17/1/12

"η ανάκριση", Ηλίας Μαγκλίνης



  Σε μορφή και μέγεθος άψογο, το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Η ανάκριση» κερδίζει τον αναγνώστη με την κάθε μετρημένη φράση. Το θέμα σχετικά περιορισμένο για αυτό και…νουβέλα.

            Ένας πατέρας, βασανισμένος στην ΕΑΤ-ΕΣΑ και μετά σχεδόν παρατημένος, χαμένος στις μεταφράσεις του και μια κόρη καλλιτέχνης που αγαπά να χαρακώνει τον εαυτό της, να τον υποβάλλει στα μαρτύρια της τροφικής διαταραχής, να μειώνει το σώμα της, σπαράσσονται. Και νικητής φυσικά δεν υπάρχει.

            Αν και ο συγγραφέας στηρίχθηκε σε πραγματικά γεγονότα, αυτό που κερδίζει στο βιβλίο είναι η αφαιρετικότητα, ο τρόπος να αφηγηθείς τα πάντα, χωρίς στην ουσία να λες τίποτα. Αυτό που υπονοείται είναι απείρως υποβλητικότερο από αυτό που λέγεται και η τόλμη των σκηνών δε σοκάρει, μονάχα συμβάλλει στην αλήθειά τους.


14/1/12

Ύμνοι σε ένα μπλογκ




Πριν ανοίξω αυτό το μπλογκ διάβαζα πολύ, πιθανότατα πιο πολύ από ότι τώρα γιατί τότε δεν ήμουν μάνα, ζούσαμε με τον άντρα μου σε ένα μικρότερο σπίτι τα δυο μας και μας ξέραν πολύ καλά όλα τα ντελιβεράδικα της γειτονιάς. Αλλά, αν και παρακολουθούσα που και που τα ένθετα των εφημερίδων και τα μπλογκς, διάβαζα και λίγο fast food -ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, ό,τι έβλεπα σε περίοπτη θέση στα αγαπημένα μου βιβλιοπωλεία, ό,τι τύχαινε κάποιος κάπου κάποτε να μου αναφέρει. Σε ποσότητα είχα πολύ καλύτερα σκορ, σε ποιότητα δεν είμαι και τόσο σίγουρη.

            Άνοιξα το μπλογκ από καθαρή ματαιοδοξία, για να δείξω στον εαυτό μου και στους οικείους μου πως εγώ διαβάζω περισσότερο και καλύτερα από όλους τους, για να έχω μια σταθερή ενασχόληση με το μόνο πράγμα που δεν με κουράζει ποτέ, που θα μπορούσα να το κάνω επάγγελμα χωρίς κόπο. Για να μην πηδήξω από το παράθυρο που κανένας δεν δεχόταν να εκδώσει το βιβλίο μου χωρίς αμοιβή, που με δυο τρεις έφτασα στο τσακ αλλά μετά άρχισαν να μου ζητάνε λεφτά που δεν ήθελα να δώσω, για να μη βλέπω τα χειρόγραφα να γυρνάνε με την επισήμανση προς έκδοση πρόχειρα σβησμένη ή σκισμένη. Α, και για να μην τρελαθώ που δουλεύω σε μια δουλειά που απαιτεί τουλάχιστον οκτώ ώρες από το χρόνο μου, που δε σε αφήνει να πάρεις ανάσα, που συχνά σε αφήνει με την αίσθηση της στυμμένης λεμονόκουπας στο τέλος της βάρδιας.

            Άνοιξα λοιπόν ένα βιβλιοφιλικό μπλογκ για όλους τους λάθους λόγους. Και στην πορεία βρήκα τους σωστούς, ανακάλυψα βιβλία που δεν είχα ακούσει κι ας επρόκειτο για παγκόσμια αριστουργήματα, μίλησα με ανθρώπους έστω και διαδικτυακά που αγαπάνε τα βιβλία όσο κι εγώ - με κάποιους κι ας μην φαίνονται ποτέ στο μπλογκ μιλάω μέσω mail, με κάποιους άλλους μέσω facebook, και με άλλους εδώ. Τί σημασία έχει; Μεγάλωσαν οι ορίζοντες μου. Και ανακάλυψα και τη Biblionet. Μα τον Τουτατή, πριν το μπλογκ δεν ήξερα πως υπάρχει αρχείο με όλα τα βιβλία που εκδίδονται στην Ελλάδα. Και ανακάλυψα και τον Σελίν, που άλλαξε λίγη από την ψυχοσύνθεσή μου. Και ανακάλυψα και τον Πίντσον, που τον διαβάζω σιγά σιγά και δεν τον είχα ξανακούσει. Α, και δυο πρώην συμμαθητές που τους προσπερνούσα αδιάφορα στο διάδρομο, κι ας ήταν κι οι δυο φίλοι φίλων, που θα ήθελα πολύ αν είχα το χρόνο να τους κάνω φίλους μου. Κι έναν ακόμη που τον θεωρούσα τότε φίλο μου. Όλα αυτά διαδικτυακώς.

