15/4/26

"Οι Μπούντενμπροκ", Thomas Mann

 



Οι Μπούντενμπροκ είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Τόμας Μαν και αυτό που ο ίδιος ο Φώκνερ ονομάτισε ως το σπουδαιότερο του 20ου αιώνα. Εκδόθηκε το 1901 όταν ο Μαν ήταν 26 ετών, και το έγραφε ήδη από τα 23 του. Στην αρχή ήθελε να γράψει μια νουβέλα για την οικογένειά τους και την επίδραση που είχε ο Βάγκνερ στον νεότερο εαυτό του, σε συνεργασία με τον αδελφό του Χάινριχ Μαν, κι έτσι σκάλισε επιστολές, ρώτησε τα αδέλφια του για κουτσομπολιά και περιστατικά, αντέγραψε το περιβόητο οικογενειακό βιβλίο-αρχείο των γάμων, βαφτίσεων, θανάτων κ.οκ. της οικογενείας.


Τελικά έγραψε μόνος μια τεράστια οικογενειακή σάγκα 850 σελίδων για την παρακμή μιας οικογένειας (της δικιάς του) ανάμεσα στο 1835 και το 1877, με πολλή ειρωνεία και σκωπτικό χιούμορ, που πυροδότησε τις παραδοσιακά ταραγμένες σχέσεις με τον Χάινριχ, μια μακρά έχθρα με τους συντοπίτες του στο Λίμπεκ όπου γεννήθηκε (που αναγνώρισαν τον εαυτό τους στους χαρακτήρες, γράψαν μέχρι και οδηγό ποιος είναι ποιος και αναστατώθηκαν για πάρα πολλά χρόνια από το σκάνδαλο), και φυσικά την παγκόσμια αναγνώριση στο πρόσωπο του νεαρού συγγραφέα. Ο Τόμας Μαν ήταν τυχερός που ο πατέρας του, Τόμας Γιόχαν Χάινριχ Μαν (ναι, αυτό ήταν όλο του το όνομα, δεν μας περιγράφει τσάμπα τον πατέρα του ως μεγάλο νάρκισσο) ήταν ήδη νεκρός.

Οι Μπούντενμπροκ είναι το πρώτο μεγάλο γερμανικό κοινωνικό μυθιστόρημα του 20ου αι. που έγινε ευπώλητο, μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες και εκτόξευσε τον νεαρό Τόμας στην καριέρα που προοριζόταν για τον… αδελφό του. Ο Χάινιριχ Μαν δεν του συγχώρεσε ποτέ την επιτυχία και το δίλημμα όλου του μυθιστορήματος, να ζήσει κανείς ως απόγονος μπουρζουάδων ή ως καλλιτέχνης. Για τον Χάινριχ η απάντηση ήταν ξεκάθαρη από την αρχή, ο Τόμας πάλευε να βγει από το αυτό μια ολόκληρη ζωή.

Το 1929 όταν ο Τόμας Μαν πήρε το Νόμπελ, που γενικά η Σουηδική Ακαδημία το δίνει για το σύνολο του έργου ενός συγγραφέα, μόνον οι Μπούντενμπροκ αναφέρονταν στο σκεπτικό της βράβευσης κι όχι πχ. το Μαγικό Βουνό που κυκλοφορούσε ήδη κι ήταν το πιο πρόσφατο «μεγάλο του μυθιστόρημα». Ο Τόμας Μαν ήταν από τους ελάχιστους που μετά το Νόμπελ συνέχισε να γράφει λογοτεχνία στο ίδιο δυσθεώρητο επίπεδο, εκδίδοντας δύο από τα δυσκολότερα και μεγαλύτερα σε έκταση έργα του, τον Ιωσήφ και τους αδελφούς του, και τον Δρ. Φάουστους μετά τη βράβευση.

Στους Μπούντενμπροκ παρακολουθούμε την πορεία τεσσάρων γενεών μιας οικογένειας εμπόρων σε μια μικρή Γερμανική πόλη κάπου στη Βαλτική, από την οικονομική ακμή της έως την οικονομική παρακμή της. Ακριβώς όπως έγιναν τα πράγματα για την οικογένεια Μαν, με την Ιστορία στο φόντο μόνο, και στο προσκήνιο τους ανθρώπους και τις κοινωνικές τους σχέσεις, με την κάθε μικρολεπτομέρεια της καθημερινότητας να αποκτά βαρύτητα που κανείς δεν θα φανταζόταν.

