13/7/18

«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez





Ομολογώ πως έχω ένα-ίσως και κάπως διεστραμμένο- ενδιαφέρον για τον Γιόζεφ Μένγκελε. Η αγριότητα των εγκλημάτων του, ο τρόπος που διαστρέβλωσε την ιατρική ηθική, τα θέματα που βάζει η περίπτωσή του και άλλων αντίστοιχων σε όσους έχουν δουλέψει στον τομέα της βιολογίας, της φαρμακευτικής, της ιατρικής, της υγείας και της έρευνας με απασχολούσαν από πολύ μικρή· σίγουρα την εποχή που ήμουν στο Πανεπιστήμιο. 

Για αυτό όταν βγήκε «Η εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε» πήρα το βιβλίο σχεδόν αμέσως. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική καταγραφή των πεπραγμένων του αφού διέφυγε από την Γερμανία που κατέρρεε, των χρόνων του δηλαδή στη Λατινική Αμερική, όπου και πέθανε, χωρίς ποτέ να πληρώσει για τα εγκλήματά του. Στο βιβλίο παρακολουθούμε τον Μένγκελε σαν να ήταν ο οποιοσδήποτε φυγάς, άλλοτε να πρέπει να κρύβεται και να ζει σε άθλιες συνθήκες, κι άλλοτε σε φαντεζί δικτατορίες φιλικές προς τον Ναζισμό, που του επέτρεπαν να κάνει μπίζνες και να ζει πλουσιοπάροχα. Καθ' όλη τη διάρκεια της πολυετούς εξορίας του είχε την στήριξη της πάμπλουτης οικογένειάς του, σε κάποια φάση δε παντρεύτηκε και τη χήρα του αδελφού του και τόλμησε να έρθει και στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα όλα τα χρόνια φαίνεται σα να μην τον κυνηγούσε κανείς σοβαρά, ίσως μια φορά η Ισραηλινοί να το προσπάθησαν, και μόνο η παράνοιά του του δημιουργούσε προβλήματα. Παρέμεινε αμετανόητος ναζιστής, δεν αναλογίστηκε ποτέ όσα έκανε, δεν ζήτησε ποτέ συγγνώμη, ούτε κατανόησε τη σοβαρότητα τους. 

Το βιβλίο είναι μια ψυχρή καταγραφή της πορείας του, χωρίς αξιολογικές κρίσεις ή προσπάθεια να εμβαθύνει ο συγγραφέας στον χαρακτήρα. Είναι κάτι ανάμεσα σε δημοσιογραφική έρευνα- που της λείπει όμως η τεκμηρίωση- και μάλλον αποτυχημένη μυθιστορηματική βιογραφία. Καταγράφονται οι κινήσεις του Μένγκελε, οι μετακινήσεις του από χώρα σε χώρα, ο τρόπος που επικοινωνεί και με ποιους, αλλά ο Olivier Guez δεν φαίνεται να έχει βρει μια σαφή αφηγηματική φωνή και παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων. Αυτό το υλικό, στα χέρια ενός στιβαρού λογοτέχνη, θα μπορούσε κυριολεκτικά να απογειωθεί. Τώρα το κείμενο μένει σε χαμηλές πτήσεις, αν και κανείς δεν θα μπορούσε να υποβιβάσει την αξία της έρευνας που κρύβεται από πίσω. Είναι φανερό πως όλο αυτό απαιτεί σκληρή δουλειά. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει μέτριο, ενώ θα μπορούσε να είναι συγκλονιστικό.



                                                                                Κατερίνα Μαλακατέ




«Η Εξαφάνιση του Γιόζεφ Μένγκελε», Olivier Guez, μετ. Ευγενία Γραμματικοπούλου, εκδ. Κριτική, 2018, σελ. 304







Υ.Γ. 42 Ενώ μια μαρτυρία σαν κι αυτή, μπορεί να σε στείλει αδιάβαστο.






1/7/18

Το αναγνωστικό μπλοκάρισμα






Ξέρω πολλούς συγγραφείς που διατρανώνουν πως όταν γράφουν δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω πολλές μαμάδες που λένε πως από τότε που έκαναν παιδιά δεν διαβάζουν.
Δεν είμαι από αυτές

Ξέρω πολλούς που διατείνονται πως διαβάζουν πολύ για τις σπουδές ή τη δουλειά τους και μετά δεν θέλουν άλλο. 
Δεν είμαι από αυτούς.

Ξέρω κι άλλους που λένε πως δεν έχουν χρήματα για βιβλία.
Ούτε από αυτούς είμαι. 

Είμαι από τους άλλους, που και στο μπουκάλι να τους κλείσεις, θα διαβάσουν την ετικέτα. 




Όμως εκ των πραγμάτων περνάω περιόδους που δεν διαβάζω, συσσωρεύονται τα βιβλία γύρω μου κι εγώ κολλάω στην ίδια σελίδα, του ίδιου βιβλίου που μπορεί να διαβάσω ξανά και ξανά πριν με πάρει ο ύπνος. Μερικές φορές φταίει το βιβλίο, δεν ήταν η στιγμή του κι η στιγμή μας. Άλλες φταίω εγώ. Δεν έχω όρεξη για διάβασμα και για αυτό «δεν βρίσκω χρόνο». Εγώ έχω όλη την καλή διάθεση να διαβάσω, αλλά με «παίρνει μπάλα η ζωή». Άσε που έχω κι ένα παζλ να τελειώσω και μια σειρά να δω, και μοιάζει τόσο δελεαστική αυτή η τετράωρη Κορεάτικη ταινία. 





Δικαιολογίες. Φυσικά. Απλά χρειάζεται το μυαλό να ξεμπουκώσει, να πετάξει αλλού χωρίς βοηθήματα. Για να επανέλθει μετά στη βολή της μυθοπλασίας, πιθανότατα με περισσότερη δύναμη και ορμή. Ή έτσι θέλω να πιστεύω. Γιατί συχνά με πιάνει ένας ενδόμυχος τρόμος. Κι αν δεν έχω ποτέ ξανά όρεξη για διάβασμα, τι θα απογίνω. Η ανάγνωση ήταν πάντοτε μια κάποια λύση.




19/6/18

"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Italo Svevo




«Η συνείδηση του Ζήνωνα» του Ίταλο Σβέβο είναι ένα βιβλίο για το οποίο λέγονται πολλά βαρύγδουπα και σημαντικά: είναι ένα δείγμα του πρώιμου μοντερνισμού, ο Ίταλο Σβέβο ήταν καρδιακός φίλος του Τζέιμς Τζόυς, κι ήταν αυτός ο τελευταίος που προώθησε το μυθιστόρημα στη Γαλλία για να βρει τη θέση του στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Τζόυς είχε στον νου του τον Σβέβο όταν έγραφε τον Λέοπολντ Μπλουμ, κι άλλα τέτοια ηχηρά. Αυτό που ξεχνάνε πολύ συχνά να πουν είναι πως πρόκειται για απολαυστικό ανάγνωσμα. 

Ο Ζήνων ξεκινά να γράφει πρωτοπρόσωπα για τη ζωή του γιατί του το ζητά ο ψυχαναλυτής του. Κάποια στιγμή αποφασίζει πως η θεραπεία δεν τον βοηθά και την παρατάει. Ο γιατρός για να τον εκδικηθεί δημοσιοποιεί το πόνημά του. Έτσι παρακολουθούμε έναν αναξιόπιστο αφηγητή, που μας λέει ό,τι τον βολεύει και δικαιολογεί τον εαυτό του τόσο ώστε ώρες ώρες δεν μπορεί ούτε ο ίδιος να διαχωρίσει τι είναι αλήθεια και τι όχι. 

