Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκιουράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκιουράκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19/8/14

Στο νησί με δυο μικρά






Γυρίσαμε αισίως από ένα δεκαήμερο διακοπών στην Ζάκυνθο. Στο εξοχικό των γονιών του Β. βεβαίως, σχέδιο στο οποίο καταλήξαμε έπειτα από σκληρές διαπραγματεύσεις με τον Βούδα μου- στην αρχή έμοιαζε σχεδόν ιδανικό το να μην πάμε πουθενά με ένα μωρό 9 μηνών κι ένα νήπιο, μετά εγώ φρικάρισα στην ιδέα να μην κάνω διακοπές μια τόσο δύσκολη χρονιά.

Ταξιδέψαμε ως την Κυλλήνη με δυο αμάξια, στο ένα το 4χρονο σκιουράκι και ο μπαμπάς του, στο άλλο εγώ, το κοτσυφάκι κι η γιαγιά. Φορτωμένα και τα δυο αυτοκίνητα ως επάνω, με πάρκο, καρότσι, μπανιέρες, βαλίτσες (μια ομορφιά το μάζεμα, το κουβάλημα, το φόρτωμα). Ο δρόμος ήταν που ήταν άθλιος, τώρα με τα έργα είναι απαράδεκτος και δύσκολος. Όποτε χρειαζόταν να σταματήσω για να τσεκάρω το μωρό, αυτό γινόταν σε μια γούβα κυριολεκτικά του δρόμου όπου ήμουν τυχερή που κανένα λεωφορείο δεν με πήρε παραμάζωμα. Πάντως χόρτασα σφύριγμα, που θέλω να πιστεύω πως ήταν γιατί ο αέρας έπαιρνε τη φούστα μου όσο έσκυβα (ναι και μπορεί).

Με αυτή την ειδυλλιακή αρχή κατά νου, δεν πίστευα και πολύ στην επιτυχία των διακοπών μας. Κι όμως, η διαμονή μας στο νησί ήταν άψογη. Τα παιδάκια μου ξεσάλωσαν, ο μικρός σκιουράκος κυνηγούσε κότες, σκύλους, γάτες, έκανε μπάνιο, έχτισε κάστρα. Ο κοτσυφάκος έβγαλε μιαν ακρούλα από το πρώτο του δοντάκι, ερωτεύτηκε τον παππού του, είπε – ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε- μαμά, μπαμπά και μαμ, μισοσηκώθηκε. 

Αλλά κι εμείς, που για πρώτη φορά είχαμε κάποιον να μας κρατά τα παιδιά σε σταθερή βάση, βγήκαμε – μη φανταστείτε εξαλλοσύνες, μια βόλτα, ένα φαί, ένα ποτό μοιάζουν πολυτέλειες ετούτη τη στιγμή- χαρήκαμε τα παιδιά μας, τα καμαρώσαμε. Κάποιες στιγμές ένιωσα κι ευτυχισμένη.

Ο γυρισμός ήταν λίγο δυσκολότερος από τον πηγαιμό. Ο μωρό κοιμήθηκε πολύ λίγο και έκλαψε πολύ, εγώ ένιωθα πολλές τύψεις που ήταν τόσες ώρες πίσω μόνο του σε ένα καθισματάκι να κλαίει, οι στάσεις ήταν ατελείωτες, μας πήρε σύνολο ένα δεκάωρο να φτάσουμε. Χθες πια στις 9, παράτησα τις βαλίτσες μες στην μέση, μας έκανα μπάνιο, μας τάισα και μας έβαλα για ύπνο. Τώρα, με δυο πλυντήρια ήδη στο σκοινί, νιώθω κάπως καλύτερα.

 Υ.Γ 42 Διάβασα πέντε εκπληκτικά βιβλία, αλλά για αυτά θα σας πω προσεχώς. 



23/12/13

Στον Σέργιο



Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αίσθηση παντοδυναμίας από κείνη που σηκώνεις ένα μωρό που ουρλιάζει πονεμένο, το χώνεις στην αγκαλιά σου κι αυτό παραδίνεται στον χτύπο της καρδιάς σου και αποκοιμιέται ευχαριστημένο. Αυτή η στιγμή στον χρόνο είναι που κάνει τον γονιό θεό, τον ατσαλώνει να αντέξει, χτίζει ανθρώπους όμορφους και δυνατούς, που μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους και να ζήσουν ταυτόχρονα μακριά από αυτά.

Η Κατερίνα πάντα θα αγαπάει ένα Σέργιο.

Αυτή είναι η αλήθεια, πικρή και γλυκιά μαζί, που με κάνει μερικές φορές να μένω ξάγρυπνη τα βράδια με ένα δάκρυ ψιλό, ανεπαίσθητο. Δίπλα μου κοιμάται ο Σέργιος, ένα μωράκι χαρούμενο και ήρεμο, που μόλις έχει θηλάσει τη μαμά του. Στις σκέψεις μου όμως είναι ένας άλλος Σέργιος, που είχε ζήσει κι αυτός τις ώρες της παντοδυναμίας του μαζί μου. Που μου είχε αδυναμία.

Μαθαίνω να ζω χωρίς εκείνον. Αυτό είναι ταυτόχρονα δυνατό και αδύνατο. Δεν μπορεί να το χωρέσει ο νους μου. Μαθαίνω να είμαι χωρίς εκείνον, είμαι ήδη διαφορετική, με άλλαξε με κρότο η απώλεια και τώρα με αλλάζει η καθημερινότητα, τα καινούργια που δεν τα ξέρει και δεν ξέρω τι θα ένιωθε για αυτά.

