22/6/11

Εμπνευσολόγιο


Το να γράψει κανείς κατά παραγγελία είναι άτιμο πράγμα, εμπεριέχει τους εξης κινδύνους, να γράψει μια συμβατική ιστορία χιλιοειπωμένη με τον ίδιο τρόπο ή να γράψει ένα αριστούργημα. Όπως δηλαδή κάθε φορά που βάζει κάποιος μολύβι στο χαρτί ή ακριβέστερα πληκτρολόγιο σε λειτουργία. Μεγάλωσα με την ιδέα πως η έμπνευση είναι μια ιδέα που σου έρχεται μέσα στη νύχτα ξαφνικά, ως αναλαμπή και σηκώνεσαι να την σημειώσεις σε ένα μικρό σημειωματάριο- μάλλον έβλεπα πολλές αμερικάνικες ταινίες. Η ιδέα σου έρχεται μαζί με την πρώτη φράση στην άδεια κόλλα, και πολλές φορές μετά από αυτή. Άλλοτε πάλι, η ιδέα δεν έρχεται ποτέ και το κείμενο συνεχίζει να είναι…χμ καλό. Η έμπνευση δεν είναι κομμάτι της μιας στιγμής είναι αποτέλεσμα δουλειάς και τριβής. Μόνο στη διαδικασία της γραφής έρχεται αυτή η ιερή ώρα που όλα μπαίνουν στη θέση τους, η φράση ή η σκέψη κλειδί που τα θεμελιώνει όλα.
Όταν κανείς γράφει ποιήση αρκεί μια τέτοια στιγμή στο χρόνο που έπειτα θα βελτιωθεί και θα δουλευτεί κι αυτή βέβαια. Όταν γράφει πεζό χρειάζονται πολλές τέτοιες στιγμές αθανασίας. Όχι για κανένα αριστούργημα, απλά για ένα βιβλίο που βγάζει νόημα όταν κλείνεις την τελευταία του σελίδα, όπου το κάθε καρφί χρησμεύει για να κρεμαστεί κι ο τελευταίος ήρωας. Νιώθω τον τελευταίο καιρό διαβάζοντας ξανά κείμενα τόσο δικά μου, όσο και άλλων πως αυτό λείπει, η συνοχή, η ροή των ιδεών. Με άλλα λόγια επειδή το μυθιστόρημα απαιτεί πολλές από τις στιγμές μας κάποιες από αυτές είναι κακές και εμποδίζουν τις υπόλοιπες.
Έχω γράψει πια αρκετά κείμενα με συγκεκριμένο θέμα, είτε για κάποιο διαγωνισμό ή στη διάρκεια κάποιου σεμιναρίου. Συμπεραίνω λοιπόν πως δεν ξέρεις ποιά μέρα θα είναι καλή, και ο περιορισμός του θέματος δεν είναι πάντα για κακό. Ούτε βέβαια για καλό. Βρίσκομαι ξανά σε αυτή τη θέση και η άδεια κόλλα με περιγελά. Πιθανολογώ πως μπορεί να ξυπνήσω κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα και να σημειώσω μια εξαιρετική ιδέα στο παιδικό μου σηειωματάριο. Από την άλλη χαρτί δίπλα στο κομοδίνο μου δεν κρατάω πια.

