28/1/12

Βιβλιοπροτάσεις :" Διόρθωση", Thomas Bernhard


Συνειδητοποίησα πόσο δύσκολο μου είναι να μιλήσω για ένα έργο του Μπέρνχαρτ μόλις καταπιάστηκα με το κείμενο αυτής της ανάρτησης. Δεν είναι πως δεν έχω κάτι να πω, το αντίθετο μάλλον, είναι τόσα αυτά που θα ήθελα να πω που μπλέκονται και γίνονται κουβάρι. Θα αντισταθώ, και δεν θα κάνω ούτε προσχέδιο, ούτε σχεδιάγραμμα, υποσχέθηκα στον εαυτό μου πριν τρία χρόνια που ξεκίνησα το μπλογκ πως οι αναρτήσεις θα είναι αυθόρμητες, δε θα μοιάζουν με εργασία ή έκθεση, ούτε θα ακολουθούν κλασικούς κανόνες κριτικής.

Η "Διόρθωση" είναι το έργο του Αυστριακού συγγραφέα που με συγκλόνισε περισσότερο. Η γραφή του, με τις συνεχείς επαναλήψεις, τις αντιγραφές, τα αφηγηματικά παιχνίδια, μπορεί να ξενίσει τον αναγνώστη που καταπιάνεται πρώτη φορά με έργο του. Όμως μέσα από αυτή τη μανία με τη φόρμα, αυτό που ξεπηδάει είναι ατόφια, ειλικρινής συγγραφική έμπνευση- σα να γίνεται η τελετουργία μέρος της αφήγησης.

Στο πρώτο μέρος, ο αφηγητής του μυθιστορήματος επιχειρεί να τακτοποιήσει τα χειρόγραφα του φίλου Ρόιτχαιμερ, που αυτοκτόνησε αφού έκτισε τον «Κώνο», ένα κτήριο που θεωρούσε πως θα κάνει την αδελφή του ευτυχισμένη, αλλά την οδήγησε στον θάνατο, μόλις πάτησε το πόδι της μέσα. Ο Ρόιτχαιμερ άφησε τον «Κώνο» στο κράτος με μόνη παράκληση να τον αφήσει να χαθεί, να τον αναλάβει η Φύση. Ο αφηγητής αποφασίζει να ζήσει στην σοφίτα που έζησε ο φίλος του, και σιγά σιγά νιώθει πως όλες του οι σκέψεις θα μπορούσαν να είναι εκείνου, πως χάνεται. Στο δεύτερο μέρος η αφήγηση μπλέκεται με το ίδιο το χειρόγραφο του Ρόιτχαιμερ, που ο συγγραφέας του φαίνεται να διορθώνει συνεχώς, ως να οδηγηθεί στην τρέλα και την αυτοκτονία- στις διορθώσεις λαμβάνει μέρος κι ο ίδιος ο αφηγητής.

Τα αγαπημένα θέματα του Μπέρνχαρτ, ο θάνατος και το νόημα της ύπαρξης, φτάνουν εδώ στα όρια τους, οδηγούν τον αναγνώστη σε ένα σκοτεινό και κάπως κλειστοφοβικό σύμπαν, που είναι η ουσία όλου του μυθιστορήματος. Κάποιοι λένε πως αυτό είναι ένα κείμενο για το άγχος του συγγραφέα που ολοένα διορθώνει τα κείμενά του, άλλοι πως μιλά για την προσπάθεια της Αυστρίας να διασκευάσει και να διορθώσει την πρόσφατη ιστορία της και τη συνεργασία με τους Ναζί, κι άλλοι πως πρόκειται για την αναζήτηση της ατομικής ταυτότητας σε έναν κόσμο που δεν έχει καμία σταθερά.  Όπως κι αν το δει κανείς πάντως, η "Διόρθωση" είναι από τα βιβλία εκείνα που μετανιώνει κανείς αν δεν τα έχει διαβάσει πριν πεθάνει.  