Αν και ο πατέρας μου ευθύνεται για την αγάπη στη γραφή και την ανάγνωση, τις τέχνες, την πολιτική, την ιστορία, τις γλώσσες, ξέρω καλά πως θα σκιαζόταν από το βιβλιοπωλείο και το βιβλίο. Ίσως να μην τα επιχειρούσα αν ήταν ακόμα εδώ να με σκεπάζει με την αίγλη της παρουσίας με τους φόβους και τις αγωνίες του.

Η Κατερίνα πάντα θα έχει αδυναμία σε έναν Σέργιο.

Αυτό το μωράκι που μπήκε στην κοιλιά μου αναπάντεχα και κοιμάται στην αγκαλιά μου όσο γράφω αυτά τα ολίγα, με δίδαξε το πιο άγριο μάθημα. Η ζωή προχωρά. Έγιναν ήδη σε έναν χρόνο τόσα που δεν τα ξέρει ο μπαμπάς μου, κάποια που θα τον σόκαραν. Η ζωή προχωρά κι αυτοί που αγαπήσαμε, αυτοί που αγαπάμε, κι αυτοί που θα αγαπήσουμε στο μέλλον πορεύονται μαζί μας. Και τα παιδιά μου, που δεν θα τον θυμούνται, θα έχουν πάντα κάτι από κείνον.

   


25/10/13

Μια ακόμα ιστορία τοκετού (μη βρίζετε καλέ...)




Επανέρχομαι δριμύτερη μετά από μια εβδομάδα αποχής, όχι με μια βιβλίο- αλλά με μια  μαμαδο-ανάρτηση. Προειδοποιώ για να μην ακούσω γκρίνιες πως αναγκαστικά αυτές θα πυκνώσουν - είμαι λεχώνα, οι ορμόνες μου για τον μικρό νεογεννητούλι χτυπάνε κόκκινο και δεν βρίσκω τον λόγο να ξεσπάσω κάπου αλλού παρά εδώ, στο προσωπικό μου ιστολόγιο. Θα πρέπει να με ανεχτείτε.

Γέννησα τον μικρούλη SQ2* την προηγούμενη Παρασκευή κι ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω πως αυτό το πλασματάκι που βγήκε από τα σπλάχνα μου είναι κοντά μας μόνο μια εβδομάδα. Στο σπίτι ακόμα βρίσκουμε ρυθμούς, προσπαθούμε να θυμηθούμε γιατί την προηγούμενη φορά το μπάνιο δεν έμοιαζε τόσο βομβαρδισμένο (μάλλον γιατί δεν είχε και το γιογιό εκτός από την αλλαξιέρα μέσα), να δούμε πως αντιδρά ο σκιουράκος στην ξαφνική επίθεση του γλυκού μωρού αδελφού, να συνέλθω εγώ σωματικά από την δοκιμασία.

Στην διάρκεια της εγκυμοσύνης υπήρξα παραδόξως ατρόμητη, αν και είμαι διαβητική  κι οι κυήσεις μου είναι πάντα «υψηλού ρίσκου». Έβαλα μπροστά ένα φιλόδοξο πρότζεκτ που απαιτούσε πολλή από την προσοχή μου -και τις επόμενες μέρες ολοκληρώνεται- διάβασα, έγραψα, δούλεψα, σχεδόν με τους παλιούς ρυθμούς, μέχρι τον ένατο. Αν εξαιρέσει κανείς τις 5 ενέσεις την ημέρα, τα 11 χάπια (η αναιμία χτυπούσε κόκκινο) και τις συχνές εξετάσεις, τα έκανα όλα σαν να μην είχα ένα μωράκι μέσα μου. Ώσπου, εκεί κάπου στον ένατο, μια μέρα που είχα πιεστεί αρκετά, είδα αίμα. Δε γεννούσα. Με θέσαν σε κατ’ οίκον περιορισμό, ανέβασα πίεση, είχα συνεχώς συσπάσεις.

Μια εβδομάδα άντεξε ο γυναικολόγος κι έπειτα με έβαλε για προγραμματισμένο φυσιολογικό τοκετό. Με το που σπάσαν τα νερά, ο γιατρός έκανε χειραψία με τον sq. O μικρός ερχόταν με το χέρι, τα νυχάκια του ήταν μεγάλα και κοφτερά. «Αν γεννήσεις φυσιολογικά», μου είπε, « θα σε σκίσει τόσο πολύ και θα χάσεις τόσο αίμα που θα χρειαστεί να σε μεταγγίσω». Φοβήθηκα. Ίσως αν ήμουν μικρότερη, αν δεν ήξερα, αν είχα περισσότερα κουράγια, αν δεν ήταν πια τόσοι οι παράγοντες κινδύνου που φώναζαν καισαρική (διαβήτης, ινσουλίνες, αιματοκρίτης, πίεση, χεράκι με κοφτερά νυχάκια) να το είχα προσπαθήσει. Δεν το έκανα, 2 ώρες μετά ο μικρούλης ήρθε στον κόσμο, υγιέστατος και ροδαλός, σαν κάθε μωρό που δεν πιέστηκε.

Έχοντας πια την εμπειρία από έναν 15ώρο φυσιολογικό τοκετό και μια μονόωρη καισαρική, θα διάλεγα τον πρώτο με κάθε τίμημα. Για αρχή από την καισαρική λείπει εκείνη η ηδονική στιγμή της γέννας, μια αίσθηση τόσο μεθυστική ανάμεσα σε ανακούφιση και άδειασμα, που όμοιά της δεν υπάρχει και δεν θα την ζήσει μια γυναίκα πολλές φορές στη ζωή της. Κι από την άλλη στον φυσιολογικό τοκετό η ταλαιπωρία διαρκεί μια μέρα και μια νύχτα, στην καισαρική ταλαιπωρείσαι μια εβδομάδα με πολλούς πόνους κι έπειτα πρέπει να περιμένεις να αποκατασταθεί το σώμα σου, όπως μετά από κάθε χειρουργείο. Όλα αυτά θηλάζοντας ένα νεογέννητο.   