Το μυθιστόρημα εξωτερικά μοιάζει εντελώς ντικενσιανό, δείπνα, ασθένειες, κουτσομπολιά, ψιλομύτηδες συγγενείς και φτωχοί συγγενείς, ανώτερες κοινωνικές τάξεις και υπηρέτες, παλαιό χρήμα, νεότερο χρήμα. Ο Τόμας Μαν αν και μόλις τέσσερα χρόνια νεότερος από τον Προυστ και επτά μεγαλύτερος από τον Τζόυς, ποτέ δεν υιοθέτησε την κατακερματισμένη φόρμα του μοντερνισμού, τουλάχιστον ως προς την μορφή των μυθιστορημάτων του. Και σε αυτό το κομμάτι παρέμεινε στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα.

Τι ξεχωρίζει όμως του Μπούντενμπροκ και κατατάσσονται στη λογοτεχνία του 20ου ; Το κεντρικό θέμα. Όσο πλησιάζουμε στο τέλος καταλαβαίνουμε ποια είναι η βασική αγωνία του συγγραφέα πίσω από όλα αυτά. Πρόκειται για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο οικογενειακό «πρέπει» και το προσωπικό «θέλω», την αμφιθυμία του ανάμεσα στη ζωή του έμπορου μπουρζουά για την οποία προαλειφόταν και τη ζωή του καλλιτέχνη, που τον καλεί με όλους τους τρόπους που θεωρεί ανάρμοστους.

Θα γίνει ο πρωταγωνιστής του έμπορος και πολιτικός, πατριάρχης της οικογένειάς του και καθωσπρέπει μέλος της κοινωνίας ή ένας καλλιτέχνης που θα μπορεί να εκφραστεί αλλά θα παραδοθεί στο πάθος του, την μουσική, το θέατρο, το γράψιμο και θα πεθάνει ως παρίας.

Το μυθιστόρημα είναι χαρακτηριστικά πολυπρόσωπο, μα μέσα στον ορυμαγδό των χαρακτήρων, δεσπόζουν δύο, ο μικρός Χάνο Μπούντενμπροκ (το άλτερ ίγκο του συγγραφέα μέσα στο βιβλίο) και ο πατέρας του, γερουσιαστής Τόμας Μπούντενμπροκ. Κοντά τους δυο γυναίκες, η μητέρα του Χάνο, η Γκέρντα, μια ξένη, που αγαπά τη μουσική και ξέρει να βάζει όρια όταν δεν αντέχει και η Τόνι, η θεία του Χάνο, μια κλασική ατυχήσασα ζωντοχήρα, που ζει μια ζωή καθωσπρέπει αλλά συνεχώς δυστυχισμένη, έξυπνη αλλά και ψωροπερήφανη, η κόρη που υπάκουσε σε όλα τα πρέπει και τα «τι θα πουν οι γείτονες» και τελικά καταστράφηκε. Με την Τόνι ανοίγει το μυθιστόρημα, με την Τόνι κλείνει∙ και δεν είναι τυχαίο.

Από κοντά κι ο Κρίστιαν, θείος του Χάνο στο βιβλίο, (αλλά αδελφός του Τόμας Μαν στην πραγματική ζωή, ο Χάινριχ αυτοπροσώπως), ένας μποέμ χαρακτήρας που ποτέ δεν υπάκουσε στους κανόνες, που επιδόθηκε στις απολαύσεις, εκτός ηθικής, που έζησε μια ζωή μακριά από τα πρέπει. Και τελικά κατέληξε στο άσυλο (αυτή την λεπτομέρεια δεν τη συγχώρεσε ποτέ ο Χάινριχ Μαν στον Τόμας Μαν, γιατί φυσικά αναγνώρισε τον εαυτό του στο μυθιστόρημα)

Ο Τόμας Μπούντενμπροκ, ο πατέρας του Χάνο, η φιγούρα ταυτόχρονα της ακμής και της παρακμής, το χρυσό παιδί, ο επιτυχημένος γιος, που κατάφερε να πάρει την οικογενειακή επιχείρηση και να την κάνει να ανθίσει, που από πρόξενος εκλέχτηκε γερουσιαστής, ο κομψευόμενος νάρκισσος που παντρεύτηκε από έρωτα μια «εξωτική» γυναίκα, είναι ταυτόχρονα για τον μικρό είδωλο και φόβος.

Όσο ο Τόμας Μπουντενμπροκ καταρρέει, και οικονομικά, και σωματικά, ενώ είναι μόλις πενήντα χρονών, όσο δεν είναι πια τόσο επιτυχημένος κοινωνικά, όσο υποψιάζεται πως η γυναίκα του τον κερατώνει, όσο γίνεται ίδιος με τα αδέλφια του, αποτυχημένος και υποχόνδριος, να αναρωτιέται γιατί σκόρπισε τη ζωή του σε κάτι που δεν ήταν αυτός, τόσο επιτίθεται στον μικρό Χάνο με απαιτήσεις ευρωστίας και επιτυχίας.

