11/10/09

Στην αρχή αυτού του ιστολογίου είχα υποσχεθεί πως δεν θα το μετατρέψω σε εξομολογητικό ημερολόγιο. Κι όμως, σήμερα, θα πατήσω την υπόσχεσή μου. Θα πιαστώ από την ανάγκη μιας φίλης για να σας πω μια ιστορία. «Θέλω να ξαναγίνω κόρη. Θέλω να δώσω στα γονικά μου τη χαρά να με γευτούν σαν παιδί, να τους δώσω τα σ’ αγαπώ που τους στέρησα». Κι αυτά τα λόγια προέρχονται από μια γυναίκα ολοκληρωμένη, όχι καμιά παιδούλα. Την καταλαβαίνω, μα δεν μπορώ πλήρως να ταυτιστώ. Γιατί εγώ δεν έπαψα ποτέ να είμαι κόρη.

Είμαι 31 ετών, παντρεμένη και έγκυος. Δεν ζω μαζί με τους γονείς μου από τα 25 μου. Κι όμως ποτέ δεν απογαλακτίστηκα, ποτέ δεν έπαψα να λέω τα σ’ αγαπώ και τα σε μισώ μου. Η μητέρα μου είναι ένας δυνατός πανίσχυρος άνθρωπος, εγώ δεν πάω πίσω. Αν ανοίξουμε κι οι δυο τα χέρια σε όλο τους το μήκος, θα ξεσηκωθεί μια καταιγίδα με αστραπές και κεραυνούς. Με τη μάνα μου δε συμφωνούμε σε πολλά, έχουμε διαφορετική κοσμοθεωρία. Την καταιγίδα συνήθως την αποφεύγουμε την τελευταία στιγμή, κάποτε ξεσπά και καθαρίζει τον ορίζοντα. Την επόμενη μέρα.

Λοιπόν, πέρα από το γεγονός πως είμαστε μαζί τουλάχιστον ένα 8ωρο τη μέρα γιατί εγώ η μπεμπέκα με τα μεγάλα όνειρα και τα πολλά ταλέντα αποφάσισα να πάρω την οικογενειακή επιχείρηση αντί να ανοίξω τα φτερά, συγγνώμη τα χέρια, που λέγαμε προηγουμένως σε όλος τους το εύρος, οι γονείς μου εξακολουθούν να αποτελούν μέρος των σκέψεων μου ακόμα κι όταν δεν τους βλέπω. Ανησυχώ σαν ξαναμμένη κλώσσα αν δεν πάρουν τηλέφωνο μήπως έπαθαν τίποτα. Αν ζούσαμε μαζί θα τους περίμενα με μια ζακετούλα ριγμένη στους ώμους τα βράδια που ξενυχτούν για να τους κατσαδιάσω που γύρισαν σπίτι μετά την προκαθορισμένη ώρα.

Η αγάπη μου πηγάζει από το σεβασμό στη δύναμη της μάνας και στην εξαιρετική προσωπικότητα του πατέρα. Από την ανάγκη μου από πολύ μικρή να είμαι εκεί για ό,τι και να τους συμβεί, να κουβαλάω τις κακοτοπιές εγώ στην πλάτη μου. Αλλά όχι μόνο από αυτό. Με τα χρόνια ένα είδους οίκτου έχει αναπτυχθεί, όσο άσχημο κι αν ακούγεται. Για τα χρόνια τους που χάθηκαν στη δουλειά, για τις ανεπαίσθητες αλλαγές πάνω τους που βλέπω αλλά δε μιλάω, για δυο ανθρώπους έντονους και δυναμικούς που τους καταβρόχθισε ο χρόνος. Κι ας είμαι άδικη απέναντί τους, είναι νέοι και ενεργοί. Κι ας είμαι ευγνώμων που τσακίστηκαν για να μην τσακιστώ.

Κι όμως τσακίζομαι. Έχω ένα πλάσμα μέσα στην κοιλιά μου που σε λίγους μήνες θα με φωνάζει μάνα. Άραγε, σε 20 χρόνια θα με βλέπει έτσι; Το πιθανότερο ναι, αν όλα πάνε κατ’ ευχή δηλαδή και το μεγαλώσω σωστά. Είναι η μοίρα μας να μένουμε παιδιά, είναι η ανάγκη μου σα μοναχόπαιδο να είμαι η μητέρα των γονιών μου, να τους προστατεύω; Δεν ξέρω. Αλλά εγώ που έχω δικό μου σπιτικό με τις δικές του έγνοιες χρόνια τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ τις δικές τους αναμασώ μες στο κεφάλι μου.
Υ.Γ. Σας χρωστώ την πραγματική ανάρτηση για το βιβλίο που μόλις τελείωσα. Θα επανέλθω συντόμως, μη φοβου....

