21/11/17

«Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης






Στα μονοπάτια του δάσους ανάμεσα στη Βλάχα και το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων λένε πως τη νύχτα καμιά φορά βγαίνει ένας γέρος και σκάβει με ένα μαύρο φτυάρι, τόσο αποκρουστικό που μοιάζει με αυτό που θάβουν οι γονείς τα παιδιά τους. 
Τον γέροντα τον τρέμουν οι διαβάτες και κουρνιάζουν ευθύς μέσα στα πουρνάρια άμα τον δουν, γιατί είναι αυτός που σκοτώνει κάθε μέρα τον ήλιο, και τον θάβει μέσα στα σπλάχνα του δάσους, καρφώνοντάς τον σαν σκαλοπάτι πάνω σ' έναν κορμό που μεγαλώνει προς τα κάτω, ένα δεντρί που φτάνει μέχρι τα πέρα δώματα του Κάτω κόσμου. 
Εκεί, πάνω στον κορμό, βρίσκονται καρφωμένοι όλοι οι ήλιοι, από τον χθεσινό ως τον πρώτο ήλιο που έδυσε ποτέ.


Για αρχή, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι «Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας» δεν είναι ένα λαογραφικό βιβλίο, δεν πρόκειται για μια επιστημονική ή έστω συστηματική εργασία συλλογής δοξασιών, πρόκειται για μυθοπλασία. Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης αντλώντας από τις παιδικές του μνήμες, την ατμόσφαιρα του τόπου και τη θητεία του στη λογοτεχνία τρόμου – ως αναγνώστης και συγγραφέας- συνθέτει μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, με κεντρικό άξονα τον τόπο και τον τρόμο. Με άλλα λόγια γράφει αυτό που στο δικό μου χωριό λέμε Folk Horror, αλλά κανένας δεν τολμά να το πει, γιατί θα τρόμαζε τους αναγνώστες. 

Το μέρος προσφέρεται, τόσο τα βουνά, τα Άγραφα αλλά κι ο Όλυμπος, όσο και ο ατελείωτος κάμπος, βουτηγμένος στην ανία και την ομίχλη. Βοηθάει και το κλίμα, ακραίες θερμοκρασίες, τόσο το καλοκαίρι όσο και το χειμώνα, αίσθηση μοναξιάς και μαγείας. Ο συυγραφέας ενδιαφέρεται πολύ για τη Θεσσαλία, για αυτό το διηγήματά του αλλάζουν τρόπο ανάλογα στο μέρος που αναφέρονται, τα κεφάλαια του βιβλίου εξάλλου είναι τα εξής: Βλαχοχώρια, Καραγκουνοχώρια, Δρακοχώρια, οι πόλεις του Κάμπου.

Τα διηγήματα ανήκουν στην κατηγορία του flash fiction. O συγγραφέας τους τα έγραψε αρχικά ως ποστ της ομώνυμης σελίδα στο Facebook που είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Ένα μόνο διήγημα είναι μεγαλύτερο και γραμμένο επί τούτου, το τελευταίο, που αφήνει και αρκετές ελπίδες για μεγαλύτερα κείμενα τρόμου.  Η γραφή του είναι μπαρόκ, με στοιχεία που θυμίζουν ώρες ώρες  Λάβκραφτ, ενώ ο ρυθμός φαίνεται βαρύς, αλλά βασισμένος στη μουσική. Ομολογώ πως δεν κατάφερνα να διαβάσω πάνω από 4-5 ιστορίες τη φορά, μετά όλο αυτό με καταπλάκωνε. Στο διαδίκτυο οι ιστορίες λειτουργούν καλύτερα γιατί δεν είναι όλες μαζεμένες. Κάθε βράδυ όμως ήθελα να ξαναπιάσω το βιβλίο, να τελειώσω τις δοξασίες, να διαβάσω μια ακόμα. 

