Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίκενς Τσαρλς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίκενς Τσαρλς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/9/25

Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ









Είναι το «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» ένας από τους παππούδες του σημερινού autofiction; Υπό μία έννοια, ναι, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα όπου ο συγγραφέας μετατρέπει τον εαυτό του σε μυθιστορηματικό ήρωα, δανείζεται κομμάτια της ζωής του και τα μετατρέπει σε πλοκή. Από την άλλη ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, δεν είναι ένα αμιγώς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Ο Κ. Ντ, κρατάει τον εαυτό του ως παλίμψηστο του Ντ.Κ., όμως δανείζει μόνο θραύσματα των προσωπικοτήτων των γύρω του στους υπολοίπους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες.


Αυτό που πιο πολύ από όλα τα άλλα μας θυμίζει ας πούμε το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Προυστ, είναι η ιδέα της υποκειμενικής μνήμης, της ρευστότητας της ανάμνησης, της επανεφεύρεσης του εαυτού, μέσα από την εξιστόρηση. Ο Ντίκενς το λέει ξανά και ξανά μέσα στην ίδια την αφήγηση, το βάζει το στόμα της κας Τρότγουντ, του ίδιου του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, Ντέιβιντ: η ανάμνηση είναι βασισμένη στην πραγματικότητα, αλλά στην πραγματικότητα δημιουργείται κάθε φορά από το ποιος είναι αυτός που θυμάται.

Το «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», έτσι, δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αναδύεται από μέσα του η έννοια της ίδιας της μνήμης και του χρόνου. Κάτι που μάλλον δεν θα το περίμενε κανείς από ένα Βικτωριανό μυθιστόρημα του 1850, που δημοσιεύτηκε σε συνέχεις, χωρίς σαφή σκελετό από την αρχή, από τον Μάιο του 1849 έως και τον Νοέμβριο του 1850, και που οι άνθρωποι αγόραζαν κάθε επιφυλλίδα για μισή πένα, «κατεβάζοντας» έτσι την Υψηλή λογοτεχνία στο ανάστημα των φτωχών.


‘I know enough of the world now, to have almost lost the capacity of being much surprised by anything; but it is matter of some surprise to me, even now, that I can have been so easily thrown away at such an age. A child of excellent abilities, and with strong powers of observation, quick, eager, delicate, and soon hurt bodily or mentally, it seems wonderful to me that nobody should have made any sign in my behalf.’

Το παιδικό τραύμα του Ντίκενς, το ότι αναγκάστηκε στα 12 του να δουλέψει σε βιοτεχνία παπουτσιών για να συντηρήσει την οικογένεια, όσο ο πατέρας του ήταν φυλακή για χρέη, είναι το κομβικό γεγονός που καθορίζει τη ζωή και του Ντέιβιντ. Οι γονείς του Ντίκενς εμφανίζονται σε πολλούς χαρακτήρες, η μητέρα του στην αφελή και πανέμορφη μητέρα του Ντ.Κ., Κλάρα Κόπερφιλντ. Ο «θάνατος» της μέσα του όταν του ζήτησε να συνεχίσει να δουλεύει και να μην ξαναρχίσει το σχολείο, στο θάνατο της Κλάρας. Ο πατέρας του, Τζον Ντίκενς, στο πρόσωπο του πομπώδους κου Μικόουμπερ που φυλακίστηκε για χρέη, κι ίσως αργότερα στον καλόκαρδο αλλά θεότρελο κο Ντικ. Ο Ντίκενς θεωρούσε τους γονείς του ευτυχείς και ανέμελους, αλλά ανίκανους για γονείς.

Αυτό διαμόρφωσε και την ιδέα του περί γυναικών και γάμου, που τελικά κατέστρεψε και τον ίδιο και την γυναίκα του, Κέιτ Ντίκενς, που υπέφερε τα πάνδεινα στα χέρια του.

Στον Ντ. Κόπερφιλντ επανέρχονται τρία βασικά γυναικεία πρότυπα. Η Ντόρα και η Κλάρα, οι γυναίκες-παιδιά, που μπορείς να τις εκμεταλλευτείς ή να τις λατρέψεις. Η Ντόρα είναι βασισμένη στην πρώτη αγάπη του Ντίκενς, Maria Beadnell, και πώς φανταζόταν πως θα ήταν ο γάμος της μαζί του, αν το τολμούσε. Η Άγκνες, η ιδανική Βικτωριανή γυναίκα, που κρατάει άψογα το νοικοκυριό, είναι νουνεχής και φροντιστική και πάντα πανέμορφη. Και φυσικά η Μέγαιρα, όπως η κα Νταρτλ και η κα Μερντστόουν.