Το οποίο νεογέννητο είναι αντικειμενικά το ομορφότερο μωρό που έχω δει. Ποτέ.



* Το παρατσούκλι του νεογνού ήτο σκιου2, ώσπου έκανα το λάθος να το αναφέρω στο facebook. Ο Σπύρος Γλύκας τον μετονόμασε αμέσως σε sq2 και του μείνε.    


16/6/13

Η δεύτερη φορά




    Λοιπόν οι άντρες αναγνώστες αυτού του ιστολογίου προειδοποιούνται πως θα ακολουθήσει άκρως γυναικεία και δη μαμαδίστικη ανάρτηση και από τούδε και στο εξής δεν φέρω καμία ευθύνη αν επιλέξουν να συνεχίσουν να διαβάζουν και σκυλοβαρεθούν.

    Θα μιλήσω για τη δεύτερη εγκυμοσύνη μου, εν ολίγοις. Είχαμε πάρει απόφαση πέρυσι τέτοια εποχή πως θέλουμε και δεύτερο παιδάκι- θα ξεκινούσαμε να προσπαθούμε από Σεπτέμβρη. 31 Αυγούστου πέθανε ο πατέρας μου∙ ένας θάνατος που με άφησε σμπαράλια, ξαφνικός και απροσδόκητος, όσο διαρκεί ένα καλοκαιρινό μπάνιο. Για ένα μήνα διαλύθηκα, δεν πάτησα στην δουλειά, σχεδόν δεν βγήκα από το σπίτι. Έπειτα η ζωή ξαναγύρισε με όλη της την αγριάδα να με κοιτάξει στη μούρη. Όχι, δεν έφταιγε που είχα άντρα και παιδί και ξεχάστηκα. Η αντίδρασή μου ήταν βίαιη και φιλοσοφική και αφορούσε τον πατέρα μου. Αυτά που μου έμαθε εκείνος, το ότι έχασα τον μόνο άνθρωπο που με αγαπούσε ανιδιοτελώς σε αυτή τη ζωή κι αυτή η αγάπη δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να αποκατασταθεί, και τέλος η ατέλειωτη δίψα του να ζήσει, να τα απολαύσει όλα ως την τελευταία σταγόνα. Όχι τα τελευταία χρόνια που ήταν άρρωστος, πάντα.

   Τέλη Οκτώβρη αποφάσισα πως ήταν ιεροσυλία να μπορώ να δημιουργήσω ζωή και να μην το κάνω. Άλλαξα τη διαβητική μου αγωγή σε ινσουλίνη για να μπορώ να μείνω έγκυος. Και τους πρώτους δυο μήνες αγχώθηκα τόσο που αυτό ήταν αδύνατο, φυσικά. Μόλις άρχισα να χαλαρώνω, να βγαίνω, να ασχολούμαι με το βιβλίο μου, να γνωρίζω κόσμο, σχεδόν να μη θέλω πια και να αναρωτιέμαι γιατί τρυπιέμαι 4 φορές τη μέρα σαν τη χαζή- αρχές Φλεβάρη- έμεινα έγκυος. Και μετά τι;

     Και μετά, άρχισε μια εγκυμοσύνη παιδική χαρά. Καμία σχέση με τον φόβο της προηγούμενης. Δεν είχα εμετούς, δεν το είπα σε κανένα παρά στους πιο κολλητούς μου φίλους, είχα αποκόλληση κι ούτε στιγμή δε σκέφτηκα πως δεν θα τα καταφέρουμε. Η δεύτερη εγκυμοσύνη δε μοιάζει με την πρώτη, μπορεί να είναι καλύτερη, μπορεί να είναι χειρότερη. Για κάποιον καιρό, όλο το πρώτο τετράμηνο χειρίστηκα την κατάσταση με τον εξής έξυπνο τρόπο, η κατάστασή μου δεν με εμπόδισε σε τίποτα, ήταν σα να μην υπήρχε. Τους πρώτους τρεις μήνες την πρώτη φορά είχα λαλήσει.

     Τώρα στον πέμπτο πια, έχω αρχίσει να φουσκώνω. Και να καταλαβαίνω πως είμαι έγκυος, αν και ακόμα να συνειδητοποιήσω τους περιορισμούς μου. Δεν ξέρω αν φταίει η εμπειρία, η ύπαρξη του μικρού σκίουρου που απλοποιεί τα πράγματα. Εγώ πιστεύω πως έχω απλά αλλάξει, η εγκυμοσύνη μου τούτη τη φορά δεν είναι πηγή ανεξάντλητου άγχους όπως η πρώτη, είναι η δύναμη για να σχεδιάσω όλο και περισσότερα πράγματα, να κερδίσω καινούργιους στόχους. Ναι, δεν έχω μιλήσει σε τούτο το μωρό μες στην κοιλιά σχεδόν καθόλου, δεν το έχω χαϊδέψει ακόμα όπως έπρεπε. Όμως όταν με κλωτσάει νιώθω την ίδια γλύκα και προσμονή. Στο προηγούμενο νόμιζα πως ο τοκετός είναι το τέλος της δοκιμασίας, δεν είχα καμία αίσθηση του μετά. Σε αυτό ξέρω πως η γέννα είναι πάντα η αρχή.