Δεν ξέρω ποιο είναι το επόμενο βήμα μετά από ένα βιβλίο όπως οι Παγανιστικές δοξασίες. Η έκδοση από τους Αντίποδες είναι εξαιρετικά προσεγμένη, ο συνδυασμός τράβηξε πολύ κόσμο, το βιβλίο βρίσκεται ήδη στην 3η έκδοση. Εύχομαι το επόμενο βήμα να είναι ένα χορταστικό μυθιστόρημα τρόμου. Αν και οι "Παγανιστικές δοξασίες της Αυσταλιανής επαρχίας" δεν θα με ενοχλούσαν στα αλήθεια. 



                                                                                   Κατερίνα Μαλακατέ


«Παγανιστικές δοξασίες της Θεσσαλικής επαρχίας», Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, εκδ. Αντίποδες, σελ. 153, 2017 









Ακούστε την συνέντευξη του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη στο Διαβάζοντας εδώ:




19/11/17

Ραδιοφωνική συνέντευξη της Τόνιας Κοβαλένκο







Κλήρωση! Και εκπομπή. Στο ραδιοφωνικό Διαβάζοντας@amagi μαζί μας σήμερα η σπουδαία μεταφράστρια και ποιήτρια Tonia Kovalenko.

Κληρώνουμε:
1 αντίτυπο "Αυτό που σου ανήκει", Γκαρθ Γκρίνγουελ
1 αντίτυπο "Αντίδοτο στη μοναξιά", Γιγιέν Λι
και τα δύο σε μετάφραση Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από τις Εκδόσεις Καστανιώτη καθώς και
2 αντίτυπα της ποιητικής συλλογής "Μαύρο προς μπλε" της Τόνιας Κοβαλένκο, ευγενική προσφορά από το Βιβλιοπωλείο Gutenberg


Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πατήστε "Μου αρέσει" και κοινοποιήστε ή/και σχολιάστε το ποστ  στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή να αφήσετε απλά ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει κατά τις 7:50μ.μ. on air. 


Μη μας χάσετε, σήμερα 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr.


17/11/17

Το χρυσό κατοστάρι



Αναρωτιέμαι μερικές φορές για αυτόν τον τόσο μικρό κύκλο των βιβλιόφιλων, για το πώς τόσο λίγοι άνθρωποι στηρίζουμε αυτή την αγορά βιβλίων, που δεν συρρικνώνεται, κάθε άλλο, κάθε χρόνο τα βιβλία που βγαίνουν – μεταφράσεις και πρωτότυπα- ολοένα γίνονται περισσότερα, καινούργιοι οίκοι ανοίγουν, μικροί αλλά βιώσιμοι. Αν και τα βιβλιοπωλεία κλείνουν σωρηδόν, το ένα μετά το άλλο. 

Αναρωτιέμαι πόσα βιβλία μπορούμε να διαβάσουμε, με ποια κριτήρια βγαίνουν όλοι αυτοί οι τίτλοι, τι σκοπιμότητα έχουν. Εγώ είμαι μάλλον συστηματική αναγνώστρια, όμως δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην πρόσφατη παραγωγή, πάρα πολλά βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω τελικά δεν τα προλαβαίνω, κι έπειτα έρχεται μια χιονοστιβάδα από νέα βιβλία. Και μένω συνεχώς ανικανοποίητη. 

Ώρες ώρες νιώθω πως αυτή η ατελείωτη παραγωγή με κάνει να μη μπορώ να ανασάνω, δεν μου δίνει χρόνο να διαβάσω κανένα παλιότερο αριστούργημα (ένα στα δέκα βιβλία που διαβάζεις πρέπει να είναι κλασικό, λέει ο χρυσό κανόνας του Ναυτίλου). Από την άλλη, όποτε επιχειρώ να απαγκιστρωθώ, να μην είμαι ενημερωμένη, να μην κρατάω ατελείωτες λίστες, είτε στο μυαλό είτε στα τεφτέρια μου, νιώθω λειψή, πως κάτι χάνω, πως εκεί μέσα θα μπορούσε να κρύβεται εκείνο το βιβλίο που θα αλλάξει τον κόσμο μου.

