30/6/20

"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου





Η Ευγενία Μπογιάνου έχει εντρυφήσει ως τώρα σε μια πεζογραφία χαμηλότονη και ουσιαστική. Με τη «Φανή», το νέο της μυθιστόρημα, πήρε ένα μεγάλο ρίσκο, αποφάσισε να γράψει με τη φωνή μιας νεαρής φοιτήτριας για τη μάχη ενάντια στους νεοφασίστες. Και τα δύο μοιάζουν θέματα ανοίκεια για κείνη, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσεις τη γλώσσα μιας εικοσάχρονης που ανήκει στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, να νιώσεις την ένταση και τον θυμό της. Κι είναι ακόμα πιο δύσκολο να μιλήσεις για έρωτα στις βαριές καύλες της μετεφηβικής ηλικίας κι όλα αυτά να συνδέσεις με έναν στυγερό ρατσιστικό φόνο. 

Η Φανή μοιάζει ώρες ώρες ολωσδιόλου πραγματική, άλλες πάλι διολισθαίνει σε μια ακαδημαϊκότητα μάλλον περίεργη για τόσο νέο κορίτσι, όσο ψαγμένο κι αν είναι. Το δίλημμα που έχει να αντιμετωπίσει, ανάμεσα στα βαθιά αντιφασιστικά της ένστικτα, με τα οποία τη μεγάλωσε ο πατέρας, και τον έρωτα, βάζει ερωτήματα ηθικής που (θα έπρεπε να) αντιμετωπίζουν όλοι οι νέοι∙ πρέπει να αποφασίσεις, με ποιους θα πας, και ποιους θα αφήσεις. 

Η Φανή μεγάλωσε μόνο με τον πατέρα της —η μητέρα της ήταν μια περιπέτεια του καλοκαιριού, και τη βλέπει μόνο σε βιντεάκια του γιουτιουμπ όταν εκείνη παρουσιάζει νέο βιβλίο. Στη μητέρα απευθύνει το κείμενο που γράφει η Φανή, ή καλύτερα στο φάσμα της απουσίας της. Ο πατέρας, με τον πολύ ήσυχο τρόπο του, είναι πάντα εκεί. Κι αυτό, διορθώνει τη μεγάλη πληγή που άφησε με το φευγιό η μάνα. Μου λείψε λίγη εμβάθυνση σε αυτό το τραύμα, είναι κομβικό στη ζωή της ηρωίδας, καθορίζει τον τρόπο που συμπεριφέρεται στον έρωτα. Στον έρωτα η Φανή ψάχνει τη μάνα της. 

Ο έρωτας είναι η άλλη λέξη κλειδί. Σε μια εποχή που τα πολιτικά ζητήματα μοιάζουν πάλι να καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, εμείς που που ενηλικιωθήκαμε σε εποχές απολιτίκ, χάνουμε κάτι ουσιώδες. Η Φανή μπλέκοντας τα προσωπικά με τα πολιτικά έχει κάτι να κερδίσει στη ζωή της, η εμφάνιση των νεοναζιστικών μορφωμάτων κάνει επιτακτική την ανάγκη να πάρεις θέση. Μια εικοσάχρονη πολιτικοποιημένη κοπέλα σήμερα ζει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ζήσαμε εμείς είκοσι χρόνια πριν. Κι εδώ, σε στιγμές, νιώθω πως χάνεται η αίσθηση της δροσιάς της, πως μιλάει ένας πιο πολιτικά ορθός κόσμος μέσα από τα χείλη της, όσο εκείνη κάνει μανούρα στους φασίστες του διπλανού πάγκου ή καταλήγει χτυπημένη με γκλομπ στις πορείες. 

Την Φανή την αγάπησα, θα ήθελα να ήμουν εκείνη στα νιάτα μου. Προφανώς δεν ήμουν. Η Ευγενία Μπογιάνου ανέλαβε ένα δύσκολο έργο, έθεσε ψηλά τον πήχη, τα κατάφερε στο σύνολο, χάνοντας κάποιους πόντους στα σημεία. Λίγο σαν να την αδίκησε την ηρωίδα της, ο χαρακτήρας της είναι πλούσιος, και ολοκληρωμένος, σε έναν χαοτικό κόσμο. Από αυτόν τον κόσμο ήθελα μεγαλύτερη γεύση. 


                                                        

                                                   Κατερίνα Μαλακατέ



"Φανή", Ευγενία Μπογιάνου. εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 261



19/6/20

"Αύριο θα μας λένε αλλιώς", Patricio Pron






Ο Patricio Pron είναι το νέο ανερχόμενο όνομα στην Ισπανόφωνη λογοτεχνία. Γεννημένος στην Αργεντινή το 1975, ζει πια στη Μαδρίτη, τη λογοτεχνική πρωτεύουσα όλου του λατινόφωνου κόσμου, κι είναι καθηγητής Ρομανικής φιλολογίας στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας. Για το βιβλίο αυτό πήρε το βραβείο Alfaguara, ίσως το σοβαρότερο της Ισπανόφωνης λογοτεχνίας (και τα 175.000 δολάρια που το συνοδεύουν, δεν τα λες και λίγα). 

Ξεκίνησα το «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» με μεγάλες προσδοκίες, το θέμα του έμοιαζε πολύ κοντινό μου, κι αφορά τη γενιά μου. Οι προσδοκίες μου δεν ευοδώθηκαν. Ίσως τον τελευταίο καιρό να έχω διαβάσει υπερβολικά πολλές ιστορίες χωρισμού, μπορεί ο Φόερ, κι αμερικάνικος τρόπος του που μου ταιριάζουν, να τα είπε τόσο καλύτερα που να με έχει επηρεάσει. Πάντως το μυθιστόρημα του Pron απέτυχε να με ενθουσιάσει, σε έναν βαθμό μάλιστα με μπλόκαρε αναγνωστικά, χωρίς να νιώθω πως άξιζε τη δυσκολία και τον κόπο του. 

Ένα ζευγάρι 35αρηδων χωρίζει στη Μαδρίτη. Εκείνος είναι συγγραφέας δοκιμίων και δεν ξέρει να ζήσει χωρίς Εκείνη. Εκείνη είναι αρχιτέκτονας. Όλα τα σχέδια της τα αλλάζουν στο γραφείο που δουλεύει, τα αποπροσωποποιούν. Εκείνη επινοεί έναν φανταστικό εραστή για να τον χωρίσει. Εκείνος αρχίζει να βλέπεται με τη Μ. αλλά δεν έχουν σχέση. Όλοι παραμένουν ανώνυμοι. Όλοι θα μπορούσαν να είναι ο καθένας. Σε μια πόλη που όλοι φλερτάρουν με μηνύματα, σε μια εποχή που ακόμα και οι πιο δημιουργικές δουλειές – μιλάμε για έναν δοκιμιογράφο και μια αρχιτέκτονα διάολε- μοιάζουν εντελώς ανέμπνευστες και παγιωμένες. 

Η αφήγηση είναι πραγματικά κουραστική, αργή, υποτονική, ενώ τα συνεχή «Εκείνος» και «Εκείνη» απαγορεύουν την όποια ταύτιση, καταλήγουν μονότονα. Δεν είναι πως το μυθιστόρημα δεν πραγματεύεται ενδιαφέροντα πράγματα, αντιθέτως μοιάζει σαν να μπαίνει στο κουκούτσι του αδιεξόδου μας. Όλα αυτά που πάντα απασχολούσαν τους ανθρώπους, ο έρωτας, η αναζήτησης μιας απατηλής ευτυχίας, η ματαιότητα, όλα όσα κάνουν τη λογοτεχνία σημαντική, είναι εδώ, μας τα σερβίρουν στο πιάτο. Όμως ο τρόπος ξενίζει, και απωθεί. Είναι το ακριβώς αντίθετο της σβελτάδας του τίντερ, του facebook, των sms, που ορίζουν τις τωρινές μας σχέσεις, ο μακροπερίοδος λόγος αν και μοιάζει να καυτηριάζει αυτό που περιγράφεται, τελικά εγκλωβίζει. 

Δεν είναι πάντα αρετή ενός βιβλίο το να είναι «ευκολοδιάβαστο», συχνά τα σημαντικά δεν είναι. Όμως έχω την αίσθηση πως εδώ ο συγγραφέας κράτησε μόνο τη φόρμα, κι όχι τα πολλαπλά επίπεδα μιας τέτοιας αφήγησης. Μου έλειψε το βάθος. Το βάθος δεν υποβάλλεται, προκύπτει αβίαστα, από τις σκέψεις του ίδιου του αναγνώστη κι όχι από τη μορφή. Στην πολυπλοκότητα της εποχής μας, κι αυτού του διάτρητου πλέγματος που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, αξίζουν λιγότερο μονοδιάστατες προσεγγίσεις. 



                                                      Κατερίνα Μαλακατέ


«Αύριο θα μας λένε αλλιώς», Patricio Pron, μετ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 310 











Υ.Γ. 42 Δεν πρέπει, λέει, να διαβάζω τα βιβλία με την κορδελίτσα τους. Δηλαδή εσείς τη βγάζετε, και μετά την ξαναβρίσκετε για να την ξαναβάλετε όταν γυρίσει στο ράφι; 

11/6/20

"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Thomas Hardy



Δεν είχα διαβάσει ξανά Τόμας Χάρντυ –ούτε τον Τζουντ τον αφανή, αλλά αυτό θα διορθωθεί άμεσα. Ξεκίνησα τον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ σε μια παρόρμηση, χρειαζόμουν μια μεγάλη αφήγηση του 19ου αιώνα για να μπω ξανά σε αναγνωστικό ρυθμό. Ο Δήμαρχος γράφτηκε και εκδόθηκε σε συνέχειες το 1886, κι έχει τυπική δομή για την εποχή, ρεαλιστικό πλαίσιο, με αρκετά ρομαντικά κατάλοιπα, έντονη δράση σε κάθε επεισόδιο, cliffhangers για να αγωνιούν οι αναγνώστες για την επόμενη εβδομάδα. Σε πολλά σημεία θυμίζει Ντίκενς, και για αρκετά χρόνια η κριτική της εποχής, τοποθετούσε τον Τόμας δίπλα στον Τσαρλς, μέχρι που αποφάσισε να τον αποκαθηλώσει και τελικά ο Χάρντυ πικραμένος σταμάτησε να γράφει. Κι είναι κρίμα. Γιατί ο Χάρντυ, που εμφανώς έχει τεράστια αφηγηματική δεινότητα, ρέπει προς το αρχαίο δράμα κι αυτό τον ξεχωρίζει.

Πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα ο Χέντσαρντ. Όταν ήταν πολύ νέος, περιπλανώμενος θεριστής, πούλησε μεθυσμένος τη γυναίκα και το παιδί του σε έναν ναυτικό. Είκοσι χρόνια μετά, μάνα και κόρη, η Σούζαν και η Ελίζαμπεθ Τζέιν, τον βρίσκουν εγκατεστημένο στο Κάστερμπριτζ, δήμαρχο και πάμπλουτο. Αυτός θυμάται πάντα την ύβρι που διέπραξε τότε, δεν είναι παντρεμένος και έχει δώσει όρκο να μην πιει αλκοόλ ξανά για εικοσιένα χρόνια. Παρατάει την ερωμένη του, τη Λουσέτα, και παντρεύεται ξανά τη Σούζαν για να διορθώσει το κακό που έκανε. Παράλληλα προσλαμβάνει στη δουλειά έναν νεαρό Σκωτσέζο, τον Φάρφρι, που δείχνει να τον λατρεύει.

Σύντομα η Λουσέτα θα γυρίσει στην πόλη πάμπλουτη, η Σούζαν θα πεθάνει, ο Φάρφρι από καλύτερος φίλος θα γίνει ο πιο δεινός ανταγωνιστής του. Και τότε αρχίζει η πτώση, μια πτώση με διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας ή σεξπιρικού δράματος, ίσως μόνο ο Οιδίποδας ή ο βασιλιάς Λιρ μπορούν να συγκριθούν μαζί του. Κι αυτός, θα υπομείνει τα δεινά με την ίδια ξεροκεφαλιά, με την ίδια αυθάδεια προς τη ζωή. Θα καταλάβει λίγα, δεν έχει συνηθίσει να έχει ουσιαστικές σχέσεις με τους ανθρώπους, ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πόσο αγαπά την κόρη του, την Ελίζαμπεθ Τζέιν, πάλι την αδικεί. Ακόμα κι όταν γυρίζει η Λουσέτα, δεν φαίνεται να είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της. Είναι ένας άνθρωπος εξουσίας. Συμβολίζει το παλιό, και στην παραγωγή και τον τρόπο που χειρίζεται τις επιχειρήσεις σιταριού. Αλλά μαθαίνει να ζει και χωρίς αυτά.

Αν και ο Χέντσαρντ πλαισιώνεται από πολύ δυνατούς χαρακτήρες, τον Φάρφρι, την Ελίζαμπεθ Τζέιν,  τη Λουσέτα, εν τούτοις είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, πάνω του πέφτει συνεχώς η ματιά του συγγραφέα, εκείνος μας νοιάζει είτε ζει μέσα στα πλούτη είτε στην ακραία φτώχεια. Οι υπόλοιποι είναι πιο καθωσπρέπει, ακόμα κι όταν ο Φάρφρι του παίρνει εντελώς τη θέση, το κτήμα, το δημαρχιλίκι, τη γυναίκα, δεν θα γίνει ποτέ εκείνος, η δική του αναπόφευκτη πτώση δεν θα είναι τόσο εντυπωσιακή, είμαστε σίγουροι για αυτό, αν και τον αφήνουμε σε παντοδυναμία. Τελικά νικούν οι πουριτανοί, οι συντηρητικοί, αυτοί που δεν αφήνονται στα πάθη. Αυτοί πρέπει να ζήσουν και χτίσουν την επόμενη γενιά και κοινωνία.

Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ είναι ένα σπουδαίο βιβλίο. Δεν σε αφήνει να βαρεθείς στιγμή, σε βουτάει στο δράμα του, σε οδηγεί πέρα από την κάθαρση. Αυτό ξεχωρίζει τον Χάρντυ ως συγγραφέα, αν και φαίνεται πως η δομή της αρχαίας τραγωδίας τον κατευθύνει, την παραβιάζει. Η κάθαρση φαίνεται να έρχεται συνεχώς αλλά δεν έρχεται ποτέ. Η ύβρις παραμένει, γιατί ο Χέντσαρντ δεν μπορεί να αλλάξει. Η ύβρις τον κυνηγά, αλλά όχι με την απόλυτη θεϊκή έννοια, μα με την ανθρώπινη ξεροκεφαλιά. Ό,τι κι αν κάνει, παραμένει ένας «άνθρωπος με χαρακτήρα».

Ο Χάρντυ βαρυγκωμούσε τα μυθιστορήματα σε συνέχειες, θεωρούσε πως ήταν μόνο μέσα βιοπορισμού, μάλλον έβλεπε τον εαυτό του περισσότερο ως ποιητή. Στην πραγματικότητα μυθιστορήματα όπως ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ καθορίζουν τα αναγνωστικά μας γούστα, διαμορφώνουν αναγνώστες, είναι αρχέτυπα. Κι ας έχουν επαναλήψεις και ασυνέχειες, πού και πού και ανακολουθίες --πραγματολογικές και στην πλοκή--, που θα έκαναν έναν σύγχρονο επιμελητή να τραβάει τα μαλλιά του. Αυτό που μετράει είναι άλλο, η γλώσσα, η ιστορία κι ο τρόπος, η πλοκή∙ όπως πάντα στη λογοτεχνία δηλαδή.

 

                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ", Τόμας Χάρντυ, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδ. Gutenberg, 2019, σελ.600

2/6/20

"Η χορτοφάγος", Han Kang 한강





Είχα διαβάσει κάπως βιαστικά και σε μορφή e-book την Χορτοφάγο στην αγγλική μετάφραση πριν κάποια χρόνια. Τότε μου είχε φανεί αξιόλογη, αλλά όχι αξιομνημόνευτη. Όταν βγήκε εν μέσω καραντίνας στα ελληνικά, σκέφτηκα πως δεν το ξαναδιαβάσω. Όμως ήταν τόσο όμορφο το εξώφυλλο, κι έτσι μια μέρα φεύγοντας βιαστικά το έχωσα στην τσάντα μου. Το άρχισα στον δρόμο και το τελείωσα το ίδιο κιόλας βράδυ. Αυτή τη φορά μού φάνηκε εξαιρετικό, με την απαραίτητη δόση σεξουαλικής διαστροφής βεβαίως, μα πιο ενδιαφέρον, σχεδόν κινηματογραφικό. Πρέπει να λάβουμε βέβαια υπόψη μας τρεις παραμέτρους που μπορεί να διαφοροποίησαν την αίσθηση της ανάγνωσης: το διάβασα σε διαφορετική γλώσσα (αγγλικά-ελληνικά) χωρίς καμία να είναι η πρωτότυπη, με διαφορετικό τρόπο (ηλεκτρονικά- έντυπα) και δεύτερη φορά. Τι μέτρησε περισσότερο δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως ήταν σχεδόν σαν να διαβάζω άλλο βιβλίο. 

Η ΓίονγκΧιε είναι μια εντελώς συνηθισμένη και μέτρια γυναίκα. Έτσι ξεκινά να μας την συστήνει ο άντρας της, ο αφηγητής του πρώτου μέρους. Την παντρεύτηκε γιατί ποτέ δεν θα είχε απαιτήσεις από αυτόν, ήταν ήσυχη, υποτακτική και φυσιολογική σε όλα. Χωρίς φιλοδοξίες, χωρίς ιδιαιτερότητες. Ώσπου μια μέρα είδε ένα φοβερό όνειρο και πέταξε όλα τα ζωικά προϊόντα από τον καταψύκτη. Ο άντρας της περιγράφει το πόσο άλλαξε στο επόμενο διάστημα, δεν φορούσε σουτιέν, αρνιόταν να κάνει κοινωνική κουβεντούλα, έφτασε στο νοσοκομείο να κυκλοφορεί γυμνόστηθη. Και την χώρισε. 

Στα επόμενα δύο μέρη οι αφηγητές αλλάζουν. Σε κανένα μέρος δεν μιλάει η ίδια η γυναίκα, σχεδόν σαν να μην υπάρχει. Όμως είναι τόσο εκκωφαντική πια η παρουσία της, που τα διαλύει όλα∙ τη ζωή της και των γύρω της. Όσο βυθίζεται στην παράνοια, όσο ψάχνει έναν άλλον τρόπο να ζει, τόσο παρασέρνει και τους άλλους. Το αν θα σώσει ή όχι τελικά τον εαυτό της αρχίζει να μοιάζει αδιάφορο, τόσο για κείνην, όσο και για μας. 

Το μυθιστόρημα έχει φοβερές σκηνές όπως αυτή που προσπαθούν οι δικοί της με το ζόρι να την ταΐσουν κρέας, φοβερές σκέψεις, όπως αυτές που κάνει ο άντρας της για τη συμβατική ζωή τους, και του φαίνονται «φυσιολογικές», απίστευτες εικόνες με τεράστια λουλούδια πάνω σε γυμνά σώματα. Αυτό όμως που μαγνητίζει, είναι ο τρόπος της αφήγησης. Η ιστορία εξελίσσεται αβίαστα αν και οι αφηγητές είναι τρεις. Η ηρωίδα δεν είναι συμπαθής, δεν ταυτίζεσαι, είναι αυτή που είναι. Και το αποδέχεσαι, όσο οι γύρω της δεν μπορούν. 

Η μετάφραση στα ελληνικά μού φάνηκε πολύ καλή, έχει ρυθμό, με κράτησε συγκεντρωμένη. Στην κουβέντα αν άξιζε το Booker κι αν είναι αριστούργημα, μου φαίνεται πως δεν έχω να πω πολλά. Πρόκειται σίγουρα για ένα βιβλίο αξιοανάγνωστο και αξιομνημόνευτο. Από αυτά που χαίρεσαι να διαβάζεις, και δεύτερη φορά, και που τους αξίζει το πανέμορφο εξώφυλλο και η σκληρόδετη έκδοση. 


                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



«Η Χορτοφάγος», Χαν Γκανγκ, μετ. Αμαλία Τζιώτη, εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 195 













26/5/20

"Μείνε μαζί μου", Ayobámi Adébáyo







To «Μείνε μαζί μου» είναι το πρώτο βιβλίο της Νιγηριανής Αγιομπάμι Αντεμπάγιο, κι έκανε αρκετό ντόρο όταν κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. Η Αντεμπάγιο ανήκει σε εκείνη τη φουρνιά νεαρών συγγραφέων που προέρχονται από χώρες εκτός Αμερικής, βρέθηκαν όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες για να σπουδάσουν δημιουργική γραφή και τελικά έγραψαν στα αγγλικά. Το βιβλίο της αν κι έχει κάποιες από τις φανερές αδυναμίες των μυθιστορημάτων που προέρχονται από τέτοια εργαστήρια –μοιάζει κάπως προγραμματικό και για το πώς θέλει να γράφει λογοτεχνία αλλά και για το θέμα-, έχει αρετές. Με μεγαλύτερη, τη μεταφορά της ατμόσφαιρας της Νιγηρίας και της Αφρικής από μια Αφρικανή, την αυθεντικότητα που προσδίδει στην αφήγηση η εμπειρία από πρώτο χέρι. Φυσικά πρόκειται για ένα δυτικότροπο μυθιστόρημα, κι όχι ένα κείμενο που απηχεί την κουλτούρα της μυθοπλασίας στη χώρα,  πράγμα που κάνει παραδείγματος χάρη αποτελεσματικά για τη Μοζαμβίκη ο Μία Κότου στο "Τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο". 

