25/5/21

"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά", Marta Orriols




Όταν ο θάνατος παύει να αφορά πλέον τους υπολοίπους, είναι αναγκαίο να φροντίσεις να του βρεις χώρο στην άλλη πλευρά του υφάλου, γιατί, αν δεν το κάνεις, θα καταλάβει όλο τον χώρο με απόλυτη ελευθερία.

Ο θάνατος δεν είναι κάτι μυστικιστικό. Ο θάνατος είναι κάτι φυσικό, λογικό, πραγματικό.


Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Καταλανής Μάρτα Οριόλς χωρίς να ξέρω τίποτα για αυτό. Εντάξει, έπαιξε ρόλο, αν και είναι μάλλον ντροπιαστικό, η καταγωγή της συγγραφέα, το οπισθόφυλλο, το φοβερό εξώφυλλο, όλα όσα δεν έπρεπε δηλαδή. Και κατέληξα να τελειώσω το βιβλίο την ίδια μέρα, γιατί μιλούσε για κάτι που σπάνια έχω βρει αλλού, το μπλοκάρισμα του πένθους.

Η Πάουλα είναι μια σαραντάχρονη νεογνολόγος. Ζει πολύ μέσα από τη δουλειά της, και η ίδια δεν ήθελε ποτέ παιδιά, μόνον να σώζει τα νεογέννητα των άλλων. Ο επί πολλά χρόνια σύντροφός της, ο Μάουρο, σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό, αφού όμως της έχει ανακοινώσει την προηγούμενη μέρα πως δεν την αγαπά πια και πως έχει σχέση με μια άλλη γυναίκα. Έτσι η Πάουλα βρίσκεται με ένα αβίωτο πένθος, πρέπει να πάρει απόφαση το τέρμα της προσωπικής της ζωής, που θα ίσχυε βέβαια κι αν ζούσε ο Μάουρο, αλλά και τον θάνατο ενός άντρα που δεν είχε πάψει αγαπά. Δεν λέει σε κανέναν για τον χωρισμό, μόνο για τον θάνατο και χώνεται μέσα στο κεφάλι της.

Εκεί χώνεται και ο αναγνώστης. Αυτό είναι τόσο γοητευτικό στο βιβλίο, η συγγραφέας μπαίνει στην καρδιά του πένθους και περιγράφει το στάδιο εκείνο που δεν μπορείς να θρηνήσεις, δεν μπορείς να αποδεχτείς την απώλεια, δεν μπορείς να ζήσεις. Όλα κινούνται στον ρυθμό του θανάτου, αλλά εσύ δεν μπορείς με τίποτα να κινηθείς σε αυτόν, αποσύρεσαι από την καλή προαίρεση των άλλων μόνον (που φαντάζει αφόρητη), θέλεις να ουρλιάξεις κι όχι να κλάψεις. Τελικά δεν κάνεις ούτε αυτό. Βάζεις σε κούτες τα πράγματα του πεθαμένου και τα παρατάς απέξω, ξεχνάς απότιστα τα φυτά του, θέλεις να τα ξεφορτωθείς. Έχει κι άλλα στάδια το πένθος, πιο «ανθρώπινα», πιο κατανοητά. Όμως αυτό το ακατανόητο κομμάτι, μέχρι να αφεθείς στον τρόμο, πονάει πιο βαθιά γιατί αυτός που πενθεί νιώθει σχεδόν «μη άνθρωπος», σαν να προσδοκούν κάτι όλοι από εκείνον κι εκείνος να μην μπορεί να κάνει το πιο απλό, να θρηνήσει.

Είχα σε αυτά τα χρόνια τα τελευταία το μετρικό μου στο αβίωτο, αδιανόητο πένθος. Και αυτό το ανείπωτο, κατάφερε να μεταφέρει η Οριόλς. Δύσκολο να το κατανοήσεις αν δεν το έχεις βιώσει. Η λογοτεχνία, η τέχνη γενικά, έχει αυτή την ιδιότητα, να σου αποκαλύπτει πτυχές που πιθανώς δεν ήξερες καν. Από αυτή την άποψη, το βιβλίο της Οριόλς έχει πετύχει σε μεγάλο βαθμό. Αλλά και στον τρόπο γραφής, το βιβλίο μου ταίριαξε, με συνεπήρε. Τελικά ίσως να μην είχα τόσο άδικο που το διάλεξα μόνο και μόνον γιατί είναι καταλανικό, μπορεί αυτή η λογοτεχνία να μου ταιριάζει. 


