22/2/11

"Beloved", Tony Morrison




Αναρωτιέμαι αν το "Beloved" της Τόνι Μόρισον είναι τόσο καλό βιβλίο, ή ο ενθουσιασμός μου με αυτό έχει να κάνει με το ότι είμαι μητέρα. Πάντως προσωπικά με άφησε άγρυπνη αρκετά βράδια, πότε από σκέψεις και πότε από εφιάλτες, και μου άφησε μια αίσθηση αριστουργήματος.

Μια μαύρη γυναίκα - πρώην σκλάβα- μεγαλώνει τα παιδιά της ελεύθερα, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη σκοτεινιά του παρελθόντος της σκλαβιάς, αυτών που της έχουν κάνει και αυτών που έχει κάνει. Το έσκασε από τον ιδιοκτήτη της έγκυος, βαριά χτυπημένη, γέννησε στο δρόμο κι έφτασε επιτέλους στα υπόλοιπα παιδιά της, δυο αγόρια κι ένα κοριτσάκι που ήδη μπουσουλούσε;. Έζησε ένα ευτυχισμένο μήνα μέχρι να την βρουν οι κυνηγοί των σκλάβων, κι όταν τους είδε έκανε το αδιανόητο, πήρε το πριόνι και σκότωσε το κοριτσάκι που ήδη μπουσουλούσε; με σκοπό να σκοτώσει όλα τα παιδιά της για να μην σκλαβωθούν. Δεν πρόλαβε. Την πήγαν φυλακή, γλίτωσε την κρεμάλα. Τα δυο αγόρια της την εγκατέλειψαν μόλις μπήκαν στην εφηβεία, κι έμεινε με την τελευταία κόρη, αποκομμένη από τη μαύρη κοινότητα, να παλεύει με το φάντασμα του κοριτσιού που σκότωσε- και που στον τάφο του δεν είχε λεφτά να χαράξει παρά μόνον μια λέξη "Beloved"- στο στοιχειωμένο σπίτι της. Όλα αλλάζουν όταν έρχεται ένας άντρας στο σπίτι που τον ξέρει από τη σκλαβιά και διώχνει το φάντασμα μακριά. Μετά από λίγο καιρό εμφανίζεται μια κοπέλα που την λένε "Beloved" και θα της κάνει τη ζωή παράδεισο και κόλαση μαζί.

Το βιβλίο μιλά για τη μητρότητα με σπαρακτικό τρόπο, για την δουλεία, για την αίσθηση του σπασμένου, του μισού, που αφήνει η αδυναμία να ορίσεις το σώμα σου, να αφεθείς έστω και να αγαπήσεις τα παιδιά σου, γιατί και να τα αγαπήσεις, ο αφέντης θα τα πουλήσει και δεν θα τα ξαναδείς. Είναι ένα κείμενο ολοκληρωμένο και ανθρώπινο που δίκαια κέρδισε το Πούλιτζερ. Α, και η συγγραφέας  του το Νόμπελ.

9/2/11

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: "Το Άρωμα του Ονείρου", Tom Robbins


Σήμερα θα προτείνω ένα βιβλίο που θα κάνει τους απανταχού κουλτουριάρηδες φίλους αυτού του μπλογκ να ανατριχιάσουν. «Το Άρωμα του Ονείρου», του εμπορικού Τομ Ρόμπινς έχει όλα όσα θα ονειρευόταν ένας συγγραφέας για το μυθιστόρημά του, πλοκή, μηνύματα, ροή, χιούμορ και πάνω από όλα πλάκα. Ο Ρόμπινς, παλαιάς κοπής μάστορας της γραφής, κατορθώνει στο «Άρωμα» τα πάντα, να μιλήσει για τόσο σοβαρά θέματα όπως η θρησκεία, η αθανασία και οι ανθρώπινες σχέσεις, να ασχοληθεί με τόσο ελαφρά όσο οι τεράστιοι φαλλοί και τα πατζάρια.