25/1/12

"χάπι Λου", Εύη Λαμπροπούλου



Όταν η Εύη Λαμπροπούλου έγραφε το "χάπι Λου", σίγουρα ήξερε το θέμα της, σε κάποιες στιγμές νιώθεις πως σου μιλάει η ίδια η συγγραφέας, πως όλα αυτά έχουν συμβεί κι απλά τα διηγείται. Βέβαια, το βιβλίο μιλάει για μια γενιά πια νεκρή, πριν δέκα χρόνια που γράφτηκε οι τριαντάρηδες πάνω κάτω βρίσκονταν σε αυτή την μπερδεψούρα. Η δικιά μας γενιά που ακολούθησε είναι απλά άνεργη, κι αυτό αρκεί για όλες τις ανησυχίες του κόσμου.

            Το καλό του βιβλίου είναι η κάπως συνειρμική γραφή, η φρεσκάδα, ο τρόπος που μας μιλά για την «γενιά του Κλικ» χωρίς όμως να ενστερνίζεται την ιδεολογία, μόνο που και που την φρασεολογία του. Εν ολίγοις, κι εμείς που ήμασταν είκοσι τότε, πάνω κάτω τα ίδια κάναμε και τα ίδια μας απασχολούσαν.

            Η Λου είναι ένα κορίτσι γύρω στα τριάντα που κάνει μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, πάνω σε κάτι απροσδιόριστες αποικίες βακτηρίων, και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μέσα στον πανικό των περιστασιακών έκστασι και σπιντ, στην θολούρα των γκομενικών της και τη χημική λαίλαπα από αντικαταθλιπτικά και χάπια ύπνου, γνωρίζουμε όλο το μικρόκοσμο των φίλων της. Και ναι, περιστασιακά όλοι θέλουν να πάνε με όλους, κανείς δεν ξέρει τί θέλει να κάνει με τη ζωή του, τί να επιλέξει, τί να αφήσει, πώς να απελευθερωθεί χωρίς να χαθεί. Κι όλο αυτό με την ανεμελιά της πρώτης δεκαετία του 21ου αιώνα. Η δεύτερη είναι που μας γάμησε.

Υ.Γ.1 Το βιβλίο είναι μέχρι αηδίας ευκολοδιάβαστο, νομίζεις πως τελειώσες νουβέλα αν και αριθμεί 325 σελίδες.
Υ.Γ.2 Ο τίτλος είναι πραγματικά άπαιχτος. Σατιρίζει την κατάσταση της Λου, μια ολόκληρη εποχή, τον ίδιο του τον εαυτό. Υπέροχο.

23/1/12

Απιστίες


Σε γενικές γραμμές δεν απιστώ στα βιβλία μου, όταν αποφασίζω να διαβάσω κάτι το κάνω με αφοσίωση και ως το τέλος. Δυο φορές βρέθηκα σε αυτήν την κατάσταση που είμαι τώρα, να μου αρέσει πολύ το «πιο βαρύ» βιβλίο που διαβάζω αλλά να το παρατάω συστηματικά για άλλα. Την πρώτη φορά ήταν «Το βιβλίο της ανησυχίας», και ….. δεν ανησύχησα γιατί απλά ένα τέτοιο κείμενο απαιτεί την αμέριστη προσοχή κι εγώ χρειάζομαι κάτι για να κοιμάμαι τα βράδια. Άρα διάβαζα το πιο ήπιο βιβλίο λίγο πριν κοιμηθώ και τον Πεσσόα όταν είχα διαύγεια και χρόνο μες στη μέρα.

            Δεν μπορώ να πω πως το «Κουτσό» του Κορτάσαρ που διαβάζω τώρα είναι εύκολο, δεν απαιτεί όμως την ίδια συγκέντρωση. Κι όμως έχω ήδη διαβάσει δυο βιβλία ενδιάμεσα στα κεφάλαια του και πάω για τρίτο. Ομολογουμένως, σε ένα βιβλίο που ο ίδιος ο συγγραφέας σε προτρέπει να το διαβάσεις με δυο διαφορετικούς τρόπους, είπε γραμμικά (1,2,3) είτε πηδώντας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ανάλογα με τη δική του σήμανση (από το 9 στο 104, από το 10 στο 65 και ούτω καθ’ εξής) η συνοχή και η συνέχεια είναι ρευστές έννοιες. Παρ’ όλα αυτά δεν θέλω να το παρατήσω, οι ήρωες μου είναι οικείοι, έχουν όρεξη και πλάκα και κυρίως μέχρι στιγμής κάτι να πουν.