Ο Ζήνων κληρονόμησε από τον πατέρα του μια ακμαία εμπορική επιχείρηση, με τον όρο να μην τη διευθύνει ποτέ αυτός. Ο διαχειριστής του είναι ικανός, κι έτσι ο Ζήνων μένει άεργος. Σε σχετικά ώριμη ηλικία γνωρίζει τον Μαλφέντι, έναν γοητευτικό έμπορο, κι αποφασίζει να παντρευτεί μια από τις κόρες του χωρίς να τις γνωρίζει. Στην σκηνή που επιτέλους συστήνονται, αυτός γοητεύεται από την όμορφη Άντα, αλλά φυσικά όλοι ξέρουμε πως θα πάρει τελικά την αλλήθωρη Αυγούστα. Ο Ζήνων φαντασιώνεται πως ίσως θα είχε ταλέντο στο εμπόριο, αλλά ούτε ο ίδιος τολμά να αναλάβει τις επιχειρήσεις του, παρά μόνον να βοηθά στις επιχειρήσεις του άντρα που παντρεύεται τελικά η Άντα- και αντίζηλού του- χωρίς καμία ευθύνη

Αυτό που ξεχωρίζει το βιβλίο είναι το απίστευτο χιούμορ- σε ολόκληρα κεφάλαια, όπως αυτό για το κάπνισμα, σε απλές ατάκες, στο σύνολο της πλοκής. Ο συγγραφέας κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, τον βάζει βαθιά στο παράδοξο της ίδιας της ύπαρξης, γράφει ένα μυθιστόρημα stream of consciousness, αλλά δεν αφήνει ποτέ να βαρεθείς. Ο Ζήνων είναι κατά φαντασίαν ασθενής, ζει πάντα με φανταστικούς πόνους από φανταστικές ασθένειες, είναι τόσο αποξενωμένος από τα ίδια του τα αισθήματα που δεν μπορεί να τα ορίσει. Αν και παντρεύεται την Αυγούστα από ένα καπρίτσιο της στιγμής, είναι φαινομενικά πολύ καλός σύζυγος, πολύ καλύτερος από τον Γκουίντο που πήρε  η Άντα. Βεβαίως την Αυγούστα την απατάει, ντρέπεται ακόμα και να τη δείξει στην ερωμένη του, αδιαφορεί για τα παιδιά τους, αλλά τα πεθερικά του τον αγαπούν κι η γυναίκα του μοιάζει ευτυχής. 

Ο Σβέβο είχε, λένε, πολλά εξωτερικά χαρακτηριστικά όμοια με τον Ζήνωνα, ήταν φαλακρός, πλούσιος, μιλούσε τη διάλεκτο της Τεργέστης κι όχι τα επίσημα Ιταλικά κι ήταν εξαρτημένος από το τσιγάρο. Είμαι σίγουρη πως χρησιμοποίησε αυτά τα αυτοβιογραφικά στοιχεία ως μέρος της φάρσας, για να διασκεδάσει ο ίδιος. Γιατί ενώ πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο, σε καμία στιγμή δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του· ούτε όταν μιλάει για τον θάνατο, τον έρωτα, τον πόλεμο. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η συνείδηση του Ζήνωνα", Ίταλο Σβέβο, μετ. Έφη Καλλιφατίδη, εκδ. Αντίποδες, 2018, σελ. 597 




Υ.Γ. 42 Η συγκεκριμένη μετάφραση της Συνείδησης του Ζήνωνα, έχει για μένα μεγάλη συναισθηματική αξία. Πριν κάποιον καιρό ανέβηκε στο γκρουπ Διαβάζοντας μια ανάρτηση. Έλεγε πόσο υπέροχο βιβλίο είναι αυτό, αλλά και πόσο παραμελημένο: η έκδοση του Εξάντα ήταν εξαντλημένη και η μετάφραση κακή. Η Έφη Καλλιφατίδη που παρακολουθούσε συστηματικά το γκρουπ έγραψε στα σχόλια πως είχε κάνει κάποτε για τον εαυτό της μια μετάφραση του βιβλίου, για δική της ευχαρίστηση, που βρισκόταν σε τετράδια, ούτε καν σε αρχείο υπολογιστή. Κάποια μέλη του γκρουπ δέχτηκαν να μεταγράψουν τα τετράδια, η Έφη άρχισε να δουλεύει ξανά εντατικά τη μετάφραση- μαζί με τις κανονικές δουλειές της. Και δεν άργησε να βρεθεί εκδότης με ανοιχτές κεραίες, οι Αντίποδες. Στο μεταξύ εγώ έγινα φίλη με αυτή τη σπουδαία κυρία, που πάλευε με μια δυστυχώς ανίατη ασθένεια, αλλά δεν έχανε το χιούμορ της στιγμή. Όταν πια η Συνείδηση του Ζήνωνα βγήκε στα βιβλιοπωλεία, η Έφη Καλλιφατίδη δεν υπήρχε πια. Λυπήθηκα σαν να έχασα δικό μου άνθρωπο, όμως είμαι σίγουρη πως θα είναι πολύ περήφανη για το κύκνειο άσμα της. 

8/6/18

«Τρυφερή είναι η νύχτα», Francis Scott Fitzgerald



Βιβλίο αισθαντικό, το «Τρυφερή είναι η νύχτα», το κύκνειο άσμα του Φ.Σ. Φιτζέραλντ, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν χορταίνεις να διαβάζεις. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συναρπάζουν τον αναγνώστη στον Μεγάλο Γκάτσμπυ, αλλά με μια διαφορετική, λιγότερο πυρετική και πιο ουσιαστική ματιά. Ξέρω πως ακούγεται περίεργο, μα νομίζω πως προτιμώ τη Νύχτα από τον Γκάτσμπυ

Το βιβλίο έχει εκδοθεί σε διάφορες εκδοχές και η ελληνική μετάφραση ακολουθεί την τελευταία, που μας ενημερώνει από την αρχή για την αρρώστια της πρωταγωνίστριας κι ακολουθεί μια πιο γραμμική πλοκή. Παρ’ όλα αυτά δεν χάνεται τίποτα από την δύναμή του, δεν είναι ένα βιβλίο που στηρίζεται στην έκπληξη ή στα μοντερνιστικά παιχνίδια, αλλά στο αφηγηματικό βάθος. 

Ο Ντικ Ντάιβερ είναι ένας νεαρός ψυχίατρος που γνωρίζει τη Νικόλ όσο εκείνη νοσηλεύεται στην κλινική ενός φίλους του γιατί είχε μια κρίση παράνοιας. Αν και στην αρχή αντιστέκεται, τελικά ερωτεύεται και παντρεύεται την ασθενή του που είναι πανέμορφη και συνάμα πάμπλουτη. Λίγα χρόνια αργότερα κι ενώ κάνουν μπάνιο με τους φίλους τους κάπου στη Γαλλική Ριβιέρα, το ζευγάρι θα γνωρίσει τη νεαρή ηθοποιό Ρόζμαρι. Το κορίτσι θα γοητευτεί από τον Ντικ και θα τον ερωτευτεί. 

