Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διηγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

29/10/13

"Ένας εύθυμος σκοπός"

Τη μέρα που γεννούσα, στις 18 του Οκτώβρη, από ευτυχή σύμπτωση και τίποτε άλλο, δημοσιευόταν στην free press εφημερίδα Metropolis το διήγημά μου "Ένας εύθυμος σκοπός". Την έντυπη έκδοση δεν την έχω δει ακόμα, αν και μου υποσχέθηκαν πως θα μου κρατήσουν ένα φύλλο. Ιδού η διαδικτυακή.




Είχε σκύψει πάνω από το λουλούδι, δεν ήξερε πια το όνομά του, μπορεί να μη θυμόταν να ονοματίσει και το χρώμα του. Ομως ήθελε πολύ να το κόψει γιατί η ύπαρξή του είχε κάτι το ακραία σουρεαλιστικό μέσα στα καπνογόνα. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση και συνέχισε τον δρόμο της. Μάζεψε απλά την εικόνα του – δεν ήταν ολωσδιόλου χαζή κι ας της το καταλόγιζαν. Θα πέθαινε αν το άγγιζε. Καλύτερα να έβαζε το κεφάλι της στον σκουπιδοτενεκέ. Αν και οι κάδοι, άδειοι, ήταν λιγότερο επικίνδυνοι.
Χαμογέλασε στον εαυτό της καθώς προχωρούσε ανάμεσα στους προειδοποιητικούς καπνούς. Είχε αρχίσει να σφυρίζει έναν πολύ εύθυμο σκοπό που κάτι της θύμιζε, χωρίς να μπει στον κόπο να το αναλύσει. Βάδιζε καταμεσής του δρόμου.
Κατάλαβε κάπως αργά πως ένας άντρας στεκόταν στο πεζοδρόμιο και την κοίταζε αποδοκιμαστικά όσο χρονοτριβούσε. Θα έφταιγε η λουλουδένια φούστα και τα μαύρα της μαλλιά. «Δεν είμαι τσιγγάνα, κύριος», πήγε να του φωνάξει. Ηταν ανόητο, γιατί είχε χρόνια να δει τσιγγάνα – δεν είχαν αφήσει καμιά να τριγυρίζει στην τελευταία εκκαθάριση.
Για λίγο έπαιξε με την ιδέα να του πιάσει κουβέντα, είχε καιρό να μιλήσει με οποιονδήποτε και αναρωτιόταν αν θα τα κατάφερνε. Τον κοίταξε με το πλάγιο βλέμμα της, φαινόταν συμπαθητικός, σχεδόν όμορφος.
Την πλησίασε.
«Δεν είμαι τσιγγάνα», του είπε τελικά εντελώς προβλέψιμα, κι αυτός χαμογέλασε.
«Πώς βρέθηκες εδώ;» τη ρώτησε.
«Οπως κι εσύ», του απάντησε. Αλλά μια τέτοια απόκριση δεν είχε πραγματικό έρεισμα, εκείνος θα μπορούσε να είναι αστυνομικός, παρακρατικός, κάτι τέλος πάντων και να έχει το δικαίωμα να τριγυρνά όπου θέλει.
«Πόσο καιρό είσαι μόνη, χωρίς συντροφιά;» είπε ο άντρας και η αμεσότητα στην προσέγγιση έκανε την καρδιά της να χτυπήσει σαν τρελή. Τα μάγουλά του ήταν κόκκινα, τα μάτια του ζεστά, στο χρώμα της σοκολάτας. Εγλειψε τα χείλη της για να τα κάνει λίγο να γυαλίζουν. Πρόσεξε πως τα ρούχα του είχαν τα ίδια χάλια με τα δικά της και κάτι μέσα της σκίρτησε· μπορεί να ήταν κανονικός άνθρωπος.
Το αεράκι τρύπωσε στο κορμί της έτσι όπως στεκόταν καταμεσής της Πανεπιστημίου. Το φθινόπωρο την τριγύριζε κι ο χειμώνας ήταν λίγο πιο κοντά. Στο πρώτο χιόνι η λουλουδένια φούστα της θα ξεσκιζόταν. Για την ώρα στροβιλίστηκε στην αύρα του απογεύματος και προσποιήθηκε αρκετά πειστικά πως τη χτύπησε αυτοκίνητο.
Ο άντρας ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Το βλέμμα του τριγύρισε εξεταστικά στο κορμί της, λίγο σαν να την έγδυνε. Της άρεσε. Σηκώθηκε από την άσφαλτο και ξεσκονίστηκε.
«Ποιος θα το έλεγε πως θα νοσταλγούσα τις εξατμίσεις και τις βενζίνες», είπε ναζιάρικα.
«Εχεις δει έστω από μακριά κανέναν άλλο τελευταία;» Το πρόσωπό της σκοτείνιασε, του έγνεψε αρνητικά.
«Γιατί δεν είσαι εντός;» συνέχισε ο άντρας κι έγνεψε προς το συρματόπλεγμα. Από την πύλη του καταφυγίου στα Προπύλαια ακουγόταν ένας πολύ εύθυμος σκοπός.
«Εσύ γιατί δεν είσαι;» του αντιγύρισε αυθάδικα.
«Το ξέρεις πως εδώ πια απαγορεύεται να μένει κανείς. Θα πεθάνεις».
«Κι εσύ».
«Θέλω να έρθεις μαζί μου με το καλό».
«Θέλω να μου πεις ποιος είσαι».
«Είμαι σε περιπολία, δεν περίμενα να συναντήσω κανέναν σε αυτή την ερημιά. Νόμιζα πως όλοι οι τρελοί είχαν πια πεθάνει. Νόμιζα πως κανείς δεν αντέχει πάνω από δυο τρεις ώρες την ημέρα στο Κακό».
«Το Κακό μάς έχει κυκλώσει», του είπε ψιθυριστά και γούρλωσε τα μάτια.
Κοίταξε γύρω της το παρατημένο Κέντρο, παντού ερημιά και εγκατάλειψη. Επειτα έριξε το βλέμμα στο κτίριο του Πανεπιστημίου, εκεί αρχινούσε η ζωή, τα Προπύλαια ήταν η πόρτα του υπόγειου παραδείσου. Σε λίγο δεν θα υπήρχε φαγητό πουθενά εδώ έξω, οι πληγές στο κορμί της θα άνοιγαν περισσότερο αν έμενε κι άλλο εκτεθειμένη.
Ισως ο άντρας να είχε δίκιο, να έπρεπε πια να παραδοθεί, να γίνει σαν όλους τους άλλους, να βρει έναν καλό άνθρωπο σαν ετούτο τον μπάτσο σε περιπολία. Να νοικοκυρευτεί. Μπορεί να είχε έρθει πια η ώρα να αφήσει να τη χώσουν κι αυτή μέσα. Ισως να έχει περισσότερη σημασία η ζωή από την ελευθερία.
«Θέλω να έρθω μαζί σου», του είπε.
«Πόσο καιρό είσαι μόνη εδώ έξω;» επανέλαβε ο άντρας.
«Εναν χρόνο».
«Λυπάμαι, δεν μπορώ τίποτα πια να κάνω για σένα, εκτέθηκες πολύ καιρό, αφέθηκες. Αν σε πάρω μέσα, θα μας μολύνεις όλους».
Ο άντρας με τα ξεσκισμένα ρούχα -τόπους τόπους από τα ξέφτια φαινόταν η προστατευτική στολή που κάλυπτε το κορμί του- άρχισε με βαριά βήματα να απομακρύνεται. Ο πρώτος πυροβολισμός τον βρήκε πισώπλατα, ύστερα κι άλλος, κι άλλος. Δεν είχε μείνει τυχαία ζωντανή στην κόλαση τόσο καιρό.

                                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ

30/3/12

"Πίσω από την πόρτα"




Πίσω από την πόρτα, υπάρχει ένα παράθυρο. Αυτά είναι γελοιότητες. Ένα-δυο ένα. Πίσω από την πόρτα, αν ποτέ ανοίξει, υπάρχει η ζωή μου. Δεν την διάλεξα, μην ρωτήσετε αν τη διάλεξα, γιατί θα έπρεπε τόσες αιώνες ανθρωπότητα να σας είχαν μάθει πως δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα. Πάντοτε ζήσαμε όπως τα βρήκαμε. Πίσω από την πόρτα είναι η ζωή μου.

            Ανέβηκε με κόπο στην ταχεία λωρίδα κυκλοφορίας, κάτι τέτοιες ώρες πρωινές η διαδρομή για τη δουλειά τής έφερνε ναυτία, ένας λόγος παραπάνω αυτόν τον καιρό. Κοίταξε γύρω της, οι άνθρωποι ή είχαν συνηθίσει την ταχύτητα ή δεν είχαν άλλη επιλογή. «Καλύτερα τώρα, παρά τότε που σπρωχνόμασταν», έλεγε ο πατέρας. «Τώρα ανεβαίνεις σε μια λωρίδα μηχανοκίνητη και σε πάει όπου θες, σε όποια ταχύτητα θες». «Ναι, αλλά προκαθορισμένη ταχύτητα, λείπουν οι ενδιάμεσες επιλογές», του έλεγε κι αυτός κούναγε το κεφάλι με αγανάκτηση.

            Με δυσκολία κατάφερε να πηδήξει στην πόρτα του μεγάλου γυάλινου ουρανοξύστη. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, κι όμως ακόμα να συνηθίσει το ύψος των κτηρίων. Γαμημένη Ελλάδα, πάντοτε στο αίμα του μετανάστη της όγδοης γενεάς, και τα τρισέγγονά της θα νοσταλγούσαν την ανύπαρκτη πατρίδα. Δεν τα καταλάβαινε τα πολιτικά, ούτε ήθελε να τα καταλάβει, τρεις δεκαετίες εμφύλιου όμως ήταν πολλές ακόμα και για χώρα Αφρικανική. «Καλά που ο πατέρας την έκανε νωρίς, στις αρχές του 2020.»

            Της φαινόταν τόσο μακρινή αυτή η ημερομηνία, σαν μια άλλη ζωή. Ήταν μια άλλη ζωή, μιας και δεν την είχε ζήσει. Γάμησε με, σκέφτηκε στα ελληνικά, μια πατρίδα ανύπαρκτη. Γάμησε με κι άλλο, λες και δεν έχω αρκετά στο κεφάλι μου για να αισθάνομαι και ξεριζωμένη, γαμώ την πουτάνα μου. Μπήκε στο γραφείο σκεφτική, αμέσως όλοι άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν μόλις την είδαν. Ήταν τριάντα κι ακόμα δεν είχε διαλέξει σύντροφο, αυτό ήταν σκάνδαλο. Δεν είχε μπει στον κόπο να πάει στον Υπολογιστή παρά δυο τρεις φορές. Ήξερε τι ψιθυριζόταν πίσω από την πλάτη της, πως ήταν Παρθένα. Αλλά δεν ήταν, σιχαινόταν τη συντηρητική κάστα τους, την απολυτότητα της παρθενίας τους, λες κι ήταν ο υμένας τους το σημάδι του θεού επί της γης. Είχε χάσει την παρθενιά της χρόνια τώρα, αν και ο Παρθενικός Υμένας δεν ήταν προϋπόθεση για να μπεις στις Παρθένες. Η σκέψη την έκανε να χαμογελάσει, όπως κάθε πρωί, και φάνηκαν τα δόντια της, κάπως αλογίσια. Η βοηθός της την καλημέρισε, θα ήταν μια δύσκολη μέρα.

            Ζε πενάς, ζε πενάει, ατό, ατό το αεροπανάκι δεν πενάει, πέφτει, πέφτει, πέφτει. Πίσω από την πόρτα είναι ένα παράθυρο, αν το ανοίξεις θα μπει το φως του ήλιου και θα καείς. Πίσω από την πόρτα σιγοβράζει μια ατελείωτη καζάνα με ανθρώπους. Τα παίρνουν μακριά.

            Ο καφές της φάνηκε πικρός, σχεδόν θέλησε να κάνει εμετό, αλλά αντιστάθηκε. Δε μπορούσε να δώσει ούτε μια αφορμή για σούσουρο μέχρι να αποφασίσει τί θα κάνει. Αν γεννούσε αυτό το παιδί, πέρα από τη σιλουέτα της, που φτιάχνονταν εύκολα, δεν είχε τίποτα να χάσει. Το στάτους της μητέρας που γέννησε ένα παιδί εκτός γάμου θα την εξύψωνε στη δουλειά, το μωρό θα το έβλεπε λίγες ώρες, όπως όλες οι μανάδες, θα το αγκάλιαζε, θα το κανάκευε, το μεγάλωμα θα το αναλάμβαναν  άλλοι.  Δεν μπορούσε να καταλάβει τί την εμπόδιζε. Χώθηκε στους ώμους της και στις προσφορές για να μην το σκέφτεται, θα το σκεφτόταν το βράδυ στο σπίτι. Ίσως να ήταν αναγκασμένη να ξαναπάει στον Υπολογιστή, να υποστεί μια ακόμα ήττα. Μα πιθανότατα ούτε αυτό θα ήταν αναγκαίο, μια ανύπαντρη μητέρα είχε τις καλύτερες προοπτικές ανέλιξης, πολύ γκλάμορους. Μπήκε στην τουαλέτα κι έβγαλε τα άντερά της, με προσεκτικές κινήσεις σκούπισε όλα τα σημάδια, χαμογέλασε στην ιδέα πως η μαμά της πέρασε μια ολόκληρη ζωή σαν καθαρίστρια για να μπορεί εκείνη να τώρα να στέκεται σε αυτόν τον πύργο και να διατάζει. Είχε να δει καιρό τους δικούς της και της έλειπαν τα ελληνικά. Δεν είχε νέα και από την πατρίδα.

            Το βράδυ έφαγε κάτι ελαφρύ και κάθισε στο κρεβάτι με τον αναγνώστη της. Την κορόιδευαν για αυτόν τον αναγνώστη γιατί τον είχε τουλάχιστον μια δεκαετία και σχεδόν δεν έβρισκες πια ανανεώσεις για το λειτουργικό του, όμως ήθελε να διαβάζει τα βιβλία της από τις φθαρμένες του εκδόσεις, δεν ήθελε να πάρει καινούργιο. Χάιδεψε την φωτιζόμενη οθόνη του, την αγαπούσε τη βιβλιοθήκη της κι ας επέμεναν όλοι πως ένα ξεσκαρτάρισμα που και που δεν έκανε κακό. Μια έκτρωση θα φαινόταν χάλια στο βιογραφικό της, κάπως σαν επαγγελματική αυτοκτονία.

            Ξύπνησε ζαλισμένη από τα αναισθητικά. Δίπλα της είχαν βάλει μια κούνια με ένα ανθρώπινο πλάσμα βία τρία κιλά. Ανασηκώθηκε για να το κοιτάξει, να δει τί θα νιώσει. Δεν ένιωσε τίποτα και ανακουφίστηκε. Άπλωσε το χέρι της προς το μικρό γυάλινο πυρέξ και το μικρό άνοιξε τα μάτια του. «Είναι ένα χαριτωμένο γατάκι», σκέφτηκε. Είναι μόνον ένα χαριτωμένο ζωάκι που μόλις γεννήθηκε, αβοήθητο. Σηκώθηκε με κάποιο κόπο και το πήρε αγκαλιά. Το πλάσμα άνοιξε τα ματάκια του κι έπειτα τα έκλεισε. Το έβαλε πάνω της και μισοξάπλωσε ξανά στο κρεβάτι. Ευτυχώς που ήταν νύχτα και κανένας δε θα την έβλεπε, σήκωσε τη μπλούζα της και το μωράκι αχόρταγα ξεκίνησε να θηλάζει. 



