12/1/13

Η κατάργηση του ΕΚΕΒΙ





Θέλω να ξεκαθαρίσω πως δεν έχω καμία μα καμία διασύνδεση με το ΕΚΕΒΙ, δεν ξέρω ποιοι είναι οι διευθυντές του, αν τα κάναν όλα σωστά ή όλα λάθος αυτά τα χρόνια λειτουργίας του. Όμως η είδηση για την κατάργησή του με πόνεσε. Για αρχή είναι το θέμα της biblionet, του μοναδικού αρχείου στην Ελλάδα για ό,τι εκδίδεται που την έστησε το ΕΚΕΒΙ και τη συντηρούσε αυτό. Θέλω να ελπίζω πως οι άνθρωποι που θεώρησαν πως δεν χρειάζεται ένας ξέχωρος οργανισμός για το βιβλίο τουλάχιστον δεν θα παρατήσουν ένα τόσο σημαντικό έργο. Από την άλλη το ΕΚΕΒΙ είχε ένα σωρό δράσεις- παρουσιάσεις βιβλίων, σεμινάρια δημιουργικής γραφής, τον ιστότοπό του, την περιβόητη Φιλαναγνωσία- που υποπτεύομαι πως θα κάνουμε καιρό να ξαναδούμε από επίσημο φορέα για το βιβλίο στην Ελλάδα.

Τούτη η χώρα πάσχει από έλλειμμα παιδείας, αφήνει τα βρακιά της ανοιχτά να μπαίνει ο πρώτος τυχών γιατί δεν μπορεί να βάλει δυο προτάσεις στη σειρά, να αρθρώσει λόγο. Οι κυβερνώντες μας δυσκολεύονται και στα βασικά, πόσο μάλλον σε μια «πολυτέλεια» σαν το βιβλίο, ξεχαρβαλώνουν το σύστημα υγείας, αφήνουν τα παιδιά μας χωρίς δασκάλους, για αυτούς η λογοτεχνία είναι ψιλά γράμματα. Κι όμως, μια χώρα που δεν παράγει πολιτισμό, που δε δίνει δεκάρα τσακιστή για την τέχνη, πεθαίνει, μαραζώνει, αναλώνεται στο πότε θα πάρει τη σύνταξη. Αν δεν τους άρεσε ο τρόπος που λειτουργούσε το ΕΚΕΒΙ είχαν κάθε δικαίωμα και υποχρέωση να το αλλάξουν. Η κατάργηση σε τι αποσκοπεί δεν μπορώ καθόλου να καταλάβω... 



11/1/13

«Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας», Vladimir Makanin





Είχα καιρό να διαβάσω βιβλίο Ρώσου συγγραφέα και να θυμηθώ πόσο βαθιά με συναρπάζει η ρώσικη ψυχή, πόσο ξένη μου φαίνεται στην αρχή κι έπειτα πόσο οικεία, κατανοητή και ακατανόητη μαζί. Ο Μακάνιν από το Ντοστογιέφσκι απέχουν κοντά ενάμιση αιώνα, κι όμως ήταν τόσες οι αναφορές, τόσο έντονη η αίσθηση πως ο ένας είναι ο συνεχιστής του άλλου που συχνά ξεχνιόμουν, ένιωθα σα να διάβαζα ένα βιβλίο κομμάτι ενός παζλ σχεδόν ολοκληρωμένου μέσα μου, της ρώσικης λογοτεχνίας.

            Το μυθιστόρημα «Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» είναι γραμμένο το 1998, μιλά με ένταση για μια εποχή που είναι μεταβατική, όπου όλα αλλάζουν, οι δημόσιες πολυκατοικίες ιδιωτικοποιούνται και τα κομματόσκυλα του παρελθόντος αποκαθαίρονται, αλλά οι βασικές επιθυμίες των ανθρώπων μένουν ίδιες, απλά προσαρμόζονται οι τρόποι τους στους καιρούς. Ήρωας του ο Πετρόβιτς, ένας συγγραφέας που την εποχή του παντοδύναμου Κομμουνιστικού κόμματος δεν εκδόθηκε αν και θεωρούνταν εξαιρετικός γιατί είχε αποκλίσεις από την κομματική γραμμή και τελικά κατέληξε σχεδόν άστεγος, να κάνει τον φύλακα σε μια δημόσια πολυκατοικία  και να μη γράφει συνειδητά τίποτα. Ο άνθρωπος αυτός, μέλος του αντεργκράουντ, μιας ομάδας ανέκδοτων καταραμένων, θα συρθεί στη ζωή, στο φόνο, στο φρενοκομείο, στην τρέλα και την λογική με μια τόσο φυσική ροή που δεν θα το καταλάβει καν. Οι φίλοι του έρχονται και χάνονται, αυτός παραμένει πιστός στη γραφομηχανούλα του κι ας μη γράφει τίποτα ποτέ σε αυτή, θα γνωρίσει την σκληρότητα του συστήματος, θα πάρει στο διάβα του την τρέλα του αδελφού του- ενός χαρισματικού στα νιάτα του ζωγράφου που τον έσπασε το καθεστώς- θα ζήσει κυνηγώντας την επόμενη μέρα, που μπορεί να φέρει τα πάντα. Αυτό είναι το βασικό θέμα, πως στη Ρωσία της μετά περεστρόικας εποχής μπορούν ανά πάσα στιγμή να συμβούν όλα και να είναι ταυτόχρονα σα να μη συνέβησαν.