Το μυθιστόρημα ξεκινά κάπου στα δάση της αρχαίας Βοημίας όπου ο Αλομπαρ, βασιλιάς τον 8ο αιώνα γλιτώνει το θάνατο από τους υπηκόους του, που μόλις βλέπουν βασιλιά να γερνάει τον σκοτώνουν κι ανακαλύπτει τον Πάνα (που σιγά σιγά χάνει τη δύναμή του) και το μυστικό της Αθανασίας. Στο σήμερα μια σερβιτόρα, μια αρωματοποιός κι ένας οίκος στο Παρίσι ψάχνουν παθιασμένα το μυστικό ενός αρώματος σε ένα μπουκάλι όπου έχουν μείνει μόνο δυο σταγόνες. Κάπου εκεί μπλέκεται κι ένας μυστηριώδης επιστάτης. Όλα τελειώνουν σήμερα το βράδυ στις εννιά, ώρα Παρισιού.

Κι αν το «Άρωμα» είναι από κείνα τα βιβλία που θα έπρεπε κάθε βιβλιόφιλος που σέβεται τον εαυτό του να έχει διαβάσει, δεν ισχύει το ίδιο και για τα περισσότερα από τα άλλα βιβλία του Ρόμπινς- όλα τους όμως κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου, να εξηγούμαστε. Τη εξαιρέσει ίσως του «ο Χορός των Επτά Πέπλων» τα υπόλοιπα είναι φρικτά επαναλαμβανόμενα και κάνουν μόνο πλάκα. Καλά για να περάσει κανείς την ώρα του, αλλά μόνο για αυτό.

Υ.Γ. Το βιβλίο το έχω διαβάσει και στα ελληνικά και στα αγγλικά. Η ελληνική μετάφραση κάνει ό,τι μπορεί, αλλά δεν συγκρίνεται....

1/2/11

Ίσως πάλι φταίω κι εγώ

Έχω έμπνευση τα πρωινά, επίσης μου αρέσει ο πρωινός ύπνος. Η κατάρα της ζωής μου, πάντα με κυνηγούσαν δυο θέλω ενωμένα κι εγώ ήθελα να τα ικανοποιήσω και τα δυο. Μοναχοπαίδι. Είμαι αυτό που ελληνιστί ονομάζεται over-achiever, αν δεν τα καταφέρνω, δεν καταπιάνομαι. Ίσως φταίει που η μάνα μου ήταν πάντα πιο εύκολη στο να κατακρίνει παρά να συγχαρεί. Ίσως φταίει η μαύρη μου η μοίρα. Ίσως πάλι φταις κι εσύ. Όλα στους άλλους τα ρίχνω.


Για την ακεφιά μου στο γράψιμο φταίω μόνο εγώ. Για την ανικανότητα μου να "χτενίσω" αποτελεσματικά τα βιβλία μου φταίω μόνο εγώ. Οι απορρίψεις δεν μου αρέσουν για αυτό έχω ήδη ένα χειρόγραφο στο ντουλάπι και ξεκινώ καινούργιο χωρίς να έχω τελειώσει τη διόρθωση του παλιού και χωρίς φυσικά να το έχω στείλει για κρίση. Την φοβάμαι την κρίση. Είμαι μικρό κοριτσάκι και φοβάμαι την απόρριψη. Κυρίως απορρίπτω τον εαυτό μου, αυτό είναι το θέμα.

Έχω έμπνευση τα πρωινά, αλλά επιλέγω να κοιμάμαι, τόσο απλά.

23/1/11

"Η χρονιά της πλημμύρας", Margaret Atwood



Υπάρχουν μερικά βιβλία που αξίζει ο κόπος να τα διαβάσεις στο πρωτότυπο. «Η χρονιά της πλημμύρας» είναι σίγουρα ένα από αυτά. Δεν ευτύχισα να το διαβάσω στα Αγγλικά και στεναχωριέμαι. Όσο καλή κι αν είναι η μετάφραση, πολύ θα ήθελα να ξέρω πως πραγματικά ονόμασε τους ρακουνασβούς ή τους λεοντοαμνούς η ίδια η συγγραφέας. Η Μάργκαρετ Άτγουντ ανέβηκε ψηλά στην εκτίμηση μου από τότε που διάβασα το «The handmaid’s tale». «Η χρονιά της πλημμύρας», δεν φτάνει στα επίπεδά του, είναι όμως ένα εξαιρετικό βιβλίο, ευκολοδιάβαστο παρά τον όγκο του και δείχνει πως η συγγραφέας ξέρει καλά πώς να χτίσει μια ιστορία.