                                                            Κατερίνα Μαλακατέ




"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά¨, Μάρτα Οριόλς, μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ. 260

13/5/21

"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ

 



Η Φωτεινή Ναούμ είναι από τους συγγραφείς της γενιάς μου που γράφει πολύ, σχεδόν ασταμάτητα. Επτά ήδη βιβλία στο ενεργητικό της. Ξεκίνησα να τη διαβάζω από τον Διαχειριστή το 2012 κι έπειτα την ξαναβρήκα με την Υγρη πόλη το 2017, και τώρα με τη Ζέλντα. Κάθε της βιβλίο είναι διαφορετικό, αλλά οι εμμονές παραμένουν οι ίδιες: οι ανθρώπινες σχέσεις, πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας, ελεύθεροι από συμβάσεις ή οδηγούμενοι από τη λογική, τη ρουτίνα και τη συνήθεια;


Δυο πρωταγωνιστές σε αυτό το βιβλίο, κι ας μιλάει ο τίτλος μόνο για τη Ζέλντα. Αυτή, μια γυναίκα υπερβατική, που ξέρει να γοητεύει κι έπειτα να φεύγει και να αφήνει τους άντρες λειψούς, να την περιμένουν, ονειρεύεται να γίνει μια μέρα πρωταγωνίστρια ενός μυθιστορήματος. Κι αυτός, ο Ανδρέας Μεντάς, γνωστός συγγραφέας, αναλαμβάνει να γράψει την ιστορία της. Γνωρίζει σταδιακά τους άντρες που σημάδεψε η παρουσία της Ζέλντας, χωρίς να κρύβει από κάποια στιγμή και μετά, πως ανήκει σε αυτούς. Κι αυτός τη θέλει πίσω, κι αυτός την αποζητά.


Η Ζέλντα είναι εκτός του κόσμου τούτου. Μοιάζει με άλλες τέτοιες larger than life ηρωίδες, σε πάρα πολλές στιγμές μου θύμισε την Ζένια στην Κλέφτρα Κίσσα της Άτγουντ. Η Ζέλντα κάνει την κάθε στιγμή σημαντική, ζει εκτός από τις συμβάσεις, μεγάλωσε εκτός οικογένειας, και για αυτό δεν αντέχει εντός. Όλο φεύγει, μόλις κάτι γίνεται ρουτίνα, μόλις χαθεί η μαγεία. Ο Μεντάς την ακολουθεί, δυσκολεύεται να γράψει, χώνεται μέσα στην ιστορία της, τα παρατάει, ξαναπροσπαθεί, σμπαραλιάζει τη ζωή του. Αυτός θα θελε να είναι εκτός, αλλά είναι εντός του κόσμου.


Το βιβλίο μιλάει για το ποιοι είμαστε, τι είναι ζωή και τι είναι ελευθερία. Για τους συγγραφείς έχει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί ακολουθούμε τον Μεντά στην πορεία της συγγραφής του μυθιστορήματος, αναγνωρίζουμε λίγο από τον εαυτό μας. Δεν μπορώ να πω πως βρίσκω κομμάτια δικά μου στη Ζέλντα. Είναι σαν να είμαι το άκρο αντίθετό της, εγώ όπου βρω ασφάλεια κουρνιάζω, εκείνη δεν αντέχει. 

Το μυθιστόρημα της Φωτεινής Ναούμ είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο, σε βάζει εκείνο σε αναγνωστικό ρυθμό. Ίσως περισσεύουν κάποιοι διάλογοι, θα μπορούσαν να είναι πιο μαζεμένη και σφιχτή η πλοκή όσο πλησιάζουμε προς το τέλος. Όμως αυτά τα λέει κανείς εκ των υστέρων, καταλαβαίνω πως η συγγραφέας αγάπησε την ηρωίδα της βαθιά, ενώ κατά βάθος η ίδια είναι ο Μεντάς. Κι όταν οι ήρωες σου γίνονται ένα με σένα, είναι κάπως δύσκολο να τους συμμαζέψεις.