Ο Χάνο δεν είναι τίποτα από αυτά, αργεί να περπατήσει, αργεί να μιλήσει, είναι κουμπούρας στα μαθήματα, υπερευαίσθητος, σωματικά αδύναμος και κοινωνικά εξόριστος. Δέχεται μεγάλο σωματικό και λεκτικό μπούλινγκ στο σχολείο, ονειροπολεί συνεχώς κι είναι κουμπούρας στο σχολείο, στο σπίτι αποτυγχάνει μπροστά στα μάτια του πατέρα του επανειλημμένως. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η μουσική, που κι εκεί δεν φαίνεται να είναι αρκετά καλός στην θεωρία, μόνο στον αυτοσχεδιασμό. Κι η μόνη του παρηγοριά, ο πρίγκηπας Κάι, ένα αγόρι από ξεπεσμένη οικογένεια αρχόντων, που γίνεται ο κολλητός του, που του λέει ιστορίες, που τον αγαπά πραγματικά. Και που δεν δίνει δεκάρα που το παντελόνι του είναι μπαλωμένο.

Η συμπόνοια που νιώθει ο συγγραφέας για τον Χάνο είναι εμφανής. Αν και χρησιμοποιεί παντογνώστη αφηγητή, είναι σαφές πως όταν η ματιά του πέφτει πάνω στο μικρό παιδί είναι στοργική, σχεδόν απολογητική. Ο νεαρός συγγραφέας Τόμας Μαν πιάνει το παιδί Χάνο από το χέρι και επιτέλους το αγκαλιάζει όπως δεν έκαναν οι γονείς του, ο επικριτικός πατέρας και η ψυχρή μητέρα του.

Όλοι οι χαρακτήρες, αν και κρατάνε καθένας διαφορετική στάση απέναντι στην αγία οικογένεια, την αγία εταιρία της οικογένειας, και τα άγια λεφτά της οικογένειας, είναι εκφάνσεις του ίδιου θέματος. Όλοι τους είναι ασθενικοί, με θέματα πέψης, δοντιών και αρθρώσεων, όλοι πονάνε. Και όλοι τρώνε οικτρά τα μούτρα τους (ο υπότιτλος του βιβλίου που δεν βλέπουμε στην ελληνική μετάφραση είναι «Η παρακμή μιας οικογένειας»). Η λύση στο δράμα θα δοθεί βίαια. Ο Τόμας Μπούντενμπροκ θα πεθάνει έναν γελοίο θάνατο, η περιουσία θα ρευστοποιηθεί, η οικογενειακή επιχείρηση των εκατό χρόνων και των τεσσάρων γενεών θα εκλείψει. Όπως ακριβώς συνέβη στην πραγματική ζωή με τον πατέρα του Τόμας Μαν.

Κι όσο ο ίδιος ο συγγραφέας διερευνά αν αυτός ο θάνατος ήταν κατάρα ή ευλογία στη ζωή του, στο μυθιστόρημα για τον Χάνο υπάρχει ένα άλλο τέλος. Σε ένα κεφάλαιο που θυμίζει πολύ τον μοντερνισμό που θα ακολουθήσει, κάτι σαν προάγγελος του Χένρι Τζέιμς, όλα τελειώνουν.

Όλες οι εμμονές του μετέπειτα μάλλον δύστροπου χαρακτήρα του Μαν είναι εδώ, η εμμονή με την ασθένεια και τη φθορά, το φαγητό, τα δείπνα και τα ασημικά, το νοικοκυριό, την πέψη, τα δόντια. Μέχρι και μια μικρή νύξη ομοερωτισμού στο πρόσωπο του κόμη Κάι (που θα ολοκληρωθεί αργότερα στον Τόνιο Κρέγκερ— που μοιάζει σαν τη φυσική συνέχεια του Χάνο). Και το χιούμορ του, η ανελέητη σάτιρα για όλους και όλα, και τον εαυτό του. Στο Γερμανικό πρωτότυπο σατιρίζει ακόμα και τις διαφορετικές προφορές και διαλέκτους, που στα ελληνικά δεν μπορεί να περάσει παρά μόνον πολύ αμυδρά (το βλέπουμε εκεί που είναι πιο έκδηλο, στον Πέρμανεντερ).