Σε ένα μάλλον όχι πολύ μακρινό μέλλον, οι δυο αφηγήτριες, η Ρεν και η Τόμπι, επιβιώνουν της Άνυδρης Πλημμύρας, μιας πανούκλας που σκότωσε ό,τι βρήκε στο διάβα της. Με συνεχή φλας μπακ στο παρελθόν μαθαίνουμε πως ήταν και οι δυο μέλη μιας χορτοφαγικής αίρεσης, των Κηπουρών, που σε έναν κόσμο που η μετάλλαξη είχε καταντήσει η νόρμα, επιθυμούσε μια πιο φυσική ζωή, αγαπούσε τα ζώα, τα μανιτάρια- και τα παραισθησιογόνα- τις μέλισσες και κήρυττε μια μπερδεμένη θεολογία με Αγίους όπως ο Αλεξάντερ Ζαβανόσκι, φυσιοδίφης του 18ου αιώνα, η Κάρεν Σίλκγουντ, υπάλληλος σε πυρηνικό εργοστάσιο που "πέθανε σε αυτοκινητιστικό" ενόσω πήγαινε να κάνει αποκαλύψεις σε ένα δημοσιογράφο, ο Γκουτάμα Βούδας κτλ. Σε αυτόν τον κόσμο κουμάντο έκανε το Σωμάτων Σωμάτων, η ιδιωτική αστυνομία που προστάτευε τους νταβατζήδες, υποστήριζε τα δίκαια των ισχυρών και έστελνε όποιον την δυσκόλευε στην Αλγόσφαιρα, όπου είχες δυο επιλογές ή να πεθάνεις επιτόπου, ή να μπεις σε μια μάχη με άλλους κατάδικους κι αν επιβιώσεις επιβίωσες.

Η δυστοπία της Άτγουντ, με τα παράξενα ζώα, τα πρόβατα Μο-χερ με τα ασημιά και ροζ μαλλιά, τα γουρούνια με το ανθρώπινο μυαλό, τους λεοντοαμνούς, που είναι και πρόβατα και λιοντάρια είναι μια υπερβολή για το τί μπορεί να κάνει η βιοτεχνολογία και η πλήρης παράδοση στο χρήμα. Παραδόξως όμως αυτή η υπερβολή δεν απέχει πολύ από το να γίνει η πραγματικότητά μας.


"Η χρονιά της πλημμύρας", Margaret Atwood, μετ. Μπελίκα Κουμπαρέλη, εκδ. Ψυχογιός, 2010

19/1/11

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: "Τι ωραίο πλιάτσικο", Jonathan Coe


Με εμπνευσμένο τίτλο, τόσο στην ελληνική μετάφραση «Τί ωραίο πλιάτσικο», όσο και στο Αγγλικό πρωτότυπο «What a carve up», αυτό είναι το βιβλίο του Τζόναθαν Κόου που αξίζει να διαβάσει κανείς αν θέλει να έχει μια ιδέα για την ουσία του συγγραφέα. Αν και έχω απολαύσει όλα του τα μυθιστορήματα, το «Πλιάτσικο» είναι το πιο γεμάτο, ολοκληρωμένο και χαρακτηριστικό. Μέσα από το βρετανικό του χιούμορ- στις καλύτερες στιγμές του- ο Κόου πιάνει το στίγμα μιας ολόκληρης δεκαετίας, τουλάχιστον για την Βρετανία της Θάτσερ.

Σε ένα άσυλο κάπου στην εξοχή η Ταμπίθα Γουίνσλο δίνει εντολή σε έναν άνεργο συγγραφέα να γράψει τη βιογραφία της οικογενείας της. Αυτός στην αρχή καταπιάνεται με ενθουσιασμό, μετά πέφτει σε κατάθλιψη και ξεχνά το βιβλίο, μέχρι να τον βγάλει από το βύθισμα η όμορφη γειτόνισσά του δέκα χρόνια μετά. Έτσι γνωρίζει μια σειρά από χαρακτήρες που βγήκαν από τη Δυναστεία. Από όλα έχει οικογένεια, τον γαιοκτήμονα αδελφό, τον τραπεζίτη, τον φαύλο πολιτικό που κατέστρεψε το σύστημα υγείας, την ανήθικη παραγωγό τροφής, όλους ανθρώπους που νοιάζονται μόνο για το χρήμα. Αλλά και τον αλτρουιστή αδελφό που σκοτώθηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – υπάρχουν υποψίες πως τον «έδωσε» ο κακός πρωτότοκος αδελφός του- και αυτόν που αποστασιοποιήθηκε και στο τέλος θα δώσει τη λύση, και φυσικά την Ταμπίθα που την έκλεισαν σε άσυλο. Α, στην ιστορία κάποια στιγμή μπλέκει κι ένας ντετέκτιβ- ανθρωπάκι που εξηγεί στον άνεργο συγγραφέα τί σχέση έχει αυτός με όλα αυτά.

