19/4/18

"Τα κοκάλινα ρολόγια", David Mitchell



Μπορεί ένα βιβλίο να είναι «ολίγον φανταστικό»; Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο Ντέιβιντ Μίτσελ μέσα στο βιβλίο του, «δεν μπορεί, όπως δεν μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος». Όμως αν κάποια μυθιστορήματα είναι κοντά στον όρο, τότε "Τα κοκάλινα ρολόγια» είναι σίγουρα ένα από αυτά. Με κομμάτια απόλυτα ρεαλιστικής αφήγησης, κι άλλα απόλυτα φανταστικής, το βιβλίο του Μίτσελ θα μπορούσε απλά να είναι ένας αχταρμάς ιστοριών, αν ο ίδιος δεν ήταν τόσο απολαυστικός παραμυθάς. Μιλάμε για έναν μάγο της αφήγησης, ένα αυθεντικό ταλέντο στο να λέει ιστορίες και να μπαίνει στην ψυχή του κάθε αφηγητή.

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις. Στο πρώτο μέρος μιλά η νεαρή έφηβη Χόλι Σάικς που το σκάει από το σπίτι της γιατί μάλωσε με τη μαμά της για έναν γκόμενο. Στο δεύτερο μιλά το κακομαθημένο πλουσιόπαιδο και φοιτητής της Οξφόρδης Χιούγκο Λαμ, που προσωρινά αποπλανεί την εικοσάχρονη Χόλι Σάικς, μέχρι να του συμβεί κάτι απόκοσμο. Στο τρίτο αφηγητής είναι ο σύζυγος της Σάικς, Εντ Μπρούμπεκ, ένας εθισμένος στον πόλεμο ανταποκριτής στο Ιράκ. Στο τέταρτο αφηγείται ο Κρίσπιν Χέρσι, «το κακό παιδί» της βρετανικής λογοτεχνίας, που γνωρίζει τη Χόλι σε ένα Φεστιβάλ Λογοτεχνίας. Στο πέμπτο αφηγείται ο/η Μαρίνους, ένα Άχρονο πλάσμα με χιλιάδες ζωές, και στο τελευταίο μια 75χρονη Χόλι του 2043, όπου η κλιματική αλλαγή έχει διαλύσει το σύμπαν.

Παραδόξως αγάπησα περισσότερο τα ρεαλιστικά κομμάτια του βιβλίου, με κορυφαίες τις ξεκαρδιστικές σκηνές του Κρίσπιν Χέρσι στο αδηφάγο λογοτεχνικό κύκλωμα. Πιο αδύναμο το μέρος του καθαρού φάντασυ, η μάχη των Άχρονων Αθάνατων έμοιαζε πιο πολύ με σκηνή μάχης σε ταινιά κόμιξ, παρά με λογοτεχνική αφήγηση. Το βιβλίο με κέρδισε γιατί είναι πολλά πράγματα μαζί- είναι μια εξαιρετική φάρσα, ενώ μιλά για σοβαρά πράγματα, είναι ένα κάμπους νόβελ που μιλά για την αγριότητα του πολέμου, είναι ένα φάντασυ που κόπτεται για τη μητρική αγάπη.

Ο Μίτσελ κατορθώνει να μιλήσει για την Αθανασία, τον Θάνατο, τον Πόλεμο, τη Λογοτεχνία, τον Έρωτα, την Αγάπη, τη Μητρότητα χωρίς πουθενά το κείμενο να βαραίνει. Ίσως του λείπει στιγμές στιγμές το βάθος ή η φιλοσοφική ενασχόληση με τα συγκεκριμένα θέματα. Από την άλλη, εδώ μιλάμε για λογοτεχνία αξιώσεων, που μπορεί με την πλοκή και την πρόζα της να καθηλώσει κάθε αναγνώστη. "Τα κοκάλινα ρολόγια" είναι από τα σπάνια βιβλία που έχουν αρετές ευπώλητου και ποιοτικού βιβλίου μαζί. Απόλαυσα την ανάγνωση, βυθίστηκα στον κόσμο του, αγάπησα λίγο παραπάνω τον Μίτσελ, που ήδη αγαπούσα από τον ντε Ζουτ- και είμαι έτοιμη πια να βουτήξω στο Cloud Atlas.



                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Τα κοκάλινα ρολόγια", Ντέιβιντ Μίτσελ, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Τόπος, 2017, σελ. 597







Υ.Γ. 42 Η μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη έχει εκπληκτικό ρυθμό, και βοήθησε πολύ στην ανάγνωση.

Υ.Γ. 42-42 Το πόσες φορές πληκτρολόγησα "κοκκάλινα" αντί για "κοκάλινα" σε αυτό το ποστ μπορείτε να το βρείτε αν μετρήσετε τις φορές που έγραψα τον τίτλο. 


9/4/18

"4321", Paul Auster



Ο Πολ Όστερ είχε σιγήσει για επτά ολόκληρα χρόνια- και κάποιοι, ανάμεσά τους κι εγώ, φοβούνταν ως δεν θα έβγαζε άλλο βιβλίο-, αν και στις συνεντεύξεις του όλον αυτόν τον καιρό άφηνε να εννοηθεί πως προσπαθούσε κάτι μεγάλο. Συνήθως η πρόζα του Όστερ ευνοεί την πύκνωση και τη μεγάλη ακρίβεια, κι αυτό δεν παραπέμπει σε ογκώδη βιβλία. Έτσι, πέρυσι που βγήκε το 4321 στα Αγγλικά, με τις 866 σελίδες του αγγλικού κειμένου, η ιδέα πως ένας από τους πιο αγαπημένους μου συγγραφείς έπεσε στην παγίδα του Μεγάλου Αμερικάνικου Μυθιστορήματος με απώθησε και δεν το διάβασα στην αγγλική έκδοση. 

Τα πράγματα άλλαξαν φέτος όταν είδα την ελληνική μετάφραση – της Οστερομανούς Μαρίας Ξυλούρη- και αυτή τη φορά οι 1217 σελίδες με κάλεσαν με το που τις απέκτησα. Τις έπιασα σχεδόν αμέσως, διάβασα με μεγάλη ευκολία και ευχαρίστηση το ένα τρίτο του βιβλίου, κι έπειτα οι ρυθμοί μου έπεσαν. Τελικά χρειάστηκα κοντά στις δύο εβδομάδες για να το ολοκληρώσω, σε καμία στιγμή όμως δεν το βαρυγκώμησα ή ένιωσα να με πιέζει ο όγκος του· παρεκτός ίσως λίγο στα μπράτσα και τους αγκώνες, με το ένα χέρι είναι πρακτικά ασήκωτο. 

Ο Όστερ λοιπόν επιχειρεί τη μεγάλη αφήγηση, χωρίς να ξεφεύγει από τη μεταμοντέρνα κληρονομιά του, ξεκινά από μια εξαιρετική ιδέα που την χειρίζεται καλά, χωρίς να πετυχαίνει πάντα να την απογειώσει. Το πρώτο κεφάλαιο μας μιλά για τη γέννηση του Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον από συγκεκριμένους γονείς σε συγκεκριμένο μέρος. Κι έπειτα το βιβλίο διασπάται, 4 διαφορετικοί Φέργκιουσον προκύπτουν, ανάλογα με τα εξωτερικά ερεθίσματα. Και τα κεφάλαια διασπώνται το καθένα σε 4 υποκεφάλαια (1.1- 1.2- 1.3-1.4 κ.ο.κ.) όπου ακολουθούμε κάποιον από τους τέσσερις Φέργκιουσον. Κάποια στιγμή χάνεσαι, δεν ξέρεις αν μιλάμε για τον Φέργκιουσον που έχασε δυο δάχτυλα, ή αυτόν που έσπασε το χέρι του, για αυτόν που έκανε έρωτα με την Έιμι ή τον άλλον που δεν την ακούμπησε ποτέ. Όμως ο πυρήνας των ανθρώπων δεν αλλάζει. Και οι τέσσερις Φέργκιουσον είναι προοδευτικοί πολιτικά, αν και δεν είναι ριζοσπαστικοί, και οι τέσσερις ενδιαφέρονται για το μπέιζμπολ, το μπάσκετ και το σεξ, και οι τέσσερις αγαπάνε το διάβασμα διαβολεμένα, και τις ταινίες, και τις μουσικές. Και οι τέσσερις γίνονται συγγραφείς. 

Η τυχαιότητα, που απασχολεί τον Όστερ σε όλο του το έργο, η επίδραση των συμπτώσεων στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μας, είναι μια έννοια που σε αυτό το βιβλίο την επεξεργάζεται ο συγγραφέας ως τα τελικά της όρια. Φόντο του, και έγνοια του, είναι και τα μεγάλα θέματα της εποχής, το Βιετνάμ, ο ρατσισμός, οι εξεγέρσεις στα Πανεπιστήμια, ο θάνατος του Κένεντι, η Προσσελήνωση. Όμως πραγματικά τον αφορούν οι μικρές λεπτομέρειες που μας ορίζουν, ένα ατύχημα, ένας θάνατος, μια χρεοκοπία, μια απιστία, μια γυναίκα, ένας φίλος.  

Η κεντρική ιδέα, με τις πολλαπλές εκδοχές της πραγματικότητας του ίδιου ατόμου, θυμίζει λιγάκι το Ζωή μετά της ζωή της Κέιτ Άτκινσον, όμως τα δυο μυθιστορήματα έχουν εντελώς διαφορετική δομή. Στο 4321 οι πλοκές είναι γραμμικές. Υποψιάζομαι πως αν ποτέ το ξαναδιαβάσω θα το διαβάσω όχι με τη σειρά, αλλά όλα τα αντίστοιχα υποκεφάλαια μαζί, να δω πώς δένει η κάθε ιστορία μόνη της – λίγο σαν το Κουτσό, αν και ο Όστερ δεν μπαίνει στον πειρασμό να διαπράξει την ύβρι και να το προτείνει ο ίδιος.