18/6/11

"Beyond lies the wub", Philip K. Dick



             Ξεκίνησα να διαβάζω το "Master and Margarita" του Bulgakov και μάλιστα σε Αγγλική μετάφραση (μη ρωτήσετε γιατί, μάλλον γιατί δεν ξέρω Ρώσικα)  και ταυτόχρονα με το κλασικό αριστούργημα που με ενθουσιάζει, να εξηγούμαστε, διάβαζα και τα διηγήματα του Philip Dick. Μαντέψτε ποιός κέρδισε.... Ναι, ναι, ο Dick τελείωσε πρώτος και για αυτό η αποψινή μου κριτική θα είναι για το "Beyond lies the wub". Πρόκειται για συλλογή διηγημάτων, την πρώτη από τις πέντε σύνολο που χρειάστηκαν για να μπουν όλες του οι "μικρές ιστορίες". Ο Dick αυτά τα διηγήματα τα έγραψε μικρός όταν ξεκινούσε την καριέρα του και νομίζω κάλυψε μια απίστευτη σειρά ιδεών επιστημονικής φαντασίας. Ο άνθρωπος είχε ανεξέλεγκτη φαντασία, καλπάζουσα συγγραφική ορμή, που φυσικά σε πολλά από τα κείμενα δεν ολοκληρώνεται γιατί μιλάμε για μικρά διηγήματα, με πρωτογενή ιδέα, στοιχειώδεις χαρακτήρες, έκπληξη και τέλος. Παρ' όλα αυτά, τα απόλαυσα και τώρα μπορώ απερίσπαστη να γυρίσω στο "κλασικό αριστούργημα του 20ου αιώνα".

8/6/11

"The French Lieutenant’s Wife", John Fowles


Ομολογουμένως το “The French Lieutenant’s Wife”, του Τζον Φόουλς μπορεί να γίνει ένα βιβλίο πολύ κουραστικό. Οι κοντά πεντακόσιες σελίδες του μιμούνται κατά κάποιο τρόπο τα Βικτωριανά μυθιστορήματα σε λεπτομέρειες και περιγραφές. Αυτή η μίμηση είναι εσκεμμένη, γιατί αν οι ήρωες ζουν στο 1867, ο αφηγητής ζει στο τώρα, ξέρει πολλά, είναι ένας παντογνώστης- θεός που κάνει και μια guest εμφάνιση. Η ύπαρξη του και μόνο αρκεί για να κάνει το βιβλίο ενδιαφέρον και σημαντικό, μιας και πέρα από την πλοκή το μυθιστόρημα αυτό είναι μια πραγματεία πάνω στην ανθρώπινη φύση και πως η κατά καιρούς κοινωνική σύμβαση τη διαμορφώνει.
Ήρωας ο Τσάρλς Σμίθσον, ευγενής στην καταγωγή- θα κληρονομήσει τον τίτλο του θείου του- με αρκετά λεφτά ακόμα αλλά όχι τόσα πολλά όσο ο νεόπλουτος πατέρας της αρραβωνιαστικιάς του. Είναι ένας άντρας της εποχής, που έχει διαβάσει Δαρβίνο, θα ήταν σχεδόν σοσιαλιστής στις απόψεις του αν τον αφήναν, έχει ταξιδέψει πολύ κι όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από τους τύπους της τάξης του και την χαριτωμένη αρραβωνιαστικιά του, που νοιάζεται μονάχα για τουαλέτες και έπιπλα. Και ξαφνικά γνωρίζει μια γυναίκα μυστήριο, οι χωριανοί στο θέρετρο που παραθερίζουν τη φωνάζουν «Τραγωδία» ή «Η πόρνη του Γάλλου υπολοχαγού». Είναι μια γυναίκα μορφωμένη που δούλευε σαν γκουβερνάντα όταν την ξεμυάλισε ο Γάλλος αξιωματικός και την έκανε δική του. Από τότε τον περιμένει να γυρίσει να την παντρευτεί και ατενίζει το πέλαγο. Ή τουλάχιστον έτσι λέει το τοπικό κουτσομπολιό για κείνη, γιατί η Σάρα είναι πολυεπίπεδη, έξυπνη και δυνατή. Οι συναντήσεις τους στην απαγορευμένη ακτή θα σημάνουν πολλά και για τους δυο.
Σε κάποια σημεία, το μυθιστόρημα το βαρέθηκα, κάποιες σελίδες δεν θα κρύψω πως τις διάβασα διαγώνια. Ήταν και άλλες όμως που ο αφηγητής τις έκανε δυνατές, ενδιαφέρουσες, συγκινητικές, τόσο που αυτός ο τόσο μακρινός χαρακτήρας γινόταν οικείος κι ας ήταν ξένος. Ένας σύγχρονος και ταυτόχρονα Βικτωριανός άνθρωπος.