Κοινώς ένα βιβλίο με τα όλα του, εξαιρετική πλοκή, χιούμορ, ανάσες, ροή και ταυτόχρονα μια τοιχογραφία από ανθρώπους, θέματα και καταστάσεις που θα έχουμε να τα λέμε στα παιδιά μας.

"Τι ωραίο πλιάτσικο", Jonathan Coe, μετ. Τρισεύγενη Παπαιωάννου, εκδ. Πόλις, 1997, σελ 525


15/1/11

Η ανισότητα της ευτυχίας

Σήμερα αποφάσισα να αναρτήσω εδώ ένα κείμενο που έγραψα στα 26 μου, κοντά 7 χρόνια πριν, σε μια εποχή ευμάρειας, για να αποδείξω σε όλους, στον εαυτό μου κυρίως, πως όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Μεγαλώνοντας αποκτάς ίσως λίγη περισσότερη ταπεινότητα ή υπομονή. Αλλά αυτό είναι όλο, τα θέλω παραμένουν τα ίδια.

" Ξύπνησα πάλι με την κούραση να ταλανίζει τα μέλη μου. Δε επιθυμώ να σηκωθώ από τη ζεστασιά του κρεβατιού, να αναλάβω τις ευθύνες μου, να αντιμετωπίσω την καθημερινότητα στην πιο αγνή και άγρια από τις μορφές της. Κι αν εγώ, που η τύχη, η μοίρα, το ριζικό ή τέλως πάντων κείνο που καθορίζει το βίο μας με προίκισε με τόσα θαυμαστά προικιά, δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τη ζωή, τότε δεν θέλω καν να σκεφτώ τί μπορεί να συμβαίνει σε αυτούς που γεννήθηκαν με λιγότερα τα εφόδια.

Ένας αντιπαθής σοφός κάποτε είπε «μακάριοι οι πτωχοί το πνεύματι.» Αλλά εγώ αδυνατώ να κατανοήσω αυτή την αλήθεια. Εάν και εφόσον είναι η αλήθεια. Πώς αντιλαμβάνεται άραγε τον κόσμο, κάποιος από όλους αυτούς τους κακόμοιρους που δε μπορούν ούτε τα απλά πράγματα στη ζωή να κατανοήσουν; Κι αυτός ο ταλαίπωρος, που γεννήθηκε μέσα στη φτώχια, με μειωμένη αντίληψη, που γέννησε παιδιά που τίποτα δεν τους προσέφερε, που τίποτα δεν του προσέφεραν, αυτός που δε μου μοιάζει διόλου, πώς μπορεί να είναι ευτυχέστερος από εμένα; Γιατί του φτάνει εκείνου η ζωή του, γιατί ζηλεύει τη δική μου; Κι εγώ, γιατί δε μπορώ να ξυπνήσω τα πρωινά με ελαφρή τη συνείδηση, με ελαφριά την ψυχή;

Η ευτυχία της ανισότητας, ο θαυμαστός τρόπος με τον όποιο διαφέρουμε ο ένας από τον άλλο, που είναι αγαστός για όλα τα άλλα, είναι ο μεγαλύτερος φασισμός αυτής της ιστορίας. Αν γεννιόμασταν όλοι με τις ίσες δυνατότητες, αν γεννιόμασταν όλοι ίδιοι, ο ανθρώπινος κόσμος θα ήταν το πιο ανιαρό μέρος τούτου του πλανήτη. Και το πιο δίκαίο στη μοιρασιά της χαράς. Την ανορθογραφία αυτή της φύσης, δεν μπορεί δυστυχώς να την ανασκευάσει μια κοινωνία που πλάστηκε από κείνους που γεννήθηκαν με περισσές τις δυνατότητες. Μια κοινωνία, πάντως, που τους εξαιρετικά διαφορετικούς, τους ιδιαίτερα ικανούς, τους απομονώνει γιατί δε μπορεί να τους χρησιμοποιήσει. Αυτή η κοινωνία, «του προικισμένου μέτριου» δε μπορεί να ανεχθεί τα πάντα και γι’ αυτό δε μπορεί να προσφέρει ευτυχία.