18/2/12

Άμα δεν (ξανά)παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει

 
Αυτή τη φορά τα αποτελέσματα δεν είναι οριστικά κι έχω μια σχετική αγωνία. Δεν ξέρω αν θυμάστε πως έστειλα ένα διήγημα στο διαγωνισμό Hotel με θεματικό άξονα τον Παπαδιαμάντη. Ε, στον βραχύ κατάλογο των 15 διηγημάτων από τα οποία 10 θα αποτελέσουν τον συλλογικό τόμο "Το άγγιγμα του Σκιαθίτη" είναι και το δικό μου. Αχ, μακάρι.


 http://www.patakis.gr/ViewShopArticle.aspx?ArticleId=2780  

11/12/11

Blog post

* Το διήγημα πήρε το 3ο Βραβείο στον διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης" που διοργανώσε η ArtSpot

                                                  Blog post

             Δεν έχω πολλούς τρόπους να πω το αυτονόητο, φυσικά φταίει η μάνα και ο πατέρας μου που είμαι μόνη. Στην τελική ανάλυση οι απογοητεύσεις μιας ζωής συνοψίζονται στην παιδική ηλικία, αντλούνται από αυτή, τις ζούμε ξανά και ξανά κάθε ώρα, το λέει κι η Λένα που είναι ψυχολόγος, «βγάλε το μικρό ανθρωπάκι μέσα από το κεφάλι σου». Δεν γίνεται, το μικρό ανθρωπάκι με το καροτί μαλλί της μάνας μου είναι πάντα μαζί μου, με κυνηγά στα πέρατα. 'Όχι πως πήγα στα πέρατα.
            Μετάνιωσα που αυτό το blog το άνοιξα επωνύμως. Ειδικά από τότε που το ανακάλυψε ο μπαμπάς, τότε τα λόγια μίσους για κείνη, γίνανε θηλεία. Δεν σας το κρύβω πως η κατάστασή μου χειροτέρεψε πολύ, ένα σωρό καυγάδες δίχως λόγο. Κι όμως ήταν λυτρωτική η αρχική σύλληψη κι ήθελα να είναι επώνυμη, δε θα είχε νόημα η ανώνυμη σκανταλιά
         "Τη μισώ", έγραφα. «Τη μισώ γιατί κανιβάλισε τη ζωή μου. Νόμισε πως επειδή με γέννησε μπορεί και να με ορίζει απόλυτα. Τη μισώ γιατί δεν με αφήνει να ανασάνω, γιατί είναι ο μόνος λόγος που ανασαίνω. Ούτε καν το παιδί μου. Θέλω να πεθάνει, να μην υπάρχει πια, αλλά όταν πεθάνει θα με πάρει στο τάφο μαζί της. Η κάργια". Δεν της τα μετέφερε ατόφια τα λεγόμενά μου, σουπιά ο μπαμπάς, της το έφερε απέξω απέξω πως κάτι υπάρχει που θα έπρεπε να με ρωτήσει για να της πω. Εν ολίγοις με ανάγκασε να της τα πω εγώ. Μεγάλη κουφάλα ο πατέρας, πάντα κάνει τα πάντα για να ξεφύγει την οργή της, να ανακαλύψει ξανά τον έρωτα του για κείνη. Ζει κι αυτός για αυτή, αλλά με μεγαλύτερη υγεία και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση. Αυτός είναι ακόμα ερωτευμένος.
           Ένας κακός άνθρωπος αρκεί για να γαμηθεί η ζωή σου. Η λύση είναι μόνο μια, λέει η Λένα, να τον βγάλεις τελείως από την καθημερινότητα, να απομακρυνθείς από την αρνητική δύναμη. Το έκανα με όλους. Με όλους τους άλλους εκτός από κείνη. Πως σκατά απομακρύνει κανείς τη μάνα του; Φεύγει ίσως για την Αμερική, την Αυστραλία, έναν τόπο μακρινό και απροσπέλαστο. Θα μπορούσα έτσι να την ανεχτώ, μια δυο φορές τον χρόνο, ίσως καν να μην άνοιγα τούτο το μπλογκ. Misotimanoula.com
           Ο άντρας ο Άλκης μου λέει πως είναι αφόρητο που δεν μπορώ να της τα πω κατάμουτρα. Κοίτα, κοίτα τι έγραφες μισό χρόνο πριν, μου φωνάζει. «Η μάνα μου επί Κατοχής θα ήταν μαυραγορίτισσα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία για αυτό. Η μάνα μου θα πουλούσε σε ανθρώπους που πεινάνε ένα μπουκάλι λάδι με αντάλλαγμα το σπίτι τους, θα άφηνε ορφανά να πεθάνουν από την πείνα. Καταδυναστεύει τη ζωή μου τριάντα χρόνια τώρα και για κακή μου τύχη χαίρει άκρας υγείας. Αν και στο μυαλό της πάντοτε υποφέρει και πάντοτε πεθαίνει. Μιλάμε για το εγωιστικότερο πλάσμα στον πλανήτη, που τραβά χαρά από το δυσκολεύει την καθημερινότητα των άλλων γύρω της. Έπεσα ύπουλα στην παγίδα της κοινής δουλειάς, ήμουν δεκαεπτά χρονών, φοβισμένη πως από μόνη μου δε θα βρω πουθενά εργασία, μη σίγουρη ακόμα για την πραγματική μου κλίση, έπεσα στην παγίδα της ίδιας μου της ανασφάλειας. Χαράμισα τα ταλέντα μου – την έμφυτη κλίση μου για μάθηση, την ικανότητά μου στις γλώσσες και το γράψιμο – στο συνοικιακό μαγαζί της, στη μιζέρια των αχάριστων γέρων. Αλλά από την άλλη αυτή η δουλειά θα ήταν χιλιάδες φορές πιο ευχάριστη αν δεν έπρεπε να τη μοιράζομαι μαζί της. Εγκλωβίστηκα. Δε θα ενηλικιωθώ ποτέ, γαμώ την πουτάνα μου, για πάντα θα πρέπει να είμαι υποχείριο της μανούλας, ποτέ δεν θα έχω τα δικά μου λεφτά, ποτέ δε θα ανεξαρτητοποιηθώ. Κι ας έγινα κι εγώ μάνα.»
            Τους έδιωξα όλους και γύρισα ξανά στο πατρικό μου σπίτι. Έχω να δω την κόρη μου δυο μήνες, δεν μου κάνει καλό η συναναστροφή μαζί της, η απόλυτη λατρεία στον πατέρα της. Εγώ σε γέννησα, θέλω να της φωνάξω, εγώ σε θήλασα, εγώ χαράμισα τα νιάτα μου στην αθλιότητα της γιαγιάς σου, στη δούλεψη της για να λατρεύεις έτσι τώρα εσύ τον πατέρα σου, να με διώχνεις. Τεσσάρων ετών και δεν με ξέρει, δε με θέλει, ακόμα κλαίει όταν ο άντρας μου πάει τουαλέτα. Αυτόν ξέρει, εγώ πάντα χαμένη στα δικά μου σκοτάδια, λέει ο Άλκης. Μου μείνατε εσείς και το μπλογκ και το υπόγειο στη μονοκατοικία των γονιών μου. Κλείνομαι εδώ και ξέρω πως αυτή είναι η πραγματική μου κλίση, η μόνη λύση, ο υπολογιστής, η επαφή μαζί σας. Δεν έχω κανέναν άλλο πια.
           Αναλογίζομαι στιγμές στιγμές τί θα γίνει αν μας κόψουν τη σύνδεση, αν δεν μπορώ πια να ελέγχω έστω τούτο το χώρο, τον νοερό και απατηλό αλλά τουλάχιστον μόνο δικό μου. Αυτό το ιστολόγιο είναι το πραγματικό παιδί μου, το μόνο πράγμα που δεν το διεκδικεί κανένας άλλος, που δημιούργησα εγώ από την αρχή κι ακόμα με αγαπάει. Η Λένα λέει πως πρέπει να βγαίνω που και που από το σπίτι, αλλά δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ. Βγήκα αρκετά. Έξω από την πόρτα του υπογείου μου καραδοκούν αυτοί, η μάνα με τα φαγητά της και την εκρηκτική, αποτελειωτική αγάπη της, η κόρη με τη δυσαρέσκεια ζωγραφισμένη στα μούτρα της, έξω από το υπόγειο είναι ο Άλκης να με ψέγει που δεν είμαι πια η γυναίκα που τον τρέφει, που αναγκάστηκε να βρει δουλειά για να θρέψει το παιδί του.
           Η μόνη μου αγάπη είναι μαζί σας, για τα σχόλια που θα αφήσετε και θα με αναγκάσετε να ασχοληθώ, να σηκωθώ και σήμερα από το κρεβάτι και να χω κάτι να προσμένω. Περιμένω.