            Ο Μακάνιν είναι απολαυστικός, γράφει διεισδυτικά και σκοτεινά, ατρόμητα, δίχως φιοριτούρες, χωρίς καμιά προσποίηση- είμαι μοντέρνος δεν είμαι- χωρίς σκέψη για αυτό που θα προκύψει. Και για αυτό, ακολουθώντας το ένστικτό του αλλά και την μακρά παράδοση της χώρας του κατάφερε να γράψει ένα βιβλίο που είμαι σίγουρη πως στον επόμενο αιώνα θα τον κατατάξει στους κλασικούς της γενιάς του.  

«Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας», Βλαντιμίρ Μακάνιν, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 616


9/1/13

"Η καρδιά του σκότους", Joseph Conrad






«Η καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόρνραντ είναι ένα λιανό βιβλιαράκι 129 σελίδων που γράφτηκε στα τέλη του προπερασμένου αιώνα και δημοσιεύτηκε στα 1900. Οι συστάσεις του είναι εκπληκτικές∙ πάνω σε αυτό στηρίχθηκε ο Κόπολα για να φτιάξει το «Αποκάλυψη τώρα», είναι ένα βιβλίο ανθύπαρκτο και μοναδικό, αριστούργημα από μόνο του. Το άνοιξα διστακτικά, με ένα φόβο που σπάνια με πιάνει, μήπως εμένα δε θα μου αρέσει.

            Ο Τσάρλι Μάρλοου, αφηγητής και ήρωας μαζί, ορίζεται καπετάνιος σε ένα ατμόπλοιο που διασχίζει έναν ποταμό στο Κονγκό. Η εμπορική εταιρεία που εκμεταλλεύεται την περιοχή ψάχνει για κάθε είδους φυσικό πλούτο – κυρίως φίλντισι- που αποσπά από τους κανίβαλους για μερικά κομματάκια σύρμα. Σε όλο το μήκος του ποταμού διάφοροι εμπορικοί αντιπρόσωποι εγκαθίστανται σε μικρές παράγκες, «εκπολιτίζουν τους αγρίους» και μαζεύουν χρήμα. Όταν ο Μάρλοου φτάνει στις εγκαταστάσεις της εταιρίας το πλοίο είναι σε κακή κατάσταση και μένει τρεις μήνες να το επισκευάσει. Εκεί ακούει πρώτη φορά για τον αντιπρόσωπο Κουρτς, έναν άντρα που φέρνει το πιο πολύ ελεφαντόδοντο από όλους, που τολμά περισσότερο και που λένε πως είναι καθηλωτικός όταν του μιλάς. Στο ταξίδι για να τον φέρει από το πόστο του πίσω στη βάση θα ανακαλύψει πως πρόκειται για σκοτεινή φιγούρα.

            Εκ πρώτης όψεως το βιβλίο μοιάζει μια συνηθισμένη περιπέτεια που θα ενδιέφερε ίσως έφηβα αγόρια, αλλά θα άφηνε αδιάφορα τα κοριτσάκια. Οι αρχικές σελίδες κυλούν αργά από άποψη πλοκής για να σε φέρουν ύπουλα στην γνωριμία με τον Κουρτς. Εκεί συναντάς την ανθρώπινη φύση – την άγρια ανθρωποφάγα πλευρά της αντάμα με την εκλεπτυσμένη και την ιδιοφυή- στον ίδιο άνθρωπο. Ο Κουρτς είναι ηγέτης, σε αυτό δε χωρά καμιά αμφιβολία, χαρισματικός ομιλητής που του συγχωρείς τα πάντα, για τον εαυτό του φυλά τη σπανιότερη αγριότητα και την μεγαλύτερη οξυδέρκεια. Ακόμα και μετά το θάνατό του οι άνθρωποί του παραμένουν πιστοί, ξεχνούν τι έκανε, μένουν στο ποιος ήταν.