                                          Κατερίνα Μαλακατέ 




"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ, εκδ. Bell, 2021, σ. 414

5/5/21

«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld

 



Έπιασα στα χέρια μου με μεγάλη ανυπομονησία το «Δυσφορεί η νύχτα» της/του Μαριέκε Λούκας Ρίνεβελντ. Ο/η συγγραφέας είναι μόλις είκοσι εννέα χρονών, αυτό είναι το πρώτο του/της βιβλίο και είναι το πρώτο μη-δυαδικό άτομο που πήρε το Booker.

Η ιστορία ξεκινά τραγικά, η Τζάκετ, ένα δεκάχρονο κορίτσι εύχεται να μην σκοτώσουν το κουνέλι της για το γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων, αλλά αντίθετα να πεθάνει ο αδελφός της, που δεν την πήρε μαζί του για πατινάζ λέγοντας της πως είναι πολύ μικρή. Και το αδιανόητο συμβαίνει, ο αδελφός της γλιστρά σε μια τρύπα στον πάγο και πνίγεται. Το κουνέλι παραμένει μια χαρά.

Παρακολουθούμε την οικογένεια να βυθίζεται έπειτα από αυτό, η Τζάκετ και τα δυο της εναπομείναντα αδέλφια προσπαθούν κάπως να ισορροπήσουν με δυο γονείς που γίνονται ολοένα και πιο ανισόρροποι. Και το πένθος, αυτό το αβίωτο, ανείπωτο πένθος γίνεται πληγή. Κι ο ένας πληγώνει συνεχώς τον άλλο. Και η ενοχή είναι τεράστια, και δεν μπορεί να τη μοιραστεί με κανέναν. Και δεν βγάζει με κανέναν τρόπο το μπουφάν της. Ως το τέλος.

Πρόκειται για ένα αφόρητο βιβλίο, η δυσφορία του τίτλου είναι απίστευτα ειλικρινής. Υπήρχαν στιγμές που το έβλεπα στο κομοδίνο μου και δεν ήθελα με τίποτα να το συνεχίσω. Από αυτή την πλευρά είναι ένα μυθιστόρημα πλήρως επιτυχημένο. Από την άλλη, τίποτα δεν γίνεται, τίποτα δεν προχωρά την ιστορία, ούτε αυτοί προχωρούν, μόνο βουλιάζουν από τη μια δυστυχία στην άλλη. Τα πάντα θυσιάζονται στον βωμό της αγάπης. Μιας αγάπης χριστιανικής, κλειστοφοβικής κι εξαιρετικά πιεστικής, που δεν μπορείς με τίποτα να την αντικρούσεις. Ο/η συγγραφέας ήθελε να μιλήσει για την κακοποίηση και τον πόνο. Και τα κατάφερε εξαιρετικά καλά. Αλλά ταυτόχρονα φαίνεται σαν να μην μπορεί να αρθεί από αυτή τη μιζέρια, χάνεται στο βάθος της δυστυχίας. Και το γεγονός πως πρωταγωνιστές είναι παιδιά το κάνει ακόμα πιο δύσκολο.

Δεν είμαι σίγουρη πως μου ταίριαξε αναγνωστικά το «Δυσφορεί η νύχτα». Με κάποιον τρόπο το βιβλίο τώρα που το έχω τελειώσει συνεχίζει να με απωθεί. Δεν είμαι όμως και σίγουρη πως μια τέτοια ιστορία θα μπορούσε να ειπωθεί αλλιώς. Γιατί ο τρόμος, αυτός ο τρόμος που σου τρώει τα σωθικά για το τι θα συμβεί στην επόμενη σκηνή κακοποίησης, συναισθηματικής και σωματικής, είναι πολύ δύσκολο να εκφραστεί αλλιώς.


                                      Κατερίνα Μαλακατέ



«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld, μετ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2021, σ.332 

26/4/21

"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann








Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του Τόμας Μαν, ξέρει πως πρόκειται να πέσει στα βαριά και στα βαθιά της λογοτεχνίας και πως υπάρχει μια κάποια πιθανότητα –για τα πιο μεγάλα του ιδίως—να μην καταφέρει να ολοκληρώσει την ανάγνωση. Δεν είχα λοιπόν ψευδαισθήσεις παίρνοντας στα χέρια μου την Λόττε στη Βαϊμάρη, δεν την επέλεξα για το ομολογουμένως εκπληκτικό εξώφυλλο της νέας έκδοσης (παραμένει στην παλιά μετάφραση του Θ.Παρασκευόπουλου, με το παλιό επίμετρο του Κ. Ψυχοπαίδη), ούτε για το πολύ αβανταδόρικο θέμα: η Λόττε του Βέρθερου ξαναγυρνά σε μεγάλη ηλικία στη Βαϊμάρη για να συναντήσει τον Γκαίτε. Το επέλεξα γιατί ήταν το βιβλίο του Τόμας Μαν που μου έλειπε, αυτό που δεν είχα ποτέ διαβάσει, κι ήταν καιρό εξαντλημένο.