            Τώρα δεν μπορώ να φανταστώ τη μέρα μου χωρίς το μπλογκ, και τι ειρωνεία εκείνο το μυθιστόρημα που ποτέ δεν εκδόθηκε και γράφτηκε πριν περίπου έξι χρόνια είχε για θέμα του και τα μπλογς. Κι ας ήταν μια ιστορία που τότε δεν την ήξερα καθόλου. Ίσως και γι’ αυτό.

12/1/12

"Η ενοχή της αθωότητας", Ιωάννα Μπουραζοπούλου


Είχα καιρό να διαβάσω απανωτά δυο ελληνικά βιβλία και πρέπει να ομολογήσω πως το ευχαριστήθηκα. Όσο άνετα κι αν διαβάζει κανείς σε μια ξένη γλώσσα, όσο καλή κι αν είναι μια μετάφραση, η χάρη του βιβλίου που είναι γραμμένο στη γλώσσα σου και δεν χάνεις κανένα από τα χρώματά του είναι διαφορετική. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για δυο καλά βιβλία όπως το «Στην άκρη του κόσμου» του Γιώργου Ξενάριου και το «Η ενοχή της αθωότητας» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Και μιας και για το πρώτο έχω εκφραστεί αναλυτικά τόσο σε αυτό, όσο και σε αναρτήσεις άλλων βιβλιοblog, νομίζω πως πρέπει να μιλήσω και για το δεύτερο.

Είναι γνωστή η αδυναμία μου  για τη Μπουραζοπούλου, ο τρόπος γραφής της, τα θέματα που επιλέγει αλλά και οι κόσμοι που δημιουργεί με γοητεύουν. Έτσι, μάλλον δεν θα αποτελέσει έκπληξη πως και το καινούργιο της μυθιστόρημα μου φάνηκε εξαιρετικό. Συνεχίζω να πιστεύω βέβαια πως το «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» είναι το καλύτερό της.

Σε μια όχι και τόσο μακρινή εποχή στο μέλλον η Ευρώπη έχει κάνει την Επανάσταση της έναντι στον μετακαπιταλισμό και έχει εδραιώσει την Συντεχνιακή Δημοκρατία.  Ο κάθε Ευρωπαίος ανήκει σε μια από τις εννέα Κάστες, και μπορεί  να ανελιχθεί μόνο κάθετα σε αυτή, ποτέ οριζόντια, δεν μπορεί δηλαδή να αλλάξει επάγγελμα. Ένας νεκρομπαρμπέρης, αποστάτης από την Κάστα των Φυλάκων και τώρα στο τελευταίο σκαλί της Κάστας των Καλλιτεχνών κι ένας εκφωνητής επικήδειων, το έσχατο είδος Διανοούμενου θα κλιθούν να παίξουν ένα ιδιότυπο ρόλο σε μια δίκη για την ανατροπή του πολιτεύματος. Ένας αθώος καταδικάζεται σε ατιμωτικό θάνατο και αυτοί πρέπει να διασχίσουν την Ευρώπη με το όχημα-κάλπη, να επισκεφτούν πόλεις ταγμένες σε ένα μόνο επάγγελμα, να πάρουν δικόγραφα που θα αθωώσουν ή θα καταδικάσουν τον αθώο. Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να ανοίξει την πόρτα και να αθωώσει τον άγνωστο αθώο, αλλά κανείς δεν θα το κάνει.

Το βιβλίο πραγματεύεται με μαεστρία θέματα πολιτικά και άλλα που άπτονται της ζωής και του θανάτου, χωρίς καμία στιγμή να χάνει την χάρη ενός υπέροχου παραμυθιού.