Η ανελευθερία μας ξεκινά εκεί που τελειώνει η ανελευθερία του διπλανού μας. Η ανικανότητα για ευτυχία ξεκινά από το φασισμό της σύμβασης. Από όλα αυτά που προσδοκούν όλοι όσοι μας νοιάζονται. Η αγάπη καθίσταται έτσι το βασικό εμπόδιο για να φτιάξουμε κάτι διαφορετικό και μεγαλειώδες. Τα συναισθήματα εν γένει.

Ο οίκτος που μου προκαλούν τα παιδιά στα φανάρια, που γεννήθηκαν θαρρείς σε έναν άλλο ουρανό, δε μετριάζει τον οίκτο που νιώθω για μένα. Αν και θα έπρεπε. Με οικτίρω για όλα αυτά που ροκανίζουν τις πολύτιμες μέρες μου. Που συμβατικά με ακουμπούν σε κάποιο μεσαίο κοινωνικό στρώμα, μου δίνουν φαΐ και στέγη και την ανάγκη να διεκδικήσω την αγάπη. Ο οίκτος μου ξεκινά από το γεγονός πως δεν μπορώ να απελευθερωθώ από τα δεσμά της. Δε μπορώ να απελευθερωθώ από τους άλλους.

Γεννήθηκα με τη φαρέτρα μου δυνατή. Κάθε φορά που αρνούμαι κάποιο από τα βέλη μου να το χρησιμοποιήσω, οι γύρω μου ενίστανται. Οι γύρω μου απορούν. Γιατί δεν δαπανώ όλες μου τις δυνάμεις για να αποκτήσω αυτά που τους φαίνονται σημαντικά. Αλλά δεν είναι. Γιατί εξισώνομαι με τον καθένα που δεν έχει τα δικά μου εφόδια. Αναρωτιούνται. Πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος κείνος που καταφέρνει τόσο λιγότερα από μένα; Πώς είναι δυνατό κείνος ο «φτωχός τω πνεύματι» να κοιμάται ακόμα κάτω από τον ίδιο ουρανό;

Θα ήθελα να μη με νοιάζει και να μη με αφορά η γνώμη των οικείων μου. Θα ήθελα τα προικιά μου να τα αφήσω να πάνε στράφι. Να σηκώσω την παντιέρα της ελευθερίας. Να διαδηλώσω το δικαίωμα στην τεμπελιά και στην αεργία. Το δικαίωμα που μου δίνει η εξαιρετικότητα. Δυστυχώς τα θέλω μου είναι υπερβολικά μικρά, μπροστά στην αγάπη που κρύβει η καρδιά μου.

Θα σηκωθώ και σήμερα. Θα πάω στη δουλειά. Να βοηθήσω τους ακατανόητους αναξιοπαθούντες. Που συνεχίζουν να υπάρχουν, αν και απέχουν από μένα. Που συνεχίζουν να αντεπεξέρχονται, σε μια κοινωνία που δε φτιάχτηκε για αυτούς. Που συνεχίζουν να φυτοζωούν. Μαζί τους φυτοζωώ κι εγώ. Γιατί δε με αφήνουν να τους μοιάσω.

Η μη πολιτική ορθότητα των λογισμών, η έπαρση και η αλαζονεία, διόλου δε μειώνουν την ένταση των λεγομένων. Σηκώνω το λάβαρο της επανάστασης. Διεκδικώ τη ζωή που ελπίζω. Μια φρικτή αιματοβαμμένη σημαία απιθώνω στο φέρετρο με τα όνειρα των άλλων για μένα. Και ξεκινώ για το ταξίδι της ευτυχίας."