Όμως και με τι ιστορία αναλαμβάνει να αναμετρηθεί εδώ ο Μαν ε; Η Λόττε, η ηρωίδα ενός αρχετυπικού μυθιστορήματος, η νεαρή γυναίκα που προκάλεσε στον ίδιο τον Γκαίτε τέτοιο πάθος, για να γράψει Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου, ένα βιβλίο ξεσηκωτικό και για τα ήθη της εποχής επαναστατικό, που όρισε σχεδόν το λογοτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού, ξαναγυρνά στον Γκαίτε. Είναι πια μεγάλη, κι έχει ζήσει τη ζωή της ως κυρία Μυστικοσυμβούλου Κέστνερ, και δεν βλέπει με τον τρόπο που βλέπουμε εμείς τον Γκαίτε. Τον έχει αποκαθηλώσει. Το ίδιο και τα πρόσωπα που συζητάνε μαζί της για αυτόν –μόλις μαθαίνουν πω βρίσκεται στη Βαϊμάρη ένα σωρό θαυμαστές της θέλουν να μιλήσουν μαζί της. Έτσι ο αναγνώστης αποκτά μια εικόνα του Γκαίτε μέσα από αλλεπάλληλες διηγήσεις, και μόνο στο τέλος, αφήνει ο Μαν τον ίδιο τον ποιητή να μιλήσει για τον εαυτό του.


Ο Μαν επιχειρεί μια σαφή κριτική στο ιερό τέρας του Sturm and Drang των γερμανικών γραμμάτων, γράφει μια άτυπη βιογραφία, για τους έρωτές του, το παιδί του, το πώς συμπεριφερόταν στους άλλους. Μιλά για τον ποιητή -που θεωρεί πως είναι διαφορετικός από τους άλλους ανθρώπους επειδή είναι ποιητής (όπως κάθε ρομαντικός που σέβεται τον εαυτό του)- και με έναν τρόπο, ενώ τον λατρεύει, τον κατεβάζει στα μέτρα μας, τον φέρνει στα ανθρώπινα. Ο Γκαίτε είχε τόσες φορές απαρνηθεί τον Βέρθερο, αυτό το νεανικό έργο που τον όρισε και τον έκανε διάσημο. Τα πρόσωπα γύρω από τον ποιητή μιλούν για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν στον βωμό της ιδιοφυίας, και από τον ίδιο, και από τους οικείους του. Η Λόττε πότε απολαμβάνει, και πότε σιχαίνεται τη δημοσιότητα στην οποία την καταδίκασε το μυθιστορηματικό της άλτερ ίγκο.

Δεν είναι εύκολο βιβλίο η Λόττε, ίσως μάλιστα να είναι από τα πιο στριφνά του Τόμας Μαν, χωρίς να φτάνει βέβαια την ιδιοτροπία του Δρ. Φάουστους ούτε τα δυσθεώρητα ύψη του Μαγικού βουνού. Είναι ένα βιβλίο- άσκηση συγκέντρωσης, οι διάλογοι μακραίνουν, αν δεν είσαι εκεί εκατό τα εκατό μπορεί να χάσεις τη συνοχή της σκέψης. Ο Μαν έγραψε τη Λόττε από το 1933 ως το 1939, αυτοεξόριστος ήδη από τη Γερμανία κι έχοντας ήδη χάσει την υπηκοότητα από το καθεστώς. «Η Γερμανία είμαι εγώ!» βάζει τον Γκαίτε να λέει, αλλά μάλλον θέλει να το πει εκείνος. Γιατί αυτά που λέει ο Γκαίτε στον μονόλογο του τρίτου μέρους, μπορούν να έχουν πολλαπλούς αποδέκτες.

