4/4/20

"Η φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



Είχα χρόνια να διαβάσω τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Από καιρό σε καιρό όλο και κάποιο διήγημά του ξαναπέφτει στα χέρια μου κάτι βράδια που σκαλίζω τη βιβλιοθήκη, αλλά η Φόνισσα έμοιαζε πάντα πολύ μεγάλη και πολύ οικεία. Έκανα λάθος. Θυμόμουνα βέβαια το κρίμα της Φραγκογιαννούς, δεν θυμόμουν όμως την υπόλοιπη ιστορία καλά, τα άλλα φονικά, τη φυγή της στο βουνό. Έμοιαζε στο μυαλό μου σαν να τα φαντάστηκα κι όχι να τα είχα κάποτε διαβάσει. 

Η Φραγκογιαννού σκοτώνει τα θηλυκά γιατί δεν αντέχει να έχει να έχει άλλα θηλυκά που πρέπει να τα προικίσει και να τα παντρέψει, και να ανεχτεί να ζήσουν μια τόσο βασανισμένη ζωή όπως έζησε εκείνη. Όμως σκοτώνει τα μωρά και τα νήπια, η ίδια δεν αυτοκτονεί. Αντιθέτως τρέχει για τη ζωή της, πιάνεται από το παραμικρό χόρτο και το παραμικρό πίτουρο για να παραμείνει ζωντανή, σκαρφαλώνει βράχους και πηδά γκρεμούς. Γίνεται μάλιστα αυτή η περιπέτεια ίσως το μόνο πραγματικό πράγμα που κάνει η ίδια για τον εαυτό της, αυτή που έζησε μια ζωή υπηρετώντας όλους τους άλλους, χωρίς αγάπη —ακόμα κι η μάνα της την έλεγε Στριγγλίτσα και την αδίκησε στην προίκα. 

Μέσα στο διήγημα βλέπουμε όλους τους καημούς της φτώχειας αλλά και των γυναικών, γεννιούνται κι είναι ανεπιθύμητες, υπηρετούν τους γονείς πρώτα κι έπειτα έναν άντρα αφέντη που δεν το θέλουν. Μετά έρχονται τα παιδιά. Και μετά φεύγουν, αχάριστα. Και μένουν τα κορίτσια και γεννοβολάνε πάλι από την αρχή, κι αρχινάει ο κύκλος. Ενδιάμεσα, αν ίσως λαχταρήσουν να πάνε με κάποιον άλλον, εκείνες πρέπει να βρούνε τρόπο να το ρίξουν. Αντίθετα τα αρσενικά χάνονται, κάνουν ό,τι θέλουν, μπορούν να είναι άβουλοι, καλοί, εργατικοί, ακόμα και απίστευτα βίαιοι όπως ο γιος της ο Μούρτος, κι όλα τους τα δικαιολογούν, όλα είναι ανεκτά. 

Για ποιον σκοτώνει η Φραγκογιαννού; Για τον εαυτό της; Για να σώσει τα κοριτσάκια; Για να σώσει τις μανάδες τους; Οι εύκολες αρχικές απαντήσεις, χάνονται όσο συνεχίζει η νουβέλα. Στην αρχή είσαι σίγουρος πως ξέρεις γιατί. Όμως το πράγμα βαθαίνει, χάνει την επιφανειακή του αίσθηση όσο η Φραγκογιαννού δεν νιώθει παρά ελάχιστες τύψεις. Κάπου κάπου εμφανίζονται τα κοριτσάκια σαν Ερινύες, αλλά δεν την κατατρύχουν για πολύ. Ούτε καν η ιδέα να εξομολογηθεί και να μεταμεληθεί είναι δική της. Σκοτώνοντας την εγγονούλα της, το μωρό με το ίδιο όνομα, η Φραγκογιαννού ελευθέρωσε τον εαυτό της και κανέναν άλλον. Τον ελευθέρωσε από τη σύμβαση, όσο βέβηλο κι αν ακούγεται αυτό. Τον ελευθέρωσε από τα αιώνια γυναικεία δεσμά. 

Ο Παπαδιαμάντης, που ομολογουμένως μετά τον Βιζυηνό, για μένα μοιάζει σαν να είναι ο μπαμπάς μας, είναι εξαιρετικά διεισδυτικός ως προς την ανθρώπινη φύση. Ναι, ηθογραφεί, δίνει λεπτομέρειες χαρακτήρων και τόπων, και εποχής. Όμως από την άλλη, ψυχογραφεί εξίσου. Με ζοφερές λεπτομέρειες, με μια μάλλον νατουραλιστική τάση, ψάχνει την ανθρώπινη φύση και την ξεσκεπάζει∙ δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Δεν θα μιλήσω για την γλώσσα του, γιατί δεν πιστεύω πως έχει νόημα. Όποιος έχει διαβάσει έστω κι ένα διήγημα γνωρίζει την «Παπαδιαμαντικήν». Μπορεί να γοητεύεται από αυτήν, μπορεί να τον απωθεί. Είναι αυτή που είναι, είναι ο τρόπος που έγραψε και δεν υπάρχει άλλος. Εγώ, την αγαπώ. Δεν έχω διαβάσει τα δύο μεγάλα μυθιστορήματα του. Ίσως τώρα να ήρθε ο καιρός που μπήκα πάλι σε ρυθμό. 


                                                     Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η φόνισσα", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εκδ. Μεταίχμιο, 2018, σελ. 120 (πρ.εκδ. 1912, εκδ. Φέξη) 












Υ.Γ. 42 Το αγαπημένο μου διήγημα είναι το «Όνειρο στο κύμα». Όλα τα έργα του μπορείτε να τα βρείτε εδώ: http://www.papadiamantis.org/works



29/3/20

11 χρόνια Διαβάζοντας



Αυτό το ιστολόγιο δημιουργήθηκε πριν 11 χρόνια, στις 29/3/09. Όλα άρχισαν με τούτη την ανάρτηση για τον Μάριο Βάργκας Λιόσα –αμφιβάλλω πως ήξερα τότε πως στις 28/3 έχει τα γενέθλιά του. Ήταν μια ανάρτηση δηλωτική προθέσεων: είμαι αναγνώστρια, διαβάζω ό,τι μου αρέσει, θα σας λέω για αυτό. Ως εκεί. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν τα μπλογκς, οι μπλόγκερς, το διαδίκτυο άρχισαν να δέχονται βολές. Και μόνο η ιδέα πως γράφεις κείμενα από χόμπι, είσαι δηλαδή ένας ερασιτέχνης χωρίς εξαρτήσεις, αλλά ούτε και την απαραίτητη σκευή για να κάνεις λογοτεχνική κριτική, ήταν ικανή για να δημιουργήσει εντάσεις. Αν κανείς δεν διάβαζε τα μπλογκς, τότε κανείς δεν θα νοιαζόταν. Αλλά τα διάβαζε. Οι αναγνώστες έχουν την τάση να διαβάζουν τα πάντα, πόσο μάλλον στο διαδίκτυο που τα κείμενα –καλά, κακά, άθλια— κυριαρχούν. Ποτέ μου δεν θέλησα να μπω σε αυτή τη διαμάχη, στο δικό μου μυαλό είναι ξεκάθαρο: γράφω για το κέφι μου, αν αυτό αρέσει σε κάποιον ακολουθεί, αν όχι, απλά δεν ξαναμπαίνει. Είναι μια σύμβαση μεταξύ αναγνωστών. 

Από την άλλη, παράλληλα, όχι εντελώς άσχετα με το blog, γιγαντωνόταν μέσα μου η ανάγκη να εκδώσω τα άλλα μου γραπτά. Υπήρχε ήδη ένα ανέκδοτο, τελειωμένο μυθιστόρημα στα συρτάρια μου, και πολλά διηγήματα και ποιήματα, πολύ πριν το 2009. Οι δυο δραστηριότητες αν και συνδέονται, δεν προϋποθέτουν η μία την άλλη. Ίσως είμαι τόσο χτυπημένη αναγνώστρια γιατί γράφω. Ίσως γράφω γιατί υπήρξα πάντα τόσο χτυπημένη αναγνώστρια. Το blog είναι ένας τρόπος να μιλήσω για την ανάγνωση γράφοντας. Το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει» εκδόθηκε το 2013, «Το Σχέδιο» το 2016. Αν δεν είχαν σταματήσει τα πάντα, το «Χωρίς πρόσωπο» θα εκδιδόταν τέλη Απρίλη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Είμαι ένας άνθρωπος που γράφει. Είμαι ένας άνθρωπος που διαβάζει. Το Διαβάζοντας τα κάνει αυτά ένα. Για αυτό ακόμα λειτουργεί, κι ας μου φαίνεται κάποιες φορές μάταιο το να γράφω για βιβλία εδώ. Άλλα μέσα κυριαρχούν, φαντάζομαι πως ακόμα κι αν έκλεινε το ιστολόγιο, εφόσον υπάρχει ακόμα το γκρουπ στο Facebook, δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι κανείς. Αν είχα όρεξη να γράψω για ένα βιβλίο, όλο και κάποιο site θα μου έκανε τη χάρη να ανεβάσει το κείμενό μου. Όμως εδώ είναι η γωνιά μου, το αποκούμπι μου, η δικαίωση της μοναξιάς μου. Ναι, ναι, εδώ είναι, όχι στα μυθιστορήματα. Εκεί, στα βιβλία μου, είναι οι εμμονές μου. Και; Τι μέλλει γενέσθαι; Θα γράφεις για βιβλία για πάντα; Μα τι νόημα έχει; Έχει για μένα. Όσο γράφω για βιβλία, πλουταίνει το προσωπικό μου ημερολόγιο. Όσο γράφω κείμενα για την ανάγνωση, κατανοώ τον εαυτό μου. Κι όσο μοιράζομαι, είμαι λιγότερο μόνη. 