Οι Ντάιβερς ζουν μια ζωή μέσα στα πλούτη, με φίλους, πάρτυ, ταξίδια, είναι γοητευτικοί και έξυπνοι και οι δύο. Έχουν και δυο παιδιά που δεν τους ανησυχούν ιδιαίτερα, τα προσέχουν οι νταντάδες. Φαινομενικά τα έχουν όλα. Μόνο που εκείνη δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν κι εκείνος δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν. 

Το βιβλίο παρακολουθεί την πτώση τους, που είναι σαφής αλλά ανεπαίσθητη, ένα βήμα τη φορά. Ο Φιτζέραλντ κεντάει τους χαρακτήρες, αφήνει να φανεί όλη η ευαισθησία κι ο πόνος του. Δεν είναι κρυφό πως η Νικόλ- και οι κρίσεις της- είναι στηριγμένη πάνω στη γυναίκα του Ζέλντα. Και πως ο Ντικ- και ο αλκοολισμός του- είναι στηριγμένος στον ίδιο τον συγγραφέα. Πρόκειται για ένα γλυκό βιβλίο, για ένα πικρό βιβλίο, για ένα ίσως από τα πιο αληθινά μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ. Και θα άξιζε από μόνο του για να δώσει στον Φιτζέραλντ μια θέση στην αιωνιότητα. 



                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ 



«Τρυφερή είναι η νύχτα», Φ.Σ. Φιτζέραλντ, μετ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ 476











Ode to a Nightingale

My heart aches, and a drowsy numbness pains 
         My sense, as though of hemlock I had drunk, 
Or emptied some dull opiate to the drains 
         One minute past, and Lethe-wards had sunk: 
'Tis not through envy of thy happy lot, 
         But being too happy in thine happiness,— 
                That thou, light-winged Dryad of the trees 
                        In some melodious plot 
         Of beechen green, and shadows numberless, 
                Singest of summer in full-throated ease. 

O, for a draught of vintage! that hath been 
         Cool'd a long age in the deep-delved earth, 
Tasting of Flora and the country green, 
         Dance, and Provençal song, and sunburnt mirth! 
O for a beaker full of the warm South, 
         Full of the true, the blushful Hippocrene, 
                With beaded bubbles winking at the brim, 
                        And purple-stained mouth; 
         That I might drink, and leave the world unseen, 
                And with thee fade away into the forest dim: 

Fade far away, dissolve, and quite forget 
         What thou among the leaves hast never known, 
The weariness, the fever, and the fret 
         Here, where men sit and hear each other groan; 
Where palsy shakes a few, sad, last gray hairs, 
         Where youth grows pale, and spectre-thin, and dies; 
                Where but to think is to be full of sorrow 
                        And leaden-eyed despairs, 
         Where Beauty cannot keep her lustrous eyes, 
                Or new Love pine at them beyond to-morrow. 

Away! away! for I will fly to thee, 
         Not charioted by Bacchus and his pards, 
But on the viewless wings of Poesy, 
         Though the dull brain perplexes and retards: 
Already with thee! tender is the night, 
         And haply the Queen-Moon is on her throne, 
                Cluster'd around by all her starry Fays; 
                        But here there is no light, 
         Save what from heaven is with the breezes blown 
                Through verdurous glooms and winding mossy ways. 

I cannot see what flowers are at my feet, 
         Nor what soft incense hangs upon the boughs, 
But, in embalmed darkness, guess each sweet 
         Wherewith the seasonable month endows 
The grass, the thicket, and the fruit-tree wild; 
         White hawthorn, and the pastoral eglantine; 
                Fast fading violets cover'd up in leaves; 
                        And mid-May's eldest child, 
         The coming musk-rose, full of dewy wine, 
                The murmurous haunt of flies on summer eves. 

Darkling I listen; and, for many a time 
         I have been half in love with easeful Death, 
Call'd him soft names in many a mused rhyme, 
         To take into the air my quiet breath; 
                Now more than ever seems it rich to die, 
         To cease upon the midnight with no pain, 
                While thou art pouring forth thy soul abroad 
                        In such an ecstasy! 
         Still wouldst thou sing, and I have ears in vain— 
                   To thy high requiem become a sod. 

Thou wast not born for death, immortal Bird! 
         No hungry generations tread thee down; 
The voice I hear this passing night was heard 
         In ancient days by emperor and clown: 
Perhaps the self-same song that found a path 
         Through the sad heart of Ruth, when, sick for home, 
                She stood in tears amid the alien corn; 
                        The same that oft-times hath 
         Charm'd magic casements, opening on the foam 
                Of perilous seas, in faery lands forlorn. 

Forlorn! the very word is like a bell 
         To toll me back from thee to my sole self! 
Adieu! the fancy cannot cheat so well 
         As she is fam'd to do, deceiving elf. 
Adieu! adieu! thy plaintive anthem fades 
         Past the near meadows, over the still stream, 
                Up the hill-side; and now 'tis buried deep 
                        In the next valley-glades: 
         Was it a vision, or a waking dream? 
                Fled is that music:—Do I wake or sleep? 


30/5/18

"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett





        «Για φαντάσου», είπε η αδελφή Μαίρη. «Κρατάω στα χέρια μου τον ίδιο τον Αντίχριστο. Και κάνω μπανάκι τον Αντίχριστο. Και μετράω τα μικρά του δαχτυλάκια…»
Τώρα μιλούσε απευθείας το μωρό, χαμένη σ’ έναν δικό της κόσμο. Ο Κρόουλυ κούνησε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό της.
«Αδελφή Μαίρη; Ναι; Αδελφή Μαίρη, μ’ ακούς;»
«Α, με συγχωρείτε. Σκέτη γλύκα είναι, πάντως. Στον μπαμπά του μοιάζει; Πάω στοίχημα ότι του μοιάζει. Στον μπαμπακούλη του μοιάζει μωρέ…;»
«Όχι» είπε ξερά ο Κρόουλυ. 


Ένα βιβλίο που έγραψαν το 1990 ο Τέρυ Πράτσετ με τον Νιλ Γκάιμαν μαζί, ανταλλάσσοντας δισκέτες με το ταχυδρομείο, δεν μπορεί παρά να είναι αστείο. Για αυτό δεν είχα καμία αμφιβολία. Υπάρχει όμως σε αυτό και κάτι παραπάνω που θα σε τραβήξει να συνεχίσεις την ανάγνωση και να μην το παρατήσεις; Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο είναι περισσότερο Πράτσετ από ό,τι Γκάιμαν, σατιρίζει τους πάντες και τα πάντα, δεν κολλάει πουθενά, στιγμές στιγμές η πλάκα χοντραίνει και φτάνει σε λυκειακά επίπεδα. 


Ο Αντίχριστος γεννιέται, η Αποκάλυψη είναι κοντά, αλλά λόγω ενός λάθους σε ένα σατανιστικό μοναστήρι, καταλήγει να ανατραφεί από μια κανονική οικογένεια, ενώ το παιδί που νομίζουν για Αντίχριστο μεγαλώνει σατανιστικά. Ένας άγγελος κι ένας διάβολος που πολύ γουστάρουν τη ζωή τους στη Γη και δεν θα ήθελαν να αλλάξει επιτηρούν. Ενώ ο Θάνατος, ο Λοιμός, ο Πόλεμος και η Μόλυνση καραδοκούν. 


Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, το ύφος είναι ξεκάθαρα του Πράτσετ, οι ιδέες όμως μοιάζουν φρέσκες, σαν να τις είχε ο Γκάιμαν. Η συνύπαρξή τους είναι αρμονική, το τελικό αποτέλεσμα σε κάνει να γελάς και διαβάζεται εύκολα. Δεν είναι βέβαια το σπουδαιότερο βιβλίο που γράφτηκε επί γης, κι ούτε θα ήθελαν να είναι. Λέει χιουμοριστικά κάποιες σκληρές αλήθειες, επιδίδεται σε ανελέητα λογοπαίγνια, ενδεικνύεται για να περάσεις εποικοδομητικά την ώρα σου. Το ξεκίνησα στα Ελληνικά αλλά το τελείωσα στο kindle στα Αγγλικά σε ένα ταξίδι. Είμαι ευχαριστημένη κι από τις δυο εκδοχές κι ενάλλασσα με άνεση το αγγλικό με το ελληνικό κείμενο παρά τους νεολογισμούς. Αν πάντως ψάχνετε την απάντηση στην ερώτηση για το νόημα της ζωής, δεν θα τη βρείτε εδώ. Θα τη βρείτε αλλού. 



                                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ



"Καλοί Οιωνοί", Neil Gaiman & Terry Pratchett, μετ. Θάνος Καραγιαννόπουλος, εκδ. SEΛΙΝΙ, 2016, σελ. 405


Υ.Γ. 42 Μην παραλείψετε να διαβάσετε τις υποσημειώσεις. Α, και τα πράγματα έχουν πάντα και μια κακή πλευρά. Ουπς. 




25/5/18

"Η κομπάρσα", A. B. Yehoshua



Η σχέση μου με τους Ισραηλινούς συγγραφείς είναι μάλλον μικρή. Από όσους έχω διαβάσει – Οζ, Γκρόσμαν, Κέρετ, Σίνγκερ, Γεοσούα- νομίζω πως οι δυο τελευταίοι μού ταιριάζουν πιο πολύ. «Η Κομπάρσα» πάντως, το μυθιστόρημα του Αβραάμ Γεοσούα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, με ενθουσίασε. Πρόκειται για ένα βιβλίο που καταφέρνει να καταδυθεί στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, να διερευνήσει τις αντιθέσεις της, να αναμετρηθεί με το ατομικό και το συλλογικό μαζί με τέτοια ένταση και ευαισθησία που λυπάσαι όταν αναγκάζεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. 

Η Νόγκα είναι μια 42χρονη όμορφη αρπίστρια που ζει μόνιμα στην Ολλανδία και παίζει στην ορχήστρα του Αρνχάιμ. Δέχεται να γυρίσει στην Ιερουσαλήμ για τρεις μήνες, για να φυλάει το διαμέρισμα της μητέρας της, όσο εκείνη θα τεστάρει στο Τελ Αβιβ τον οίκο ευγηρίας που πρότεινε ο αδελφός της. Η οικογένεια της Νόγκα είναι πολύ δεμένη, η μαμά της μια κυρία με φοβερό χιούμορ, κι ο Χόνι, ο αδελφός της, αγαπά πολύ και τις δύο γυναίκες, κι αν και τις καταπιέζει με αυτό το «πείραμα», το κάνει καθαρά από αγάπη. 

Η Νόγκα, που δεν θέλει να κάνει παιδιά- για αυτό άλλωστε άφησε τον πρώην άντρα της στο Ισραήλ κι έφυγε για την Ευρώπη ακολουθώντας την άρπα-, ξαναμπαίνει γρήγορα στους ρυθμούς της πόλης, αντιλαμβάνεται σχεδόν αμέσως τη συντηρητικοποίησή της, πως γύρω της συγκεντρώνονται υπερορθόδοξοι Εβραίοι φανατικοί κι αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για την ηλικιωμένη και άθρησκη μαμά της. Για να περνά τον χρόνο της, μιας και άρπα δεν βρίσκεται στο Ισραήλ για να παίζει, ο αδελφός της της κανονίζει κάποια κομπαρσιλίκια, σε σήριαλ, σε όπερες, σε διαφημίσεις. 

Ο Αβραάμ Γεοσούα, στα 80 τόσα του, τολμά να τα «βάλει» με μια γυναίκα αφηγήτρια, και τα καταφέρνει. Μπαίνει πλήρως στην ψυχοσύνθεση της σαραντάχρονης Νόγκα που δεν επιθυμεί να γίνει μάνα, που αγαπά την ελευθερία της στην Ολλανδία, αλλά παραμένει πάντα Ισραηλινή, που θέλει να απελευθερωθεί από τις κοινωνικές δεσμεύσεις, ενώ ταυτόχρονα φοβάται μη χάσει την αγάπη- της μαμάς, του αδελφού, ακόμα και του πρώην συζύγου. 

Το σκηνικό είναι η Ιερουσαλήμ, πόλη με ιστορία αιώνων, συνεχές σταυροδρόμι πολιτισμών, ένας τόπος διαρκούς αιματοκυλίσματος. Η θρησκεία αναλαμβάνει έναν ύπουλο ρόλο καθορισμού της ταυτότητας, ακόμα και για οικογένειες άθρησκες όπως αυτή της Νόγκα. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες υποπλοκές εξάλλου, είναι η εισβολή δυο πιτσιρίκων στο διαμέρισμα της Ιερουσαλήμ για να δουν τηλεόραση. Ο ένας είναι μάλλον πνευματικά καθυστερημένος, πανέμορφος, προερχόμενος από οικογένεια ιερή, που τον προορίζει για χασίντ. Ηρεμεί μόνο όταν βλέπει το χαζοκούτι, και τέτοιο στην οικογένειά του δεν υπάρχει. Ο άλλος είναι ένας προέφηβος, που φροντίζει τον μικρό- έχει συνηθίσει γιατί έχει δέκα αδέλφια. Η Νόγκα βρίσκεται σε υποχρεωτική αργία στο Ισραήλ, δεν μπορεί να προωθήσει τη δουλειά της, και  μπαίνει σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης χωρίς να το καταλάβει. Η συνάντηση με τον πρώην σύζυγο, που τώρα πια έχει μια καινούργια σύζυγο που της μοιάζει και δύο παιδιά, βοηθά για να κατανοήσει ακόμα καλύτερα τον εαυτό της. 

Ο Α.Β. Γεοσούα μιλάει για οικογένεια, θρησκεία, πατρίδα, μοναξιά, γηρατειά, μητρότητα, όλα ανάκατα, το ίδιο σημαντικά, σε ένα βιβλίο που φαινομενικά έχει μια απλή ιστορία. Ο τρόπος του, που στη Ρετροσπεκτίβα αρκετές φορές με κούρασε, τώρα μου άρεσε πολύ. Απόλαυσα την ανάγνωση, ταυτίστηκα με την ηρωίδα, ένιωσα στο πετσί μου το αίτημά της για ελευθερία και ασφάλεια ταυτόχρονα. Και κατέληξα πως είναι για αυτά τα βιβλία, που σκάνε ξαφνικά μέσα σου και πυροδοτούν τόσα αισθήματα, που αξίζει η μακρόχρονη ενασχόληση με την ανάγνωση. 

                                                              
                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ





"Η κομπάρσα», Αβραάμ Γεοσούα, μετ. Μάγκυ Κοέν, εκδ. Καστανιώτης, 2018, σελ.342









18/5/18

"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο



Αρκεί να πω ότι είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε· υποθέτω πως όλοι θυμούνται τη δίκη και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις σχετικά με το πρόσωπό μου. 

