9/11/14

Στο εργαστήρι του συγγραφέα





Ξεκίνησα να γράφω το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει», όπως μου συμβαίνει συνήθως∙ ήξερα την πρώτη πρόταση. Από κείνη την αρχική φράση προέκυψε ένα διήγημα που έλεγε πολλά για αυτά που με απασχολούσαν- τον θάνατο, την επιμήκυνση της ζωής, την αθανασία, τα γηρατειά, την γυναικεία ομορφιά, την ματαιοδοξία, την ολέθρια σχέση γονιών-παιδιών, την σεξουαλικότητα, τον θεό, την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του. Α, και τους μετανάστες.
Θα μου πει κανείς χωράν όλα αυτά σε ένα διήγημα κοντά 2000 λέξεις. Φαίνεται πως όχι, γι’ αυτό η ιστορία με κυνηγούσε. Μια πρώτη εκδοχή της ολοκληρώθηκε περίπου πέντε χρόνια πριν. Έκτοτε το βιβλίο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε, κόπηκε και συρρικνώθηκε, άλλαξε στη μορφή αλλά όχι τα βασικά. Πέρα από την κεντρική πλοκή, μια γυναίκα που είναι σε κώμα και νιώθει το σώμα της να την εγκαταλείπει ενώ οι πνευματικές της δυνάμεις είναι ακόμα ακμαίες- ειρήσθω εν παρόδω αυτή η αίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος που είναι εγκλωβισμένος σε ένα κορμί που δεν τον υπακούει πάντοτε με τρόμαζε υπερβολικά- μπήκαν στο βιβλίο όλες εκείνες οι θρησκευτικές αναζητήσεις που με οδήγησαν σε αυτό που είμαι σήμερα∙ δηλαδή τίποτα. Δεν πιστεύω σε κανέναν θεό.
Μα νομίζω πως πια δυο λόγια για την ιστορία είναι απαραίτητα. Η Ελίζα είναι μια ογδοντάχρονη που έπαθε εγκεφαλικό και δεν έχει πια καμία εξωτερική λειτουργία, δεν μπορεί να κινηθεί ούτε και να μιλήσει. Στο προσκεφάλι της ο γιος της και η εγγονή της, ένα κορίτσι που της μοιάζει υπερβολικά, προσμένουν την οικιακή βοηθό που θα την αναλάβει. Όταν η νεαρή Ουκρανή μένει μόνη με την Ελίζα επιχειρεί να της πάρει το μενταγιόν που κρέμεται από το λαιμό της. Και τότε συμβαίνει∙ οι δυο γυναίκες ανταλλάσσουν κορμί και δίνεται στην γηραιά κυρία μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα τριαντάχρονο σώμα. Από κει κι εμπρός βλέπουμε την πορεία της στην Αθήνα ενώ την καταδιώκουν ένας Αφρικανός άλλοτε γιος του φύλαρχου της φυλής που τώρα πλένει τζάμια στα φανάρια κι ένας Ινδός που διατείνεται πως είναι θεός.
Πέρασα καλά γράφοντας το «Κανείς δεν θέλει να πεθάνει». Ξέρω πως λίγοι είδαν πέρα από την σοβαρή και την χιουμοριστική πλευρά του, ίσως την έκρυψα αρκετά καλά πίσω από αυτά που με καίγαν πολύ. Η υπόγεια αντιπαλότητα ανάμεσα στην παλιά και την νέα γενιά- θα υποκύψει ή όχι η γιαγιά στην ανήθικη παρόρμηση να πάρει το κορμί της εγγονής της- η παράλογη εμμονή πως ζούμε για πάντα μέσα από τους απογόνους μας, η απαρχή της σεξουαλικότητας μιας κοπέλας πάντοτε μαζεμένης και φρόνιμης, η τρέλα της ή η διαύγεια της ήταν θέματα που μου βγήκαν αβίαστα, που ρέουν από κείμενο σε κείμενό μου χωρίς καν να το καταλάβω.
Το ζήτημα των συνθηκών ζωής των παράνομων μεταναστών, του σύγχρονου δουλεμπορίου, του εμπορίου λευκής σαρκός, ήταν τότε αλλά είναι και τώρα τόσο έντονα γύρω μας. Κι όσο περνούν τα χρόνια, το πρόβλημα φαίνεται να οξύνεται αντί να στρογγυλεύουν οι αιχμές του, θα μας αφορά για καιρό όσο κι αν θέλουμε να ζούμε στον γυάλινο κόσμο μας, τον αγγελικά πλασμένο όπου τέτοια συμβαίνουν μόνο στους άλλους.
Φαντάζομαι πως αν το βιβλίο το ξεκινούσα τούτη την εποχή θα είχε διαφορετική εξέλιξη. Ίσως γιατί πια είμαι μάνα και κατανοώ με μεγαλύτερη ενάργεια τις λεπτές αποχρώσεις την γονεϊκής αγάπης. Μπορεί και να μην γραφόταν ποτέ. Ένα ξέρω. Πως έβαλα τις σκέψεις μου για τον θάνατο στο χαρτί πριν αυτός μου χτυπήσει την πόρτα, ολοκλήρωσα το κείμενο πριν να έχω άμεση επαφή μαζί του. Στα επόμενα χρόνια πέθανε ίσως ο προσφιλέστερος μου άνθρωπος σε αυτόν τον κόσμο. Πρόλαβα, με πρόλαβα∙ κάποιες φράσεις του τότε ανυποψίαστου εαυτού μου είναι ακόμα παρηγοριά και βάλσαμο. Τώρα πια, υποψιασμένη στον πόνο, δεν θα μπορούσα να τις είχα γράψει.΄


