9/12/12

Αυτόν τον ήρωα ποιός θα τον πάρει;





Τον τελευταίο καιρό αναρωτιέμαι συχνά πυκνά για το πώς διαλέγει κανείς το θέμα του σε ένα μυθιστόρημα. Για μένα ως τώρα αυτή η διαδικασία είχε ως εξής, άνοιγα ένα φύλλο του επεξεργαστή κειμένου (το word ντε) και άρχιζα με μια φράση που μου είχε κολλήσει∙ έτσι συχνά προέκυπτε ένα διήγημα. Από τα διηγήματά μου- πιθανότατα από 2-3 από αυτά που είχαν θέμα συναφές- αναδύονταν κάποιοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες που τους δούλευα μες στο μυαλό μου για καιρό ώσπου έφτανα να ξέρω απίθανες λεπτομέρειες για αυτούς και πάνω τους στηνόταν ολόκληρο το βιβλίο. Και στα τρία μου μεγάλα κείμενα, αυτό έχει συμβεί, επαφίεμαι δηλαδή σε αυτό που λέμε έμπνευση και μετά προκύπτει η βούληση.

            Ξέρω πια πολλούς μυθιστοριογράφους που ξεκινούν να γράψουν ένα βιβλίο αφού η πλοκή έχει ολοκληρωθεί μέσα τους, κάποιες φορές στήνοντας επί τούτου μια ιστορία γιατί θέλουν να πουν κάτι πολύ συγκεκριμένο, κι έχω αρχίσει να αμφισβητώ τις μεθόδους μου. Εγώ όσο γράφω έχω μιαν ιδέα για το τι θα γίνει μέχρι το επόμενο κεφάλαιο, και μόνο μια σκιώδη υπόνοια για το τέλος.
Ίσως για αυτό τα μεγάλα μου κείμενα χωλαίνουν στις τελευταίες σελίδες∙ στο στήσιμο μιας ιστορίας, στους χαρακτήρες, τη βιογραφία τους που υποβόσκει είμαι καλή (συνήθως έχω και το πρωτογενές υλικό των διηγημάτων να στηριχθώ), όταν έρθει η ώρα να ολοκληρώσω την περιπέτεια τους γίνομαι βιαστική, τους ξέρω πια καλά και για μένα χάνουν το ενδιαφέρον τους.

            Αν λοιπόν ξεκινούσα από την πλοκή και όχι από τους χαρακτήρες πιθανολογώ πως θα έγραφα λιγότερο άνισα, θα ανακάλυπτα μαζί με τον αναγνώστη τις ιδιότητες τους. Από την άλλη αυτό κάποιες φορές οδηγεί σε ήρωες τέρατα, ανακόλουθους, που δεν εξελίσσονται ή που μας δηλώνουν από την αρχή ποιοί είναι με τέτοια αυστηρότητα που δεν αφήνουν περιθώριο στη φαντασία να ξεστρατίσει. Είμαι κακή στα σχεδιαγράμματα πλοκής, τα καταστρατηγώ επανειλημμένα, γράφοντας μου προκύπτει συχνά κάποιος νέος ήρωας ή κατάσταση που τα κάνει όλα μαντάρα. Κι όταν γράφω με πρόγραμμα φαίνεται στις σελίδες, το ήδη λιτό ύφος μου αποκτά μια κλινικότητα σα να πρόκειται για εργασία για το μεταπτυχιακό, αφυδατώνεται. Πρέπει ανάμεσα στην ανοργανωσιά μου και την οργανωτικότητα να μπει ένα φράγμα, ένα όριο, να μάθουν αυτά τα δυο να συνεργάζονται. Μου λείπει από τη ζωή μου- αν είμαι σε φάση μπορώ να ακολουθώ πρόγραμμα σα ρομποτάκι, αν δεν είμαι όλα γίνονται ένα πυκνό χάος- φαίνεται και στα γραπτά μου. Πάντως δεν είμαι τόσο σίγουρη πως η αναγνώριση του προβλήματος μπορεί να φέρει τη λύση.