Το 4321 είναι κάπως σαν βιβλιοφιλικός οδηγός για αρχαρίους, ο,τι χρειάζεται ένας νεαρός βιβλιόφιλος να έχει στη φαρέτρα του είναι εκεί, αρχαίοι, κλασικοί, σύγχρονοι, μια ωδή στα βιβλία και στην ανάγνωση. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία του Όστερ είναι αρκετά και σκόρπια σε διάφορους Φέργκιουσον κι όχι μόνον σε έναν, ενώ κάθε συγγραφέας θα νιώσει οικεία διαβάζοντας για τις λογοτεχνικές απόπειρες κάθε Φέργκιουσον. Με αυστηρούς όρους το 4321 είναι ένα μυθιστόρημα τεσσάρων ενηλικιώσεων και τέσσερα campus novel όλα σε ένα. Και ναι, αν αναρωτιέστε, όλοι οι Φέργκιουσον είναι κολλημένοι με τη Νέα Υόρκη. 

Δεν ξέρω να απαντήσω αν ο Όστερ έγραψε το Μεγάλο Αμερικάνικο Μυθιστόρημα, πάντως σίγουρα έκανε μια σοβαρή, σοβαρότατη προσπάθεια, και την έκανε με όλα του τα όπλα, όχι σαν ένας πρωτοεμφανιζόμενος που θέλει να καθιερωθεί, αλλά ως ένας καθιερωμένος που τα έδωσε όλα για όλα, ό,τι είχε και δεν είχε, στο τέλος της συγγραφικής του καριέρας. Αμφιβάλλω σοβαρά αν θα γράψει κάτι άλλο στο μέλλον, είναι εξάλλου ήδη εβδομήντα ετών. Αν όλα αυτά αρκούν για να μείνει το 4321 ως ένα από τα κλασικά μεγάλα μυθιστορήματα θα το κρίνει η Ιστορία. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


 
«4321», Πολ Όστερ, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.1217 

3/4/18

«Η Ωραία της νύχτας», Ελένη Γκίκα



Νυχτολούλουδο ή Μιράμπιλις Τζαλάπα ή «Η ωραία της νύχτας». Με αφορμή ένα λουλούδι που ομορφαίνει τις νύχτες μας- αν πας όμως πολύ κοντά του το άρωμά του σε πνίγει-, η Ελένη Γκίκα στήνει μια από τις ωραιότερές της ιστορίες. Στο φόντο δύο φονικά: μια 26χρονη γυναίκα σκοτώνει τη σύζυγο του εραστή της μπροστά στα τέσσερα παιδιά τους- δυο δικά της, δυο του θύματος. Αφορμή η ερωτική αντιζηλία. Την αιτία θα την διερευνήσει η συγγραφέας στο μυθιστόρημα. 

Η 26χρονη που είπαν πως είναι φόνισσα, είναι εγγονή μιας άλλης φόνισσας, που δεν άντεξε και έκαψε τον σύζυγο-βασανιστή της ζωντανό. Οι δυο γυναίκες στο βιβλίο της Ελένης Γκίκα παίρνουν φωνή, υπόσταση και χωρίς να απολογούνται αφηγούνται την ιστορία τους, πότε πρωτοπρόσωπα, πότε τριτοπρόσωπα, δεν ζητούν συγχώρεση αλλά έλεος. Μαζί τους και μια τρίτη αφηγήτρια, μια συγγραφέας και δημοσιογράφος που ψάχνει να επαναπροσδιορίσει τον κόσμο της. Αυτές οι τρεις γυναίκες κατορθώνουν με σπαρακτικό τρόπο να δέσουν την πλοκή, να φτιάξουν ένα μυθιστόρημα, που δεν είναι αστυνομικό, αλλά θα μπορούσε να είναι, που δεν είναι θρίλερ, αλλά έχει στοιχεία,που δεν είναι αρχαία τραγωδία· αλλά θα μπορούσε να είναι νέα. 

Βασικό θέμα, όπως στα περισσότερα βιβλία της Ελένης Γκίκα, οι γυναίκες: η θέση τους, οι σκέψεις τους, η ζωή τους. Από την πιο βασανισμένη, αυτή που ανάγκασαν να παντρευτεί τον άντρα που τη βίαζε από τα 14 της, ως την πιο ανυπότακτη, την 26χρονη που δολοφόνησε την αντίζηλό της, από την πιο χαμηλότονη, το νυχτολούλουδου, τη Μιραμπιλίτσα, ως την πιο απογοητευμένη. Γυναίκες που ψάχνουν τρόπο να σταθούν σε μια κοινωνία που τις απορρίπτει μόλις λιγάκι αντισταθούν και δεν τοποθετήσουν τον εαυτό τους ακριβώς εκεί που τις θέλει. 

Μεγάλος πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα ο Τόπος. Το Κορωπί, μέρος που έγινε ο φόνος, εξιτάρει τη συγγραφέα, που βάζει τη νεαρή της φόνισσα να ψάχνει την ιστορία του μέσα από τη φυλακή. Το βιβλίο παίζει με την έννοια του πεπρωμένου, με τη φαρσική επανάληψη της ιστορίας, βάζει διλήμματα, φιλοσοφικά, θρησκευτικά, πρακτικά- η ζωή, ο έρωτας, ο θάνατος. Και η φωτιά και το μαχαίρι και η φυλακή. Και το νυχτολούλουδο, η ωραία της νύχτας απλώνει τη μεθυστική μυρωδιά του και τα μαλακώνει όλα, τα κάνει αναστάσιμα. Παντού βιβλιοφιλικές αναφορές, ο Γυάλινος κόσμος, η Έμμα Μποβαρί, η Φόνισσα. Και κινηματογραφικές, ο Ταρκόφσκι. Και βοτανικές. Και εφημερίδες και αποκόμματα. Και δημοσιεύματα που δεν λένε την αλήθεια. 

Ένας ύμνος για τις γυναίκες. Ένα βιβλίο μαλακό αλλά και ιδιότροπο, που διαβάζεται γρήγορα, και ρουφηχτά. Και κάποιες στιγμές νιώθεις πως η συγγραφέας είναι μέσα στο κεφάλι σου, πως αυτά που γράφει, τα σκέφτεσαι κι εσύ. 


                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Ωραία της νύχτας», Ελένη Γκίκα, εκδ. Διάπλαση, 2018, σελ. 244








Η ραδιοφωνική μας συνέντευξη με την Ελένη Γκίκα είναι εδώ: 




29/3/18

Εννιά χρόνια Διαβάζοντας



2009+9=2018 

Από το πρωί κάνω αυτή την πρόσθεση στο μυαλό μου. Εννέα χρόνια blog, εννέα χρόνια Διαβάζοντας. Από εκείνη την πρώτη ανάρτηση για το «Ο Πανταλέων και οι επισκέπτριες» του Μάριο Βάργκας Λιόσα έχουν αλλάξει πολλά. Έχω αλλάξει εγώ. Τότε ήμουν ένα κορίτσι που είχε φαρμακείο, έγραφε αχάραγα, τα πρωινά, πριν το 12ωρο της δουλειάς, και δεν είχε εκδώσει τίποτα ποτέ. Τότε, διάβαζα τα blogs των άλλων, κι αναρωτιόμουν τι να διαβάσω εγώ. 

9 χρόνια είναι πολλά. Σε αυτά λοιπόν έκανα οικογένεια κι απέκτησα δύο παιδιά (8 και 4 ετών είναι τώρα). Σε αυτά τα χρόνια άνοιξε το Booktalks και βγήκαν τα δύο μου βιβλία (το Κανείς δεν θέλει να πεθάνει και Το Σχέδιο). Σε αυτά τα χρόνια ξεκίνησε το ραδιοφωνικό Διαβάζοντας στον www.amagi.gr  αλλά και το γκρουπ

Ήμουν 30 και τώρα είμαι 39. Μια εννιαετία γόνιμη. Ήταν 0 και τώρα είναι 9. Σαν να μεγαλώσαμε με το blog, να με βοήθησε αυτή η καταγραφή αναγνώσεων να καταλάβω τι είχε και έχει και θα έχει πάντα σημασία για μένα. Η σταθερά μου είναι τα βιβλία. Εκεί κατέληξα. Δεν είναι η οικογένειά μου τα βιβλία, δεν είναι η δουλειά μου τα βιβλία, δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε καν η πραγματικότητά μου τα βιβλία. Όμως τα βιβλία είναι αυτό που κάνει τη ζωή μου καλύτερη- κάποτε είναι το μόνο που κάνει τη ζωή μου υποφερτή. 




Ξέρω πια πως έχει κι άλλους εκεί έξω που νιώθουν έτσι, που αναρωτιούνται τι βγήκε σήμερα, κι αν θα διαβάσω έναν κλασικό ή έναν νέο, που σκιάζονται όταν σκέφτονται τον όγκο των βιβλίων σπίτι τους και προσπαθούν να μην βάλουν ράφια στην κρεβατοκάμαρα γιατί ζούμε σε σεισμογενή περιοχή, που λένε όχι σε εξόδους και πάρτυ για να τη βγάλουν με μια γάτα αγκαλιά κι ένα τούβλο, που πονάνε όταν τους κακολογούνε το αγαπημένο τους βιβλίο και κάνουν λίστες, ατελείωτες λίστες με βιβλία που θα ήθελαν να έχουν, αλλά μετά αυτές οι λίστες καταπλακώνονται από άλλες λίστες. Και πάντα στο πάτωμα του δωματίου τους υπάρχουν στοίβες βιβλία, που θα τα «τακτοποιήσουν», αλλά θα μετά θα έρθουν κι άλλες στοίβες. Γιατί το καλό με τις στοίβες είναι πως γεμίζουν το μάτι και τη ζωή σου. 





Στα χρόνια αυτά όλα αυτά έπαψαν να με γεμίζουν τύψεις, και με γεμίζουν μόνο χαρά. Έβγαλα από πάνω μου τον «αόρατο μανδύα», γράφω και διαβάζω ελεύθερα και ανεξέλεγκτα- όχι τα βράδια, ούτε το χάραμα μόνο. Και για αυτό, μπορώ μόνο να ευγνωμονώ αυτόν εδώ τον χώρο. Για αυτό, αν και με τα χρόνια οι αναρτήσεις μετριάζονται, και δεν γράφω πια για όλα τα βιβλία που διάβασα, το Διαβάζοντας θα παραμείνει ενεργό. Γιατί με βάζει σε μια σειρά, γιατί με πιέζει να γράψω ακόμα κι όταν δεν έχω κέφι, και με πιέζει να διαβάσω ακόμα κι όταν νομίζω ότι δεν έχω κέφι. Και μετά έχω κέφι, και διάθεση για ζωή. 