10/1/12

Συνηθίζεται το διάβασμα; Δε συνηθίζεται.....


Μπήκα τις τελευταίες μέρες  σε αυτήν την ιστορία με τα στατιστικά του μπλογκ, ποιός μπαίνει, ποιός βγαίνει από πού και πώς. Για αυτό φταίνε οι διαφημίσεις, κάθισαν στο μπλογκ για τρεις μέρες και αλλοίωσαν το χαρακτήρα μου για πάντα......

Συνειδητοποίησα λοιπόν πως η ενασχόληση με την….AGB κοινώς το Google Analytics είναι εθιστική μέχρι αηδίας, μπορεί να μπαίνεις και κάθε φορά που πλησιάζεις τον υπολογιστή μήπως σήμερα είχες μια επίσκεψη παραπάνω. Παράλληλα, κοιτούσα πού και πού τα στατιστικά για το άλλο μου μπλογκ, της σκιουρομανούλας που είναι από καιρό πια παρατημένο (το άνοιξα σε μια στιγμή αδυναμίας- παιδί την λένε- και μετά συνειδητοποίησα πως full time job και μητρότητα και νοικοκυριό, και γράψιμο και δυο μπλογκ απλά δεν ήταν εφικτό). Λοιπόν από την χαζή ενασχόληση μου με τα στατιστικά κατάλαβα πόσο λίγος κόσμος ενδιαφέρεται για τα βιβλία στην Ελλάδα. Γιατί ένα παρατημένο μπλογκ για μωράκια, που δεν εδραιώθηκε ποτέ στη συνείδηση των μαμαδο-μπλόγκερς και που είναι κοντά έξι μήνες χωρίς ανάρτηση μαζεύει κάποιες μέρες ίδιο κόσμο με ένα ενεργό και ανθισμένο βιβλιομπλογκ. Ναι, ναι, ναι, το ξέρω πως αν κυνηγούσα την επισκεψιμότητα θα έπρεπε να ανοίξω μπλογκ με συνταγές μαγειρικής, αλλά όχι κι έτσι.

            Με λυπεί γιατί δεν μπορώ να μιλάω για βιβλία στην καθημερινότητά μου, με ενοχλεί που τους φίλους που έχω και είναι αναγνώστες τους απέκτησα μέσω σεμιναρίων ή διαδικτύου, με βαραίνει που δεν μπορώ να διαβάσω βιβλίο στην ουρά στην τράπεζα ή στην αναμονή ενός ιατρείου χωρίς να με κοιτάξουν σαν αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενο αντικείμενο. Δεν θα έπρεπε, ο καθένας ψυχαγωγείται αλλιώς, αλλά το διάβασμα είναι θέμα συνήθειας και διαθεσιμότητας. Το βλέπω στους γύρω μου που παρακινούνται από τη βιβλιοθήκη μου να διαβάσουν κι ας μην μπαίνουν σε βιβλιοπωλεία, το βλέπω στο παιδί μου που δυο χρονών σέρνει συνέχεια ένα βιβλιαράκι πίσω του, σε μένα που από τότε που ασχολήθηκα με αυτό το ιστολόγιο διαβάζω πολύ πιο συνειδητοποιημένα, ψάχνω τα βιβλία μου. Με πειράζει που το διάβασμα δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τότε θα αναγνώριζα το δικαίωμα στον καθένα να λέει «Το δοκίμασα, αλλά δε μου ταιριάζει.»



Υ.Γ. Τα βαριέμαι τα στατιστικά τελικά…..

7/1/12

"Στην άκρη του κόσμου", Γιώργος Ξενάριος



Ένα τολμηρό βιβλίο είναι το «Στην άκρη του κόσμου» του Γιώργου Ξενάριου. Μια επιτυχημένη ιστορική στρέβλωση, με μια γραφή που δεν μασά τα λόγια της και αρχική ιδέα ζηλευτή.

            Στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ ακόμα μαίνονται οι Βαλκανικοί, σε μια φανταστική κωμόπολη της Πελοποννήσου, τις Αλυκές, ξεσπά επιδημία χολέρας. Οι άνθρωποι αρχίζουν να πεθαίνουν με τρόπο εντυπωσιακό μες στη μέση του δρόμου κι έτσι οι ηγέτες του τόπου, γιατροί και προύχοντες, στην αρχή αποφασίζουν την καραντίνα, έπειτα τη Φυγή. Οι Μέτοικοι των Αλυκών διασχίζουν σχεδόν όλη την Πελοπόννησο, αποδεκατισμένοι από την Πείνα, την Κούραση και την Ασθένεια, για να βρεθούν στην Τρίπολη όπου ένας στρατιωτικός ιατρός ονόματι Αλέξανδρος Σχινάς θα τους δώσει το πολυπόθητο φάρμακο και θα τους οδηγήσει στην σωτηρία. Ιστορικό πρόσωπο μοναχά ο Σχινάς που όμως δεν ήταν στρατιωτικός ιατρός, μόνο φονέας του βασιλιά.

            Η ιδέα του μυθιστορήματος είναι μοντέρνα, ο χειρισμός της θηριωδίας του πολέμου και της αρρώστιας γίνεται χωρίς ο συγγραφέας να κολλά στα προσχήματα με τρόπο σαφή και ειλικρινή – ο θάνατος, ο φόνος, ο βιασμός είναι σκηνές δυνατές και ολοζώντανες. Από την άλλη μου έλειψε μες στην πανσπερμία των χαρακτήρων ένας κεντρικός για να ταυτιστώ. Όσο για τη γλώσσα, στυλιζαρισμένη για να ταιριάζει στην ιστορική στιγμή, κάποιες στιγμές μου φάνηκε με την συνεχή επανάληψη των οιονεί και οσημέραι κάπως σαν δικηγορίστικη. Μα αυτά είναι πταίσματα μπρος στο εύρος των ιδεών και την ανάγκη της ελληνικής λογοτεχνίας για βιβλία σαν κι αυτό, που δεν αγνοούν την παγκόσμια παραγωγή, που δεν θέλουν να μείνουν στην στενή ελληνική αγορά, χωρίς να χάνουν την ελληνικότητά τους.

Υ.Γ. Ο τίτλος μου φάνηκε συνηθισμένος, κάπως σαν ανάξιος για ένα βιβλίο που θα έπρεπε να διατυμπανίζει την διαφορετικότητά του.


5/1/12

Ψάχνοντας για εκδότη



            Νιώθω στο πετσί μου τον αναβρασμό, την ένταση, λίγος από τον παλιό θυμό έχει επιστρέψει. Αλλά γύρισε μαζί του και η ανάγκη για γραφή. Δυο χρόνια τώρα γράφω μόνο σπαράγματα, ένα διήγημα από δω, δυο λέξεις από κει, παρατημένο το τελειωμένο μου χειρόγραφο δυο χρόνια στα ντουλάπια, μισοξεκινισμένα τρία. Όμως τώρα αυτό που ξεκίνησε θα τελειώσει, έχει φτάσει ήδη στην καμπή που ξέρω τους ήρωες, που αναστήθηκαν μέσα στα χέρια μου, που τώρα αποζητούν μια αυτενέργεια εντυπωσιακή πάντα, μια ανατροπή.
             Κοινώς τώρα ήρθε η ώρα να βγει από το συρτάρι μου το παλιό -γιατί πρέπει να δώσει τη θέση του στο ντουλάπι στο νέο-  και να κάνει τη γύρα του στους εκδότες. Τα βράδια κάνω ένα τελευταίο πέρασμα σε αυτό το κείμενο που έγραψα πριν χρόνια και σιχαίνομαι που το κράτησα τόσον καιρό, που ίσως να είναι πια λίγο εκτός τόπου και χρόνου. Δεν είναι όμως, τα βιβλία παραδόξως δεν παλιώνουν. Τουλάχιστον όχι μέχρι να περάσουνε αιώνες.
            Γύρισε και λίγος από τον θυμό μου για την προηγούμενη μου εμπειρία, λίγος από τον ενθουσιασμό μου. Μια από αυτές τις μέρες με τα χειρόγραφα ανά χείρας θα χτυπήσω πάλι την πόρτα των εκδόσεων. Σε κακή συγκυρία, με άσχημη προϊστορία, με δύσκολο θέμα, ως συνήθως, δηλαδή. Αλλά αυτό είναι το μόνο που αξίζει τον κόπο να κάνω, για μένα.