Αναλώνομαι. Μερικές φορές καταναλώνω. Άλλες φορές μπαίνω στο παιχνίδι, ακολουθώ τα γούστα των άλλων, λέω «μπας και, δεν κατάλαβα καλά, μήπως πρόκειται για αριστούργημα κι εγώ δεν έχω τα απαραίτητα εφόδια». Με πιέζουν όλες αυτές οι πάντα θετικές κριτικές, ένα κομψοτέχνημα από δω, μια αριστουργηματική αφήγηση από κει, ο Ολλανδός Προυστ, ο Ρώσος Τζόυς, ο Έλληνας Φώκνερ. Με εκνευρίζουν τα λόγια χωρίς αντίκρισμα. 

Δεν μιλάω καν για την Ελληνική παραγωγή. Εκεί τα πράγματα έχουν ξεφύγει. Αλλά για εκεί, με κάποιον τρόπο έχω ακόμα ένστικτο. Είναι και εμφανής ο τρόπος που βγήκε το κάθε βιβλίο, ξέρεις ποιο είναι αυτοέκδοση, ποιο όχι. 

Με πιέζει η ροή της πληροφορίας, το ατελείωτο αυτό γαϊτανάκι. Κι έπειτα, τα βιβλία, αφού βγουν διθυραμβικά στους πάγκους ως αριστουργηματικά και στις βιτρίνες, και πουλήσουν, ό,τι πουλήσουν το πρώτο εξάμηνο, αποσύρονται σα γέροι συνταξιούχοι, μας γυρίζουν τις ράχες, εξαντλούνται, πολτοποιούνται, ξεχνιούνται. Μα τα βιβλία δεν είναι ραπανάκια να σαπίσουν. Τα βιβλία δεν είναι φάρμακα να είναι σε έλλειψη και να πάρεις το γενόσημο, τα βιβλία δεν είναι προϊόν άμεσης ανάγκης, ούτε ευπαθές. Τα βιβλία θα έπρεπε να είναι δρομείς μεγάλων αποστάσεων και αντοχής. Αλλά προφανώς όλοι ποντάρουν στο χρυσό κατοστάρι.








                                                                 Κατερίνα Μαλακατέ


16/11/17

"Ragtime", E.L. Doctorow




Αγαπώ πολύ τον Ε.Λ. Ντοκτορόου, μου αρέσει ο τρόπος που μπερδεύει αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα στα μυθιστορήματά του, που πιάνεται από ένα συμβάν και φτιάχνει μια ψευδοιστορία. Στο Ραγκτάιμ αυτή η τακτική φτάνει στα άκρα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί πάρα πολλές πραγματικές φιγούρες, ανάκατες με μη πραγματικές, στήνει ένα σύμπαν στην Αμερική στις αρχές του προηγούμενου αιώνα που μοιάζει τόσο πληθωρικό, τόσο εντυπωσιακό· ώρες ώρες δεν μπορείς να το κατανοήσεις. 

Στο Ραγκτάιμ πρωταγωνιστεί μια λευκή οικογένεια, και αφηγητής μας είναι ο γιος, οι υπόλοιποι είναι απλά η Μητέρα, ο Πατέρας, ο Μικρός αδελφός. Γύρω τους στήνεται ένα γαϊτανάκι πραγματικών γεγονότων, και πραγματικών ιστορικών προσώπων. Κυριαρχεί ο Χάρι Χουντίνι, που πρέπει να ενθουσιάζει τον συγγραφέα, αλλά γνωρίζουμε και τον Χένρι Φορντ, την αναρχική Έμμα Γκόλνταμ, τον Φρόιντ, τον Ρόμπερτ Πίρι, την socialite και καλλονή της εποχής Έβελιν Νέσμπιτ . Πάνω από 25 ήρωες περνάνε από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πιο ενδιαφέρουσες οι ιστορίες με τον Χουντίνι, και αυτή του άπορου Τάτεχ, Εβραίου εργάτη που έχει μια πανέμορφη κόρη και τελικά καταφέρνει να φτιάξει τη ζωή του μέσω του κινηματογράφου. Αλλά και η τελική, αυτή με πρωταγωνιστή έναν μαύρο πιανίστα του Ραγκτάιμ, που τα βάζει με το Πυροσβεστικό σώμα όταν τον προσβάλλουν και επαναστατεί χάνοντας τα πάντα. 