                                                            Κατερίνα Μαλακατέ









25/3/20

"Ο Μεγάλος Υπηρέτης", Δημήτρης Σωτάκης



Έχω αδυναμία στη γραφή του Δημήτρη Σωτάκη, υποψιάζομαι πως έχω διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του (μπορεί και όλα). Κάποια τα θεωρώ εκπληκτικά, όπως ας πούμε το "Θαύμα της αναπνοής", άλλα πιο συμβατικά, πάντως όλα είναι ιδανικά για να ξεμπλοκάρω αναγνωστικά. Έπιασα τον "Μεγάλο Υπηρέτη" σε μια εποχή μεγάλης αναγνωστική αφλογιστίας. Δεν είναι πως δεν διαβάζω, διαβάζω κάπως ανόρεκτα και άρρυθμα, χωρίς να μπορώ να βυθιστώ για ώρες στο βιβλίο. Ο "Υπηρέτης" είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα, χωρίς πολλές εκπλήξεις ή ανοίγματα, μα το έκανε πάλι το θαύμα του, με οδήγησε σε μια σταθερή ρουτίνα ανάγνωσης. 

Όταν πεθαίνει ο ζάμπλουτος θείος του, ο ήρωας, που είναι κι αυτός πλούσιος, και ζει νοικιάζοντας διάφορα ακίνητα σε μεγάλες εταιρείες, προσλαμβάνει τον σχεδόν συνομήλικό του υπηρέτη του θείου, για δικό του υπηρέτη. Οι δυο άντρες έχουν πολλά κοινά, τόσο στο σουλούπι όσο και στην ηλικία. Ο Μάριος όμως μοιάζει τελείως άβγαλτος, μαγειρεύει, καθαρίζει και φροντίζει τον κήπο κι όλες τις άλλες ώρες κάθεται μπροστά στην τηλεόραση. Ο ήρωας στην αρχή γοητεύεται από την περίεργη φιγούρα του υπηρέτη, έπειτα ξεκινά να δοκιμάζει τη δύναμή του πάνω του, να του φωνάζει και να κάνει τον δυσαρεστημένο. Τα πάντα αλλάζουν όταν αρχίζει να φλερτάρει με μια γυναίκα σε μια διαδικτυακή εφαρμογή, και διστάζει να πάει να τη συναντήσει. Τότε ο Μάριος προτείνει να εμφανιστεί εκείνος στο ραντεβού αντ' αυτού. 

Ο "Υπηρέτης" είναι ένα βιβλίο που μιλάει για την τυχαιότητα της ζωής, για το πώς μπορεί η κατάθλιψη να σε παραλύσει, να σε κάνει να παραιτηθείς από όλα όσα θεωρούσες σημαντικά. Είναι ένα μυθιστόρημα για το καθορίζει το ποιοι είμαστε και πώς ζούμε. Οι κεντρικοί του ήρωες, φτυστοί σαν δυο σταγόνες νερό, είναι οι δύο όψεις του νομίσματος, ο ένας ο σωσίας του άλλου, ζουν εκ διαμέτρου αντίθετες ζωές και τις εναλλάσσουν μετά με τόση ευκολία, επειδή έτσι είναι οι περιστάσεις. Θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε, δεν έχουν προσωπικότητα, άγονται και φέρονται. Για αυτό εξάλλου έλκονται τόσο από το μαγείρεμα, το καθάρισμα, τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ και την τηλεόραση. Αυτά τα κάνουμε όλοι. Για αυτό και το παιχνίδι εξουσίας ανάμεσά τους παίζεται κάθε φορά με άλλους όρους.

Τα βιβλία του Δημήτρη Σωτάκη έχουν πολλαπλά τουίστ, μερικές φορές τραβηγμένα από τα μαλλιά. Του αρέσει να ξεκινά από ένα καθαρά ρεαλιστικό πλαίσιο, κι έπειτα όλα να διαλύονται όταν παρεμβαίνει το φανταστικό. Εδώ φαίνεται σχεδόν από την πρώτη φράση ποια θα είναι η ανατροπή, ξέρεις τι θα ακολουθήσει, το μοτίβο του doppelganger εξάλλου είναι σύνηθες στη λογοτεχνία. Όμως διαβάζεις το μυθιστόρημα με ενδιαφέρον ως το τέλος. Η γραφή του είναι πάντα καθαρή και ανεπιτήδευτη, σε κάνει να θες να γυρίσεις και την επόμενη σελίδα. Και φαντάζομαι πως θα συνεχίσω να τον διαβάζω με αμείωτο ενθουσιασμό όσα βιβλία και να γράψει.


                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Ο Μεγάλος Υπηρέτης", Δημήτρης Σωτάκης, εκδ. Κέδρος, 2019, σελ. 352








20/3/20

"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto



Ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο" γιατί κάτι έλεγε για ιπτάμενα πέη μες στη μέση της Εθνικής στο οπισθόφυλλο. Όχι, δεν είμαι τόσο ρηχή, ξεκίνησα να διαβάζω «Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο» γιατί ο Μία Κότου είναι μάλλον ο πιο μεταφρασμένος Μοζαμβικιανός συγγραφέας των καιρών μας. Τι συγγραφέας; Η Μοζαμβίκη είναι ελεύθερο κράτος κι όχι Πορτογαλική αποικία από το 1975. Μιλάμε για ένα κράτος εντελώς νεαρό, με μπλεγμένες εθνικές ταυτότητες ακόμα και γλώσσα. Επισήμως μιλιούνται τα Πορτογαλικά, αλλά υπάρχουν ένα σωρό τοπικές αφρικανικές διάλεκτοι και κάποιες κρεολικές, στις οποίες συνεννοούνται οι άνθρωποι. Ο Μία Κότου είναι ένας λευκός Αφρικανός, με κουλτούρα που πατάει και στην χώρα του και στην Πορτογαλία, γράφει σε ένα περίεργο γλωσσικό ιδίωμα μεταγράφοντας τα προφορικά πορτογαλικά της χώρας του, συχνά με λάθη ως προς το επίσημο συντακτικό. Και τον απασχολεί φυσικά το θέμα της ταυτότητας. 





Ένας Ιταλός επιτετραμμένος του ΟΗΕ φτάνει στην Μοζαμβίκη για να ερευνήσει γιατί οι κυανόκρανοι εκρήγνυνται. Δεν μένει τίποτα από αυτούς, παρά μόνον τα πέη τους, ένα μάλιστα καταλήγει μες στη μέση της Εθνικής οδού. Ο Εστεβάου Ζόνας, ο επικεφαλής της περιοχής, του δίνει κοντά κι έναν διερμηνέα. Κι έτσι ξεκινά μια ιστορία που καταλήγει σε νέες που φαίνονται γριές, και μάγους, και μια πουτάνα μάγισσα, την Άνα Ακχαινά. Εμείς ακούμε την αφήγηση του διερμηνέα, δεν είναι ακριβώς ο κεντρικός ήρωας, στην κουλτούρα της Μοζαμβίκης εξάλλου η ατομικότητα είναι ανύπαρκτη ως έννοια. Πρόκειται για τον μεταφραστή της ιστορίας και ολόκληρης της πόλης. 

Μιλάμε για ένα περίεργο μίγμα ρεαλισμού και φαντασίας, που έχει να κάνει με την ίδια τη συνείδηση της χώρας και των ανθρώπων της. Ο Κότου μιλάει για τον εμφύλιο, για την εξάρτηση από ξένες χώρες, για τον τρόπο που βλέπουν οι άνθρωποι τα πράγματα. Μιλάει για εξωφρενικά πράγματα με τον πιο φυσικό τρόπο και μέσα σε όλον αυτόν τον ορυμαγδό κατορθώνει να περάσει μια ηρεμία, μια απόκοσμη ησυχία μέσα σε εκρήξεις και μάγους πως τελικά όλα θα πάνε καλά. Γιατί οι άνθρωποι στη Μοζαμβίκη έτσι έχουν μάθει να επιβιώνουν, βγάζοντας τα κόκαλά τους και απλώνοντάς τα σε δέντρα να ξεκουραστούν, μένοντας μια άμορφη εύπλαστη μάζα που περικλείει όλη τη σοφία του κόσμου. 

Απόλαυσα τα φλαμίνγκο, δεν ένιωσα τίποτα οικείο στην ατμόσφαιρα, στον τρόπο γραφής, στη νοοτροπία. Κι αυτό είναι που το έκανε τόσο ενδιαφέρον και αληθινό. Δεν γράφει ένας δυτικός αποικιοκράτης για τη Μοζαμβίκη. Εδώ γράφει ένας Αφρικανός.


                                                                       Κατερίνα Μαλακατέ


"Το τελευταίο πέταγμα του φλαμίνγκο", Mia Couto, μετ. Νίκος Πρατσίνης, εκδ. Gutenberg, 2020, σελ. 324








Υ.Γ. 42 Εν τω μεταξύ τι φάση, για πείτε εσείς που ξέρετε πορτογαλικά, πώς το Couto προφέρεται Κότου; 


10/3/20

"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", António Lobo Antunes



Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που γράφει ο Αντόνιο Λόμπο Αντούνες. Καταργώντας κάθε σύμβαση της αφήγησης, αφήνεται σε έναν χείμαρρο λέξεων, φαινομενικά χωρίς αρχή και τέλος, αδιαφορώντας για τη σύνταξη και τη στίξη. Όμως δεν αδιαφορεί για τον ρυθμό, ούτε για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν- συχνά σπαρακτικά. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως τον λένε συχνά «η συνείδηση της Πορτογαλίας». 

Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε νοσοκομείο της Λισαβόνας, οι γιατροί του έχουν βρει έναν αχινό που μεγαλώνει μέσα του∙ καρκίνος. Μέσα στην αχλή των φαρμάκων, ανάμεσα σε εντολές γιατρών και σκόρπια λόγια, θα αναλογιστεί τη ζωή του, θα αναμετρηθεί με τη μνήμη, θα στήσει εικόνες και μυρωδιές και ήχους. Ο Αντούνες θα καταφέρει να περάσει στον αναγνώστη με έναν τρόπο μεγαλειώδη, την επίδραση που έχουν τα οπιοειδή στο ανθρώπινο μυαλό, μαζί με τον φόβο του επικείμενου θανάτου. Θα κάνει το βίωμα του ποίηση και την ποίηση πεζογραφία, γιατί πίσω από όλα αυτό κρύβεται μια αιχμηρή ιστορία, η διαπλοκή με τη θνητότητα και η μάχη με τον θάνατο, η δική του. 