Η κεντρική ηρωίδα, και στο μεγαλύτερο μέρος αφηγήτρια, είναι η Γετζιντέ. Στη Νιγηρία της δεκαετίας του '80, με τις συνεχείς πολιτικές αναταραχές, παντρεύεται τον Ακίν. Ο γάμος τους μοιάζει ιδανικός, είναι ερωτευμένοι, μορφωμένοι και σχετικά ευκατάστατοι. Μόνο μια σκιά μπαίνει ανάμεσά τους, η Γετζιντέ δεν μένει έγκυος. Η μητέρα του Ακίν, μαθημένη στην κουλτούρα της πολυγαμίας, όπου η ύπαρξη απογόνων καταξιώνει την ύπαρξη και ειδικά τη γυναικεία, προτείνει στον γιο της να παντρευτεί μια γυναίκα ακόμα. Και όταν τελικά τον πείθει, κι αυτός την παντρεύεται, προτρέπει την πρώτη της νύφη να κλείσει τα πόδια της, μπας και ο Ακίν αποκτήσει τελικά γιους. Τίποτα δεν είναι όπως αρχικά φαίνεται, και η πατριαρχική νοοτροπία για την πολυγαμική οικογένεια της Νιγηρίας πληγώνει  ανεπανόρθωτα τους ήρωες, κι εκείνον κι εκείνη, που εγκλωβίζονται ανάμεσα στην «παράδοση», τον σεβασμό για τους γονείς και τα θέλω τους, και καταστρέφουν τη ζωή τους. 

Πρόκειται για ένα έξυπνο βιβλίο, που δεν γίνεται με κανέναν τρόπο μελό. Η επαφή με μια άλλη κουλτούρα εκ των έσω δημιουργεί συνεχή ένταση. Όλο σου το είναι επαναστατεί με κάποια από αυτά που διαβάζεις, αλλά αυτό έχει σχέση με τα δυτικά πρότυπα με τα οποία έχεις μεγαλώσει. Εκεί πρόκειται απλά για καθημερινότητα. Από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές είναι αυτές που η ηρωίδα καταφεύγει στην παραδοσιακή μαγγανεία, για να τη βοηθήσει να κάνει παιδί. Ακόμα κι ένα λευκό κατσικάκι αναγκάζεται να θηλάσει. Και μετά για έντεκα μήνες συνεχώς έχει όλα τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης, από τις πρωινές ναυτίες, ως την ολοστρόγγυλη κοιλίτσα, κι ας της λένε κάθε τόσο οι ειδικοί πως δεν έχει τίποτα μες στην κοιλιά της. 

Το μυθιστόρημα εξαντλείται στο ενδιαφέρον φόντο, η συγγραφέας δεν φαίνεται να μπορεί να διεισδύσει αποτελεσματικά στον ψυχισμό των ηρώων της, μοιάζουν χάρτινοι, ακόμα κι αν μας αφηγούνται σε πρώτο πρόσωπο. Μια αντίστοιχη ιστορία, στα χέρια ενός πιο πεπειραμένου λογοτέχνη, θα μπορούσε να απογειωθεί. Παρ' όλα αυτά, πρόκειται για ένα άρτιο κείμενο, καταφέρνει να τσιγκλίσει τον αναγνώστη και να τον βγάλει από τις ευκολίες του. Κι αυτό για πρωτόλειο, δεν είναι και μικρό επίτευγμα.




                                          Κατερίνα Μαλακατέ






"Μείνε μαζί μου", Αγιομπάμι Αντεμπάγιο, μετ. Νοέλα Ελιασά, εκδ. Floral, 2018, σελ.284

20/5/20

"Ο καλός στρατιώτης. Μια ιστορία πάθους", Ford Madox Ford



Ο καλός στρατιώτης του Φορντ Μάντοξ Φορντ, που εκδόθηκε το 1915, θα μπορούσε να είναι απλά μια ερωτική ιστορία απιστίας και προδοσίας ανάμεσα σε δύο ζευγάρια της καλής κοινωνίας στο τέλος του προπερασμένου αιώνα. Φυσικά, είναι κι αυτό. Αλλά ταυτόχρονα το μυθιστόρημα είναι ένα κείμενο του μοντερνισμού, ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα σε μια μάλλον τετριμμένη πλοκή. 

Ο Αμερικανός αφηγητής, Τζον Ντάουελ, έχει παντρευτεί την Φλορενς, και οι δυο τους ταξιδεύουν στην Ευρώπη με τα εισοδήματά τους. Δεν έχει δουλέψει ποτέ. Σε ένα θέρετρο, γνωρίζουν ένα εύπορο ζευγάρι Άγγλων, τον Έντουαρντ και τη Λεονόρα Άσμπερναμ. Τα εννιά χρόνια που θα περάσουν μαζί τα δυό ζευγάρια, που είναι και τα δυο "καλά", θα είναι χρόνια ευτυχίας. Ή τουλάχιστον έτσι διατείνεται ο αφηγητής, στην αρχή. Γιατί σιγά σιγά αποκαλύπτεται, πως αυτός ο αφηγητής, που όλο δεν ξέρει, κι όλο είναι στο σκοτάδι, ξέρει πολλά περισσότερα από όσα αποκαλύπτει. Κι αυτά που τελικά αποκαλύπτει, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι η αλήθεια. Ο χρόνος της αφήγησης, οι ανακολουθίες της, το πόσο αναξιόπιστος είναι ο Τζον ως αφηγητής, προσομοιάζουν με τη μνήμη και την εμπειρία στην πραγματική ζωή. Κι αυτό, ακόμα και σήμερα έναν αιώνα μετά, είναι ακραία νεωτερικό. 

Οι σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί ανάμεσα στα δυο ζευγάρια σιγά σιγά παρεκκλίνουν προς τη διαστροφή. Ήδη από την αρχή ο αφηγητής μάς ενημερώνει πως η Φλόρενς και ο Έντουαρντ, ο «καλός στρατιώτης» του τίτλου, είναι νεκροί. Οι συνθήκες όμως των θανάτων τους, είναι μια άλλη ιστορία. Ομολογουμένως ο Καλός στρατιώτης δεν είναι ένα ελαφρύ ανάγνωσμα, ούτε ένα βιβλίο που θα σε παρασύρει στα πλοκάμια του από νωρίς. Παίζει, ειδικά στην αρχή, με την ανία του αναγνώστη, αδιαφορεί για το αν θα επιλέξεις να μπεις στο μυστήριο. Οι σχέσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών είναι ένα παιχνίδι εξουσίας λαβυρινθώδες, και νικητής τελικά ο «φυσιολογικός». Οι υπόλοιποι πρέπει να πεθάνουν. Ο αφηγητής πάσχει από την ασθένεια του τέλους του αιώνα, δεν μπορεί να βρει τόπο να σταθεί σε έναν κόσμο που φαίνεται να τον ξερνάει. Όμως αυτή η αίσθηση είναι διαφορετική και πιο βαθιά από μια απλή μελαγχολία, πάει σε στρώματα της ψυχής ασυνείδητα, που αποκαλύπτονται αργά και μπερδεμένα, όπως ακριβώς αφηγείται ο ίδιος. 

Ο καλός στρατιώτης είναι ένα βιβλίο που δεν ξεχνάς, ένα βιβλίο ήττας, συντριβής και ζωής. Ο τίτλος του, που μοιάζει τόσο ακραία ειρωνικός, δεν σε προδιαθέτει για τίποτα, ήταν άλλωστε επιλογή του εκδότη κι όχι του συγγραφέα. Εκείνος ήθελε να το πει «Μια θλιβερή ιστορία», έτσι ακριβώς όπως ξεκινάει: Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει – η πιο θλιβερή. 



                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο καλός στρατιώτης. Μια ιστορία πάθους", Ford Madox Ford, μετ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Gutenberg, σελ. 366, 2017

13/5/20

Πηδώντας τον φράκτη





Είναι μια συνεχιζόμενη κουβέντα μέσα μου, αυτή για την ανάγνωση. Είναι καλύτερα να είσαι αγνός, να μην ξέρεις τίποτα για τον συγγραφέα, την εποχή, το ιστορικό γίγνεσθαι, τις κριτικές που γράφτηκαν, να προσεγγίζεις την τέχνη γυμνός, έτοιμος να την δεχτείς χωρίς μπαγκάζια; Ή να προσκολλάσαι στα όσα έγραψαν οι άλλοι, να ενστερνίζεσαι τη δική τους άποψη, να διαβάζεις σαν να παίρνεις μουρουνόλαδο; Και τα δυο έχουν τις ευκολίες τους. Είναι ανέξοδο να διαβάζεις χωρίς γνώση, μένεις στο συναίσθημα, ίσως αναγνωστικά να προχωράς λόγω των ίδιων των αναγνωσμάτων. Όμως αυτά τα αναγνώσματα δεν μπαίνουν ποτέ σε μια σειρά, δεν οργανώνονται στο μυαλό σου. 

Από την άλλη, πώς μπορεί ένα βιβλίο να είναι "αγαπημένο σου", χωρίς να το ‘χεις διαβάσει, γιατί άρεσε στον τάδε ή στον δείνα κριτικό, γιατί ο συγγραφέας είναι υποστηρικτής του ενός ή του άλλου λογοτεχνικού ρεύματος. Είναι εύκολο να αφεθείς να μην έχεις άποψη γιατί έχουν άποψη τα μεγαθήρια, και ποιος είσαι εσύ, για να κρίνεις την τέχνη. Βέβαια έτσι χάνεις όποια πηγαία χαρά ανήκει στην ανάγνωση, στην πραγματικότητα ενώ είσαι πιστός οπαδός της τέχνης, καταλύεις με τη στάση σου τη βασική της λειτουργία. 

Κάποια στιγμή πρέπει να πηδήσεις τον φράχτη∙ και να απελευθερωθείς. 


Τα κριτικά κείμενα να πάψουν να σε βαραίνουν την ώρα της ανάγνωσης, τα βιογραφικά και τα πραγματολογικά στοιχεία να υπάρχουν μόνο στο πίσω μέρος του μυαλού όταν έρχεσαι σε επαφή με την ίδια την τέχνη, να μπορείς να διαμορφώσεις τη δική σου άποψη. Κι έπειτα όλα όσα έχεις διαβάσει, σε δεύτερο χρόνο, μαζί και το ίδιο το έργο, να μπορούν να μπουν στη θέση που τους αξίζει. Δεν είναι άσκοπες οι κριτικές και η θεωρία της λογοτεχνίας, φτιάχνουν το υπόστρωμα για να πατήσεις. Δεν είναι όμως κι Ευαγγέλιο. Αν δεν πηδήξεις τον φράχτη, αν δεν έχεις δική σου άποψη, τότε χάνεις όλη την απόλαυση. 