                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ

10/11/11

Αιώρηση

         Κάθισε άκρη άκρη με τα πόδια λυγισμένα και το κορμί τεντωμένο ολόκληρο, έκλεισε τα μάτια, τώρα ήταν η τελευταία της ευκαιρία να αρνηθεί. Δε θέλησε. Ήλεγξε τον εξοπλισμό, σκέφτηκε πως της πήγαινε η ειδική φόρμα, έκανε το κορμί της μακρύ και κάπως ελαστικό. Ο εκπαιδευτής τής έδωσε μια ενθαρρυντική σπρωξιά και με μιας βρέθηκε στον αέρα, με το πρόσωπο στιγματισμένο από το χαμόγελο και την αδρεναλίνη. Για λίγο αιωρήθηκε χωρίς αλεξίπτωτο κι έπειτα την προκαθορισμένη ώρα τράβηξε την ειδική βαλβίδα κι αμέσως πάνω της φούσκωσε σα μπαλόνι το μεταξωτό πανί. Η ζωή είναι ωραία όταν η γη πλησιάζει με ταχύτητα κάτω από τα πόδια σου. Κάποιες στιγμές κολύμπησε σε αυτό το συναίσθημα, πριν την πιάσει  πανικός. «Ένα δέντρο», φώναξε και λιποθύμησε.
           Άνοιξε τα μάτια. Τόσες ώρες ψυχοθεραπεία δεν απέδωσαν, σκέφτηκε. Κοίταξε την αεροσυνοδό πάνω από το κεφάλι της, το ενδιαφέρον της ήταν ύποπτο. «Φώναξα;», τη ρώτησε. «Ουρλιάξατε» της απάντησε. Χάιδεψε το μικρό χαπάκι στην τσέπη του μπουφάν της, υπήρχε πάντα κι αυτή η λύση. Δεν την ήθελε. «Χαλάρωσε, χαρούμενες στιγμές από την παιδική σου ζωή» άκουσε τον ψυχοθεραπευτή να της ψιθυρίζει.
          Ένα ξανθό κοριτσάκι, με τα ροζ καλτσάκιά του και τα γδαρμένα γόνατα, μια μικρή κουκλίτσα, τρέχει στα λιβάδια. Δίπλα της βόσκουν χαρούμενα αγελάδες και κατσίκια. Ακούγεται από μακριά η φωνή του κόκορα. Τα χωράφια είναι γεμάτα παπαρούνες και χαρταετούς. Οι χαρταετοί πάνε ψηλά και είναι ελεύθεροι. Θα μου άρεσε να ήμουνα πουλί, σκέφτεται. Η φωνή του ψυχοθεραπευτή την προσγειώνει. «Την δική σας παιδική ηλικία κυρία Πούλου, όχι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι»
         Τους ζώνουν τα μαχητικά. Βόμβες πέφτουν παντού, βόμβες πάνω σε αμάχους, σε παιδιά, είναι κι εκείνη παιδί. Ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός, πρώτα η τουρμπίνες, έπειτα το μπουμ. Τρέχει να προφτάσει να κρυφτεί, μα τα αεροπλάνα την κυνηγούν. Ένα χαμηλώνει τα φτερά του, νιώθει τη σκιά του στη ράχη της. Τη γεμίζει ένας ιδρώτας ψιλός ψιλός και με μιας σταματάει να κατουριέται. Το κοιτά να έρχεται, την πιάνει πάλι κατούρημα. Καθηλώνεται από αυτή την αίσθηση. Το μόνο που τη νοιάζει είναι να ξαλαφρώσει. Κι ας πεθάνει.
          Η αεροσυνοδός τής δείχνει την τουαλέτα. Είναι ένα μικρό δωματιάκι, όχι είναι μια μικρή ντουλάπα που κλείνει αεροστεγώς. Κι εκείνη κάποτε κλεινόταν στην ντουλάπα. Τα μάτια της ήταν κλαμένα, τα μαλλιά της μαύρα και τα φρύδια σμιχτά. Δεν μπορώ να ανασάνω. Αλλά μπορούσε κι έπειτα από λίγο έβγαινε. Μια κουκλίτσα με τα μάτια υγρά. «Δεν είσαι Σέρβα, δεν γεννήθηκες στο Σαράγεβο. Στην Κατοχή ήσουν αγέννητη», επαναλαμβάνει στον εαυτό της. Κι αυτό το αεροπλάνο που την πλησιάζει με τη σκιά του, υπάρχει μόνο στα κόμικς. Και της το έλεγε ο μπαμπάς της όταν ήτανε μικρή «Τί της διαβάζεις αυτές τις αηδίες. Αυτές δε σε αφήνουν να κοιμηθείς». Δεν ήταν αλήθεια.
Βγαίνει από την ντουλάπα. Κάθεται στη θέση της, χαμογελά. Άξαφνα καταλαβαίνει την ένταση στη φωνή της εκφωνήτριας. «Δέστε τις ζώνες σας, δέστε τις ζώνες σας» Το αεροπλάνο πέφτει, δεν υπάρχει τίποτε άλλο από αυτήν την πτώση. «Οι έξοδοι του αεροπλάνου είναι μπροστά και στο πλάι. Βεβαιωθείτε πως φοράτε τα ειδικά σωσίβια». Η φωνή έχει τώρα κάτι το λυτρωτικό, σχεδόν ανεπαίσθητα ειρωνικό. Ξέρει που είναι η ζωή και ο θάνατος. Σαν από θαύμα επιζεί. Μέσα στα χιόνια ενός βουνού παγωμένου πάντα, όπου δεν φυτρώνει ποτέ τίποτα. Θα φάμε τους νεκρούς μας, λέει μέσα της κι αμέσως συνειδητοποιεί πως αυτό είναι σκηνή από ταινία. Δεν έχει καν τα δικά της όνειρα. Συνέρχεται. Στην άλλη μεριά του κόσμου την περιμένει ο Σταύρος. Μια ζωή ολόκληρη κλεισμένη σε ένα ταξίδι. Δεν θα γυρίσει ποτέ, δεν θα είχε κανένα νόημα. Εκεί την περιμένουν τα πάντα πια, ό,τι έχει και δεν έχει.
Μόλις κλείνει τα μάτια την κυκλώνουν χαζομάρες, πράγματα που έχει δει κι έχει διαβάσει, άλλα που της προκύπτουν αβίαστα. Ο άντρας δίπλα της διαβάζει ένα περιοδικό κουτσομπολίστικο, στην αγκαλία του έχει μια αρμαθιά ακόμα. Του ζητάει ένα να ξεχαστεί στην κίτρινη ρυπαρότητα των κοσμικών.
«Κάποτε τα μικρά παιδία κρατούν μέσα τους την λύση για την πιο αρχαία και πηγαία ερώτηση: Γιατί υπάρχουμε και η θάλασσα είναι γαλάζια. Αλλά εσείς πρέπει να εντρυφήσετε μόνο στο πρώτο μέρος της, κυρία Πούλου. Πρέπει να μάθετε πως το να είσαι πουλί είναι διαφορετικό, πολύ διαφορετικό από το να είσαι αεροπλάνο. Πολλώ μάλλον να είσαι άνθρωπος μέσα σε αεροπλάνο»
«Δεν με  νοιάζει καθόλου το αν υπάρχω ή δεν υπάρχω. Σχεδόν δε με απασχόλησε ποτέ το γιατί. Όλα τούτα είναι ανοησίες, έτσι δεν είναι; Με απασχολείς γιατί θα πέσουμε, έχουν ήδη χαλάει οι μηχανές και ο πιλότος κάνει απελπισμένες εκκλήσεις για ψυχραιμία»
«Φυσικά και θα πέσουμε, πώς φανταστήκατε πώς δεν θα πέσουμε; Με στατιστικές θα καταπολεμήσουμε τους φόβους μας; Θα πέσουμε για να δούμε τί θα γίνει. Κι έπειτα το πέσιμο κάποιες φορές είναι καλό κυρία Πούλου, ανοίγει παλιές πληγές, γεμάτες αυταπάτες και κακοφορμισμένα αίματα. Αφήστε τις κίτρινες ανακρίβειες των περιοδικών και αφεθείτε σε ένα πέσιμο μαζί μου. Ναι, έχουν χαλάσει οι μηχανές, τα φτερά, οι ρόδες κάτι τέλως πάντων και πέφτουμε»
«Ας πούμε πως χάλασε ο αυτόματος πιλότος καλύτερα και κόλλησαν οι τροχοί, αυτό θα είναι πιο αληθοφανές»
«Αυτή η αληθοφάνεια με τρομάζει. Μην διακόπτετε την πτώση. Αυτό χρειαζόμαστε τώρα»
Πίσω από τη ντουλάπα κρυβότανε, ενίοτε και μέσα σε αυτή. Την κοντοζύγωνε ο φόβος, σα μαχητικό που ρίχνει τη σκιά σου στη ράχη του. Κι έπειτα άρχιζε να πέφτει.
Τελείωσε την αηδία το περιοδικό και μετάνιωσε που δεν είχε φέρει ένα βιβλίο μαζί της. Σταμάτησε να διαβάζει βιβλία, αν και κάποτε τα αγαπούσε, από τότε που συνειδητοποίησε πως ο ήρωας έπρεπε πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να υποφέρει. Δεν χρειαζόταν άλλο από αυτό. Μόνο χαρούμενες σκέψεις, μόνο χαρούμενες σκέψεις, ο Σταύρος την περίμενε στην άλλη άκρη του κόσμου. Η άλλη άκρη του κόσμου ήταν ίσως η ελπίδα για ευτυχία. Για μένα η μοναδική παιδική ερώτηση που χρήζει άμεσης απάντησης είναι το «Τί είναι ευτυχία.». Σκέφτηκε.
Ξεκίνησε να διαβάζει ένα ακόμα επαναλαμβανόμενο, ιλουστρασιόν  συνοθύλευμα από αηδίες. Αυτά τα χρησιμοποιούσε για να μην ξεχάσει την ανάγνωση, δεν μπορούσαν να της πουν τίποτα για την ύπαρξη ή την ευτυχία. Και αυτό ήταν ευτυχές.«Για πάμε πάλι κυρία Πούλου, ευτυχισμένες σκηνές από την παιδική σας ηλικία»
Είναι ένα μικρό, όμορφο κοριτσάκι ντυμένο κυριακάτικα. Τα μαλλιά του είναι μαύρα και τα φρύδια του σμιχτά. Κάθεται και περιμένει στη γωνία με τα μάτια  ορθάνοιχτα. «Άντε μαμά, θα αργήσουμε». Χαζεύει την πόρτα, έπειτα αποφασίζει να γυρίσει στην αυλή. Το πιο καλό μικρό κοριτσάκι σε όλο τον κόσμο.
«Δεν βρήκατε παρηγοριά στη θρησκεία;»
«Ποτέ δεν μπόρεσα να πιστέψω στην ελπίδα μιας άλλης μεταθανάτιας ζωής»
«Κρίμα, αυτό θα ήτανε μια κάποια λύσις», είπε ο ψυχοθεραπευτής. Σήμερα θα δοκίμαζαν την πτήση με μαχητικό.
«Πρέπει να πάω»
Η ζωή με τον Σταύρο στην άλλη άκρη του κόσμου ήταν μια κάποια λύσις. Μια ελπίδα για μεταθανάτια ευτυχία. Τον αγαπούσε το Σταύρο, όταν έφυγε μάτωσε η καρδιά της, τον είχε ανάγκη για στήριγμα. Αλλά εκείνος πήγε, διαφορετικός ο τρόπος των αντρών να αντιμετωπίζουν τον πόνο. Έδωσε πίσω τα περιοδικά στον διπλανό της. «Μην φοβάστε», της είπε εκείνος. «Το κάνω συχνά το ταξίδι και γυρίζω πάντα σώος στα παιδία μου. Εσείς έχετε παιδία;»
Ένα μικρό όμορφο κοριτσάκι ντυμένο κυριακάτικα. Τα μαλλιά του είναι μαύρα και τα φρύδια του σμιχτά. Κάθεται και περιμένει στη γωνία. «Άντε, μαμά» της φωνάζει, «θα αργήσουμε. Πάλι θα μας κοροϊδεύουν». Χαζεύει την πόρτα και χαχανίζει, ξαφνικά αποφασίζει να βγει μόνο του στο δρόμο.
Άκουσε μόνο τη στριγκλιά. Είδε το κορμί της κορούλας της να αιωρείται, μετά να πέφτει.«Το γιατί υπάρχουμε ουδέποτε με απασχόλησε σας βεβαιώ», είπε στον ψυχοθεραπευτή. «Θα μου αρκούσε η ύπαρξη χωρίς καμία απορία.»


22/5/11

Παρίσι 2013

Κάποτε έλεγε πως δε θα κρυβόταν, αλλά δε γίνεται να μην κρύβεσαι όταν σε κυνηγούν. Χώθηκε στην αγκαλιά του άντρα της με μια ρώμη εντελώς περίεργη. Την κοίταξε, αυτή δεν ήταν ποτέ δυνατή, δεν της έφταναν τα γνωστά  συναισθήματα για να εκφράσει την ευαισθησία της. Εγκαταστάθηκαν σε ένα δωμάτιο κάπου στο κέντρο. Είχαν και άλλοτε φύγει από τη χώρα, αλλά πάντα για αναψυχή, ποτέ από ανάγκη. Το δωμάτιο είχε τρεχούμενο νερό και ρεύμα και για αυτό ήταν ευγνώμονες, τα πιο απλά πράγματα είναι τελικά τα πιο ωφέλιμα. Σκέφτηκε το παιδάκι της που το άφησε πίσω στη γιαγιά και τον παππού, ήλπιζε μόνο να τον τάιζαν. Ό,τι είχαν δηλαδή κι αυτοί, αν υπήρχε αρκετό φαγητό δεν θα σηκώνονταν να φύγουν. Μάτωσε η καρδιά της όταν τον αποχαιρετούσαν μα ο Νίκος είχε δίκιο, δε μπορούσε το παιδί να υποστεί αυτήν την ταλαιπωρία.
           Το Παρίσι ήταν όπως το θυμόταν, βρώμικο και πανέμορφο. Σιχτήρισε τον εαυτό της που δεν έδωσε ποτέ βάση στα Γαλλικά της, που αρκέστηκε μόνο στα πτυχία, δεν τα εξάσκησε. Τώρα δε μπορούσε να καταλάβει δυο λέξεις στο μπακάλικο. Κοίταξε τον Νίκο, φαινόταν  χαμένος, αν και πάντα εκείνος ήταν δυνατός και πιο χαμηλών τόνων, δεν τον ένοιαζαν οι πολυτέλειες. Στεναχωριόταν που αναγκάστηκαν να έρθουν σκαστοί. Χωρίς χαρτιά δεν θα εύρισκαν δουλειά πουθενά, τουλάχιστον μια κανονική δουλειά. Έπρεπε να μετρήσουν την κατάσταση καλύτερα πριν κλείσουν τα σύνορα. Κανένας από τους δυο τους δεν ήταν άνθρωπος της δράσης, αφήναν τα γεγονότα να τους παρασέρνουν. Αναστέναξε. Γύρω από τη ζωή της απλωνόταν ένα δίκτυ προστατευτικό, ακροβατούσε μα με τη σιγουριά της αρτιμέλειας. Τώρα από κάτω τους έχασκε το κενό, κι έπρεπε να πραγματοποιήσουν την πιο επικίνδυνη φιγούρα.
         Άρχισε να τακτοποιεί τα συμπράγκαλά. Στη βαλίτσα υπήρχαν μόνο τα άκρως απαραίτητα από ρούχα, όλη την ντουλάπα τους την άφησε πίσω. Την έπιασε μια αδικαιολόγητη νοσταλγία για μια φούστα και κάτι παπούτσια, άχρηστα και τα δυο στην καινούρια της ζωή, όμορφα. Σκέφτηκε να κλάψει, αλλά ο λόγος της φάνηκε τόσο πεζός που συγκρατήθηκε. Θα την έβλεπε κι ο Νίκος, του το χρωστούσε να είναι δυνατή, αυτή τον έσυρε σε αυτή την περιπέτεια.
        Πάντως το ταξίδι από την Πάτρα ως εδώ ήταν εντελώς ανώδυνο. Σα να ταξιδεύεις σε πλοίο της γραμμής το καλοκαίρι, ζέστη και συνωστισμός και ένταση, αλλά ως εκεί. Σα να τους άφηναν να φύγουν λαθραία, σα να τους δέχονταν λαθραία. Σκέφτηκε τον χοντρό Τούρκο που τους έφερε οδικώς ως το Παρίσι. Έκανε αυτή τη δουλειά χρόνια φαινόταν, απλά άλλαζε η xώρα του λάθρου μετανάστη. Κι όταν τους εγκατέστησε σε αυτόν το χώρο και τους είπε το νοίκι, δεν είχε καμία μνησικακία που ήταν Έλληνες, το έβλεπε στα μάτια του. Ίσα ίσα που τους έδωσε την καλύτερη τρύπα.
            Σηκώθηκε από το κρεβάτι απότομα, φυσικό να μην μπορεί να κοιμηθεί πρώτη μέρα στο ξένο μέρος. Πρέπει να βρω δουλειά σκέφτηκε. Έστω και καθαρίστρια. Δηλαδή, μάλλον μόνο καθαρίστρια μπορώ να βρω χωρίς χαρτιά. Στην εποχή που όλα τα δεδομένα είναι ανά πάσα στιγμή ανοιχτά για όλους στο δίχτυο, τα πτυχία μου μόνο κόλλημα μπορεί να δημιουργήσουν. Η σιγουριά πως ήταν Ελληνίδα, έστω και λαθρομετανάστρια, δεν την εγκατέλειπε. Ούτε δυο χρόνια δεν πήγαιναν που ταξίδευες από την Ελλάδα στη Γαλλία μόνο με την ταυτότητά σου.
            Έξω ξημέρωνε, αλλά η καμαρούλα ήταν υπόγεια και δεν ήθελε να υποθέτει. Ντύθηκε και βγήκε. Ο Βασιλάκης γύρισε πάλι στο μυαλό της. Έπρεπε να το φέρουν και το παιδί εδώ, τριών χρονών, χωρίς τους γονείς του μπορεί και να τους ξεχνούσε. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Να τους ξεχνούσε. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της που το παιδάκι της δε μεγάλωνε μαζί τους. Ούτε που δεν έκαναν άλλο παιδί τώρα που μπορούσαν.
            Η σχέση της με το Νίκο αλλάξε. Κάποτε, ακόμα και τις κακές εποχές τους έδενε κάτι, τί δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Τώρα τα μάτια του ήταν βουλιαγμένα, από την ώρα που εγκαταστάθηκαν εδώ. Ή ίσως από τη στιγμή που του πρότεινε ο Τούρκος να βγει στα φανάρια για να πληρώνουν το νοίκι της τρύπας. Πιο σωστά από τότε που αναγκάστηκε να αποδεχτεί την πρόταση. Έτρεμαν τα χέρια του που κάποτε κρατούσαν το νυστέρι σταθερότατα. Σε μια άλλη ζωή. Ίσως από κάτι τέτοια να προέκυψε η ιδέα της μετεμψύχωσης. Ή μιας άλλης ζωής, εντελώς μεταθανάτιας.
            Κοίταξε το κορμί της, τουλάχιστον δεν κάνω για πόρνη, σκέφτηκε. Πριν κάποια χρόνια, ήταν απλά αφρατούλα, είχε τα κιλάκια της, που τα ταλαιπωρούσε με ατελείωτες δίαιτες που δεν έβγαζαν πουθενά. Τώρα, το δέρμα είχε ζαρώσει εκεί που θυμόταν πιο τροφαντή τη σάρκα και τα στήθη της κοιτούσαν το χώμα. Η καλύτερη δίαιτα στον πλανήτη, πρότεινε τον τίτλο του περιοδικού. Ακόμα σκεφτόταν τα ελληνικά περιοδικά. Είχε ανάγκη να ακούσει Ελληνικά, αλλά αυτός ο ασχημομούρης στο μπακάλικο την αγριοκοίταζε αν της ξέφευγε καμία ελληνικούρα και το γύριζε στα Γαλλικά αμέσως. Ήθελε να του πει κι εσύ μετανάστης είσαι, αλλά ήταν Αλγερινός, δηλαδή νόμιμος, με σχεδόν πρώτη γλώσσα τα Γαλλικά, δεν την έπαιρνε να του εναντιωθεί. Ένα σκαλί πάνω από κείνη.
            Όντως ξημέρωνε. Το ξημέρωμα στο Παρίσι δεν ήταν ροζ και μοβ, είχε μια αίσθηση βαριά, βρωμιάς από τα σύννεφα. Δεν το είχε παρατηρήσει όταν ήρθαν για μήνα του μέλιτος. Ήθελαν να φέρουν και το Βασιλάκη στη Eurodisney, τρομάρα τους. Αυτά τους έλειπαν τώρα. Σκέφτηκε το Νίκο στα φανάρια, κάθε μέρα που περνούσε γυρνούσε πιο βρώμικος σπίτι, με τη μούρη γεμάτη απόγνωση. Πιθανολογούσε πως δεν θα είχαν πάλι για το νοίκι. Η ίδια, που σε μια άλλη ζωή ποτέ δεν σκέφτηκε δεύτερη φορά για να φωνάξει στη καθαρίστρια να δουλεύει πιο πολύ, ούτε έμεινε ποτέ χωρίς «γυναίκα» να τους σιδερώνει, τώρα καθάριζε τουαλέτες σε κάτι γραφεία. Πάλι καλά, γιατί για σιδέρωμα ήταν άχρηστη. Πάντα είχαν «γυναίκα». Τώρα ήταν η «γυναίκα». Για την ακρίβεια ήταν μια ρυπαρή ζητιάνα.
            Το βρώμικο ροζ του ουρανού την επηρέαζε. Το πρώτο ξημέρωμα στο Παρίσι δεν φαινόταν ρόδινο. Άλλοτε την κρατούσε ξύπνια ο Βασιλάκης, φώναζε στον ύπνο του, μαμά, μαμά κι έτρεχε να του παρασταθεί. Ώρες ολόκληρες καθόταν μαζί του, τον έπαιρνε αγκαλιά και κάθονταν στην πολυθρόνα με τα αρκουδάκια, αγκαλίτσα μανούλα και παιδάκι μες στη νύχτα, ώσπου η αναπνοή του μικρού καθάριζε από τα αναφιλητά, γινόταν ήρεμη και σταθερή. Τότε τον απίθωνε στο κρεβατάκι του. Τώρα το μετανιώνει, έπρεπε να τον παίρνει στο μεγάλο κρεβάτι μαζί τους, να μην χάνουν ούτε στιγμή. Της έλειπε τόσο το λιγνό κορμάκι, τα μάτια και τα χεράκια του. Προσπάθησε να τον θυμηθεί μωρό, δεν τα κατάφερε.
            Δεν είχε φέρει μαζί φωτογραφίες τυπωμένες και οι ηλεκτρονικές ήταν μια πολυτέλεια ανύπαρκτη, οι μνήμες και τα τηλέφωνα που κουβάλησαν αράχνιαζαν. Οι Γάλλοι θα τους έβρισκαν αμέσως, με το που έμπαιναν στο δίκτυο. Οι Γάλλοι ήταν αυστηροί με τους λαθρομετανάστες. Όλοι ήταν αυστηροί με τους λαθρομετανάστες. Λες και την ανθρώπινη υπόσταση τη δικαιολογούν μονάχα οι ταυτότητες. Λούφαξε σε μια γωνιά. Το να χάσουν την καμαρούλα τους, που είχε νεράκι και ρεύμα ήταν μεγάλο πλήγμα. Τουλάχιστον δεν ζούσαν στο αγιάζι. Ήθελε να τυλιχτεί στην αγκαλιά του Νίκου, αλλά ήξερε πως εκείνος δεν ήθελε. Είχε σπάσει και δεν είχε πια χέρια για αγκαλιές.
            «Ο Βασιλάκης θα πηγαίνει πια σχολείο» του είπε. Ο άντρας της την κοίταξε με μάτι θολό. Ίσως από το ποτό, μάλλον από τα δάκρυα. Λες να τον έγραψαν οι γονείς μου ή να το ξέχασαν πως κλείνει φέτος τα έξι. Τα μάτια του δάκρυσαν. «Λες να μας θυμάται;» Ο Νίκος τραντάχτηκε ολόκληρος. «Ο Βασιλάκης πέθανε, θυμάσαι;», της ψιθύρισε. «Τρία χρόνια τώρα, στο μεγάλο ταξίδι για εδώ. Δε θυμάσαι; Δε θυμάσαι;» Τον έκανε πέρα με σιχασιά. Καταλάβαινε την ανάγκη του να πάψει να υπάρχει. Αλλά να σκοτώσει το παιδί τους; «Ο Βασίλης μας πέθανε», της ψιθύρισε ξανά. Κι εκείνη αποφάσισε εκεί και τότε να τον παρατήσει. 