Δεν ξέρω αν το «Πάνω στα ποτάμια που κυλούν» είναι μυθιστόρημα. Πάντως μόνον ένας σπουδαίος συγγραφέας θα κατόρθωνε να κάνει την απόγνωση, λογοτεχνία. Αυτό που βγαίνει από το κείμενο το έχει ζήσει όποιος έχει βρεθεί σε αντίστοιχη κατάσταση, φλομωμένος από τα φάρμακα και χωρίς να ξέρει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Το πανανθρώπινο μήνυμα από όλον αυτόν τον χείμαρρο είναι ένα: είμαστε οι ιστορίες μας, οι μνήμες, και οι εικόνες που μένουν στο κεφάλι μας. Ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα από την εμπειρία, ακόμα κι όταν μπορούμε με κάποιον μαγικό τρόπο να σταθούμε έξω από μας και να κοιτάξουμε. 

Το βιβλίο δεν είναι με κανέναν τρόπο για την ασθένεια και τον θάνατο, όχι μόνο. Είναι ένα κείμενο για τον άνθρωπο, για το τι μας ορίζει και τι μας θρέφει, τι μένει και τι μας κάνει ζωντανούς κάθε ώρα. Διαβάζεται σχεδόν με μια ανάσα, αν το αφήσεις σε αφήνει, πρέπει να μπεις στον κόσμο του, να το αφήσεις να σε ρουφήξει, να μη σκέφτεσαι πού ήμουν, τι λέμε, τι κάνουμε, μόνο να αφουγκράζεσαι. Κι είναι ένα κείμενο που με έκανε να ζηλέψω βαθιά, θα ’θελα κάποτε κι εγώ να μπορέσω με αυτόν τον τρόπο να ξορκίσω τα δικά μου βιώματα.



                                               Κατερίνα Μαλακατέ 



"Πάνω στα ποτάμια που κυλούν", Αντόνιο Λόμπο Αντούνες, μετ. Μαρία Παπαδήμα, εκδ. Πόλιες, 2019, σελ.276 









4/3/20

"Διηγήματα Α΄και Β'", Γεώργιος Βιζυηνός



Αισθάνομαι πάντα όταν ξεκινάω να διαβάσω κάποιο διήγημα του Βιζυηνού μια ανοιχτωσιά, μια αίσθηση πως ο κόσμος ανοίγει και πλαταίνει. Μπορεί να φταίει αυτή η φτερωτή γλώσσα, η ιδιότυπη καθαρεύουσα στις περιγραφές, η μαλλιαρή δημοτική στους διαλόγους. Πάντως είμαι σχεδόν σίγουρη πως αυτό που φταίει είναι η ψυχή του συγγραφέα, η αίσθηση πως αυτά τα κείμενα, τα τόσο βιογραφικά, περικλείουν κάτι από την ίδια την ανθρωπότητα, κάτι ανείπωτο, που μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς μπορούν να εκφράσουν, συχνά ερήμην τους. Γοητεύομαι. Αυτή είναι η σωστή λέξη. Αφήνομαι στις ιστορίες του, εκπλήσσομαι κάθε φορά, κάνω πως δεν θυμάμαι μήπως και νιώσω όπως εκείνη την πρώτη φορά που τον διάβασα. Αποκάλυψη. Τελικά αυτό νιώθω, κι ας θυμάμαι την αρχή και το τέλος, μερικές φορές φράσεις ολόκληρες.

Ο Βιζυηνός ήταν πνεύμα ολάνθιστο, άνθρωπος μπροστά από την εποχή του, ήξερε να μπαίνει στην ψυχή των ηρώων του, δεν δίσταζε, ούτε μπροστά σε πράγματα που κανονικά δεν λέγονται –πώς πέθανε η αδελφή του, ο πόθος του για ένα κορίτσι δεκατετράχρονο, τι ευχόταν η μάνα του, τι είναι πατρίδα, ποιος οικογένεια, τι είναι συνείδηση, τι σχέση έχει η μοίρα, τι είναι ο έρωτας, πόση ματαιότητα κρύβει η ζωή. Η παλιομοδίτικη αίγλη των διηγημάτων του καταρρέει μόλις συνειδητοποιείς τη θεματολογία του, παρά τα κοινώς θρυλούμενα, δεν είναι ηθογράφος, είναι ψυχογράφος. 

Αντλεί υλικό από τα παιδικά του χρόνια και τους νεκρούς του. Αυτή η φαινομενική αντίφαση ήταν που στήριζε τα πεζά του. Ο θάνατος για κείνον είναι πανταχού παρόν, ελλοχεύει σε κάθε γωνιά, είναι ταυτόχρονα παράλογος και λογικός, συμβαίνει. Μιλά πρωτοπρόσωπα, γράφει το νέο τότε είδος του διηγήματος –τον παρότρυνε ο Βικέλας να το δοκιμάσει— και το κάνει ολόκληρο δικό του. Αν και έχει ρεαλιστικά και νατουραλιστικά στοιχεία, άλλωστε λογοτεχνικά ανδρώθηκε στην Γαλλία, ξεπερνάει τους κανόνες του είδους, δεν παραμένει ούτε αμέτοχος, ούτε πανεπόπτης αφηγητής, μπαίνει βαθιά στην ιστορία.

Ήταν για χρόνια για σπουδές στη Γερμανία –ο βίος του είναι αρκούντως ταραχώδης, το πώς κατέληξε από ορφανό στην Θράκη στα πέντε του, μαθητευόμενος ραφτάκος στην Πόλη στα εννιά του, να κάνει στη Γερμανία σπουδές ψυχολογίας στα είκοσι, δασκαλάκος και μεταλλωρύχος στα τριάντα και μετά με νόσο των νεύρων και του μυελού των οστών που τον οδήγησε στο Δρομοκαίτειο πριν πεθάνει στα 47 του είναι από μόνο του μια σπουδαία ιστορία— και επηρεάστηκε αρκετά από τον Ρομαντισμό και το κίνημα Θύελλα και Ορμή. Αν κι είχαν περάσει ήδη εκατό χρόνια από τον "Βέρθερο" του Γκαίτε, ειδικά στο «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» οι ήρωες δείχνουν να πηδούν από τις σελίδες του Γερμανού. 

Ο Βυζηινός, κι ας τον κορόιδευαν οι συγκαιρινοί του για τον τρόπο που απήγγειλε τα ποιήματα του [αναγκάστηκαν να μετονομάσουν την πρώτη του ποιητική συλλογή «Άραις μάραις κουκουνάρες» σε «Βοσπορίδες αύραι» στις επόμενες εκδόσεις] ήταν ένας άνθρωπος με ιδέες που μοιάζουν σύγχρονες ακόμα και τώρα. Έκανε την διατριβή του με θέμα «Το παιδικό παιχνίδι από άποψη ψυχολογική και παιδαγωγική» το 1881 (!) Εκμεταλλευόμενος την καταγωγή του μίλησε για τη φιλία Τούρκων και Ελλήνων, δεν δίστασε ούτε καν μπροστά στη διαφορετική θρησκεία, ούτε φυσικά στη διαφορετική εθνικότητα και την αντιπαλότητα των δύο λαών. Και το ακόμα πιο εντυπωσιακό, σε τρία τουλάχιστον διηγήματα, ο Βιζυηνός ασχολείται με τη ρευστότητα φύλου. Στον «Μοσκώφ Σελήμ» αλλά και στο «Μόνον της ζωής του ταξίδειον», μιλά για μια πρακτική που συνηθιζόταν μεν, αλλά κανείς δεν μιλούσε για αυτήν: αγοράκια που τα έντυναν κοριτσάκια ως τα δώδεκα, για λόγους ασφάλειας ή συναισθηματικούς. Αλλά και στο «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», ο αφηγητής-ποιητής ερωτεύεται ένα έφηβο κορίτσι, που πολύ μοιάζει με αγόρι. 

Κάθε φορά που διαβάζω «Το αμάρτημα της μητρός μου», κλαίω την ώρα που ο αφηγητής ακούει τη μαμά του να προσεύχεται να πεθάνει αυτός αντί για το κορίτσι της. Κάθε φορά που διαβάζω το «Ποιος ήτον ο φονευς του αδελφού μου» κλαίω την ώρα της αποκάλυψης. Και κάθε φορά, την ώρα που ο παππούς λέει Χατζίδενα τη γιαγιά στο «Μόνο της ζωής του ταξίδειον» νιώθω την πίκρα και τη ματαίωσή του ως το μεδούλι. 

Ο Βιζυηνός δεν θα έπρεπε να με επηρεάζει. Είναι μακρινός. Μοιάζει παρωχημένη η γλώσσα του. Πέθανε τρελός στο φρενοκομείο, «ένας τρελός ησυχώτατος», όπως διαβεβαιώνει ο Παλαμάς. Ο Βιζυηνός είναι ο μπαμπάς μας, ο πρόγονος κάθε πεζογράφου στην Ελλάδα. Τα διηγήματα του –τέσσερα όλα κι όλα εξέδωσε εν ζωή, τα άλλα δύο μετά θάνατον, τα υπόλοιπα είναι παιδικά αφηγήματα— είναι οι βάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κι ο τρόπος που φέρθηκε το κατεστημένο στην περίεργη φιγούρα του, μια ιστορία επαναλαμβανόμενη, από την οποία δεν θα μάθουμε ποτέ.



                                                                            Κατερίνα Μαλακατέ


"Διηγήματα Α'" ["Το αμάρτημα της μητρός μου", "Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου","Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως"], Γεώργιος Βιζυηνός, εκδ. Νεφέλη, 1988, σελ. 153

Διηγήματα Β'" ["Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας", "Το μόνο της ζωής του ταξίδειον", "Ο Μοσκώβ-Σελήμ"], Γεώργιος Βιζυηνός, εκδ. Νεφέλη, 1988, σελ. 223






27/2/20

"Κάποιοι άλλοι", Ιάκωβος Ανυφαντάκης



Ένας άντρας πέφτει νεκρός από τον ουρανό στην ταράτσα του σπιτιού του Βαγγέλη και της Μάρως στο Γκντανσκ. Οι δυο τους έχουν μεταναστεύσει σχετικά πρόσφατα εκεί, η Μάρω είναι γιατρός και βρήκε σχεδόν αμέσως δουλειά στην Πολωνία, ενώ ο Βαγγέλης, που ήταν δημοσιογράφος στα πολιτιστικά μιας εφημερίδας, παραμένει άνεργος. Ο Βαγγέλης παθαίνει εμμονή με τον νεκρό άντρα, που αποκαλύπτεται πως είναι ένας Αμερικανός ονόματι Ρέι Πάρκερ. Πιστεύει πως αν λύσει το μυστήριο  —γιατί ένας Αμερικανός, κι όχι ένας μετανάστης που προσπαθούσε να μπει στην Ευρώπη, βρέθηκε στους τροχούς ενός αεροπλάνου αντί για την καμπίνα και πάγωσε ζωντανός— θα γράψει ένα τόσο φοβερό άρθρο που θα το πουλήσει ακριβά και η ζωή του θα ξαναμπεί σε τροχιά. 