            Σπάνια ήρωας που εμφανίζεται τόσο λίγο, σε καμιά δεκαριά σελίδες όλες όλες είναι πρωταγωνιστής, σφραγίζει τόσο ένα βιβλίο. Σε έναν βαθμό το μυθιστόρημα μοιάζει παλιακό, αλλά αυτό που εκφράζει με λόγο λιτό και περιεκτικό είναι σύγχρονο και σπαρταριστό. Δεν ξέρω να σας πω πού θα το κατέτασσα σε σχέση με την ταινία – βλέπω μόνο μια ελαφριά, αμυδρή σχέση ανάμεσα στον Κουρτς του Βιετνάμ (του Κόπολα) και τον Κουρτς του Κονγκό (του Κόνραντ). Τείνω να πιστεύω πως η ταινία με συγκλόνισε περισσότερο, ήταν ένα μεγαθήριο. Αντιθέτως το βιβλίο είναι ένα ψίθυρος, ολοένα αυξανόμενος, μια μύγα κακή που βουίζει τη νύχτα, όσο προσπαθείς να κοιμηθείς.     

 "Η Καρδιά του σκότους", Τζόζεφ Κόνραντ, μετ.Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ.129


6/1/13

Βαθμολογίας το λιβάνισμα....





Ακούω λίγες γκρίνιες για τις βαθμολογίες των βιβλίων του 2012 (ακόμα) και καταλαβαίνω τις αιτιάσεις αρκετών∙ έβαλα όλα τα βιβλία στην ίδια κατηγορία, παγκόσμια αριστουργήματα κοντά σε άλλα πιο ελαφρά αναγνώσματα, αδίκησα κάποια κατάφωρα, άλλαξα γνώμη στην πορεία της χρονιάς, είμαι μια βλαμένη χωριάτα που δεν κατάλαβα την ομορφιά κάποιου έστω και την ύστατη ώρα. Κατ’ αρχάς θα πω πως η συζήτηση πολύ μου αρέσει και έδωσε αφορμή να επικοινωνήσω με ανθρώπους που διαβάζουν και δεν τους ήξερα κι άλλους που συμπαθώ πολύ.

Η ιδέα της βαθμολόγησης δεν είναι φυσικά δικιά μου, πρώτος διδάξας ο librofilo και άξιος συνεχιστής ο nautilus, τα blogs στην Ελλάδα βαθμολογούν τα βιβλία που διαβάζουν. Για μένα που γράφω εν θερμώ τις αναρτήσεις, που αποζητώ την πρώτη εντύπωση μια- δυο μέρες, ενίοτε και μια-δυο ώρες αφότου τελείωσα το βιβλίο, η βαθμολογία στην ανάρτηση φαντάζει λάθος. Στο τέλος της χρονιάς όμως μου αρέσει η ανασκόπηση, ο βαθμός αντικατοπτρίζει τη δική μου σχέση με το κάθε βιβλίο και δεν αποτελεί απαραίτητα πρόταση. Και μιας κι είμαι ακόμα μια νεαρή (χμ..) αναγνώστρια έχω πολλές ελλείψεις στα παγκόσμια αριστουργήματα, έτσι την χρονιά μου δεν την απαρτίζει η λογοτεχνική παραγωγή της χώρας, αλλά ανάκατα βιβλία τωρινά με παλιά, ελαφρά με σοβαρότερα, αυτό που μου γυαλίζει και αυτό που μου κολλάει. Διαβάζω για την προσωπική μου ευχαρίστηση, κι αν η ανάμνηση της ανάγνωσης ενός κειμένου μου φέρνει χαμόγελο, θα το βαθμολογήσω ανάλογα ακόμα κι αν δεν πρόκειται για την αποκάλυψη του έτους.

Το blog παραμένει προσωπική υπόθεση, δεν είναι λογοτεχνικό περιοδικό, δεν είναι χώρος προώθησης (δικής μου ή άλλων). Είναι η αγάπη μου για το βιβλίο ανάκατη με την αφέλεια μου, η σοφία μου ανάκατη με το πένθος μου, η ηλικία μου μαζί με την παιδικότητά μου. Και απολαμβάνω τα μηνύματα που λαμβάνω, τρελαίνομαι για την επικοινωνία με αφορμή τα βιβλία που δεν είχα μέχρι λίγο καιρό πριν, χαίρομαι και για τα αρνητικά σχόλια. Κι αν λίγες βαθμολογίες είναι αφορμή για τόση κουβέντα, είμαι διατεθειμένη να το ξανακάνω….   