11/12/09

Για μιαν Ελένη

«Αυτό ήταν μόνο η αρχή». Η βραχνή φωνή δεν τού θύμισε τίποτα. Ο αστυνόμος Φλέσσας έκλεισε το τηλέφωνο, άνοιξε το πορτατίφ. Η ώρα ήταν τέσσερις τα ξημερώματα κι η μικρή δίπλα του γύρισε πλευρό ενοχλημένη.
«Ποιός ήταν αγάπη μου;».
«Λάθος», της απάντησε. «Έκαναν λάθος». Η Μαρία, μάλλον έτσι ήταν το όνομα της, γύρισε πλευρό και αποκοιμήθηκε. Ο αστυνόμος έκλεισε το φως, χώθηκε βαθιά κάτω από τα σκεπάσματα, έμεινε ξάγρυπνος.

«Φλέσσας, στο γραφείο μου». Ο προϊστάμενος, Φρόνιμο, τον έλεγαν, τον φώναξε.
«Τη γνωρίζεις αυτή;» Μια γυναίκα, δεμένη, φιμωμένη, το πτώμα της ήταν εξοντωτικό θέαμα. «Την έγδαραν;», ρώτησε κι ο προϊστάμενος έγνεψε καταφατικά.
«Έπειτα κατέστρεψαν το πρόσωπο, έβγαλαν τα μάτια, τα δόντια. Λείπουν ακόμα και τα ακροδάχτυλα. Επαγγελματική δουλειά»
«Ποιά είναι;»
Ο άντρας απέναντί του άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στον χώρο για κάποιες στιγμές. «Η ταυτότητα που βρέθηκε πάνω της λέει πως είναι η γυναίκα σου…»

Το φως έπεφτε στο πρόσωπό του ανελέητο. Ο Φρόνιμος κράτησε για λίγο μακριά το πορτατίφ και τον ρώτησε «Είχατε χωρίσει λοιπόν με την Ελένη. Πόσον καιρό;» Του είπε πάλι για τη διάστασή τους εδώ και έξι μήνες, για τη νοσηρή της στάση, τις γεμάτες ένταση σκηνές ανάμεσά τους. Για το βραδινό τηλεφώνημα και την αίσθηση πως κάποιος τον παρακολουθούσε. «Πού τα πουλάς αυτά, ρε Απόστολε; Για την Ελένη μιλάμε. Το προβατάκι που είχες δίπλα σου όλα αυτά τα χρόνια, σε κοιτούσε κι έσταζε μέλι.»

Μετά την ανάκριση τον άφησαν ελεύθερο, του πήραν όμως το όπλο και τον καταδίκασαν στην αδράνει αφού τον προειδοποίησαν να μη φύγει από την πόλη. Ο Απόστολος Φλέσσας αστυνόμος ήδη στα σαράντα του, έξυπνος άνθρωπος, αποχώρησε από το γραφείο με το κεφάλι ψηλά, με την καρδιά στα πόδια. Έκλαψε για μια γυναίκα που δεν ήταν πια δική του, αλλά δεν είχε σταματήσει να τη νοιάζεται.

«Στο είπα. Αυτό ήταν μονάχα η αρχή…» Η βραχνή φωνή τον κάλεσε κοντά της γύρω στα μεσάνυχτα αυτή τη φορά. «Ποιά είσαι;» Ο αστυνόμος δεν κατόρθωσε να εντοπίσει από πού ερχόταν το σήμα, μα κατάφερε να μαγνητοφωνήσει το τηλεφώνημα. Το κατέθεσε στον Φρόνιμο το επόμενο πρωί. «Αυτό είναι προϊόν υποκλοπής», του είπε εκείνος με παγωμένο το βλέμμα. «Θα σε προσέχω, Φλέσσα» τον προειδοποίησε.

Η μικρούλα, που ίσως να τη λέγανε Μαρία, την κοπάνισε το βράδυ του τρίτου τηλεφωνήματος. «Εις αύριο τα σπουδαία», του είπε η φωνή. Ο Απόστολος έμεινε να παρακολουθεί την Μαρία καθώς μάζευε μεθοδικά τα λιγοστά υπάρχοντά της, εξαφάνιζε τα ίχνη της από τη ζωή του, γινόταν καπνός. Άναψε τσιγάρο, το δωμάτιο γρήγορα ντουμάνιασε. Βγήκε έξω για ένα ποτό.

Στο μπαρ με την δυνατή μουσική και τους λιγοστούς θαμώνες παρήγγειλε το συνηθισμένο, βότκα λεμόνι. Σε λίγο ο χώρος γύριζε εφιαλτικά, τα χρώματα στα καθίσματα και στους τοίχους, ενώνονταν κι έπειτα χώριζαν ξανά σε έναν ατέρμονο χορό. Ελένη… Την αγαπούσε ακόμα τη γυναίκα του. «Χωρίζουμε», της είχε πει. Τώρα θα της έλεγε «Μείνε, Ελένη. Σ’ αγαπάω ακόμα. Σε χρειάζομαι.» Δεν πρόφτασε. Η Ελένη ήταν ήδη τέσσερις μέρες πεθαμένη.

Το τηλεφώνημα που τον καλούσε στο αστυνομικό τμήμα ήρθε το επόμενο πρωί. 'Εφτασε κατά τις εννιά, αξύριστος, ακόμα μεθυσμένος. Ο Φρόνιμος τον κοίταξε με λύπηση, σχεδόν με οίκτο «Για επαγγελματίας με απογοήτευσες. Σε έκαψε η βαλλιστική. Μα με το υπηρεσιακό;» Οι συνάδελφοι τού πέρασαν χειροπέδες με συνοπτικές διαδικασίες, τον οδήγησαν στο κρατητήριο, έπειτα στον ανακριτή, τον Εισαγγελέα, στη φυλακή.

Ήταν ήδη έξι μήνες προφυλακισμένος. Στο επισκεπτήριο δεν ερχόταν κανείς για κείνον, αλλά κατέβαινε από περιέργεια αρρωστημένη σχεδόν. Μια γυναίκα, ψηλή, ξανθιά αεράτη του τράβηξε την προσοχή. Τυλιγμένη στο στενό της φόρεμα, με το αγγελικό πρόσωπο να μοιάζει ψεύτικο σχεδόν. Ζήλεψε τον τυχερό που ανέμενε την επίσκεψη. Εκείνη στάθηκε μπροστά του. «Ο αστυνόμος Φλέσσας;», τον ρώτησε με μια βαθιά βραχνή φωνή που τον γέμισε ανησυχία. Μετά η φωνή της πήρε την κανονική της χροιά «Να σας συστηθώ», του είπε. «Ελένη;», ψέλλισε. Εκείνη του είπε για τα φρικτά χρόνια τους μαζί, για τις απιστίες και την αλαζονεία του. Για τη θεία δίκη. Για τις πλαστικές στο σώμα και το πρόσωπο. Για την αναστύλωση στην ψυχή της. Για το τέλος άφησε τις συστάσεις. «Ελένη Φρονίμου» και τού έδωσε το χέρι.

1/7/09

Μαρία

Υπάρχει μια στιγμή που για το σύμπαν έχει σημασία αν υπάρχεις ή δεν υπάρχεις κι αυτή είναι η ώρα της γέννησης. Σε αυτή τη διαδικασία, το μωρό είναι αδιάφορο ακόμα, όλα αφορούν στη μητέρα. Η δική μου πέθανε στη γέννα. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό ή καλό, δε μου έδωσε βαριά κληρονομιά για το μέλλον. Δεν την ήξερα και δεν την ξέρω, όσο κι αν προσπαθούν να μου την επιβάλλουν. Οι φωτογραφίες δεν αρκούν, ούτε τα μοιρολόγια. Πόσο μάλλον οι κατηγορίες.

Μεγάλωσα με τον πατέρα μου, που έκανε, όπως δήλωνε συνέχεια ο ίδιος με καμάρι, ό,τι καλύτερο μπορούσε. Με λίγα λόγια, δούλευε σαν το σκυλί δέκα ώρες την ημέρα και ταυτόχρονα έπαιζε που και που μαζί μου, όταν ευκαιρούσε. Για τους πατεράδες, παραδόξως, αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν και μάλιστα χωρίς να νιώθουν καμία τύψη. Μάλλον εκεί είναι που αισθάνθηκα την απουσία μάνας, ειδάλλως δεν σου λείπει αυτό που δε γνωρίζεις.

Ήμουν εφευρετικό παιδάκι κι έμαθα από νωρίς να καλύπτω τις ανάγκες μόνη μου. Δε μιλώ μόνο για τα διαδικαστικά, φτιάξε πρωινό, ζέστανε το φαΐ σου, κάνε μπάνιο. Άρχισα να φτιάχνω τα πράγματα όμορφα γύρω μου, να δημιουργώ τις κατάλληλες συνθήκες για τα αριστουργήματά μου. Να αγαπώ τον εαυτό μου και να μη χρειάζεται κανένας να το κάνει για χάρη μου.

Δεν φόρεσα ποτέ χαρούμενα ροζ φορεματάκια, αν και ο πατέρας λέει πως πως απλά δεν το θυμάμαι. Η αλήθεια είναι πως οι μνήμες μου ξεκινούν αργά, περίπου στα δώδεκα. Πριν από αυτό είναι σαν να μην υπήρχα ούτε εγώ, ούτε εκείνος. Αλλά πάλι δεν έχει καμιά φωτογραφία να το αποδείξει, στο σπίτι εγώ – μωρό, παιδί, έφηβη– είμαι ανύπαρκτη.

Θα ήμουν αχάριστη, εάν έλεγα πως η παιδική μου ηλικία ήταν δυστυχής. Μεγάλωσα χωρίς την καθοδήγηση της μάνας, μα είχα εκείνον και δεν μου έλειψε τίποτα. Ο πατέρας μου δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ. Έλεγε πως το έκανε για μένα, αλλά εγώ πιστεύω πως ήταν ακόμα ερωτευμένος με κείνη, αιώνια πιστός στη σκιά της, βαριόταν να μπει στον κόπο του ερωτικού παιχνιδιού. Με λίγα λόγια, ή η μάνα μου ήταν η γυναίκα της ζωής του ή ήταν ανέραστος. Το αποτέλεσμα πάντως είναι το ίδιο, σε αυτόν τον τομέα δε με βοήθησε καθόλου.

Δεν μπορώ, ούτε μπόρεσα ποτέ να αποδεχτώ πλήρως τη σεξουαλική πράξη ως κάτι φυσιολογικό. Είναι ίσως που ο πατέρας με έβαζε με το ζόρι τις Κυριακές να πηγαίνω μαζί με τη θεία Ευτέρπη στις Εκκλησίες και τα κηρύγματα. Η έξωση από τον μελλοντικό παράδεισο για το προγαμιαίο σεξ είναι κάπως σοκαριστική. Μα πολύ περισσότερο από τη ρομφαία του Θεού, φοβάμαι την ίδια τη γέννηση και το θάνατο. Ο θάνατος και η γέννηση είναι μπερδεμένα στο μυαλό μου, αξεδιάλυτα μεταξύ τους κι αυτό κάνει το σεξ περίεργη διαδικασία.

Η πρώτη μου εμπειρία ήταν όταν ήμουν μεγάλη πια, γύρω στα είκοσι. Δεν ήμουν ποτέ, ούτε και τώρα είμαι, θηλυκή. Δε με πλησίαζαν τα αρσενικά, αν κι εγώ είχα πολλές σκέψεις και συναισθήματα για κάποια από δαύτα. Δε βοηθούσε και το ύψος μου, οι περισσότεροι άντρες φοβούνται μια γυναίκα ψηλότερή τους. Πάντα είχα τα μαλλιά μου κοντά, όπως τώρα, και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τραχιά, στιγματισμένα από την ακμή.