Υ.Γ. 42 Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Fractal
Υ.Γ. 42-42 Αύριο στο Free Thinking Zone ( Σκουφά 64 )  η τελευταία παρουσίαση του "Κανείς δεν θέλει να πεθάνει" στην Αθήνα. Στις 7 μ.μ. σε μια συζήτηση για τον φόβο του θανάτου με αφορμή το βιβλίο θα συνομιλήσω με τον συγγραφέα Γιώργο Ξενάριο, την ποιήτρια Μαρία Κουλούρη και την ψυχολόγο Φοίβη Δαρογιάννη.  





Διαβάζοντας@amagi 9 Νοεμβρίου 2014 με τον Διονύση Μαρίνο.




Καλημέρα, καλημέρα. Σήμερις στον www.amagiradio.com με καλεσμένο (και συμπαρουσιαστή) τον Διονύση Μαρίνο θα πούμε πολλά για το καινούργιο του βιβλίο "Ουρανός κάτω", θα μιλήσουμε για ποίηση και λογοτεχνία- κάπου θα βρω να χώσω και τον Όστερ.
Κληρώνουμε 3 αντίτυπα του "Ουρανός κάτω", ευγενική προσφορά του Εκδοτικού Οργανισμού Πάπυρος. Για να πάρετε μέρος στην εντελώς αδιάβλητη αυτή διαδικασία θα πρέπει να πατήσετε λάικ στο ποστ στο γκρουπ της εκπομπής στο facebook ή να αφήσετε σχόλιο κάτω από τούτη την ανάρτηση.



Υ.Γ. Για να ακούσετε πατήστε www.amagiradio.com ή βρείτε τον σταθμό στο TuneIn για κινητά, ταμπλέτες και άλλα συναφή. 


