός. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατάτε λάικ- για τον Τερζή θα δεχτώ και ουάου- και κοινοποιείτε ή/και σχολιάζετε στο ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή αφήνετε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air κατά τις 7:50μ.μ.
Μη μας χάσετε- εμείς σκασίλα μας καλά θα περάσουμε- σήμερα Κυριακή 30/4/17 στις 6:00 πάντα στον www.amagi.gr.


Παλιότερες εκπομπές Διαβάζοντας ακούτε εδώ: 





28/4/17

"Ο Στόουνερ", John Williams



Μια περίεργη ιστορία επιτυχίας συνοδεύει το Στόουνερ, του John Williams. Το βιβλίο εκδόθηκε στην Αμερική το 1964, έκανε μια μέτρια πορεία και τελικά εξαντλήθηκε χωρίς να επανεκδοθεί. Το 2011 μια Γαλλίδα μεταφράστρια, η Anna Gavalda, το ανακάλυψε και το μετέφρασε. Στη Γαλλία το Στόουνερ, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, έγινε εκδοτική επιτυχία σχεδόν αμέσως, χωρίς κριτικές, από στόμα σε στόμα. Ακολούθησαν η Αγγλία, η Ολλανδία, όπου είναι ακόμα bestseller. Το New Yorker το 2013 ονόμασε το μυθιστόρημα «The greatest American novel you have never heard of». Κι όλα αυτά ενώ ο συγγραφέας του ήταν ήδη 19 χρόνια πεθαμένος και δεν είχε πάρει ξαφνικά το Νόμπελ.  

Η φήμη του Στόουνερ με έκανε να το πιάσω σχεδόν μόλις κυκλοφόρησε από την ολοκαίνουργια σειρά των εκδόσεων Gutenberg, Αλντίνα· και δεν με απογοήτευσε. Πρόκειται για να διαμαντάκι αφήγησης, που δεν σε αφήνει να το αφήσεις από τα χέρια σου, ένα βιβλίο κάπως χαμηλότονο που μιλά για τη ζωή και τη ματαιότητα. 

Ο Στόουνερ είναι καθηγητής Αγγλικής φιλολογίας σε ένα μέτριο Πανεπιστήμιο. Η οικογένειά του ήταν αγροτική, αλλά εκείνος ένιωσε την κλίση του όσο σπούδαζε Γεωπονία, και άλλαξε κατεύθυνση. Ερωτεύτηκε μια γυναίκα, που έγινε η σύζυγός του, και κατάλαβε σχεδόν αμέσως πως ο γάμος του ήταν ένα λάθος. Έζησε συμβατικά μαζί της, λάτρεψε την κόρη του, αν και η γυναίκα του προσπάθησε να τη στρέψει εναντίον του. Στο τμήμα του στο Πανεπιστήμιο μπλέχτηκε σε έριδες και έμεινε στάσιμος. Γνώρισε στα σαράντα του τον έρωτα, σαρκικό και με πάθος, αλλά αναγκάστηκε κι αυτό να το εγκαταλείψει λόγω των κοινωνικών συμβάσεων. Έζησε μια ζωή, που μοιάζει με τις ζωές μας, κι όχι μια ζωή που μοιάζει  με μυθιστορηματικού ήρωα. 

Αν τύχει και κάποιος φοιτητής συναντήσει το όνομα Γουίλιαμ Στόουνερ, ενδέχεται να αναρωτηθεί γενικά και αόριστα ποιος ήταν αυτός· η περιέργεια του πάντως σπάνια θα ξεπεράσει το επίπεδο της απλής ερώτησης. Οι συνάδελφοι του Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως· στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή τη σταδιοδρομία τους.

Αυτά μας γράφει ο συγγραφέας για τον ήρωα του ήδη από την πρώτη σελίδα. Παρ’ όλες τις ήττες στα μεγάλα και σημαντικά, και την αφάνεια μετά θάνατον, όμως, ο Στόουνερ έζησε φυσιολογικά. Αυτό θέλει να μας πει η ιστορία του. Δέχτηκε τη μια μετά την άλλη τις κατραπακιές συνειδητοποιώντας πως έτσι είναι. Χωρίς θυμό. Με θυμό. Πάντως με τελικό θετικό πρόσημο στον απολογισμό. Έκανε όσα μπορούσε, όπως μπορούσε, όσο του επέτρεπε η ζωή κάθε φορά. Και έζησε με βασικό γνώμονα τον έρωτά του: το Πανεπιστήμιο και τη λογοτεχνία.