4/10/09

Λέξεις ειπωμένες

Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου είναι λέξεις ειπωμένες. Ακόμα και στη μη συγγραφική μου καθημερινότητα, αυτή με τη δουλειά και τις δουλείες του σπιτιού και την εξωφρενική παρουσία της τηλεόρασης, στη μοναξιά μου έστω, οι λέξεις, πάνω από τις σιωπές, κυριαρχούν. Ο σύντροφός μου είναι από αυτούς τους αμίλητους βούδες που αγαπούν να ακούν μάλλον (τι ευτυχία κι αυτό) αλλά εγώ μέσα στα βιβλία μου και τα γραψίματά μου είναι ένας θορυβώδης άνθρωπος. Μεγάλωσα έτσι. Πέρα από τις γραπτές λέξεις, αγαπώ και τις προφορικές, να δίνω παράσταση ή να κρύβομαι στη γωνιά μου. Κάποτε και τα δυο ταυτόχρονα.

Η ελλιπής μου παρουσία στη σιωπή είναι αυτό που συχνά κάνει κακόγουστα τα κείμενά μου. Η ανάγκη να τα ξέρω όλα και για όλα και να συμμετέχω. Ζηλεύω τον άνθρωπό μου στη γωνία που δεν κάνει εκκωφαντικό θόρυβο, εγώ ακόμα κι εκεί είμαι παρούσα. Σχεδόν τραβηχτικά υποκριτική. Η σιωπή με αποσπά ελάχιστες φορές, όταν διαβάζω ποίηση ή γράφω κάποια κομμάτια. Τις υπόλοιπες με αποφεύγει. Αυτό είναι η ψυχική μου ανισορροπία, και το προσωπικό στοίχημα. Αν βρω τις σιωπές μου κι εγώ θα γίνω καλύτερη και τα γραπτά μου.

30/9/09

"Στάχτες", Σέργιος Γκάκας



Το μυθιστόρημα του Σέργιου Γκάκα «Στάχτες» ξεκινά αργά, στις πρώτες εκατό σελίδες σχεδόν μπαίνεις στον πειρασμό να το παρατήσεις. Εκεί γνωρίζουμε το έγκλημα –τον εμπρησμό μιας μονοκατοικίας με γκαζάκια που κατέληξε στον θάνατο τριών ανθρώπων και τον βαρύ τραυματισμό μιας ηθοποιού – τον αδέκαστο κοκαϊνομανή αστυνόμο που συγκλονίζεται γιατί ανάμεσα στα θύματα είναι και η γυναίκα που αγάπησε περισσότερο στη ζωή του – η ηθοποιός - κι έναν τελειωμένο αλκοολικό δικηγόρο, ιδιοκτήτη της μονοκατοικίας και πιθανώς τελευταίου εραστή της γυναίκας αυτής.

Και μετά τις εκατό βαρετές σελίδες έρχεται η έκπληξη. Η πλοκή γίνεται καταιγιστική, το ενδιαφέρον κορυφώνεται στα σωστά σημεία, το βιβλίο ρουφιέται σε μια μονάχα ανάγνωση. Οι χαρακτήρες εξελίσσονται και μεγαλώνουν, όλα μπαίνουν στη θέση τους, σα να πήραν ξαφνικά φωτιά

Η υπόθεση είναι ένα «κλασικό» αστυνομικό, ο τελικός αίτιος δεν είναι καμιά μεγάλη έκπληξη στην τελική ανάλυση. Αλλά ώσπου να φτάσουμε στη λύση – και μετά τη σελίδα 100, μην ξεχνιόμαστε – το βιβλίο είναι απολαυστικό.

"Στάχτες", Σέργιος Γκάκας, εκδ. Καστανιώτη, 2008, σελ. 369

24/9/09

Μωρίς


Ένα- δυστυχώς ακόμα και σήμερα- δύσκολο θέμα πραγματεύεται το βιβλίο του Ε.Μ. Φόρστερ που γράφτηκε το 1914 αλλά δε δημοσιεύτηκε πριν το θάνατό του. Στο «Μωρίς» ο συγγραφέας με την αδιαμφισβήτητη πένα αναλύει το θέμα της ομοφυλοφιλίας με όρους απλούς και ανθρώπινους. Όπως δηλαδή θα έγραφε για κάθε έφηβο και νεαρό άντρα που ψάχνει την ταυτότητά του.

Το βιβλίο ακολουθεί τον Μωρίς από την αρχή της εφηβείας, μπερδεμένο σε πολλά επίπεδα να ανακαλύπτει τελικά τον έρωτα και να ωριμάζει με έναν άντρα. Κι όταν αυτός τον προδίδει, εκείνος είναι χαμένος, όπως θα ήταν ο καθένας μας όταν χάνει ένα μεγάλο έρωτα.

Πέρα από το βασικό θέμα, εδώ θίγονται ουσιαστικά κι άλλα ζητήματα, όπως η απελευθέρωση από τις συμβατικότητες της κοινωνίας, από την «μοίρα», έτσι όπως την έχουν προδιαγράψει οι γονείς και η κοινωνική θέση, η ηθική υπόσταση ενός ανθρώπου που μαθαίνει να ευχαριστεί τελικά τον εαυτό του κι όχι τη σύμβαση των γύρω του.