Ο Ντίκενς, που αγαπούσε τα του οίκου του, λένε πως ακόμα κι όταν έγινε διάσημος και πάμπλουτος έκανε εκείνος τα καθημερινά ψώνια για να μην τον κλέψει ο χασάπης, δημιουργεί στον Ντ. Κόπερφιλντ ξανά και ξανά ιστορίες για αυτό το θέμα, για γυναίκες που τα κατάφερναν κι άλλες όχι. Δυστυχώς για την Κάθριν Ντίκενς, που τον γνώρισε όταν ήταν ένα ανέμελο κορίτσι στα 18 της, (που έγραφε, ήταν ηθοποιός, φοβερή μαγείρισσα, εξέδωσε μάλιστα έναν οδηγό μαγειρικής όσο ζούσε), δεν τα κατάφερε να παραμείνει η ιδανική γυναίκα στα μάτια του.

Στην αρχή πήγαιναν ταξίδια, θέατρα, μιλούσαν για λογοτεχνία, ο Ντίκενς ήταν πανευτυχής, όπως ο Τραντλς στον Κόπερφιλντ. Αλλά μετά, η Κέιτ άρχισε να κάνει παιδιά, 10 ή 11 τον αριθμό επέζησαν έστω και λίγο, ενώ είχε τουλάχιστον 2 αποβολές. Ο δεύτερός του γιος γεννήθηκε το 1849, λίγο πριν αρχίσει ο Ντ.Κ. Η τρίτη τους κόρη γεννήθηκε το 1850, την ονόμασαν Ντόρα, από το μυθιστόρημα. Το μωράκι πέθανε 8 μήνες αργότερα.

Η Κάθριν χόντρυνε, έπαθε κατάθλιψη, ήταν μια μέγαιρα δίπλα στον λαμπερό σούπερ σταρ συγγραφέα, που έκανε ήδη παγκόσμιες περιοδείες. Το 1857, ο Ντίκενς την αντικατέστησε με την 18χρονη Νέλλυ (όταν ο ίδιος ήταν 45 χρονών, η Κέιτ 42, και η τελευταία τους κόρη, 18 χρονών). Και την κατασυκοφάντησε γράφοντας δακρύβρεχτες επιστολές και επιφυλλίδες στο Household Words, το εβδομαδιαίο περιοδικό του. Και της στέρησε τα παιδία της. Όταν πέθανε ο Κάρολος, ο κόσμος πίστευε πως είχε παντρευτεί μια ημίτρελη, χοντρή, ανάπηρη από τις πολλές γέννες. Όταν πέθανε η Κάθριν, που δημοσίως δεν μίλησε ποτέ κακά για κείνον, έδωσε στην κόρη της τις επιστολές τους, για να μάθει ο κόσμος πως πραγματικά αγαπήθηκαν.

Ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ ακολουθεί παρόμοια επαγγελματική πορεία με τον Κάρολο Ντίκενς, γίνεται δημοσιογράφος και συγγραφέας, ίσως όχι με την έξαλλη επιτυχία που είχε ο δημιουργός του. Όμως κυρίως έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με κείνον, την ιδιοφυία, την ικανότητα της ψυχογράφησης, τη λατρεία για τον Σαίξπηρ και το θέατρο, την δυνατότητα να συγκεντρωθεί και να γράψει τεράστια μυθιστορήματα, την αφέλεια και το τραύμα, τις επιπόλαιες φιλικές σχέσεις που φτάναν στα όρια της λατρείας. Ο C.D και o D.C. ερωτεύονταν με τον ίδιο τρόπο, την ιδέα αντί για τη γυναίκα.

Κι έχουν κοινά θέματα στα μυθιστορήματά τους, την μικροαστική Βικτωριανή ηθική, την παιδική εργασία, το γάμο, τον έρωτα, τα σχολεία, το δικαστικό σύστημα. Άλλωστε στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, γίνεται σαφές πως ο Ντ.Κ. γράφει ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Ο Ντ.Κ. ως αναξιόπιστος αφηγητής της ιστορίας του, είναι και δεν είναι ο Κ.Ντ.