Είναι περίεργη ιστορία η λογοτεχνία. Ξεκινά από το θυμικό μας, για να αρπάξει τη λογική μας, μας (εκ)παιδεύει και μας παιδεύει. Πρέπει να είσαι σε διαρκή εγρήγορση, αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα, δεν σε αφήνει να εφησυχάσεις. Αν νομίσεις πως την κατέχεις, όλο και κάποιος συγγραφέας θα σου βγάλει τη γλώσσα. Αν νομίσεις πως την ορίζεις, τότε η μούχλα σου θα αρχίσει να βρωμάει. Αν νομίσεις πως δεν απαιτεί τίποτα, τότε χάνεις τη μισή της γοητεία. Απαιτεί γνώση, και χρόνο, και διάθεση. Απαιτεί, στα έσχατα, την ψυχή σου. Το αν θα τη δώσεις, είναι απόφαση που κανείς δεν παίρνει έλλογα. Αυτή είναι η γοητεία της, την ώρα που κάνει επίκληση στο μυαλό σου, ανάβει μια φωτιά για να μαγειρέψει την καρδιά σου. Μπορεί να βγεις από το καζάνι αλώβητος, μπορείς να βράσεις αργά και βασανιστικά. Υπάρχει κι επιλογή να χορέψεις με τις φλόγες και να καείς. 



                   Κατερίνα Μαλακατέ



Booktalks



6/5/20

"Ιδού εγώ", Jonathan Safran Foer



Πρωτογνώρισα τον Τζόναθαν Σάφραν Φόερ με το «Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά». Τότε, και μόνο η ιδέα πως ένας συνομήλικός μου συγγραφέας είχε γράψει κάτι τόσο ολοκληρωμένο με γέμιζε δέος. Όταν διάβασα όμως το πρωτόλειό του, το «Όλα έρχονται στο φως», απογοητεύτηκα. Ήταν ένα επιτηδευμένο μυθιστόρημα, φανερά προερχόμενο από εργαστήρια δημιουργικής γραφής, με παγιωμένες ιδέες για το τι είναι καλό να γράφεται, τι είναι τέχνη και τι είναι λογοτεχνία.

Το «Ιδού εγώ», ένα μυθιστόρημα που έρχεται μετά από σχεδόν δεκάχρονη σιγή για τον Φόερ, μου θύμισε τις καλές του στιγμές. Το κεντρικό θέμα του είναι η κατάρρευση ενός γάμου, αλλά ταυτόχρονα μιλά για τη θρησκεία, το Ισραήλ, την αυτοκτονία, την ενηλικίωση, την εφηβεία, τη φιλία. 

Ο Τζέικομπ είναι ένας σαραντάχρονος συγγραφέας που ζει με τη γυναίκα του τη Τζούλια και τα τρία αγόρια τους, τον Σαμ, έναν προέφηβο που δεν αντέχει ούτε τον ίδιο του το δέρμα, τον Μαξ, έναν καλόβολο δεκάχρονο, και τον εξάχρονο Μπέντζι. Η οικογένειά τους μοιάζει σωστά δομημένη, είναι άθεοι, μα επιμένουν ο Σαμ να κάνει μπαρ-μιτσβά, αγαπάνε πιο πολύ τα παιδιά τους από όσο ο ένας τον άλλον. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπήθηκαν, ή πως δεν ήθελαν στην αρχή ο ένας τον άλλον κολασμένα -απλά πως είναι ήδη είκοσι χρόνια μαζί. Γύρω τους κινείται μια πλειάδα χαρακτήρων, ο παππούς Ισαάκ που δεν μπορεί να ισιώσει τα γόνατά του, όσο χρόνια κι αν πέρασαν από το Ολοκαύτωμα, ο Ιρβ, ο πατέρας του Τζέικομπ, που γράφει εθνικοπατριωτικά άρθρα στο μπλογκ του, ο Ταμίρ, ο ξάδελφος που έρχεται επίσκεψη από το Ισραήλ για το μπαρ-μιτσβά του Σαμ κι εγκλωβίζεται στην Αμερική όσο η πατρίδα του καταστρέφεται, το ίδιο το Ισραήλ ως πατρίδα, και ως φάσμα πατρίδας. 

Το μυθιστόρημα ξεκινά με την πυρηνική οικογένεια, και τον φαινομενικά ανούσιο λόγο να χωρίσει: η Τζούλια βρίσκει στο κινητό του Τζέικομπ σεξουαλικά μηνύματα με μια άλλη γυναίκα. Αν και τα μηνύματα είναι αρκετά έντονα, ο Τζέικομπ δεν απάτησε τη Τζούλια ποτέ, δεν έχει κάνει έρωτα με την άλλη γυναίκα. Σιγά σιγά μέσα από αυτή την κεντρική ιστορία φτάνουμε σε βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα για το ποιος είναι ο καθένας, τι είναι οικογένεια, τι είναι έρωτας, ποια είναι η πατρίδα του, τι τον ορίζει. Στην πορεία έχουμε ξεκαρδιστικούς διαλόγους και στιγμές, έναν πατέρα που σκοτώνει το άβαταρ του γιου του στην "Άλλη ζωή", ένα παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, έναν γέρο σκύλο που αργοπεθαίνει. Όλα αυτά μοιάζουν πολύ με την ίδια τη ζωή και συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα, που δεν κάνει κοιλιά. 

Ο Φόερ βγαίνει από τις στυλιζαρισμένες ευκολίες, τη μοντερνιστική του παιδεία, απλώνεται σε μια κανονική αφήγηση, πατάει γερά πάνω σε κάτι που ξέρει καλά --τα αυτοβιογραφικά στοιχεία είναι πολλά και έντονα, τόσο στην υπόθεση του γάμου του, όσο και στην αίσθηση του έφηβου γιου αλλά και στο θέμα της Εβραϊκής ταυτότητας. Όμως όλο αυτό το στηρίζει λογοτεχνικά, το βίωμα γίνεται λόγος να ταυτιστείς όμως όχι αιτία για λογοτεχνικές εκπτώσεις. Ομολογώ πως το θέμα (μού) είναι οικείο, δυο σαραντάρηδες που είναι μαζί από τα είκοσί τους, κι έχουν φτιάξει μια όμορφη οικογένεια, που έχουν βαλτώσει σε αυτήν και φαίνεται τα προσωπικά τους όνειρα να είναι τελείως αδιάφορα πια. Ο άντρας κάνει μια χαζή μη απιστία- τι ψυχή έχουν μερικά μηνύματα για το αν θέλει ή όχι "να γλείψει τα χύσια του από την κωλοτρυπίδα" μιας άλλης γυναίκας. Δεν έχουν; Αυτά τα μηνύματα που διατρέχουν το μυθιστόρημα, σαν να πρόκειται για κομμάτια μιας Βίβλου, αυτά τα μηνύματα της μη απιστίας, είναι τα πιο σοκαριστικά. Ο γάμος δεν διαλύεται γιατί μπήκε ένα τρίτο πρόσωπο, ή γιατί θα μπορούσε έστω δυνητικά να μπει, αλλά γιατί οι δυο σύζυγοι, που δεν σταματούν να αγαπάνε τα παιδιά τους, έχουν τόσο πολύ χάσει τον εαυτό τους μέσα στην οικογένεια, που σε στιγμές αγνοούν τα παιδιά τους. Δεν αντέχουν άλλο στο πετσί τους. 

Το θέμα της εβραϊκότητας, το πόσο Εβραίος είσαι, όντας άθεος στην Αμερική, και πόσο Εβραίος είσαι όταν πολεμάς για το Ισραήλ μπαίνει σε μια μεθυσμένη κουβέντα ανάμεσα στα ξαδέλφια, και δεν λύνεται ποτέ γιατί δεν μπορεί να λυθεί. Η κάθε συνθήκη είναι μέρος του καθενός, και δεν αλλάζει απλά. Η θρησκεία και η πατρίδα είναι έννοιες περίπλοκες όταν μπλέκεται η προσωπική ιστορία με την Ιστορία, δηλαδή σχεδόν πάντοτε. 

Απόλαυσα το "Ιδού Εγώ", ο Φόερ έχει εκπληκτικό χάρισμα να στήνει σκηνές και να αλαφραίνει τα βιβλία του με χιούμορ, αυτό το ξέραμε και από τα άλλα του. Εδώ έχει καταφέρει να εμβαθύνει και στον κεντρικό του χαρακτήρα, να αναλογιστεί τι είναι αυτό που πονάει πραγματικά, να βάλει τη ζωή του στη σέντρα. Δεν είναι λίγο, ούτε μικρό, κι ας μοιάζει έτσι. Καταπιάνεται με ένα από τα σπουδαία θέματα του καιρού μας και το κάνει πάλι αξιοζήλευτα. Ο Τζόναθαν Σάφραν Φόερ ξεπέρασε και πάλι τους συνομηλίκους του.



                                             Κατερίνα Μαλακατέ




"Ιδού εγώ", Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, μετ.Άρης Σφακιανάκης, Ηρώ Σκάρου, εκδ. Κέδρος, 2019, σελ.608



28/4/20

"Η γενναιοδωρία της γοργόνας", Denis Johnson



Πρωτογνώρισα τον Ντένις Τζόνσον διαβάζοντας το «Δέντρο από καπνό» πριν αρκετά χρόνια. Ομολογώ πως δεν θυμήθηκα αμέσως το όνομά του όταν είδα τη συλλογή διηγημάτων «Η γενναιοδωρία της γοργόνας» από τις εκδόσεις Αντίποδες. Πρόκειται για πέντε σχετικά εκτενή διηγήματα. Τα τρία μοιάζουν πολύ με το μυθιστόρημα που έχω διαβάσει, έχουν ήρωες παρίες, ανθρώπους σπασμένους από τη φυλακή, από τα ναρκωτικά. Το ύφος του Τζόνσον μοιάζει πολύ με του δασκάλου του, Ρέιμοντ Κάρβερ, αποπνέουν την ίδια μυρωδιά μιζέριας και δυστυχίας, όμως με έναν τρόπο ανθρώπινο και φυσικό, σαν να πίνεις ένα ποτήρι νερό. 

Το πρώτο μου πρωί στον όροφο παρακοιμήθηκα και κάποιος όντως μου βούτηξε το πρωινό. Στο εξής ξυπνούσα με την μία για το πρώτο γεύμα της ημέρας, γιατί πέρα από το φαγητό δεν είχαμε τίποτα άλλλο να περιμένουμε απ’ τη ζωή, και η πείνα που νιώθαμε σε κείνο το μέρος ήταν πιο φοβερή κι από των μωρών. Κορν φλέικς για πρωινό. Μεσημεριανό: σάντουιτς με μορταδέλα. Για βραδινό, μια από τις δημιουργίες του Σεφ Μπογιαρντί σε κονσέρβα, ή, τις καλές μέρες, βοδινό αλά Dinty Moore. Τα πιο νόστιμα που έχω φάει ποτέ. 