Αν απόλαυσα τη Λόττε; Εν αντιθέσει με τον Βέρθερο που μπορώ να τον ξαναδιαβάζω για πάντα, δεν θα ξαναδιάβαζα το βιβλίο του Μαν. Αν είμαι χαρούμενη που το διάβασα; Πολύ. Πρόκειται για μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς, όσα κι αν τράβηξες για να το τελειώσεις. O Τόμας Μαν εξάλλου, πάντα απαιτεί από τον αναγνώστη, δεν προσφέρει καμία ευκολία και δεν κάνει εκπτώσεις.




                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann, μετ. Θεόδωρος Παρασκευόπουλος, εκδ. Πατάκη, 2020. σ.544

21/4/21

"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov

 



Αλλά οι ιστορίες πάντα τελειώνουν με τον έναν απ' τους δυο τρόπους - είτε μ'ένα παιδί είτε με έναν θάνατο.


Είναι η δεύτερη φορά που μπήκα στον λαβυρινθώδη κόσμο του «Περί φυσικής της μελαγχολίας» του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, κι αυτή η δεύτερη ανάγνωση έφερε στην επιφάνεια ακόμα σημαντικότερα κομμάτια του βιβλίου, και εδραίωσε την πεποίθησή μου πως πρόκειται για ένα από τα σημαντικά σύγχρονα (μετα)μεταμοντέρνα μυθιστορήματα.

Κεντρικός ήρωας ο ίδιος ο συγγραφέας, ή για να ακριβολογούμε, ο αφηγητής του. Ο αφηγητής πάσχει από μια σπάνια ασθένεια ενσυναίσθησης, μπορεί να μπει στη μνήμη του άλλου και να γίνει ο άλλος, όσο του αφηγούνται μια ιστορία. Έτσι γίνεται ο τρίχρονος παππούς του, όσο τον παρατάνε σε έναν μύλο, ή ο ίδιος ο Μινώταυρος. Μεγαλώνοντας, ο αφηγητής χάνει τη δυνατότητα αυτή κι αναγκάζεται να «αγοράσει» ιστορίες.

Πρόκειται για ένα βιβλίο αποσπασματικό, μέσα από τα θραύσματα δημιουργεί πρίσματα φωτός κι αλήθειας. Το «Περί φυσικής της μελαγχολίας» είναι γραμμένο πολύ φυσικά, όπως σχεδόν σκεφτόμαστε, περνώντας από το ένα θέμα και από την μία ιστορία στην άλλη, για να χτίσει μια πραγματικότητα που είναι και δεν είναι πραγματική, την πραγματικότητα του καθενός μας. Ο Γκοσποντίνοφ λέει πως έναυσμα για να γράψει το βιβλίο ήταν ένα άρθρο του Economist που έλεγε λίγο πολύ πως η σύγχρονη Βουλγαρία είναι σαν να μην υπάρχει. Έτσι μάζεψε τα κομμάτιά του, και τα κομμάτια της χώρας του, ασχολήθηκε με τη μνήμη, την προσωπική και τη συλλογική, μίλησε για την αλλαγή που έφερε στην χώρα η δυτικοποίηση, αλλά και για τον πόλεμο. Για το πώς είναι να είσαι ένα μικρό αγόρι, παντού. Έκανε το προσωπικό, κοινωνικό, και το κοινωνικό προσωπικό, για να περιγράψει τη ζωή μας.

Πουθενά σε όλη την καταγεγραμμένη αρχαιότητα δεν έχει διαφυλάξει κανείς τη φωνή του Μινώταυρου. Ο ίδιος δεν μιλάει, άλλοι μιλάνε για αυτόν. Εκεί που όλα, έμψυχα και άψυχα, δεν σωπαίνουν ποτέ, εκεί που βοούν παντού οι φωνές των θεών και των θνητών, των ορεσίβιων νυμφών και των ηρώων, των πονηρών Οδυσσέων και των αφελών Κυκλώπων, εκεί που ακόμα και οι περιφρονημένοι Κένταυροι έχουν το δικαίωμα στον λόγο, μόνο ένας σιωπά - ο Μινώταυρος.[] Γιατί να μην αξίζει κι αυτός τον ηρωικό ρυθμό του εξάμετρου. 

Κεντρικό ρόλο σε όλα αυτά παίζει ο μύθος του Μινώταυρου, του μικρού αγοριού που διαφέρει και το στέλνουν στα έγκατα της γης, μέσα σε έναν λαβύρινθο να τα βγάλει πέρα μόνος. Κανείς δεν του δίνει φωνή, καμία ιστορία δεν θα ειπωθεί από την πλευρά του. Σημασία έχουν ο Θησέας και ο λαβύρινθος. Ο λαβύρινθος του Γκοσποντίνοφ όμως είναι ξεκάθαρα μπορχικός --Μπόρχες και Πεσσόα ξεχωρίζουν και στο μότο του βιβλίου εξάλλου, καθώς και ο φανταστικός Γκαουστίν, στα πρότυπά τους. Ο Μινώταυρος αποκτά φωνή για πρώτη φορά στην Ιστορία μέσα από αυτό το μυθιστόρημα.

Δεν είμαι από τους αναγνώστες που αγαπούν πολύ την αποσπασματικότητα, ούτε τις ομφαλοσκοπήσεις. Όμως ο Γκοσποντόνοφ το κάνει τόσο καλά, τόσο αβίαστα, που δεν μπορείς παρά να του αναγνωρίσεις ένα τεράστιο αφηγηματικό ταλέντο, τέτοιο που σπάνια συναντά κανείς στις μέρες μας πια. Ομολογώ πως δεν έχω μεγάλη σχέση με τη νεότερη βουλγάρικη λογοτεχνία, αν εξαιρέσει κανείς τον Πένκοφ, που όμως γράφει στα αγγλικά, δεν έχω διαβάσει τίποτε άλλο. Νομίζω όμως πως ήρθε η ώρα για περισσότερες μεταφράσεις από τα βουλγάρικα, και περισσότερες αναγνώσεις.


                         Κατερίνα Μαλακατέ




"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov, μετ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018, σ. 336 









ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΟΣ ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Μετά από όλες τις αποδείξεις πως η ιστορία των τελευταίων τεσσάρων εκατομμυρίων χρόνων έχει εγγραφεί στο DNA των ζώντων οργανισμών, η ρήση πως η Οικουμένη είναι μια βιβλιοθήκη δεν συνιστά πια μεταφορά από καιρό τώρα. Τώρα μας χρειάζεται μια νέα εγγραματοσύνη. Μας περιμένει πολύ διάβασμα. Όταν ο κύριος Χόρχε είπε πως φαντάζεται τον παράδεισο ως μια βιβλιοθήκη χωρίς αρχή και τέλος, κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να το φαντάζεται, εννοούσε τα ατελείωτα ράφια του δεσοξυριβονουκλεικού οξέος. Είμαι βιβλία.



12/4/21

"Λύκος ανάμεσα σε λύκους", Hans Fallada


 



Ο Φάλαντα είχε για χρόνια περιπέσει στην αφάνεια εκτός Γερμανίας, κι λόγος δεν ήταν λογοτεχνικός ούτε όμως ήταν και αμελητέος. Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους» ήταν ένα βιβλίο που λάτρεψε ο Γκαίμπελς, ο Φάλαντα δεν έφυγε ποτέ από τη ναζιστική Γερμανία σε αντίθεση με τους περισσότερους Γερμανούς ομότεχνούς του, έγραψε μάλιστα ένα μυθιστόρημα που το "διόρθωσε προς το ναζιστικότερο" κατ' εντολήν του καθεστώτος, τον "Ατσάλινο Γκούσταφ" κι έβαλε τον μεγαλύτερο γιο του στη ναζιστική νεολαία. Πάντως, το 1944 μετά από έναν θυελλώδη καυγά με τη γυναίκα του, το καθεστώς τον έκλεισε σε ψυχιατρείο (δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά του που βρέθηκε σε τέτοιο ίδρυμα), κι από εκεί κι έπειτα έγραψε μόνο αντιναζιστικά.  Όλα αυτά, μαζί με την εξάρτησή του από το ποτό και τα ναρκωτικά, τον φόνο του καλύτερού του φίλου σε μονομαχία όταν κι οι δυο ήταν πολύ νέοι, τις φήμες για ομοφυλοφιλία και τον σπάταλο τρόπο ζωής του, φτιάχνουν ένα μίγμα εκρηκτικό, που για χρόνια κανείς δεν ήθελε να αγγίξει. Από το 2009 και μετά ο Φάλαντα αποκαθίσταται. Κι όσο συνεχίζουν να ξαναβγαίνουν τα έργα του στον αγγλόφωνο κόσμο, και μάλιστα χωρίς περικοπές, τόσο συνεχίζει να μεταφράζεται στην Ελλάδα. Έχω διαβάσει τον Πότη αλλά και το Μόνος στο Βερολίνο, που τα απόλαυσα πραγματικά. Μιλούν για το ναζιστικό καθεστώς με χρώματα μελανά, κι είναι και τα δυο βασισμένα σε αληθινές ιστορίες.