Ο Ντίκενς δήλωνε ανοιχτά πως από όλα τα μυθιστορήματά του, αυτό, το 8ο, ήταν το αγαπημένο του. Έγραψε, π.χ., στον πρόλογο της έκδοσης του 1857: 

“[]like many fond parents, I have in my heart of hearts a favourite child. And his name is David Copperfield".

Αν κάποιος του έλεγε πως γράφει autofiction, θα τον κοιτούσε ωσάν τον εξωγήινο. Το σίγουρο είναι ένα, στο "Ντέιβιντ Κόπερφιλντ" δένεται το πραγματικό με το φανταστικό, [«a very complicated weaving of truth and invention», έλεγε ο ίδιος] κι έτσι φτιάχνεται λογοτεχνία∙ του πιο μεγάλου ύψους.


                                     Κατερίνα Μαλακατέ


   
"Ντέιβιντ Κόπερφιλντ", Charles Dickens, μτφ. Άρης Σφακιανάκης- Ηρώ Σκάρου, εκδ. Κέδρος


23/9/14

"Ο Ζοφερός Οίκος", Charles Dickens






Ξεκινώντας κανείς να μιλήσει για ένα από τα κλασικά έργα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας έχει πάντα ένα κράτημα. Τι νόημα θα είχε μια παρουσίαση ακόμα του Ζοφερού Οίκου, ποιόν αφορά εν τέλει το ότι εγώ αποφάσισα στα 36 μου να ξαναγυρίσω στον Ντίκενς. Ίσως όμως να μην είναι τόσο μάταιη μια τέτοια ανάρτηση, να έχει ένα σκοπό, να κεντρίσει το ενδιαφέρον έστω κι ενός ακόμα αναγνώστη να ξαναπιάσει τους κλασικούς.

Στο προκείμενο, με δεδομένο ότι μιλάμε για ένα από τα αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, ο εμβληματικός «Ζοφερός Οίκος» του Τσαρλς Ντίκενς(sic) με τις 1400 σελίδες του είναι ένα ανάγνωσμα από αυτά που ξεχνάς δύσκολα. Η ιστορία του, κι οι υπο-ιστορίες μέσα στην ιστορία, οι δεκάδες κύριοι αλλά και δευτερεύοντες χαρακτήρες, αποτελούν έναν συγγραφικό άθλο. Και φυσικά αυτή η αίσθηση εντείνεται αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για ένα έργο που αρχικά δημοσιεύτηκε το 1852 ως το 1853 σε 20 μηνιαίες συνέχειες.

Ο Ντίκενς, που η ζωή του* θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για πολλά μυθιστορήματα και ταινίες, έχει αναμφίβολα χάρισμα στην αφήγηση και στο στήσιμο της πλοκής. Εντυπωσιάζει η επιλογή δυο αφηγητών για ένα τέτοιο μυθιστόρημα- ένας  σχεδόν παντογνώστης  που μας μιλά για τα γεγονότα χωρίς να εμβαθύνει στα αισθήματα των ηρώων και η νεαρή Έστερ Σάμερσον, πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια μαζί που μέσα σε όλα τα άλλα, μας λέει και για τον εαυτό της, το ταπεινό μυρμηγκάκι που γεννήθηκε για να υπηρετεί τους άλλους και να βλέπει πάντα το καλό. Που και που κανείς θέλει να χαστουκίσει την Έστερ ως αφηγήτρια, κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατου του βιβλίου.

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με μεγάλωσε η νονά μου- όπως τις πριγκίπισσες στα παραμύθια, μόνο που εγώ δεν ήμουν όμορφη. Εγώ τουλάχιστον για νονά μου την ήξερα. Ήταν καλή, πολύ καλή γυναίκα! Πήγαινε στην εκκλησία τρεις φορές κάθε Κυριακή, στις πρωινές προσευχές κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, και στα κηρύγματα, όποτε είχε κηρύγματα∙ δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία. Ήταν αρχοντογυναίκα∙  κι αν χαμογελούσε κάπου κάπου θα έμοιαζε (σκεφτόμουν) με άγγελο- μα ποτέ της δεν χαμογελούσε. [] Στενοχωριόμουν πολύ όποτε σκεφτόμουν πόσο καλή ήταν εκείνη και πόσο ανάξια της ήμουν εγώ∙ κι ευχόμουν ολόψυχα να ήμουν πιο καλόκαρδη∙»

Κεντρικό σημείο της πλοκής είναι το Τσάνσερι, ένα αστικό δικαστήριο που δίκαζε με βάση το εθιμικό δίκαιο κι αν εγκλωβιζόσουν εκεί θα μπορούσες να περάσεις όλη σου την ζωή ελπίζοντας σε μια απόφαση. Η υπόθεση Τζάρντάις και Τζαρντάις είναι διάσημη γιατί κρατά πάρα πολλά χρόνια και το μόνο που βγαίνει από αυτήν είναι νομικά έξοδα.