Ο Βαγγέλης περνάει τη μέρα του τρέχοντας με μια νεαρή Πολωνή, την Αγκάτα, και κάνοντας skype με συγγενείς και φίλους του Ρέι Πάρκερ. Μοιάζει να έχει χάσει εντελώς τον ρυθμό του, να μην μπορεί να ζήσει φυσιολογικά πια, αφού όλες οι σταθερές και τα ερείσματά του έχουν καταρρεύσει. Ξεψαχνίζει τη ζωή του Ρέι Πάρκερ, για να μην νιώθει τον πόνο του: είναι ένας αποτυχημένος, ο γάμος του διαλύεται, ο ίδιος είναι ένα συντρίμμι που δεν βρίσκει από πουθενά να πιαστεί. 

Το «Κάποιοι άλλοι» είναι ένα μυθιστόρημα για τους ανθρώπους της κρίσης, ένα βιβλίο για την αποτυχία και τη ματαίωση, για τη μετανάστευση και τη ματαιότητα της ζωής. Αλλά κυρίως είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους της γενιάς μας, εφοδιασμένους με πτυχία και προσδοκίες, με όνειρα ή και πλαστά όνειρα, για σταθερή δουλειά, και σπίτια και εξοχικά και δύο αυτοκίνητα και ευμάρεια, που συγκρούστηκαν μετωπικά με τον τοίχο της κρίσης. Η οικονομική δυσχέρεια, κάτι που δεν φανταζόταν ο ήρωας στην αρχή όταν έχασε τη δουλειά του, μα που κατάλαβε καλά δεκατέσσερις μήνες μετά που τελείωσαν τα λεφτά που είχε στην άκρη και αναγκάστηκε να "σκοτώσει" το αμάξι του, και μετά να δέχεται να τον τρέφει η γυναίκα του στην Πολωνία, κάνει τα πάντα να φαίνονται πιο σκοτεινά και δυσοίωνα. Ο Βαγγέλης έχει μια βίαιη πλευρά, είναι ένας άντρας συνηθισμένος στα προνόμια του, κι όταν ο κόσμος του γκρεμίζεται, αντιδρά με τρόπο αντισυμβατικό. Δεν είναι ένας πάντα συμπαθής χαρακτήρας. Όμως δεν μπορείς με σιγουριά και να τον αντιπαθήσεις, με κάποιον τρόπο, τον καταλαβαίνεις κι ας μην τον έκανες ποτέ φίλο. 

Το μυθιστόρημα έχει στην αρχή μια άρρυθμη αίσθηση, που σε πετάει εκτός στην ανάγνωση, όμως όσο περνούν οι σελίδες και επικεντρώνεται στον ήρωα, βρίσκει πατήματα. Το αστυνομικό κομμάτι —οι έρευνες για τον Ρέι Πάρκερ— είναι μάλλον το πιο αδύναμο. Η δύναμή του είναι ο κεντρικός χαρακτήρας, που τραβάει ένα ζόρι πολύ κοινό, αν και το χειρίζεται με μάλλον αλλόκοτο τρόπο. Και η γλώσσα. Από κάποιο σημείο και μετά ο Ανυφαντάκης αφήνεται και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση βρίσκει ορμή και σε παίρνει μαζί της, νιώθεις το βιβλίο να πάλλεται. Και οι επιτέλους ανθρώπινες ερωτικές σκηνές, χωρίς την τάχαμου αιδημοσύνη που μπλοκάρει τη λογοτεχνία μας τα τελευταία χρόνια. 

Δεν έχω διαβάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία του Ιάκωβου Ανυφαντάκη. Ανήκει σε μια πολλά υποσχόμενη γενιά για την πεζογραφία μας, ανθρώπων που έχουν διαβάσει πολύ κι αγαπούν πραγματικά αυτό που κάνουν. Το «Κάποιοι άλλοι» είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως πρώτη φορά ο συγγραφέας του δοκιμάζεται στη μεγάλη φόρμα. Και μια υπόσχεση, για ακόμα καλύτερα βιβλία στο μέλλον.



                                                                           Κατερίνα Μαλακατέ


"Κάποιοι άλλοι", Ιάκωβος Ανυφαντάκης, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ. 340

19/2/20

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Juan Jacinto Muñoz Rengel

το παπαγαλόσκυλο


Ο πιο εύκολος τρόπος να περιγράψεις "Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων" υπάρχει μέσα στο ίδιο το βιβλίο κι είναι με τα λόγια του συγγραφέα του: 

Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων και των άγνωστων πλανητών που περιέχει τις λεπτομερείς και πολύ ειλικρινείς {μικρο}αφηγήσεις των μεγάλων υπερφυσικών και παράξενων γεγονότων αυτού του κόσμου, καθώς και τις {μίνι} εποποιίες άλλων τόσων εξωγήινων άθλων και μια συλλογή από τις διαφορετικές και αξιομνημόνευτες ερωτικές πρακτικές, εκδικήσεις και βασανιστήρια, θανάτους μετενσαρκώσεις, πνεύματα και φαντάσματα, ερπετά, τέρατα, ανέφικτες αρχιτεκτονικές, τα χρονικά της κατάκτησης του διαστήματος και την αναζήτηση του θεού

Πρόκειται λοιπόν για μικρά ως πολύ μικρά κείμενα, που ξεκινούν από κάποια φιλοσοφική και υπαρξιακή αγωνία, τον θεό, τον έρωτα, τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή σε άλλους πλανήτες, και καταλήγουν σε έναν κόσμο όπου το φανταστικό μπλέκεται με το πραγματικό. Στην Ισπανία, όπως και στην Ελλάδα, η λογοτεχνία του φανταστικού δεν χαίρει μεγάλης εκτίμησης, οι σπουδαίοι σύγχρονοι συγγραφείς ποντάρουν στον ρεαλισμό με μικρές δόσεις μεταμοντέρνου. Ο Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ (ή Χότα Χότα όπως τον αποκαλεί η μεταφραστική του ομάδα στα ελληνικά), είναι ένας συγγραφέας που δεν φοβάται το φανταστικό, το χρησιμοποιεί και το μεταπλάθει, πατά γερά στην παράδοση του Χουάν Ρούλφο, του Χ.Λ.Μπόρχες —"το βιβλίο των φανταστικών όντων"—, του Κορτάσαρ —με το "Αξολότλ". Και με έναν περίεργο τρόπο, γιατί οι λαοί δένονται, καταλήγει να φτιάξει διηγήματα που μοιάζουν εκπληκτικά με αυτά στο «Όντα και μη όντα» του Αργύρη Χιόνη. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η ύπαρξη ενός τερατολογίου πριν τα περιεχόμενα. 

Τα μικρο-αφηγήματα χωρίζονται σε τρία μέρη: Urbi, πόλη, Orbe, οικουμένη και Extramundi, κι άλλοι κόσμοι. Η λατινική φράση Urbi et Orbi που χρησιμοποιείται τόσο συχνά σε διεθνείς Συνθήκες και συμβόλαια, μοιάζει σαν να είναι προγραμματική δήλωση του Χ.Χ. Θα γράψει για τα μεγάλα και τα υψηλά, αυτά που αφορούν το αστικό τοπίο, την οικουμένη όπως την ξέρουμε και τους άλλους κόσμους που ακόμα δεν ξέρουμε, με όχημα το μικρό και το πάρα πολύ μικρό διήγημα. Σε κάποιες στιγμές τα κείμενά του έχουν τόσο ρυθμό που δεν ξεχωρίζουν από ποίημα. Η γλώσσα του φαίνεται να ρέει —ακόμα και στην ελληνική μετάφραση που έχει τόσους μεταφραστές— και του αρέσει να παίζει μαζί της, χωρίς να φοβάται. Άλλοτε είναι τελείως απλή κι άλλοτε διανθίζεται, γίνεται πληθωρική. Ο συγγραφέας αγαπά τους νεολογισμούς και τα λογοπαίγνια, κρύβεται μερικές φορές πίσω από τη γλώσσα κι άλλες την αφήνει να αναλάβει τα ηνία. 

Μόνο έτσι, με μικρές μπουκιές ανάγνωσης, κόβοντας φέτες την πραγματικότητα, κατακερματίζοντάς την, βρίσκει ψήγματα αλήθειας. Όταν το μυαλό αφήνει πίσω τις αντιστάσεις του, ξέρει πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί ένας τύπος με γαλάζια χαίτη σε όλο του το σώμα, μια αγελάδα που λύνει την υπόθεση του Ρίμαν ή ένας βιογύπας, τότε η πραγματικότητα αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές, από αυτές μόνο μπορεί να φτάσεις στην κατανόηση του κόσμου. 