Οι ήρωες του Τζόνσον είναι κάπως ψυχεδελικοί, οριακές προσωπικότητες που προσπαθούν να κρατηθούν, άνθρωποι που γνώρισαν μόνο τη σκληρή πλευρά της ζωής. Έχει μεγάλη ικανότητα εμβάθυνσης στους χαρακτήρες, τόσο που νιώθεις σχεδόν αυτή την άλλη Αμερική, που συχνά δεν βλέπουμε, να σε κυκλώνει. Η ασφυξία δημιουργεί ένα αίσθημα αυθεντικότητας, κι εκεί που νιώθεις πως ίσως δεν θα άντεχες να διαβάσεις, ο Τζόνσον κάνει την υπέρβαση, με κάποιον σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, η φαντασία παρεισφρέει και δίνει τη λύση.

Στα δύο τελευταία διηγήματα της συλλογής, αυτά που δεν είχαν ποτέ εμφανιστεί όσο ζούσε, έχουμε μια διαφορά, κι εδώ οι ήρωες είναι δυστυχείς και κατατρεγμένοι, εγκλωβισμένοι σε μια μάταιη και αφόρητη ζωή, όμως είναι συγγραφείς∙ καμένοι συγγραφείς, με εμμονές, ταλαντούχοι ή ατάλαντοι, γεμάτοι ναρκωτικά και φαντάσματα, πάντως άνθρωποι που ασχολούνται με το γράψιμο και τον πόνο της γραφής.  

Ο Μαρκ ήταν γύρω στα είκοσι πέντε. Εγώ ήμουν τριάντα πέντε. Είχα διευθύνει αρκετά τέτοια εργαστήρια την προηγούμενη δεκαετία, είχα ξενυχτίσει παλεύοντας με τους στίχους που έγραφαν οι μαθητές κάθε είδους, όχι μόνο οι μεταπτυχιακοί της δημιουργικής γραφής αλλά και παιδάκια από κάτι κρατικά προγράμματα του τύπου «η ποίηση στο σχολείο», συνταξιούχοι από τα καλλιτεχνικά εργαστήρια των δήμων, και μια φορά, για πάνω από ένα χρόνο, κλεφτρόνια, λαθρέμποροι και μαχαιροβγάλτες σε μια ομοσπονδιακή φυλακή, κι αναρωτιόμουν σχεδόν διαρκώς: Είναι άραγε οι δικοί μου στίχοι καθόλου καλύτεροι από τους δικούς τους; Τα πρώτα πέντε έξι ποιήματα του Μάρκους Άχερν μου έδωσαν την απάντηση που ζητούσα. Ήταν αληθινά ποιήματα, κάθε στίχος τους ήταν στίχος αληθινού ποιήματος, και καθώς τα κρατούσα στα χέρια μου εκείνη η κρυφή αγωνία σταμάτησε να σφίγγει την καρδιά μου και αποδέχτηκα πως δεν θα γινόμουν ποτέ ποιητής, μόνο δάσκαλος ποιητών. 

Αυτά είναι τα αγαπημένα μου της συλλογής, ξεχωρίζουν από τα άλλα, ασχολούνται με το θάνατο, και την τρέλα και την παραίσθηση, μα με έναν τρόπο που μοιάζει ώριμος. Η γλώσσα του Τζόνσον είναι λιτή και καθαρή, χωρίς στολίδια, όπως κι ο τρόπος της αφήγησης. Η συλλογή κυκλοφόρησε στην Αμερική έναν χρόνο μετά τον θάνατο του και μοιάζει ως η ιδανική κατακλείδα μιας μάλλον ταραγμένης (και συγγραφικά) ζωής. 



                                                               Κατερίνα Μαλακατέ


"Η γενναιοδωρία της γοργόνας", Ντένις Τζόνσον, μετ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 205













20/4/20

"Σώσα", Isaac Bashevis Singer




Αγαπώ την απλότητα και τη γοητεία της γραφής του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Έχει την ικανότητα να κρατά μαγεμένο τον αναγνώστη, ενώ χτίζει πολύπλοκους και βαθείς χαρακτήρες. Ο Σίνγκερ δεν απομακρύνεται ποτέ πολύ από τις εμμονές του: την Εβραϊκότητα, τα γίντις, την Τορά, τον Έρωτα, την ταυτότητα. Η «Σώσα» είναι ένα μυθιστόρημα με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, έχεις συνέχεια την αίσθηση πως κρυφοβλέπεις τον ίδιο τον συγγραφέα. Πρωταγωνιστής και πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο Άρελε, ένας νεαρός γιος Ραβίνου, μεγαλωμένος ως Ορθόδοξος Εβραίος σε μια φτωχογειτονιά της Βαρσοβίας, στην οδό Κροχμάλνα. Ο Άρελε, ενάντια στη θέληση της οικογένειάς του, δεν γίνεται ραβίνος, μα προσπαθεί να εδραιωθεί ως γίντις συγγραφέας. Περισσότερο κινείται στους λογοτεχνικούς κύκλους, παρά γράφει, βέβαια. Και ποτέ δεν απομακρύνεται από την Κοινότητα πραγματικά, ποτέ δεν παύει να αναρωτιέται για την ύπαρξη του θεού, κι ας μην έχει πια βοστρύχους. 

Κομβική φιγούρα είναι ο μέντορας του, ο δρ Φάιτελτσον, ένας άθεος Εβραίος, γυναικάς και φαφλατάς συγγραφέας και φιλόσοφος, που μοιάζει σχεδόν ονειρικός. Και φυσικά οι πολυάριθμες ερωμένες. Η επίσημη κοπέλα του, η Ντόρα, μια κοντούλα κάπως παχουλή επαναστάτρια κομμουνίστρια, η παντρεμένη με τον Χάιμλ, Τσέλια, μια αξιόλογη γυναίκα που αρχικά είναι ερωμένη του Φάιτελτσον, η Μπέτυ Σλόνιμ, μια ηθοποιός που τον ερωτεύεται παλαβά, ενώ έχει έρθει στη Βαρσοβία με τον πολύ μεγαλύτερό της παντρεμένο εραστή της, η Τέκλα, η χωριατοπούλα υπηρέτρια. Όμως όλες αυτές οι γυναίκες, με τις οποίες ο Άρελε κοιμάται ταυτόχρονα και περιστασιακά, ωχριούν μπροστά στην αινιγματική φιγούρα της Σώσα. 

Τη Σώσα ο Άρελε τη γνώρισε όταν ήταν εννέα χρονών, και ήδη τότε φαινόταν λίγο «αργή», τα γίντις της ήταν γεμάτα λάθη, δεν τα κατάφερνε στο σχολείο. Όταν την ξανασυναντά ενήλικος, η κοπέλα φαίνεται ολόιδια, δεν έχει πάρει καθόλου ύψος και η διανοητική της ηλικία μοιάζει παιδιού. Θα προσκολληθεί σε αυτήν, αρνούμενος να φύγει από την πατρίδα του, παρ’ όλο που βλέπει πως σύντομα ο Χίτλερ θα καταλάβει την Πολωνία και οι Εβραίοι θα έχουν κακή τύχη. Με κάποιον τρόπο θα θυσιαστεί για χάρη της, ή για χάρη του εαυτού του. Η Σώσα σηματοδοτεί την αγνότητα, είναι πλήρως αφοσιωμένη στον Άρελε, μόνο τον περιμένει, δεν έχει καμία άλλη ασχολία παρά να τον λατρεύει. Μερικές φορές κάνει και ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, όπως αν υπάρχει Θεός. Ανάμεσα στις κομψές, έξυπνες και μορφωμένες ερωμένες του, μοιάζει σαν ένα άφυλο παιδί. Κι όμως αυτή είναι η πατρίδα του φέρελπι συγγραφέα, αυτήν παντρεύεται και σε αυτήν αφοσιώνεται, ακόμα και σωματικά. 

Με την ίδια εμμονή, τόσο ο Άρελε, όσο και ο ίδιος ο Σίνγκερ επιμένουν στα γίντις. Τα γίντις τα μιλούσαν μια χούφτα άνθρωποι. Ο Σίνγκερ ακόμα και στην Αμερική, πρώτα έγραφε στα γίντις κι έπειτα βοηθούσε να μεταφραστούν τα βιβλία του στα πιο «σφιχτά» και αυστηρά Αγγλικά. Τα γίντις είναι μια γλώσσα υβρίδιο, μέσα της ενυπάρχουν παλαιότερες εκδοχές των Γερμανικών, και τον Ρωσικών, μοιάζουν να περικλείουν την ίδια την ταυτότητα ενός Εβραίου λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Το Ολοκαύτωμα, ο Άρελε το προσπερνά. Βλέπουμε μόνο λίγο τις συνέπειες του, έντεκα χρόνια μετά. Όμως η καυτή ανάσα του Χίτλερ καίει συνεχώς το σβέρκο των ηρώων της «Σώσα». Κι ο καθένας καλείται τότε να πάρει θέση, μπροστά στην επερχόμενη καταστροφή, να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του, θα φύγει ή θα μείνει; Ο Άρελε έμεινε στην Βαρσοβία, ο Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ έφυγε για Αμερική. 

Η «Σώσα» βάζει θέματα πολιτικά και φιλοσοφικά, θρησκευτικά και ταυτότητας, και πατρίδας, και γλώσσας. Όλα όμως φιλτράρονται από την αχόρταγη ματιά του συγγραφέα για τον έρωτα. Αυτό το μοτίβο, ενός άντρα που περιβάλλεται από πολύ αξιόλογες γυναίκες, όλες ερωμένες του, επανέρχεται στα βιβλία του. Κι αν και ενέχει αρκετά στοιχεία πατριαρχίας, είναι τόσο οργανικά δεμένο με την πλοκή, που σχεδόν το περιμένεις και το δέχεσαι. Εξάλλου οι ηρωιδές είναι μακράν πιο ενδιαφέρουσες στα κείμενά του, από ό,τι οι άντρες. Το μυθιστόρημα είναι καθηλωτικό, από εκείνα που δεν ξεχνάς πως κάποτε τα διάβασες. Η ίδια η μορφή της ομώνυμης ηρωίδας —που φαντάζομαι πως κανένας δεν κατάφερε ποτέ πλήρως να αποκρυπτογραφήσει— όπως και οι προβληματισμοί του Άρελε, ο τρόπος που συμπεριφέρεται προσωπικά σε μια επερχόμενη πολιτική καταστροφή, θέτουν πολλά ερωτήματα και δίνουν λίγες απαντήσεις. Στην πορεία όμως, όσο βυθίζεσαι στον κόσμο του Σίνγκερ, συνειδητοποιείς πως αυτό δεν έχει καμία σημασία, 


                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ



"Σώσα", Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, μετ. Μιχάλης Πάγκαλος, εκδ. Κίχλη, 2019, σελ.468








10/4/20

"Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών", Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ



Ο Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ είναι ένας από τους σημαντικότερους μοντερνιστές συγγραφείς της Τουρκίας. Το «Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1954 και παρέμεινε αμετάφραστο στην Ελλάδα έως και το 2019. Σε αυτό ο Τάνπιναρ με ειρωνεία και πολλές φορές καυστικό χιούμορ σατιρίζει τη μετάβαση της Τουρκίας από το παραδοσιακό στο σύγχρονο κράτος, χρησιμοποιώντας έναν εν πολλοίς αναξιόπιστο, αν και αξιαγάπητο αφηγητή. 