Αυτή είναι η εναρκτήρια παράγραφος στο Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, που μας λέει χωρίς περιστροφές τι θα διαβάσουμε. Ο ζωγράφος Χουάν Πάμπλο Καστέλ, αφηγητής και πρωταγωνιστής, μας αφηγείται πώς γνώρισε τη Μαρία Ιριμπάρνε- ήταν η μόνη που πρόσεξε τη λεπτομέρεια που τον ενδιέφερε στον πίνακά του- πώς την ξανασυνάντησε τυχαία, πώς την ερωτεύτηκε και τη ζήλεψε παράφορα και τελικά τη σκότωσε. 

Ο Καστέλ είναι ένας ορμητικός αφηγητής, ένας μοναχικός και ιδιότροπος άνθρωπος, ένας παράφορα ζηλιάρης εραστής. Για τον Καστέλ "η κόλαση είναι οι άλλοι", δεν μπορεί να βρει διαφυγή πουθενά, ούτε παρηγοριά. Δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του, ενώ αυτή η κατανόηση είναι που τον καίει πιο πολύ. Αδυνατεί να υπάρξει αν δεν ορίσει τι είναι ο ίδιος, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να ορίσει τα βασικά. Πρόκειται για έναν αναξιόπιστο αφηγητή, με στιγμές τρομερής ενάργειας, που συχνά καταβυθίζεται σε τέτοια βάθη που φτάνει την παράνοια.

Υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος που μπορούσε να με καταλάβει. Όμως ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που σκότωσα. 

Η γλώσσα του Σάμπατο είναι λιτή και απέριττη, οι προτάσεις έχουν όλες νόημα, το βιβλίο δεν πλατειάζει πουθενά, διαβάζεται μονορούφι. Πρόκειται για ένα αριστούργημα που συμπυκνώνει στις 174 σελίδες του όσα ένας στοχαστής όπως ο Σάμπατο θέλει να πει· μιλάει για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, τον παραλογισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, το τούνελ στο οποίο μπαίνουμε για να βρούμε τον εαυτό μας κι είναι αμφίβολο αν θα τον βρούμε στην άλλη πλευρά. 

Το Τούνελ (1948) είναι το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο του Ερνέστο Σάμπατο που εκδόθηκε και καθιέρωσε το συγγραφέα του σχεδόν αμέσως. Δεν είναι τυχαίο πως το ανακάλυψε ο Καμύ, μιας και πρόκειται για ένα έργο του υπαρξισμού και έχει αρκετές ομοιότητες με τον Ξένο (1942). Ο Σάμπατο σπούδασε Φυσική, δούλεψε στο Ινστιτούτο Κιουρί, όμως μετά τον Δεύτερο Πόλεμο αποφάσισε να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Αν και έζησε σχεδόν εκατό χρόνια, έγραψε μόνον τρία μυθιστορήματα,: αυτό, το «Περί Ηρώων και τάφων» και το «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» που αποτελούν και μια άτυπη τριλογία. 

Το Τούνελ είναι το πιο πυκνό, δεν αφήνει καμία από τις εμμονές του απέξω, ούτε καν αυτή με τους τυφλούς. Είναι ένα βιβλίο που μπορεί να διαβάζεται ξανά και ξανά και κάθε φορά να αφήνει άλλη αίσθηση, ανάλογα τη φάση ζωής του αναγνώστη. Και η μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου τού έδωσε τη νέα πνοή που χρειαζόταν. 



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το Τούνελ", Ερνέστο Σάμπατο, μετ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ174

15/5/18

«Μακριά από πού», Edgardo Cozarinsky



Ξεκίνησα να διαβάζω το «Μακριά από πού» του Εδγάρδο Κοζαρίνσκι γιατί ο συνέταιρός μου και συν-συντονιστής της Λέσχης ανάγνωσης του Booktalks, Librofilo, επέμενε να κάνουμε την ιεροσυλία και να το βάλουμε στην ίδια συνάντηση της Λέσχης με το “Τούνελ” του Ερνέστο Σάμπατο. Ο συνδετικός κρίκος είναι προφανής, μιλάμε για δύο Αργεντίνους συγγραφείς διαφορετικής γενιάς και υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Όμως οι ομοιότητες θεωρώ πως λήγουν εδώ. 

Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί μια Γερμανίδα, που έκανε γραφική δουλειά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης και βλέποντας το Ράιχ να καταρρέει, βουτάει το διαβατήριο μιας Εβραίας που είχε βρεθεί την προηγούμενη μέρα στα κρεματόρια και 20 κιλά χρυσά δόντια Εβραίων και φεύγει. Με κάποιον τρόπο καταφέρνει να βρεθεί στην Αργεντινή, όπου στήνει τη σκιά μιας νέας ζωής. Δεν παντρεύεται ποτέ, μένει σε μια πανσιόν με άλλους χαμένους μετανάστες. Από έναν τυχαίο ομαδικό βιασμό αποκτά έναν γιο που τον μεγαλώνει με αγάπη. Αν και στην πραγματικότητα θα προτιμούσε να μεγαλώσει το ξανθομάλλικο κοριτσάκι που είχε κάνει στη Γερμανία κατά τη διάρκεια του πολέμου κι όχι τον μαυριδερό Φεδερίκο. Ύστερα από τον ύποπτο θάνατο της, ο γιος της κάνει την αντίστροφη πορεία, γυρίζει στην Ευρώπη, χωρίς να ριζώνει πουθενά. 

Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τη μοίρα του μετανάστη, την έννοια της πατρίδας, της ταυτότητας, της επιβολής της Πολιτικής και της Ιστορίας πάνω στην προσωπική μοίρα των ανθρώπων. Το πραγματικό όνομα της πρωταγωνίστριας δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Όπως δεν κατανοεί ποτέ την ιστορία της μητέρας του ο γιος της. Η πρωταγωνίστρια είναι μια μάλλον αμόρφωτη και ακαλλιέργητη γυναίκα που μπλέκει στην παγίδα της Ιστορίας, περνά μια ανώνυμη ζωή, δίνει πόνο, δέχεται πόνο, σχεδόν μοιρολατρικά, δεν καταλαβαίνει καν πως με κάποιο τρόπο είναι η ενσάρκωση του Κακού, δεν έχει τίποτα για να μετανιώσει. Μαθαίνει πως ως άτομο δεν έχει καμία σημασία, και τελικά δεν αφήνει το στίγμα της στον γιο της. Κι εκείνος, χωρίς ρίζες, χωρίς ταυτότητα, χάνει στο τέλος και τη μοναδική ευκαιρία να βρει μια οικογένεια και μια πατρίδα. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκούντως κινηματογραφικό, λιτό στη γλώσσα και τη δομή, που περιγράφει όμως μια συγκλονιστική ιστορία. Ο συγγραφέας έχει μοναδική ικανότητα να στήνει ατμόσφαιρα, έχει ασχοληθεί πολύ με τον κινηματογράφο, και μόνο τα τελευταία χρόνια αφοσιώθηκε στο γράψιμο. Αν κρίνω από αυτό το διαμαντάκι, πολύ θα ήθελα να διαβάσω και το άλλο μυθιστόρημά του που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, τον «Μολδαβό σωματέμπορα». 


