30/12/12

Βαθμολογώντας τα βιβλία του 2012


Το 2012 υπήρξε για μένα μια από τις πιο μαύρες χρονιές της ζωής μου.  Αναγνωστικά όμως δεν ήταν άσχημα, γύρισα στις παλιές καλές μέρες πριν την εγκυμοσύνη (που αυτό το blog δεν είχε ποτέ γνωρίσει). Ο χρόνος ήταν γεμάτος και ποιοτικά και ποσοτικά.  Δε μπορώ να μην αναφέρω το "Κουτσό" του Κορτάσαρ, το "2666" του Μπολάνιο,  το "Αν μια νύχτα το χειμώνα ένας ταξιδιώτης" του Καλβίνο,  το "Oblivion" του Γουάλας, το "Golden notebook" της Λέσινγκ, το "Θείο τραγί" του Σκαρίμπα, το "The New York Trilogy" του Όστερ, το "Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά" του Παδούρα, το "Ο Παραγιός" του Βάλζερ, τις "Λέξεις" του Σάρτρ και φυσικά το "Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" του Προυστ. Φέτος δεν υπάρχει βιβλίο-νικητής, κέρδισα εγώ σε γνώση και αγάπη για την ανάγνωση, σε τρόπους να ανταπεξέλθω στην λύπη. Και σε φίλους που αγαπούν τα βιβλία...


Καλή μας (και αναγνωστική) χρονιά.

Υ.Γ. 1 Οι βαθμολογίες είναι στα 10
Υ.Γ. Τα βιβλία είναι 75 [για μια ψυχή που θα βγάλει τα μάτια της να τα μετρήσει]
Υ.Γ. 42 Οι γκρίνιες για το σύστημα της βαθμολόγησης, το βαθμό του κάθε βιβλίου κ.τ.λ. φαντάζομαι πως θα γίνουν θεσμός.



28/12/12

"Κράτα μου το χέρι", Δημήτρης Μαμαλούκας



Ξεκινάει σχετικά αργά το μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα «Κράτα μου το χέρι» για να απογειωθεί από άποψη πλοκής στο τέλος. Το μικρό σε μέγεθος βιβλίο διαβάζεται με τον απογευματινό καφέ μονορούφι και έχει αρκετή από την συχνά καθηλωτική γραφή του συγγραφέα.

Ένας άντρας μετακομίζει σε μια άγνωστη του πόλη και νοικιάζει μια τρύπα πίσω από ένα σινεμά. Το διαμερισματάκι είναι σχεδόν αδύνατο να κατοικηθεί από τις πέντε το απόγευμα ως τη μια τα μεσάνυχτα γιατί ο θόρυβος του κινηματογράφου είναι εκκωφαντικός και η ζέστη από τις χοντρές σωλήνες της θέρμανσης για τους άλλους ορόφους αποπνιχτική. Δεν έχει όμως να πληρώσει κάτι καλύτερο και το μόνο που τον νοιάζει είναι να τελειώσει το βιβλίο του. Στους περιπάτους του θα συναντηθεί ξανά και ξανά με μια νεαρή κοπέλα, μόλις μεγαλύτερη από παιδί, που μοιάζει με πρεζάκι. Η γνωριμία αυτή θα τον βοηθήσει να ορίσει αυτό που τον βασανίζει, θα τον οδηγήσει μέσα από τα μηνύματα μιας ασφαλιστικής εταιρείας στις μεγάλες διαφημιστικές ταμπέλες της στο τέλος.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι εξόχως συμπαθητικός κι όταν η ιστορία ολισθαίνει προς το μαγικό γίνεται ακόμα πιο προσιτός. Είναι ένα μάλλον ασυνήθιστο βιβλίο για έναν κατ’ εξοχήν συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας, που φαίνεται κάπως αμήχανο στην αρχή, από τη μέση και μετά όμως αποκτά ρυθμό και ένταση. Το ότι ένας συγγραφέας γράφει για την καθημερινότητα ενός συγγραφέα  -πως συγκεντρώνεται, πως διορθώνει, πως τυπώνει- είναι ταυτόχρονα το ατού και το μειονέκτημά του, από τη μια ο συγγραφέας μιλά για κάτι που το ξέρει καλά, τη δική του καθημερινότητα, από την άλλη καταντά κοινότοπο ήρωες των βιβλίων να είναι συγγραφείς.

Το βιβλιαράκι το απόλαυσα, ήταν για τα μέτρα μου, ό,τι ακριβώς έπρεπε, αν και δεν άλλαξε την προτίμησή μου για το ποιο είναι το αγαπημένο μου βιβλίο του Μαμαλούκα.

"Κράτα μου το χέρι", Δημήτρης Μαμαλούκας, εκδ. Ψυχογιος, 2012, σελ. 184



26/12/12

Ο Άγιος Βασίλης έφτασε νωρίς....