19/2/13

Μια ερωτική επιστολή




Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές τι είναι αυτό που μας κάνει να αγαπάμε τους ανθρώπους, την ποιότητα των συναισθημάτων, το αν και κατά πόσον αυτά θα ωριμάσουν με το χρόνο ή θα χαθούν στον αρχικό ενθουσιασμό. Να πω την αλήθεια, τέτοιου είδους σκέψεις έκανα κι όταν γεννήθηκε ο γιος μου, η μητρική αγάπη δεν άνοιξε σαν μια κάνουλα ασυγκράτητη, ήμουν με το μικρό μου μωρό σοβαρή και συνεσταλμένη. Στον ποιοτικό έλεγχο το αίσθημα μου έβγαινε ερωτικό, με όλη την αρχική ένταση, την απόλυτη αφοσίωση, την ανάγκη να είσαι κοντά σε αυτόν που είσαι ερωτευμένη μαζί του συνέχεια, να του μιλάς και να τον αγκαλιάζεις. Τρία χρόνια μετά έχω να δηλώσω πως η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά έχει την εξής διαφορά από τη συντροφική: δε χάνει τη φόρα της.

Σαν σήμερα τρία χρόνια πριν έπαψα να είμαι εγώ το μωρό του σπιτιού, προβιβάστηκα σε ενήλικα, βούτηξα στα βαθιά μιας κατάστασης που δεν τη φανταζόμουν, ούτε μπορούσα μες στο μυαλό μου να τη χωρέσω. Κι αυτή η αδιανόητη δυσκολία- μαζί με την απίστευτη χαρά- με ακολουθεί πιστά ακόμα και τώρα. Όχι, το να είσαι γονιός δεν είναι το ευκολότερο πράγμα του κόσμου, αλλάζει όλα όσα είχες δεδομένα στη ζωή σου, σε υποβιβάζει στη δεύτερη κατηγορία προτεραιότητας, σου γαμάει εκείνα τα σχέδια για τα οποία γέλαγε ο θεός. Αλλά αυτό μικρή σημασία έχει μπρος στην αιωνιότητα.

Τα παιδιά είναι το στοίχημα με την αθανασία, κι αυτό ανοίγει μια άλλη σχέση με τον εγωισμό. Ο γονιός παραμελεί τις άμεσες ανάγκες του, όμως το παιδί είναι η απόδειξη πως υπάρχει μια συνέχεια ακατάλυτη. Και δε μιλώ μονάχα για το γενετικό υλικό (ναι, λιώνω που ο σκίουρος έχει τα λακκάκια μου, κι αυτό το βλέμμα που είναι το βλέμμα μου, με συγκινεί) αλλά για την αίσθηση πως ένας νέος άνθρωπος διαμορφώνεται εμπρός σου∙ από σένα, για σένα, για να φύγει από σένα και να εξελιχθεί σε κάτι άλλο, που θα είσαι εσύ, που ίσως είσαι εσύ και δεν το ξέρεις ή δε θα το δεις- κοντόφθαλμα ποτέ- πως ήσουν. Αγαπώ το παιδί μου με μια φόρα ακατάληπτη, όχι χωρίς ανταλλάγματα, ποτέ χωρίς προϋποθέσεις- ωραίο θα ήταν αυτό, αλλά δεν υπάρχει- αλλά με μια ένταση δυσεξήγητη.

Στα χρόνια που θα έρθουν, αν όλα πάνε καλά, υποψιάζομαι πως η φόρα δε θα κοπεί. Ο έρωτας του γονιού – η αγάπη του παιδιού είναι διαφορετικό πράγμα, σε έκταση, σε ρυθμό-  είναι εκρηκτικός. Υποψιάζομαι όμως πως θα βαθαίνει ο δεσμός έτσι που όλα αυτά τα ωραία που έχω στο μυαλό μου πως ο γιος μας δε θα πάψει να είναι μια διαφορετική οντότητα από μένα, πως θα το αφήσω ελεύθερο να γίνει αυτό που αγαπά, θα τα ξεχάσω. Και θα τον καταπιέσω αφόρητα, όπως οφείλει κάθε ελληνίδα μάνα που σέβεται τον εαυτό της.

Υ.Γ. Το σκιουράκι μου γεννήθηκε σα σήμερα πριν τρία χρόνια κι ακόμα με συγκλονίζει η ιδέα πως βγήκε από τα σπλάχνα μου, πως αναγκάστηκαν να κόψουν το νήμα που μας έδενε για να έρθει κοντά μας.


26/6/12

Στο νησί των Πυροτεχνημάτων

Λοιπόν, λοιπόν, ο μικρός βιβλιόφιλος (λέμε τώρα...) σκιουράκος γράφτηκε παρακαλώ στο Fan fun club του Ευγένιου Τριβιζά, οπότε σήμερα έλαβε ένα ευγενέστατο γράμμα, ένα βιβλίο για τον μικρούλη κι ένα για τη μαμά!!!!