                                                   Κατερίνα Μαλακατέ




Υ.Γ.42 Τα υστερόγραφα σε αυτό το μπλογκ, θα είναι πάντα 42. Γιατί του χρωστώ έναν από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου. 

Υ.Γ. 42-42 Σε αυτό το blog- αλλά στην πραγματικότητα σε ένα άλλο blog, αυτό της μεταφράστριας του βιβλίου-, χρωστώ και την αγάπη μου στον Paul Auster. Για αυτό, μόνο για σήμερα ως τις 12 το βράδυ, αν αφήσετε σχόλιο κάτω από αυτή την ανάρτηση, κληρώνουμε ένα αντίτυπο 4321, του μεγαλειώδους magnum opus του συγγραφέα που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.


"4321", Paul Auster, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.1216

26/3/18

«Μπερλίν», Άντζη Σαλταμπάση



Μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που μοιάζει αυτοβιογραφική, αλλά δεν είναι, τουλάχιστον όχι πλήρως, είναι το «Μπερλίν» της Άντζης Σαλταμπάση. Κάτι σαν μυθοπλασία, με στοιχεία δοκιμίου, το κείμενο ακροβατεί, έχει κάποιες εξαιρετικές σκηνές, άλλες πάλι μοιάζουν φριχτά κοινότοπες- τόσο που κι αυτές δουλεύουν υπέρ του. 

Η αφηγήτρια είναι μια Ελληνίδα, που μένει στο Βερολίνο και νιώθει μετέωρη, κάπου ανάμεσα στο εκεί και στο εδώ, αισθάνεται να μην ανήκει πουθενά, αλλά και να ανήκει τελικά και στους δύο τόπους, να μην πιστεύει σε τίποτα, αλλά να έχει ανάγκη να πιστέψει και στην Ελλάδα και στη Γερμανία- γενικά στην ανθρωπότητα. Πρόκειται για μια δημοσιογράφο με εβραϊκές καταβολές, που ζει τη γρήγορη βερολινέζικη ζωή, ενώ την απασχολεί πολύ το παρελθόν της πόλης. Σκαλίζει την ιστορία του Βερολίνου, ασχολείται ακόμα ακόμα και με το να βρει ποιοι ζούσαν πριν το Ολοκαύτωμα στην πολυκατοικία της, γεμίζει συναίσθημα από τις μικροϊστορίες τους, ψάχνει να βρει πού την αφήνει όλο αυτό. 

Το βιβλίο μιλά ταυτόχρονα για τη συνωμοσία της σιωπής απέναντι στο Ολοκαύτωμα που για χρόνια μάστιζε τη γερμανική κοινωνία αλλά και για την έντονη ενοχή που νιώθει ο σύγχρονος Γερμανός, και την οργή του, που τον θεωρούν υπαίτιο για αυτά που έκαναν οι παππούδες του, που πρέπει συνεχώς να απολογείται για κάτι που δεν έπραξε ο ίδιος. 

Η έννοια του ξένου αλλά και της πατρίδας, της θρησκείας ως μέρος της εθνικής ταυτότητας, ο τρόπος που το παρελθόν επηρεάζει το παρόν και το μέλλον του καθενός, στοιχειώνουν την αφηγήτρια. Ταυτόχρονα η πόλη ζωντανή πάλλεται, δίνει μια άλλη οπτική του χώρου και του χρόνου, απαιτεί να ζήσεις. Κι αυτό το καταλαβαίνει στο πετσί της. Μαζί με το κακό. Εκείνο το Κακό, το τόσο φορτικά πιεστικό, που τρυπώνει στη γερμανική καθημερινότητα και στραγγαλίζει το παρόν. 

Με καλές- αλλά και κάπως φλατ- στιγμές, το κείμενο είναι από αυτά που διαβάζεις μονοκοπανιά αλλά δεν ξεχνάς. Η Άντζη Σαλταμπάση έζησε η ίδια στο Βερολίνο κι έχει μεταφράσει το «Μόνος στο Βερολίνο» του Χανς Φάλαντα. Μοιάζει αυτό το μικρό αφήγημα να είναι ένα βιβλίο που χρωστούσε στον εαυτό της και στην πόλη. 


                                                               Κατερίνα Μαλακατέ


«Μπερλίν», Άντζη Σαλταμπάση, εκδ. Πόλις, 2017, σελ. 112

22/3/18

«Το βουνό των πελαργών», Miroslav Penkov



Διάβασα «Το βουνό των πελαργών», το πρώτο μυθιστόρημα του Μιροσλάβ Πένκοφ, έχοντας μεγάλες προσδοκίες. Πριν κάποιο καιρό είχα λατρέψει τη συλλογή διηγημάτων του, το "Ανατολικά της δύσης"- και η μετάφραση του Άκη Παπαντώνη είναι για μένα εγγύηση. Αυτό το βιβλίο πάντως με άφησε με ανάμικτα συναισθήματα.

Αφηγητής και κεντρικός ήρωας είναι ένας νεαρός Αμερικανοβούλγαρος, που γυρίζει στη Βουλγαρία γιατί θέλει να βρει τον παππού του, αλλά και να πουλήσει τα χωράφια του εκεί για να αποπληρώσει τα φοιτητικά του δάνεια στην Αμερική. Ο παππούς βρίσκεται στην Κλεισούρα (που δεν ταυτίζεται με την πραγματική κωμόπολη), ένα χωριό κάπου στα Βουλγαροτουρκικά σύνορα, πολύ κοντά στην Ελλάδα, σε ένα τρίστρατο πολιτισμών, παραδόσεων και ιστορίας. 

Ο αφηγητής μας βρίσκει τον παππού πολύ σύντομα και μπλέκει σε μια ερωτική ιστορία- αλλά και στην ιστορία του τόπου, στις δοξασίες, τους αναστενάρηδες, τους κομιτατζήδες, τον κομμουνισμό, τις σχέσεις των τριών χωρών στη Μακεδονία, σε ένα μείγμα παρόντος και παρελθόντος που θα μπορούσε να γίνει εκρηκτικό. Όλο αυτό, μαζί με την εικόνα των πελαργών που δένουν τον χρόνο και τον τόπο, δίνουν τα εχέγγυα για ένα σπουδαίο μυθιστόρημα. Στην πραγματικότητα όμως οι μαύροι αναστενάρηδες πελαργοί του Πένκοφ παραμένουν σε χαμηλές πτήσεις. Οι χαρακτήρες του δεν εξελίσσονται επαρκώς, η πλοκή ώρες ώρες μοιάζει προσχηματική για να μας πει ο συγγραφέας την ιστορία του τόπου, κάπως κακοχωνεμένη. Και το τοπίο, μαγικό, άγριο, τελικά κυριαρχεί, τουλάχιστον για μας που όλα αυτά μας είναι οικεία, γιατί δεν είναι μόνο Βουλγάρικα, είναι και δικά μας. 

Σε κάποιες στιγμές, ήξερα καλά πως όλα αυτά τα γράφει κάποιος που έχει πια πολιτογραφηθεί Αμερικανός, που δεν μετέχει πια στην βαλκανική κουλτούρα- αν και βεβαίως ο Πένκοφ έφυγε μεγάλος από τη Βουλγαρία, ενήλικος. Σε άλλες στιγμές ένιωσα πως η Ιστορία τον κατατρόπωσε. Εξάλλου η καυτή πατάτα των πληθυσμών της Μακεδονίας είναι ένα θέμα τεράστιο, κι ακόμα ανεπίλυτο. Μου άρεσε που ασχολήθηκε με τους αναστενάρηδες, τις δοξασίες, τις επιδράσεις της κάθε θρησκείας, τον τρόπο που άνθρωποι τριών εθνικοτήτων, τριών θρησκειών, εκεί πάνω στην πινέζα του χάρτη γίνονται ένα, γιατί είναι ένα. Είναι αδέλφια. 

Στην πραγματικότητα μου έλειψε το τώρα. Είναι τόση η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας- η Ιστορία πίσω από την ιστορία- που σαν να έγινε η αφορμή για να γραφτεί το βιβλίο, το ίδιο το μυθιστόρημα. Παρόλα αυτά ο Πένκοφ συνεχίζει να έχει καθαρότητα στον τρόπο που αφηγείται και έναν ιδιαίτερο τρόπο να κάνει τα πράγματα να μοιάζουν απλά. Αν και το πρώτο του μεγάλο πεζογράφημα δεν ήταν τόσο δυνατό όσο τα διηγήματά του, θα τον ξαναδιαβάσω. Και θα συνεχίζω να αναρωτιέμαι, αν ο Πένκοφ δεν είχε φύγει στα είκοσί του για Αμερική, αλλά για Ελλάδα, αν έγραφε τώρα στα ελληνικά κι όχι στα αγγλικά, το ίδιο βιβλίο, θα του δίναμε την αντίστοιχη σημασία;



                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«Το βουνό των πελαργών», Miroslav Penkov, μετ. Άκης Παπαντώνης, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 457

20/3/18

Συγκρίνοντας το βιβλίο του Andres Barba «Χέρια μικρά», μ’εκείνο της Angela Carter “The Magic Toyshop” (Το μαγικό παιχνιδομάγαζο)- γράφει η Νέλλη Σεληνιάδου


Ξεκινάω από την προϋπόθεση πως η ιστορία τού πρώτου βιβλίου είναι γνωστή, και για όσους την έχουν διαβάσει και ξαφνικά, από την μνήμη μου ξεχύθηκε η πλοκή και τα θέματα ενός άλλου έργου, του «μαγικού παιχνιδομάγαζου», της Αγγλίδας συγγραφέως Άντζελα Κάρτερ. Κι επειδή πιστεύω στην συνομιλία των βιβλίων και στα συγκοινωνούντα δοχεία ανάμεσα σε πλοκές, ιστορίες, μεταξύ δύο τόσο διαφορετικών συγγραφέων, θα περιγράψω αυτό το δεύτερο βιβλίο, για να ξεσηκώσω τούς αναγνώστες του βιβλίου του Barba.