27/5/11

"Το παλιό σχολείο", Tobias Wolff


Οποιοδήποτε βιβλίο θα έχανε στη σύγκριση με τον κολοσσό του Κανούδος κι εγώ χρειαζόμουν ένα ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα για να βρω τους ρυθμούς μου. «Το παλιό σχολείο» του Τομπάιας Γουλφ είναι ακριβώς αυτό, ένα καλογραμμένο μεν, τελείως αξιολησμόνητο δε, βιβλίο.
          Σε ένα αριστοκρατικό οικοτροφείο της Νέας Αγγλίας ένα αγόρι προσπαθεί να γίνει συγγραφέας, μέσα σε ένα περιβάλλον που σπρώχνει τα παιδιά να γράφουν, που διοργανώνει διαγωνισμούς λογοτεχνίας με έπαθλο την κατ’ ιδίαν συνάντηση με έναν συγγραφέα του κύρους του Φροστ και του Χέμινγουέι (!). Το αγόρι που προσπαθεί χρόνια να ξεχάσει την ταπεινή καταγωγή του θα μάθει πως η συγγραφή απαιτεί την αλήθεια και την ψυχούλα σου.
          Το θέμα μου φάνηκε αρκετά τετριμμένο (ένας συγγραφέας που γράφει για έναν εκκολαπτόμενο), η πλοκή είναι γραμμική χωρίς σχεδόν καμιά ανατροπή, αλλά το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με ροή.  Πάντως οι κριτικές στο οπισθόφυλλο, πως πρόκειται για τον νέο Φίλιπ Ροθ ή τον Αμερικανό Τσέχωφ κρίνονται ως υπερβολικές. Ίσως και λίγο γελοίες.

"Το παλιό σχολείο", Tobias Wolff, μετ. Παντελής Κοντογιάννης, εκδ. Πόλις, 2008, σελ. 258

25/5/11

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: "Ο Πόλεμος της Συντέλειας του Κόσμου", Mario Vargas Lliosa