Αν ξαναγυρίσουμε στο σεξ πάντως, αν το καλοσκεφτείς είναι μια τρελή ταλαιπωρία, κι αν ο καλός Θεός δεν το είχε κάνει κάπως απολαυστικό, κανένας δε θα έμπαινε σε αυτή την κατάσταση οικειοθελώς. Ο πατέρας μου μαράζωνε όσο μεγάλωνα και δεν είχα γκόμενο, θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για αυτήν την κατρακύλα. Με κοιτούσε και λογάριαζε να πει στην θεία Ευτέρπη να με πάει για ψώνια, να πάψω πια να φοράω τζιν και τι-σέρτ, αλλά συνέχεια το αμελούσε. Θρηνούσε ακόμα το χαμό της μάλλον.

Στις φωτογραφίες η μάνα μου είναι πάντα κομψή και παιχνιδιάρα, γεμάτη νάζι. Στις φωτογραφίες πριν την γέννηση μου, που υπάρχουν με τους τόνους σε διάφορα άλμπουμ στο εξοχικό, οι γονείς μου είναι ευτυχισμένοι. Ο πατέρας μου δεν έγινε ποτέ έτσι μαζί μου. Τον καταλαβαίνω, το παιδί δε μπορεί να υποκαταστήσει τη γυναίκα. Ακόμα ζηλεύω.

Ο θάνατος του με απελευθέρωσε από όλες τις ενοχές για αυτό που είμαι. «Τέρας, σκότωσες τη μάνα σου και ο πατέρας σου πήγε από τον καημό της», είπε η θεία Ευτέρπη. Κανείς δεν της έδωσε σημασία, ήμουν πια είκοσι έξι κι είχα αρχίσει κρυφά από κείνον την ορμονοθεραπεία.

Δεν έφταιξα εγώ που γεννήθηκα έτσι, αυτό δεν καταλάβαινε Έφταιξε εκείνος που δεν πήρε μιαν απόφαση κι ας την άλλαζα μετά. Με έλεγε Μαρία, γιατί έμοιαζα με κοριτσάκι και είχα όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του φύλου, αλλά πάντα μου άφηνε την εναλλακτική να είμαι ο Μάριος. Δεν ήθελα, του το είχα δηλώσει από την αρχή πως το μόνο που ήθελα ήταν να είμαι γυναίκα. Δε με άφηνε να πάρω τις ορμόνες, με ήθελε άφυλη.

Το ξέρω πως δε θα γεννήσω ποτέ, αυτό είναι ίσως μια κρυμμένη ευλογία. Το ξέρω πως τα χρωμοσώματά μου είναι Χ και Ψ, τύποις θα έπρεπε να είμαι άντρας. Αλλά δεν είμαι, αναισθησία στις ανδρικές ορμόνες, το λένε θαρρώ. Όταν έχεις αυτό που έχω, η αναπαραγωγή είναι αδύνατη. «Ξέρει ο Θεός που δίνει τα παιδιά», λέει η θεία Ευτέρπη. Μα πάντοτε ήμουνα γυναίκα και κανείς δε θα υποπτευόταν πως είχα όρχεις αντί για ωοθήκες μέσα στην κοιλία μου. Τους έβγαλα όταν ήμουν δεκατεσσάρων, τα άλλα μου όλα είναι θηλυκά.

Στην κηδεία του πατέρα φορούσα ένα κομψό, μαύρο φόρεμα, και οι ορμόνες είχαν επιτέλους χαλαρώσει την όψη μου. Κανέναν δεν ένοιαζε τί έλεγε η θεία Ευτέρπη, όλοι πάντοτε με λέγανε Μαρία. Κι αν ο πατέρας δε μπορούσε να το αποδεχτεί, αν ζητούσε το γιο που δεν του έκανε η μάνα, που του στέρησα εγώ με τη γέννηση και το θάνατο, δεν είχε καμία σημασία. Το μυστικό το είχε πάρει στον τάφο μαζί του. Ευτυχώς.

25/6/09

Ο αποχωρισμός

Στο δωμάτιο επικρατεί σκοτάδι, ανοίγω το φως και η μοναχική φιγούρα του λερού πιάτου, γεμάτου σάλτσες και ψίχουλα, με πληγώνει. Με βασανίζει αφόρητα. Αφημένο πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Παρατημένο και παράταιρο. Ποτέ άλλοτε δεν ήμουν ανεκτική σε τέτοιου είδους ακαταστασίες. Τώρα ανοίγω τα μάτια και η σκόνη που μαζεύεται πάνω στην εταζέρα, με πονά. Κοιτώ το φουτουριστικό φωτιστικό στον τοίχο, τις κουρτίνες που ανέμιζαν κάποτε, όταν σηκωνόταν αέρας.

Εδώ καθόμασταν με το Δημήτρη. Εγώ σε τούτη την καρέκλα, κι εκείνος στην μακρινή απέναντι μου. «Δεν είναι σωστό οι οικοδεσπότες να κάθονται πλάι πλάι», μου έλεγε. Το σερβίτσιο του φαγητού, το καλό μας, λάμπει μες στη βιτρίνα του σύνθετου, γυρνούν τα ράφια του εφιαλτικά, φωτιζόμενα από το εσωτερικό φως. Ξεδιπλώνομαι.

Μια γυναίκα, μέσα σε μιαν άλλη γυναίκα και γύρω της βουνά, κι έπειτα κι άλλες γυναίκες ξαπλωμένες, ηδονικά τανυζόμενες, ενοχλητικές φιγούρες πάνω στον απέναντι πίνακα. Τούτο τον πίνακα δεν τον διάλεξα εγώ. Εκείνος. Εγώ διάλεξα τη συλλογή από λουλούδια μέσα σε κείνο το βάζο, τον πίνακα με τα χρώματα που πήγαιναν με το καθιστικό.

Όλα γύρω μου ροζ. Επιλογή του διακοσμητή το ροζ και το γκρι, πάντοτε ενοχλούσε το Δημήτρη. Τον έμπλεκε σε περιπέτειες. Τούτο το σπίτι δε θυμίζει τίποτα από μένα. Μου έλεγε. Η μεγάλη τηλεόραση, πλάσμα, τελευταίας τεχνολογίας, σβηστή, μου δίνει στα νεύρα. Θα ήθελα να τη σπάσω, να μην υπάρχει πια, να μην μου θυμίζει εκείνον.

Μπαίνω στην κουζίνα. Με απορροφούν για λίγο τα στοιβαγμένα άπλυτα κουζινικά στο νεροχύτη, οι συσκευές, εντοιχισμένες και γυαλιστερές. Τί να το κάνω εγώ τούτο το τεσσάρι; Τα παιδιά μου από καιρό φευγάτα, με οικογένειες και αγκαλιές άλλες. Κι ο Δημήτρης. Αυτός επέλεξε τη φυγή. Ο άνανδρος.

Βγάζω με προσοχή τις μαύρες κάλτσες, τη φούστα, τη μπλούζα, μαύρες κι αυτές και τις απιθώνω στο κρεβάτι με το κόκκινο ντεσέν. Επιλογή του διακοσμητή. «Ούτε στην κρεβατοκάμαρά μας δεν μπορούμε να είμαστε εμείς», έλεγε ο Δημήτρης μου. Σαράντα μέρες πεθαμένος κι εγώ ακόμα να το συνηθίσω.

21/6/09

Ο Κεραυνός

Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς. Είχαν ανοίξει οι κρουνοί του ουρανού, σαν τιμωρία και σαν κάθαρση και έραιναν τα πάντα με μιαν ατέρμονη ροή από νερό και αστραπές. Η Κάτια έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα και κοιτούσε από το παράθυρο τη βροχή να ξεπλένει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα δέντρα. Συχνά πυκνά άστραφτε. Τα πεύκα στο απέναντι άλσος προσέλκυαν τους κεραυνούς. Η γυναίκα φοβήθηκε για την ίδια και για το σπίτι της. Για την μεγάλη περιπέτεια της ζωής που τώρα ξεκινούσε ξανά. Μόλις είχε μετακομίσει σε τούτο το διαμέρισμα. Θα έμενε μόνη. Να καθαρίσει τις σκέψεις της, να βρει το εαυτό της. Έτσι έλεγε σε όλους, έτσι έλεγε και στα μύχια της ψυχής της. «Όλα θα πάνε καλά».

Με αργές κινήσεις, πήγε από δωμάτιο σε δωμάτιο και έκλεισε τους διακόπτες των τηλεοράσεων, έκλεισε τα στόρια, να μη βλέπει τη βροχή, να μην ακούει τις βροντές, να μην έρχονται άσχημες σκέψεις και φόβοι να την προϋπαντήσουν. Μια γυναίκα μόνη πάντα είναι ευάλωτη στις καταιγίδες. Έπειτα ξαναγύρισε στο πλύσιμο των πιάτων, στο ακόμα ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας και τις ανάκατες σκέψεις της.

Λένε πως το πλύσιμο των πιάτων είναι ψυχοθεραπευτικό. Πως καθαρίζει το μυαλό από τα υπολείμματα του ασυνειδήτου. Η βροχή, καταρρακτώδης, ορμητική, γεμάτη ένταση και ενέργεια πρωτόγνωρη, έδινε τροφή και ηλεκτρισμό στις σκέψεις της Κάτιας. Το μυαλό της αρχικά πιάστηκε από τα ζητήματα στη δουλειά, έπειτα στις εκκρεμότητες στο σπίτι. Σκέφτηκε με θυμό τα πλυμένα ρούχα που στράγγιζαν στο παρκέ του άδειου παιδικού δωματίου. «Δεν αξιώθηκα ένα παιδάκι», ξεκίνησε η διαδικασία της αυτολύπησης.

Αναπάντεχα, ένας κεραυνός φώτισε το απόμερο δρομάκι κάτω από το διαμέρισμα της. Στο φως του, η Κάτια είδε βαθιά μέσα στο άλσος, απέναντι από το σπίτι, μια γυναίκα. Της έμοιασε να μη φορά τα κατάλληλα ρούχα για βροχή. Σα να ήταν ντυμένη μοναχά με τη ρόμπα του σπιτιού της. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν μόνη. Στο φως του επόμενου κεραυνού φάνηκε πως την έσερνε ένας άντρας από τα χέρια, την τραβολογούσε μέσα στη βροχή. Τη χτυπούσε αλύπητα. Το πρόσωπο της ήταν διεσταλμένο από τον πόνο και φάνηκε φρικιαστικό και άσχημο στη στιγμιαία λάμψη του κεραυνού.

Η Κάτια παράτησε τα πιάτα, έριξε πάνω της το αδιάβροχο που κρεμόταν στον καλόγερο δίπλα στην πόρτα, αλλά δεν ήταν το δικό της, και βγήκε τρέχοντας από το σπίτι. Η βροχή, καταλυτική και λυτρωτική, την πότισε αμέσως ως την τελευταία ίνα του κορμιού της. Έμεινε μια στιγμή να ανασάνει τη ζωογόνο δύναμη της. Έπειτα ένας κεραυνός την τάραξε με τον κρότο του και της έδειξε το δρόμο. Έτρεξε προς το ζευγάρι, που φαινόταν τώρα να παλεύει, ρίχτηκε πάνω σε αυτόν τον άντρα, που θέλησε να κακοποιήσει τη γυναίκα μέσα στην ζωντανή βροχή. Την τράβηξε από τα χέρια του, με μια επιδέξια κίνηση του έριξε μια κλωτσιά στα αχαμνά κι έπειτα κι άλλη κι άλλη, ώσπου ο άντρας σωριάστηκε αιμόφυρτος στο μαλακό γρασίδι. Την έσωσε.

Την πήρε σπίτι της. Τύλιξε το μωλωπισμένο κορμί της με μια κουβέρτα, έτριψε τα πονεμένα άκρα της με λίγη κολόνια, της έφτιαξε καφέ. Η γυναίκα τρομαγμένη, δε μιλούσε. Δεν είχε λόγια να την ευχαριστήσει, να της πει πόσο σημαντικό ήταν για αυτήν που κάποιος νοιάστηκε, που κάποιος έτρεξε μες στη βροχή για να τη σώσει. Ήπιε το ρόφημα αχόρταγα κι έπειτα κοιμήθηκε στο κρεβάτι που της έστρωσε η Κάτια. Με ζεστές κουβέρτες και παπλώματα που απαλύνουν τους πόνους.

Η Κάτια ξύπνησε μουδιασμένη το πρωί. Έξω το πρωινό έδειχνε καθαρό και όμορφο, μετά το χθεσινό ξέσπασμα του καιρού. Το κορμί της πονούσε ολόκληρο από τη χθεσινοβραδινή περιπέτεια. Άναψε το θερμοσίφωνα και περίμενε να ζεσταθεί το νερό, όσο να πιει τον καφέ της. Μπήκε στο μπάνιο με αργές τελετουργικές κινήσεις, γδύθηκε, εξέτασε στον καθρέφτη το κορμί της και τις ουλές στην ψυχή. Έπειτα άφησε ευεργετικό το νερό να κυλήσει επάνω της. Βγήκε και σκούπισε προσεκτικά το σώμα της. Είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται οι μελανιές. Τηλεφώνησε στην αστυνομία. «Χθες βράδυ. Στο άλσος. Προσπάθησαν να με βιάσουν. Αλλά εγώ του ξέφυγα. Αλλά εγώ σώθηκα»

Ήρθε ένας αστυνόμος, έπειτα, από το σπίτι της για να της βάλει τις χειροπέδες, να την πάει στο τμήμα, να τη ρωτήσει πώς τον σκότωσε. Στην αρχή τους είπε την ιστορία με το βιασμό. Ύστερα την ιστορία με την άλλη, την άγνωστη γυναίκα. Έπειτα ήρθε η αδελφή της. Κατέθεσε πως το θύμα ήταν ο πρώην της Κάτιας. Πως τη χτυπούσε. Πως μια μέρα σαν την χθεσινή, την είχε βγάλει στη βροχή και την έσπασε στο ξύλο. Την έστειλε στο νοσοκομείο. Κι έπειτα στο τρελάδικο. Για κάποιον καιρό.

Στο τέλος η Κάτια τους είπε πως έφταιγε ο κεραυνός. Αν δεν ήταν αυτός δε θα είχε δει ποτέ τον πρώην άντρα της να διασχίζει το αλσάκι έξω από το σπίτι, μέσα στη νύχτα και τη βροχή.

14/6/09

Τρίτη

Ήταν ένα άγριο πρωινό Τρίτης. Ο αέρας έξω λυσσομανούσε, η υγρασία κολλούσε στην ατμόσφαιρα. Μάλλον έβρεχε. Το ξυπνητήρι χτύπησε κατά τις εξίμησι κι η Καιτούλα σηκώθηκε τουρτουρίζοντας από το κρεβάτι. Φορούσε μια κοντή μαύρη νυχτικιά όλο ροζ δαντέλα στα τελειώματα. Τα πόδια της ήταν εξαιρετικά για μια τόσο μικροκαμωμένη γυναίκα και το ντεκολτέ της φάνταζε ακόμα πιο άσπρο από ό,τι συνήθως στο σκοτάδι. Έκανε να κινηθεί προς το μέρος του Νίκου. Τελικά το μετάνιωσε και τον άφησε να κοιμάται.