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αλλά και οι καταστάσεις δίνουν την εικόνα μιας μεταιχμιακής εποχής. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δημιουργούν αναβρασμό, οι μαύροι, οι γυναίκες, είναι ακόμα σε μια κατάσταση οριακή: δεν είναι δούλοι, δεν είναι ακριβώς ισότιμοι με τον λευκό άντρα. Παράλληλα συμβαίνουν ένα σωρό φαντασμαγορικά πράγματα, η εκβιομηχάνιση των πάντων, φοβερές νεοτερικότητες, το αεροπλάνο, ο κινηματογράφος, απίστευτη αναταραχή, συνεχείς αλλαγές. Όλα προμηνύουν τον πανικό που θα ακολουθήσει.

Είναι σχεδόν ακατόρθωτο να μιλήσεις για το Ραγκτάιμ, πόσο μάλλον να το γράψεις. Ο συγγραφέας του έβαλε απίστευτη μαστοριά, έμπλεξε κόσμους ολόκληρους, έδωσε μια τοιχογραφία, χωρίς να αφήνει τον αναγνώστη ποτέ χωρίς πλοκή ή ενδιαφέρον. Ο Ντοκτορόου σε αυτό το μυθιστόρημα μοιάζει πιο πολύ σαν να φτιάχνει ταινία, ενθουσιάζεται από τις εικόνες, από την ατμόσφαιρα, από την άνεση. Ταυτόχρονα κατορθώνει να εστιάσει και στα μεγάλα ζητήματα της εποχής που θα επηρεάσουν τη ζωή του ανθρώπινου γένους από τότε και στο εξής. Και το να καταφέρει κανείς να κάνει και τα δύο αυτά μαζί, δεν είναι και μικρό επίτευγμα. 


                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


"Ραγκτάιμ", Ε. Λ. Ντοκτόροου, μετ. Γιώργος Μαθόπουλος, Γιάννης Γαλάτης, εκδ. Επιλογή, 1993, σελ. 349

9/11/17

"Independence Day", Richard Ford



Ξεκίνησα να διαβάζω την "Ημέρα Ανεξαρτησίας" του Ρίτσαρντ Φορντ στο kindle και σχεδόν αμέσως ήξερα πως έκανα λάθος επιλογή – όχι βιβλίου, μέσου. Ήμουν όμως μακριά από το σπίτι, σε εκδρομή κι έπρεπε να αρκεστώ σε αυτό που είχα. Την ανάγνωση την τελείωσα σε μια κόπια του μεταφρασμένου κειμένου στην ησυχία της οικίας μου.

Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας – που έγινε σχετικά πρόσφατα τετραλογία- του Ρίτσαρντ Φορντ με κεντρικό ήρωα τον Φρανκ Μπάσκομπ. Η τετραλογία ξεκινά με τον «Αθλητικογράφο» (1986), συνεχίζει με την «Ημέρα Ανεξαρτησίας» (1995), τριτώνει με το «Η χώρα όπως είναι» (2006) και τελειώνει κοντά τριάντα χρόνια μετά με το "Let Me Be Frank with You" (2014).