«Ποιος τυχαίνει να βρίσκεται στην αίθουσα αυτό το μουντό απόγευμα εκτός από τον Αρχιδικαστή, τον συνήγορο της υπόθεσης, δυο τρεις δικηγόρους που δεν έχουν ποτέ σχέση με καμία υπόθεση και τους νομικούς συμβούλους που προαναφέρθηκαν;Κάτω από τον δικαστή κάθεται ο γραμματέας που φοράει περούκα και τήβεννο ∙ και υπάρχουν δυο ή τρία σκήπτρα, ή βαλάντια, ή πουγκιά, ή όπως αλλιώς λένε τους αξιωματούχους του Κράτους με τις επίσημες στολές τους.Όλοι αυτοί χασμιουρούνται∙ γιατί ποτέ δεν πέφτει ούτε ψίχουλο ευθυμίας από την ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ ΚΑΙ ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ(την υπό συζήτηση υπόθεση) που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει ξεζουμιστεί εντελώς.»

Βασικοί χαρακτήρες η Έστερ Σάμερσον, μια κοπέλα που μεγάλωσε ορφανή με την στριμμένη νονά της κι έχει διαρκώς τύψεις ακόμα και που υπάρχει. Είναι ένα άξιο κορίτσι, όμορφο και ευγενικό, που καταφέρνει όταν ο Τζον Τζαρντάις αναλαμβάνει την κηδεμονία της να γίνει οικονόμος στο σπίτι του και να κρατά όλο τον «Ζοφερό Οίκο» σε τάξη.

Ο Τζον Τζαρντάις είναι ίσως ένας από τους πιο «καλούς» ήρωες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Πάντοτε έτοιμος να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες, να συγχωρέσει τους φίλους του, να ξεχάσει πως είναι διάδικος στο Τσάνσερι για να μην παρανοήσει. Γίνεται κηδεμόνας  τριών παιδιών, της Έστερ και δυο μακρινών ξαδέλφων του και αντίδικων του στην υπόθεση Τζαρντάις, της Έιντα και του Ρικ. Η Έιντα είναι ένα πανέμορφο κορίτσι που γίνεται κολλητή φίλη της Έστερ, ενώ συνάπτει σχέσεις ερωτικές με τον Ρικ. Ο Ρικ πάλι παρασύρεται από την υπόθεση του δικαστηρίου, ρουφιέται από αυτό και επιπόλαιος καθώς είναι αφήνεται να καταστραφεί.

Η λαίδη Ντεντλοκ είναι η επιτομή της κομψότητας και της αριστοκρατίας, ενώ ο βαρονέττος άντρας της Λέστερ, κοντά είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της,  η ενσάρκωση όλων όσων θα μπορούσε να μισεί κανείς στην αριστοκρατία. Η λαίδη Ντέντλοκ έχει ένα μυστικό που αφορά την Έστερ.

Βασικό ρόλο έχει και ο κακός δικηγόρος Τάλκινγκχορν που ανακαλύπτει το μυστικό της λαίδης και την απειλεί, ενώ προς το τέλος η πλοκή αποκτά και  στυνομικό χαρακτήρα, μιας και εμφανίζεται ένας από τους πρώτους επιθεωρητές στην λογοτεχνία, ο αστυνόμος Μπάκετ.

Ακόμα και να ήθελε κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στον «Ζοφερό Οίκο». Το καθένα από αυτά όμως έχει τη θέση του στην τοιχογραφία μιας κοινωνίας που παρακμάζει ταχύτατα. Πέρα από τις φιγούρες της αριστοκρατίας, που δεν μπορούν παρά να φανταστούν τον εαυτό τους ως αφέντη, έχουμε κι άλλες χαρακτηριστικές πρωσωπικότητες της εποχής- έναν άντρα εντελώς επιπόλαιο που απομυζά λεφτά από τους φίλους του και χαρακτηρίζει τον εαυτό του παιδί, έναν άλλον που τρέμει την γυναίκα του, μια κυρία που ενδιαφέρεται πιο πολύ για τις φιλανθρωπίες της στην Αφρική από ότι για το σπιτικό της που βρωμάει και ζέχνει και τα παιδιά της που είναι παραιτημένα.