Σύρθηκε ως την τουαλέτα. Πάντα σιχαινόταν τη μοντέρνα διακόσμηση. Κι όμως την είχε ανεχτεί για χάρη του. Αυτή και τόσα άλλα. Οι τοίχοι ήταν στρωμένοι με σκούρο γκρι πλακάκι που μίκραινε το χώρο. Ένας μεταλλικός καταρράκτης κατέβαινε ακριβώς μπροστά της, αντανακλούσε το φως και την τύφλωνε. Η γυναίκα στάθηκε στον πλακέ τετράγωνο νιπτήρα και ο καθρέφτης την κοίταξε εξεταστικά. Το πρόσωπό της άλλοτε ήτανε όμορφο. Τώρα δυο βαθιές ρυτίδες-παρενθέσεις το πλαισίωναν. Αναρωτήθηκε αν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει και σήμερα.

Στην κουζίνα, απορροφημένη στις σκέψεις της, χάζεψε για λίγο εξω από το παράθυρο τον καιρό που χειροτέρευε. Ανατρίχιασε, έτσι όπως πατούσε με γυμνά πόδια στο κρύο πάτωμα. Όταν επανήλθε στην πραγματικότητα, ο καφές της έβραζε ήδη. Έμεινε να τον κοιτάζει καθώς μικρές φουσκάλες σχηματίζονταν στην επιφάνεια του, έπειτα έπεφταν πάλι. «Χωρίς καϊμάκι και σήμερα λοιπόν», παραδέχτηκε μέσα της. Η γυάλινη επιφάνεια της τραπεζαρίας δεν την καλοδέχτηκε. Πήγε και χώθηκε στον καναπέ. Φορούσε ακόμα τη νυχτικιά της, ούτε καν μια ρόμπα να προφυλαχτεί, όταν εμφανίστηκε εκείνος.

Ήταν μελαχρινός, κοντός μα γεροδεμένος. Το κορμί του –παράδοξο – ανέδυε μια μυρωδιά χώματος και βρεγμένου γρασιδιού. Ίσως όμως να ήταν μονάχα η ιδέα της. Τον προσκάλεσε κι εκείνος χώθηκε στην αγκαλιά της. Μπόρεσε έτσι, ίσως με κάποια λύπη, να δει τις πρώτες άσπρες τρίχες ανάμεσα στα άλλοτε κορακίσια γένια του. «Με τσιμπούν», του είπε όταν προσπάθησε να τη φιλήσει. Εκείνος ελαφρά θιγμένος εξαφανίστηκε προς το μπάνιο και αναπτέρωσε τις ελπίδες της. Ίσως να γλίτωνε και σήμερα.

Ο Νίκος, που πάντοτε ως τώρα ήταν κύριος, που είχε φερθεί με τον καλύτερο τρόπο στα παιδιά και στα εγγόνια τους, που την αγαπούσε με το σταθερό και ήρεμο τρόπο των πολυκαιρισμένων ζευγαριών, είχε γίνει άλλος άνθρωπος από τότε που οι κόρες τους έφυγαν από το σπίτι, παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Τη διεκδικούσε συνέχεια, την κυνηγούσε στους διαδρόμους, στο νεροχύτη, στα παιδικά δωμάτια. Ζητούσε μια δεύτερη νεότητα, ένα μήνα του μέλιτος που δεν έζησαν ως νιόπαντροι. Τα πρωινά οι διαθέσεις του ήταν χειρότερες. Από τότε που είχε συνταξιοδοτηθεί δεν την άφηνε σχεδόν ποτέ να φύγει χωρίς μια γερή δόση σεξ.

«Τους δίνουν τη σύνταξη νωρίς κι έπειτα αφήνουν εμάς να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα», σκεφτόταν εκείνη. Εθελουσία έξοδος με ένα γερό πακέτο. Για να μείνει έπειτα η Καίτη μόνη να φροντίζει το σπίτι, τη δουλειά της, τα εγγόνια, την ευρύτερη οικογένεια κι αυτός να γυρνά όλη μέρα σαν την άδικη κατάρα από καφενείο σε σινεμά, κι από πολιτιστικό σύλλογο σε θεατρική ομάδα. Ο Νίκος να προσπαθεί να γεμίσει έναν ατελείωτο ελεύθερο χρόνο κι αυτή να κυνηγά το ρολόι μπας και την αφήσει ήσυχη μια στάλα. Αλλά αυτός ανένδοτος.

Ο Νίκος βγήκε από το μπάνιο ανανεωμένος. Τώρα η μυρωδιά του σαπουνιού και του άφτερ-σέιβ τη συνεπήρε. Τον ρώτησε αν θα βοηθούσε με κάποιες από τις εξωτερικές δουλειές του σπιτιού κι εκείνος, ως συνήθως, αρνήθηκε. Δεν ήξερε, δεν μπορούσε, ποτέ άλλοτε δεν είχε αναγκαστεί να τις κάνει. Η Καίτη αναστέναξε. Όλα στους ώμους της πάλι. Εκείνος τη φίλησε για ώρα στο στόμα κι ήταν η οικειότητά τους τέτοια, το κορμί του τόσο αβάσταχτα δοσμένο στη στιγμή, που δεν κρατήθηκε.
«Σε αγαπώ, μαναράκι μου», της ψιθύρισε στο αυτί.
«Έχω λίγο χρόνο ακόμα πριν φύγω», είπε εκείνη. «Στο δωμάτιο;»

31/5/09

Περί τυφλώσεως *

Ξύπνησα και ήμουν τυφλός. Έτσι απλά, χωρίς αιδώ, χωρίς ντροπή, κάποιος είχε πάρει το φως μου, το είχε καταχραστεί. Δεν μου είναι τελείως άγνωστη η κατάσταση, κι οι δυο γονείς μου είναι τυφλοί εκ πεποιθήσεως, αρνήθηκαν την εγχείρηση, όπως εγώ. «Εάν είναι να βλέπω με τα μάτια κάποιου άλλου, προτιμώ να μη βλέπω καθόλου», είπε ο πατέρας την αρχαία εκείνη εποχή, τότε που του πρότειναν για πρώτη φορά την ανταλλαγή. Αρνήθηκε, θυσιάστηκε και πήρε τα εκατομμυριάκια της αποζημίωσης που μας αναλογούσαν από την καταστροφή στο εργοστάσιο.

Η μάνα μου τον ακολούθησε κάποια χρόνια αργότερα. Θέλω να πιστεύω πως το έκανε μονάχα από αυταπάρνηση για κείνον κι όχι από κάποια ψυχιατρική διαστροφή. Ήθελε να είναι στον κόσμο του, να καταλαβαίνει τον πόνο του. Εξάλλου εκείνη του έβαλε την ιδέα να αρνηθεί τη μεταμόσχευση. Εάν είχε βάλει τα καινούργια μάτια θα είχε εξαναγκαστεί να ζει όπως παλιά, εργάτης σε εργοστάσιο στα βαρέα και ανθυγιεινά, δεν την ήθελε αυτή τη ζωή για την οικογένεια. Κόπιασε πολύ για να τον πείσει. Και μόνον όταν έφτασε στο ύστατο επιχείρημα – «στην επόμενη διαρροή μπορεί να πρέπει να σου αντικαταστήσουν το πέος. Είσαι έτοιμος για κάτι τέτοιο;» – φάνηκε ο πατέρας να συμφωνεί μαζί της.

Δεν περάσαμε κι άσχημα τα χρόνια της τυφλώσεως, το ομολογώ. Αυτό με οδήγησε στη Μεγάλη Απόφαση. Αρνήθηκα τη γνωστή εγχείρηση, που αφορά όλους τους νέους της γενιάς μου πια, από αλληλεγγύη στους γονείς μου. Ή από καθαρό ωφελιμισμό. Μπορώ να κρατήσω τα μεγαλεία με το μικρότερο δυνατό κόστος, όλα μέσα στο σπίτι είναι έτσι διαμορφωμένα που το να αν είσαι ή δεν είσαι τυφλός δεν έχει σημασία. Η μεγάλη έπαυλη, που αποκαλώ χαϊδευτικά «home», τα έχει όλα, πισίνες και γυμναστήρια, σαλόνια και κρεβατοκάμαρες, μα πάνω από όλα υπηρέτες βλέποντες που κάνουν τα πάντα, είναι τα μάτια και τα χέρια και τα αυτιά μας. Δεν είμαι διατεθειμένος να τα χάσω, να ενδώσω, θα αναιρούσε την κληρονομιά των δικών μου.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν ετίθετο θέμα, ήταν τόσοι λίγοι αυτοί που είχαν αρνηθεί το φως τους για τη χλιδή, που δεν δημιουργούνταν προβλήματα, τα παιδιά τους μπορούσαν να κάνουν τη μεταμόσχευση χωρίς τύψεις. Αλλά τώρα που η κατάσταση έχει χειροτερέψει αισθητά και κανείς πια στον πλανήτη δεν μπορεί να κρατήσει το φως του με φυσικά μέσα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τώρα όλο και περισσότεροι είναι αυτοί που είναι διατεθειμένοι να κάνουν τη θυσία, να παραμείνουν τυφλοί και πλούσιοι. Η κυβέρνηση έχει θέσει βέτο ή τυφλός ή εργάτης.

Ξύπνησα κάθιδρος. Δεν ήμουν τυφλός. Ίσως κάποτε τα παιδιά μου να με σιχτίριζαν για την επιλογή μου, να με λοιδορούσαν που δεν άντεξα στο χλιδάτο σκοτάδι των γονιών μου, που δεν ακολούθησα το ηρωικό μονοπάτι. Τώρα θα έπρεπε να δουλέψω. Σηκώθηκα και πήγα στον καθρέφτη με προσοχή. Τα μάτια που επέλεξα, γαλάζια σαν τα προηγούμενα, με κοίταξαν με τη μηχανική τους απλότητα και δεν με απογοήτευσαν. Δεν είχα καμία άλλη απαίτηση παρά μόνον να βλέπουν κι αυτά πειθήνια με καλωσόρισαν χαμογελαστά, με βοήθησαν να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, να εμπεδώσω το μέγεθος της απόφασης, με παρατήρησαν έτσι όπως θα έκαναν με κάθε ξένο γοητευτικό, μα στη βάση αδιάφορο κι η ανακούφιση απλώθηκε μέσα μου σαν τη μεγάλη παλίρροια, με πλημμύρισε και με φούσκωσε κι έπειτα με ένα δυνατό έντονο ήχο κύματος με ξέβρασε στα βράχια της αρτιμέλειας.
*είμαι μεγάλη ψωνάρα

28/5/09

To μενταγιόν

Τα προάστια της Αθήνας έχουν αρχίσει δειλά δειλά να ομορφαίνουν – που και που ξεφεύγουν οικισμοί ολόκληροι με μονοκατοικίες, μικρούς κήπους και βεράντες και η ζωή μοιάζει σχεδόν ανθρώπινη εκεί. Όμως, το δικό μας σκηνικό δεν είναι ένα προάστιο των Αθηνών, όπου οι συνειδήσεις και οι ζωές καλμάρουν και βαλτώνουν. Επιλέξαμε ως χώρο διεξαγωγής όλων τούτων των θαυμαστών πραγμάτων το κολασμένο κέντρο της Αθήνας, ούτε καν το ιστορικό.

Ο δρόμος κάτω από το μικρό διαμερισματάκι σφύζει από ζωή ή από κάτι που της μοιάζει, αμάξια σφυρίζουν σα δαιμονισμένα, άνθρωποι μπαινοβγαίνουν σε μπαρ με δυνατή μουσική που κοιμίζει τις αισθήσεις. Η Λένα κοιτάζει από το παράθυρο με τρόμο, αφουγκράζεται το θόρυβο της νύχτας. «Αδύνατο να ζήσεις εδώ, τόσος ρύπος κάνει κακό στην ψυχή», σκέφτεται. Από το διπλανό δωμάτιο ακούγεται η φωνή της μάνας της που την καλεί να φύγουν επιτέλους και κόβει το συλλογισμό της. «Όταν μεγαλώνεις στην εξοχή, η Αθήνα σου φαίνεται κόλαση», είναι η τελευταία σκέψη της καθώς αποχωρεί. Στο δωμάτιο μένει η κακομοίρα η γιαγιά.

Η γιαγιά είναι ένας τεράστιος όγκος, αφημένος πάνω στο κρεβάτι, παρατημένος και μόνος. Το υπερβολικό κορμί της υποστηρίζεται μηχανικά από έναν ορυμαγδό από αναπνευστήρες, απινιδωτές κι ένα σωρό κατασκευάσματα που παρατείνουν τη ζωή ανθρώπων ουσιαστικά χαμένων. Σε κάθε περίπτωση σποραδικά κάποιος από αυτούς επανέρχεται σε λειτουργική κατάσταση, κι έτσι δικαιολογείται ο τεράστιος αριθμός των κακόμοιρων που μένουν φυτά μια ολόκληρη ζωή, χωρίς καμία άλλη ελπίδα, παρά την επόμενη ανάσα που θα τους δώσει ο αναπνευστήρας- Θεός.

Δίπλα στη γρια στέκει μια Ουκρανή που η μοίρα την έριξε στη μετανάστευση. Η γυναίκα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της ράτσας της. Το πρόσωπό της έχει σλάβικα, έντονα χαρακτηριστικά, κοφτές γωνίες, προεξάρχουσα μύτη. Το κορμί, όμως, είναι θανατηφόρο, κι έτσι όπως η ηλικία της δεν υπερβαίνει τα τριάντα, είναι απορίας άξιο πώς γλίτωσε την εκπόρνευση. Μάλλον από τύχη, ίσως από τέχνη.

Η νύχτα για αυτήν μοιάζει ατελείωτη. Από τότε που βρέθηκε στην Ελλάδα έχει φροντίσει αρκετούς ηλικιωμένους, αλλά είναι η πρώτη φορά που φυλάει «κυρία» που δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον. Στην αρχή τής φάνηκε καλύτερο. «Δε θα έχει και απαιτήσεις», είπε με το νου της. Τώρα, όμως, που συνειδητοποιεί τη σιωπή και την απομόνωση, τής φαίνεται απάνθρωπο αυτό που της ζητούν. Κοιτάζει με αποστροφή το πρόσωπο της γριάς, που είναι παραμορφωμένο από τα ξίγκια και την ηλικία. «Εμένα με λένε Τάνια, κυρία», λέει στον ξαπλωμένο όγκο, «Εσένα πως σε λένε;», αλλά δεν παίρνει απόκριση.«Πες καμιά κουβέντα, ρε γιαγιά», λέει στο φυτό κι αρχίζει να κοιτά λαίμαργα το μενταγιόν στο λαιμό της. Το κόσμημα είναι χρυσό, με περίτεχνα σκαλίσματα και στο κέντρο του δεσπόζει ένα μοναχικό σμαράγδι. Πράσινο, περίπου στο χρώμα των ματιών της γριάς. Αυτά τα μάτια δεν κλείνουν ποτέ, από τότε που η κυρά τους έπεσε στο άγρυπνο κώμα.