Τα βιβλία εκδόθηκαν κάπως μπερδεμένα στην Ελλάδα, πρώτα από την ασημένια σειρά της Ωκεανίδας «Ο Αθλητικογράφος» το 1996, κι έπειτα «Η Χώρα όπως είναι» το 2010 από τις εκδόσεις Πατάκη. Τελικά η «Ημέρα Ανεξαρτησίας», το ενδιάμεσο βιβλίο, μεταφράστηκε το 2016, ενώ το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας παραμένει αμετάφραστο. Ο δε «Αθλητικογράφος» είναι φυσικά τόσα χρόνια μετά εξαντλημένος. Έτσι, ακόμα και οι πιο υποψιασμένοι αναγνώστες μπορούν να μπερδέψουν τη σειρά τους και να μην έχουν σαφή εικόνα. 



Η «Ημέρα Ανεξαρτησίας» βρίσκει τον Φρανκ στην «υπαρξιακή περίοδο της ζωής του, χωρισμένο από την πρώτη του γυναίκα Ανν, σε δεσμό με την ανεξάρτητη Σάλλυ. Έχει παρατήσει την αθλητική δημοσιογραφία, και το γράψιμο εν γένει, και κάνει τον κτηματομεσίτη. Στα σαράντα πέντε του προσπαθεί να προσδιορίσει τι θέλει, ποιος είναι, ποιος θέλει να είναι, τι είναι κανονικότητα, τι είναι νόρμα κι αν μπορεί να προσαρμοστεί σε αυτή. Όλη η δράση συμπυκνώνεται στο τριήμερο της Ημέρας Ανεξαρτησίας. Ο Φρανκ πρέπει να βρει σπίτι σε ένα δύστροπο μεσόκοπο ζευγάρι, να πληρωθεί το νοίκι από ένα ακίνητο και να πάει και διήμερο με τον δυσλειτουργικό γιο του Πολ, που δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει στις αρχές της εφηβείας του όλα αυτά που του έχουν συμβεί. 

Η πλοκή είναι ελάχιστη, οι σκηνές μακραίνουν, οι διάλογοι τραβάνε, αλλά μέσα από όλες αυτές τις άχρηστες φαινομενικά λεπτομέρειες ο συγγραφέας φτάνει κάποια στιγμή στο μεδούλι των καταστάσεων. Αρκούν μερικές φράσεις για να εξηγήσει τι συμβαίνει στο μυαλό του ήρωα του, για να μας κάνει να ταυτιστούμε και να αναλογιστούμε τη δική μας ζωή. Τον απασχολεί έντονα η πολιτική – ο Φρανκ είναι ακραιφνώς Δημοκρατικός- αλλά και το ποιος είναι ο σκοπός μας, τι είναι αυτό που ορίζει η κοινωνία και τι σχέση έχει με τα θέλω μας. Ο Φρανκ σε αυτό το βιβλίο προσπαθεί να ωριμάσει, να αναλάβει σοβαρά τον γονεϊκό του ρόλο, να αποδεχτεί τη σύμβαση και τη δέσμευση. Το αν τα καταφέρνει είναι μια άλλη ιστορία. 

Ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας συγγραφέας άκρως γοητευτικός. Πρέπει όμως να τον αφήσεις να σε παρασύρει στον τρόπο του, να μην τον κρίνεις με αυτά που έχεις ήδη στο μυαλό σου. Η γλώσσα του είναι προσεγμένη, με ροή και ρυθμό. Αλλά σίγουρα το βιβλίο δεν είναι page turner, πρέπει να του δώσεις τον χρόνο και τον χώρο του. Για αυτό ήταν κακή επιλογή ο e-reader που τις κοντά 500 σελίδες του τις μετέτρεψε σε 1000. Τέτοια βιβλία απαιτούν χαρτί, υπογραμμίσεις, τσακίσματα, τσάι, και ελεύθερο χρόνο να ονειροπολήσεις. 