Ο καλός άγιος, αναποφάσιστος εδώ στην Ελλάδα για το αν έρχεται τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά, έφερε τούτο το κουτί, που παρά τρίχα τη γλίτωσε από τη φωτιά στο τζάκι καθώς έπεφτε από την καμινάδα. Φέτος ήμουν καλό κορίτσι....




Μερικά ήταν στη λίστα μου, άλλα μπήκαν λόγω τιμής και μερικά λόγω περιέργειας. Ίδωμεν...


25/12/12

Ένα Χριστουγεννιάτικο ποίημα




Δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα από τα Χριστούγεννα όταν ήμουνα παιδί. Οι γονείς μου δούλευαν πάντα σα δαιμονισμένοι, μου έκαναν δώρα διάσπαρτα που δεν εντοπίζονταν στις γιορτές, ο στολισμός γινόταν μια μέρα πριν, κάποτε καθόλου. Όσο ήμουν νήπιο με άφηναν στη γιαγιά ή σε κάποια θεία για τις γιορτές, τους άρεσαν τα χειμερινά ταξίδια. Όταν πέρασα τα έξι, με έπαιρναν πάντα μαζί, βρέθηκα να έχω γυρίσει τη μισή Ευρώπη χωρίς να το θυμάμαι.
Ήμουν έντεκα χρονών όταν από κάποια συγκυρία που δε συγκρατώ πια, νομίζω πως κρύωνα να βγω στα μαγαζιά μαζί τους, βρέθηκα σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μόνη μου στη Βιέννη. Η τηλεόραση έπαιζε παιδικά στα Γερμανικά που εγώ μόλις είχα αρχίσει τον προηγούμενο χρόνο, ο καιρός ήταν μουντός και βροχερός κι από τις βαριές κουρτίνες έμπαινε ένα αρρωστιάρικο φως. Άνοιξα το πορτατίφ στο γραφείο του δωματίου και ξεκίνησα να παίζω με τα επιστολόχαρτα. Πάνω σε ένα από αυτά έγραψα το πρώτο μου ποίημα.
Κάπου ανάμεσα στις ενήλικες μετακομίσεις μου το χαρτί αυτό χάθηκε, σκίστηκε, πετάχτηκε, αφέθηκε. Δε θυμάμαι το θέμα, ούτε αν το έδειξα στους γονείς μου και τί είπαν, ξέρω όμως ακόμα την αίσθηση που μου άφησε η εμπειρία, την ξαναζώ όποτε ολοκληρώνω ένα κείμενο- μικρό ή μεγάλο- όποτε έχω μια ιδέα∙ και δεν την αλλάζω με όλα τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια και τα δώρα του κόσμου.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό bookstand

23/12/12

"Οι μπαλάντες του σκόρδου", Μο Γιαν





Ειδική στην Κινέζικη λογοτεχνία δεν είμαι (το ακριβώς αντίθετο, δεν έχω διαβάσει σχεδόν τίποτα από τη λογοτεχνία που αντιπροσωπεύει το ¼ του πληθυσμού της γης) και μου πήρε κάποιες σελίδες να μπω στο πνεύμα του βιβλίου, να καταλάβω κάτι από την ατμόσφαιρα. Όταν εγκλιματίστηκα όμως, βρέθηκα μπροστά σε ένα βιβλίο άγριας ομορφιάς, που καταλαβαίνω γιατί δημιούργησε προβλήματα στον συγγραφέα του και δεν κατανοώ πως το ανέχτηκαν στην Κομμουνιστική Κίνα. Πιθανολογώ πως τα πράγματα είχαν ήδη αρχίζει να αλλάζουν το 1988 που γράφτηκε- ως προς τη σκληρότητα του καθεστώτος, όχι τις συνθήκες διαβίωσης.
            Ήρωες του βιβλίου είναι δυο σκορδοπαραγωγοί της επαρχίας του Παραδείσου, ο Γκάο Μα και ο Γκάο Γιανγκ, που μέσα από πολύ διαφορετικές συγκυρίες βρίσκονται να σπάνε τα γραφεία του δήμου γιατί το σκόρδο τους μένει απούλητο. Ο Γκάο Μα είναι ένας άντρας που αφού γυρνά από το στρατό (όπου είχε ερωμένη την παλλακίδα του υποδιοικητή και θα μπορούσε να ανελιχθεί αν την παντρευόταν και τελικά δεν το θέλησε) ερωτεύεται τη γειτονοπούλα του Τζίντζου. Δεν είναι γραφτό να ευτυχίσουν γιατί οι γονείς της την έχουν τάξει σε έναν τριπλό γάμο, που θα εξασφαλίσει νύφη στον κουτσό μεγαλύτερο αδελφό της. Ο Γκάο Γιάνγκ είναι ένας οικογενειάρχης που πάντα έσκυβε το κεφάλι και κρατούσε χαμηλό προφίλ γιατί ήξερε πως ήδη τον βάραινε τρομερό παρελθόν, ήταν γιος γαιοκτημόνων πριν την επανάσταση.
            Η αθλιότητα της ζωής ως χωρικός στην Κίνα, η βρώμα, η πείνα, το πόσο άμοιρο είναι το κάθε ανθρώπινο ον μπρος στην κρατικό μηχανισμό μπλέκονται με την δυσωδία του σκόρδου που αναγκαστικά καλλιεργούν οι χωρικοί ως μονοκαλλιέργεια γιατί έτσι προστάζει το κράτος και μένει απούλητο να σαπίζει. Ούρα, κόπρανα, ψείρες ανάκατα με γέννες και θανάτους στην πιο σιχαμερή εκδοχή τους- εδώ ο άνθρωπος διαφέρει πολύ λίγο από το υποζύγιο του.
            Το βιβλίο είναι πολιτικό κι έχει μια τόλμη να μιλήσει για την εξαθλίωση που σε κάνει να στριφογυρίζεις τα βράδια. Το θέμα της εξουσίας, της ασημαντότητας της ανθρώπινης ζωής μπρος σε μια αδηφάγο και ανάλγητη κρατική μηχανή είναι διαχρονικό σε όλες τις κουλτούρες∙ συνδυασμένο πάντως με μια ψυχοσύνθεση σαν την Κινεζική γίνεται κραυγή κι έπειτα ψίθυρος. Κι ο ψίθυρος πονάει περισσότερο.