Το βιβλίο ρέει αβίαστα (η Κλαίρη Παπαμιχαήλ έχει κάνει θαύματα με την μετάφραση και της αξίζουν ειλικρινή συγχαρητήρια), οι σελίδες κυλούν, δεν θέλει κανείς να το αφήσει από τα χέρια του. Η αφήγηση ποταμός θυμίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο πως ήταν η λογοτεχνία κάποτε κι ίσως πως θα έπρεπε να είναι και σήμερα ενώ ταυτόχρονα τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από τα σύγχρονα μυθιστορήματα- δυο αφηγητές, που ομιλούν σε διαφορετικό χρόνο και κρατούν ο καθείς την οπτική γωνία του(με την Έστερ να είναι ίσως μία από τους πρώτους αναξιόπιστους αφηγητές στην ιστορία της λογοτεχνίας), εγκιβωτισμένες ιστορίες μες στην ιστορία, ήρωες που εμφανίζονται κι έπειτα επανεμφανίζονται όταν θα είναι χρήσιμοι στην πλοκή.

Εννοείται πως κάποιες υπο-πλοκές είναι πιο ενδιαφέρουσες από άλλες, και πως σε 1400 σελίδες πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, όταν κανείς άλλωστε διαβάζει σε συνέχειες ένα τέτοιο έργο έχει άλλες απαιτήσεις. Ο Ντίκενς- αν και είναι λιγουλάκι διδακτικός και καταλήγει σε happy end- έχει εξαιρετικό χιούμορ και στηλιτεύει με απαράμιλλη κομψότητα τα κακώς κείμενα της εποχής του∙ την άδικη βικτωριανή κοινωνία που αφήνει παιδιά να πεθαίνουν στους δρόμους κι άλλα να τρώνε με χρυσά κουτάλια στην αγκαλιά του υπηρέτη τους, το αδιέξοδο νομικό σύστημα, την αριστοκρατία που βλέπει μονάχα την επιφάνεια κι όλα τα υπόλοιπα τα κουκουλώνει

Αλλά αυτό που εντυπωσιάζει είναι το προσωπικό άλγος των ηρώων του, η ανάγκη τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι έννοιες του πάθους και της συμπόνιας, πέρα από τις επιταγές της κοινωνίας, οι προσωπικές επιδιώξεις και αγωνίες. Μέσα στην υποκρισία της πλουτοκρατίας και στην μιζέρια της πιο αφόρητης φτώχιας, οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι και έχουν πέρα από τις υλικές και συναισθηματικές ανάγκες.

Ομολογώ πως τα υπόλοιπα έργα του Ντίκενς τα έχω διαβάσει στην εφηβεία μου. Είχα όμως μια τελείως στρεβλή, ίσως και ελαφρά μελό εικόνα για αυτά τα μυθιστορήματα. Ο «Ζοφερός Οίκος» σμπαράλιασε όλες τι ψευδαισθήσεις μου. Ο χρόνος, παντοδύναμος, ξέρει τι είναι αυτό που θα μείνει ως κλασικό στην Ιστορία.

«Ο Ζοφερός Οίκος», Τσαρλς Ντίκενς, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Gutenberg, 2008,  σελ. 1405


* Ο Ντίκενς ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά ζωντανός, ηθοποιός σε περιοδεύοντες θιάσους. Σε μια τέτοια περιοδεία γνώρισε στα 45 του μια 18χρονη θεατρίνα που έγινε η μούσα του. Λένε πως για αυτήν αρχικά έχτισε μες στην κρεβατοκάμαρά τους κι έπειτα παράτησε την σύζυγό του Κάθριν, την υπέρβαρη μητέρα των δέκα του παιδιών. Η Κάθριν μαράζωσε, το έριξε στο ποτό και δεν ξαναείδε τα παιδιά της, ενώ υπήρχαν φήμες πως ο Ντίκενς ενδιάμεσα είχε ερωτικές σχέσεις και με την κουνιάδα του. Βικτωριανοί, τι περιμένεις... 
     