  
                                                                        Κατερίνα Μαλακατέ


«Ημέρα Ανεξαρτησίας», Ρίτσαρντ Φορντ, μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ.699
















5/11/17

Ραδιοφωνικό αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία

banner credits: Ούρσουλα Φωσκόλου



Σήμερα στις 6μ.μ. στον www.amagi.gr θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με την Αγγελική Μποζίκη ένα αφιέρωμα στην αστυνομική λογοτεχνία. Το θέμα είναι φυσικά τεράστιο και ανεξάντλητο. Ακούστε μας.

Κληρώνουμε 2 ΥΠΟΓΕΓΡΑΜΜΕΝΑ αντίτυπα "Μουσικές Καρέκλες" του Άρνε Νταλ. Για να λάβετε μέρος στην κλήρωση πρέπει να πατήσετε "Μου αρέσει" και να σχολιάσετε ή/ και να κοινοποιήσετε αυτό το ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο φβ ή απλά να αφήσετε ένα σχόλιο εδώ από κάτω. Η κλήρωση θα γίνει on air κατά τις 7:50μ.μ.

Μη μας χάσετε, Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017, 6-8μ.μ. πάντα στον www.amagi.gr




3/11/17

"Αλλόκοτος Ελληνισμός", Νικήτας Σινιόσογλου



Το να πεις τι είναι ένα δοκίμιο δεν είναι τόσο εύκολο. Ευκολότερο θα ήταν να πεις τι δεν είναι: συγκεκριμένα, δεν είναι οπωσδήποτε μια έκθεση και προπαντός δεν είναι μια πραγματεία.


Ποιος άραγε έκανε την ελληνική μετάφραση: "δοκίμιο"; Η λέξη είναι επιτυχημένη, όπως και η πρωτογενής γαλλική: essai. Στη σκέψη των δόκιμων συγγραφέων που τη χρησιμοποίησαν σημαίνει ένα σύντομο, γρήγορα γραμμένο, ευπρόσιτο στο πλατύ κοινό κείμενο, που αποτελεί μιαν απόπειρα να προσεγγίσει κανείς, σε αρκετό βαθμό, ένα θέμα κριτικής, επιστήμης, τέχνης, ηθών κτλ. με γνώση και καλλιέπεια, χωρίς όμως να το εξαντλεί - γιατί τούτο θα απαιτούσε συστηματική και διεξοδική διερεύνηση, επομένως μια πολυσέλιδη "πραγματεία" (tractatus, traite, treatise). [...]
Στην "πραγματεία" περιμένεις και ανέχεσαι πολλά πράγματα: όγκο σελίδων, βάρος εννοιών, περίπλοκη, κουραστική γραφή. Στο δοκίμιο όχι όμως. Αυτό πρέπει να είναι σύντομο, ευσύνοπτο (ίσως γι' αυτό ο Σεφέρης ονόμασε τις φιλολογικοκριτικές μελέτες του "δοκιμές" και όχι δοκίμια). Εύληπτο και καλογραμμένο.

(Ε. Π. Παπανούτσος)

Το δοκίμιο, στην ακαδημαϊκή του τουλάχιστον εκδοχή, βρίσκεται στο διάμεσο της λογοτεχνίας και της πληροφορίας. Η σύνταξη του είναι λιγότερο ελεύθερη από εκείνην του λογοτεχνήματος αλλά πιο προσωπική από εκείνην της πληροφοριακής ανακοίνωσης. Τέλος, το δοκίμιο είναι κατά βάση λόγος διδακτικός, καθώς δεν επικαλείται την ανιδιοτέλεια της τέχνης, αλλά ούτε και την ουδετερότητα της επιστήμης. Αν δεν κινδύνευα να παρεξηγηθώ, θα έλεγα ότι η δοκιμιακή έκφραση είναι κατεξοχήν παράδειγμα ιδεολογικής ομολογίας για θέματα και προβλήματα επίμαχα και ριψοκίνδυνα.