Στην αρχή το τοπίο είναι αστικό, μετά οικουμενικό, τελικά εντελώς φανταστικό. Ο Χ.Χ. δεν διστάζει να κάνει κριτική της κοινωνίας, να μιλήσει για οικολογία, για γυναικοκτονίες, για τον θάνατο∙ και να τον αντιστρέψει. Ο χρόνος και η χρονική σειρά τον πραγμάτων τον απασχολεί σε πολλά διηγήματα, σε ένα μια γυναίκα που γεννάει αποδεικνύεται πως μόλις γεννιέται, σε ένα άλλο ο τελευταίος πρόγονος ενός ζευγαριού μπαίνει ξανά στο σώμα της γυναίκας με αβάσταχτους πόνους. Η ζωή μοιάζει να είναι εξίσου παράλογη με το τέλος, συνήθως την εξορθολογίζουμε και χρεώνουμε στο τέρμα όλα όσα συνέβησαν στην αρχή. Εδώ η αρχή και το τέλος μοιάζουν αξεδιάλυτα, ο χρόνος άλλοτε συστέλλεται κι άλλοτε διαστέλλεται, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μία σύμβαση. Αυτό κάνει ο Χ.Χ. με αυτή τη μικρή συλλογή, σπάει τις συμβάσεις. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στους θεούς ή τον θεό. Δεν διστάζει ούτε μπροστά στον εαυτό του. Η ζωή ξεγυμνώνεται, και ο ίδιος ξεγυμνώνεται, φτιάχνει καινούργιες λέξεις, για νέες υπάρξεις. Ούτε διστάζει να χρησιμοποιήσει την μυθολογία και να τη διαστρέψει- πιο χαρακτηριστική η ανατροπή του Δούρειου Ίππου. Κι ούτε έχει θέμα με την σεξουαλικότητα, τον ερωτισμό και τον αισθησιασμό, είναι μέρος της ζωής, ακόμα κι αν έχεις άλλη όψη κι άλλο σχήμα.  

Είχε δύο αγόρια δίδυμα, ολόιδια. Εκείνη τα έντυνε με τα ίδια ρούχα και τους έφτιαχνε συμμετρικά πρωινά κάθε πρωί. Εκείνα συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο κι έμοιαζε να έχουν μία και μόνη προσωπικότητα. Και τα δύο έπαιρναν τους ίδιους βαθμούς στο σχολείο, έκαναν μελανιά στο ίδιο γόνατο --την ίδια μέρα, την ίδια ώρα--, τους άρεσε το ίδιο κορίτσι, μιλούσαν ταυτόχρονα για να πουν μια παρόμοια φράση. Εκείνη τα σκέπαζε με τον ίδιο τρόπο κάθε βράδυ, σε αντίστοιχα δίδυμα κρεβάτια, το καθένα κάτω από το δικό του γαλάζιο πουπουλένιο πάπλωμα. Ύστερα, πλησίαζε σιωπηλά ένα από αυτά, πάντα το ίδιο, και του ψιθύριζε στο αφτί: "Εσύ είσαι ο αγαπημένος μου". 

Το μικρό κείμενο —εδώ μιλάμε ακόμα και για μία μόνη φράση— έχει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Χωρίς να σε προετοιμάσει επαρκώς, χωρίς να νοιάζεται για το πριν και το μετά, σε ξεβράζει άλλοτε πάνω στην κορύφωση, κι άλλοτε πάνω στην κάθαρση ενός μεγαλύτερου κειμένου. Ο αναγνώστης πρέπει τότε να συμβάλει στη συγγραφή, να γεμίσει τα κενά με βάση τη δική του εμπειρία, να νιώσει όπως ο συγγραφέας ή και τελείως διαφορετικά. Είναι ο συγγραφέας ένας μικρός θεός; Στο σύμπαν του είναι. Τον αποκαθηλώνει μόνο ο αναγνώστης. 

Σε κάποια μικροκείμενα ο ΧΧ το έχει καταφέρει εκπληκτικά, σε άλλα μοιάζει να μας ταΐζει μασημένη τροφή και να προσγειώνει τη φαντασία. Πάντως σε ελάχιστα δεν δίνει έρεισμα στο ασυνείδητο να κάνει τις δικές του παραλλαγές. Κι αυτό κάνει αυτό το μικρό βιβλίο, μεγαλύτερο. Μπορείς αν θες να το διαβάσεις σε ένα απόγευμα και μετά να το ξεχάσεις. Λίγο όμως να είσαι μαθημένος, να έχεις διαβάσει Πεσόα, Καλβίνο ή Μπόρχες, τότε ξέρεις πως αυτά είναι από τα βιβλία που μένουν στο προσκεφάλι σου για καιρό. Μπορείς να τσαλαβουτάς μέσα τους όπως και όποτε θες, μετά την πρώτη ανάγνωση. Και τα κείμενα θα σε αποζημιώσουν, θα δώσουν στην καθημερινότητα ρυθμό και στίγμα. Έστω κι αν απλά διαβάσεις τον κολοφώνα: Η εκτύπωση της συλλογής διηγημάτων του Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, «Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων», στα ελληνικά, ολοκληρώθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2019, στιγμή κατά την οποία το Σύμπαν συμπλήρωνε 13.789 εκατομμύρια χρόνια, πέντε μήνες, δεκαεννιά μέρες και έξι ώρες. 


                                                                Κατερίνα Μαλακατέ

"Το βιβλίο των μικρών θαυμάτων", Χουάν Χαθίντο Μουνιόθ Ρενχέλ, μετ.Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αναστασία Γιαλαντζή, εκδ. Opera, 2019, σελ. 136






Υ.Γ.42 Η μετάφραση είναι προϊόν εργαστηρίου λογοτεχνικής μετάφρασης και επιμέλειας από τα ισπανικά στα ελληνικά που οργάνωσαν και συντόνισαν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η Αναστασία Γιαλαντζή στο Κέντρο Ισπανικής, Πορτογαλικής και Καταλανικής γλώσσας Abanico σε δύο περιόδους: Οκτώβριος 2017-Απρίλιος 2018 και Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. Μετέφρασαν οι: Μαρία Αθανασιάδου, Αναστασία Γιαλαντζή, Μαρία Ζαγγίλη, Μαρία Καλουπτσή, Νίκος Μανουσάκης, Χρυσούλα Ξένου, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Αγγελική Παλασοπούλου, Στέλλα Σουφλέρη, Σοφία Φερτάκη, Ναταλί Φύτρου

Υ.Γ42-42 το κείμενο, με μικρές προφορικές παραλλαγές, διαβάστηκε το Σάββατο 8 Φεβρουαρίου, στη σχετική εκδήλωση στο Abanico.

12/2/20

"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Boris Pasternak





Έχουν περάσει κοντά εικοσί πέντε χρόνια από την πρώτη μου ανάγνωση του Δρ. Ζιβάγκο του Μπαρίς Παστερνάκ. Αμφιβάλλω πως στην πρώτη εκείνη εφηβική ανάγνωση είχα συνειδητοποιήσει το πολιτικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος, ή καταλάβει πως ο Δρ Ζιβάγκο, παρόλο που μοιάζει πολύ με Ντοστογιέφσκι ή Τολστόι στον τρόπο αφήγησης, είναι ένα μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1957. 

Ο Παστερνάκ ξεκίνησε ως φουτουριστής ποιητής, στην ομάδα του Μαγιακόσφσκι. Η ποιήση του υπήρξε καθοριστική για τους νεότερους Οσίπ Μάντελσταμ (δεν κατάφερε να τον σώσει στο περιβόητο επεισόδιο με το τηλεφώνημα του Στάλιν) και Μαρίνα Τσβετάγεβα (η τριπλή αλληλογραφία τους με τον Ρίλκε είναι κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας). Αν και προερχόταν από καλλιτεχνική οικογένεια κι είχε τη δυνατότητα να φύγει στο εξωτερικό, δεν τους ακολούθησε και παρέμεινε στην ΕΣΣΔ, για πολλά χρόνια υποστηρικτής του καθεστώτος. Σιγά σιγά η ποιήση του απλοποιήθηκε κατ’ απαίτηση της εξουσίας. Ο ίδιος περιορίστηκε στις (πολύ σημαντικές) μεταφράσεις. Άρχισε να γράφει τον Δρ.Ζιβάγκο κάπου ανάμεσα στο 1910 και το 1920 όμως δεν τον ολοκλήρωσε παρά τη δεκαετία του '50. Το βιβλίο δεν πήρε έγκριση για έκδοση από το σοβιετικό καθεστώς που θεώρησε πως μιλά για το ατομικό κι όχι το κοινωνικό καλό και φυγαδεύτηκε στην Ιταλια, όπου και πρωτοκυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Φελτρινέλι (που έχει ακόμα τα παγκόσμια δικαιώματα). Στον Παστερνάκ δόθηκε το 1958 το Νόμπελ, δεν το παρέλαβε καθ’ υπόδειξιν την Μόσχας, κι έναν χρόνο μετά πέθανε. 

Το μυθιστόρημα ακολουθεί τον Γιούρα Ζιβάγκο από τα δέκα χρόνια του-- να κλαίει πάνω από το μνήμα της μάνας του-- ως τον θάνατο. Ο Ζιβάγκο είναι ένα φαινομενικά αντιφατικός χαρακτήρας, γίνεται γιατρός, είναι ποιητής, παντρεύεται σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί την Τόνια, που οι γόνεις της τον μεγάλωσαν στα εφηβικά του χρόνια. Κι έπειτα καθώς μπλέκει στη δίνη των πολέμων και της επανάστασης, χωρίς καν να το καταλάβει πώς η ζωή του παίρνει αυτή την τροπή, ερωτεύεται τη Λάρα. Από γιατρός στη Μόσχα, καταλήγει σε ένα παγωμένο χωριό στα Ουράλια, με την οικογένειά του να πεινάει. Αν και στην αρχή συμπαθεί την ιδέα της επανάστασης, όταν συνειδητοποιεί τη βία, δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Ο Ζιβάγκο είναι ένας σπασμένος άνθρωπος. Ακολουθούμε την πορεία του προς τη διάλυση. Δεν παίρνει πάντα συνειδητές αποφάσεις, άλλοτε βολεύεται, άλλοτε σκέφτεται, άλλοτε γράφει, ερωτεύεται. Τον διαλύει ο πόλεμος. Η ζωή του δεν μπορεί να έχει προδιαγεγραμμένη τροχιά. Γύρω του χαρακτήρες που μοιάζουν με καρικατούρες, όπως η γυναίκα του, κι άλλες πολύ ζωντανές όπως η Λάρα και ο άντρας της, ο Πάσα Αντίποφ. 