Η ιστορία, λοιπόν, του δεύτερου αυτού βιβλίου αφορά την οικογένεια της έφηβης, 15χρονης Μέλανι, που, βλέποντας τον γυμνό εαυτό της στον καθρέπτη, και, δοκιμάζοντας το νυφικό τής μητέρας της, σε μια πρώιμη πρόβα της κατοπινής ενήλικης ζωής της, μαθαίνει ότι οι γονείς της, πολύ εύποροι και ανήκοντες στην ανώτερη κοινωνική τάξη της αγγλικής πρωτεύουσας, χάνονται σε αυτοκινηστικό ατύχημα, κι έτσι εκείνη και τα δύο μικρότερα αδέλφια της μένουν ορφανά, και πρέπει να πάνε να μείνουν στο σπίτι του αδελφού της μητέρας τους, του θείου Φίλιπ. Ο θείος Φίλιπ διαθέτει ένα μαγαζί όπου πουλάει τα παιχνίδια που κατασκευάζει˙ ανήκει στους οικονομικά αποτυχημένους της Κοινωνίας, κι έχει να τρέφει στο σπιτικό του, εκτός από τη γυναίκα του και τους δύο μικρότερους αδελφούς της. Τώρα, θα πρέπει ν’ αναλάβει και τα τρία ορφανά της ψηλομύτας κι επιτυχημένης αδελφής του.

Το σπίτι του θείου Φίλιπ, όπως το είδα εγώ από κοινωνιολογικής πλευράς, είναι διαρθρωμένο σε τρία επίπεδα, στο ισόγειο, υπάρχει το μαγαζί των παιχνιδιών, και πίσω από αυτό, το σπίτι, όπου βρίσκεται η οικογένεια κάτω από την απειλητική παρουσία του θείου Φίλιπ. Στον επάνω όροφο, μαζεύονται η γυναίκα του θείου Φίλιπ και τ’ αδέλφια της παίζουν μουσική και τραγουδούν, τις φορές που λείπει ο αφέντης απ’το σπίτι. Και στο υπόγειο, σ’έναν χώρο υποβλητικά τρομακτικό, γεμάτο από τις γιγάντιες φιγούρες που κατασκευάζει ο θείος Φίλιπ, βρίσκεται το τρομερό θέατρό του, εκείνο, στη σκηνή του οποίου, σκηνοθετεί τα αυτοσχέδια έργα του που έχουν πάντα σαν πλοκή και ιστορία, την καθυπόταξη των ζώντων ηθοποιών στις υπερμεγέθεις κούκλες, που είναι μαζί βασανίστριες κι αφέντες, και οι οποίες υπακούν στις εντολές μόνο του θείου Φίλιπ. Γιατί, η φοβερή παρουσία του θείου Φίλιπ, που είχε εφιαλτικό αντίκτυπο στην οικογένειά του, και κατ’ επέκταση και σ’ αυτήν της Μέλανι που προστέθηκε μαζί με τ’ αδέλφια της μετά το δυστύχημα των γονιών της, συνίσταται σε μια αποκρουστική παράσταση που επιμένει να γράφει και να σκηνοθετεί ο θείος Φίλιπ, και στην οποία, κάθε φορά τα παιχνίδια που κατασκευάζει ειδικά για την παράσταση και κινεί ο ίδιας, πρέπει να καταδυναστεύουν, να καθυποτάσσουν, να βιάζουν τους ανθρώπους ηθοποιούς, δηλαδή τα μέλη της οικογένειάς του. 

Όλη η καταπίεση και απαξίωση που νοιώθει σχετικά με την Κοινωνία, και όπως αυτή φέρεται απέναντί του, βρίσκει την ευκαιρία να την μετατρέπει σε δύναμη κι εξουσία στο σπίτι του, στο δικό του βασίλειο και στην δική του μικροκοινωνία, όπου εκείνος, δυνατός αφέντης και δυνάστης, καταπιέζει γύρω του αυτούς που μπορεί κι έχει κάτω από τις διαταγές του. Για το φαγητό και τη στέγη λοιπόν που προσφέρει στη διευρυμένη πια οικογένειά του, γράφει και σκηνοθετεί τον μύθο του βιασμού της Λήδας από τον θεό Δία, με την μορφή Κύκνου, όπου τον ρόλο της Λήδας τον δίνει στην Μέλανι, κι εκείνον του Κύκνου σ’ ένα τερατόμορφο παιχνίδι που έχει κατασκευάσει για την περίσταση εκείνος, και που θα τον κινούσε ο μικρότερος αδελφός της γυναίκας του, συνομήλικος της Μέλανι, τον οποίο προτρέπει την κατάλληλη στιγμή, κι ενώ η Μέλανι έχει λιποθυμήσει από τον φόβο της, να προβεί σε πραγματικό βιασμό, πράγμα που ο μικρός αρνείται κι ο θείος Φίλιπ σκυλιάζει από το κακό του και τον χτυπά.

Έχουμε δηλαδή κι εδώ, όπως και στο βιβλίο του Barba, ανθρώπινα όντα, που κάτω από την δυναμική εξουσία κάποιου άλλου ανθρώπου, μεταβάλλονται σε πράγματα άψυχα, άβουλα και αδύναμα, σε κούκλες. Όσο για την δύναμη του ανήκειν, είναι κι αυτή πολύ δυνατή και στις δύο ιστορίες. Στην ιστορία της Carter, θέλει να αποδείξει ο θείος Φίλιπ στην ψηλομύτα κι αιθεροβάμονα ανιψιά του, πως ανήκει πλέον σε μιά φτωχή και οικονομικά στερημένη οικογένεια, από την οποία πολύ λίγα θα πρέπει να περιμένει, όσο για την ιστορία του Barba, όταν θέλησα το θεληματικό και δυναμικό κοριτσάκι να παίξει κι εκείνη και να γίνει η άβουλη κούκλα, ρόλο στον οποίο είχε υποχρεώσει όλες τις άλλες να υποστούν, μαζί με την συνακόλουθη κακομεταχείριση, δεν ήξερε πως αυτό δεν ήταν δυνατόν να γίνει. Οι ρόλοι δεν αλλάζουν μ’έναν λόγο και μια θέληση, αλλά μέσα από την καταστροφή, τον θάνατο, την πυρά. Ο θείος Φίλιπ της Carter, στο τέλος καίγεται μαζί με το μαγαζί του, κι έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο κι οι ρόλοι ανατρέπονται κι επέρχεται η λύτρωση κι η κάθαρση.



                                                                        Νέλλη Σεληνιάδου



The Magic Toyshop, Angela Carter, Penguin, 1967, pg.200

13/3/18

Οι 10 πιο αγαπημένοι συγγραφείς




Μετά από λαϊκή απαίτηση στο γκρουπ του Διαβάζοντας στο facebook διαθέτουμε ποστ για να γράψουμε τους δέκα αγαπημένους μας συγγραφείς, αυτούς στους οποίους ξαναγυρίζουμε για να διαβάσουμε τα βιβλία τους στη σειρά ή ακολουθούμε ευλαβικά μέσα στα χρόνια, ή έχουν γράψει αυτό το ένα βιβλίο που μας έχει συγκλονίσει. Στην πραγματικότητα οι δέκα συγγραφείς θα είναι είκοσι, μιας και ο λαός απαίτησε να κάνουμε δύο λίστες, δέκα Έλληνες, δέκα ξένους. Στο τέλος, σε καμία εβδομάδα, θα βγάλω ένα συγκεντρωτικό ποστ με τα αποτελέσματα και θα προσθέσω και τις δικές μου λίστες.  

Ξεσαλώστε- και πείτε όλα τα κρυφά σας πάθη- ελεύθερα. 





8/3/18

"Χέρια μικρά", Andrés Barba



Για κάποιον λόγο έπιασα να διαβάζω τα «Χέρια μικρά» αμέσως μόλις κυκλοφόρησε. Ίσως είχα την αίσθηση πως θα ανακαλύψω κάτι, ίσως να με ιντριγκάρισε που μεταφράστηκε στα Αγγλικά κι έπειτα στα Ελληνικά σχεδόν δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία του. Ομολογουμένως, είναι εξαιρετικό και το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο. 

Το βιβλίο του Αντρές Μπάρμπα πραγματεύεται ένα πραγματικό περιστατικό σε ένα ορφανοτροφείο της Ισπανίας. Η μικρή Μαρίνα χάνει τους του γονείς της σε τροχαίο. Ο μπαμπάς της πέθανε επιτόπου, η μαμά της λίγο αργότερα στο νοσοκομείο. Μετά τη νοσηλεία του, το 7χρονο κορίτσι μεταφέρεται στο ορφανοτροφείο. Εκεί τα υπόλοιπα κορίτσια θα την δουν ως εξωτικό πουλί. Και όταν η Μαρίνα στήσει ένα παιχνίδι, θα το φτάσουν στα άκρα. 

Το βιβλίο είναι γραμμένο στην αρχή από την πλευρά της Μαρίνας, κι έπειτα με βάση τη συλλογική φωνή των υπόλοιπων κοριτσιών. Αυτό το αφηγηματικό παιχνίδι είναι και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου, είναι σχεδόν ακατόρθωτο να γραφτούν μεγάλα κείμενα στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. 

Η νουβέλα αφορά σε ένα σοκαριστικό θέμα, αποτρόπαιο σχεδόν. Είναι δε εφιαλτικό αν σκεφτεί κανείς την ηλικία των συμμετεχόντων. Η λυρική και κάποιες φορές ασαφής γραφή του βιβλίου με αποπροσανατόλισε σε μεγάλο βαθμό. Με ένα τρόπο εκβιάζει το συναίσθημα, χωρίς στην πραγματικότητα να κατορθώνει να μπει στην ψυχολογία των κοριτσιών. Παρόλο που αλλάζουν οι αφηγητές, στην πραγματικότητα ξέρουμε καλά πως αφηγείται ένας ενήλικος άντρας. Η φωνή δεν είναι παιδική, τα συναισθήματα κρύβονται κάτω από ενός είδος συμβολισμό που είναι τόσο αποκρουστικός που προκαλεί. 

Θεωρώ την θεματολογία εκπληκτική, ο τρόπος όμως που χειρίστηκε ο συγγραφέας τις πρωταγωνίστριες του μου φάνηκε αδιάφορος. Διάβασα το μικρό βιβλίο σε μία καθισιά, δεν βαρέθηκα. Μόνο που στο τέλος αντί για κάθαρση ή ένταση, ένιωσα απογοήτευση. Γιατί χάθηκε μια λογοτεχνική ευκαιρία να ειπωθεί συγκλονιστικά μια τέτοια ιστορία. 