Ο Χαϊρί Ιρντάλ μάς αφηγείται τα απομνημονεύματά του. Ο Χαϊρί είναι ένας τύπος που αγαπά το να μην κάνει τίποτα. Στα πρώτα χρόνια του, αν εξαιρέσει κανείς μια ελαφρά κλίση προς την ωρολογοποιία που δεν καλλιέργησε ποτέ, δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, άγεται και φέρεται από τη φτώχεια του, κάνει παιδιά χωρίς να το καταλάβει, παντρεύεται μια γυναίκα που δεν μπορεί να σώσει από τον θάνατο και τελικά κουτσοβολεύεται ως δημόσιος υπάλληλος στα ταχυδρομεία. Και τότε γνωρίζει τον Χαλίτ Αγιαρτζί, έναν άνθρωπο larger than life (ελληνιστί), που οραματίζεται έναν δημόσιο οργανισμό, που τραβάει χρήματα από κάθε πολιτικό αξιωματούχο, και φτιάχνει ένα τεράστιο άχρηστο κτήριο σε σχήμα ρολογιού, όπου βολεύονται όλοι οι ημέτεροι και συγγενείς και σκοπό να έχει να ρυθμίσει τα ρολόγια της Πόλης στην ίδια ώρα και ρίχνει αβέρτα πρόστιμα για κάτι απροσδιόριστο. Μα, την ώρα στα ρολόγια τη ρυθμίζεις κι από το τηλέφωνο. Ε, και; 

"Δεν αναφέρομαι στην πρώτη παράβαση. Η πρώτη παράβαση είναι πολύ πιθανόν να δημιουργήσει τύψεις σε κάποιον, σαν ένας πρώτος γάμος. Είναι όμως προφανές πως στις αυξήσεις των προστίμων που επιβάλλονται στη δεύτερη παράβαση, επικρατεί η λογική της δημοπρασίας, που στο κλείσιμό της ωθεί την άλλη πλευρά στην απελπισία. Εμείς λοιπόν, μειώνοντας τα πρόστιμά μας έως και τριάντα τοις εκατό, αποτρέπαμε αυτό το φυσικό αποτέλεσμα και τις συνέπειές του. Έτσι το προσθετικό ακι αυξανόμενο σύστημα προστίμων θα έκανε το ίδρυμα μας να τραβήξει την προσοχή του κόσμου. Η συγκεκριμένη χρηματική ποινή, από την οποία ο δήμος μας είχε την καλοσύνη να μας αποδίδει ένα μέρος της, ήταν μορφή εμπορικής συναλλαγής. Υπάρχει άλλωστε εμπορικό κατάστημα που να μην κάνει προσφορές στους σταθερούς πελάτες του; Δεν είχα κάνει λάθος στην προκαταβολική μου σκέψη οτι κάτι τέτοιο θα ευχαριστούσε τον λαό της Ίνστανμπουλ, που ανέκαθεν ήταν μαθημένος στις εκπτώσεις λόγω τέλους εποχής, και μόνον τότε αντιλαμβανόταν τα τεράστια κέρδη των εμπορικών εταιρειών. Κανείς όμως δεν περίμενε κάτι ανάλογο από μια σχεδόν δημόσια υπηρεσία. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο το κοινό δεχόταν το σύστημα αυξάνοντας ακόμα περισσότερο την προσέλευση του κόσμου.
Κι έτσι έγινε τελικά Οι πολίτες, για να δουν με τα ίδια τους τα μάτια αυτή την αδιανόητη έκπτωση, που την περνούσαν για ανέκδοτο, αρχίσαν να σπεύδουν στα γραφεία μας με τα αρρύθμιστα ρολόγια τους στο χέρι ή να σταματούν τους ελεγκτές μας στον δρόμο για να τους κόψουν πρόστιμο. Η μόδα του προστίμου που ο κόσμος έδινε με τη θέλησή του και με το γέλιο στο στόμα κυρίευσε ξαφνικά όλη την πόλη. Δεν υπήρχε πια η ανάγκη να αγοράζουμε παιχνίδια στα παιδιά. Τα αξιαγάπητα μικρά πλάσματα είχαν βρει επιτέλους τον πιο όμορφο, τον πιο γαργαλιστικό τρόπο να συμμετέχουν στην χαρά των μεγάλων." 

Ο Χαϊρί, παρ’ όλο που επιφανειακά αντιστέκεται στον παραλογισμό ενός τέτοιου Τίποτα, τελικά γλυκαίνεται από τα λεφτά και την άνεση, βολεύεται, βολεύει τα παιδιά, τη ανυπόφορη σύζυγο, την φρικτή θεία του, την παντρεμένη ερωμένη του, και κάπως τα μασάει. Όλη αυτή η αλληγορία δεν μοιάζει και τόσο αλληγορική, είναι απλά η απότομη μετάβαση –που συνέβη κι εδώ— από το περίπου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με τα μπαχσίσια και τα τερτίπια, σε ένα κράτος με περίπου κεντρική διοίκηση. Ο παραλογισμός μοιάζει τόσο οικείος που είναι και δικός μας. 

Ο αφηγητής του Τάνπιναρ είναι εξαιρετικά χαριτωμένος, φέρνει στο μυαλό τον Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο∙ αυτό είναι ένα από τα βιβλία του μοντερνισμού που δεν φέρνει προσκόμματα στην άνετη ανάγνωση. Τα ρολόγια και ο Χρόνος κυριαρχούν παντού, δεν μπορείς να τα αγνοήσεις. Μαζί, και η ματαιότητα της ζωής, το θέμα της ταυτότητας, ο Χαϊρί δεν έχει ιδέα ποιος είναι και πού πάει, δεν ξέρει αν κάποιον αγαπάει. Μιλάμε για μια απολαυστική αφήγηση-ποταμό, μερικές φορές χωρίς αρχή και τέλος, κι ούτε εμφανή σκοπό. Όπως το ίδιο το Ινστιτούτο. Το ίδιο το βιβλίο είναι το Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών και για αυτό με κάποιο τρόπο, είναι η ίδια η ζωή, παράλογη, αφόρητη, παράνομη και καταχρηστική αλλά μερικές φορές τόσο διασκεδαστική. Το «Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών» είναι ένα βιβλίο του Κανόνα, θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στα κομψοτεχνήματα του μοντερνισμού. Δεν είμαι σίγουρη πως είναι καθιερωμένο στη συνείδηση των αναγνωστών ως τέτοιο, αλλά μου είναι αδιάφορο. Εγώ απλά χαίρομαι που το διάβασα. 


                                                         
                                                                                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Ινστιτούτο Ρύθμισης Ρολογιών", Αχμέτ Χαμντί Τάνπιναρ, μετ. Στέλλα Χρηστίδου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ.510 












8/4/20

"Φυσικό μυθιστόρημα", Georgi Gospodinov



Πρωτογνώρισα τον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ διαβάζοντας (σε αγγλική μετάφραση) πριν κάποια χρόνια το δεύτερο του μυθιστόρημα, το «Περί φυσικής της μελαγχολίας». Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ανάγνωσμα, γραμμένο μεταμοντέρνα και αποσπασματικά, με πάρα πολλές διακειμενικές αναφορές, που δίνει ανάγλυφα την πολιτική κατάσταση στην Βουλγαρία πάνω στην αλλαγή, το πώς νιώθει ένας πολιτής σε αυτές τις χώρες, φτιάχνοντας έναν κειμενικό λαβύρινθο στηριγμένο πάνω στον μύθο του Μινώταυρου. 

Το "Φυσικό μυθιστόρημα" είναι το πρώτο του βιβλίο (και το δεύτερο που μεταφράζεται στα ελληνικά). Και λέω πρώτο κι όχι πρωτόλειο, γιατί δεν έχει κανένα από τα ελαττώματα των πρώτων προσπαθειών, είναι ολοκληρωμένο και επικεντρωμένο στο θέμα. Ο συγγραφέας μάς μιλά για τον χωρισμό από τη γυναίκα του, που έμεινε έγκυος από έναν άλλον άντρα, για την καθημερινότητά του, για τις γάτες και το γράψιμο, και για το νόημα της ζωής. 

Ο αφηγητής πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο, φαινομενικά χωρίς ειρμό, όπως θα ήταν οι σκέψεις μας ανάκατες. Όμως το κάθε κομμάτι δεν έχει την αναρχία της καθημερινής ζωής, το κάθε κομμάτι, έστω κι αν είναι τρεις σελίδες και μιλάει για μύγες, για τη σπουδαιότητα της τουαλέτας, ή για κάτι βαθιά υπαρξιακό, έχει αρχή μέση και τέλος. Έτσι, μέσα σε αυτό το χάος των συνειρμών, έχεις την αίσθηση του κλεισίματος, ο συγγραφέας παρηγορεί τον εαυτό του και τον αναγνώστη, οι ατάκτως ερριμμένες εμμονές μας ίσως είναι το μόνο που μπορεί να βάλει τάξη στο χάος. 

Αυτό που συμβαίνει στον αφηγητή, η αίσθηση της ματαιότητας και του κενού, δεν σε πνίγει. Αντίθετα φαίνεται σαν να είναι η φυσική ροή των πραγμάτων- εξ ου και ο τίτλος, το «φυσικό μυθιστόρημα». Πρόκειται για ένα βιβλίο που μελετά την ανθρώπινη φύση, ίσως με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, ο αφηγητής καταπιάνεται με τον ίδιο του τον εαυτό. Το κείμενο με συνεπήρε, το τελείωσα με την μία, η αποσπασματικότητα -που συνήθως με αποτρέπει-, εδώ λειτούργησε περίπου σαν εργαλείο κάθαρσης, ένιωσα οικεία, πως η θλίψη ήταν και δική μου, βυθίστηκα σε αυτήν, κι έπειτα αναδύθηκα στην επιφάνεια. Κι αυτό ίσως να είναι ένας από τους ορισμούς της καλής λογοτεχνίας. 