19/9/09

Η μοναξιά της ασφάλτου

Το καινούργιο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα, «Η μοναξιά της ασφάλτου», είναι ένα αστυνομικό με στοιχεία νουάρ, γραμμένο με τον ευέλικτο τρόπο των στιγμιότυπων από διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά. Στην αρχή φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ιστορίες μας βάζουν στο κλίμα της βρόμικης πόλης που κάθε τόσο τυλίγεται στην άσπρη ομίχλη που την κάνει να παραλύει. Αυτό το "Βρομερό Άσπρο" είναι το δικό μου αγαπημένο εύρημα σε όλο το βιβλίο.

Προχωρώντας η σύνδεση μεταξύ των χαρακτήρων φαίνεται εντονότερη. Παρά τον τίτλο και την εμφανώς μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για τα αυτοκίνητα, αυτά δεν παρεμβαίνουν άμεσα στην πλοκή, μονάχα προσθέτουν μαζί με τα μουσικά κομμάτια κάτι από το νουάρ. Οι χαρακτήρες είναι αυτοί που θα περίμενε κανείς στο εν λόγω είδος, ο σκάρτος αστυνομικός, ο τρελός δολοφόνος, το θύμα, το θύμα που γίνεται θύτης. Το στοιχείο του σασπένς ως ένα βαθμό είναι ενεργό. Ο συγγραφέας έχει καλές ιδέες που δε σε κάνουν να βαριέσαι.

Από την άλλη πλευρά όμως νιώθω πως αυτό είναι ένα βιβλίο αδούλευτο. Οι αρχικές σελίδες είναι μάλλον γραμμένες με βιασύνη και οι χαρακτήρες σχηματικοί. Τόσο ο διεφθαρμένος μπάτσος, όσο και ο ιδιότροπος κατά συρροή δολοφόνος δεν έχουν τίποτα καινούργιο να πουν, αναπαράγουν και μάλιστα με περιγραφικό τρόπο και όχι κατ’ ανάγκη με τις πράξεις τους, ένα πολύ γνωστό πρότυπο.

Η αστυνομική λογοτεχνία στην Ελλάδα είναι ένα είδος που υποφέρει, για αυτό χαιρετίζω οποιαδήποτε προσπάθεια καλών προθέσεων. Και φυσικά ένα βιβλίο σαν κι αυτό που καταφέρνει να με κρατά ένα ολόκληρο πρωινό για να το τελειώσω έχει μέσα μου διαφορετική αξία, από τα άλλα που τα τραβάω μέρες από τον καναπέ στο κομοδίνο κι όμως δεν τελειώνουν. Όμως λίγο δούλεμα και παίδεμα ακόμα θα το έκανε πολύ καλύτερο.

14/9/09

Η ευχή και η κατάρα online


Με τους ανθρώπους που διαβάζεις πάνω κάτω τα ίδια βιβλία, το έχω παρατηρήσει πως υπάρχει πάντα μια σύνδεση παραπάνω. Κι ας μην τους ξέρεις, κι ας μην τους μάθεις πραγματικά ποτέ. Το διαπιστώνω τώρα με το blog, το facebook, καταλαβαίνω πως μπορεί να μην έχω γνωριστεί με κάποιους από σας, αλλά νιώθω κοντά.

Αυτό είναι περίεργο συναίσθημα. Και μάλλον δεν αφορά μόνο τα βιβλία. Ως τώρα πίστευα πως οι γνωριμίες online είναι απατηλές, σε αφήνουν στο σκοτάδι για το πραγματικό ποιόν των ανθρώπων. Τώρα αναθεωρώ. Μέσω του facebook ήμουν για κάποιον καιρό σε μια εφαρμογή που σε άφηνε να εκφράζεις τη γνώμη σου επί παντός επιστητού, από την πολιτική, τη θρησκεία, την κοσμοθεωρία σου για τη ζωή, μέχρι τη…μαλακία. Κι εκεί «γνωρίστηκα» με ανθρώπους που ιδέες μας κάπως μοιάζανε, όχι όλες κι όχι για όλα, μα με τους περισσότερους μια διαδικτυακή κουβέντα παραπάνω την είχα πει.

Τι έγινε όταν βρέθηκα με κάποιους από αυτούς; Δεν ένιωσα αμηχανία (και μπορώ να γίνω πολύ ντροπαλή αν θέλω), δεν ένιωσα τίποτα άλλο παρά ζεστασιά και χαρά, δεν χτύπησε καμπανάκι η έμφυτη αγοραφοβία μου, τέλως πάντων. Αισθάνθηκα περίπου όπως όταν συναντώ την παρέα μου από το Πανεπιστήμιο που βρισκόμαστε πια σπάνια όλοι μαζί, αλλά περνάμε καλά γιατί ξέρουμε ο ένας τον άλλο και βγαίνουμε για καφέ ανά δυάδες.

Εντελώς αφύσικο. Και νιώθω πως το ίδιο θα πάθω αν συναντήσω κάποιους από σας με τους οποίους μιλάω για βιβλία πιο συστηματικά, που ανοίγομαι, θέλω δε θέλω, γιατί νιώθω οικεία. Τόσο απλά. Αυτή είναι η χαρά και η λύπη της νέας διαδικτυακής εποχής μάλλον. Η ευχή και η κατάρα της.