                                                                             
                                                  Κατερίνα Μαλακατέ


«Χέρια μικρά», Αντρές Μπάρμπα, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ.120







Υ.Γ. 42 Πάντως θα ξαναδιάβαζα βιβλίο του συγγραφέα, συνεχίζει να μου κινεί το ενδιαφέρον. 

5/3/18

"Χορεύοντας στο σκοτάδι- Ο Αγώνας μου, βιβλίο ΙV"- Karl Ove Knausgård



Πέρασε καιρός από τότε που διάβασα τα τρία πρώτα βιβλία της εξαλογίας του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ κι ο ενθουσιασμός μου έχει κοπάσει. Δεν έπιασα τον τόμο μόλις βγήκε, σχεδόν δεν τον σκέφτηκα για καιρό. Πριν από 1-2 εβδομάδες όμως είχα ένα προσωπικό πρόβλημα και παρατούσα τα βιβλία το ένα μετά το άλλο. Μέχρι που έπεσα πάλι πάνω στον Καρλ Ούβε. Ξεκίνησα τον τέταρτο τόμο – το «Χορεύοντας στο σκοτάδι»- κι ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα, βρέθηκα πάλι μέσα στη ζωή του, ταυτίστηκα, εκνευρίστηκα, χάρηκα, διάβασα. 

Ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ έχει ένα ύπουλο χάρισμα, μπορεί να διηγείται το πιο αδιάφορο πράγμα με τις πιο άχρωμες λεπτομέρειες κι όμως να τον παρακολουθείς με ενδιαφέρον. Τα κείμενά του έχουν τη δύναμη της μεγάλης αφήγησης, αφήνεται, παρασύρεται από μια εικόνα, κάνει φλας μπακ, επανέρχεται, μετά πάλι, η ροή του είναι απίστευτη. Η ροή της αφήγησης, γιατί η ροή της ζωής του δεν έχει τίποτα αξιοσημείωτο, εδώ που τα λέμε. 

Στο «Χορεύοντας στο σκοτάδι» παρακολουθούμε ως επί το πλείστον τον 18χρονο Καρλ Ούβε που έχει μόλις τελειώσει το σχολείο, κι αντί να πάει στο Πανεπιστήμιο επιλέγει να διδάξει ως καθηγητής σε ένα Λύκειο στην άκρη του πουθενά. Βλέπουμε τις πρώτες του συγγραφικές προσπάθειες, το διαζύγιο των γονιών του, το πρώτο του πήδημα. Ανακατεμένα και πολύχρωμα, σκοτεινά και ποτισμένα αλκοόλ. Η ίδια η ιστορία είναι παντελώς αδιάφορη. Είναι ο τρόπος του που την κάνει την ιστορία όλων μας. 

Ομολογώ πως δεν ανυπομονώ για τον πέμπτο τόμο- χωρίς να με έχει κουράσει έχει χαθεί κάτι από το πρωτόφαντο του πρώτου βιβλίου κι από την σκληρή ταύτιση που ένιωσα στο δεύτερο. Το τρίτο ήταν έτσι κι αλλιώς απογοητευτικό. Αυτό- το τέταρτο- με ξαναέβαλε στο κλίμα. Είμαι όμως πια αποστασιοποιημένη. Και δεν έχω καμία διάθεση να πάρω τον Καρλ Ούβε στην αγκαλιά μου και να τον παρηγορήσω. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Χορεύοντας στο σκοτάδι»- Ο αγώνας μου, βιβλίο τέταρτο, Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 596, 2017 

1/3/18

«όταν η ανάσα γίνεται αέρας», Paul Kalanithi





Ομολογώ πως – ίσως να φταίει ο εντελώς αδιάφορος τίτλος του- δεν είχα προσέξει καν το «όταν η ανάσα γίνεται αέρας» του Paul Kalanithi. Διάβασα όμως για αυτό στο blog του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου, κι ένιωσα αμέσως την ανάγκη να το αποκτήσω. 

Ο Paul Kalanithi ήταν ένας Αμερικάνος ειδικευόμενος νευροχειρουργός που σπούδασε πρώτα λογοτεχνία κι έπειτα ιατρική. Ο Paul πέθανε στα 36 του από γενικευμένο μεταστατικό καρκίνο, κι άφησε πίσω την γυναίκα και την κόρη του. Τους μήνες πριν πεθάνει έγραψε αυτό το βιβλίο, για το φοβερό πέρασμα από την ευθύνη για τον θάνατο ή την αναπηρία κάποιου άλλου, στην ευθύνη για τον δικό σου θάνατο. 

Έχω υπάρξει επαγγελματίας υγείας και κατανοώ βαθιά το πρώτο μέρος του βιβλίου. Εκεί ο Kalanithi εξηγεί πώς είναι να έχεις στην άκρη του νυστεριού σου και στην άκρη του μυαλού σου τη ζωή και τον θάνατο ενός ασθενούς. Πρέπει να συμφιλιωθείς με την ιδέα πως αν το νυστέρι πάει δύο χιλιοστά πιο μέσα, θα προκαλέσεις σύνδρομο «εγκλεισμού», κι αν πάει τρία, θα σκοτώσεις τον χειρουργούμενο. Πρέπει να συμφιλιωθείς με την ιδέα πως ακόμα κι αν το νυστέρι δεν πάει κατά λάθος πιο μέσα, οι ασθενείς σου θα πεθάνουν. 




Τι γίνεται όταν περνάς από την άλλη πλευρά της ρόμπας; Όταν δεν φοράς την πράσινη του χειρουργού, αλλά τη λευκή του ασθενούς. Τότε τα πράγματα γίνονται πιο προσωπικά. Ανάλογα το ποιος είσαι. Ο Kalanithi και η γυναίκα του ας πούμε, επέλεξαν να κάνουν ένα παιδί ενόσω εκείνος πέθαινε- ένα παιδί που δεν τους έτυχε, αλλά το επεδίωξαν να το γεννήσουν μέσω τεχνητής γονιμοποίησης. 

Το σοκ του θανάτου ενός ανθρώπου που είναι ακόμα απελπιστικά νέος κι έχει πολλή ζωή να ζήσει ακόμα, με κάποιο τρόπο μετριάζεται όταν το διηγείται ο ίδιος. Όταν αναλαμβάνει την ευθύνη της αφήγησης. Όταν μπορεί να σημαδέψει την τράπουλα. Αυτό μικραίνει και το σοκ του αναγνώστη, δίνει άλλη προοπτική στο δικό του άγχος θανάτου. Και τον στηρίζει- πιο δυνατά και με περισσότερη ενσυναίσθηση- από οποιοδήποτε αμιγώς λογοτεχνικό κείμενο. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



«όταν η ανάσα γίνεται αέρας», Paul Kalanithi, μετ.Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2017, σελ. 262

22/2/18

Τα δέκα πιο αγαπημένα μας βιβλία: reloaded




Δυσκολεύομαι πάρα πολύ όταν κάποιος μου ζητάει να απαριθμήσω τα αγαπημένα μου βιβλία. Δεν το παθαίνω με τις άλλες μορφές τέχνης, όπου είναι πολύ πιο περιορισμένες οι επιλογές μου, έχω δει πολύ λιγότερες ταινίες, είμαι σχεδόν κουφή στη μουσική, έχω πολύ μικρή σχέση με τα εικαστικά- την αποκτώ τώρα κυρίως μέσω του μεγάλου μου γιου. Τα βιβλία όμως που υπήρξαν στη ζωή μου από τότε που ήμουν πολύ μικρή με στοιχειώνουν.

Έμαθα ανάγνωση μάλλον αργά, εκεί κατά το τέλος της δευτέρας δημοτικού μπορούσα πια με άνεση να διαβάσω ένα κείμενο από μέσα μου. Όμως από τότε είμαι αναγνώστρια. Μη γελιόμαστε, αναγνώστες γινόμαστε όταν παίρνουμε μόνοι μας συνειδητά την απόφαση να κάτσουμε ήσυχοι και απομονωμένοι από τους άλλους και για κάποιο χρονικό διάστημα- μία ώρα, δύο ώρες, οκτώ ώρες- να διαβάσουμε κάτι στον εαυτό μας, να ψυχαγωγήσουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Πριν, όσο περιλαμβάνουμε και κάποιον άλλο στη διαδικασία, δεν μαθαίνουμε τον μηχανισμό της. Για αυτό άλλωστε και τελικά έχουμε πολύ λίγους ενήλικες αναγνώστες σε σχέση με την πλειοψηφία που όλο και κάτι τους διαβάζει η μαμά τους πριν τον ύπνο όσο είναι νήπια.

Με ρωτούν συχνά τι «φτιάχνει» έναν αναγνώστη. Δίνω την εύκολη απάντηση: η μίμηση, αν υπάρχουν βιβλία μες στο σπίτι και ο γονιός σου διαβάζει, τότε κάποια στιγμή θα τον μιμηθείς. Δεν είναι φυσικά αυτή μόνο η αλήθεια, μιας και ξέρω χτυπημένους βιβλιόφιλους που γεννήθηκαν σε σπίτια όπου η ανάγνωση ήταν αδιάφορη κι είχαν τρία βιβλία για ντεκόρ στο σκρίνιο, κι άλλους που δεν διαβάζουν τίποτα ενώ οι γονείς τους ήταν μνημειώδεις αναγνώστες.

Η διαδικασία της ανάγνωσης προϋποθέτει ένα ποσό μοναξιάς. Αυτή είναι η αλήθεια. Προϋποθέτει ένα παιδί, έναν έφηβο ή έναν ενήλικα που θα δυσκολευτεί, θα πονέσει και κυρίως θα βαρεθεί. Έπειτα θα επιχειρήσει να βρει παρηγοριά. Αυτό σε κάποιους ανθρώπους- η μοναξιά, η ενδοσκόπηση, η βαρεμάρα και τελικά η εύρεση της λύσης- έρχεται φυσικά. Παρατηρώ τον μεγάλο μου γιο. Επιδιώκει την απομόνωση, κάθεται με τις ώρες μπροστά στο άδειο χαρτί πριν ζωγραφίσει, λαμβάνει μεγάλη απόλαυση από το αποτέλεσμα. Μπορεί να χαζεύει βιβλία τέχνης για να κοιμηθεί. Έτσι ήμουν κι εγώ μικρή, επεδίωκα τη μοναξιά. Η μοναξιά και η ανία με οδήγησαν στα βιβλία- όσο απαίσιο κι αν ακούγεται. Τώρα πια, τριάντα χρόνια μετά, τα βιβλία παραμένουν η παρηγοριά μου, η διασκέδαση, η χαρά μου. Τα βιβλία όμως δεν είναι φίλοι μου. Τα βιβλία δεν είναι ζωή. Τα βιβλία είναι ο τρόπος μου να απαλύνω τον αφόρητο φόρτο της καθημερινότητας. Τα βιβλία είναι μέρος της ζωής.