Το δοκίμιο στην Ελλάδα είναι μια έννοια σχεδόν παρεξηγημένη. Δεν πρόκειται σίγουρα για ακαδημαϊκό κείμενο, με ανεξάντλητη παράθεση πηγών και επιστημονικό λόγο, από την άλλη, όσες λογοτεχνικές δάφνες και να δρέπει, υπόκειται σε περιορισμούς που δεν έχει η υπόλοιπη λογοτεχνία. Πρόκειται ένα είδος μεταιχμιακό: στις ωραίες στιγμές του είναι γοητευτικό και μεγαλειώδες, στις κακές είναι στριφνό και καταπιεστικό. 

Ο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" ανήκει σε εκείνα τα δοκίμια που χαίρεσαι να τα διαβάζεις. Ήδη, η ιδέα που είχε ο συγγραφέας του, ο Νικήτας Σινιόσογλου- που οι ακαδημαϊκές του περγαμηνές εγγυώνται για την εγκυρότητα των πληροφοριών αν μη τι άλλο- είναι άκρως σαγηνευτική. Ένας φιλόσοφος αποφασίζει να ασχοληθεί όχι με τα μεγάλα Ελληνικά πνεύματα, αλλά με τους παρίες, αυτούς που τους έκαναν πέρα, ή έθεσαν οι ίδιοι τους εαυτούς στους στο περιθώριο · παρ’ όλα αυτά οι ιδέες τους, συχνά πρωτοποριακές για την εποχή τους, έβαλαν ένα λιθαράκι για να προχωρήσουμε παρακάτω. 

Το βιβλίο ασχολείται με επτά φυσιογνωμίες Ελλήνων, από την εποχή περίπου της άλωσης, έως και τις αρχές του 20ου αιώνα, που θεωρήθηκαν λοξές, σαλές, λοιδορήθηκαν και ξεχάστηκαν. Τι τους ενώνει; Για αρχή πως ήταν αλλόκοτοι και διαφορετικοί. Τους ενώνει όμως και κάτι άλλο, δεν πρόκειται για σαλεμένους τρελούς χωρίς γνώση. Είναι άνθρωποι οριακοί, που όμως μελέτησαν και αγάπησαν πολύ το αντικείμενό τους, προσπάθησαν να στήσουν σχολές, να αλλάξουν την Ιστορία. Και απέτυχαν. Πρόκειται επίσης για ανθρώπους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θέλησαν να ορίσουν την Ελληνικότητα, κινήθηκαν ανάμεσα στον Παγανισμό και την Ορθοδοξία, ασχολήθηκαν ενεργά με τη φιλοσοφία και είχαν πολιτικό ρόλο στα πράγματα. 

Η αφήγηση ξεκινά με τον Κυριακό Αγκωνίτη, γύρω στο 1400, έναν μη Έλληνα, που όμως δραστηριοποιήθηκε στον ελληνικό χώρο, έγινε «περιπατητής ερειπίων» σε μια εποχή που η έννοια της αρχαιολογίας δεν υπήρχε και προσπάθησε να νιώσει εκεί στα ερείπια τι ενώνει το τότε με το τώρα του. Στον Κυριακό οφείλουμε μερικές από τις πιο πρώιμες περιγραφές των αρχαίων μνημείων, αν και η αισθηματοποίηση, μερικές φορές τον οδηγούσε στην ψευδοτεκμηρίωση. 

Δεύτερη προσωπικότητα, ο Γεμιστός Πλήθων, ένας καθαρόαιμος ουτοπιστής, που αντιτάχθηκε σθεναρά στον Γεννάδιο Σχολάριο, που προσπάθησε να στήσει την ουτοπία του στο Μυστρά, που επανέφερε τις ιδέες του Πλάτωνα στο προσκήνιο, και τελικά απέτυχε παταγωδώς. 