                Μια αναγνωστική περιπέτεια είναι « Ο Πόλεμος της Συντέλειας του Κόσμου» του Μάριο Βάργκας Λιόσα, μια εμπειρία που αξίζει να αναδυθεί από μέσα της κάθε αναγνώστης. Έστω κι αν κάνει ένα μήνα, όπως εγώ, να τελειώσει τις περίπου 900 σελίδες της δίτομης, στα ελληνικά, έκδοσης. Οι αναγνωστικές μου συνήθειες είναι η γρήγορη ανάγνωση, όμως εδώ το βιβλίο επέβαλε τους ρυθμούς του και δεν το μετάνιωσα που επέμεινα.
               Το βιβλίο μας μεταφέρει στο Κανούδος. Εκεί ο Συμβουλάτορας, ένα είδος «Μεσσία» που γύριζε τα γύρω χωριά της Μπαία για χρόνια, έχει  συγκεντρώσει  μια ομάδα ανθρώπων που τον ακολουθούν, καταπατούν τη γη και φτιάχνουν μια κοινωνία όπου όλοι τα μοιράζονται όλα, δεν υπάρχουν πια χρήματα, αθώοι αναμιγνύονται με φοβερούς ληστές και δολοφόνους έχοντας ξεχάσει τα παλιά τους πάθη, άνθρωποι που δεν έχουν τίποτε να χάσουν γίνονται ένα με εμπόρους που είχαν πολλά, αλλά δέχτηκαν τη θωπεία του αγγέλου. Γιατί, ναι, το Κανούδος είναι μια θρησκευτική κοινότητα, αυτό που ενώνει τους ανθρώπους του είναι το μίσος για το Σκύλο- το Σατανά- που αντιπροσωπεύει η Δημοκρατία και η Απογραφή (το πιο παλιό πολιτικό κόλπο, αναβίωσε στις μέρες μας) και αυτό που τους δένει είναι η αγάπη για τον Αγαθό Ιησού τον Συμβουλάτορα, μια βιβλική κατά κάποιο τρόπο φιγούρα, που  διδάσκει μια σκληροπυρηνική θρησκεία, γεμάτη φόβο και σκοταδισμό, αλλά παράλληλα μια θρησκεία που συγχωρεί. Συγχωρεί τη διαφορετικότητα του σώματος- ο Συμβουλάτορας σώζει από την πυρά έναν άνθρωπο που αναγκάζεται να περπατά στα τέσσερα λόγω αναπηρίας- συγχωρεί την προηγούμενη ζωή και τα παλιά αμαρτήματα και υπόσχεται σε αυτούς που δεν έχουν τίποτα σε τούτη τη γη, μιαν άλλη μεταθανάτια ζωή όπου θα τα έχουν όλα. Ο Συμβουλάτορας μισεί τη Δημοκρατία και θέλει να επανέλθει η Αυτοκρατορία που κατήργησε την δουλία.
           Φυσικά μια τέτοια κοινότητα δεν μπορεί να την ανεχτεί η νεοσυσταθείσα τότε Δημοκρατία της Βραζιλίας. Έτσι, στέλνει για αρχή λίγους στρατιώτες να το διαλύσουν, αλλά οι Γιαγκούτσος τους κατατροπώνουν, μετά όλο και μεγαλύτερο στρατό, όλο και μεγαλύτερο στρατό. Κι εμείς μαθαίνουμε για ανθρώπους κι από τα δυο στρατόπεδα, γιατί σε αυτόν, όπως και σε κάθε πόλεμο, κακοί και καλοί δεν υπάρχουν.
            Το βιβλίο είναι μια εκπληκτική τοιχογραφία χαρακτήρων , κατορθώνει να μας θυμίσει πως δεν υπάρχει απόλυτο άσπρο και μαύρο, ούτε καν μέσα σε ένα μόνο άνθρωπο. Η πολιτική διάσταση του θέματος είναι εξουθενωτική, σε βάζει να μάθεις από την αρχή όλα όσα νόμιζες ότι ήξερες κι όμως τώρα τα βλέπεις ξανά στην πιο αγνή και πρωτόγονη μορφή τους. Με λίγα λόγια, από κείνα τα βιβλία που κάποιος κάποτε θα έπρεπε να λέει πως τα έχει διαβάσει.