                                                             Κατερίνα Μαλακατέ



«Μακριά από πού», Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, μετ. Τάσος Ψάρρης, εκδ. Καστανιώτης, σελ. 141, 2011

12/5/18

«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Jorge Semprún



Εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα, «Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» είναι ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, που διερευνά σε βάθος την παράνοια του Σταλινισμού, αλλά και του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς να φοβάται να ανοίξει μέτωπα, να ξύσει πληγές ή να κηλιδώσει υπολήψεις. 

Ήρωας του Σεμπρούν είναι ένας Σοβιετικός πράκτορας που μετατίθεται στην Ισπανία και τι παράξενο, ως όνομα του δίνουν εκείνο του δολοφόνου του Τρότσκι, Ραμόν Μερκαντέρ. Αυτός ο δεύτερος Μερκαντέρ έχει προβλήματα ταυτότητας, όπως ο ομώνυμός του, και μια παιδική ιστορία που θυμίζει τη δική του. Τον βρίσκουμε στο Άμστερνταμ, όπου τάχαμου εκπροσωπεί μια εμπορική εταιρεία. Ταυτόχρονα εκεί τον παρακολουθούν άνθρωποι της CIA και άνθρωποι της Κα Γκε Μπε, ενώ στο παιχνίδι παίζει και η Ολλανδική αστυνομία. Τελικά ο Μερκαντέρ θα οδηγηθεί στον θάνατο, προδομένος και μόνος. 

Ο Χόρχε Σεμπρούν δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση, τσαλαβουτά στις ιστορίες του, αφήνει κλωστές να κρέμονται, ξέφτια που δεν καταλήγουν πουθενά, ακολουθεί τον Μερκαντέρ, αφήνει υπόνοιες για το ποιος είναι, ακολουθεί τη CIA, μπαίνει στο μυαλό όλων ενώ ταυτόχρονα δεν είναι στο μυαλό κανενός. Κι όλα αυτά τα κάνει κυρίως μπροστά σε δυο πίνακες του Βερμέερ. 

"Το δρομάκι" Γ. Βερμέερ


Μα ο Φιλίπ δεν είχε ακούσει αυτή την ανταλλαγή των φράσεων, ή μπορεί να μην έδωσε ιδιαίτερη σημασία, τεντωμένος καθώς ήταν προς τον πίνακα Άποψη Ντελφτ, σε μια προσπάθεια, απεγνωσμένη ίσως, να συλλάβει την ομορφιά αυτού του πίνακα που τον είχανε διατάξει να προσέξει ιδιαίτερα επειδή ήταν ο ωραιότερος του κόσμου- όποιος συγγραφέας κι αν το βεβαίωνε, ο Προυστ ή ο Μαρλώ- κι ένιωσε για μια στιγμή την επιθυμία να σκύψει προς το μικρό αγόρι, να το πάρει από το χέρι και να το οδηγήσει ως την άκρη του πίνακα, μέχρι εκείνη την κοκκινωπή αμμουδιά, σάμπως να είχανε περπατήσει μαζί οι δυο τους, πολλή ώρα, μέσα στην εξαντλητική επιπεδοσύνη του τοπίου και κάνανε μια στάση, εδώ, στην από δω μεριά του νερού, για να δούνε το θέαμα της πόλεως που υψωνόταν μες στην προφάνεια του δικού της φωτός, που δεν προερχόταν από έναν ήλιο πονηρά τοποθετημένο, κατάλληλα υπολογισμένο για το παιχνίδι της τεχνικής του κιαροσκούρου, μα ήταν φως αντλημένο θα ‘λεγες από το γκρίζο βάθος του κοιμισμένου νερού, από τις γκρίζες πέτρες του μουράγιου, αντλημένος από το βάθος της υλικής πυκνότητας του κόσμου, κατά μήκος των προσόψεων, έτσι που ορισμένες από δαύτες να ‘χουν διατηρήσει απ’ το φωτεινό εκείνο πέρασμα, ένα επίστρωμα χρυσόσκονης, ένα φως που κάποιος λες το αντλούσε και το ανέβαζε με την ασάλευτη αιχμή ενός καμπαναριού από πέτρα ξανθιά, έτσι που συνέκλινε προς την κάθετη εκείνη σπερμοδόχη όλο εκείνο το απαλό συγκεντρωμένο φως, απ’ όπου θα εκτοξευόταν ως τον συννεφιασμένο ουρανό, πιτσιλίζοντάς τον, απ’ τα κάτω και απ’ το πλάι, με μια έκρηξη αναποδογυρισμένου ήλιου και ο Φιλίπ θα έμπαινε ίσως, ή μάλλον ήταν σίγουρο πως θα ‘μπαινε, τελείως αβίαστα και φυσικά, μέσα στην ψηλαφητή διαφάνεια αυτού του τοπίου.[] 



"Άποψη του Ντελφτ" Γ. Βερμέερ


«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ» δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα, κάθε άλλο. Απαιτεί αργούς ρυθμούς, σε καθηλώνει στον κόσμο του, στιγμές στιγμές σε φέρνει σε απόγνωση. Την απόγνωση του ίδιου του ήρωα που νιώθει εγκλωβισμένος μέσα στην ίδια του τη ζωή, που την ορίζουν άλλοι, χωρίς καλά καλά να καταλάβει το γιατί. Ο Σεμπρούν είναι δηκτικός με τον Σταλινισμό, χωρίς να χαρίζεται στους υπόλοιπους, είναι σαρωτικός και υποβλητικός. Κι αυτό είναι σίγουρα ένα μυθιστόρημα που θα καταγραφεί ανάμεσα στα αριστουργήματα του 20ου αιώνα. 



                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



«Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ», Χόρχε Σεμπρούν, μετ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδ. Θεμέλιο, β έκδοση, 2018, σελ. 507 











Υ.Γ. 42 Το βιβλίο ήταν χρόνια εξαντλημένο και επανακυκλοφόρησε τον Απρίλη, στην ίδια μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, αλλά με νέα επιμέλεια και πια στο μονοτονικό. 

Υ.Γ. 42-42 Το βιβλίο δεν έχει καμία ομοιότητα με τον «Άνθρωπο που αγαπούσε τα σκυλιά» του Λεονάρντο Παδούρα.

Υ.Γ.  Ο πραγματικός Ραμόν Μερκαντέρ πέθανε 10 χρόνια μετά την έκδοση του μυθιστορήματος του Σεμπρούν.


10/5/18

Στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης




Ήταν η δεύτερη φορά που ανέβηκα στη Σαλονίκη για τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, πέρυσι το έκανα για να παρουσιάσω «Το Σχέδιο», όμως φέτος ήμουν απλώς και μόνον μία βιβλιοτουρίστρια. Πέρυσι είχα τα άγχη μου: πώς θα πάει η παρουσίαση, πώς θα είναι το κλίμα, ο χώρος, η εμπειρία, αν είχε νόημα να είμαι εκεί. Φάνταζε στα μάτια μου η Έκθεση κάπως σαν μυθικό τέρας, τη σκεφτόμουν πού και πού και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά η ιδέα αμέσως με τρόμαζε. Τόσος κόσμος, τόσα βιβλία, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;