Τρίτος ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας Δον Κιχώτης του καιρού του, αναγκασμένος να ζει εκτός Ελλαδικού χώρου ως πληρωμένος μισθοφόρος ιππότης μετά την Άλωση. Ένας ποιητής που τραγούδησε για τον νόστο και τον ανεκπλήρωτο έρωτα.

Ενδιάμεσα ο Χριστόδουλος Παμπλέκης, τον 18ο αιώνα, εκφραστής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, ο βλάσφημος που ζήτησε την αποδέσμευση της φιλοσοφίας από τα χριστιανικά σημαινόμενα, και τελικά έμπλεξε σε προσωπικές έριδες με εκπροσώπους της Εκκλησίας που τον ισοπέδωσαν.

Ο Θεόφιλος Καΐρης, τον 19ο αιώνα, ένας οπαδός του Ορθού Λόγου που ταυτόχρονα έστησε μια ολόκληρη νέα θρησκεία τη «Θεοσέβεια» με νέα τελετουργικά, μια έλλογη θρησκεία ή έναν ένθρησκο Λόγο, μας προκαλεί σήμερα κατάπληξη, αλλά αν κανείς εξετάσει τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής, δεν μπορεί παρά να νιώσει συμπάθεια, για έναν άνθρωπο που έμεινε πιστός στις ιδέες του ως το τέλος.

Ο πολύ γοητευτικός και ειλικρινά αλλόκοτος Παναγιώτης Σοφιανόπουλος ακολουθεί. Οπαδός ενός χαμερπούς Διαφωτισμού, παγανιστής μόνο για το θέαμα, εκδότης και ίσως μοναδικός αναγνώστης περιοδικών, νεολογιστής από τους λίγους, ο άνθρωπος που εισήγαγε τον όρο «νεοελληνικός», είναι προσωπικότητα ειλικρινά οριακή. 

Και τέλος, ο μόνος φιλοορθόδοξος αλλόκοτος, ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, αυτός που έπαιξε με την έννοια της επιστημονικής τεκμηρίωσης όσο κανένας άλλος, ο ψευδολόγος και κιβδηλοποιός που αρεσκόταν να φτιάχνει πηγές, διακειμενικές αναφορές, να συσκοτίζει την επιστημονική αλήθεια. Ο άνθρωπος που ακόμα και τώρα βασανίζει τους ελληνιστές φιλολόγους που αναρωτιούνται κάθε φορά για κάθε πηγή αν είναι αληθινή ή μια παραχάραξη του Σιμωνίδη. 

Ο Νικήτας Σινιόσογλου σκύβει πάνω από το αλλόκοτο με αγάπη, με ειλικρινές ενδιαφέρον, ψάχνει να βρει, εκεί στις παρυφές της φιλοσοφίας, στους ήσσονος σημασίας εκφραστές της, τα σπέρματα για αυτό που συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα. Τον ενδιαφέρει πως οι σαλές και οριακές ιδέες μπορεί τελικά να επηρεάσουν το αύριο. Η γλώσσα του είναι λογοτεχνική, ο τρόπος του σχεδόν βάζει τις βάσεις για ένα νέου τύπου δοκίμιο στην Ελλάδα. Και αυτό καθιστά τον «Αλλόκοτο ελληνισμό» ένα από τα λίγα ελληνικά δοκίμια που απόλαυσα συνολικά. Δεν κουράστηκα, δεν παρέλειψα ούτε μια λέξη. Και νομίζω πως ο Νικήτας Σινιόσογλου πρέπει να ασχοληθεί και με άλλα λογοτεχνικά είδη στο μέλλον.

                                                                                  Κατερίνα Μαλακατέ



"Αλλόκοτος Ελληνισμός. Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών", Νικήτας Σινιόσογλου, εκδόσεις Κίχλη, 2017, σελ.357











Ακούστε εδώ τη ραδιοφωνική συνέντευξη που παραχώρησε ο Νικήτας Σινιόσογλου σε μένα και τον Άγη Αθανασιάδη στην εκπομπή Διαβάζοντας