4 σχόλια:

  1. θυμήθηκα το ''επιμύθιο στο όνομα του ρόδου'' του ουμπέρτο έκο. λέει σε ένα σημείο (είναι και στο οπισθόφυλλο):
    ''Πιστεύω ότι για ν' αφηγηθείς πρέπει πρώτ' απ' όλα να κατασκευάσεις έναν κόσμο, όσο το δυνατόν πιο εμπλουτισμένο ως τις έσχατες λεπτομέρεις. Αν έφτιαχνα ένα ποτάμι, δύο όχθες και στην αριστερή όχθη τοποθετούσα έναν ψαρά και αν γι' αυτόν τον ψαρά όριζα έναν χαρακτήρα ευέξαπτο και ένα ελάχιστα καθαρό ποινικό μητρώο, να! που θα μπορούσα ν' αρχίσω να γράφω, μεταφράζοντας σε λέξεις αυτό που δεν μπορεί παρά να συμβεί. Τι κάνει ένας ψαράς? Ψαρεύει (και να μια πλήρης αλληλουχία με κινήσεις λίγο-πολύ αναπόφευκτες). Και κατόπιν τι συμβαίνει? Ή τα ψάρια τσιμπάνε, ή όχι. Αν τσιμπάνε, ο ψαράς τα ψαρεύει κι έπειτα πάει σπίτι του ευχαριστημένος. Τέλος της ιστορίας. Αν όμως δεν έχει ψάρια, και εφ' όσον είναι οξύθυμος, πιθανόν να εξοργιστεί. Ίσως να σπάσει το καλάμι του ψαρέματος. Δεν είναι πολύ, μα ήδη είναι το προσχέδιο. Υπάρχει όμως μια ινδιάνικη παροιμία που λέει: ''Κάθησε στην όχθη του ποταμού και περίμενε, το πτώμα του εχθρού σου δε θ' αργήσει να περάσει''. Κι αν το ρέμα παρασύρει κάποιο πτώμα, εφ' όσον μια τέτοια πιθανότητα ενυπάρχει στον διακειμενικό χώρο του ποταμού? Ας μην ξεχνούμε ότι ο ψαράς μου έχει βεβαρυμένο ποινικό μητρώο. Θα ήθελε να διατρέξει τον κίνδυνο να βρεθεί μπλεγμένος? Τι θα κάνει? Θα το σκάσει, θα παραστήσει ότι δεν είδε το πτώμα? Θα του λυθούν τα γόνατα, αφού μάλιστα το πτώμα είναι του ανθρώπου που μισούσε? Καθώς είναι οξύθυμος, θα εξοργιστεί επειδή δεν μπόρεσε να πάρει ο ίδιος την ποθητή εκδίκηση? Βλέπετε: αρκεί να εμπλουτίσουμε ελάχιστα το συγκεκριμένο κόσμο και ήδη έχουμε την αρχή μιας ιστορίας. Πρόκειται ακόμα και για την αρχή ενός ύφους, διότι ένας ψαράς που ψαρεύει πρέπει να μου επιβάλλει έναν αφηγηματικό ρυθμό αργό, ρέοντα, που να 'χει μέτρο την αναμονή, η οποία προϋποθέτει την υπομονή του, μα και τα σκιρτήματα της αδήμονης οξυθυμίας του. Το πρόβλημα είναι η κατασκευή του κόσμου, οι λέξεις θα έρθουν σχεδόν από μόνες τους...''

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό starwell, για κάποιο λόγο δεν το θυμόμουν. Πιθανότατα γιατί διάβασα το "Όνομα του Ρόδου" σε μια εποχή που δεν έγραφα καθόλου πεζό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι μόνιμο θέμα συζήτησης και προβληματισμού αυτό. Και οι διαφωνίες μεγάλες, ανάμεσα σε "μεγάλους" και μικρότερους.... Εχω εμπλακεί αρκετές φορές σε αυτήν την κουβέντα, χωρίς αποτέλεσμα (αντικειμενικό τουλάχιστον).
    Είναι πολύ σοφό το "Ονομα του Ρόδου" που καταλήγει οτι το πρόβλημα είναι η κατασκευή του κόσμου και όχι οι λέξεις, που έτσι κι αλλιώς, θα έρθουν απο μόνες τους. Η κατασκευή ενός κόσμου, μιας ιστορίας, υπαγορεύει το ρυθμό και το ύφος, και οι λέξεις θα βρουν το δρόμο τους. Είναι τόσο διαφορετική η διαδικασία για τον καθέναν, που δεν πιστεύω οτι υπάρχουν νόρμες. Αλλωστε, οι κανόνες αποστεώνουν το λόγο.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, κι από το διάλογο στο facebook και στο twitter με αφορμή την ανάρτηση φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν υπάρχει "σωστός" ούτε "λάθος" τρόπος, μόνο αυτός που βολεύει τον καθένα. Ο δικός μου είναι λίγο πολύ αυτός του Έκο, έχω την ιδέα για έναν χαρακτήρα, μια του στιγμή, κι έπειτα αυτό επεκτείνεται κι αποκτά λέξεις. Οι κανόνες μας κάνουν κλινικούς.

      Διαγραφή