                                                     Κατερίνα Μαλακατέ 




"Φυσικό μυθιστόρημα", Georgi Gospodinov, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2020, σελ. 180 

4/4/20

"Η φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Είχα χρόνια να διαβάσω τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Από καιρό σε καιρό όλο και κάποιο διήγημά του ξαναπέφτει στα χέρια μου κάτι βράδια που σκαλίζω τη βιβλιοθήκη, αλλά η Φόνισσα έμοιαζε πάντα πολύ μεγάλη και πολύ οικεία. Έκανα λάθος. Θυμόμουνα βέβαια το κρίμα της Φραγκογιαννούς, δεν θυμόμουν όμως την υπόλοιπη ιστορία καλά, τα άλλα φονικά, τη φυγή της στο βουνό. Έμοιαζε στο μυαλό μου σαν να τα φαντάστηκα κι όχι να τα είχα κάποτε διαβάσει. 

Η Φραγκογιαννού σκοτώνει τα θηλυκά γιατί δεν αντέχει να έχει να έχει άλλα θηλυκά που πρέπει να τα προικίσει και να τα παντρέψει, και να ανεχτεί να ζήσουν μια τόσο βασανισμένη ζωή όπως έζησε εκείνη. Όμως σκοτώνει τα μωρά και τα νήπια, η ίδια δεν αυτοκτονεί. Αντιθέτως τρέχει για τη ζωή της, πιάνεται από το παραμικρό χόρτο και το παραμικρό πίτουρο για να παραμείνει ζωντανή, σκαρφαλώνει βράχους και πηδά γκρεμούς. Γίνεται μάλιστα αυτή η περιπέτεια ίσως το μόνο πραγματικό πράγμα που κάνει η ίδια για τον εαυτό της, αυτή που έζησε μια ζωή υπηρετώντας όλους τους άλλους, χωρίς αγάπη —ακόμα κι η μάνα της την έλεγε Στριγγλίτσα και την αδίκησε στην προίκα. 

Μέσα στο διήγημα βλέπουμε όλους τους καημούς της φτώχειας αλλά και των γυναικών, γεννιούνται κι είναι ανεπιθύμητες, υπηρετούν τους γονείς πρώτα κι έπειτα έναν άντρα αφέντη που δεν το θέλουν. Μετά έρχονται τα παιδιά. Και μετά φεύγουν, αχάριστα. Και μένουν τα κορίτσια και γεννοβολάνε πάλι από την αρχή, κι αρχινάει ο κύκλος. Ενδιάμεσα, αν ίσως λαχταρήσουν να πάνε με κάποιον άλλον, εκείνες πρέπει να βρούνε τρόπο να το ρίξουν. Αντίθετα τα αρσενικά χάνονται, κάνουν ό,τι θέλουν, μπορούν να είναι άβουλοι, καλοί, εργατικοί, ακόμα και απίστευτα βίαιοι όπως ο γιος της ο Μούρτος, κι όλα τους τα δικαιολογούν, όλα είναι ανεκτά. 

Για ποιον σκοτώνει η Φραγκογιαννού; Για τον εαυτό της; Για να σώσει τα κοριτσάκια; Για να σώσει τις μανάδες τους; Οι εύκολες αρχικές απαντήσεις, χάνονται όσο συνεχίζει η νουβέλα. Στην αρχή είσαι σίγουρος πως ξέρεις γιατί. Όμως το πράγμα βαθαίνει, χάνει την επιφανειακή του αίσθηση όσο η Φραγκογιαννού δεν νιώθει παρά ελάχιστες τύψεις. Κάπου κάπου εμφανίζονται τα κοριτσάκια σαν Ερινύες, αλλά δεν την κατατρύχουν για πολύ. Ούτε καν η ιδέα να εξομολογηθεί και να μεταμεληθεί είναι δική της. Σκοτώνοντας την εγγονούλα της, το μωρό με το ίδιο όνομα, η Φραγκογιαννού ελευθέρωσε τον εαυτό της και κανέναν άλλον. Τον ελευθέρωσε από τη σύμβαση, όσο βέβηλο κι αν ακούγεται αυτό. Τον ελευθέρωσε από τα αιώνια γυναικεία δεσμά. 

Ο Παπαδιαμάντης, που ομολογουμένως μετά τον Βιζυηνό, για μένα μοιάζει σαν να είναι ο μπαμπάς μας, είναι εξαιρετικά διεισδυτικός ως προς την ανθρώπινη φύση. Ναι, ηθογραφεί, δίνει λεπτομέρειες χαρακτήρων και τόπων, και εποχής. Όμως από την άλλη, ψυχογραφεί εξίσου. Με ζοφερές λεπτομέρειες, με μια μάλλον νατουραλιστική τάση, ψάχνει την ανθρώπινη φύση και την ξεσκεπάζει∙ δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Δεν θα μιλήσω για την γλώσσα του, γιατί δεν πιστεύω πως έχει νόημα. Όποιος έχει διαβάσει έστω κι ένα διήγημα γνωρίζει την «Παπαδιαμαντικήν». Μπορεί να γοητεύεται από αυτήν, μπορεί να τον απωθεί. Είναι αυτή που είναι, είναι ο τρόπος που έγραψε και δεν υπάρχει άλλος. Εγώ, την αγαπώ. Δεν έχω διαβάσει τα δύο μεγάλα μυθιστορήματα του. Ίσως τώρα να ήρθε ο καιρός που μπήκα πάλι σε ρυθμό. 


                                                     Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 120 (πρ.εκδ. 1912, εκδ. Φέξη) 












Υ.Γ. 42 Το αγαπημένο μου διήγημα είναι το «Όνειρο στο κύμα». Όλα τα έργα του μπορείτε να τα βρείτε εδώ: http://www.papadiamantis.org/works



29/3/20

11 χρόνια Διαβάζοντας



Αυτό το ιστολόγιο δημιουργήθηκε πριν 11 χρόνια, στις 29/3/09. Όλα άρχισαν με τούτη την ανάρτηση για τον Μάριο Βάργκας Λιόσα –αμφιβάλλω πως ήξερα τότε πως στις 28/3 έχει τα γενέθλιά του. Ήταν μια ανάρτηση δηλωτική προθέσεων: είμαι αναγνώστρια, διαβάζω ό,τι μου αρέσει, θα σας λέω για αυτό. Ως εκεί. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν τα μπλογκς, οι μπλόγκερς, το διαδίκτυο άρχισαν να δέχονται βολές. Και μόνο η ιδέα πως γράφεις κείμενα από χόμπι, είσαι δηλαδή ένας ερασιτέχνης χωρίς εξαρτήσεις, αλλά ούτε και την απαραίτητη σκευή για να κάνεις λογοτεχνική κριτική, ήταν ικανή για να δημιουργήσει εντάσεις. Αν κανείς δεν διάβαζε τα μπλογκς, τότε κανείς δεν θα νοιαζόταν. Αλλά τα διάβαζε. Οι αναγνώστες έχουν την τάση να διαβάζουν τα πάντα, πόσο μάλλον στο διαδίκτυο που τα κείμενα –καλά, κακά, άθλια— κυριαρχούν. Ποτέ μου δεν θέλησα να μπω σε αυτή τη διαμάχη, στο δικό μου μυαλό είναι ξεκάθαρο: γράφω για το κέφι μου, αν αυτό αρέσει σε κάποιον ακολουθεί, αν όχι, απλά δεν ξαναμπαίνει. Είναι μια σύμβαση μεταξύ αναγνωστών. 

Από την άλλη, παράλληλα, όχι εντελώς άσχετα με το blog, γιγαντωνόταν μέσα μου η ανάγκη να εκδώσω τα άλλα μου γραπτά. Υπήρχε ήδη ένα ανέκδοτο, τελειωμένο μυθιστόρημα στα συρτάρια μου, και πολλά διηγήματα και ποιήματα, πολύ πριν το 2009. Οι δυο δραστηριότητες αν και συνδέονται, δεν προϋποθέτουν η μία την άλλη. Ίσως είμαι τόσο χτυπημένη αναγνώστρια γιατί γράφω. Ίσως γράφω γιατί υπήρξα πάντα τόσο χτυπημένη αναγνώστρια. Το blog είναι ένας τρόπος να μιλήσω για την ανάγνωση γράφοντας. Το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» εκδόθηκε το 2013, «Το Σχέδιο» το 2016. Αν δεν είχαν σταματήσει τα πάντα, το «Χωρίς πρόσωπο» θα εκδιδόταν τέλη Απρίλη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Είμαι ένας άνθρωπος που γράφει. Είμαι ένας άνθρωπος που διαβάζει. Το Διαβάζοντας τα κάνει αυτά ένα. Για αυτό ακόμα λειτουργεί, κι ας μου φαίνεται κάποιες φορές μάταιο το να γράφω για βιβλία εδώ. Άλλα μέσα κυριαρχούν, φαντάζομαι πως ακόμα κι αν έκλεινε το ιστολόγιο, εφόσον υπάρχει ακόμα το γκρουπ στο Facebook, δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι κανείς. Αν είχα όρεξη να γράψω για ένα βιβλίο, όλο και κάποιο site θα μου έκανε τη χάρη να ανεβάσει το κείμενό μου. Όμως εδώ είναι η γωνιά μου, το αποκούμπι μου, η δικαίωση της μοναξιάς μου. Ναι, ναι, εδώ είναι, όχι στα μυθιστορήματα. Εκεί, στα βιβλία μου, είναι οι εμμονές μου. Και; Τι μέλλει γενέσθαι; Θα γράφεις για βιβλία για πάντα; Μα τι νόημα έχει; Έχει για μένα. Όσο γράφω για βιβλία, πλουταίνει το προσωπικό μου ημερολόγιο. Όσο γράφω κείμενα για την ανάγνωση, κατανοώ τον εαυτό μου. Κι όσο μοιράζομαι, είμαι λιγότερο μόνη. 



                                                            Κατερίνα Μαλακατέ









25/3/20

"Ο Μεγάλος Υπηρέτης", Δημήτρης Σωτάκης



Έχω αδυναμία στη γραφή του Δημήτρη Σωτάκη, υποψιάζομαι πως έχω διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του (μπορεί και όλα). Κάποια τα θεωρώ εκπληκτικά, όπως ας πούμε το "Θαύμα της αναπνοής", άλλα πιο συμβατικά, πάντως όλα είναι ιδανικά για να ξεμπλοκάρω αναγνωστικά. Έπιασα τον "Μεγάλο Υπηρέτη" σε μια εποχή μεγάλης αναγνωστική αφλογιστίας. Δεν είναι πως δεν διαβάζω, διαβάζω κάπως ανόρεκτα και άρρυθμα, χωρίς να μπορώ να βυθιστώ για ώρες στο βιβλίο. Ο "Υπηρέτης" είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα, χωρίς πολλές εκπλήξεις ή ανοίγματα, μα το έκανε πάλι το θαύμα του, με οδήγησε σε μια σταθερή ρουτίνα ανάγνωσης. 

