14/7/12

"Ενάντια στη μέρα", Tomas Pynchon -Τα δυο πρώτα κεφάλαια





Μετά από περίπου ένα μήνα, και αρκετά ενδιάμεσα διαβασμένα βιβλία, πρέπει να το ομολογήσω, τελείωσα τα δυο πρώτα κεφάλαια του «Ενάντια στη μέρα». Θα σας πω τις εντυπώσεις μου ως εδώ, γιατί νιώθω πως αν δεν τις γράψω, θα τις χάσω. Ναι, ναι το βιβλίο είναι τόσο χαοτικό. Στις 490 αυτές πρώτες σελίδες παρελαύνει μια πλειάδα χαρακτήρων (ευφημισμός, μιλάμε για τουλάχιστον 50 διαφορετικούς ήρωες, με μετριοπαθείς υπολογισμούς), που συχνά δυσκολεύεσαι να θυμάσαι ποιός είναι ποιός, τί έκανε και γιατί. Αλλά τελικά αυτό ίσως και να μην έχει καμία σημασία.
            Κεντρική πλοκή η ζωή ενός αναρχικού βομβιστή που δυναμιτίζει γραμμές τρένων στις αρχές του 20ου αιώνα, του θανάτου του και των παιδιών του στην προσπάθεια (;) να εκδικηθούν. Ενδιάμεσα σημαντικό κομμάτι καταλαμβάνουν οι περιπέτειες των «Φίλων της Τύχης», του πληρώματος ενός αερόπλοιου που λαμβάνει εντολές από τους μυστικούς «αποπάνω» και εκπληρώνει ένα σωρό αλλοπρόσαλλες αποστολές. Και φυσικά τα τεχνολογικά επιτεύγματα ενός αιώνα, που ειδικά στις αρχές του, ο άνθρωπος έζησε μια αλλόκοτη αίσθηση, όπου όλα όσα για αιώνες ήξερε ανατράπηκαν και οι προσδοκίες γιγαντώθηκαν, χωρίς ποτέ να ευοδωθούν.
            Αν πω πως είμαι μαγεμένη, θα πω ψέματα. Αν πω πως είμαι χαμένη, θα είμαι πιο κοντά στην αλήθεια, χαμένη ως προς την πλοκή, τον ρυθμό, τους συμβολισμούς, την πολιτική, τα πρόσωπα. Εντελώς διαλυμένη. Αυτή η αποδόμηση είναι το ζητούμενο, είμαι σίγουρη πια για αυτό. Το μόνο που προσδοκώ είναι στο τέλος να μη με αφήσει τελείως σπασμένη.  


"Ενάντια στη μέρα", Τόμας Πίντσον, μετ. Γιώργος Κυριαζής, εκδ. Καστανιώτη, 2009, σελ, 1234

10/7/12

«Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα», Antonio Tabucchi






O Antonio Tabucchi ισχυρίζεται πως ο ήρωας του, ο Περέιρα, τον επισκέφτηκε ξαφνικά ενόσω κοιτούσε τον τάφο ενός γέρου δημοσιογράφου. Δεν τον πιστεύω, ένας τόσο ολοκληρωμένος ήρωας θέλει χρόνια για να μεστώσει μέσα στο μυαλό του συγγραφέα κι έπειτα να ενσαρκωθεί σε μια καλοζυγιασμένη ιστορία.
Ο Περέιρα είναι ένας μεσόκοπος δημοσιογράφος, χήρος- μιλά στο πορτρέτο της γυναίκας του συχνά- που μετά από χρόνια στο αστυνομικό ρεπορτάζ έχει αναλάβει την πολιτιστική σελίδα μιας μικρής πορτογαλικής απογευματινής εφημερίδα στον καιρό της σαλαζάρικης δικτατορίας. Είναι ένας χοντρός άνθρωπος με προβλήματα καρδιάς, πιστός καθολικός,  που ενδιαφέρεται πολύ για τη λογοτεχνία και καθόλου για τα πολιτικά. Ώσπου, από μια παρόρμηση που έχει να κάνει με το θάνατο, γνωρίζεται με ένα ζευγάρι νεαρών, που ζουν τη ζωή τους ριψοκίνδυνα. Οι ζυμώσεις γίνονται αργά, βοηθούν σε αυτό και ο πνευματικός του, αλλά κι ένας γιατρός που γνωρίζει σε ένα κέντρο θαλασσοθεραπείας, και η προσωπικότητα, η ψυχή (;) του αποκτά ένα άλλο κυρίαρχο εγώ.
Είναι τόσο όμορφα μετρημένος ο ήρωας, τόσο σωστά μοιρασμένα πλοκή και σκέψη που χαίρομαι που το ξεκίνησα και το τελείωσα μέσα σε μια μέρα. Του άξιζε να μείνει ολοκληρωμένο στη μνήμη μου.

«Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα», Αντόνιο Ταμπούκι, μετ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Άγρα, 2010

Υ.Γ. Και μια μικρή γκρίνια, που ξέρω πως δεν θα βρει σύμφωνους πολλούς. Μου αρέσουν πολύ οι εκδόσεις Άγρα, η φινέτσα και η αισθητική τους, αλλά το πολυτονικό – και δη σε μεταφρασμένο κείμενο-  δεν το καταλαβαίνω καθόλου.

       

7/7/12

Του Πίντσον το.... ανάγνωσμα




Ή για να είμαστε ακριβέστεροι, πώς κατάφερα να μην διαβάσω τον Πίντσον, ακόμα.  Πριν αποκτήσω αυτό το ιστολόγιο, δεν είχα ακούσει ξανά για τον «μυστηριώδη» συγγραφέα που δεν εμφανίζεται ποτέ εδώ και χρόνια και γράφει αλλόκοτα, θαυμάσια «τούβλα». Μετά ήρθε το ίντερνετ, το Pynchonikon, o Πυντσονικός οδηγός, οι Πυντσονολάγνοι, πόσο να αντισταθώ η γυναίκα βιβλιόφιλος. Αγόρασα το "Έμφυτο Ελάττωμα", γιατί οι οδηγοί – ξένοι και ελληνικοί- έλεγαν πως από κει έπρεπε να αρχίσω η αδαής. Το διάβασα εντελώς ανυποψίαστη, σχετικά βατό ήταν, τίποτα το εξαιρετικό δεν μου φάνηκε. Έπειτα στις αρχές του έτους αγόρασα το «Gravitys rainbow» στα Αγγλικά από καθαρή, ατόφια τσιγκουνιά, η αγγλική από την ελληνική έκδοση είχαν κάποια –πολλά- ευρώ διαφορά. Την πρώτη φορά έφτασα ως τη σελίδα…. 20. Την δεύτερη φορά ως την σελίδα 70. Μην τα πολυλογώ, πέντε αναγνωστικές προσπάθειες μετά, είχα φτάσει βία στη σελίδα 100 και έκτοτε το paperback τούβλο χρησιμεύει σα στήριγμα για το επάνω μέρος του κομοδίνου μου που έχει λυγίσει από το βάρος των βιβλίων (ανάθεμα τον σχεδιαστικό οίστρο του επιπλά, έπρεπε να τον προειδοποιήσω όταν το έφτιαχνε).
            Μετά αγόρασα το «Ενάντια στη μέρα», γιατί το είχε προσφορά η Πολιτεία. Ήμουν σίγουρη πως θα έμενε καιρό στη στάκα με τα αδιάβαστα. Μάλλον, έλεγε η αναγνωστική μου μετριοπάθεια (έχω κι από αυτή κι ας φαίνεται σπανίως), δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Αλλά το «τούβλο» μου χαμογελούσε σαρδόνια. Το ξεκίνησα. Ως τη σελίδα 200 είχα διαβάσει άλλα δέκα βιβλία. Μετά την σελίδα 300 πήρα μπρος. Τώρα νομίζω πως είμαι σε καλό δρόμο, κυρίως γιατί έπαψα τις απιστίες.
             Ο Πύντσον με γοητεύει. Αυτό είναι το πρόβλημά μου. Τον παρατάω και με γοητεύει. Πώς το παθαίνω αυτό είναι απορίας άξιο. Φοβάμαι πως σε ένα βαθμό με γοητεύει ο μύθος του. Η αναγνωστική μου μετριοπάθεια- που λέγαμε- και η αναγνωστική μου αλαζονεία – αυτές πάνε χέρι χέρι- εξιτάρονται, με ενθουσιάζει η πολιτική του στάση – Αμερικανός με τόσες πολιτικές αναφορές είναι σπάνιο- μου δημιουργεί εφιάλτες όπως ο Γουάλας. Κι αν ποτέ τελειώσω το «Ενάντια στη μέρα» θα δείτε και ανάρτηση, τυχερούλικα….    