Η αφήγηση είναι λιτή, χωρίς γλωσσικά στολίδια. Είναι γραμμική, χωρίς τερτίπια με τον χώρο και τον χρόνο. Είναι βαθιά, βαθύτατα ανθρώπινη. Και πολύ μελαγχολική. Η γοητεία του Στόουνερ καταλαβαίνω πως δεν θα αγγίξει όλους εκείνους που ψάχνουν έναν εμβληματικό μυθιστορηματικό ήρωα. Μπορεί όμως να συγκινήσει τους αναγνώστες που μαγεύονται από την ίδια τη ζωή, 





                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 




"Ο Στόουνερ", John Williams, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 408


24/4/17

"Οστάνδη 1936", Volker Weidermann



Μια περίεργη αγάπη συνδέει αυτούς τους δύο άντρες από χρόνια. Ο Τσβάιχ, δέκα χρόνια μεγαλύτερος, ιδιοκτήτης πύργου, κοσμοπολίτης, πετυχημένος συγγραφέας βιβλίων με πωλήσεις χιλιάδων αντιτύπων- και ο Ροτ, πετυχημένος δημοσιογράφος, επιφυλλιδογράφος της Frankfurter Zeitung τη δεκαετία του ’20, συγγραφέας όχι πολύ πετυχημένων μυθιστορημάτων, τα οποία θυμίζουν ανταποκρίσεις, πότης και γλεντζές, που ζει σε δωμάτια ξενοδοχείων, σπάταλος, άνθρωπος της παρέας και της κουβέντας, τριγυρισμένος διαρκώς από φίλους, ακροατές, θαυμαστές.

Εκείνο το καλοκαίρι στην Οστάνδη μαζεύτηκαν ένα σωρό Γερμανοί αυτοεξόριστοι διανοούμενοι-  ο Τόλλερ, ο Καίσλερ, ο Έγκον Κις- αλλά οι δυο που ξεχώριζαν, τόσο διαφορετικοί και τόσο φίλοι, ήταν ο Ροτ κι ο Τσβάιχ. Ο ένας πάντοτε τρισάθλιος και χρεωμένος, ο άλλος πάντοτε καλοβαλμένος και πλούσιος. Και οι δύο Γερμανοί και Εβραίοι, που όμως άργησαν κάπως να καταλάβουν τι συμβαίνει. Ο Ροτ, αν και νοσταλγός της Αυτοκρατορίας, συνειδητοποίησε νωρίτερα τον ζόφο. Ο Τσβάιχ έφυγε οριακά, δεν μπορούσε να αποδεχτεί την απαγόρευση των βιβλίων του, την πτώση των πωλήσεων τους. 

Η φιλία τους μοιάζει περίεργη, άνιση, ο Ροτ είναι αλκοολικός και άφραγκος, στηρίζεται στον Τσβάιχ για να τον φροντίσει. Από την άλλη ο Τσβάιχ δεν αποδέχεται πάντα αυτόν τον ρόλο. Πάνω τους κρέμεται το φάντασμα του Πολέμου που έρχεται και του φασισμού.

Ένα περίεργο βιβλίο, ανάμεσα στη μυθιστορία και την ιστορία είναι το «Οστάνδη 1936. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος», του Volker Weidermann. Ένα εξαιρετικά γοητευτικό αφήγημα, με πρωταγωνιστές δυο σούπερ σταρ της Γερμανικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου. Δυο σταρ που η μοίρα τους επιφύλασσε αντίστροφη πορεία, ο ένας αναγνωρισμένος εν ζωή, έπειτα κάπως αγνοημένος, που τον «ανακαλύπτουμε ξανά». Κι ο άλλος τελείως καταφρονεμένος στη ζωή, που τώρα χαίρει απόλυτης εκτίμησης. 

Η αφήγηση έχει στοιχεία ειρωνείας, ο συγγραφέας προϋποθέτει πως ξέρουμε πολλά και για τον Ροτ και για τον Τσβάιχ και για αυτό κάποιες λεπτομέρειες μοιάζουν σχεδόν σατιρικές, για το πόσο διαφορετική είναι η καθημερινότητα από την αιωνιότητα. 