Ένας φουτουριστής ποιητής, όπως ο Παστερνάκ, επιλέγει να γράψει ένα μυθιστόρημα εντελώς ρεαλιστικό, στα όρια του νατουραλισμού, στα μέσα του 20ου αιώνα. Στις καλύτερες στιγμές του το βιβλίο θυμίζει Τολστόι. Σε άλλες, νιώθεις λιγάκι μετέωρος, σαν να μην είναι το ίδιο δουλεμένες, σαν να χρειάζονται περισσότερη ζωή και βάθος. Σίγουρα ο χαρακτήρας του Ζιβάγκο περικλείει κομμάτια του συγγραφέα και τον φίλων του, έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, τόσο για την πολιτική στάση και την ποίηση, όσο και για το πώς χειρίζεται ο ήρωας τις γυναίκες και τον έρωτα. Μοιάζει η μοναξιά που νιώθει ο Ζιβάγκο και διαπερνά όλη του την ύπαρξη, ακόμα κι όταν αραδιάζει ή μεγαλώνει ένα σωρό παιδιά, να είναι βιωμένη από τον ίδιο τον συγγραφέα.

Ένιωσα να συμπάσχω με τον Γιούρα, που απομονωμένος, την πρώτη του νύχτα μετά από το μακρύ ταξίδι για το χωριό, το μόνο που λαχταράει είναι να γράψει. Μετά του κόβεται η λαχτάρα, η ζωή σκορπίζει τα λόγια και τα γραπτά του, κανείς, ούτε οι αγαπημένοι του δεν μπορούν να τα συμμαζέψουν. Η ζωή τον κατακερματίζει. Το πολιτικό και ιστορικό κομμάτι του βιβλίου ίσως είναι κάπως δύσκολο να το ακολουθήσεις αν δεν έχεις βασικές γνώσεις, μιλάμε για μια πολύ ταραγμένη εποχή της Ρώσικης ιστορίας. Πάντως έχει ενδιαφέρον γιατί είναι μια αφήγηση εκ των έσω, νιώθεις την Ιστορία να πάλλεται κάτω από τις λέξεις. 

Απόλαυσα τη δεύτερη ανάγνωση. Δεν ξέρω ειλικρινά τι είχα αποκομίσει από την πρώτη, ήμουν παιδί και είμαι ενήλικας. Αυτό το θέμα πάντα με απασχολούσε, η δεύτερη ανάγνωση, το πώς προσλαμβάνουμε τα σπουδαία έργα σε κάθε περίοδο της ζωής μας. Αισθάνομαι πάντα πολύ κοντά στη ρώσικη λογοτεχνία, μου ταιριάζουν οι ήρωες, η χώρα, ο τρόπος, δεν μπερδεύομαι με τα χιλιάδες ονόματα-- ίσως να φταίνε οι πρώτες αναγνωστικές μου συνήθειες. Όμως δεν θα ξαναδιάβαζα τον Ζιβάγκο αν δεν υπήρχε η Λέσχη Ανάγνωσης του Booktalks. Και για αυτό, για αυτόν τον «καταναγκασμό», την ευγνομωνώ.


                                                          Κατερίνα Μαλακατέ



"Δόκτωρ Ζιβάγκο", Μπαρίς Παστερνάκ, μετ. Μαρία Τσαντσάνογλου, εκδ. Ποταμός, σελ.668, 2006











5/2/20

"Κάτω από την επιφάνεια", Daisy Johnson



Η Ντέιζι Τζόνσον γράφει μια διαταραγμένη εκδοχή του Οιδίποδα, ένα βιβλίο βαθύ, που πονάει τόσο, κι είναι σχεδόν αδύνατο να πιστέψεις πως το έγραψε μια γυναίκα γεννημένη το 1990. Μοιάζει το τραύμα να έχει διαποτίσει το βιβλίο, τόσο που η πραγματικότητα είναι αδύνατον πια να λεχθει με τις κανονικές λέξεις, πρέπει να βρεθούν άλλες, που να μην πονάνε τόσο. 

Αυτό κάνουν η Γκρέτελ και η μητέρα της η Σάρα, εφευρίσκουν λέξεις, ψάχνουν τρόπους να ζήσουν πέρα από τα εσκαμμένα, να βάλουν το τέρας του νερού κάτω από την επιφάνεια, να το πνίξουν ή να πνιγούν μαζί του. Αλλά το Μπόνακ τις κατατρύχει. Οι δυο τους ζουν σε μια φορτηγίδα στο ποτάμι. Τελικά η Σάρα εγκαταλείπει την Γκρέτελ, εκείνη μεγαλώνει σε ανάδοχες οικογένειες, γίνεται λεξικογράφος, προσπαθεί να ξορκίσει την καινούργια γλώσσα, να ορίσει και να οριστεί από την παλιά. Δεκαέξι χρόνια μετά την εγκατάλειψη, χωρίς κανέναν φίλο, θα ψάχνει συνεχώς για κείνη, στην αστυνομία και τα νοσοκομεία. Και τελικά θα τη βρει. Μόνο που πια έχει χτυπήσει η άνοια. 

Αναλογίζομαι τα ίχνη που αφήνουν πίσω οι αναμνήσεις μας, αν μένουν απαράλλαχτες ή μεταβάλλονται καθώς τις αναθεωρούμε με το πέρασμα του χρόνου. Αν είναι σταθερές όπως τα σπίτια και οι βράχοι, ή αν αποσαθρώνονται σιγά σιγά και αντικαθίστανται, επικαλύπτονται με άλλες. Όλα όσα θυμόμαστε περνούν από στόμα σε στόμα, από σκέψη σε σκέψη, δεν είναι ποτέ όπως ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό με τρομάζει, με ταράζει. Δεν θα μάθω ποτέ τι στ' αλήθεια συνέβη. 

Και θα βρει στοιχεία και για κείνο το αγόρι που τις συνάντησε λίγο πριν την εγκατάλειψη, τον Μάρκους, κι έμεινε μαζί τους. Και ποια προφητεία ακολουθούσε όταν άφησε την οικογένειά του. Και θα μάθει πως ο εαυτός της είναι ένα αντίγραφο. Η Σάρα και η Γκρέτελ, που έχουν αυτή την τελείως μη τυπική σχέση μάνας και κόρης, μοιάζουν να είναι η αρχετυπική μάνα και κόρη. Πληγώνουν γιατί πληγώνονται, σκοτώνουν για να αντέξουν. 

Το βιβλίο κινείται σε έναν μαγικό χώρο, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσεις ξεκάθαρα για πράγματα τόσο βαθιά κάτω από την επιφάνεια. Ο αναγνώστης συχνά χάνεται, ποιος μιλάει, για ποιον λέμε, τι συμβαίνει, αν υπάρχει. Όταν όμως τα κομμάτια ξεκαθαρίζουν, είναι φανερό πως τη μοίρα σου, ακόμα κι αν στην είπε μια τρανς χαρτορίχτρα, δεν μπορείς να την αποφύγεις. Και πως η μνήμη παίζει παιχνίδια με το σήμερα όσο κι αν φαίνεται πως το παρελθόν το έχεις αφήσει πίσω. 

Δεν είμαι σίγουρη πως συμπαθώ το βιβλίο της Τζόνσον, φέρνει κοντά ένα σωρό πράγματα που συχνά παραμένουν ανείπωτα- κι ίσως είναι καλύτερα έτσι. Με βασάνισε όσο το διάβαζα, με έκανε να σκάψω σε μέρη που δεν θα ήθελα. Όμως μου άρεσε η χαώδης γυναικεία γραφή της, μετατρέπει όλες αυτές τις φωνές που ενοικούν μέσα στα γυναικεία μυαλά σε λογοτεχνία. Κι αυτό το κατόρθωσαν πολύ λίγες. Πόσο μάλλον σε τόσο νεαρή ηλικία.


                                                            Κατερίνα Μαλακατέ 


"Κάτω από την επιφάνεια", Ντέιζι Τζόνσον, μετ. Μαρία Βαρδοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ.301 

30/1/20

"Γράμμα στον πατέρα", Franz Kafka



Ο Φράντς Κάφκα έγραψε το Γράμμα στον Πατέρα το 1919 όταν ήταν τριάντα έξι χρονών και δεν το έστειλε ποτέ. Το κείμενο βρέθηκε μέσα στα περίφημα γραπτά του που δεν έκαψε ο Μαξ Μπροντ παρακούοντας την εντολή του. Πρόκειται για κοντά εκατό σελίδες που φωτίζουν τη σχέση με τον πατέρα του, Χέρμαν Κάφκα, κι εξηγούν τον τρόμο που ενυπάρχει σε όλα τα γραπτά του Φραντς, την αφόρητη μοναξιά, τη μάταιη αναζήτηση ενός κάποιου νοήματος. 

Ο Φραντς Κάφκα, που σε αυτό το γράμμα μοιάζει περισσότερο με θυμωμένο, τρομαγμένο έφηβο παρά με ενήλικο που μπορεί να διαχειριστεί τη ζωή του ξέχωρα από τους γονείς του, καταλογίζει στον πατέρα του ψυχρότητα, εγωπάθεια και αδιαφορία. Ο Χέρμαν Κάφκα, ενώ υλικά έδινε στα παιδιά του τα πάντα, δεν μπορούσε να συνδεθεί ψυχικά, κάνοντάς τα να νιώθουν πάντα αποτυχημένα και «λίγα». Ο νεαρός Κάφκα δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει τόσο επιτυχημένος όπως ο πατέρας του, δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει αρκετά ανεξάρτητος για να παντρευτεί, να βγάλει τα δικά του λεφτά, να αποκτήσει παιδιά- αυτά είναι πράγματα που ανήκουν στον επιτυχημένο πατέρα κι όχι στον φοβισμένο κι εσωστρεφή γιο. Ακόμα και η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία είναι για τον πατέρα κάτι λίγο κι αδιάφορο. 

Στις εκατό αυτές σελίδες ο Κάφκα δεν βρίσκει ούτε μια δικαιολογία για τον πατέρα του, ενώ αντίθετα βρίσκει ένα σωρό για τη μητέρα του. Χρεώνει στον πατέρα τα πάντα, ακόμα και την επάρκεια υλικών αγαθών, που νιώθει να του κόβει τα πόδια, γιατί πρέπει να χρωστά ευγνωμοσύνη για αυτήν. Κι είναι κάπως παράδοξο, ο σπουδαιότερος συγγραφέας που περπάτησε ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη να νιώθει έτσι απέναντι στον πατέρα του- που άνοιξε ένα μαγαζί με υφάσματα με την προίκα της γυναίκας του, δεν έκανε και τίποτα φοβερό.  Βέβαια αν δεν ένιωθε έτσι, τότε ίσως να μη μας είχε δώσει κάποια από τα σημαντικότερα βιβλία της οικουμένης. 