4/1/13

"Η Εφεύρεση του Μορέλ", Adolfo Bioy Casares





«Η εφεύρεση του Μορέλ» του Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες είναι ένα αριστουργηματικό βιβλίο, τέλειο από άποψη μεγέθους και κορύφωσης της πλοκής. Ήρωας ένας κατάδικος (πιθανότατα για πολιτικούς λόγους) που φτάνει σε ένα ακατοίκητο νησί που του σύστησε ένας Ιταλός. Εκεί είναι χτισμένα και εγκαταλελειμμένα το μουσείο (ένα κτήριο σα μεγάλο πολυτελές ξενοδοχείο), η πισίνα και το παρεκκλήσι. Στην αρχή ζει σχετικά καλά σε αυτήν την ερημιά, όπου ο θρύλος λέει πως οι άνθρωποι πεθαίνουν από μια ασθένεια που τους αφήνει καραφλούς και χωρίς νύχια. Μόνο που σύντομα πλησιάζει ένα καράβι με μια συντροφιά που καταλαμβάνει το μουσείο. Ο ήρωας μας φοβάται πως τον κυνηγούν, φεύγει για τα πεδινά του νησιού όπου κυριαρχεί η παλίρροια. Όμως ξαναγυρνά για να παρατηρήσει αυτούς τους ανθρώπους, να ερωτευτεί μια κοπελιά τη Φοστίν που αγαπά το ηλιοβασίλεμα, να καταλάβει πως δεν τον βλέπουν, ούτε μπορούν να τον αντιληφθούν.

            Το τέλος καταλυτικό, γεμάτο έμπνευση για ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1940 αποκαλύπτει την αγωνία του ανθρώπου για ευτυχία, συγχώρεση και αθανασία και μοιάζει βγαλμένο από μια πραγματικότητα –ζοφερή- που ο Κασάρες μόνο θα μπορούσε να μαντέψει για την εποχή μας. Στο βιβλίο κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία για έρωτα μαζί με την βιολογική ανάγκη για επιβίωση, μπλέκονται το ένα με το άλλο με μεταφυσικό τρόπο – περίπου όπως επιχειρούν να τα αναμείξουν η θρησκεία και η επιστήμη και καταλήγει σε μια μεγαλοφυή απάντηση, που ίσχυσε και θα ισχύει πάντα για τα ανθρώπινα όντα.

            Αν κάποιο βιβλίο αξίζει να διαβαστεί είναι ετούτο. Κι όχι δεν έχει καθόλου να κάνει με την μανία μου με τους λατινοαμερικάνους συγγραφείς και το μαγικό μες στο ρεαλισμό. Απλά η ιστορία αυτή με τη μαθηματική ακρίβεια της και τη λογοτεχνική μαεστρία του συγγραφέα γίνεται μαγευτική.


"Η εφεύρεση του Μορέλ", Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες, μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Πατάκη, 2004, σελ. 153


Υ.Γ. Το βιβλίο το αγόρασα από την Πολιτεία στην εξωφρενική τιμή των 2,80 ευρώ και το απόλαυσα πολύ περισσότερο από έναν καφέ...


2/1/13

Χαρούμενο Πρωτοχρονιάτικο πόστ


           



           Όταν έρχονται τα ζόρια, το μοναδικό μου καταφύγιο είναι τα βιβλία. Έτσι απλά, αντικοινωνικά, απάνθρωπα σχεδόν. Όταν τα πράγματα καταλήγουν απάλευτα, όσες φορές και να τα διυλίσεις, να τα αναλύσεις στο τηλέφωνο και σε καφέδες, όσες και να κλάψεις και να σου χαϊδέψουν τα μαλλιά, μόνον τα βιβλία κατορθώνουν να σε βγάλουν από τη διάθεση.
            Τους συγγενείς δεν τους διαλέγεις, πρέπει όμως στις περισσότερες περιπτώσεις να ζήσεις με αυτούς, να ζήσεις ίσως και για αυτούς. Το τι θα σε γλιτώσει από την παράνοια όμως είναι καθαρά δική σου υπόθεση. Εγώ διαλέγω τα βιβλία. Δε με απογοήτευσαν, δεν αρνήθηκαν ποτέ να με σώσουν, δεν τράβηξαν ποτέ υστερική κρίση για να γίνει το δικό τους.
            Είναι τόσα τα πράγματα που δεν μπορώ να διαχειριστώ αυτή τη στιγμή που πρέπει κάπου να ξεσπάσω όλη αυτή την ενέργεια, να τη διοχετεύσω. Όταν είμαι έτσι δεν μπορώ να γράψω, μου βγαίνουν κόμποι κόμποι λέξεων ακατάληπτοι. Μπορώ όμως να διαβάσω, να κουρνιάσω στο κρεβάτι μου, να ανάψω το πορτατίφ, να κλειστώ στη γωνιά μου ως να περάσει η φουρτούνα. Ή να χρειαστεί να βγω και πάλι στον κόσμο.
            Γνώρισα τους ανθρώπους και αγάπησα την τέχνη. Ή κάπως έτσι.