6/11/14

Auster-o-hysteria ( ή πως να σκίσετε το πουκάμισο ενός συγγραφέα παγκοσμίου κλάσεως)





Θα αφήσω τους δημοσιογράφους να μας απαριθμήσουν τα λόγια του Πολ Όστερ χθες ένα προς ένα. Εγώ θα πω για την αίσθηση, την αίθουσα, τον ίδιο. Πράγματα δηλαδή καθόλου χειροπιαστά, που ίσως αφορούν μόνον εμένα. Για αρχή θα πω πως δεν συνηθίζω να πηγαίνω όταν έρχονται ξένοι συγγραφείς, δεν έχω δει κανέναν άλλο, έστω από μακριά, κι έτσι η εμπειρία είχε κάτι παρθενικό και πρωτόγνωρο. Ούτε στην Στέγη είχα ξαναπάει.
Πρόκειται για ένα μάλλον άσχημο κτήριο στο εξωτερικό του, πάνω στην λεωφόρο Συγγρού, που μέσα μοιάζει πολύ ομορφότερο. Έφτασα κατά τις 6 παρά κι η ούρα δεν ήταν ακόμα μεγάλη, αργότερα, κατά τις 6:30 όταν πια είχαν τελειώσει τα χαρτιά της προτεραιότητας, δημιουργήθηκε μια σαλιγκαροειδής ουρά από ανθρώπους που περίμεναν καμιά ακύρωση. Φαντάζομαι πως πολύς κόσμος θα έμεινε απέξω. Μέσα στην αίθουσα όλα μοιάζαν ειδυλλιακά, αν εξαιρέσεις την σπαστική εμμονή των υπαλλήλων να μην βγάζουμε φωτογραφίες, λες και υπήρχε πραγματικά η δυνατότητα να μας εμποδίσουν.



Ο Πολ Όστερ, ψηλός και ευθυτενής (ωραίος παρά τα 67 του χρόνια, οκ, ντε, το είπα) εμφανίστηκε ακριβώς στις 7μ.μ. Μίλησε απλά και κατανοητά, παρασύρθηκε από τις ερωτήσεις του Ηλία Μαγκλίνη και πολιτικολόγησε λίγο παραπάνω από ο,τι θα ήθελα, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις με κέφι.
Είπε πως ο Ομπάμα δεν τα καταφέρνει γιατί τον πολεμούν από παντού. Όχι μόνον γιατί είναι δημοκρατικός αλλά γιατί είναι μαύρος. Πως χρειαζόμαστε παγκοσμίως έναν νέο Καρλ Μαρξ. Πως αν δεν ήταν τυχερός στον πόλεμο του Βιετνάμ και τον καλούσαν να υπηρετήσει, θα προτιμούσε να πάει στην φυλακή ως λιποτάκτης. Μίλησε για τις γυναίκες και κυρίως για την Σίρι. Για τους λογοτέχνες που αγαπά, για το πώς διαβάζει (λιγότερο αδηφάγα από παλιά). Είπε και για τα βιβλία, λίγο για την τυχαιότητα, μια ιδέα για την ταυτότητα. Μίλησε για το περιστατικό με τον κεραυνό και την ιστορία της γιαγιάς του.
Ομολογώ πως όλα όσα είπε τον είχα ακούσει ξανά να τα λέει ή τον είχα δει να τα απαντά σε γραπτές συνεντεύξεις. Όμως η εμπειρία να τα λέει εκείνος, να ακούει κανείς το γρέζι της φωνής του (τώρα που αποφάσισε να κόψει τα πούρα είναι αργά) ήταν λατρευτική.
            Στο τέλος, όσο έβαζε την υπογραφή του στην paperback Αγγλική έκδοση της Τριλογίας που είχα μαζί μου, μου έριξε ένα και μοναδικό χαμόγελο όλο δικό μου. Δεν το κρύβω, έφυγα χθες από την Στέγη χαρούμενη και μια ιδέα, για μια στιγμή, ευτυχισμένη.







Υ.Γ. Χθες το απόγευμα στις 7μ.μ. ο Πολ Όστερ ήταν προσκεκλημένος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

Υ.Γ. 42 Οι φωτό του Όστερ όσο εκείνος υπογράφει τα 2 μου βιβλιαράκια- μετάνιωσα που δεν είχα χώσει περισσότερα στην τσάντα- είναι της Αγγελικής Μποζίκη.