Όταν πεθαίνει ο ζάμπλουτος θείος του, ο ήρωας, που είναι κι αυτός πλούσιος, και ζει νοικιάζοντας διάφορα ακίνητα σε μεγάλες εταιρείες, προσλαμβάνει τον σχεδόν συνομήλικό του υπηρέτη του θείου, για δικό του υπηρέτη. Οι δυο άντρες έχουν πολλά κοινά, τόσο στο σουλούπι όσο και στην ηλικία. Ο Μάριος όμως μοιάζει τελείως άβγαλτος, μαγειρεύει, καθαρίζει και φροντίζει τον κήπο κι όλες τις άλλες ώρες κάθεται μπροστά στην τηλεόραση. Ο ήρωας στην αρχή γοητεύεται από την περίεργη φιγούρα του υπηρέτη, έπειτα ξεκινά να δοκιμάζει τη δύναμή του πάνω του, να του φωνάζει και να κάνει τον δυσαρεστημένο. Τα πάντα αλλάζουν όταν αρχίζει να φλερτάρει με μια γυναίκα σε μια διαδικτυακή εφαρμογή, και διστάζει να πάει να τη συναντήσει. Τότε ο Μάριος προτείνει να εμφανιστεί εκείνος στο ραντεβού αντ' αυτού. 

Ο "Υπηρέτης" είναι ένα βιβλίο που μιλάει για την τυχαιότητα της ζωής, για το πώς μπορεί η κατάθλιψη να σε παραλύσει, να σε κάνει να παραιτηθείς από όλα όσα θεωρούσες σημαντικά. Είναι ένα μυθιστόρημα για το καθορίζει το ποιοι είμαστε και πώς ζούμε. Οι κεντρικοί του ήρωες, φτυστοί σαν δυο σταγόνες νερό, είναι οι δύο όψεις του νομίσματος, ο ένας ο σωσίας του άλλου, ζουν εκ διαμέτρου αντίθετες ζωές και τις εναλλάσσουν μετά με τόση ευκολία, επειδή έτσι είναι οι περιστάσεις. Θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε, δεν έχουν προσωπικότητα, άγονται και φέρονται. Για αυτό εξάλλου έλκονται τόσο από το μαγείρεμα, το καθάρισμα, τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και την τηλεόραση. Αυτά τα κάνουμε όλοι. Για αυτό και το παιχνίδι εξουσίας ανάμεσά τους παίζεται κάθε φορά με άλλους όρους.

Τα βιβλία του Δημήτρη Σωτάκη έχουν πολλαπλά τουίστ, μερικές φορές τραβηγμένα από τα μαλλιά. Του αρέσει να ξεκινά από ένα καθαρά ρεαλιστικό πλαίσιο, κι έπειτα όλα να διαλύονται όταν παρεμβαίνει το φανταστικό. Εδώ φαίνεται σχεδόν από την πρώτη φράση ποια θα είναι η ανατροπή, ξέρεις τι θα ακολουθήσει, το μοτίβο του doppelganger εξάλλου είναι σύνηθες στη λογοτεχνία. Όμως διαβάζεις το μυθιστόρημα με ενδιαφέρον ως το τέλος. Η γραφή του είναι πάντα καθαρή και ανεπιτήδευτη, σε κάνει να θες να γυρίσεις και την επόμενη σελίδα. Και φαντάζομαι πως θα συνεχίσω να τον διαβάζω με αμείωτο ενθουσιασμό όσα βιβλία και να γράψει.


                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο Μεγάλος Υπηρέτης", Δημήτρης Σωτάκης, εκδ. Κέδρος, 2019, σελ. 352








20/3/20

"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto



Ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο" γιατί κάτι έλεγε για ιπτάμενα πέη μες στη μέση της Εθνικής στο οπισθόφυλλο. Όχι, δεν είμαι τόσο ρηχή, ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο» γιατί ο Μία Κότου είναι μάλλον ο πιο μεταφρασμένος Μοζαμβικιανός συγγραφέας των καιρών μας. Τι συγγραφέας; Η Μοζαμβίκη είναι ελεύθερο κράτος κι όχι Πορτογαλική αποικία από το 1975. Μιλάμε για ένα κράτος εντελώς νεαρό, με μπλεγμένες εθνικές ταυτότητες ακόμα και γλώσσα. Επισήμως μιλιούνται τα Πορτογαλικά, αλλά υπάρχουν ένα σωρό τοπικές αφρικανικές διάλεκτοι και κάποιες κρεολικές, στις οποίες συνεννοούνται οι άνθρωποι. Ο Μία Κότου είναι ένας λευκός Αφρικανός, με κουλτούρα που πατάει και στην χώρα του και στην Πορτογαλία, γράφει σε ένα περίεργο γλωσσικό ιδίωμα μεταγράφοντας τα προφορικά πορτογαλικά της χώρας του, συχνά με λάθη ως προς το επίσημο συντακτικό. Και τον απασχολεί φυσικά το θέμα της ταυτότητας. 





Ένας Ιταλός επιτετραμμένος του ΟΗΕ φτάνει στην Μοζαμβίκη για να ερευνήσει γιατί οι κυανόκρανοι εκρήγνυνται. Δεν μένει τίποτα από αυτούς, παρά μόνον τα πέη τους, ένα μάλιστα καταλήγει μες στη μέση της Εθνικής οδού. Ο Εστεβάου Ζόνας, ο επικεφαλής της περιοχής, του δίνει κοντά κι έναν διερμηνέα. Κι έτσι ξεκινά μια ιστορία που καταλήγει σε νέες που φαίνονται γριές, και μάγους, και μια πουτάνα μάγισσα, την Άνα Ακχαινά. Εμείς ακούμε την αφήγηση του διερμηνέα, δεν είναι ακριβώς ο κεντρικός ήρωας, στην κουλτούρα της Μοζαμβίκης εξάλλου η ατομικότητα είναι ανύπαρκτη ως έννοια. Πρόκειται για τον μεταφραστή της ιστορίας και ολόκληρης της πόλης. 

Μιλάμε για ένα περίεργο μίγμα ρεαλισμού και φαντασίας, που έχει να κάνει με την ίδια τη συνείδηση της χώρας και των ανθρώπων της. Ο Κότου μιλάει για τον εμφύλιο, για την εξάρτηση από ξένες χώρες, για τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τα πράγματα. Μιλάει για εξωφρενικά πράγματα με τον πιο φυσικό τρόπο και μέσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό κατορθώνει να περάσει μια ηρεμία, μια απόκοσμη ησυχία μέσα σε εκρήξεις και μάγους πως τελικά όλα θα πάνε καλά. Γιατί οι άνθρωποι στη Μοζαμβίκη έτσι έχουν μάθει να επιβιώνουν, βγάζοντας τα κόκαλά τους και απλώνοντάς τα σε δέντρα να ξεκουραστούν, μένοντας μια άμορφη εύπλαστη μάζα που περικλείει όλη τη σοφία του κόσμου. 

Απόλαυσα τα φλαμίνγκο, δεν ένιωσα τίποτα οικείο στην ατμόσφαιρα, στον τρόπο γραφής, στη νοοτροπία. Κι αυτό είναι που το έκανε τόσο ενδιαφέρον και αληθινό. Δεν γράφει ένας δυτικός αποικιοκράτης για τη Μοζαμβίκη. Εδώ γράφει ένας Αφρικανός.


                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ


"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto, μετ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Gutenberg, 2020, σελ. 324








Υ.Γ. 42 Εν τω μεταξύ τι φάση, για πείτε εσείς που ξέρετε πορτογαλικά, πώς το Couto προφέρεται Κότου; 


10/3/20

"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", António Lobo Antunes



Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες. Καταργώντας κάθε σύμβαση της αφήγησης, αφήνεται σε έναν χείμαρρο λέξεων, φαινομενικά χωρίς αρχή και τέλος, αδιαφορώντας για τη σύνταξη και τη στίξη. Όμως δεν αδιαφορεί για τον ρυθμό, ούτε για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν- συχνά σπαρακτικά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τον λένε συχνά «η συνείδηση της Πορτογαλίας». 

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε νοσοκομείο της Λισαβόνας, οι γιατροί του έχουν βρει έναν αχινό που μεγαλώνει μέσα του∙ καρκίνος. Μέσα στην αχλή των φαρμάκων, ανάμεσα σε εντολές γιατρών και σκόρπια λόγια, θα αναλογιστεί τη ζωή του, θα αναμετρηθεί με τη μνήμη, θα στήσει εικόνες και μυρωδιές και ήχους. Ο Αντούνες θα καταφέρει να περάσει στον αναγνώστη με έναν τρόπο μεγαλειώδη, την επίδραση που έχουν τα οπιοειδή στο ανθρώπινο μυαλό, μαζί με τον φόβο του επικείμενου θανάτου. Θα κάνει το βίωμα του ποίηση και την ποίηση πεζογραφία, γιατί πίσω από όλα αυτό κρύβεται μια αιχμηρή ιστορία, η διαπλοκή με τη θνητότητα και η μάχη με τον θάνατο, η δική του. 

Δεν ξέρω αν το «Πάνω στα ποτάμια που κυλούν» είναι μυθιστόρημα. Πάντως μόνον ένας σπουδαίος συγγραφέας θα κατόρθωνε να κάνει την απόγνωση, λογοτεχνία. Αυτό που βγαίνει από το κείμενο το έχει ζήσει όποιος έχει βρεθεί σε αντίστοιχη κατάσταση, φλομωμένος από τα φάρμακα και χωρίς να ξέρει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Το πανανθρώπινο μήνυμα από όλον αυτόν τον χείμαρρο είναι ένα: είμαστε οι ιστορίες μας, οι μνήμες, και οι εικόνες που μένουν στο κεφάλι μας. Ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα από την εμπειρία, ακόμα κι όταν μπορούμε με κάποιον μαγικό τρόπο να σταθούμε έξω από μας και να κοιτάξουμε. 

Το βιβλίο δεν είναι με κανέναν τρόπο για την ασθένεια και τον θάνατο, όχι μόνο. Είναι ένα κείμενο για τον άνθρωπο, για το τι μας ορίζει και τι μας θρέφει, τι μένει και τι μας κάνει ζωντανούς κάθε ώρα. Διαβάζεται σχεδόν με μια ανάσα, αν το αφήσεις σε αφήνει, πρέπει να μπεις στον κόσμο του, να το αφήσεις να σε ρουφήξει, να μη σκέφτεσαι πού ήμουν, τι λέμε, τι κάνουμε, μόνο να αφουγκράζεσαι. Κι είναι ένα κείμενο που με έκανε να ζηλέψω βαθιά, θα ’θελα κάποτε κι εγώ να μπορέσω με αυτόν τον τρόπο να ξορκίσω τα δικά μου βιώματα.



                                               Κατερίνα Μαλακατέ 



"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Πόλιες, 2019, σελ.276