Η περσινή μου εμπειρία με έπεισε να ανέβω και φέτος που δεν είχα καμία επαγγελματική υποχρέωση. Η ίδια η διοργάνωση έμοιαζε παρόμοια, όλοι σχεδόν οι μεγάλοι οίκοι ήταν εκεί- με την απουσία του οίκου των ευπώλητων- και όλοι σχεδόν οι μικροί, ακόμα και οι πολύ μικροί οίκοι του ενός ατόμου. Οι εκδηλώσεις πάρα πολλές – 500 στο σύνολο, κάποιες ώρες είχε 10 εκδηλώσεις μαζί. Τα περίπτερα έμοιαζαν οικεία, η χωροθέτηση δεν αλλάζει πολύ, φαντάζομαι για να μην υπάρχουν δυσαρεστημένοι. Φέτος δεν είχε μεγάλα ονόματα για να προσελκύσουν το κοινό- δεν είχε Καμπρέ, δεν είχε Μπρυκνέρ- κι έτσι αδιαφιλονίκητος νικητής του κοινού ήταν ο αιρετικός της αγάπης πατέρας Φιλόθεος Φάρος. Την ώρα της εκδήλωσής του οι άνθρωποι έκαναν ουρές γύρω από την αίθουσα, δεν έπεφτε καρφίτσα. Το κοινό ήταν πολυπληθέστερο και από αυτό στην εκδήλωση της σταρ ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου.




http://www.motionteam.gr/index.php?SCREEN=photo&CatID=21&SubcatID=135&PhotoID=1056610&tab=

Φέτος την έκθεση εδέησε να πάρει χαμπάρι και η Φρανκφούρτη, που για πρώτη φορά είχε αποστολή- για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα βέβαια. Οι ξένες αποστολές ήταν οι ίδιες με πέρυσι- θαρρώ. Το ίδιο και το κλίμα. Κάθε χρόνο για τέσσερις μέρες όλος ο λογοτεχνικός κόσμος της Αθήνας μετακομίζει στη συμπρωτεύουσα, χαιρετιέται στους διαδρόμους της Έκθεσης, πίνει καφέδες, συσφίγγει τις σχέσεις του ποικιλοτρόπως- κυρίως με κρασιά και τσίπουρα. Οι εκδηλώσεις είναι γεμάτες. Αυτό που δεν είδα γεμάτο ούτε και φέτος ήταν τους πάγκους των εκδοτικών με πελάτες. Πολλά βιβλία, νέες εκδόσεις, δημόσιες σχέσεις, αλλά κοινό να αγοράζει λιγοστό. Αμφιβάλλω αν οι περισσότεροι έβγαλαν καν τα «έξοδα της αποστολής». Με λίγα λόγια δεν είδα απλούς αναγνώστες. Η πόλη δεν κινείται στον ρυθμό της Έκθεσης, πάρα πολλοί μόνιμοι κάτοικοι δεν ξέρουν καν πότε είναι.

Φέτος, που δεν είχα υποχρεώσεις, επέλεξα να βγω με Θεσσαλονικείς φίλους. Τους υπόλοιπους τους βλέπω και στην Αθήνα. Ομολογώ πως πέρασα καλύτερα, ένιωσα τον παλμό της νύχτας και της μέρας, αισθάνθηκα λίγο σαν ανέμελη φοιτήτρια. Θα ανέβω ξανά στην ΔΕΒΘ στα χρόνια που θα έρθουν- αν είμαι καλά. Θα ανέβω γιατί έχω αγαπήσει την πόλη και τους ανθρώπους της. Αλλά και γιατί θα ήθελα να δω κάτι να αλλάζει. Κάπου να διοχετεύεται όλη αυτή η ενέργεια. Η Έκθεση μοιάζει σαν ένα συσσωρευμένο πεδίο Λογοτεχνικής Ενέργειας που δεν βρίσκει αποδέκτη. Δεν ξέρω ποιος θα μπορούσε να είναι, οι βιβλιοπώλες, οι ξένοι εκδότες, το μη φανατικό κοινό. Πάντως όλο αυτό το Σήμα πρέπει να το εκπέμψουμε κάπου, για να μην καταρρεύσει σαν μαύρη τρύπα.


                                                                         Κατερίνα Μαλακατέ



http://www.ert.gr/ert3/15i-diethnis-ekthesi-vivlioy-thessalonikistimomenes-oi-chores-tis-gallofonias/


3/5/18

Η μοναξιά της ανάγνωσης







Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ πως τη ζωή μου την ορίζουν τα βιβλία. Η ανάγνωση- και η γραφή- είναι μέρος της καθημερινότητάς μου, σχεδόν σαν δεύτερη δουλειά. Κι αναρωτιέμαι τι με έφτασε ως εδώ, αν αυτό ίσχυε πάντα κι απλά γιγαντώθηκε με τα χρόνια. Η απάντηση είναι ναι, αυτό ίσχυε πάντα, από τότε που έμαθα γραφή κι ανάγνωση. 

Με βοήθησε η μοναξιά, κι η αγάπη μου για τις ιστορίες. Ήμουν ένα αποσυνάγωγο παιδί, με ελάχιστους φίλους, και το μυαλό μου χρειαζόταν τη διαφυγή. Διάβαζα ήδη από τα οκτώ με μανία ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, στα εννιά έγραψα το πρώτο μου «ποίημα». Το διάβασμα ήταν οι περιπέτειες που δεν ζούσα, οι φιλίες που δεν είχα, η υποστήριξη για να χτίσω τον εαυτό μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να βαρυγκώμησα τη μοναξιά μου, ούτε τότε, ούτε τώρα. Μάλλον πια ούτε ποτέ. 

Η μοναξιά, η ενασχόληση με τον εαυτό, ακόμα κι η βαρεμάρα, ανδρώνουν αναγνώστες, και φτιάχνουν ανθρώπους. Δίνουν δύναμη, και σιγουριά για το μέλλον, μια αυτάρκεια πέρα από κάθε έλλειψη αυτοπεποίθησης. Η ανάγνωση μπαίνει σε αυτή την εξίσωση δυναμικά, οξύνει τις φαντασιώσεις, αφήνει ύπουλα το στίγμα της, τόσο σε γνωστικό επίπεδο, όσο και σε αυτό της ενσυναίσθησης. Η ανάγνωση, χέρι χέρι με τη μοναξιά, αρχίζουν να καθορίζουν αυτό που είσαι. 

Στην περίπτωσή μου, αυτό, ακόμα κι όταν έπαψα να είμαι ακοινώνητη, συνεχίστηκε. Αναζητούσα, και θα αναζητώ πάντα τον χώρο μου στην ησυχία. Μακριά από όλα τα άλλα ερεθίσματα, παρά μόνον τους ερεθισμούς του μυαλού. Εφευρίσκω σιωπές, υποκρίνομαι κούραση, αρνούμαι κι αγκαλιές πού και πού, για να μπορώ ακόμα να διαβάζω. Είναι ο χρόνος μου. Είναι η αποφόρτιση μου. Και ταυτόχρονα η σπουδή στη μοναξιά μου. Που μου δίνει δύναμη. Και εγγυάται το μέλλον. 

                                                                    

                                                        

                                                        Κατερίνα Μαλακατέ 
  




1/5/18

«Τα ομοιώματα», Philip K. Dick



Είναι γνωστό πως έχω αδυναμία στον Φίλιπ Κ.Ντικ, οπότε πιθανότατα δεν θα είμαι αντικειμενική ούτε με αυτό το βιβλίο. Αλλά εδώ που τα λέμε, για αυτό είναι φτιαγμένα τα μπλογκς, για να λέει ο συντάκτης τους την υποκειμενική αλήθειά του χωρίς φόβο, άντε με λίγο πάθος. 