22/6/12

H ευτυχία είναι δυο χρονών




Χθες βράδυ, περπατώντας στην προκυμαία ενός νησιού του Σαρωνικού, ένα μικρό κοριτσάκι, μηνών μόλις, μου χαμογέλασε μέσα από το καροτσάκι του με μια περίεργη επίγνωση, σα να ήταν μια ψυχή αρχαία που ξαναγύρισε κοντά μας. Θα ανατρίχιαζα, αν δίπλα ο δικός μου γιος, στην ώριμη ηλικία των 2 χρονών και 4 μηνών δεν ρώταγε ταυτόχρονα τον μπαμπά του «τι είναι αυτό». Κι αφού του εξηγήσαμε πως ήταν καρτοτηλέφωνο- γιατί τα κρατάνε τα άχρηστα απολιθώματα δεν μπορώ να καταλάβω, τα μισά δεν δουλεύουν έτσι κι αλλιώς- συνέχισε «τι είναι αυτό» και «τι είναι αυτό» και «τι είναι αυτό», ώσπου ονομάσαμε κάθε βάρκα, κάθε σημαία, κάθε άγκυρα, κάθε σταθμό για νερό και ρεύμα για τα πλοία, κάθε παγκάκι. Κι ύστερα άρχισαν οι παρατηρήσεις:
«Αυτό το παγκάκι το βάλανε ανάποδα. Πολύ λάθος»
«Τι κάνει ο κύριος;»
«Δεν είναι η θέση του εδώ»
«Πουλάκι, δεν μπορούμε να το πιάσουμε»
«Τα πατουσάκια μου είναι λερωμένα, να τα πλύνουμε»
Με μια ατελείωτη διάθεση σχολιαστή ποδοσφαιριστή αθλητικού αγώνα, ο μικρός σκιουράκος ήθελε να κατανοήσει τον κόσμο. Όταν του μιλούσα μέσα στην κοιλιά μου, νόμιζα πως μιλάω στο πιο πολύξερο, το πιο παντοδύναμο πλάσμα του κόσμου. Μετά γεννήθηκε και για λίγο αφοσιώθηκα στα πρακτικά, στους κολικούς, στα κλάματα και το θηλασμό του και ξέχασα εκείνους τους διαλόγους∙ και τώρα παντοδύναμα τα λόγια επανήλθαν, τώρα που η κατανόηση της γλώσσας ήρθε, που μπορεί να καταλάβει, αυτοί οι φιλοσοφικοί διάλογοι ξαναγύρισαν με βία, με σουρεαλισμό, με μια αντίθεση απίστευτη. Ο γιος μου είναι μια νεαρή ψυχή, ολόκληρη την περιέργεια της νιότης του, βουτηγμένη στην προσπάθεια κατανόησης του γύρω κόσμου. Κάποτε τα μωρά μοιάζουν άχρονα, ίδια με τους γέρους- σοφά και σαλιάρικα μαζί- αλλά δεν είναι. «Αυτό τί είναι;», ρωτάνε κάθε δεύτερη κουβέντα, με έμφαση στο τι, κι είναι στο χέρι μας να τους μάθουμε έναν καλύτερο κόσμο.


26/5/12

Αυστηρά για μαμάδες (άντε και για μπαμπάδες...)



Ο σκιουράκος τρελαίνεται για το εν λόγω ελαφαντάκι. Αλλά κι εμένα μου έχει κολλήσει και το τραγουδάω συνέχεια..... Και ξέρει απέξω την "ντροπαλή ντομάτα", από την πολύ καλή εκπαιδευτική σειρά "Ένα γράμμα, μια ιστορία"



Δεν έχω καμία ηθικοπλαστική ένσταση με την μπεμπέ λιλλή ή τους mazoo. Νιώθω όμως περηφάνια που στα δύο του ξέρει τον Πίκο Απίκο και τραγουδάει την "Ρόζα, Ροζαλία".  Κουκουβααααααα


Υ.Γ. Αφορμή για αυτήν την έξαρση μητρικού ενστίκτου υπήρξε αυτή η ανάρτηση στο Ψαροκόκαλο

19/2/12

Σαν σήμερα


Σαν σήμερα πριν από δυο χρόνια, ξύπνησα στις 3 το πρωί, τσεκάρισα για τελευταία φορά την βαλιτσούλα μου- δυο ήτανε, μια μεγάλη, μια μικρή- βόλεψα κάπως την τεράστια κοιλιά μου στη θέση του συνοδηγού και κατά τις 5 το πρωί ήμουν στο μαιευτήριο. Μετά τα απαραίτητα beaute, ο γιατρός μου έβαλε τεχνητούς πόνους. Ακριβώς 14 ώρες και 39 λεπτά μετά, γέννησα τον Δημητράκη φυσιολογικά, που δεν έκλαψε. Έκλαψε κάποια λεπτά μετά.

            Σαν σήμερα, στις 7 και 39 το απόγευμα, γεννήθηκε ο μεγαλύτερος μου έρωτας, που τον βίωσα όπως όλες τις αγάπες μου, σταδιακά και επιφυλακτικά στην αρχή μέχρι να βρω τα πατήματα, και με φόρα φορτηγού στη συνέχεια, ένα τυφώνας που σαρώνει τα πάντα. Χρόνια πολλά στο αγόρι μου, αντικειμενικά το ομορφότερο, εξυπνότερο και καλύτερο παιδί του κόσμου.


31/10/11

είν' ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός


Έχω, σε γενικές γραμμές, μια κάπως ασαφή αίσθηση του χρόνου, όπως όλοι οι άνθρωποι. Άλλοτε επιμηκύνεται η στιγμή, άλλοτε συρρικνώνεται ο χρόνος. Είναι ο τρόπος  του εγκεφάλου να συλλέγει πληροφορίες τέτοιος που απορρίπτει τη συνέχεια, κατακερματίζει το μεγάλο, το αποθεώνει στις λεπτομέρειες. Αν στην εφηβεία μου με ρωτούσες τι είναι ένας τριανταπεντάρης θα σου απαντούσα οικογενειάρχης μεσήλικας. Αν τότε με ρωτούσες αν θα κάνω παιδιά, θα σου απαντούσα πως αυτό προβλέπεται για το τέλος της ζωής μου, δηλαδή τα τριάντα. Ε, λοιπόν, τα πάντα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο και στα τριάντα ήμουν έγκυος. Όμως ο χρόνος έχει μια τάση να μας κρύβεται για να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε στην καθημερινότητα, να τη διευρύνουμε. Αν με ρωτήσεις τώρα θα σου πω πως στα σαράντα ο άνθρωπος είναι ένας μεσήλικας οικογενειάρχης. Μάλλον σε εφτά χρόνια θα έχω άλλη άποψη.