Ξεχνά γρήγορα τη φρικιαστική θέα των ματιών της, γιατί το μενταγιόν είναι απείρως πιο ενδιαφέρον. Η Τάνια το εκτιμά με μάτι έμπειρο και αποφαίνεται πως αξίζει μια περιουσία. Μπαίνει αυτόματα στον πειρασμό να το βουτήξει, περνά μάλιστα το χέρι της μπροστά από τα ανοικτά μάτια της γιαγιάς εν είδη τεστ και αυτή η χριστιανή δεν κουνά καν βλέφαρο. Η Τάνια ταράζεται, η κλοπή δεν είναι στην ιδιοσυγκρασία της, μα η πείνα είναι κακός σύμβουλος, κατά καιρούς έχει υποπέσει και σε αυτήν την τέχνη για να επιβιώσει. Αντιστέκεται για λίγο στο σατανά που αρέσκεται να βάζει ιδέες στα μυαλά κακοπαθημένων γυναικών και για να ξεχαστεί, σηκώνεται από το πλάι του φυτού και πηγαίνει στην κουζινίτσα του διαμερίσματος για να φτιάξει καφέ.

Είναι πια τέσσερις η ώρα όταν η Ουκρανή νιώθει τα μάτια της να βαραίνουν. Κι έτσι όπως κάνει να την πάρει γλυκά ο ύπνος, βλέπει το μενταγιόν να ανάβει. Το περίγραμμά του φέγγει με μια περίεργη λάμψη, θαρρείς από πράσινο νέον, την καλεί να το ακουμπήσει, να το βουτήξει και να φύγει. Η Τάνια θέλει να αντισταθεί στο φριχτό πειρασμό, να γυρίσει την πλάτη στο φτωχοδιάβολο που την έβαλε απόψε στο μάτι. Ακούμπα το φυλαχτό, ίσα ίσα για να νιώσει την αίσθησή του κάτω από τα χέρια της.

Η ψυχή της Ελίζας ταράζεται, βλέπει την άυλη εικόνα της να σηκώνεται από τον ξαπλωμένο όγκο, τον μηχανικά υποστηριζόμενο, νιώθει λύπη για το κατασκεύασμα που κάποτε ήταν το κορμί της. Έπειτα μπαίνει μέσα στο λαχταριστό σώμα της Ουκρανής. Η αίσθηση είναι αν μη τι άλλο αναπάντεχη. Το αδιανόητο της κατάστασης δεν την επηρεάζει καθόλου, αντίθετα, εκείνο που περνά αστραπιαία από το μυαλό της είναι πως δε θα πεθάνει. Το είχε πάρει απόφαση καιρό τώρα πως θα άφηνε μαζί με το θλιβερό σαρκίο την τελευταία της πνοή κι η ξαφνική αλλαγή στα σχέδια τής δίνει μια γερή κλωτσιά στο σημείο αυτό του στήθους που γεννά την ελπίδα. Αναζητά να βολευτεί στο καινούργιο σώμα, με τα σλάβικα χαρακτηριστικά και τις νέες δυνατότητες, ψηλαφά το κορμί, ψάχνει για καθρέφτη στο μικρό διαμερισματάκι. Τί να τον κάνει τον καθρέφτη ένα φυτό- γρια που την ακούμπησαν σε αυτό το δυαράκι; Δεν υπάρχει καθρέφτης. Αφήνει το φυτό μόνο και βγαίνει από το σπίτι. Στη γωνιά του δρόμου κιόλας βρίσκει αυτό που ζητούσε. Χαζεύει το καινούργιο σώμα με κάποια αμηχανία για την άκομψη εμφάνιση του προσώπου, με χαρά για την αρτιότητα του κορμιού. «Τούτο το σώμα δεν πρέπει να είναι ούτε τριάντα χρόνων», σκέφτεται με αγαλλίαση. Τα βήματά της την φέρνουν στην Ομόνοια παραζαλισμένη. Στο άμαθο μάτι φαίνεται μεθυσμένη, αλλά υπάρχουν κι έμπειρα μάτια που την κοιτούν αθέατα, καθώς διασχίζει την πλατεία.

Είναι ντυμένη απλά με ένα τζιν και ένα τσίτινο μπλουζάκι αγορασμένο από τις λαϊκές αγορές του Σαββάτου. Οι όμορφες γυναίκες δεν έχουν ανάγκη τα όμορφα ρούχα για να φανεί αυτό που είναι κι έτσι οι ματιές τη λαχταρούν. Μια από όλες βγαίνει από τα σκοτάδια και την πλευρίζει. Μάτια σκιστά, πρόσωπο μελαψό, ούτε Άραβας ούτε Ινδός, μάλλον Πακιστανός αποφασίζει. Τα ασιατικά μάτια την «κόβουν» από πάνω μέχρι κάτω. «Πάμε», τής λέει ο άντρας δείχνοντάς της το απέναντι ξενοδοχείο. «Μα για ποιά με πέρασε», σκέφτεται η Ελίζα. Έπειτα καταλαβαίνει για ποιά την πέρασε και του αρνείται ταπεινά, να μην τον εκνευρίσει. Άγρια χαρά την καταλαμβάνει, χρόνια είχε να την προσέξει άντρας. Κοιτάζεται ξανά στο καθρέφτη του επόμενου καταστήματος. «Συνηθίζω στην ιδέα», λέει σχεδόν φωναχτά στον εαυτό της.

Την ίδια στιγμή η ψυχή της Τάνιας, εγκλωβισμένη πια στο γέρικο και σχεδόν άψυχο σώμα της γριάς, προσπαθεί να συνηθίσει τη νέα της κατοικία. Η σλάβικη ψυχή βρίσκεται για δεύτερη φορά αναγκασμένη για μετανάστευση και παραδόξως, σχεδόν σα να ξεκουράζεται μέσα στο άψυχο κουφάρι, το μηχανικά καταπονούμενο από τις διεργασίες της ζωής. Εκεί μέσα δεν πρέπει να κάνει τίποτα, δε ζητούν τίποτα από κείνη, μήτε να ανασαίνει –ανακουφιστική αίσθηση, όταν έχεις περάσει όλη σου τη ζωή στον αγώνα για την επιβίωση. Η Τάνια το ρίχνει στον ύπνο, ούτε τα μάτια δε χρειάζεται να κλείσει. «Ο τροχός έχει γυρίσματα», είναι η τελευταία σκέψη της πριν την αγκαλιάσει ο Μορφέας.

Η Ελίζα συνεχίζει τη μοναχική της βόλτα στο κέντρο της Αθήνας που μοιάζει έρημο, αλλά δεν είναι. Οι λάμπες από τα φώτα είναι έτοιμες να κλείσουν σιγά σιγά, καθώς παίρνει να ξημερώνει. Η γυναίκα χαζεύει τον ορίζοντα, να θυμηθεί η ψυχή της από πού προβάλει ο ήλιος, να καταγράψει ένα ακόμα χάραμα στη μνήμη της, όταν ξαφνικά συνειδητοποιεί πως στο λαιμό της δεν κρέμεται πια το μενταγιόν. Πανικός την καταβάλλει. «Πρέπει να το πάρω», σκέφτεται. «Πρέπει να το έχω, πρέπει να είναι δικό μου». Το βάζει στα πόδια και ξεκινά κατά το μικρό διαμερισματάκι, όπου κείτεται το άχαρο κουφάρι της γριάς που μέσα του αναπαύεται η καλλίγραμμη σλαβική ψυχή.

Μπαίνει ακροπατώντας, γιατί ξέρει την ηρεμία που επικρατεί στο κορμί που κάποτε ήταν δικό της. Ξέρει πως ο ύπνος είναι το πρώτο πράγμα που σε απασχολεί, όταν είσαι εκεί μέσα, η μόνη ηδονή που σου απέμενε. Δεν θέλει να ξυπνήσει τη γιαγιά, θέλει απλά να πάρει το φυλαχτό και να φύγει. Το μενταγιόν φέγγει στο ζαρωμένο, άσπρο, χοντρό λαιμό της Αγγλίδας κυρίας, είναι ακόμα ενεργοποιημένο και πανέμορφο. Πρέπει να το πάρει, πρέπει να το έχει. Το φυλαχτό είναι κομμάτι δικό της, μέρος της ψυχής και του εαυτού της. Με προσοχή, να μην κάνει θόρυβο, να μην ξυπνήσει την άλλη γυναίκα, φτάνει ως το κρεβάτι. Το μενταγιόν την καλεί, τη θέλει κοντά του. Κάνει να το πάρει, το ακούμπά και…

Η Ελίζα βρίσκεται ξανά στο ημιθανές σώμα της, βυθίζεται στη σιωπή του, ακούμπα την ψυχή της στην αδράνειά του. Η Ουκρανική ψυχή ξυπνά απότομα, ανακαταλαμβάνει το κορμί της, αναγκάζεται ξανά να δώσει διαταγές για να επιβιώσει, το βάζει στα πόδια. Τρέχει σχεδόν χωρίς ανάσα ως την έξοδο της πολυκατοικίας και συνεχίζει να απομακρύνεται από το διαμερισματάκι με όσο μεγαλύτερη ταχύτητα μπορεί. Στην Ομόνοια, μόλις έχει αρχίσει να χαράζει κι ο ίδιος αυτός Πακιστανός, επαναλαμβάνει την πρότασή του στην όμορφη Σλάβα. Η Ουκρανή, που τόσα χρόνια αντιστάθηκε στην εκπόρνευση με νύχια και με δόντια, με αποδράσεις και με φόνους, του λέει «Ναι». Δεν θέλει να μείνει άλλο μόνη εκείνο το βράδυ.

Στο διαμέρισμα, η Ελίζα αποκαμωμένη, αποκαρδιωμένη που δε γλίτωσε τελικά το θάνατο, που είχε απλά μια ανάπαυλα, ένα σύντομο διάλειμμα από τη βεβαιότητα του θανάτου, ανόητη και μόνη, αβοήθητη, το ρίχνει στον ύπνο. Το μενταγιόν στο στήθος της παύει να φέγγει, καθώς ο ήλιος κάνει την εμφάνισή του πίσω από κείνα τα δέντρα.

13/5/09

Νώε 2051

Το καράβι το είχε μόλις τοποθετήσει στη βιτρίνα. Ο ξυλουργός ξεκαρδίστηκε όταν τού ζήτησε την κατασκευή. «Τί τα σκαλίζεις φίλε, αφού όλα αυτά δεν υπάρχουν πια», είπε. Αλλά αυτός επέμεινε και να το τώρα με τα πανιά του φουσκωμένα να αρμενίζει στην προθήκη. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να το βάλει και ήδη προσέλκυε πελατεία. Η μικρή μπουμπού –βία να ήταν επτά χρόνων – με το ροζ φορεματάκι και τα διαπεραστικά καστανά μάτια, είχε σταθεί και το χάζευε. Η μητέρα της πάλι, δράττοντας την ευκαιρία, κοίταζε τα κοσμήματα στο πάνω μέρος. Φορούσε την πορτοκαλί φόρμα της εργάτριας και ο Πάνος απογοητεύτηκε, αποκλείεται να είχε Ώρες για να πληρώσει τα καλλιτεχνήματά του. Την πρόσεξε καλύτερα μονάχα όταν διάβηκε το κατώφλι του. Ήταν εντυπωσιακά όμορφη, με λυγερή σιλουέτα, ξανθά μαλλιά, χείμαρρο στην πλάτη της, γαλανά μάτια που θα φέγγιζαν στο σκοτάδι. Διάλεξε τα καλύτερα. Θα της έπαιρνε χρόνια να ξεπληρώσει το ποσό κι όμως δε νοιάστηκε, σα να μην έσερνε μαζί της ένα μικρό παιδί που έπρεπε να φροντίσει. Το κοριτσάκι είχε λουφάξει στα πόδιά της και την κοιτούσε αχόρταγα.

Η γυναίκα, αφού αγόρασε τα κοσμήματα, πήρε το παιδί από το χέρι και έφυγε, τον παράτησε σύξυλο να τη χαζεύει. Πέρασε το ποσό στην κάρτα της και παρατήρησε πως της περίσσευαν Ώρες για ένα σωρό άλλες δαπανηρές δραστηριότητες. Φυσικά, τί του είχε περάσει από το μυαλό όσο την κοιτούσε, μια τέτοια γυναίκα δεν ήταν για αυτόν. Κάποιος με πιο σοβαρό επάγγελμα τη χαιρόταν –μηχανικός ή ακόμα καλύτερα φυσικός με ειδικότητα στην υδρολική – και γέμιζε την πιστωτική της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του μαγαζιού, ένας άντρας γύρω στα πενήντα με προγούλι και χαλαρό σώμα του χαμογέλασε. «Αυτή η γκόμενα δεν είναι για τα δόντια σου», είπε στον εαυτό του. Τίποτα δεν έσωζε την εμφάνισή του, ίσως λίγο τα μάτια του, που δεν είχαν ακόμα χάσει τη λάμψη τους παρ’ όλο το θανατικό. Αναρωτήθηκε πάλι γιατί ήταν αυτός ένας από τους εκλεκτούς, δεν υπήρχε κανένας λόγος.

Του έφερνε δάκρυα στα μάτια η θύμηση των δικών του που χάθηκαν. Οι εικόνες της φρίκης – αν και οι ιθύνοντες ήταν προσεκτικοί και τίποτα δε μεταδόθηκε από τηλεοράσεως – θα έμεναν για πάντα αποτυπωμένες στη φαντασία του. Οι άνθρωποι να τρέχουν πανικόβλητοι να αποφύγουν τα νερά που ολοένα τους πλησίαζαν, να στριμώχνονται σε λόφους και βουνά. Εκεί να καίγονται ζωντανοί από την υπεριώδη ακτινοβολία ή να πνίγονται, όταν και το τελευταίο κομμάτι στεριάς βυθίστηκε κάτω από τη στάθμη της θάλασσας.

Κι αυτός έζησε χωρίς να καταλάβει το γιατί. Ίσως επειδή είχε την προνοητικότητα να εντοπίσει νωρίς την επικείμενη απειλή. Ή γιατί το γραμμένο του ήταν άλλο. Για χρόνια χλεύαζαν το «πείραμα της Σαντορίνης» τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. «Κινδυνολογείτε», ούρλιαζαν στους επιστήμονες που μελετούσαν τη Θόλο. Όταν μάλιστα εγκαταστάθηκε η μεγάλη γυάλα πάνω από τα κεφάλια τους, πήρε και τους κατοίκους η μπάλα του σαρκασμού. Ώσπου, λίγες μέρες μετά την τελική Στεγανοποίηση, συνέβη η καταστροφή. Επέζησαν μονάχα οι λίγοι, αυτοί που είχαν μεταφερθεί σε αντίστοιχα μικρά, ηφαιστειογενή νησιά, που δέχτηκαν να συμμετάσχουν στο πείραμα. Μαζί με τους επιστήμονες κι αυτός, ένας απλός κοσμηματοπώλης.