Διάβασα «Τα ομοιώματα» κυρίως σε προθάλαμους νοσοκομείων, περιμένοντας για εξετάσεις, με παππούδες που σκύβαν συνωμοτικά και με ρωτούσαν τι είναι αυτό με το περίεργο εξώφυλλο. Και πρέπει να πω πως το απόλαυσα, αν και η ανάγνωση προχωρούσε αργά, μιας και στο σπίτι, στην πραγματική ζωή, διάβαζα μεγαθήρια. 

«Τα ομοιώματα» είναι από εκείνα τα μυθιστορήματα όπου ο Ντικ παίζει με το αποτέλεσμα του 2ου Παγκόσμιου Πόλεμου- καλύτερα το έκανε στο «Άνθρωπο στο ψηλό κάστρο». Βρισκόμαστε κάπου στα μέσα του 21ου αιώνα, ο 3ος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και η Δυτική Γερμανία έχει γίνει ομοσπονδία με τις ΗΠΑ. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε Ge (αυτούς που ξέρουν το μυστικό) και Be που είναι φτιαγμένοι να ακολουθούν. Απόλυτη ηγέτιδα είναι η Νικολ Τιμποντώ, πρώτη κυρία της Ομοσπονδίας, και γυναίκα του εκάστοτε ντερ Άλτε (Ο Γέρος). Μόνο που ο συγκεκριμένος ντερ Άλτε είναι ανδροειδές, και η συγκεκριμένη Νικόλ ηθοποιός. Οι πραγματικοί έχουν πεθάνει δεκαετίες πριν. 

Ο Ντικ, αν και «Τα ομοιώματα» είναι ένα από τα τέσσερα(!) βιβλία που έβγαλε εκείνη τη χρονιά, φαίνεται να είναι εδώ σε μεγάλα κέφια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως το βιβλίο είναι γραμμένο το 1964, και αυτό, για την επιστημονική φαντασία, μοιάζει εξωφρενικό, άρα πολλά από τα βασικά του στοιχεία μοιάζουν τώρα παρωχημένα. 

Αυτό που δεν είναι παρωχημένο, είναι το πολιτικό σχόλιο που μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Οι σκέψεις του συγγραφέα για την εξουσία, το απατηλό παιχνίδι της, τις ανίερες συμμαχίες, τον τρόπο που η κάθε ανθρώπινη ζωή είναι αναλώσιμη στα χέρια των ισχυρών, αλλά και το παιχνίδι με την πραγματικότητα, μπορούν να βάλουν φωτιά στο μυαλό κάθε αναγνώστη. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο κάθε φορά, όταν διαβάζει κανείς μια δυστοπία επιστημονικής φαντασίας, να περάσει καλά, να ευχαριστηθεί τους νεολογισμούς, την αχαλίνωτη φαντασία στα επιστημονικά επιτεύγματα, κι έπειτα να στοχαστεί, για τη κοινωνία και την Ιστορία και το μέλλον. 


                                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


«Τα ομοιώματα», Φίλιπ Κ. Ντικ, μετ. Μαρίνα Λώμη, εκδ. Μέδουσα, σελ. 213

27/4/18

«Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», Αλέξης Πανσέληνος



Τα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» κυκλοφόρησαν πριν έναν μήνα περίπου και με τράβηξαν αμέσως, τόσο με τον παιγνιώδη τίτλο, όσο και το θέμα τους. Τα διάβασα ενδιάμεσα στα δύο μεγαθήρια, το 4321 και Tα Κοκάλινα ρολόγια, κι ήταν η αποσπασματικότητά τους μια ευχάριστη αλλαγή από το βύθισμα που απαιτούσαν τα δύο τούβλα. 

Πρόκειται για 48 στιγμιότυπα τοποθετημένα ανάμεσα στο 1950 και το 1953, σε μια Αθήνα ακόμα ματωμένη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, που προσπαθεί να γλείψει τις πληγές της. Οι άνθρωποι, δεξιοί, αριστεροί, αδιάφοροι, ζουν σε συνθήκες δύσκολες, τα πάθη, τα μίση και ο αλληλοσπαραγμός έχουν αφήσει τραύματα που είναι ακόμα νωπά, ενώ ταυτόχρονα χτίζεται αυτό το στρεβλό οικοδόμημα που οι παθογένειές του ταλανίζουν ακόμα και το τωρινό μας Κράτος. 

Ο Αλέξης Πανσέληνος τολμά και στήνει ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, χωρίς κεντρικό ήρωα, αφήνει τη ματιά του να σταθεί πότε εδώ και πότε εκεί, φτιάχνει ατμόσφαιρα με τις περιγραφές, τα πρόσωπα, τα τραγούδια· αυτά τα ελαφρά και συχνά σαχλά τραγουδάκια, που φαίνονται τόσο χαρούμενα και αταίριαστα σε έναν κόσμο ερειπωμένο. Η πολιτική δεσπόζει, τα πρόσωπα ορίζονται από την τοποθέτησή τους κι ο συγγραφέας δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους, τόσο για τη μια, όσο και για την άλλη πλευρά. 

Οι ήρωες ταξιδεύουν στα κομμάτια του βιβλίου, το νήμα της αφήγησης δεν χάνεται γιατί όλο τους ξαναβρίσκουμε. Ανάμεσά τους ο δεξιός βιομήχανος και η κυρία του, ο μάλλον φτωχός αριστερός δικηγόρος που βγαίνει βουλευτής και μόνον τότε σταματούν να τον κυνηγάνε, το κουτσαβάκι που επιπλέει όποιος κι αν είναι στα πράγματα και βρίσκει τρόπο τα εγκλήματα του απλού ποινικού δικαίου να τα κάνει στο όνομα της πολιτικής, γραμματείς από λαϊκές συνοικίες που ξέρουν πως στη δουλειά συμπεριλαμβάνεται και το κορμί τους, υπηρετριούλες που είχαν εσώκλειστες όλα τα αστικά σπίτια. Ο ίδιος ο Πανσέληνος εκείνη την εποχή ήταν παιδί, και η νοσταλγία που νιώθει για αυτό τον κόσμο είναι έκδηλη σε όλο το κείμενο, τα παιδιά είναι ευτυχισμένα με ένα δικό τους, ολότελα πρωτότυπο τρόπο. Είναι σαν να βλέπεις αυτούς τους ανθρώπους, σε αυτούς τους δρόμους, με εκείνες τις συνθήκες, να ζουν δίπλα σου.

Ο Αλέξης Πανσέληνος αρέσκεται να παίζει με τα λογοτεχνικά είδη, να αλλάζει κάθε φορά είδος, και μέθοδο αφήγησης. Ένα πράγμα δεν αλλάζει, η εξαιρετικά προσεγμένη γλώσσα του και η αγάπη του στη μεγάλη φόρμα. Αξίζει τον κόπο να τον ακολουθείς, να παρατηρείς τι είναι αυτό που του κέντρισε το ενδιαφέρον κάθε φορά και πώς το χειρίστηκε- καθαρά από συγγραφική διαστροφή. Αν και η αναγνωστική απόλαυση που παίρνει κανείς δεν είναι διόλου αμελητέα. 



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ 




 «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια», Αλέξης Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο,  2018, σελ.322











Μπορείτε να ακούσετε την ραδιοφωνική μας εκπομπή με τον Αλέξη Πανσέληνο εδώ: 







Διαβάστε για άλλα βιβλία του Αλέξη Πανσέληνου εδώ: 

http://diavazontas.blogspot.gr/search/label/%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%BF%CF%82%20%CE%91%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%CF%82