6/7/12

«Παραβολή», Κωνσταντίνος Τζαμιώτης





Η «Παραβολή» του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη είναι μια μικρή μετρημένη νουβέλα, ένα βιβλίο με θεατρική οικονομία, έξυπνη αρχική ιδέα και εξαιρετική εκτέλεση. Μια εταιρία έχει αναλάβει την υποκατάσταση του αγαπημένου σου προσώπου όταν αυτό εγκαταλείψει τη ζωή με μια πολύ πειστική τρισδιάστατη απεικόνιση. Ο ειδικός παραλήπτης της εταιρίας Χ.Α. Ρόντας έχει δυο υποθέσεις. Η πρώτη, φαινομενικά απλή, είναι η προσομοίωση ενός Χριστουγεννιάτικου τραπεζιού με τον εκλιπόντα πάτερ φαμίλια παρόντα. Η δεύτερη, είναι πιο δύσκολη, και  αφορά στην «αντικατάσταση» του πατέρα μιας νεαρής γυναίκας που είναι πολύ άρρωστη. Και οι δυο θα πάνε φρικτά λάθος.
Ο συγγραφέας, χωρίς να δημιουργεί εφιαλτικό περιβάλλον- σε καμία φάση δεν έχουμε την αίσθηση της δυστοπίας- παίρνει σα δεδομένο τη δυνατότητα της υποκατάστασης αγαπημένων προσώπων και διερευνά τα όρια της αγάπης, του έρωτα, του θανάτου και τελικά της ζωής. Οι ήρωες του δεν είναι ούτε κακοί, ούτε καλοί, είναι ανθρώπινοι και θέλουν όλοι μιαν άλλη ζωή, διαφορετική από αυτή που τους έλαχε.
            Το θεατρικό υπόβαθρο του Τζαμιώτη δεν κρύβεται, επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και τους διαλόγους, ολοκληρώνει την αρχική του ιδέα χωρίς πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς σε άλλες ιστορίες ή γεγονότα. Το βιβλίο διαβάζεται εύκολα, ίσως με τον απογευματινό καφέ, και μένει στη μνήμη.

«Παραβολή», Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, εκδ. Καστανιώτης, 2006, σελ.136  



4/7/12

«Τάλγκο», Βασίλης Αλεξάκης




Θα μπορούσε να διολισθήσει στα όρια του μελό, το «Τάλγκο» του Βασίλη Αλεξάκη, αν ο συγγραφέας δεν είχε την εξαιρετική ικανότητα να γράφει για ερωτικές ιστορίες με μια παράξενη νηφαλιότητα. Ιδωμένο από τη γυναικεία ηρωίδα-αφηγήτρια, το  μυθιστόρημα ούτε χαρίζεται ούτε αδικεί το γυναικείο φύλο, αλλά δεν θα μπορούσε και να είναι γραμμένο από γυναίκα. Η Ελένη, παντρεμένη με τον Κώστα, μας μιλά σε πρώτο πρόσωπο για τον έρωτά της με τον Γρηγόρη, έναν άντρα που ζει στο Παρίσι, και με τον οποίο πέρασε κάποιες εκπληκτικές μέρες στη Βαρκελώνη πριν αυτός τη χωρίσει και γυρίσει στη γυναίκα και τα παιδιά του.
            Το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο, αφήνει μια γλυκιά γεύση στο στόμα και ενισχύει την πεποίθησή μου πως ο Αλεξάκης τα καταφέρνει καλύτερα στα αισθηματικά από ότι στα πολιτικά βιβλία. 