Εγώ ομολογώ πως αγαπώ τα βιβλία και των δυο, που είναι ακραία διαφορετικά, και πως δεν ήξερα καθόλου για την προσωπική τους διασύνδεση. Το βιβλίο αυτό, που τους συνδέει, βιογραφία περίπου, με γοήτευσε και με κράτησε ως το τέλος. Είναι ένα βιβλίο για την Ιστορία, και τη λογοτεχνία, και την πολιτική και κατορθώνει να πει πολλά και για τα τρία.



                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Οστάνδη 1936. Στέφαν Τσβάιχ και Γιόζεφ Ροτ. Το καλοκαίρι πριν από το σκότος", Volker Weidermann, μετ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, 2017, σελ. 191

22/4/17

"Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη", Θανάσης Βαλτινός






Ξεκίνησα να διαβάζω το «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη» με μεγάλη όρεξη. Από τον Θανάση Βαλτινό είχα διαβάσει μόνον την «Κάθοδο των εννιά» και ήθελα να συμπληρώσω τα κενά μου. 

Ήδη από το πρώτο βιβλίο κατάλαβα πως ο λόγος και ο λογοτεχνικός του τρόπος δεν θα ταίριαζε στην αναγνωστική μου διάθεση. Συνέχισα να διαβάζω γιατί έπρεπε, και τελικά βρέθηκα να τελειώνω το δεύτερο βιβλίο μόνον και μόνο γιατί θα ήταν ντροπή να συντονίσω μια λέσχη ανάγνωσης έχοντας παρατήσει το βιβλίο. 

Στον πρώτο μέρος- που γράφτηκε το 1964- ο Ανδρέας Κορδοπάτης, με έναν λόγο κοφτό, εντελώς προφορικό, μας διηγείται σε πρώτο πρόσωπο τις περιπέτειες του ως παράνομος μετανάστης στην Αμερική. Η γραφή είναι λιτή, η διάλεκτος έντονη και το βιβλίο πολύ ευκολοδιάβαστο εξαιτίας της προφορικότητας. Περιγράφει τη ζοφερή πραγματικότητα της μετανάστευσης, αλλά και την κατάσταση στην Ελλάδα, την φτώχεια, την αμορφωσιά, με μεγάλη ενάργεια. Από την άλλη, δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να νιώσω οποιουδήποτε είδους ταύτιση με τον πρωταγωνιστή. 

Κι αυτή η αίσθηση εντάθηκε στο δεύτερο μέρος του Συναξαριού – που γράφτηκε 35 χρόνια μετά, το 2000. Εδώ συνεχίζεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλά ο ίδιος ο Κορδοπάτης υποχωρεί ως αφηγητής, έχουμε πολλά μικρά αποσπασματικά κείμενα, σαν μαρτυρίες, σε έντονη ντοπιολαλιά. Οι αφηγητές μας, άντρες και γυναίκες, εναλλάσσονται συνεχώς, αλλά η γλώσσα και η αφήγηση παραμένουν στεγνές. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για δημοσιογραφική καταγραφή, αν δεν ήταν το θέμα της γλώσσας. 

Ομολογουμένως η ιστορική περίοδος του δεύτερου βιβλίου είναι πολύ ενδιαφέρουσα – για μένα τουλάχιστον. Κάποιες από τις σκηνές του πολέμου είναι εξαιρετικά δυνατές. Και δείχνουν μια άλλη οπτική από την συνηθισμένη· όλη την θηριωδία ενός στρατού που κατακτεί. Πάντως κι εδώ δεν κατάφερα στιγμή να συμμετέχω στο δράμα. Με εμπόδισε ο τρόπος, η αφήγηση. 

Ξέρω πόσο ιερόσυλη μοιάζει αυτή η καταγραφή, ο Θανάσης Βαλτινός θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εν ζωή λογοτέχνες μας. Για μένα όμως ποτέ η λογοτεχνία δεν μέτρησε μέσα από τα κείμενα και τα λόγια των άλλων για ένα βιβλίο, μετράω τα κείμενα για αυτό που είναι, για αυτό που ένιωσα, για την αγνή ειδωλολατρική ηδονή της ανάγνωσης. Και από τον Κορδοπάτη, αναγνωστική απόλαυση δεν πήρα.



                                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ





«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο πρώτο: Αμερική», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας, (1η έκδοση, περ. Ταχυδρόμος, 1964), σελ. 126



«Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη- Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί- ‘22», Θανάσης Βαλτινός, εκδ. Εστίας (1η έκδοση, εκδ. Ωκεανίδα, 2000), σελ. 302