23/9/14

"Ο Ζοφερός Οίκος", Charles Dickens






Ξεκινώντας κανείς να μιλήσει για ένα από τα κλασικά έργα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας έχει πάντα ένα κράτημα. Τι νόημα θα είχε μια παρουσίαση ακόμα του Ζοφερού Οίκου, ποιόν αφορά εν τέλει το ότι εγώ αποφάσισα στα 36 μου να ξαναγυρίσω στον Ντίκενς. Ίσως όμως να μην είναι τόσο μάταιη μια τέτοια ανάρτηση, να έχει ένα σκοπό, να κεντρίσει το ενδιαφέρον έστω κι ενός ακόμα αναγνώστη να ξαναπιάσει τους κλασικούς.

Στο προκείμενο, με δεδομένο ότι μιλάμε για ένα από τα αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, ο εμβληματικός «Ζοφερός Οίκος» του Τσαρλς Ντίκενς(sic) με τις 1400 σελίδες του είναι ένα ανάγνωσμα από αυτά που ξεχνάς δύσκολα. Η ιστορία του, κι οι υπο-ιστορίες μέσα στην ιστορία, οι δεκάδες κύριοι αλλά και δευτερεύοντες χαρακτήρες, αποτελούν έναν συγγραφικό άθλο. Και φυσικά αυτή η αίσθηση εντείνεται αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για ένα έργο που αρχικά δημοσιεύτηκε το 1852 ως το 1853 σε 20 μηνιαίες συνέχειες.

Ο Ντίκενς, που η ζωή του* θα μπορούσε να αποτελέσει υλικό για πολλά μυθιστορήματα και ταινίες, έχει αναμφίβολα χάρισμα στην αφήγηση και στο στήσιμο της πλοκής. Εντυπωσιάζει η επιλογή δυο αφηγητών για ένα τέτοιο μυθιστόρημα- ένας  σχεδόν παντογνώστης  που μας μιλά για τα γεγονότα χωρίς να εμβαθύνει στα αισθήματα των ηρώων και η νεαρή Έστερ Σάμερσον, πρωταγωνίστρια και αφηγήτρια μαζί που μέσα σε όλα τα άλλα, μας λέει και για τον εαυτό της, το ταπεινό μυρμηγκάκι που γεννήθηκε για να υπηρετεί τους άλλους και να βλέπει πάντα το καλό. Που και που κανείς θέλει να χαστουκίσει την Έστερ ως αφηγήτρια, κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα ατου του βιβλίου.

«Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου με μεγάλωσε η νονά μου- όπως τις πριγκίπισσες στα παραμύθια, μόνο που εγώ δεν ήμουν όμορφη. Εγώ τουλάχιστον για νονά μου την ήξερα. Ήταν καλή, πολύ καλή γυναίκα! Πήγαινε στην εκκλησία τρεις φορές κάθε Κυριακή, στις πρωινές προσευχές κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, και στα κηρύγματα, όποτε είχε κηρύγματα∙ δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία. Ήταν αρχοντογυναίκα∙  κι αν χαμογελούσε κάπου κάπου θα έμοιαζε (σκεφτόμουν) με άγγελο- μα ποτέ της δεν χαμογελούσε. [] Στενοχωριόμουν πολύ όποτε σκεφτόμουν πόσο καλή ήταν εκείνη και πόσο ανάξια της ήμουν εγώ∙ κι ευχόμουν ολόψυχα να ήμουν πιο καλόκαρδη∙»

Κεντρικό σημείο της πλοκής είναι το Τσάνσερι, ένα αστικό δικαστήριο που δίκαζε με βάση το εθιμικό δίκαιο κι αν εγκλωβιζόσουν εκεί θα μπορούσες να περάσεις όλη σου την ζωή ελπίζοντας σε μια απόφαση. Η υπόθεση Τζάρντάις και Τζαρντάις είναι διάσημη γιατί κρατά πάρα πολλά χρόνια και το μόνο που βγαίνει από αυτήν είναι νομικά έξοδα.