5/11/14

«Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ» Joseph Roth





Δεν είναι πως δυσκολεύτηκα να βρω ρυθμό, ούτε πως διάβασα αργά «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ», τουναντίον το κείμενο έρεε και οι 470 σελίδες μεγάλου σχήματος έφυγαν σαν νερό. Όμως άργησα να μπω στην ψυχή της πλοκής. Στην αρχή όλα ήταν μια απλή καταγραφή, η ιστορία μιας στρατιωτικής οικογένειας που περνούσε σε μια ανέφελη σχεδόν καθημερινότητα∙ δυσκολευόμουν. Όμως όταν φτάσαμε στον εγγονό, το τοπίο ξεκαθάρισε, έγιναν τα πράγματα σαφή και βολεύτηκα σε αυτήν την ιστορία που φαινομενικά δεν είχε τίποτα που να με κάνει να ασχοληθώ. Δεν είχε;

Ο Λοχαγός Τρόττα σώζει το 1859 στην μάχη του Σολφερίνο τον νεαρό και άσκεφτο αυτοκράτορα. Για αυτήν του την πράξη θα παρασημοφορηθεί και θα πάρει τον τίτλο του βαρόνου. Η ζωή του, προέρχεται από Σλοβένους χωρικούς, θα αλλάξει, δεν θα νιώσει ποτέ ξανά καλά στο πετσί του∙ με τους γονιούς του δεν έχει πια τίποτα να πει, στην καινούργια του ζωή περισσεύει. Όταν συνειδητοποιήσει πως στα σχολικά βιβλία η πράξη του μεταφέρεται λανθασμένα, θα ζητήσει ακρόαση από τον αυτοκράτορα για να αποκατασταθεί η αλήθεια. Ο αυτοκράτορας δεν θα του κάνει την χάρη, θα αποστρατευτεί και θα πεθάνει πικραμένος. Ο γιος του θα διοριστεί Έπαρχος αντί για στρατιωτικός και θα περάσει μια ζωή τόσο τακτικά προβλέψιμη που δεν θα αλλάζει ούτε καν η ώρα που παίρνει την αλληλογραφία. Κι ο εγγονός Καρλ Γιόζεφ πάντως δεν θα είναι κανένας εμπνευσμένος άντρας, θα γίνει στρατιωτικός ενώ δεν του ταιριάζει, θα αφεθεί σε μια συντονισμένη καθημερινότητα. Ακόμα κι όταν μπλέξει με χαρτιά και γυναίκες και κάνει χρέη θα τον σώσει ο αυτοκράτορας ως εγγονό του Ήρωας του Σολφερίνο.

Αυτό που εξυψώνει τούτο το μυθιστόρημα είναι ο αριστουργηματικός τρόπος που η Ιστορία μπλέκεται στην πλοκή, η ύπουλη εισβολή της στην πεζή καθημερινότητα των ηρώων, το πέρασμα από μια κραταιά αυτοκρατορία τη πανσπερμίας των λαών, στην παρακμή, την εποχή των εξεγέρσεων, το ξύπνημα της εθνικής μνήμης, που αρχίζει και διαχωρίζει όλους αυτούς που κάποτε ήταν περήφανοι (;) να είναι μέλη αυτού του κράτους. Το βιβλίο φτάνει στα όρια του Α Παγκοσμίου πολέμου και ενώ δεν μας μιλά ποτέ ανοιχτά, ξέρουμε πως η Αυτοκρατορία δεν έχει τύχη. Το βασικό σύμβολο, τον Αυτοκράτορα, ο παππούς Τρόττα τον σώζει δια ζώσης, ο μπαμπάς Τρόττα τον βλέπει παντού σαν πορτρέτο, ο εγγονός τον σώζει, μόνο ως εικόνα, από ένα μπορντέλο.