«Τάλγκο», Βασίλης Αλεξάκης, εκδ, Εξάντας, 1982, σελ.168


1/7/12

Το τυρί





Η γενιά σάντουιτς, είναι αυτή που έχει κάνει ήδη τα παιδιά της, αλλά δεν έχουν πεθάνει οι δικοί της γονείς. Έτσι, στην αρχή του «σάντουιτς» πάντα έχει έναν μεγάλο από πάνω της να της λέει τι να κάνει και έναν μικρό από κάτω της να τσιρίζει. Όσο μεγαλώνει η γενιά, ισορροπούν κάπως τα πράγματα. Προς το τέλος ξαναγίνονται οικτρά, οι παππούδες έχουν πάθει άνοια και γίνονται σκληρά και αποτρόπαια μωρά και τα παιδιά έχουν γίνει έφηβοι-ενήλικες ξερόλες. Μέχρι κι αυτά με τη σειρά τους να σαντουτσοποιηθούν. Φυσικά δεν το παθαίνουν όλοι οι άνθρωποι κάθε γενιάς αυτό, ούτε το νιώθουν με την ίδια ένταση και τρόπο. Αν με ρωτήσετε εμένα, είμαι το τυρί.
            Στην δουλειά μου δεν με εκτιμάει κανείς κι ας έχω εννιά χρόνια ένσημα, γιατί πάντα θα είμαι η κόρη κάποιας. Στο σπίτι μου όλο και κάποιος έχει λόγο -αν και ευτυχώς μάνα και πεθερά με φοβούνται, πάντα κάτι θα έχουνε να πουν όσο τις παίρνει. Το παιδί μου το μεγαλώνει ο πατέρας του και μπορεί να με αγαπάει σαν τρελό, αλλά με βλέπει περισσότερο σαν παιχνίδι, παρά σαν βασική φροντίδα∙ τα βράδια φωνάζει «μπαμπάάάά». Γιατί ξέχασα να σας πω ένα από τα χαρακτηριστικά τούτου του τυριού, δουλεύει δεκάωρα, αλλά κανείς δεν είναι ευχαριστημένος με το πόσο. Φέρνει τα βασικά λεφτά στο σπίτι, όμως όλοι το θεωρούν δεδομένο. Μαγειρεύει, πλένει μαζεύει, αλλά κι αυτό είναι δεδομένο.  Παίρνει τις βασικές αποφάσεις από την ανατροφή του παιδιού μέχρι το πότε θα κατεβάσουμε τις κουρτίνες, κι εκ των υστέρων όλο και κάποιος «θα το έκανε καλύτερα». Α, ταυτοχρόνως πρέπει να σας πω πως είναι ακόμα σχετικά ωραία γκόμενα, για τα 34 του ( το… τυρί).
            Με δεδομένη λοιπόν την πλήρη μιλνεροποίηση μου (τα χαμηλά λιπαρά είναι απαραίτητα για να μείνει κανείς ωραία γκόμενα), βλέπω 3 προοπτικές. Η πρώτη – να τα κάνω πουτάνα όλα- ώρες ώρες φαντάζει δελεαστική, να τους τα βροντήξω, να παρατήσω τη δουλειά που έτσι κι αλλιώς μου καπελώσανε, να βλέπω το παιδί μου όσο και τώρα, περίπου δυο ώρες τη μέρα και να δω πως θα επιβιώσουν. Εγώ θα τελειώσω τις διορθώσεις στο ένα μου μυθιστόρημα και θα ολοκληρώσω και το άλλο και μετά θα έχω τέσσερα μυθιστορήματα να κάθονται στα ντουλάπια μου ανέκδοτα, να κάνουν συντροφιά το ένα με τ’ άλλο.
            Η δεύτερη να παραμείνω στην οικογένεια, αλλά να θέσω βέτο, εγώ λεφτά δεν φέρνω και θα γίνω συγγραφεύς. Ομοιάζει με την πρώτη αλλά θα κάνω ακόμα τις δουλειές του σπιτιού, οπότε θα είναι πιο light. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, 4 μυθιστορήματα να κάνουνε παρέα.
            Η τρίτη είναι επιτέλους να το πάρω απόφαση. Αγαπώ τον άντρα μου, το παιδί μου, ακόμα και τη μάνα μου. Να πάρω απόφαση πως θα γίνω εγώ αυτό που θέλουν εκείνοι, να συνεχίσω να φτάνω στο τέλος του δεκαπεντάωρου να μη βλέπω μπροστά μου από τη νύστα, να λαμβάνω τις βασικές αποφάσεις για όλους τους, αλλά όλοι να έχουν παράπονο, να αποδεχτώ πώς το να είσαι μάνα έχει τα κακά του, να ενταχθώ. Ψυχανεμίζομαι πως έτσι τα τελειωμένα μυθιστορήματα θα μείνουν μόνο δυο στο ντουλάπι μου, αυτά που τόσα χρόνια κάνουνε ήδη καλή παρέα μεταξύ του. Pas mal.