«Ποιος τυχαίνει να βρίσκεται στην αίθουσα αυτό το μουντό απόγευμα εκτός από τον Αρχιδικαστή, τον συνήγορο της υπόθεσης, δυο τρεις δικηγόρους που δεν έχουν ποτέ σχέση με καμία υπόθεση και τους νομικούς συμβούλους που προαναφέρθηκαν;Κάτω από τον δικαστή κάθεται ο γραμματέας που φοράει περούκα και τήβεννο ∙ και υπάρχουν δυο ή τρία σκήπτρα, ή βαλάντια, ή πουγκιά, ή όπως αλλιώς λένε τους αξιωματούχους του Κράτους με τις επίσημες στολές τους.Όλοι αυτοί χασμιουρούνται∙ γιατί ποτέ δεν πέφτει ούτε ψίχουλο ευθυμίας από την ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ ΚΑΙ ΤΖΑΡΝΤΑΙΣ(την υπό συζήτηση υπόθεση) που εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχει ξεζουμιστεί εντελώς.»

Βασικοί χαρακτήρες η Έστερ Σάμερσον, μια κοπέλα που μεγάλωσε ορφανή με την στριμμένη νονά της κι έχει διαρκώς τύψεις ακόμα και που υπάρχει. Είναι ένα άξιο κορίτσι, όμορφο και ευγενικό, που καταφέρνει όταν ο Τζον Τζαρντάις αναλαμβάνει την κηδεμονία της να γίνει οικονόμος στο σπίτι του και να κρατά όλο τον «Ζοφερό Οίκο» σε τάξη.

Ο Τζον Τζαρντάις είναι ίσως ένας από τους πιο «καλούς» ήρωες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Πάντοτε έτοιμος να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες, να συγχωρέσει τους φίλους του, να ξεχάσει πως είναι διάδικος στο Τσάνσερι για να μην παρανοήσει. Γίνεται κηδεμόνας  τριών παιδιών, της Έστερ και δυο μακρινών ξαδέλφων του και αντίδικων του στην υπόθεση Τζαρντάις, της Έιντα και του Ρικ. Η Έιντα είναι ένα πανέμορφο κορίτσι που γίνεται κολλητή φίλη της Έστερ, ενώ συνάπτει σχέσεις ερωτικές με τον Ρικ. Ο Ρικ πάλι παρασύρεται από την υπόθεση του δικαστηρίου, ρουφιέται από αυτό και επιπόλαιος καθώς είναι αφήνεται να καταστραφεί.

Η λαίδη Ντεντλοκ είναι η επιτομή της κομψότητας και της αριστοκρατίας, ενώ ο βαρονέττος άντρας της Λέστερ, κοντά είκοσι χρόνια μεγαλύτερός της,  η ενσάρκωση όλων όσων θα μπορούσε να μισεί κανείς στην αριστοκρατία. Η λαίδη Ντέντλοκ έχει ένα μυστικό που αφορά την Έστερ.

Βασικό ρόλο έχει και ο κακός δικηγόρος Τάλκινγκχορν που ανακαλύπτει το μυστικό της λαίδης και την απειλεί, ενώ προς το τέλος η πλοκή αποκτά και  στυνομικό χαρακτήρα, μιας και εμφανίζεται ένας από τους πρώτους επιθεωρητές στην λογοτεχνία, ο αστυνόμος Μπάκετ.

Ακόμα και να ήθελε κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στον «Ζοφερό Οίκο». Το καθένα από αυτά όμως έχει τη θέση του στην τοιχογραφία μιας κοινωνίας που παρακμάζει ταχύτατα. Πέρα από τις φιγούρες της αριστοκρατίας, που δεν μπορούν παρά να φανταστούν τον εαυτό τους ως αφέντη, έχουμε κι άλλες χαρακτηριστικές πρωσωπικότητες της εποχής- έναν άντρα εντελώς επιπόλαιο που απομυζά λεφτά από τους φίλους του και χαρακτηρίζει τον εαυτό του παιδί, έναν άλλον που τρέμει την γυναίκα του, μια κυρία που ενδιαφέρεται πιο πολύ για τις φιλανθρωπίες της στην Αφρική από ότι για το σπιτικό της που βρωμάει και ζέχνει και τα παιδιά της που είναι παραιτημένα.

Το βιβλίο ρέει αβίαστα (η Κλαίρη Παπαμιχαήλ έχει κάνει θαύματα με την μετάφραση και της αξίζουν ειλικρινή συγχαρητήρια), οι σελίδες κυλούν, δεν θέλει κανείς να το αφήσει από τα χέρια του. Η αφήγηση ποταμός θυμίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο πως ήταν η λογοτεχνία κάποτε κι ίσως πως θα έπρεπε να είναι και σήμερα ενώ ταυτόχρονα τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από τα σύγχρονα μυθιστορήματα- δυο αφηγητές, που ομιλούν σε διαφορετικό χρόνο και κρατούν ο καθείς την οπτική γωνία του(με την Έστερ να είναι ίσως μία από τους πρώτους αναξιόπιστους αφηγητές στην ιστορία της λογοτεχνίας), εγκιβωτισμένες ιστορίες μες στην ιστορία, ήρωες που εμφανίζονται κι έπειτα επανεμφανίζονται όταν θα είναι χρήσιμοι στην πλοκή.