Το «Λύκος ανάμεσα στους λύκους», από την άλλη, είναι στημένο σε μια πιο μπερδεμένη και θολή εποχή, στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Τη Γερμανία στραγγαλίζουν οι Συνθήκες που υπέγραψε μετά την ήττα στον Α' Παγκόσμιο, το μάρκο υποτιμάται συνεχώς, οι άνθρωποι ενώ έχουν δισεκατομμύρια στις τσέπες, φτωχαίνουν τόσο πολύ κάθε μέρα που κυριολεκτικά δεν έχουν να φάνε, γυναίκες πουλάνε το κορμί τους και πρώην στρατιωτικοί δεν έχουν να ζήσουν. 

Τρεις είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές, ο ίλαρχος Γιοαχίμ φον Πράκβιτς που έχει ένα τσιφλίκι στο Νόιλε, που νοικιάζει από τον πεθερό του. Δεν έχει ιδέα από αγροτικές εργασίες, οι εργάτες του τον κοροϊδεύουν, ενώ μέσα στο κτήμα στήνεται μια περίεργη απόπειρα για να ανατραπεί η κυβέρνηση. Η κόρη του τον αψηφά κι ο πεθερός τον μισεί. Ο υπολοχαγός φον Στούντμαν, που κατέληξε να δουλεύει στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου και από ήρωας πολέμου να ανέχεται τον καθένα να τον εξευτελίζει. Και ο Βόλφγκανγκ Πάγκελ (Βολφ=λύκος), το κακομαθημένο παιδί μιας πάμπλουτης οικογένειας που τα τρώει όλα στις λέσχες κι αφήνει τη γυναίκα που αγαπά να σαπίσει γυμνή και έγκυος στη φυλακή.

Γύρω από τους τρεις αυτούς χαρακτήρες, και με φόντο το Βερολίνο που παραπαίει, αλλά και τη διεφθαρμένη εξοχή του Νόιλε, ο Φάλαντα βάζει κι ένα σωρό άλλους. Κυριαρχεί η σήψη και η διάλυση, η έκπτωση των ηθικών αξιών, η αδυναμία να ζήσεις. Κι εδώ, όπως και στα άλλα του βιβλία του, μιλάει για μια καταστροφική έξη, τον τζόγο. Ο Φάλαντα, που ξέρει το αφηγηματικό του ταλέντο, αφήνεται, πλατειάζει, δεν φροντίζει την πλοκή, ξεφεύγει για ώρα με δευτερεύοντες χαρακτήρες- αγαπημένη μου έτσι κι αλλιώς είναι η κοπέλα του Πάγκελ, η Πέτρα. Όμως επειδή μιλάμε για μάστορα της γραφής, όλα αυτά όχι απλά δεν ενοχλούν, αλλά κάνουν το βιβλίο γοητευτικό. 

Μου πήρε τρεις εβδομάδες να τελειώσω τις 1500 σελίδες των Λύκων και δεν βαρυγκώμησα καμιά βραδιά βλέποντάς το στο κομοδίνο μου, ούτε και του απίστησα. Η παρακμή που αποπνέει, οι χαρακτήρες που μοιάζουν όλοι με μοναχικούς λύκους μακριά από την αγέλη, που προσπαθούν να επιβιώσουν, η πίστη τελικά στο ανθρώπινο γένος, ακόμα κι όταν όλα έχουν γκρεμιστεί, είναι μαυλιστικά. Αυτό το ομολογουμένως μεγάλο σε όγκο βιβλίο, δεν κατάφερε βέβαια να βγάλει το Μόνος στο Βερολίνο  από την πρώτη θέση στην καρδιά μου. Ίσως είναι μάλιστα το πρώτο βιβλίο του Φάλαντα  που διαβάζω και δεν θεωρώ αριστούργημα. Παραμένει ένα αξιόλογο μυθιστόρημα από έναν σπουδαίο τεχνήτη. 



                                 Κατερίνα Μαλακατέ


 

«Λύκος ανάμεσα σε λύκους», Χανς Φάλαντα, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg, 2020, (Α+Β τόμος), σ.1518