Αυτό που σοκάρει τον αναγνώστη στο Σφαγείο 5 είναι το χιούμορ, χιούμορ γυμνασιακό, και σάτιρα και ειρωνεία, και μαύρο κατάμαυρο, όλες οι πλευρές του χιούμορ παρελαύνουν στο Σφαγείο. Γελάς για να μην κλάψεις ή για την ακρίβεια, γελάς, και το γέλιο μετουσιώνεται σε υποκατάστατο του κλάματος τόσο για τον αναγνώστη, όσο και για τον συγγραφέα.
Το βιβλίο ξεκινά με ένα αυτοβιογραφικό κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής μάς λέει πόσο καιρόν έκανε να γράψει αυτό το βιβλίο για τη Δρέσδη, για τον βομβαρδισμό της, πως πάντα πίστευε πως αυτό θα είναι το σπουδαίο του βιβλίο, γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Ο αφηγητής ήταν εκεί.
Εκεί ήταν κι κεντρικός ήρωας, ο Μπίλλυ Πίλγκριμ (ας αφήσουμε ασχολίαστο το όνομα), ένας ταξιδευτής του χρόνου και του τραύματος. Ο Μπίλλυ λοιπόν μας αφηγείται τις τελευταίες μέρες του ως αιχμάλωτος πολέμου των Γερμανών στη Δρέσδη, τον βομβαρδισμό και την καταστροφή της πόλης, αλλά ταυτόχρονα μας μιλάει για όλη τη ζωή του έκτοτε (μια χαρά βολεύτηκε με τη χοντρή γυναίκα του ως οπτομέτρης) και για τη ζωή στον πλανήτη Τραλφάμαντορ.
Ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής του πρώτου κομματιού, κι είναι ο Μπίλλυ Πίλγκριμ, κι όλοι οι συγκρατούμενοί του, είναι όλοι οι ήρωες που εμφανίζονται μέσα σε αυτό το μυθιστόρημα. Αλλά ταυτόχρονα και κανένας τους. Και πάει λέγοντας.
Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ ξεκινάει να ταξιδεύει στον χρόνο στη Δρέσδη. Ο χρόνος για αυτόν δεν είναι παρά θραύσματα και μπορεί να βρεθεί από το ένα κομμάτι του χρόνου στο άλλο, από τη γέννηση, την απαγωγή του από τους εξωγήινους, τον θάνατο, τον γάμο του κ.ο.κ. Ο Μπίλλυ Πίλγκριμ είναι εκτός χρόνου και τόπου, άχρονος και άπατρις, είναι εγώ και είναι εσύ.
Πιστεύω πως δεν έχω διαβάσει καλύτερη περιγραφή του τραύματος από αυτή που κάνει ο Μπίλλυ Πίλγκριμ μιλώντας για τη σχέση του με τον χρόνο. Πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στην καταστροφή και την επιτυχία, την τρέλα και τη λογική, τη ελευθερία και την αιχμαλωσία, την τυχαιότητα και την ειμαρμένη. Μπορεί να σωθείς γιατί κυκλοφορείς στην Δρέσδη με ένα σκαρπίνι χωρίς τακούνι, μπορεί να πεθάνεις γιατί μίλησες για ιπτάμενους δίσκους. Μπορεί να είσαι ένας αιχμάλωτος παλιάτσος μες στις σφαίρες του πολέμου, κι ένας αιχμάλωτος σοβαρός σε έναν εξωγήινο ζωολογικό κήπο. Το βασικό που έχουν μάθει στον Πίλγκριμ είναι να σκάει και να κολυμπάει, εξάλλου έτσι τον έμαθε ο πατέρας του να κολυμπάει, απλά ρίχνοντας τον στον νερό. Και αυτός τα ίδια έμαθε στα παιδιά του, ο γιος του υπηρετεί στο Βιετνάμ. Τα όρια της ανθρώπινης βλακείας συγκρούονται με την δίψα για εξουσία, το παράλογο γίνεται νόρμα φυσιολογικό, κι όλα συνεχίζουν όπως πριν, όπως ήταν, χωρίς κανένας να αντιτίθεται, εναλλασσόμενοι ανάμεσα στο ρόλο του θύτη και του θύματος εις το διηνεκές. Ως τον θάνατο και πέρα από αυτόν.
Η ευφυία του Βόννεγκατ πραγματικά κάνει πάρτυ εδώ, παίζοντας με το προσωπικό τραύμα του ανθρώπου που ήταν στον πόλεμο, το συλλογικό τραύμα της διάλυσης των ψευδαισθήσεων του Δεύτερου Παγκοσμίου πολέμου, τη ματαιότητα της ανθρώπινης ζωής. Ένα πάρτυ που δεν μπορεί να τελειώσει με κανέναν άλλο τρόπο, παρά με ένα πουλί να σου λέει «Τσιριτρί;»
Κατερίνα Μαλακατέ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.