            Ένα από τα θέματα που πάντα απασχόλησε όλους όσους γράφουν κι όσους δεν- υποψιάζομαι μάλιστα πως πρόκειται για το θεμελιώδες ερώτημα όλων των τεχνών- είναι η διαχείριση αυτού του χρόνου ως και το θάνατο. Αυτό σε σχέση με την δυο πρωταρχικά ένστικτα του ανθρώπου, την αναπαραγωγή και την ανάγκη για σταθερότητα. Με λίγα λόγια η ρουτίνα επιμηκύνει ή μικραίνει το χρόνο ως το τέλος. Η σταθερή βάση του χρόνου, θα κάνω «αυτό», «τότε», «με αυτόν τον τρόπο», επινοήθηκε γιατί πηγάζει από μέσα μας, είναι μέσο επιβίωσης. Από την άλλη η ατέρμονη διαδοχικότητα ημερών που μοιάζουν η μια στην άλλη, τροφοδοτεί έναν μηχανισμό λήθης. Έτσι αν η ρουτίνα είναι η βασική γραμμή ευτυχίας, τότε οι διακυμάνσεις μόνο καταγράφονται, διαφορετικά αφήνεσαι στη ροή της και βρίσκεσαι στο τέλος της ζωής σου, δηλαδή στα τριάντα.

             Κάποτε με την κολλητή μου φιλενάδα μοιραζόμασταν ένα μονό κρεβάτι τα βράδια για να μιλάμε ψιθυριστά ως το πρωί. Τότε στα είκοσι μας ακόμα είχε την αίσθηση πως η ρουτίνα της θα ήταν τέτοια που θα δυσκολευόταν να κάνει παιδία πριν τα τριανταπέντε. Έκανε λάθος. Όπως οι στιγμές καταγράφονται, το ότι ο άνθρωπος με τον οποίο νιώθω κατά καιρούς  την ελευθερία να είμαι τόσο θυμωμένη μαζί του όσο και με τη μάνα μου, γινόταν χθες μανούλα, έκανε τη μέρα αφόρητα μεγάλη, σχεδόν υστερικά αγχωτική. Από την άλλη μπορεί να έφταιγε απλά η αλλαγή των ρολογιών.

9/10/11

Γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ


Νιώθω μια αναθεματισμένη κούραση στα κόκκαλα μου, που δε λέει να γιατρευτεί. Νιώθω τα χρόνια μου να βαραίνουν, να γίνονται μια μεγάλη γροθιά, να με γρονθοκοπούν, νιώθω γριά με λίγα λόγια. Μπλεγμένη ανάμεσα στις γενιές της αγίας ελληνικής οικογένειας, βγαλμένη κακιά μάγισσα από το παραμύθι, πάντα κάποιος κάτι έχει να λέει πως δεν έκανα. Θα σας πω τι δεν έκανα, δεν έκοψα ποτέ τον ομφάλιο λώρο μου, δεν μπήκα ή δεν βγήκα από τα καλούπια τους. Και τώρα είμαι μετέωρη, ούτε εδώ, ούτε εκεί, ούτε ανήκω- γιατί δεν μπορώ- ούτε δεν ανήκω- γιατί δεν θέλω, τους αγαπάω. Υπάρχει κανείς που να ανήκει πλήρως στην οικογένεια του, να είναι αναπόσπαστο μέλος της, μάλλον μόνο τα παιδιά, όσο είναι ακόμα παιδιά.

            Θα πω και κάτι άλλο ανίερο, την δική μου οικογένεια, την στενή, στενότατη, με τον άντρα και το παιδί μου, δεν την νιώθω έτσι. Μάλλον γιατί εδώ εγώ βάζω τους κανόνες. Κακά πλάσματα οι άνθρωποι, πάντα κάποιον θέλουν να εξουσιάζουν. Την στενή μου οικογένεια ποτέ δεν την ένιωσα βάρος να με πλακώνει, πάντοτε την ένιωσα χαρά. Αλλά από την άλλη υποψιάζομαι πως για το παιδί μου, αυτή η ίδια οικογένεια σε καμιά δεκαριά χρόνια θα είναι θηλιά, μόνον καθήκον, και ηθικές υποχρεώσεις. Αυτός, όσο κι αν με πονάει, ελπίζω να βρει τα κότσια να ανεξαρτητοποιηθεί. Εγώ έφτασα ως εδώ, τουλάχιστον να μπορώ να ορίζω το σπίτι μου και το παιδί μου, κι ας μην ορίζω τη ζωή μου. Κάτι είναι κι αυτό. Το ένα μου πόδι είναι έξω από τον κλοιό, το άλλο στο δίχτυ. Εκείνος ας σταθεί στα δυο του πόδια μόνος.

7/8/10

Το βλέμμα μου δεν άλλαξε

Είναι η πρώτη φορά που διαβάζω βιβλίο τόσο αργά, επειδή το ευχαριστιέμαι. Μεγαλώνω. Κάτι στο βλέμμα μου άλλαξε, λένε αυτοί που έχουν να με δουν καιρό. Τίποτα δεν άλλαξε, τουλάχιστον όχι στο βλέμμα μου. Χθες μια γυναίκα μου είπε πως έκλαιγε όταν γέννησε. Ήθελε να έχει ξανά το παιδάκι της μαζί της, στην κοιλιά, να το χαϊδεύει. Πάγωσα όταν γέννησα. Το μωρό δεν έκλαψε. Έκλαψε λίγα δευτερόλεπτα μετά. Αυτό αρκούσε για να περάσει η στιγμή της γέννας στην αθανασία. Το μωρό δεν έκλαψε. Λίγες βλέννες, είπε ο νεογνολόγος. Τίποτα. Τη στιγμή της γέννας τίποτα. Πάγωσα όταν γέννησα. Το μωρό δεν έκλαψε, έκλαψε λίγα δευτερόλεπτα μετά.