22/5/11

Παρίσι 2013

Κάποτε έλεγε πως δε θα κρυβόταν, αλλά δε γίνεται να μην κρύβεσαι όταν σε κυνηγούν. Χώθηκε στην αγκαλιά του άντρα της με μια ρώμη εντελώς περίεργη. Την κοίταξε, αυτή δεν ήταν ποτέ δυνατή, δεν της έφταναν τα γνωστά  συναισθήματα για να εκφράσει την ευαισθησία της. Εγκαταστάθηκαν σε ένα δωμάτιο κάπου στο κέντρο. Είχαν και άλλοτε φύγει από τη χώρα, αλλά πάντα για αναψυχή, ποτέ από ανάγκη. Το δωμάτιο είχε τρεχούμενο νερό και ρεύμα και για αυτό ήταν ευγνώμονες, τα πιο απλά πράγματα είναι τελικά τα πιο ωφέλιμα. Σκέφτηκε το παιδάκι της που το άφησε πίσω στη γιαγιά και τον παππού, ήλπιζε μόνο να τον τάιζαν. Ό,τι είχαν δηλαδή κι αυτοί, αν υπήρχε αρκετό φαγητό δεν θα σηκώνονταν να φύγουν. Μάτωσε η καρδιά της όταν τον αποχαιρετούσαν μα ο Νίκος είχε δίκιο, δε μπορούσε το παιδί να υποστεί αυτήν την ταλαιπωρία.
           Το Παρίσι ήταν όπως το θυμόταν, βρώμικο και πανέμορφο. Σιχτήρισε τον εαυτό της που δεν έδωσε ποτέ βάση στα Γαλλικά της, που αρκέστηκε μόνο στα πτυχία, δεν τα εξάσκησε. Τώρα δε μπορούσε να καταλάβει δυο λέξεις στο μπακάλικο. Κοίταξε τον Νίκο, φαινόταν  χαμένος, αν και πάντα εκείνος ήταν δυνατός και πιο χαμηλών τόνων, δεν τον ένοιαζαν οι πολυτέλειες. Στεναχωριόταν που αναγκάστηκαν να έρθουν σκαστοί. Χωρίς χαρτιά δεν θα εύρισκαν δουλειά πουθενά, τουλάχιστον μια κανονική δουλειά. Έπρεπε να μετρήσουν την κατάσταση καλύτερα πριν κλείσουν τα σύνορα. Κανένας από τους δυο τους δεν ήταν άνθρωπος της δράσης, αφήναν τα γεγονότα να τους παρασέρνουν. Αναστέναξε. Γύρω από τη ζωή της απλωνόταν ένα δίκτυ προστατευτικό, ακροβατούσε μα με τη σιγουριά της αρτιμέλειας. Τώρα από κάτω τους έχασκε το κενό, κι έπρεπε να πραγματοποιήσουν την πιο επικίνδυνη φιγούρα.
         Άρχισε να τακτοποιεί τα συμπράγκαλά. Στη βαλίτσα υπήρχαν μόνο τα άκρως απαραίτητα από ρούχα, όλη την ντουλάπα τους την άφησε πίσω. Την έπιασε μια αδικαιολόγητη νοσταλγία για μια φούστα και κάτι παπούτσια, άχρηστα και τα δυο στην καινούρια της ζωή, όμορφα. Σκέφτηκε να κλάψει, αλλά ο λόγος της φάνηκε τόσο πεζός που συγκρατήθηκε. Θα την έβλεπε κι ο Νίκος, του το χρωστούσε να είναι δυνατή, αυτή τον έσυρε σε αυτή την περιπέτεια.
        Πάντως το ταξίδι από την Πάτρα ως εδώ ήταν εντελώς ανώδυνο. Σα να ταξιδεύεις σε πλοίο της γραμμής το καλοκαίρι, ζέστη και συνωστισμός και ένταση, αλλά ως εκεί. Σα να τους άφηναν να φύγουν λαθραία, σα να τους δέχονταν λαθραία. Σκέφτηκε τον χοντρό Τούρκο που τους έφερε οδικώς ως το Παρίσι. Έκανε αυτή τη δουλειά χρόνια φαινόταν, απλά άλλαζε η xώρα του λάθρου μετανάστη. Κι όταν τους εγκατέστησε σε αυτόν το χώρο και τους είπε το νοίκι, δεν είχε καμία μνησικακία που ήταν Έλληνες, το έβλεπε στα μάτια του. Ίσα ίσα που τους έδωσε την καλύτερη τρύπα.