Σκεφτόταν τους γονείς του συχνά έκτοτε. Είχαν φόβο με τα καράβια και δε θέλησαν τον ακολουθήσουν στο νησί. Θα ένιωθαν αποκομμένοι, λέει, από τον πολιτισμό. Πολύ συχνότερα έβλεπε την κόρη του στον ύπνο. Τη γυναίκα του λιγότερο, αυτή έφταιξε που δεν τον πίστεψαν όλοι οι άλλοι, που έμειναν στην Ηπειρωτική Ελλάδα και χάθηκαν. Ανένδοτοι, σα να μην ήθελαν να σωθούν. Σκέφτηκε το πλοίο της βιτρίνας, εν αντιθέσει με τους γεννήτορές του ο Πάνος αγαπούσε τη θάλασσα. Θα ήθελε τόσο να είναι στο ανοικτό κατάστρωμα του ιστιοπλοϊκού, να νιώθει τη μυρωδιά και την αλμύρα της και να μην έχει ούτε μια άλλη έγνοια. Ήξερε πως ήταν αδύνατο. Όμως το ανέφικτο, δεν τον εμπόδισε ποτέ να ονειρεύεται.

Οι παιδικές του αναμνήσεις ήταν γεμάτες μυρωδιές και χρώματα. Στον αέναα ρυθμιζόμενο καιρό της Σαντορίνης με τις ανύπαρκτες βροχές, τις ανυπόστατες λιακάδες και το φτηνό πλαστικό γκαζόν, τα πάντα μοιάζαν γκρίζα. «Τα παιδία μας θα κοιτούν τα πλοία μονάχα στις προθήκες», σκέφτηκε. Ποτέ δεν κατάλαβε τί ήταν αυτό που δέκα χρόνια τώρα κρατούσε ήσυχους τους κατοίκους του νησιού. Ίσως να έβαζαν κάτι ηρεμιστικό στο φίλτρο του αέρα. Ή πάλι η ανθρώπινη φύση να αναδεικνύει όλα τα καλά της στοιχεία στην ανάγκη της επιβίωσης. Γεγονός ήταν πως δεν υπήρχε ούτε μια εξέγερση, ούτε ένα έγκλημα ανάμεσά τους. Ακόμα και όταν ανακοινώθηκε η αναγκαστική τεχνητή αναπαραγωγή, «το τέλος της τυχαιότητας», κανείς δε διαμαρτυρήθηκε. Κάθε μήνα ευλαβικά έδιναν το σπέρμα τους οι άντρες κλεισμένο σε ένα απρόσωπο κυπελλάκι κι η σειρά των γυναικών που είχε προτεραιότητα δεχόταν την εμφύτευση του εμβρύου δίχως μια πικρή λέξη. Κανείς δεν ήξερε πόσα και ποιά από τα παιδιά του κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Τους είχαν στερήσει την πατρότητα.

Ο Πάνος σκέφτηκε την αδικοχαμένη κόρη του. Τα μάτια της θα τον κοίταζαν τρομαγμένα και ορθάνοιχτα την ώρα της καταστροφής, θα τον κατηγορούσαν για την επιπολαιότητά του, γιατί δεν επέμεινε να την πάρει μαζί του. Η κόρη του είχε τα γαλανά, τεράστια μάτια της μητέρας της. Καμία σχέση με τα καστανά δικά του συνηθισμένα μάτια, που όμως ακόμα επιζούσαν. Αναστέναξε. Κοίταξε το καράβι. Αυτό το πλοίο θα του έφερνε μπελάδες, αποφάσισε. Σκεφτόταν συνεχώς την ύπαρξή του, το παρελθόν, το μέλλον του. Ένας άκληρος, άσχημος γέρος, αυτό θα γινόταν. Και το τερατούργημα της προθήκης θα του το θύμιζε συνέχεια. Έπρεπε να το βγάλει από κει, να προστατευτεί.

Δεν είχε προλάβει να απλώσει χέρι στο ιστιοπλοϊκό, όταν παρατήρησε τη μικρή μπουμπού του πρωινού να τον κοιτάζει με τα διαπεραστικά καστανά μάτιά της. «Τί είναι;», τον ρώτησε. «Η Κιβωτός;»

23/4/09

ΣΠΦ

Ήταν νύχτα όταν θέλησε να βγει για πρώτη φορά έξω. Όλοι τον παρότρυναν, τον καθοδηγούσαν, μα αυτός δεν το τολμούσε. Δεν είχε και πολύ σημασία, κάτω από τους θόλους η νύχτα και η μέρα ήταν τεχνητά κατασκευάσματα έτσι κι αλλιώς. Αυτό είπε στον εαυτό του και ξεκίνησε.

Το σχολείο βρισκόταν σε μια ερημική τοποθεσία, γεμάτη βράχια. Δυσκολευόταν να ανασάνει από την προσπάθεια να σκαρφαλώνει τόσους λόφους. Όσο προχωρούσε οι δρόμοι γύρω του μεταμορφώνονταν σε ό,τι τους ήθελε η φαντασία του και το ήξερε. Έπρεπε να σταματήσει το μυαλό του για να δει την Πραγματικότητα. Το μεγαλύτερο προσόν και η μιζέρια της ζωής του ήταν που μπορούσε όλα να τα κάνει ευχάριστα ή δυσάρεστα με μια σχέση. Ζούσε στην ψευδαίσθηση.

Μπορούσε να βγει έξω όποια στιγμή ήθελε, είχε την άδεια και τις ευλογίες όλων, ακόμα και τις διαταγές τους, διάολε. Του πήρε δεκαπέντε χρόνια να το κάνει και τώρα ένιωθε χαμένος, ειδικά από την ώρα που μπήκε στα όρια της πόλης. Η άσφαλτος πάντα του δημιουργούσε δυσαρέσκεια, αλλά ο συνδυασμός της με τα φώτα ήταν τελείως αποπροσανατολιστικός. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και το σκηνικό έγινε κάπως πιο ήπιο. Συνήθιζε.

Στη γωνιά του δρόμου, κάτω από την ελάχιστη προστασία ενός περβαζιού ήταν ένας άστεγος. Έμοιαζε πιωμένος, αλλά δεν μύριζε αλκοόλ όπως οι περισσότεροι, αυτό θα του δημιουργούσε σιχασιά. Κάθισε κοντά του και τον άφησε να μονολογεί για τον βρομόκαιρο.

«Άμα δε με βρουν κατεψυγμένο το πρωί, υπόσχομαι να πάω στους Ανώνυμους Αλκοολικούς αύριο», του είπε σε κάποια φάση. «Έτσι μπορεί να με δεχτεί και η γυναίκα μου πίσω.». Τον άφησε να του πει για τη ζωή του, με μεγάλα κενά αντίληψης και πολλές άχρηστες λεπτομέρειες. Οι ιστορίες των ανθρώπων πάντα φιλτράρονταν μέσα του, γίνονταν κάπως σα δικές του εμπειρίες.

Κάθισε κοντά του κι άλλο, ο άστεγος χρειαζόταν ένα φίλο. «Θα πεθάνω απόψε, αν χιονίσει», του είπε. Του έπιασε το χέρι και του έδειξε τον ουρανό, η κοκκινίλα είχε φύγει, ο αέρας γινόταν κάπως μαλακότερος. «Ούτε καν θα βρέξει», μονολόγησε ο άντρας και η φάτσα του χαμογέλασε ολόκληρη.

«Θέλω να κοιμηθώ», είπε κι έστρωσε τα υπάρχοντά του στο κεφαλόσκαλο. Τον άφησε να ξεκουραστεί. «Μην ξεχάσεις την υπόσχεση σου», είπε λίγο πριν φύγει. «Αύριο το πρωί, Ανώνυμοι Αλκοολικοί». Είχε σώσει έναν άνθρωπο.

Ο δρόμος του φάνηκε τώρα σχεδόν φιλόξενος, σα να μη χρειαζόταν να καταβάλει προσπάθεια για να περπατήσει. Σιχτίρισε μέσα από τα δόντια του κι αμέσως ένιωσε την κούραση να γυρίζει στα μέλη του. Έπρεπε να σταματήσει να το κάνει αυτό στον εαυτό του. Άστεγοι που δε βρωμάνε και υπόσχονται να αλλάξουν τη ζωή τους στον πρώτο περαστικό. Ούτε μελό γυναικούλα δε θα το σκεφτόταν αυτό, πόσο μάλλον να το έκανε πραγματικότητα. Πίεσε το μυαλό του να μη φτιάχνει εικόνες, να μπορέσει να ζήσει λίγο ωμό ρεαλισμό.

«Σύνδρομο Πραγματικής Φαντασίας», το έλεγαν, χαϊδευτικά Σ.Π.Φ. Γύρω στα δέκα άτομα σε όλο το Σύμπαν έπασχαν από αυτό. Ζούσαν στον δικό τους κόσμο, εντελώς αποκομμένοι από την πραγματική Πραγματικότητα. Δεν ήταν σίγουρος ότι το καταλάβαινε κι ας του το είχαν εξηγήσει διεξοδικά από τότε που τον διέγνωσαν και μετά. Αυτός ο άστεγος ήταν τόσο αληθινός, αλλά υπήρχαν σημάδια που πρόδιδαν την ανυπαρξία του – η καθαριότητα, η σοβαρότητα, η διάθεση για κουβέντα. Αυτά δεν υπήρχαν στον πραγματικό Πραγματικό Κόσμο.

Τα άτομα με τη δική του πάθηση, γεννιόνταν συχνά και με άλλες γενετικές ανωμαλίες, συνήθως νοητική στέρηση και δυσμορφίες προσώπου. Δυο όλοι κι όλοι είχαν κανονικό δείκτη ευφυΐας και ήταν εν ζωή, αυτός και η Λίνα. Η νοητική στέρηση ήταν ευλογία, μπορεί να ζούσες στον κόσμο σου, αλλά δεν καταλάβαινες πως ήταν ψεύτικος. Ήσουν ευτυχής ή δυστυχής, κατά βούληση.

Αυτός ήξερε τα πάντα, βούλιαζε για λίγο στην παραίσθηση κι έπειτα ο κόσμος ερχόταν να καταρρεύσει στο πλάι του. Μερικές φορές η βλακεία είναι απαραίτητη. Αναστέναξε. Με τη Λίνα βλέπονταν μερικές φορές μέσω τηλεφώνου. Ήταν όμορφη, τόσο όμορφη που δε θα το περίμενε ποτέ κανείς να πάσχει από ΣΠΦ. Πρέπει να ήταν ακόμα πιο δύσκολο για κείνη, οι δικές του δυσμορφίες είχαν διορθωθεί όταν ήταν πολύ μικρός, η εμφάνιση του ήταν φυσιολογική, η ζωή του δεν ήταν. Η ζωή σε ίδρυμα δεν είναι ποτέ κανονική. Βάφτιζε την ψυχιατρική κλινική σχολείο, αν και στις στιγμές διαύγειας αυτό τον τρέλαινε ακόμα περισσότερο.

Οι άλλοι γύρω του ήταν τρελοί, ηλίθιοι, ή νοσηλευτές, προτιμούσε να τους φαντάζεται μαθητές και δασκάλους. Αυτό που τον εξόργιζε ήταν πως ήξερε πως μπορούσε να φτιάξει έναν καλύτερο κόσμο, αν τον άφηναν. Φυσικά ψεύτικο, αλλά τέλειο.

Ούτε οι γονείς του δεν άντεξαν τον τέλειο κόσμο και δεν τους αδικούσε. Δεν είναι λίγο εκεί που ζεις τη ζωή σου έτσι όπως είναι, να βυθίζεσαι στην παραίσθηση του γιου σου κι έπειτα να ξαναπέφτεις στη μιζέρια της πραγματικότητας. Αυτό ήταν το βασικό του πρόβλημα, οι άλλοι. Οι ασθενείς με Σ.Φ.Π τους χρησιμοποιούσαν, τους έβαζαν στην πραγματικότητα τους. Οι γονείς του βαρέθηκαν να ζουν ευτυχισμένοι, όσο ήθελε εκείνος. Θα ήταν χαρούμενοι αν δεν συνειδητοποιούσε ποτέ την αλήθεια, αν τους άφηνε να ζουν όπως στο μυαλό του για πάντα. Μα, αυτός κάποια στιγμή την έβλεπε την πραγματική Πραγματικότητα, κι εκεί οι δυο του δεν άντεχαν ο ένας τον άλλον ούτε ώρα.

Η βόλτα τού έκανε καλό. Οι συμμαθητές του είχαν δίκιο τόσον καιρό που τον παρότρυναν να βγει έξω, να δει τον κόσμο έξω από τα κάγκελα. Σε λίγο θα χάραζε στο θόλο, φαίνονταν κιόλας οι πρώτες υποψίες του ροζ και του μοβ στον ουρανό. Ένιωθε χαρούμενος. Το σώμα του είχε μια ιδέα αρρενωπότητας ήδη. Ήταν δεκαπέντε χρόνων, όλη η ζωή δική του. Και σε λίγο θα έβλεπε τη μοναδική γυναίκα που πόθησε ποτέ.

Η εκπληκτική της ομορφιά τον άφησε άναυδο. Όσες φορές κι αν την έβλεπε στο τηλέφωνο δεν τη χόρταινε. Το σχήμα του προσώπου, το χρώμα των ματιών, των μαλλιών, όλα πάνω της ήταν τέλεια. Έτρεξε να την αγκαλιάσει. Έσκυψε και τη φίλησε και στα δυο μάγουλα. Εκείνη δεν τον αγκάλιασε, αν και ήξερε πως το ήθελε πολύ. Ήδη τους είχε βάλει στον κόσμο της. Θα κάνανε πικ νικ. Η Λίνα ήταν ο μόνος πάσχων από Σ.Π.Φ στον κόσμο που ήταν τετραπληγική, αλλά σε λίγο όλα αυτά θα έπαυαν. Έκλεισε το μυαλό του, για να μην παρεμβαίνει με το δικό της, και χώθηκε στη δική της ζωή.

Άρχισε να τρέχει για να την προλάβει. Φορούσε το ωραιότερο φόρεμα που υπήρχε ποτέ και όταν την έπιασε το κορμί της σπαρτάρισε με το πρώτο του άγγιγμα. Κάναν έρωτα σα να μην υπήρχε αύριο. Στην ουσία δεν υπήρχε. Η ευτυχία είναι δυο στιγμές.

Ξύπνησε με ένα φοβερό πονοκέφαλο. Πάνω του ο θόλος είχε αρχίσει να βραδιάζει. Από μακριά η φωνή της μάνας του έφτασε εφιαλτική. Τη μισούσε. «Πού ήσουν, μπορείς να μου πεις; Θα μας βάλουν φυλακή », άρχισε να κλαίει.

Ο άστεγος είχε βρεθεί νεκρός από το κρύο, ο καιρός στην Πραγματικότητα δεν είχε γλυκάνει. Κι η Λίνα είχε κάνει μήνυση για βιασμό. Κανείς δε μπορούσε να εξηγήσει γιατί είχε εμμονή με αυτήν την κοπέλα, γιατί νόμιζε πως έπασχαν από το ίδιο πράγμα, ακόμα χειρότερα δεν καταλάβαιναν γιατί τη φανταζόταν ανάπηρη.

Κοίταξε το θόλο πάνω από το κεφάλι του. Είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει κι η Λίνα χαμογελούσε μακάρια στην αγκαλιά του. «Σ’ αγαπώ», του ψιθύρισε.