Με ρωτάνε συχνά «μα πότε τα διαβάζεις όλα αυτά». Η απάντηση είναι απλή. Η ανάγνωση μου κάνει κέφι. Είναι μέρος κάθε μέρας. Είναι η ώρα που φυλάω για τον εαυτό μου. Είναι και η ώρα που ξεκλέβω για τον εαυτό μου. Έχω μάθει από πολύ μικρή να το κάνω αυτό, η συνήθεια είναι σπουδαίο τέρας. Έχω μάθει, σχεδόν σαν το σκυλί του Παβλόφ, να ψάχνω εκεί την απόλαυση. Ίσως αυτό δεν είναι τόσο υγιές, όσο νομίζουν οι περισσότεροι. Η ανάγνωση είναι και έξη, απαιτεί από τον αναγνώστη χρόνο, κόπο και χρήματα. Στην δική μου περίπτωση διαταράσσει και την οικογενειακή ζωή, ζητά μοναξιά.

Από αυτή την άποψη τα νεα μέσα διακόπτουν την ροή της ανάγνωσης. Με τα κινητά δεν βαριόμαστε ποτέ, δεν αφηνόμαστε στη θαυματουργή ανία, έχουμε πάντα κάτι να κάνουμε και σε κάποιον να μιλήσουμε. Από μια άλλη άποψη, τα νέα μέσα απαιτούν ολοένα κάτι να διαβάσεις- κι όχι να δεις- και κάτι κυρίως να γράψεις. Η νέα γενιά δεν ξεχνά τον τρόπο γραφής, δεν γράφει μόνο λίστες σούπερ μάρκετ, εξοικειώνεται με τον γραπτό λόγο, έστω τον γρήγορο. Αυτό θα φέρει μια νέα φουρνιά αναγνωστών. Θα είναι διαφορετικοί, αλλά δεν πιστεύω πως θα είναι λιγότεροι. Εξάλλου η νέα τεχνολογία κατηγορείται συνεχώς πως απαιτεί τη μοναξιά μας. Στην πράξη, η τέχνη απαιτεί τη μοναξιά μας πολύ πιο επιτακτικά. Την απαιτούσε πάντα.

Ξεκίνησα αυτό το ποστ γιατί σκέφτηκα πόσον καιρό έχουμε να γράψουμε λίστες, να μιλήσουμε για τα 10 πιο αγαπημένα μας βιβλία. Όμως στην πορεία η σκέψη μου ξεστράτισε. Δεν είμαι σίγουρη πια πως θέλω τις λίστες, δεν ξέρω αν θα κατορθώσω να γράψω μια δική μου. Αν θέλετε πάντως να γράψετε τα δέκα αγαπημένα σας βιβλία, ή να αναθεωρήσετε τη λίστα που κάνατε τότε, το 2013 και το 2016, μπορείτε. Δεν πρόκειται να βγάλω αποτελέσματα ούτε στατιστικά αυτή τη φορά. Αυτές οι λίστες από τότε που προέκυψαν στο blog, λειτουργούν μόνο σαν λίστες αναφοράς για τους άλλους αναγνώστες. Αφεθείτε ελεύθεροι, δεν ρωτάω ποια είναι τα παγκόσμια αριστουργήματα, ρωτάω ποια βιβλία στιγμάτισαν εσάς τους ίδιους, σας δημιούργησαν τη μεγαλύτερη χαρά, πήρατε από αυτά ατόφια απόλαυση.

Δεν είμαι καν σίγουρη πως θα γράψω εγώ λίστα στο τέλος.













16/2/18

"Δόκτωρ Γκλας", Hjalmar Söderberg



Εάν δεν είχα από την αρχή στον νου μου πως ο «Δόκτωρ Γκλας» του Γιάλμαρ Σέντερμπεργκ είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο το 1905, δεν θα δίσταζα να πιστέψω πως πρόκειται για ένα έργο της εποχής μας. Πρωτοποριακό, τόσο όσο προς την τεχνική της αφήγησης, όσο και ως προς τα θέματα που πραγματεύεται, ο «Δόκτωρ Γκλας» είναι ένα μυθιστόρημα που καταφέρνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να μιλήσει για όλα όσα απασχολούν τους ανθρώπους από καταβολής κόσμου, και να μην αφήσει τον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του. 

Ο Τύκο Γκλας είναι ένας τριαντάχρονος γιατρός. Εξωτερικά πρόκειται για έναν καλογυαλισμένο εστέτ που του αρέσουν τα ωραία ρούχα, το καλό φαγητό. Εσωτερικά έχουμε έναν άνθρωπο μάλλον σε κατάθλιψη, με μεγάλα ζόρια και αντικειμενική δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις- δεν είναι τυχαίο πως σε αυτή την ηλικία παραμένει παρθένος. Ο γιατρός τρέφει σφοδρότατη αντιπάθεια για κάθε τι άσχημο, αλλά κυρίως για τον ιερέα του χωριού, τον πάστορα Γκρεγκόριους,  που του είναι τόσο αντιπαθής ώστε δεν θέλει καν να τον χαιρετίσει στον δρόμο. Όταν η νεαρή όμορφη σύζυγος του πάστορα έρθει στο ιατρείο του και του ζητήσει τη βοήθειά του σε σχέση με τις σεξουαλικές ορμές του εν λόγω απεχθούς ιερέα, τότε ο Γκλας, θα τη βοηθήσει. Και θα μπει σε έναν κυκεώνα ηθικών διλημμάτων. 

Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και γράφω- για ποιον όμως; Όχι για κάποιον φίλο ή φίλη, ούτε καν για τον εαυτό μου, αφού δεν διαβάζω σήμερα αυτό που έγραψα χθες και ούτε πρόκειται να το διαβάσω αύριο. Γράφω για να κουνάω το χέρι μου, η σκέψη μου κινείται μόνη της· γράφω για να σκοτώσω τις ώρες της αγρύπνιας μου. Μα γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ; Δεν έχω κάνει τίποτα κακό. 

Το μυθιστόρημα είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογιακών καταγραφών του Γκλας, πράγμα που βοηθάει να διεισδύσουμε στη σκέψη του, αλλά κρατάει τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα του νουάρ. Ο Δόκτωρ Γκλας αναρωτιέται για την ηθική, για τον έρωτα- τον αηδιάζει η ιδέα της σωματικότητας, πως κάνουμε έρωτα με τα ίδια περίπου όργανα που ουρούμε-, αλλά έχει εμμονή με την αγνή μορφή του- ερωτεύεται κυρίως την λάμψη των γυναικών που είναι ερωτευμένες με έναν άλλο άντρα. Για τη ζωή και το θάνατο· την ευθανασία, την έκτρωση, την αυτοκτονία. Στο πρόσωπο του Γκρεγκόριους βλέπει τόσο μια μισητή πατρική φιγούρα, όσο και όλα όσα σιχαίνεται από αρχή. Όμως αυτό του δίνει το δικαίωμα να πράξει ανήθικα; Του δίνει το δικαίωμα να έχει λόγο στη ζωή και τον θάνατο;

Ποια σκέψη είχα άραγε πιο έντονη στο μυαλό μου όταν έφτιαχνα αυτά τα μικρά μαύρα χάπια για μένα; Να αυτοκτονήσω εξαιτίας ενός άτυχου έρωτα είναι κάτι που δεν θα μου περνούσε από το μυαλό. Πιο πιθανό θα ήταν να το έκανα εξαιτίας της φτώχειας. Η φτώχεια είναι φριχτή. Από όλα τα κακά που εντάσσονται στην κατηγορία της επιφανειακής δυστυχίας, η φτώχεια είναι αυτή που περισσότερο από όλα τα άλλα σου τρώει τα σωθικά.

Ο  Γκλας είναι ένας γιατρός που σιχαίνεται το σώμα, είναι ένας γιατρός που αναρωτιέται για τον όρκο του Ιπποκράτη, για το τι είναι κακό και τι όχι. Είναι ένας άνθρωπος που έχει διαμορφώσει το δικό του αξιακό σύστημα · παράλληλα είναι ένας αντικοινωνικός παρίας παρά το καλογυαλισμένο παρουσιαστικό του. Το πιο σοκαριστικό είναι πως ταυτίστηκα σε τόσα σημεία με τη σκέψη του που όταν έρχεται η ανατροπή του βιβλίου ένιωσα σαν να υπήρχε πιθανότητα να πράξω κι εγώ όπως αυτός. Αυτό φυσικά είναι η ηθική δύναμη του κειμένου, είναι ο λόγος που ο «Δόκτωρ Γκλας» θεωρείται κλασικό αριστούργημα. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ιδεών που όμως επιβάλλεται στον αναγνώστη, δεν τον αφήνει χαλαρό, τον κάνει μέτοχο των πράξεων. Και δεν θα σταματήσει να με εντυπωσιάζει πως όλα αυτά που μοιάζουν τόσο επίκαιρα σήμερα, τα σκέφτονταν οι άνθρωποι εκατό και βάλε χρόνια πριν -και μπορούσαν να τα εκφράσουν με τέτοιο τρόπο που να μας ταρακουνήσουν τώρα.

Όλοι μας θέλουμε να μας αγαπούν· εάν αυτό δεν γίνεται, τότε έστω ας μας θαυμάζουν· εάν κι αυτό δεν γίνεται, τότε να μας φοβούνται· εάν ούτε αυτό γίνεται, τότε να μας μισούν και να μας περιφρονούν. Θέλουμε οι άλλοι να νιώθουν κάτι για μaς. Η ψυχή μας τρέμει το κενό. Θέλει την επαφή, χωρίς να λογαριάζει το τίμημα.