            Σηκώθηκε από το κρεβάτι απότομα, φυσικό να μην μπορεί να κοιμηθεί πρώτη μέρα στο ξένο μέρος. Πρέπει να βρω δουλειά σκέφτηκε. Έστω και καθαρίστρια. Δηλαδή, μάλλον μόνο καθαρίστρια μπορώ να βρω χωρίς χαρτιά. Στην εποχή που όλα τα δεδομένα είναι ανά πάσα στιγμή ανοιχτά για όλους στο δίχτυο, τα πτυχία μου μόνο κόλλημα μπορεί να δημιουργήσουν. Η σιγουριά πως ήταν Ελληνίδα, έστω και λαθρομετανάστρια, δεν την εγκατέλειπε. Ούτε δυο χρόνια δεν πήγαιναν που ταξίδευες από την Ελλάδα στη Γαλλία μόνο με την ταυτότητά σου.
            Έξω ξημέρωνε, αλλά η καμαρούλα ήταν υπόγεια και δεν ήθελε να υποθέτει. Ντύθηκε και βγήκε. Ο Βασιλάκης γύρισε πάλι στο μυαλό της. Έπρεπε να το φέρουν και το παιδί εδώ, τριών χρονών, χωρίς τους γονείς του μπορεί και να τους ξεχνούσε. Ανατρίχιασε ολόκληρη. Να τους ξεχνούσε. Δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό της που το παιδάκι της δε μεγάλωνε μαζί τους. Ούτε που δεν έκαναν άλλο παιδί τώρα που μπορούσαν.
            Η σχέση της με το Νίκο αλλάξε. Κάποτε, ακόμα και τις κακές εποχές τους έδενε κάτι, τί δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Τώρα τα μάτια του ήταν βουλιαγμένα, από την ώρα που εγκαταστάθηκαν εδώ. Ή ίσως από τη στιγμή που του πρότεινε ο Τούρκος να βγει στα φανάρια για να πληρώνουν το νοίκι της τρύπας. Πιο σωστά από τότε που αναγκάστηκε να αποδεχτεί την πρόταση. Έτρεμαν τα χέρια του που κάποτε κρατούσαν το νυστέρι σταθερότατα. Σε μια άλλη ζωή. Ίσως από κάτι τέτοια να προέκυψε η ιδέα της μετεμψύχωσης. Ή μιας άλλης ζωής, εντελώς μεταθανάτιας.
            Κοίταξε το κορμί της, τουλάχιστον δεν κάνω για πόρνη, σκέφτηκε. Πριν κάποια χρόνια, ήταν απλά αφρατούλα, είχε τα κιλάκια της, που τα ταλαιπωρούσε με ατελείωτες δίαιτες που δεν έβγαζαν πουθενά. Τώρα, το δέρμα είχε ζαρώσει εκεί που θυμόταν πιο τροφαντή τη σάρκα και τα στήθη της κοιτούσαν το χώμα. Η καλύτερη δίαιτα στον πλανήτη, πρότεινε τον τίτλο του περιοδικού. Ακόμα σκεφτόταν τα ελληνικά περιοδικά. Είχε ανάγκη να ακούσει Ελληνικά, αλλά αυτός ο ασχημομούρης στο μπακάλικο την αγριοκοίταζε αν της ξέφευγε καμία ελληνικούρα και το γύριζε στα Γαλλικά αμέσως. Ήθελε να του πει κι εσύ μετανάστης είσαι, αλλά ήταν Αλγερινός, δηλαδή νόμιμος, με σχεδόν πρώτη γλώσσα τα Γαλλικά, δεν την έπαιρνε να του εναντιωθεί. Ένα σκαλί πάνω από κείνη.