Από την άλλη, αυτές οι «χαμένες» ζωές που ζουν οι Τρόττα, οι προδιαγεγραμμένες από τον μπαμπά, τον παππού, την θέση τους ή ένα τυχαίο γεγονός που τους κάνει ήρωες, θυμίζουν πολύ το πώς περνά η ζωή όλων των ανθρώπων, και των σημερινών. Ο Γιόζεφ Ροτ έχει την ικανότητα γράφοντας απόμακρα, σχεδόν σκληρά, να σε βάλει πλαγίως στην ζωή των ηρώων του. Έτσι που αυτό που δεν ένιωσες στην αρχή, να το αναφωνήσεις κλείνοντας το βιβλίο ή και λίγο αργότερα (τούτη είναι μια από τις σπάνιες αναρτήσεις που δεν γράφτηκε εν θερμώ, που άφησα να καταλαγιάσει μέσα μου ο κουρνιαχτός της ανάγνωσης τουλάχιστον δέκα μέρες)∙ «Μα πρόκειται για αριστούργημα».

«Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ», Γιόζεφ Ροτ, μετ.Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, σελ. 469, 2009



2/11/14

Αγαπημένες φράσεις και αποσπάσματα από βιβλία

Και αφού μπήκε πάλι ο χειμώνας είπα να κάνουμε ένα κουιζάκι από κείνα τα γνωστά τούτου του blog. Αυτή τη φορά θα μου γράψετε τις αγαπημένες σας φράσεις ή και μικρά αποσπάσματα από βιβλία. Μπορεί να είναι η πρώτη ή τελευταία πρόταση ενός κειμένου, κάποια ενδιάμεση, ένας στίχος ή δυο. Κομμάτια που σας σημάδεψαν κι έχουν ξεχωριστή θέση στο λογοτεχνικό σας σύμπαν. 




Υ.Γ. 42 Αφού κριθούν από ειδική λογοτεχνική επιτροπή, μια φράση, απόσπασμα κ.τ.λ θα τυπωθεί στα νέα μπλουζάκια του Booktalks κι αυτός που θα την προτείνει πρώτος θα το πάρει δώρο στο νούμερό του. 

Y.Γ.42-42 Η ειδική λογοτεχνική επιτροπή έχει ήδη προκρίνει μερικά αποσπάσματα. Αυτό του Καμύ που απολαμβάνουμε στην φωτό δεν περιλαμβάνεται σε αυτά.

Υ.Γ. 42-63 Η λήξις θα σφυριχθεί πανηγυρικά την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014. 



 

Διαβάζοντας@amagi Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014, με καλεσμένο τον Γιώργο Μητά.




Σήμερα στην εκπομπή Διαβάζοντας@amagi (κάθε Κυριακή στις 2.μ.μ στον www.amagiradio.com) θα φιλοξενήσουμε τον Γιώργο Μητά. Θα μιλήσουμε για το ολοκαίνουργιο βιβλίο του "Το σπίτι" αλλά και το προηγούμενο τις "Ιστορίες του Χαλ", θα ακούσουμε ωραίες μουσικές ως επί το πλείστον εμπνευσμένες από το βιβλίο, θα διαβάσουμε Πόε και Τσβάιχ και θα σας αποκαλύψουμε πως αυτοί συνδέονται με το μυθιστόρημα.

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα "Το σπίτι", ευγενική προσφορά των εκδόσεων Κίχλη. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση πατήστε like στην σχετική ανάρτηση στο group της εκπομπής στο Facebook. 

Για να ακούσετε την εκπομπή αρκεί να μπείτε στην σελίδα του σταθμού www.amagiradio.com , ενώ για ταμπλέτες, τηλέφωνα και άλλα συναφή κατεβάστε την εφαρμογή TuneIn Radio και βρείτε τον amagi. 

Υ.Γ.42  Στην αρχή θα πούμε και 2-3-4-5 λόγια για τον Πολ Όστερ. Ίσως και λίγα παραπάνω :P