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Γκλας", Σέντερμπεργκ, μετ. Αγγελική Νάτση, εκδ. Printa, 2017, σελ. 250 

9/2/18

"Υπόθεση Λέβενγουορθ", Anna Katharine Green





Είναι γνωστό πως δεν είμαι μεγάλη οπαδός των αστυνομικών μυθιστορημάτων, για την ακρίβεια τα τεράστια σκανδιναβικά τούβλα του σήμερα τα βαριέμαι εξόχως. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως στο αμαρτωλό αναγνωστικό μου παρελθόν δεν περιλαμβάνονται κλασικά αστυνομικά, Πουαρό και Σέρλοκ. Είχα καιρό να διαβάσω ένα κλασικό whodunit, με όλα τα κλισέ και τα στερεότυπα του είδους. Και ποιο καλύτερο τέτοιο θα μπορούσε να βρεθεί, από την «Υπόθεση Λέβενγουορθ» της Άννα Κάθριν Γκριν; 

Αν και στην Ελλάδα δεν είναι πολύ γνωστή, η αμερικανίδα συγγραφέας θεωρείται «μαμά» του αμερικάνικου αστυνομικού μυθιστορήματος, και η υπόθεση Λέβενγουορθ ένα από τα πρώτα «αστυνομικά δωματίου» που έβαλε τις βάσεις και ενέπνευσε την Αγκάθα Κρίστυ και τον σερ Κόναν Ντόυλ για να μεγαλουργήσουν στο είδος. Το μυθιστόρημα αποτέλεσε τεράστια επιτυχία όταν βγήκε πουλώντας πάνω από 750.000, ποσό μυθικό για την εποχή, κοντά 140 χρόνια πριν. Είναι από εκείνα τα βιβλία που αντιστέκονται στο χρόνο, κι ας είναι η πρόζα του χαρακτηριστικά βικτωριανή, κι ας πλατειάζει πού και πού στις περιγραφές δωματίων και ανθρώπων.

Βασικός ερευνητής και αφηγητής είναι ο νεαρός δικηγόρος Ρέιμοντ που βρίσκεται στο γραφείο του όταν τον ενημερώνουν πως ένας εξαιρετικά πλούσιος πελάτης δολοφονήθηκε. Σπεύδει στο σπίτι που έγινε ο φόνος και όπου διεξάγεται η προανάκριση. Ο κύριος Λέβενγουορθ ήταν ένας κάπως εκκεντρικός πλούσιος, που ασχολιόταν περισσότερο με τα βιβλία του, τον αγαπούσαν οι υπηρέτες, και οι δυο ανιψιές του, οι -εκπάγλου καλλονής- Μαίρη και Ελεάνορ. Από τις δυο, μονάχα η Μαίρη θα τον κληρονομούσε- ένα καπρίτσιο του θειου τους- αλλά αυτό φαίνεται να μην ενοχλούσε την Ελεάνορ. Ο νεαρός δικηγόρος θαμπώνεται από την ομορφιά της Ελεάνορ, κι όταν οι υποψίες στην προανάκριση θα πέσουν επάνω της, θα προσπαθήσει να μην σπιλωθεί το όνομά της. Την έρευνα την έχει αναλάβει ως ντετέκτιβ ο Εμπενίζερ Γκράις (ο ντετέκτιβ που θα εμφανιστεί και στα περισσότερα επόμενα βιβλία της Γκριν) που κρατά για τον εαυτό του τον τελικό λόγο και στο τέλος στήνει και μια κλασική σκηνή αποκάλυψης του δολοφόνου, όπου έχουμε και την ανατροπή.

Πρόκειται για ένα από τα πιο καλογραμμένα μυθιστορήματα του είδους, αν και είναι από τα πρώτα, αν όχι το πρώτο. Είναι γνωστό πως τόσο ο σερ Κόναν όσο και η Αγκάθα θαύμαζαν την Άννα Κάθριν Γκριν και εν πολλοίς αντέγραψαν τις μεθόδους της. Αλλά πέρα από αυτό, είναι ένα όμορφο βιβλίο, που θυμίζει την βικτωριανή καταγωγή του και θα μπορούσε να γοητεύσει με μεγάλη άνεση τους αναγνώστες του Γουίλκι Κόλλινς ή ακόμα και του Ντίκενς.


                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«Υπόθεση Λέβενγουορθ», Άννα Κάθριν Γκριν, μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 542



5/2/18

«Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου», Vicente Alfonso



Εάν ξεκινώντας να διαβάζεις «Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου» έχεις υπόψη σου τις κριτικές που το χαρακτηρίζουν «σκοτεινό νουάρ», θα απογοητευτείς οικτρά. Το βιβλίο του Μεξικανού Vicente Alfonso είναι ένα αποσπασματικό μυθιστόρημα, που διερευνά τις πολλαπλές ερμηνείες της μνήμης και της πραγματικότητας, αλλά αστυνομικό ή νουάρ, είναι μόνον τύποις. Σε πρώτο επίπεδο η γραφή του Alfonso είναι εύκολη και στρωτή, όμως ο τρόπος της αφήγησης, που συνεχώς αλλάζει, πρόσωπο, εστίαση, χρονική στιγμή, ανεβάζει το επίπεδο δυσκολίας, απαιτεί συγκέντρωση από τον αναγνώστη και τελικά συμβάλλει στην αναγνωστική απόλαυση. 

Ο ψυχολόγος Αλμπέρτο Αλμπόρες προσπαθεί να καταλάβει την υπόθεση του Ρώμου Αγιάλα και του ολόιδιου δίδυμου αδελφού του Ρωμύλου. Στην ιστορία εμπλέκεται η οικογένειά τους, ο πατέρας, η νεκρή μητέρα τους, ένας Μάγος σε Τσίρκο, μια γυναίκα κι ένας φόνος ενός τύπου σε ένα μπαρ. Για τον αναγνώστη όλα μοιάζουν κουβάρι. Όμως η γοητεία του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή, το μυστήριο και το νουάρ είναι η ίδια η αφήγηση. 

Πώς κατασκευάζονται οι αναμνήσεις; Μεταβάλλονται, συμφιλιώνονται, ωριμάζουν με τον χρόνο; ‘Η ξεθωριάζουν αργά όπως οι εφημερίδες στον ήλιο; Ίσως, κάποιες φορές, τα γεγονότα να κατακάθονται στη μνήμη, σαν τα λασπόνερα, που στην αρχή μας εμποδίζουν να δούμε αυτό που διαισθανόμαστε κοντινό. Όπως και να ‘χει, η ανασύσταση ενός αποσπάσματος μνήμης με χρήση διάφορων πηγών είναι σαν να ξυρίζεσαι μπροστά σε σπασμένο καθρέφτη: οι εκδοχές αντιφάσκουν σε κάποιες λεπτομέρειες και συμπίπτουν σε άλλες. 

Αυτό το απόσπασμα συνοψίζει όλο το βιβλίο. Περιέχει την άποψη του συγγραφέα για τη μνήμη και τις αναμνήσεις, και τελικά την αλήθεια (του καθενός). Το παιχνίδι με τους διδύμους θα μπορούσε να αποδειχτεί καταστροφικό, όμως ο Αλφόνσο το χρησιμοποιεί τόσο, όσο· όσο να είναι ενδιαφέρον αλλά να μην γίνεται σχηματικό. 

"Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου" [αν τα ψάχνετε- τα λείψανα- μέσα σε όλα αυτά, πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο] είναι ένα μυθιστόρημα που δουλεύει ύπουλα με τον χρόνο και το μυαλό του αναγνώστη. Κάποιες λεπτομέρειες δεν ξεκαθαρίζουν παρά μόνον μέρες μετά, όσο το σκέφτεσαι. Κάποιες άλλες ποτέ. Είναι ένα παιχνίδι, όχι μόνο με την αφήγηση αλλά και με τα πολλαπλά είδωλα της πραγματικότητας. Και τροφή για σκέψη για όσους γράφουν και διαβάζουν. 


                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



«Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου», Vicente Alfonso, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2017, σελ.246



30/1/18

"Όλες οι ψυχές", Javier Marías



Συνηθίζω να λέω πως ο Χαβιέρ Μαρίας γράφει όπως ακριβώς λειτουργεί το γυναικείο μυαλό - πολυεπίπεδα, υπεραναλυτικά, με μακριές προτάσεις γεμάτες άλλες δευτερεύουσες, φιλοσοφικά και πρακτικά μαζί. Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι ένας από τους πιο γοητευτικούς συγγραφείς των καιρών μας, ένας μάγος της αφήγησης, ικανός να μιλήσει για το πιο απλό και το τετριμμένο με τέτοιο τρόπο που να μην το ξεχάσεις ποτέ. Το «Όλες οι ψυχές» είναι από τα καλύτερά του μυθιστορήματα, θα το έβαζα στο ίδιο βάθρο με το «αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», ένα από τα βιβλία εκείνα που σε κάνουν να χαίρεσαι που είσαι συστηματικός αναγνώστης, γιατί έτσι έχεις την χαρά να διαβάζεις τέτοια διαμάντια. 

Η πλοκή είναι φαινομενικά μικρή. Ένας Ισπανός συγγραφέας περνάει δύο χρόνια στην Οξφόρδη ως επισκέπτης-καθηγητής. Στην πραγματικότητα μέσα στην εβδομάδα έχει πολύ λίγα πράγματα να κάνει- πιο πολύ από όλα απολαμβάνει τα «μεταφραστικά του σεμινάρια» όπου εφευρίσκει με άνεση ένα σωρό ετυμολογίες- και για αυτό περνά τον καιρό του από παλαιοβιβλιοπωλείο σε παλαιοβιβλιοπωλείο ψάχνοντας σπάνια βιβλία. 

Με τρεις ανθρώπους σχετίζεται περισσότερο, τον καθηγητή του Κρόμερ-Μπλέικ, με τον καθηγητή του καθηγητή του, Τόμπυ Ράιλαντς και με την Κλερ Μπέις, μια όμορφη παντρεμένη συν-καθηγήτρια με την οποία διατηρεί έναν μάλλον χαλαρό παράνομο δεσμό. Οι Κυριακές του μοιάζουν αφόρητες, εκείνος μοιάζει να περιφέρεται άσκοπα, και η ζωή μοιάζει σαν μια ατέλειωτη φάρσα με κολλεγιακά δείπνα. 