Ομολογώ πως ταυτίστηκα με τον Κάφκα, ένιωσα την αδικία που του έγινε ως παιδί στο πετσί μου, μπήκα στον παραλογισμό και στη λογική του μίσους που μοιάζει άσβεστο αν και δεν είναι. Στην πραγματικότητα θα αρκούσαν δύο καλές κουβέντες, η αποδοχή με κάποιον τρόπο έστω και ατελή, λίγα ψίχουλα αγάπης, για να γυρίσει ο Κάφκα στην αγκαλιά του πατέρα του. Αυτό είχε ανάγκη, να του πει ο μεγάλος μπράβο και να τον αγαπήσει. 

Μοναχικός και φοβισμένος, μια διάνοια που δεν την αποδέχτηκε κανείς. Πόσο παράδοξο μοιάζει, πόσο διαφορετικός από όλους. Ο Κάφκα κατάφερε να αποδεσμευτεί από αυτές τις μικρότητες χάρη στην άγρια φαντασία μέσα στο κεφάλι του, να κάνει την έλλειψη του πατέρα κομβική στα περισσότερα έργα του, τη μοναξιά του και το υπαρξιακό του αδιέξοδο κοινό κτήμα. Ναι, το Γράμμα στον πατέρα είναι κείμενο ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα μυθοπλαστικά του, παραμένει όμως ένα σημαντικό κειμήλιο που αξίζει να διαβάσει κανείς αν έστω πού και πού νιώθει πως ζει σε έναν καφκικό κόσμο. 



                                                         Κατερίνα Μαλακατέ 



«Γράμμα στον πατέρα», Φραντς Κάφκα, μετ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 109

24/1/20

"Η αφηγήτρια ταινιών", Hernán Rivera Letelier



Μια μικρή μπουκιά ανάγνωσης είναι η νουβέλα «Η αφηγήτρια ταινιών», ένα βιβλίο που το διαβάζεις με τη μία, αλλά το θυμάσαι. Γιατί είναι πρωτότυπο και ευαίσθητο, χωρίς να γίνεται μελό. 

Η αφηγήτρια, Μαρία Μαργαρίτα, είναι ένα παιδί που ζει σε ένα φτωχό χωριό της Χιλής. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού δουλεύουν στο εργοστάσιο επεξεργασίας νίτρου, ο τόπος είναι άνυδρος και ξερός. Ο πατέρας της οικογένειας έχει μείνει παράλυτος σε εργατικό ατύχημα, και η πανέμορφη μητέρα, πολύ μικρότερή του, τους έχει εγκαταλείψει. Τα τέσσερα παιδιά ζουν κάτω από τα όρια της φτώχειας, συχνά λείπει και το φαγητό, όμως ο πατέρας που είχε μανία με το σινεμά, μαζεύει πενταροδεκάρες, κι ύστερα από διαγωνισμό, για το ποιος τα λέει καλύτερα, στέλνει μόνο ένα από τα παιδιά να δει την ταινία, και μετά να την αναπαραστήσει. Κι η Μαργαρίτα γίνεται τόσο καλή, που σιγά σιγά την παρακολουθούν κι άλλοι. Κι ας μην είναι πάντα ακριβής, κι ας γεμίζει κομμάτια κι από το μυαλό της, κι ας φτιάχνει μια ολότελα άλλη ταινία όταν της ζητούν κάτι που δεν το έχει δει. 

Στις λίγες σελίδες του βιβλίου περνά ένα ολόκληρο κομμάτι της Ιστορίας της Χιλής, το πώς αλλάζουν τα πράγματα πολιτικά, αλλά και με την έλευση άλλων τεχνολογιών. Και της πίκρας και της ματαιότητας της ανθρώπινης μοίρας, που υποδεικνύει ποια στροφή θα πάρει η ζωή του ατόμου, όσα ταλέντα και να έχει. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε φέρνει αντιμέτωπο με τις ευθύνες σου, όσο πιο γλυκά και ύπουλα γίνεται. Η φτώχεια, η μιζέρια, ο θάνατος, δεν μπορούν να αντισταθούν σε κανένα ταλέντο. 

Η τηλεόραση έφτασε μια εβδομάδα μετά τη μέρα που συνέλαβαν τον αδελφό μου. Μια Δευτέρα πρωί, πάνω που άρχιζα ν’ αναρωτιέμαι πώς και δεν είχε έρθει κανένας από την εταιρεία να μου ανακοινώσει ότι οφείλω να παραδώσω το σπίτι, εμφανίστηκε στο παράθυρο το ροδαλό πρόσωπο του κύριου διευθυντή. 

Η μικρή νουβέλα διαβάζεται απολαυστικά, και σιγά σιγά μετατρέπει μια χαρούμενη αφήγηση σε γροθιά στο στομάχι.  Κι ο τρόπος που διηγείται πρωτοπρόσωπα η αφηγήτρια ταινιών, η "Σινεράιδα", με ένα κράμα αφέλειας και εξυπνάδας, κάνει τα πάντα πιο μαγικά∙ και σκοτεινά.


                                              Κατερίνα Μαλακατέ




"Η αφηγήτρια ταινιών", Ερνάν Ριβέρα Λετελιερ, μετ. Λένα Φραγκοπούλου, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 97

12/1/20

"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Luiselli



Ξεκίνησα "Το αρχείο των χαμένων παιδιών" διστακτικά. Πρώτον μιλάει για ένα θέμα που δεν ήμουν σίγουρη πως θα άντεχα, αυτό των ασυνόδευτων παιδιών μεταναστών— στα σύνορα του Μεξικού για τη Λουισέλι, όμως τι σημασία έχει, τα παιδιά πεθαίνουν με τον ίδιο τρόπο αβοήθητα παντού. Δεύτερον έχει ένα κομμάτι auto-fiction— αυτό μπορεί να είναι καλό αν είσαι ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, και πολύ κακό αν είσαι η Rachel Cusk (υποκειμενικά είναι αυτά βέβαια, αλλά χμμμμ).

Από την αρχή εντυπωσιάστηκα. Η Λουισέλι σπάει τη ροή της αφήγησης, αποδεσμεύεται από τη συμβατικότητά της, μοιάζει κάποιες στιγμές να κρατά ημερολόγιο, ή σημειώσεις με πηγές, άλλες να επικεντρώνεται μόνο στα προσωπικά, κι άλλες τα χαμένα παιδιά, τα παιδιά γενικά, να καταλαμβάνουν όλο τον χώρο. Χρησιμοποιεί διακειμενικές αναφορές, φωτογραφίες, μουσικές, μνήμες, και παρ'όλα αυτά το βιβλίο είναι λειτουργικό και ενιαίο. Παίζει με το τι είναι ανάμνηση, με τις λειτουργίες της μνήμης, μιλάει για το τι είναι αλήθεια, η αλήθεια του καθενός, και για τι πονάει τον καθένα προσωπικά αλλά θα έπρεπε και να μας πονάει συλλογικά.

Ένα ζευγάρι φεύγει από το σπίτι του μαζί με τα παιδιά τους, το δεκάχρονο αγόρι είναι γιος του μπαμπά, το πεντάχρονο κορίτσι κόρη της μαμάς, μεταξύ τους δεν έχουν δεσμούς αίματος, αλλά είναι αδέλφια. Οι γονείς παραμένουν προσκολλημένοι στις εμμονές τους, ο ένας είναι παραγωγός ντοκιμαντέρ ήχων, ο άλλος δημιουργός. Ο άντρας θέλει να ψάξει τι έγινε στους τελευταίους Απάτσι, η γυναίκα φτιάχνει ένα αρχείο για τα παιδιά μετανάστες στα κέντρα κράτησης και ξεκινούν για ένα περίεργο road trip με τα παιδιά, κι επτά κουτιά αρχείου. Είναι στα χωρίσματα, γιατί είναι διαφορετικά τα θέλω τους, χωρίς να μπορούν ακόμα να αποδεχτούν πως δεν θα είναι μαζί. Τουλάχιστον η γυναίκα αφηγήτρια. Το βιβλίο μέσα στο βιβλίο, η "ελεγεία για τα χαμένα παιδιά", είναι σπαρακτικό, οι αναφορές σε άλλα κείμενα, μουσικές, συνεχείς, μοιάζει η αφήγηση να κινείται πολύ αργά μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης της μητέρας γυναίκας. Και μετά αναλαμβάνει άλλος αφηγητής, ένα παιδί

Η Λουισέλλι τόλμησε να πειραματιστεί με τη φόρμα. Σε κάποια σημεία φοβήθηκε την ίδια της τη συγκίνηση και κατέπνιξε το συναίσθημα. Μπόρεσε να φτιάξει ένα μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Δεν κατόρθωσε να αποτυπώσει σε όλο της το μεγαλείο τη φρίκη. Πέτυχε και δεν πέτυχε. Πάντως δεν κάθισε στα αυγά της, καταπιάστηκε με ένα θέμα ταμπού— ποτέ δεν μιλάμε για σκοτωμένα παιδια— και το έκανε καλά, σχεδόν αφαιρετικά. Πιστεύω πως στο τέλος φοβήθηκε τον ίδιο της τον εαυτό, και δεν απογείωσε το κείμενο. Πάντως σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ένα βιβλίο ύπουλο, που μιλάει για το κακό μέσα από το προσωπικό. Κι αυτός εν τέλει είναι ο βασικός τρόπος για να πεις τόσο συγκλονιστικές ιστορίες. 




                                                           Κατερίνα Μαλακατέ




"Το αρχείο των χαμένων παιδιών", Valeria Louiselli, μετ. Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 504








7/1/20

"Σπίτι με ονόματα", Colm Tóibín



Η αναγνωστική μου σχέση με τον Κολμ Τομπίν άρχισε με το Καραβοφάναρο στο μαύρο νερό, ένα σπαρακτικό βιβλίο που λάτρεψα. Έχω βέβαια πολλά αναγνωστικά κενά, γιατί είναι πολυγραφότατος, οπότε έπιασα το "Σπίτι με ονόματα" για να αρχίσω να καλύπτω το χαμένο έδαφος. Ο Τομπίν, έχει την τάση να ξαναπιάνει ιστορίες πολλές φορές ειπωμένες και να τους δίνει μια άλλη, λοξή ματιά. Αυτό κάνει και στο «Σπίτι με ονόματα», καταπιάνεται με τη μυθολογία των Ατρειδών, τολμά να τα βάλει με τον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη και δεν βγαίνει κερδισμένος- πώς θα μπορούσε άλλωστε— πάντως το σίγουρο είναι πως δεν χάνει. Το μυθιστόρημα μοιάζει κάπως τετριμμένο στην αρχή, τουλάχιστον για εμάς τους Έλληνες που είμαστε εξοικειωμένοι με τη μυθολογία. Έπειτα όμως αρχίζει να ξετυλίγεται με έναν τρόπο σύγχρονο, με κάποιους αναχρονισμούς πιθανότατα, και καταλήγει να μιλά για τις ανθρώπινες σχέσεις, για την εξουσία και την αγάπη∙ θέματα που δεν αλλάξαν τόσο τόσες χιλιάδες χρόνια μετά. 

Το μυθιστόρημα ξεκινά με τη θυσία της Ιφιγένειας. Ο Αγαμέμνονας ξεγελά την Κλυταιμνήστρα, κι εκείνη φέρνει την πανέμορφη δεκαεξάχρονή της έτοιμη με τα προικιά της για να παντρευτεί τον Αχιλλέα. Αντ’ αυτού, τη σφάζουν στον βωμό χωρίς έλεος. Την Κλυταιμνήστρα την κλείνουν οι στρατιώτες του άντρα της σε μια τρύπα για να μη βλέπει και καταριέται και την αφήνουν εκεί τρεις μέρες, χωρίς φαΐ και νερό, μέσα στα περιττώματά της. Καμία θεϊκή παρέμβαση δεν σώζει την τρομοκρατημένη Ιφιγένεια, που σκούζει όπως κάθε άλλο κορίτσι μπροστά στον χαμό. 

Ήδη από τα αρχικά κεφάλαια φαίνεται πως ο Τομπίν έχει όρεξη να ακολουθήσει τον μύθο ως ένα σημείο. Έπειτα, αρχίζει η δική του μυθοπλασία, που έχει άλλους στόχους. Γυρνώντας η Κλυταιμνήστρα, έξαλλη από θυμό και πόνο, δεν θα βρει παρηγοριά στη δεύτερή της κόρη την Ηλέκτρα. Αντίθετα, θα αγνοήσει τα δυο της τα παιδιά- την Ηλέκτρα και τον Ορέστη- θα κάνει σαν να μην υπάρχουν. Και θα συμμαχήσει με τον χειρότερο εχθρό, μπαίνοντας σε ένα λυσσαλέο παιχνίδι εκδίκησης και μίσους. Έτσι θα χάσει τον Ορέστη. 

Τρία είναι τα πολύ ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου. Το πρώτο, η παντελής έλλειψη θεών, δεν τους επικαλείται κανείς, είναι σαν οι ήρωες να ζουν σε μια άθεη κοινωνία, οι θεοί δεν παρεμβαίνουν, δεν αλλάζουν τη ροή του μύθου. Το δεύτερο είναι η ψυχοσύνθεση της Ηλέκτρας, της δεύτερης, λιγότερο ωραίας αδελφής, που την αγνοεί η μάνα, κι αυτή νιώθει κοντά στον πατέρα που σκότωσε την πρώτη και όμορφη κόρη. Και φυσικά ο Ορέστης. Τι απέγινε αυτό το παιδί τόσα χρόνια, πριν να τον ξαναδεί η αδελφή του; Τι του συνέβη και έγινε φονιάς; Πώς σκότωσε τη μάνα του και τον θείο του; Άφαντες είναι και οι Ερινύες. 

Τρεις αφηγητές εναλλάσσονται, πρώτη αναλαμβάνει η Κλυταιμνήστρα, μετά η Ηλέκτρα, στο τέλος τριτοπρόσωπα ο Ορέστης, Αυτό που στην αρχή είναι πολύ οικείο, μετά μοιάζει πολύ μακρινό, σαν να απομακρύνεται ο Τομπίν από τον μύθο τόσο πολύ, που να μη μιλά για αυτόν. Μιλά για τη βία, συναισθηματική και σωματική, που ορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων, για τη μητρική και πατρική αγάπη, για τις ζωές που γίνονται βορά σε ένα ανώτερο σχέδιο, για τη λύσσα, και την οργή και τη γλύκα της εξουσίας.

Δεν είμαι σίγουρη πως η προσπάθεια στο "Σπίτι με ονόματα" είναι απόλυτα πετυχημένη, στο μυαλό μου παίζει το αρχαίο δράμα, και με αποσπά. Από την άλλη όμως, αν δούμε την ιστορία χωρίς την Ιστορία της, τότε ο Τομπίν συνεχίζει να είναι ένας εξαιρετικός ψυχογράφος. Διεισδύουμε στο μυαλό των ηρώων του, τους καταλαβαίνουμε. Ποιος θα θελε να καταλάβει την Κλυταιμνήστρα, είναι πια άλλο θέμα. Απέναντί της είναι περισσότερο επιεικής από όλους τους άλλους που έχουν γράψει για αυτήν. Πάντως, χωρίς να πρόκειται για το καλύτερο του βιβλίο, πρόκειται σίγουρα για ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβάσει κανείς. Έστω και για να διατυπώσει τις ενστάσεις του. 


                                   Κατερίνα Μαλακατέ




"Σπίτι με ονόματα", Κολμ Τομπίν, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, εκδ. Ίκαρος, 2019, σελ. 348 



2/1/20

"Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον", Elizabeth Strout



Μια ιστορία για την αγάπη είναι «Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον». Ένα κείμενο σπαρακτικό, για την αγάπη μάνας κόρης, στην πιο ανόθευτη και μπερδεμένη της μορφή. Η Λούσυ Μπάρτον αφηγείται την ιστορία, πολλά χρόνια μετά, κι έτσι μπορεί να αναπολεί, να έχει άποψη, να θυμάται τα μισά, ή μόνο όσα νομίζει σημαντικά. 

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80, η Λούσυ Μπάρτον έμεινε εννέα εβδομάδες στο νοσοκομείο, μετά από μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, Τη βασάνιζε ένας πυρετός αγνώστου αιτιολογίας, που έτρωγε όλο της το κορμί, χωρίς να μπορούν οι γιατροί να βρουν τι έχει. Όσο ήταν στο μονόκλινο κρεβάτι της στο νοσοκομείο, της έλειπαν τα δυο της κοριτσάκια, έξι και πέντε χρονών τότε, και της έλειπε κι ο άντρας της, μάλλον λιγότερο. Ώσπου εμφανίστηκε η μαμά της και κάθισε στο προσκεφάλι της για πέντε μερόνυχτα. Τη μαμά της είχε να τη δει τέσσερα χρόνια. 

Το παρελθόν της Μπάρτον ήταν εφιαλτικό, ακραία φτώχεια, κανένα ερέθισμα, κανένα βιβλίο, όχι τηλεόραση, πάντα βρώμικη και να ξεχωρίζει στο σχολείο. Κι οι δυο γονείς φαινομενικά ανίκανοι να φροντίσουν τα παιδιά τους. Ακόμα και τώρα, στην πολυθρόνα της δίπλα στο νοσοκομειακό κρεβάτι της κόρης, η μάνα αναλώνεται στο να λέει ηθικοπλαστικά κουτσομπολιά για τον γάμο του ενός και του άλλου γνωστού. Δεν μπορεί να πει "σ’ αγαπώ" στην κόρη της παρά μόνον όταν έχει τα μάτια της κλειστά. Δεν μπορεί. Ταυτόχρονα μπορεί, με τον τρόπο της. Αντιλαμβάνεται πόσο διαφορετική είναι από την κόρη της, που έφυγε, σπούδασε με υποτροφία, έγινε συγγραφέας. Δεν νιώθει οικεία, και δεν τη θεωρεί πια μέλος της οικογένειας. Μα την αγαπάει. 

Η μητρική αγάπη, αλλά κι η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς είναι μια δύσκολη υπόθεση. Το βιβλίο της Στράουτ δεν γίνεται σε καμία φάση μελό. Η αφηγήτρια συχνά πυκνά καταθέτει τις σκέψεις της για το ίδιο το κείμενο, ομολογεί πως δεν μπορεί να μιλήσει για τον γάμο της, για τα δικά της τα παιδιά, πως είναι ένα άτομο βαθιά μοναχικό, πως κι αυτή, όπως η μαμά της, μιλάει με ιστορίες, τα αισθήματά της δεν μπορεί να τα εκφράσει αλλιώς. Έτσι μένουν τα ανείπωτα, που κάνουν το μυθιστόρημα σημαντικό. Ο αναγνώστης καλύπτει τα κενά με βάση τα δικά του αισθήματα, αναπληρώνει τις λέξεις που λείπουν, μετέχει. 

Πρόκειται για μια πραγματικά σπουδαία αφήγηση. Η καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχή είναι κάθετη, αφήνει μονάχα λίγες ευκαιρίες για ανάσες. Σε τόσο λίγες σελίδες συντελείται το θαύμα της λογοτεχνίας αυτό που δεν είναι δικό σου, γίνεται, η ιστορία που δεν ολοκληρώνεται λάμπει μέσα στο μυαλό σου, οι λέξεις παύουν να έχουν αξία αυτές καθαυτές, μόνο ο κόσμος που στήνουν. Διάβασα το βιβλίο σχετικά γρήγορα και αχόρταγα. Υποψιάζομαι όμως πως θα κλωθογυρίζω για καιρό την ιστορία της Λούσυ Μπάρτον. Η Λούσυ Μπάρτον δεν είμαι εγώ. Αν και για λίγο, μόνο για λίγο, ίσως και να ήμουν. 



                                                                     Κατερίνα Μαλακατέ



"Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον", Elizabeth Strout, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 182