Το βλέμμα της αθανασίας, που πάντα με απασχολούσε, με κοιτά από δυο ξένα μάτια. Αλλά δεν είναι ξένα γιατί έχουν το βλέμμα μου. Το σχήμα τους είναι ξένο, με τη χαρακτηριστική γωνίτσα προς τα κάτω του άντρα μου, που πάντα αγαπάω να φιλάω. Από αυτές τις κόχες, με κοιτούν τα μάτια μου. Το ίδιο βλέμμα. Έκανα εκφραστικό μωρό, λένε.

Το βλέμμα μου δεν άλλαξε. Έμεινε καρμπόν στην αιωνιότητα. Μια μέρα θα το δω στο εγγόνι μου. Είναι η πρώτη φορά που απολαμβάνω τα θέλω μου. Μάλλον τόσο αργά έχω διαβάσει άλλοτε μονάχα το Βιβλίο της Ανησυχίας. Εκείνο τον άξιζε τον κόπο του. Κι αυτό τον αξίζει. Αλλά τότε διάβαζα κι άλλα ενδιάμεσα για να γεμίζω τα κενά μου. Μεγάλωσα.

O χρόνος άφθαρτος με περιγελάει. Μου λέει πως κάποτε θα γίνω σαράντα. Κι αυτό είναι πάντα το καλό σενάριο.

13/6/10

Το γάλα της μάνας μας

Και βρίσκομαι εδώ, εν μέσω "κρίσης" και δε θέλω να γράψω μήτε για τα πολιτικά, μήτε για τα οικονομικά, αν και αυτά θα έπρεπε να με απασχολούν. Τα βαρέθηκα. Και δε θέλω να γράψω για βιβλία, γιατί ούτε αυτό με αφορά τώρα. Θα σας γράψω λοιπόν για μωρά, αν και ξέρω πόσο εκνευριστικό είναι. Όχι, δεν άλλαξε ο προσανατολισμός τούτου του ιστοχώρου, ούτε ελπίζω να είμαι σε αυτή τη φάση για καιρό. Θα σας γράψω για το γάλα της μάνας μας. Αυτό που θα φτύσουμε όλοι σε λίγο καιρό, αν συνεχίζουν τα πράγματα να κατρακυλούν με τόση φόρα.

Ο θηλασμός είναι ένα δώρο που οι περισσότερες από τις μανάδες μας, δεν μας έκαναν. Ο θηλασμός στην Ελλάδα χάθηκε μια γενιά πριν και τώρα είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να επανέλθει. Ο θηλασμός είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει το παιδί στη μάνα και η μάνα στο παιδί.

Γέννησα και κανείς δεν ήξερε να μου πει πώς να θηλάσω. Χρειάστηκε η μαία να μου βάλει το παιδί στο στήθος γιατί ούτε η μάνα μου, ούτε η πεθερά μου θήλασαν σοβαρά. Δυσκολεύτηκα, πόνεσα, μάτωσα (στην κυριολεξία), τα κατάφεραμε. Κι ολοένα με ρωτούν οι γύρω, "Aκόμα να του δώσεις ξένο;". Λοιπόν, ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά. Το μητρικό γάλα, αυτό που είναι σχεδιασμένο για ανθρωπάκια κι όχι για μοσχαράκια, έχει τα κατάλληλα αντισώματα, τη σωστή σύσταση και ποσότητα για να μεγαλώσει γερά παιδιά. Για να τα θρέψει αποκλειστικά από τον 1ο ως τον 6ο μήνα της ζωής τους και να συνεχίσει να τα τρέφει μετά μαζί με τις στερεές τροφές για τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο. Τόσο απλά.

Αλλά εδώ δε θα αναλύσω την χρησιμότητα του μητρικού γάλακτος, μα τη χαρά της διαδικασίας. Ο σκιουράκος νεογέννητος είχε πολλούς πόνους, κυρίως γαστρεντερικούς. Τη μόνη φορά που πραγματικά ηρεμούσε ήταν όταν θήλαζε (12 φορές τη μέρα). Τότε, άπλωνε το νεογέννητο χεράκι του, ακουμπούσε πάνω στο στήθος και καταλάβαινες πως ο τρόμος της πολύ πρόσφατης του εμπειρίας με τη ζωή καταλάγιαζε. Το πρώτο βράδυ στο μαιευτήριο, εκεί που μετά το θηλασμό κούρνιασε πάνω μου κι έμοιαζε τόσο στο μπαμπά του, είπα στο παιδί μου πως δεν το αγαπώ ακόμα, πως θα πρέπει να γνωριστούμε για να το αγαπήσω. Αλλά εκείνο ήξερε πως ήμουν ερωτευμένη μαζί του, γύρισε με κοίταξε και είπε πως δεν πειράζει.

Και τώρα; Τέσσερις σχεδόν μήνες μετά, μπουκωμένος ακόμα με το στήθος μου, γυρίζει και με κοιτά και ξέρει πως τρέφεται από το κορμί μου. Πως είμαστε μαζί, πως αγαπιόμαστε. Τώρα πια μπορεί να αναγνωρίσει τη μυρωδιά του γάλακτος και το κορμί και το πρόσωπό μου. Ο παιδάκι μου κάθε που θηλάζει, μου κρατά το χέρι. Κυριολεκτικά, απλώνει και με πιάνει. Με οδηγεί, στο να τον αγαπήσω κάθε μέρα και βαθύτερα.