Υ.Γ. Το βιβλίο φυσικά και το πήρα από βιβλιοφιλικό καταναλωτισμό ( είναι σχετικά ακριβό ακόμα και με την έκπτωση) και δεν θα ήξερα καν την ύπαρξη του αν ο Μο Γιαν δεν έπαιρνε φέτος το Νόμπελ.

Υ.Γ. 42  Η Βιβή έγραψε για το βιβλίο στις αρχές του Νοεμβρίου.


 "Οι μπαλάντες του σκόρδου", Μο Γιαν, μετ. (από τα αγγλικά) Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 338  


19/12/12

"Το άνοιγμα της μύτης", Άντζελα Δημητρακάκη





          Σπανίως τα πάω καλά με τα διηγήματα, μου αφήνουν αίσθηση μισοτελειωμένη, σα σοκολάτα fun sized, θέλω κι άλλο. Όχι αυτά, εδώ παραδόξως οι χαρακτήρες είναι ολοκληρωμένοι, τα πράγματα φτάνουν ως το τέλος, εκεί που δεν έχει άλλο. Τα θέματα είναι κάπως υπερβατικά, ξεκινούν με την πραγματικότητα για να την προσπεράσουν κάπου στην πορεία και να χαθούν συνήθως στη θολούρα του μυαλού κάποιου ήρωα. Οι ανθρώπινες σχέσεις αναλύονται διεξοδικά, μέσα από πλάσματα που πιθανώς δεν είναι και τόσο συνηθισμένα (ή μήπως είναι;) Η αφήγηση είναι στρωτή, δίχως εξάρσεις, φιοριτούρες και περιττά στολίδια, στα μέτρα και στα γούστα μου ακριβώς.
         Αγαπημένα μου διηγήματα της συλλογής :

         «αυτόματη μέρα», όπου μια πολύ πετυχημένη τραγουδίστρια ροκ είναι άστεγη γιατί δεν μπορεί να μείνει μόνη. Αν μείνει μόνη ή έστω μόνον με έναν ακόμα άνθρωπο μεταφέρεται αυτόματα στην παιδική χαρά, όπου τριγυρνουν παιδιά και άγρια σκυλιά
                                             
«ο κήπος της ταχύτητας, όπου δυο φοιτητές επιλέγουν σαν εργασία να λένε για μια ώρα τα μυστικά τους στους περαστικούς, ώσπου ο ένας από τους δυο, ο εμπνευστής του πειράματος θα καταλήξει στο χαντάκι.

        Δυσκολεύομαι να μιλήσω το τί πραγματεύονται τα διηγήματα, ίσως και να μη θυμάμαι τις ιστορίες τους ακριβώς κι όμως η αίσθηση που μου έμεινε είναι πως θέλω θα διαβάσω κι άλλα βιβλία της  Δημητρακάκη πολύ σύντομα.


Υ.Γ. Πρέπει να ευχαριστήσω τον No14me γιατί χωρίς αυτόν δε θα είχα ακούσει για τη συγγραφέα και δε θα γύρευα να την "δοκιμάσω".

 "Το άνοιγμα της μύτης", Άντζελα Δημητρακάκη, εκδ. Οξύ, 1999, σελ.202