21/1/12

"The slap", Christos Tsiolkas





Κάπως φλύαρο, το «The slap» του Christos Tsiolkas και με χαρακτηριστικά που αν γίνει ποτέ ταινία θα θυμίζει έντονα το «Μy greek fat wedding», παρ’ όλα αυτά είχε τη γοητεία του. Ίσως και να το αδικώ, γιατί εμείς οι… Ελλαδίτες πάντα χλευάζαμε τα… Αμερικανάκια (στην περίπτωση του Αυστραλεζάκια) που έμειναν πενήντα χρόνια πίσω εκεί στην ξενιτιά. Πρόκειται για ένα κλασικό family saga, όπου κυρίαρχο είναι το ερώτημα τί και κυρίως ποιός είναι οικογένεια. Το μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον αφηγηματικά, γιατί χωρίζεται σε κεφάλαια που επιγράφονται με το όνομα κάθε πρωταγωνιστή, και σε κείνες τις σελίδες ο πάντα τριτοπρόσωπος αφηγητής αλλάζει οπτική γωνία και μας λέει την άποψη του ήρωα που αντιπροσωπεύει το κεφάλαιο. Το βιβλίο είναι γεμάτο σεξουαλικές σκηνές τύπου βίπερ, σεξ προφανώς κάνουν μόνον οι αδύνατοι, γυμνασμένοι, ψηλοί και όμορφοι άνθρωποι, αν και είναι  βαρετό τα υπέροχα μπούτια της να μπλέκονται με τα γυμνασμένα δικά του και το τεράστιο πουλί του.

            Στο προκείμενο λοιπόν, ο Ελληνοαυστραλός Χέκτορ, Έκτορας όπως τον φωνάζει η μαμά του, και η γυναίκα του η Ινδοαυσταλή Αίσα κάνουν ένα μπάρμπεκιου και καλούν όλους τους αγαπημένους τους- μαζεύεται μια πολύχρωμη πολυεθνική παρέα με πολλά παιδιά. Τα παιδιά μαλώνουν, όπως όλα τα παιδιά, και πάνω σε ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι ένα κακομαθημένο τρίχρονο σηκώνει ένα ρόπαλο να χτυπήσει ένα πολύ μεγαλύτερο παιδί. Ο Ελληνάρας πατέρας του μεγαλύτερου παιδιού, ξάδελφος του Έκτορα, ρίχνει ένα ξεγυρισμένο χαστούκι στο τρίχρονο, παιδί της πιο αγαπημένης Αυστραλέζας φίλης της Αίσα. Οι γονείς του τρίχρονου παθαίνουν αμοκ, βρίζουν θεούς και δαίμονες και κάνουν αγωγή για κακοποίηση ανηλίκου. Ανάλογα με την εθνική του καταγωγή, τα βιώματα και κυρίως ποιόν θεωρεί οικογένειά του ο καθένας, οι θεατές του χαστουκιού και μετέπειτα πρωταγωνιστές του βιβλίου θα πάρουν θέση στην αντιπαράθεση, θα βρεθούν ανάμεσα σε ανθρώπους και καταστάσεις, θα μετρήσουν ποιόν αγαπούν και ποιόν όχι.

            Το βιβλίο είναι page-turner, η γραφή είναι ρέουσα και ενδιαφέρουσα. Πάντως αίσθησή μου είναι πως και στις μισές ακριβώς σελίδες το θέμα θα είχε πλήρως αναπτυχθεί.

  

18/1/12

Readathon στο donteverreadme




Η ιδέα είναι εξαιρετικά καλή και δεν υπόσχομαι πως δεν θα την κλέψω. Προς το παρόν όμως και μόνο η συμμετοχή στο readathon - όπως της αρέσει να το λέει- της Αγιάτης με ενθουσιάζει. Το να διαβάζουν πολλοί άνθρωποι μαζί το ίδιο βιβλίο και να μοιράζονται τις απόψεις τους καθ' οδόν είναι κάπως φοβιστικό, αλλά έχει και την αίσθηση της περιπέτειας. Καλή μας διαδρομή.....