17/9/14

Γιατί να διαβάσω τους κλασικούς;


Ξεκινώντας κανείς να διαβάσει ένα βιβλίο σαν τον «Ζοφερό Οίκο» του Ντίκενς δεν μπορεί παρά να θέσει το εξής, όχι ιδιαίτερα πρωτότυπο -τα είπε κι ο Καλβίνο εξάλλου καιρό τώρα- ερώτημα : «Γιατί να διαβάσω τους κλασικούς;». Τι έχει να μου προσδώσει ένα κείμενο γραμμένο δυο αιώνες πριν σε συνέχειες σε εβδομαδιαίο λογοτεχνικό περιοδικό που στο σύνολό του αριθμεί στην ελληνική έκδοση πάνω από 1400 σελίδες.

Πάντοτε τα βιβλία αυτού του όγκου μου δημιουργούν ενδόμυχα τον φόβο μήπως σπαταλήσω τον χρόνο μου σε κάτι που δεν θα μου αρέσει, θα με πιέσει και θα με βγάλει από τον αναγνωστικό ρυθμό. Ή μήπως πρόκειται για κείμενο ανεπίκαιρο, γραμμένο για την εποχή του που δεν έχει τίποτε να προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη. Εξάλλου τα περισσότερα από αυτά τα κλασικά οι συστηματικοί αναγνώστες όπως εγώ τα διάβασαν σε νεαρή ηλικία, τον Ντίκενς, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τολστόι, τον Κάφκα ας πούμε και σπανίως μπαίνουν στον κόπο να τα ξαναδιαβάσουν.

Με αυτά και με αυτά, αντιστεκόμουν σθεναρά στον Ζοφερό Οίκο κοντά έναν χρόνο τώρα. Θες από αντίδραση γιατί η Ε.Γ. μου έλεγε «Ζοφερός Οίκος» κάθε δεύτερη κουβέντα; Θες γιατί η Κλαίρη Παπαμιχαήλ η μεταφράστρια του άθλου είναι σε αυτή την φάση ένα από τα προσφιλέστερα μου πλάσματα σε τούτη την ρημάδα την γη; Είχα στυλώσει τα πόδια και δεν το διάβαζα. Ώσπου στα γενέθλια μου του Αυγούστου η Ε.Γ. αναγκάστηκε να μου το πάρει δώρο από το ίδιο μου το βιβλιοπωλείο. Σπίτι πια, εγώ και οι δυο τόμοι του Ζοφερού, αναμετρηθήκαμε και αποφασίσαμε να τα βρούμε.

Τολμώ να πω (χωρίς να έχω ακόμα ολοκληρώσει την ανάγνωση) πως ο Ντίκενς με μάγεψε όπως παλιά. Το Λονδίνο που σκιαγραφεί είναι τόσο οικείο από τα παιδικά μας αναγνώσματα, οι αφηγηματικές τεχνικές ενός ανθρώπου που γράφει το 1850 τόσο ίδιες με αυτές που ακολουθούμε ακόμα και σήμερα. Και η αφήγηση, αυτή η μεγάλη αφήγηση ποταμός που κάνει τα δεκάδες πρόσωπα της πλοκής τόσο οικεία, σαν να μπαίνουν σπίτι σου κάθε μέρα και σε χαιρετάνε, με τα καπέλα και τα βέλο τους, είναι από τα πιο ξεκούραστα πράγματα για την ψυχούλα μου εδώ και πολύ καιρό.


Πλατειάζει ο Ντίκενς; Φυσικά και πλατειάζει. Είναι κάποια θέματα και υποπλοκές πιο δυνατά από άλλα; Ε, μα, ναι. Το βιβλίο είναι γραμμένο για τα χούγια μιας άλλης εποχής. Όμως ένα τόσο μεγάλο μυθιστόρημα δεν με έχει αφήσει στιγμή να το αφήσω. Γυρίζω ξανά και ξανά στις σελίδες του, κουβαλώ τον τόμο πάντα μαζί μου. Και το βράδυ αργά, στις αγρύπνιες και τις νυχτερινές αφυπνίσεις που στοιχειώνουν σχεδόν τις μισές γυναίκες της ηλικίας μου, είναι απίστευτο βάλσαμο να ‘χεις μια τέτοια ιστορία να σε βάλει ξανά για ύπνο.