27/4/10

Και τώρα τί θα γένουμε χωρίς βιβλιοθήκες;

Άραγε τι θα κάναμε σε τούτο το σπίτι αν δεν υπήρχαν οι βιβλιοθήκες; Μάλλον θα χρειαζόμασταν περισσότερα ρηλάξ. Τώρα είμαστε καλυμμένοι, το πρωί μετά τον θηλασμό το σκιουράκι χαζεύει τη μεγάλη βιβλιοθήκη στο σαλόνι. Η μαμά του μαγειρεύει. Το απόγευμα πριν τις βιταμίνες, το σκιουράκι χαζεύει τη βιβλιοθήκη στο γραφείο, όσο η μαμά του γράφει. Και μέσα στη νύχτα, όταν η μαμά πάει να πλύνει τα χέρια της, ανάμεσα στο άλλαγμα της πάνας και το φαγητό, το σκιουράκι κοιτά τη βιβλιοθήκη στο δικό του δωμάτιο (το κομμάτι που ξέμεινε εκεί μέσα ελλείψει άλλου χώρου) και δεν κλαίει. Κι αν ο μικρός χίκου χίκου είναι μόνο δυο μηνών, κι αν όταν είναι δυο, δώδεκα ή εικοσιδύο χρονών δεν θέλει ούτε να δει, ούτε να ακούσει για βιβλία, εγώ το χρέος μου θα το έχω κάνει. Προς το παιδί και τα βιβλία μου.

Τι θα έκανα εγώ αν δεν υπήρχαν βιβλιοθήκες στο πατρικό μου, αν δεν διάβαζα το “Oh brave new world” στα Αγγλικά σε ηλικία που μετά βίας κατάλαβα το τέλος, αν δεν πήγαινα σε ένα σχολείο με σημαντική βιβλιοθήκη; Μάλλον πάλι θα διάβαζα. Ή ίσως και όχι, μπορεί να διάβαζα μονάχα τα της επιστήμης μου και τέρμα.

Αυτός ο τύπος «αναγνώστη», που διαβάζει όλη μέρα επιστημονικά άρθρα, που γράφει κάποια από αυτά, που σπουδάζει δέκα ή δώδεκα χρόνια στην ανώτατη εκπαίδευση κι όμως δεν ανοίγει ένα λογοτεχνικό βιβλίο, με εκπλήσσει. Εγώ, που αγαπώ και τα επιστημονικά συγγράμματα και μου αρέσει να ακολουθώ τα τεκταινόμενα στην επιστήμη μου ακόμα και τώρα που είμαι στην αγορά εργασίας κι έξω από τα Πανεπιστημιακά νερά, δεν το διανοούμαι καν. Σα βαρετό και μονότονο μου κάνει. Σαν να μην είναι πραγματική αγάπη. Και τη δικαιολογία πως δεν υπάρχει χρόνος την ακούω βερεσέ.

Δεν ξέρω αν ο χίκου-χίκου θα γίνει αναγνώστης, αν θα αγαπά τη μουσική, όπως ο μπαμπάς του ή θα χαζεύει με τις ώρες τηλεόραση. Ξέρω πως θα προσπαθήσω να τα αγαπήσει τα βιβλία. Κι όταν αγαπήσει το είδος, νομίζω πως θα αγαπήσει και τα σχολικά. Έτσι, δεν θα τίθεται θέμα επιλογής, το ένα ή το άλλο. Ο χρόνος πάντα θα βρίσκεται. Ή και ποτέ. Γιατί καθώς θα παρατηρήσατε τον τελευταίο μήνα δε διαβάζω. Κι είναι καθαρά θέμα διάθεσης, χωρίς περιττές δικαιολογίες. Δε διαβάζω γιατί σε αυτή τη φάση δε γουστάρω να διαβάσω. Τόσο απλά. Αλλά οι βιβλιοθήκες μου με περιμένουν, με τα ραφάκια τους με τα αδιάβαστα, πιστές εκεί, μέχρι να ξαναγυρίσω.

7/3/10

Το σκιουράκι

Όπως θα καταλάβατε το σκιουράκι δεν έχει ακριβώς πρόγραμμα, θηλάζει όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας κυρίως, κι εγώ διαβάζω δυο βιβλία και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε κανένα. Διαβάζω τρεις σελίδες και μετά ανοίγω και πάλι το "Τί να περιμένετε τον πρώτο χρόνο του μωρού σας". Υποθέτω πως κάποια στιγμή μέσα στα επόμενα δυο χρόνια θα μπούμε σε ρουτίνα!!!
Πάντως είναι ατελείωτο το συναίσθημα που μου βγαίνει. Και γέλια και κλάματα και ένα άπλωμα αισθημάτων, σα να έχει ανοίξει ένας κρουνός στο έδαφος και τίποτα δεν μπορεί να τον σταματήσει. Όλα μαζεμένα κι οι στιγμές μπερδεμένες κι αυτές από την απόλυτη φρίκη στην απίστευτη ηρεμία. Ενίοτε και στη βαρεμάρα όταν ο κύκλος άλλαγμα, τάισμα, ύπνος, και σε 2 ώρες άντε πάλι δε διασπάται από δυο κουβεντούλες ενηλίκων. Σας είπα πως η τηλεόραση είναι πράγμα απάλευτο, αηδιαστικό και εθιστικό μαζί; Σαν να μην μπορείς να ξεκολλήσεις από δυο θέματα, ακούς συνεχώς τα ίδια και τα ίδια κι όμως δεν αντιδράς, δεν λες φτάνει, συνεχίζεις.
Αυτά από το μέτωπο. Το σκιουράκι θέλει πάλι να με σκαρφαλώσει με τα νυχάκια του. Σας φιλώ.