Και η μουσική. Δεσπόζει εδώ, δεσπόζει παντού, τον κυνηγάει, τον καθορίζει, αυτόν που γεννήθηκε σε μια οικογένεια άμουση, που δεν καταλάβαινε τίποτα από δαύτη. Η μουσική είναι η μόνη πηγή ευτυχίας για τον Χάνο, σηματοδοτεί την ίδια τη σύνδεση με τη μητέρα του, γίνεται πολλές φορές η μητέρα του στη θέση της απόμακρης δικής του. Κι αυτό δεν αλλάζει με τα χρόνια, η μουσική διαποτίζει το έργο του Τόμας Μαν έως τα γεράματά του για να φτάσουμε στον Δρ. Φάουστους που είναι απλά μουσική.

Το ερώτημα για τον σύγχρονο αναγνώστη είναι ένα, αξίζει να διαβάσω Τόμας Μαν του 1901, ένα τόσο αυτοβιογραφικό βιβλίο, με ένα τόσο προσωπικό θέμα; Η απάντηση για μένα είναι ξεκάθαρη, αυτό είναι το μοντέρνο φορτίο του βιβλίου κι αυτό που μας περνά στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, η αυτοαναφορικότητα είναι ξεκάθαρη σε όλο το έργο του Μαν, δεν τον ενδιαφέρει η Ιστορία, αλλά η ψυχοσύνθεση των ηρώων και τελικά πάντα καταλήγει να μιλά για ένα θέμα που καίει ακόμα και στην εποχή μας κάθε άτομο, ποιο κομμάτι μου διαμορφώνεται από την οικογένεια και ποιο από τα προσωπικά μου θέλω, πόσο ευτυχισμένος θα είμαι αν είμαι υπάκουος στις κοινωνικές επιταγές της εποχής και πόσο αν είμαι ανυπάκουος, τι είναι χρεοκοπία και αποτυχία προσωπική. Πράγματα που με απασχολούσαν τριάντα χρόνια πριν ως έφηβη και καταδυναστεύουν τον 16χρονο γιο μου, δηλαδή. Να ακολουθήσει την καρδιά του και τη δημιουργικότητά του ή να σπουδάσει κάτι βατό με σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση και να θάψει εκεί την προσωπικότητά του. Δεν ξέρω αν σας θυμίζει κάτι, αλλά εμένα μου μυρίζει όχι 20ος αλλά και ακόμα και 21ος αιώνας.

Ο Τόμας Μαν με τη ζωή του απάντησε στο ερώτημα, ακολούθησε την ιδιοφυία και την κλίση του αλλά ποτέ δεν ξέφυγε από την συντηρητική ιδέα της οικογένειας (ειδικά μετά από την αυτοκτονία τριών από τα τέσσερα αδελφιών του), έκανε έναν πλούσιο γάμο και απέκτησε 6 παιδιά (όλα πηγμένα μες στο ίδιο δίλημμα), νοιάστηκε πολύ για την καλλιτεχνική και την οικονομική επιτυχία, αλλά βυθίστηκε στην προσωπική του, ποτέ δεν αποκάλυψε τις ομοφυλοφιλικές πτυχές του (αν και τις μάθαμε δραματικά μέσω του γιου του Κλαόυς Μαν), έγινε ο ίδιος η ακμή και η παρακμή της οικογένειας του.

Πολιτικά από συντηρητικός, στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο ήταν με τον Γουλιέλμο, σιγά σιγά ριζοσπαστικοποιήθηκε, τόσο που αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία κι έπειτα στην Αμερική με την άνοδο του Χίτλερ και το χειρόγραφό του φυγαδεύτηκε από τα παιδιά του. Έζησε πολυτάραχα, πάντα με την ίδια «ιδιοτροπία», φοβούμενος την ασθένεια όπως όταν ήταν παιδί, ονειροπολώντας, γράφοντας ακατάπαυστα και επιβάλλοντας πως οι άλλοι θα κρατούν τα προσχήματα που σιχαινόταν ως παιδί, μια αντίφαση ολόκληρος, προσωπικά και καλλιτεχνικά. Μια αδιαμφισβήτητη ιδιοφυία του 20ου αιώνα, που όταν διαβάσεις ένα βιβλίο του, οποιοδήποτε, δεν το ξεχνάς ποτέ.


                            Κατερίνα Μαλακατέ 


















το σπίτι όπου μεγάλωσε ο Τόμας Μαν στο Λίμπεκ, 
τώρα είναι μουσείο, το  "Buddenbrookhaus"
https://buddenbrookhaus.de/museum/museum-english


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.