Με την πρώτη ματιά θα έλεγε κανείς πως έχουμε να κάνουμε με ένα campus novel. Όμως το Όλες οι ψυχές είναι πολύ περισσότερο από αυτό. Η ατμόσφαιρα της Οξφόρδης μεταφέρεται με χιούμορ και ένταση, αλλά αυτό είναι είναι μονάχα το πρόσχημα. Όπως πάντα ο Μαρίας γράφει ένα φιλοσοφικό μυθιστόρημα, στοχάζεται πάνω στον έρωτα, τον γάμο, τις επιλογές, τα βιβλία, τη μνήμη, την παραδοξότητας της ανθρώπινης ζωής και τελικά τον θάνατο. 

[]Το αβάσταχτο είναι να ξέρεις πως κάποια δεδομένη στιγμή θα πρέπει να παραιτηθείς από τα πάντα (αυτό ισχύει για όλους), ό,τι κι αν είναι αυτό που συνιστά τα πάντα αυτό είναι το ένα και μοναδικό πράγμα που ξέρουμε και έχουμε συνηθίσει. Καταλαβαίνω καλά, λοιπόν, αυτόν που δεν θέλει να πεθάνει μόνο και μόνο επειδή δεν θα μπορέσει να διαβάσει το επόμενο βιβλίο του αγαπημένου του συγγραφέα, ή να δει την επόμενη ταινία της ηθοποιού που θαυμάζει, ή να ξαναπιεί μπίρα, ή να λύσει το αυριανό σταυρόλεξο, ή να δει το σήριαλ που βλέπει στην τηλεόραση, ή γιατί δεν θα μάθει ποια ομάδα νίκησε στο φετινό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. []


Μοιάζει σαν ο Χαβιέρ Μαρίας να γράφει ολοένα το ίδιο βιβλίο. Είναι ένας συγγραφέας βυθισμένος στις εμμονές, στα βιβλία και τον έρωτα. Όμως από την άλλη, το κάθε μυθιστόρημά του που διαβάζεις- αν και συνεισφέρει στο σύνολο- είναι από μόνο του ένα μικρό κομψοτέχνημα. Ένα λιθαράκι ακόμα στην εργογραφία του, ένας λόγος ακόμα για να νιώθεις τυχερός που τον «ανακάλυψες».


                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 


«Όλες οι ψυχές», Χαβιέρ Μαρίας, εκδ. Κέδρος, μετ. Ελένη Χαράτση, 1997, σελ. 247











Υ.Γ. 42 Είναι καραεξαντλημένο, μην ακούσω γκρίνιες.

Τα υπόλοιπα βιβλία του Μαρίας που έχω διαβάσει: 

«Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς», Javier Marías

Το πρόσωπό σου αύριο- 1. Πυρετός και Λόγχη", Javier Marías

"Τα λημέρια του λύκου", Javier Marias

"όταν ήμουν θνητός", Javier Marias

Ερωτοτροπίες", Javier Marias

«καρδιά τόσο άσπρη», Javier Marías

25/1/18

Στην (εξωτική) βιβλιοθήκη του Αλίμου: ολική επαναφορά



Πριν κάποια χρόνια είχα πάει πρώτη φορά στην (εξωτική) βιβλιοθήκη του Αλίμου. Ομολογώ πως είχα απογοητευτεί αρκετά κι έκτοτε δεν είχα κάνει άλλες επισκέψεις. Τον τελευταίο καιρό ένας φίλος βιβλιοθηκονόμος με έβαλε στη διαδικασία να δωρίσω Το Σχέδιο σε κάποιες βιβλιοθήκες. Θεωρεί πως είναι ανεπίτρεπτο να μην υπάρχουν τα βιβλία ενός συγγραφέα έστω στις βιβλιοθήκες του τόπου του. Και συμφωνώ μαζί του. 

Νιώθω λίγη- το understatement του αιώνα- ντροπή κάθε φορά που μπαίνω σε μια βιβλιοθήκη κραδαίνοντας ένα αντίτυπο του βιβλίου μου, για αυτό δεν μπορώ να πω πως το σχέδιο έχει προχωρήσει αρκετά, για την ακρίβεια έχω κάνει τη διαδικασία μόνο δυο φορές, κι ακόμα δεν έχω βρει το θάρρος να στείλω mail σε κάποιες πιο μακρινές για να ρωτήσω αν μπορώ να τους το στείλω. [Ναι, κάποιοι συγγραφείς είναι κάπως αγοραφοβικοί, τι να κάνουμε τώρα;]

Αλλά στην επίσκεψή μου στη βιβλιοθήκη του Αλίμου με περίμενε μια έκπληξη. Μια γλυκιά βιβλιοθηκονόμος με κοίταξε, κοίταξε και το βιβλίο στα χέρια μου και είπε «Εσείς είστε». Μετά μου εξήγησε. Όταν πήρε τη θέση στη βιβλιοθήκη του Αλίμου, αναζήτησε πληροφορίες στο διαδίκτυο κι έπεσε πάνω στην ανάρτησή μου εδώ. Στην αρχή φοβήθηκε, μετά πιθανολογώ πως πείσμωσε. Και τελικά αποφάσισε να τα αλλάξει όλα. Με την προτροπή της, και την καλή διάθεση των υπόλοιπων βιβλιοθηκονόμων, ο χώρος άλλαξε. Τώρα πια το παιδικό τμήμα είναι καθαρό και ολοκαίνουργιο, σε ξεχωριστό χώρο, με νέα βιβλία. Και αρκετές παρουσιάσεις βιβλίων για παιδιά.




Το τμήμα των ενηλίκων συνεχίζει να έχει ελλείψεις σε βιβλία. Όμως είναι πια πλήρως καταλογογραφημένα και προσβάσιμα από το internet, σε καθαρά ράφια, ανά κατηγορία κι είναι εύκολο να βρεις ο,τι υπάρχει. Στον χώρο υπάρχουν από φέτος τραπέζια, όμορφα αμπαζούρ και υπολογιστές, για να μπορεί κανείς να διαβάζει κι εκεί, ενώ δοκιμάζουν δειλά και βιβλιοπαρουσιάσεις, χωρίς μεγάλη επιτυχία ακόμα. Έχουν μια ολοκαίνουργια Λέσχη Ανάγνωσης. Μέχρι και σεμινάρια δημιουργικής γραφής για εφήβους. 

Βγήκα από το κτήριο- που ακόμα θυμίζει εφορία απέξω, κι είναι κάπως δύσκολο να βρεις την είσοδό του- κι ένιωθα ανάλαφρη. Όλα αυτά έγιναν γιατί βρέθηκαν άνθρωποι που αγαπούν τη δουλειά τους. Μη φανταστείτε πως κόστισαν φοβερά χρήματα, μόνο συνεχή προσπάθεια κι αγάπη, κι ατελείωτες ώρες εργασίας. Οι βιβλιοθηκονόμοι συναρμολόγησαν οι ίδιοι τα χαριτωμένα παιδικά τραπεζάκια- ναι, δεν είναι η δουλειά τους. Αλλά ακόμα κι έτσι, μια νέα πνοή ήρθε στη Δημοτική βιβλιοθήκη Αλίμου. Τόσο, που μοιάζει όντως εξωτικό πώς κατάφεραν τόσα πολλά, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. 


                                                                             Κατερίνα Μαλακατέ









22/1/18

"Σεργιάνι στο Γκιναρντό", Juan Marsé



Ένας άντρας κι ένα δεκατετράχρονο ορφανό κορίτσι σεργιανίζουν στο Γκιναρντό της Βακερλώνης τη μέρα που έπεσε ο Χίτλερ. Ο άντρας είναι ένας μεσόκοπος αστυνομικός, κουρασμένος και παραιτημένος, που χρειάζεται το κορίτσι για να αναγνωρίσει τον –νεκρό- αλήτη που τη βίασε δυο χρόνια πριν. Το κορίτσι ζει σε ένα σπίτι για ορφανά που το διευθύνει η κουνιάδα του αστυνομικού, κι έχει στα 14 της ήδη παραιτηθεί. Η κουτοπονηρία του κοριτσιού, να σέρνει τον αστυνομικό και την εικόνα της Μελαμψής Παρθένου όλο το απόγευμα από υποτιθέμενη δουλειά σε υποτιθέμενη δουλειά, και η αργή αποκάλυψη της σήψης, δίνουν μια δυνατή νουβέλα, ένα βιβλίο ελάχιστων σελίδων που ο αναγνώστης θα το θυμάται για καιρό. 

Μέσα από το σεργιάνι, δεν αναδύεται μονάχα η παρακμή της μεταπολεμικής Φρανκικής Ισπανίας, αλλά και το μάταιο της ανθρώπινης ζωής. Οι δυο τους, μια έφηβη κι ένας μεσόκοπος, είναι ήδη σπαταλημένοι. Η αφήγηση δεν σε κάνει να βαρεθείς καμία στιγμή, ο αφηγητής βλέπει τους ίδιους ήρωες του με μια πικρή ειρωνεία, δεν τους ωραιοποιεί, δεν τους καταδικάζει. Και τελικά δεν τους λυτρώνει. 

Η τοιχογραφία της Βαρκελώνης, η παρουσίαση ένα σωρό χαρακτηριστικών ανθρώπων, ο τρόπος που χειρίζεται το πολιτικό αλλά και το θρησκευτικό κομμάτι του μυθιστορήματος ο συγγραφέας απαιτούν ιδιαίτερη μαστορία. Είναι σίγουρο πως ελάχιστοι θα τα είχαν καταφέρει, οι ισορροπίες είναι ταυτόχρονα λεπτές και σαφείς. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να παρεκτραπεί. Το "Σεργιάνι στο Γκιναρντό εκδόθηκε το 1984, ο Χουάν Μαρσέ είναι σπουδαίο όνομα της Ισπανικής λογοτεχνίας, έχει τιμηθεί σχεδόν με όλα τα βραβεία. Κι αυτό είναι ένα βιβλίο που θα με αναγκάσει να διαβάσω στο μέλλον και τα υπόλοιπά του όσο θα μεταφράζονται.


                        
                                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ



"Σεργιάνι στο Γκιναρντό", Χουάν Μαρσέ, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Πατάκης, 2016, σελ. 148