            Όντως ξημέρωνε. Το ξημέρωμα στο Παρίσι δεν ήταν ροζ και μοβ, είχε μια αίσθηση βαριά, βρωμιάς από τα σύννεφα. Δεν το είχε παρατηρήσει όταν ήρθαν για μήνα του μέλιτος. Ήθελαν να φέρουν και το Βασιλάκη στη Eurodisney, τρομάρα τους. Αυτά τους έλειπαν τώρα. Σκέφτηκε το Νίκο στα φανάρια, κάθε μέρα που περνούσε γυρνούσε πιο βρώμικος σπίτι, με τη μούρη γεμάτη απόγνωση. Πιθανολογούσε πως δεν θα είχαν πάλι για το νοίκι. Η ίδια, που σε μια άλλη ζωή ποτέ δεν σκέφτηκε δεύτερη φορά για να φωνάξει στη καθαρίστρια να δουλεύει πιο πολύ, ούτε έμεινε ποτέ χωρίς «γυναίκα» να τους σιδερώνει, τώρα καθάριζε τουαλέτες σε κάτι γραφεία. Πάλι καλά, γιατί για σιδέρωμα ήταν άχρηστη. Πάντα είχαν «γυναίκα». Τώρα ήταν η «γυναίκα». Για την ακρίβεια ήταν μια ρυπαρή ζητιάνα.
            Το βρώμικο ροζ του ουρανού την επηρέαζε. Το πρώτο ξημέρωμα στο Παρίσι δεν φαινόταν ρόδινο. Άλλοτε την κρατούσε ξύπνια ο Βασιλάκης, φώναζε στον ύπνο του, μαμά, μαμά κι έτρεχε να του παρασταθεί. Ώρες ολόκληρες καθόταν μαζί του, τον έπαιρνε αγκαλιά και κάθονταν στην πολυθρόνα με τα αρκουδάκια, αγκαλίτσα μανούλα και παιδάκι μες στη νύχτα, ώσπου η αναπνοή του μικρού καθάριζε από τα αναφιλητά, γινόταν ήρεμη και σταθερή. Τότε τον απίθωνε στο κρεβατάκι του. Τώρα το μετανιώνει, έπρεπε να τον παίρνει στο μεγάλο κρεβάτι μαζί τους, να μην χάνουν ούτε στιγμή. Της έλειπε τόσο το λιγνό κορμάκι, τα μάτια και τα χεράκια του. Προσπάθησε να τον θυμηθεί μωρό, δεν τα κατάφερε.
            Δεν είχε φέρει μαζί φωτογραφίες τυπωμένες και οι ηλεκτρονικές ήταν μια πολυτέλεια ανύπαρκτη, οι μνήμες και τα τηλέφωνα που κουβάλησαν αράχνιαζαν. Οι Γάλλοι θα τους έβρισκαν αμέσως, με το που έμπαιναν στο δίκτυο. Οι Γάλλοι ήταν αυστηροί με τους λαθρομετανάστες. Όλοι ήταν αυστηροί με τους λαθρομετανάστες. Λες και την ανθρώπινη υπόσταση τη δικαιολογούν μονάχα οι ταυτότητες. Λούφαξε σε μια γωνιά. Το να χάσουν την καμαρούλα τους, που είχε νεράκι και ρεύμα ήταν μεγάλο πλήγμα. Τουλάχιστον δεν ζούσαν στο αγιάζι. Ήθελε να τυλιχτεί στην αγκαλιά του Νίκου, αλλά ήξερε πως εκείνος δεν ήθελε. Είχε σπάσει και δεν είχε πια χέρια για αγκαλιές.
            «Ο Βασιλάκης θα πηγαίνει πια σχολείο» του είπε. Ο άντρας της την κοίταξε με μάτι θολό. Ίσως από το ποτό, μάλλον από τα δάκρυα. Λες να τον έγραψαν οι γονείς μου ή να το ξέχασαν πως κλείνει φέτος τα έξι. Τα μάτια του δάκρυσαν. «Λες να μας θυμάται;» Ο Νίκος τραντάχτηκε ολόκληρος. «Ο Βασιλάκης πέθανε, θυμάσαι;», της ψιθύρισε. «Τρία χρόνια τώρα, στο μεγάλο ταξίδι για εδώ. Δε θυμάσαι; Δε θυμάσαι;» Τον έκανε πέρα με σιχασιά. Καταλάβαινε την ανάγκη του να πάψει να υπάρχει. Αλλά να σκοτώσει το παιδί τους; «Ο Βασίλης μας πέθανε», της ψιθύρισε ξανά. Κι εκείνη αποφάσισε εκεί και τότε να τον παρατήσει.