Εννοείται πως κάποιες υπο-πλοκές είναι πιο ενδιαφέρουσες από άλλες, και πως σε 1400 σελίδες πολλά πράγματα επαναλαμβάνονται, όταν κανείς άλλωστε διαβάζει σε συνέχειες ένα τέτοιο έργο έχει άλλες απαιτήσεις. Ο Ντίκενς- αν και είναι λιγουλάκι διδακτικός και καταλήγει σε happy end- έχει εξαιρετικό χιούμορ και στηλιτεύει με απαράμιλλη κομψότητα τα κακώς κείμενα της εποχής του∙ την άδικη βικτωριανή κοινωνία που αφήνει παιδιά να πεθαίνουν στους δρόμους κι άλλα να τρώνε με χρυσά κουτάλια στην αγκαλιά του υπηρέτη τους, το αδιέξοδο νομικό σύστημα, την αριστοκρατία που βλέπει μονάχα την επιφάνεια κι όλα τα υπόλοιπα τα κουκουλώνει

Αλλά αυτό που εντυπωσιάζει είναι το προσωπικό άλγος των ηρώων του, η ανάγκη τους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, οι έννοιες του πάθους και της συμπόνιας, πέρα από τις επιταγές της κοινωνίας, οι προσωπικές επιδιώξεις και αγωνίες. Μέσα στην υποκρισία της πλουτοκρατίας και στην μιζέρια της πιο αφόρητης φτώχιας, οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι και έχουν πέρα από τις υλικές και συναισθηματικές ανάγκες.

Ομολογώ πως τα υπόλοιπα έργα του Ντίκενς τα έχω διαβάσει στην εφηβεία μου. Είχα όμως μια τελείως στρεβλή, ίσως και ελαφρά μελό εικόνα για αυτά τα μυθιστορήματα. Ο «Ζοφερός Οίκος» σμπαράλιασε όλες τι ψευδαισθήσεις μου. Ο χρόνος, παντοδύναμος, ξέρει τι είναι αυτό που θα μείνει ως κλασικό στην Ιστορία.

«Ο Ζοφερός Οίκος», Τσαρλς Ντίκενς, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Gutenberg, 2008,  σελ. 1405


* Ο Ντίκενς ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά ζωντανός, ηθοποιός σε περιοδεύοντες θιάσους. Σε μια τέτοια περιοδεία γνώρισε στα 45 του μια 18χρονη θεατρίνα που έγινε η μούσα του. Λένε πως για αυτήν αρχικά έχτισε μες στην κρεβατοκάμαρά τους κι έπειτα παράτησε την σύζυγό του Κάθριν, την υπέρβαρη μητέρα των δέκα του παιδιών. Η Κάθριν μαράζωσε, το έριξε στο ποτό και δεν ξαναείδε τα παιδιά της, ενώ υπήρχαν φήμες πως ο Ντίκενς ενδιάμεσα είχε ερωτικές σχέσεις και με την κουνιάδα του. Βικτωριανοί, τι περιμένεις... 
     

7 σχόλια:

  1. Μη ξεχνάμε τον Κάφκα! Επηρεάστηκε τα μάλα από το συγκεκριμένο βιβλίο καθ'ομολογίαν του...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Συνεχίζω να μαθαίνω από σας αγαπητέ Librofilo.

      Διαγραφή
  2. υπέροχος ο Ντίκενς, τον ξανά ανακαλύπτω και εγώ στα 60 μου, με πολύ μεγαλύτερη πλέον εκτίμηση απ' ότι και στην δική μου εφηβεία. Μήπως το μπάχαλο που μαστίζει την Ελλάδα του 2016, τον κάνει να μιλάει περισσότερο στην καρδιά μας ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ίσως. Έχουμε ανάγκη την μεγάλη αφήγηση, τους ηθικούς ήρωες, και εκείνη την αίσθηση του ξεπεσμού, που διατρέχει τα μυθιστορήματά του. Κάτι μας θυμίζουν.

      Διαγραφή
  3. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή