11/9/13

O 4ος ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ «ΛόγωΤέχνης 2013»



Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία προώθησης πολιτισμού Artspot προκηρύσσει τον 4ο Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος «ΛογωΤέχνης 2013», με την υποστήριξη των Εκδόσεων Μεταίχμιο.
 Διάρκεια διαγωνισμού
Ως ημερομηνία έναρξης του Διαγωνισμού ορίζεται η 1η Σεπτεμβρίου 2013 και ως ημερομηνία λήξης η 15η Οκτωβρίου 2013. Κάθε συμμετοχή, που θα σταλεί εκτός των χρονικών πλαισίων θα θεωρείται εκπρόθεσμη και δεν θα γίνεται δεκτή.
 Το θέμα του διαγωνισμού
Το έτος 2013 είναι αφιερωμένο στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη και ο φετινός διαγωνισμός «ΛόγωΤέχνης 2013» τιμά τη μνήμη του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή.
Το θέμα του διαγωνισμού είναι ελεύθερο, όμως οι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμπεριλάβουν στην πλοκή του διηγήματός τους τις ακόλουθες επτά συγκεκριμένες λέξεις (σε οποιαδήποτε πτώση ή αριθμό):
Δρόμος, Ηδονή, Λιμάνι, Κεχριμπάρι, Ταξίδι, Γέρος, Καλοκαίρι   (Οι λέξεις περιέχονται στο ποίημα «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη).
Η Κριτική Επιτροπή θα αξιολογήσει την πρωτοτυπία, το λογοτεχνικό ύφος, την πλοκή, την δομή, τη σκιαγράφηση των ηρώων και τη δημιουργική σύνθεση ιστοριών που συμπεριλαμβάνουν τις επτά παραπάνω λέξεις.
Η ανάπτυξη του θέματος και της πλοκής των διηγημάτων είναι απολύτως ελεύθερη για τους συμμετέχοντες και δεν είναι απαραίτητο να σχετίζεται με τις ιδέες και το περιεχόμενο του ποιήματος «Ιθάκη» του Κ.Π. Καβάφη. Η επιλογή των επτά λέξεων στο θέμα του διαγωνισμού έγινε μόνο για να τιμηθεί ο ποιητής.

Έκταση κειμένων
Τα διηγήματα δεν θα πρέπει να ξεπερνούν σε έκταση τις 1.000 λέξεις(Συνυπολογίζονται και οι λέξεις του τίτλου του συμμετέχοντος διηγήματος)
 Η Κριτική Επιτροπή
Η Κριτική Επιτροπή είναι εξαμελής και αποτελείται από καταξιωμένους συγγραφείς, εκπρόσωπο του εκδοτικού οίκου Μεταίχμιο και εκπρόσωπο του φορέα διοργάνωσης Artspot.
eleutheriouΜάνος Ελευθερίου
Συγγραφέας
katsoularisΚώστας Κατσουλάρης
Συγγραφέας
michalopoulou mpouraΕλένη Μπούρα
Υπεύθυνη ελληνικής πεζογραφίας Εκδόσεων Μεταίχμιο
triantafilouΣώτη Τριανταφύλλου
Συγγραφέας
farsarisΓιάννης Φαρσάρης
Συγγραφέας, εκπρόσωπος του φορέα διοργάνωσης ArtSpot

Οι Νικητές
Τα μέλη της Κριτικής Επιτροπής, κατόπιν αξιολόγησης όλων των συμμετοχών, θα επιλέξουν τα 40 καλύτερα διηγήματα του διαγωνισμού που θα εκδοθούν σε βιβλίο από τιςΕκδόσεις Μεταίχμιο.
Metaixmio-Logo
Στους 6 πρώτους νικητές του διαγωνισμού θα απονεμηθεί τιμητικό δίπλωμα. Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού θα γίνει σε ειδική τιμητική εκδήλωση βράβευσης.

10/9/13

"The Brooklyn Follies", Paul Auster




Μου χρειαζόταν ένας Όστερ για να θυμηθώ ξανά τη χαρά του διαβάσματος, τι όμορφα που είναι να μπορείς να απλώνεις την ανάγνωση μες στη μέρα, να τελειώνεις τις σελίδες και να αισθάνεσαι καθαρός, εναργής, σαν όλα να έχουν βρει τη θέση τους και τίποτα να μην είναι πια το ίδιο.

Το “Brooklyn Follies” είναι ένα υπέροχο βιβλίο, από έναν συγγραφέα που ακόμα και στις κακές στιγμές του δεν μπορεί να γράψει κακό μυθιστόρημα, στις καλές του όμως είναι απογειωτικός, καθηλωτικός, σχεδόν ύποπτα σαγηνευτικός. Και διαφορετικός. Παρ’ όλη την μεγάλη παραγωγή του μες στα χρόνια, ο Πολ Όστερ δεν πέφτει με τίποτα στην παγίδα της μανιέρας, ξέρει τα τρωτά και τα καλά του και τα χρησιμοποιεί αναλόγως αλλά ως τώρα δεν έχω συναντήσει δυο βιβλία του που να μου θυμίζει το ένα το άλλο.

Ήρωας σε αυτό το μυθιστόρημα είναι Νέιθαν, ένας άνθρωπος που μόλις ξεπέρασε τον καρκίνο των πνευμόνων και αποφασίζει να ξεφύγει από την παλιά του ζωή που περιλαμβάνει ένα πρόσφατο και οδυνηρό διαζύγιο από την επί πολλά χρόνια γυναίκα του και την πρόωρη συνταξιοδότησή του, και εγκαθίσταται στο Μπρούκλυν όπου δεν ξέρει κανέναν. Στην αρχή είναι απελπιστικά μοναχικός, σουλατσάρει άεργος, έτοιμος να πεθάνει. Έπειτα από έναν γερό καυγά με την κόρη του, αποφασίζει να ξεκινήσει διάφορα σημειωματάρια όπου διηγείται τα ευτράπελα επεισόδια και τις τρέλες της ζωής, της δικής του και των άλλων. Και μετά πέφτει πάνω στον ανιψιό του Τομ.

Ο Τομ ήταν κάποτε ο αγαπημένος του- ο Νέιθαν τον είχε μυήσει στην αγάπη της λογοτεχνίας- και την τελευταία φορά που συναντήθηκαν ήταν έτοιμος να κάνει τη διατριβή του πάνω σε αυτή. Με τα χρόνια είχαν χαθεί, κι όταν τον είδε στο ταμείο του τοπικού παλαιοβιβλιοπωλείου, κατάλαβε πως κάτι πήγε στραβά στη ζωή του νεαρού – υπέρβαρος, έχοντας παρατήσει τη διατριβή και την υποτροφία του, είχε δουλέψει κάποιον καιρό σαν ταξιτζής κι είχε χάσει την δυνατότητα να ονειρεύεται.

Γύρω από τους δυο αυτούς χαρακτήρες, τον Τομ και τον Νέιθαν στήνεται σιγά σιγά ένα γαϊτανάκι γεγονότων, που περιλαμβάνουν την αδελφή του Τομ και την ανήλικη κόρη της Λούσυ, το αφεντικό του Τομ, έναν χαρισματικό γκέι καιροσκόπο, τον Χάρυ, που είναι το αφεντικό του παλαιοβιβλιοπωλείου και φυσικά πολλά μικρά περιστατικά από αυτά που αλλάζουν την ζωή. Παρακολουθούμε τους δυο ήρωες να πορεύονται, να ανταλλάσσουν όνειρα, σιγά σιγά να κάνουν βήματα προς μια κατεύθυνση διαφορετική από την αρχική τους. Αν κάτι με ενόχλησε είναι το υπερβολικό happy end, δεν μπορεί όλα στο τέλος να πηγαίνουν κατ΄ ευχή, είναι ενάντια σε κάθε λογοτεχνικό ένστικτο. Αλλά με γέμισε η γραφή του Όστερ, ο τρόπος του να χειρίζεται την υπαρξιακή αγωνία κοντά στα υπαρκτά προβλήματα, η δυνατότητά του να εκφράζει με όρους απτούς το ανείπωτο. Και με καταγοήτευσε το όραμα του Τομ για ένα εσωτερικό καταφύγιο- «ένα μέρος που μπορεί να καταφύγει ο άνθρωπος όταν η ζωή στον πραγματικό κόσμο δεν είναι πια δυνατή».

Το «Brooklyn Follies» δε φτάνει τη μαγεία της Τριλογίας της Νέας Υόρκης, δεν έχει πρωτοποριακή φόρμα, δεν είναι το καλύτερο βιβλίο του Όστερ. Είναι όμως ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα χαρακτήρων. Ταυτίζεσαι με τους ήρωες, τους βλέπεις να ελίσσονται, να ξεπερνούν τα ελαττώματά τους, να αλλάζουν χωρίς να χάνουν αυτό που είναι. Κι αυτό τις περισσότερες φορές είναι ανακουφιστικό και μαγευτικό. Όπως περίπου η πραγματική ζωή.


"The Brooklyn Follies", Paul Auster, ed. Faber&Faber, 2005, pg. 304



8/9/13

"Tρόμος", Vladimir Makanin




Ο Βλαντιμίρ Μακάνιν ανήκει σε εκείνη τη γενιά των Ρώσων δημιουργών που έζησαν τη Σοβιετική κυριαρχία τόσο στην ακμή όσο και την παρακμή της. Υποθέτω πως αν η χώρα σου έχει τόσο εντυπωσιακή παράδοση στη λογοτεχνία και ταυτόχρονα τόσο έντονη πρόσφατη πολιτική ιστορία, το να καταφέρεις να αναμετρηθείς με τους δαίμονες σου, λογοτεχνικούς και πολιτικούς μετρά για άθλος. Σε τούτο το μυθιστόρημα, που στην αρχή του φαντάζεται κανείς πως η πολιτική δεν έχει καμία θέση, ο Μακάνιν τα καταφέρνει καλά. Όχι τόσο καλά όσο στο «Αντεργκράουντ» που αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος, πάντως μας δίνει ένα μυθιστόρημα που κανείς κλείνοντάς το δεν θα αναρωτηθεί γιατί το διάβασε. Αρκεί να καταφέρει να φτάσει ως το τέλος.

Ήρωας του βιβλίου είναι ένας γεράκος, ο Πιοτρ Πετρόβιτς, ένα λάγνο άνθρωπάκι που συνεχώς ονειρεύεται τις νεαρές κοπελιές που φιλοξενούνται στις γειτονικές ντάτσες. Ζει σε ένα μέρος που για τους άλλους θεωρείται εξοχικό και τις καλοκαιρινές νύχτες με φεγγάρι μπουκάρει στα ξένα σπίτια για να χαζέψει νεανικά γυναικεία κορμιά να κοιμούνται, να τις αγγίξει, να τις χαϊδέψει και γιατί όχι να τις πηδήξει. Για αυτό το τελευταίο διατηρούμε φυσικά τις αμφιβολίες μας, γιατί ο γεράκος είναι και αφηγητής και είναι δύσκολο να τον εμπιστευτείς.

Ο Πιοτρ Πετρόβιτς με το βίτσιο του πηδήματος της νεανικής σάρκας μπαίνει σε ψυχιατρείο, έπειτα τον αναλαμβάνει εξωτερικός ψυχολόγος αλλά δε γιατρεύεται. Σε αντιδιαστολή ο νεαρός εγγονός του που μόλις γύρισε από τον πόλεμο δεν μπορεί να κοιμηθεί παρά σε λακκούβες στο χώμα που μοιάζουν με το χαράκωμα, και δεν του σηκώνεται με τίποτα.

Το βιβλίο κάνει μια μεγάλη κοιλιά περίπου στη μέση, νομίζεις πως πια τα έχεις ακούσει όλα για την μεγάλη ηλικία και τα κοριτσάκια, ώσπου μια νεαρή εικοσάχρονη ναρκομανής βουτά ένα αμάξι, χώνει και τον παππού μέσα και σε αναζήτηση της δόσης της βρίσκονται μαζί στον Λευκό Οίκο πάνω στη μέρα που τον ζώνουν τα τανκς το 1993, πάνω στην ανατροπή. Εκεί το ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται και παραμένει καυτό ως το τέλος, αν και ο αφηγητής μας κάπου κάπου ξεσκεπάζεται ως προς τη φερεγγυότητά του. Παρ’ όλα αυτά καταλαβαίνει με διαύγεια τι είναι αυτό που συμβαίνει στην πατρίδα του.

«Στον Λευκό Οίκο πυροβολούν παντού, χτυπολογούν τις (ιστορικές) ομοβροντίες τους, στους διαδρόμους χοροπηδάνε μισοσπασμένα τούβλα... Μπουμπουνητά… Βρέχει τζάμια από τα παράθυρα… Και σε μια γωνιά, σε μια μικρή γωνίτσα, βογκάει μια νεαρή γυναίκα, βασανίζεται από τον πόνο του στερητικού συνδρόμου.
            Μοιάζει λες κι εδώ βασανίζεται η νεαρή και όμορφη Ρωσία, προσπαθώντας να κατανικήσει μέσα της (στερητικό σύνδρομο!) τον αιώνιο εθισμό της στα ναρκωτικά. Στο ναρκωτικό της απολυταρχίας, εννοείται. Αμάν αυτό το στερητικό σύνδρομο. Αμάν και το σινεμά. Δίπλα στην κόρη βρίσκεται ένας γερούλιακας… Κι αυτός όμως κάποιο νόημα έχει…Ο γέρος είμαι εγώ, η προσωποποίηση της παλιάς Ρωσίας, που δεν εναντιώνεται στη νέα. Αλλά και να τη βοηθήσει δεν μπορεί- μόνο λίγο νεράκι από ένα ποτήρι της στάζει, μερικές σταγόνες ως αγίασμα από το γεροντικό, ξεραμένο χέρι. Ε; Τι πράγμα;»


Ο συγγραφέας χειρίζεται με επιδεξιότητα θέματα που συνήθως δεν θίγονται, τον πόνο της τρίτης ηλικίας που βλέπει την ακμή της να έχει περάσει, που ντρέπεται για τη ζαρωμένη σάρκα της και ταυτόχρονα θέλει ακόμα να ζήσει. Την ακατανόητη αφροντισιά των νέων για αυτό που έχουν. Κι ακουμπά με αγάπη, ίσως καν χωρίς να παίρνει θέση, ένα θέμα βαθιά πολιτικό, το κάνει προσωπικό και συλλογικό μαζί. Γιατί εκείνη τη μέρα με τα τανκς, χωρίς κανείς να τους έχει συντονίσει, στο πεζοδρόμιο απέναντι από το Λευκό Οίκο βρέθηκαν ένα σωρό γέροι, χωρίς πανώ, συνθήματα, τίποτα. Απλά για να παρακολουθήσουν την Ιστορία. Ή ίσως από καθαρό Τρόμο.


"Τρόμος", Βλαντιμίρ Μακάνιν, μετ.Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Καστανιώτης, 2009, σελ. 432

6/9/13

Μα τέλος πάντων που ανήκομεν;



"Πέρασα τις τελευταίες μέρες αρκετό καιρό ανάμεσα στα βιβλία μου. Δεν είναι πως δεν τα βλέπω καθημερινά, είναι που σπάνια τα κατεβάζω όλα για να τους αλλάξω θέση. Πέρα από την κάπως ύποπτη απόλαυση –περιέχει ψήγματα αυτοθαυμασμού και φετιχισμού– του να αφουγκράζεσαι τον όγκο τους, τον αριθμό τους, να θυμάσαι πού διάβασες το καθένα, η ηδονή της αλλαγής του συστήματος ταξινόμησης περιέχει κι ένα έξτρα μπόνους· αδιάβαστα.

Μέσα στα διαβασμένα, παρεισφρέουν τριών λογιών βιβλία, αυτά που κάποτε παράτησα –στην αρχή, στη μέση, λίγο πριν το τέλος και τώρα φαντάζουν ξανά γοητευτικά–, αυτά που για κάποιο λόγο πήγαν στο ράφι χωρίς καν να τα ανοίξω και, τέλος, τα κατατρεγμένα, εκείνα που αναρωτιέμαι γιατί μπήκα στον κόπο να τα αγοράσω. Οι ήδη μεγάλες στάκες με αδιάβαστα βιβλία εμπλουτίστηκαν και βρέθηκα με καμιά εικοσαριά βιβλία που δεν έχω διαβάσει, είμαι δε σχεδόν βεβαία πως δεν θα ήθελα να διαβάσω ποτέ.

Το σχεδόν είναι η λέξη κλειδί. Έφτασε η ώρα του αποχωρισμού, να γραφτώ στις λίστες του bookcrossing, να τα δωσω στις τοπικές βιβλιοθήκες, να στήσω ανταλλακτήριο με φίλους και γνωστούς; Κι αν κάποιο από αυτά μου γυαλίσει ξανά, το θέλω πάλι δικό μου, θα το αγοράσω, ενώ ήξερα πως το είχα μες στα χέρια μου; Το ήξερα, όμως; Δεν το ήξερα. Το βιβλίο δεν είναι ένα απλό αντικείμενο, η αίσθηση της κτητικότητας σε σχέση με τα προϊόντα του πολιτισμού είναι μια μεγάλη ιστορία, δυσκολότερη από το να αποχωριστείς ένα βάζο ή το σεμεδάκι πάνω από την τηλεόραση – αν και καταλαβαίνω πως κι αυτά δεν είναι εύκολο να τα ξεφορτωθεί η μέση γυναίκα. Ανήκω στα βιβλία μου, ανήκουν αυτά σε μένα. Μα και στα αδιάβαστα, αυτά που δεν θα ήθελα ποτέ, στα διαβασμένα που δεν αγάπησα; Σε όλα προφανώς.

Φτιάχνω δειλά δειλά μια μικρή στοίβα με βιβλία που σε κανονικές συνθήκες θα πήγαιναν στην αποθήκη. Και μια άλλη μικρότερη δίπλα με αδιάβαστα που θα έμεναν να τριγυρνούν σαν φαντάσματα στις βιβλιοθήκες μου για πάντα. Δεν έχω αποφασίσει τι θα τα κάνω. Για αρχή θα μείνω για πολύ καιρό να τα κοιτάω ξανά και ξανά, μάλλον. Έπειτα σκέφτομαι να τα βγάλω σε πλειστηριασμό. Ίσως κάπου κάποτε κάποιος κοιτάει με την ίδια αμηχανία το βιβλίο των ονείρων μου."

Αυτά έγραφα στο Bookstand κοντά πέντε μήνες πριν. Σε αυτούς τους πέντε μήνες, αν εξαιρέσει κανείς μια και μοναδική ανταλλαγή με τον Μαραμπού που δεν ξεκίνησα εγώ και αρκετά δανεισμένα βιβλία από εδώ κι από από κει, δεν έκανα τίποτα για αυτά τα αδιάβαστα που δεν με ελκύουν. Δεν κοίταξα να τα αγαπήσω (ίσα ίσα τα άφησα πριν λίγο καιρό να με μπλοκάρουν αναγνωστικά), δεν τα χάρισα, δεν τα έδωσα, δεν τα αντάλλαξα. Μένουν εκεί, στα ραφάκια τους τακτοποιημένα, να με κοιτούν κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, να μη με αφήνουν να πάρω καινούργια χωρίς τύψεις. Αλλά η εγκυμοσύνη έχει ένα καλό, κάποια στιγμή σε βάζει να εκκαθαρίσεις τα συρτάρια, τα σεντούκια και τα δωμάτια για να υποδεχτείς το καινούργιο μέλος. Έτσι μάλλον, κι αυτά τα βιβλιαράκια θα βρουν την τύχη που τους αξίζει. 



4/9/13

"Dolce agonia", Nancy Huston




Ντροπή μου, αλλά πριν βγει το Dolce agonia σε προσφορά κι αναγκαστώ να ρωτήσω φίλους και γνωστούς αν άξιζε ο κόπος του δεν είχα ακούσει ξανά για τη Nancy Huston. Δική μου η απώλεια γιατί αν κρίνω από αυτό το βιβλίο πρόκειται για μια μυθιστοριογράφο ολκής που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, έστω και αν για 450 σελίδες δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά ένα δείπνο ευχαριστιών.

Ο Σων, ένας εστέτ καθηγητής πανεπιστημίου και ποιητής καλεί εκείνους τους φίλους του που πιστεύει πως θα είναι πιο μοναχικοί εκείνοι τη μέρα σε ένα δείπνο Ευχαριστιών. Καθώς οι περισσότεροι είναι αγνωστικιστές κι όσοι δεν είναι, δεν είναι χριστιανοί, το δείπνο δεν έχει καμιά φοβερή θρησκευτική χροιά. Τότε γιατί στρέφει πάνω του το βλέμμα ο Θεός; Ένας θεός- αφηγητής στα κομμάτια που παρεμβάλονται, παντογνώστης και εγωιστής, κυνικός και τρυφερός, σύμφυτος με το θάνατο. Το εύρημα είναι πολύ ενδιαφέρον, κυρίως γιατί μαθαίνουμε για τον καθένα από τους συνδαιτυμόνες συνοπτικά το πότε και πως θα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Ο Σων έχει διαλέξει προσεκτικά τη συντροφιά του, έντεκα μεσήλικες φίλοι του, μια νεαρότατη σύζυγος ενός εξ αυτών που δεν την ξέρουν καθόλου κι ένα μωρό, και η συζήτηση δεν αργεί να ανάψει. Ο καθένας τους κουβαλά το φορτίο του, μπαγκάζια σκληρά που περιλαμβάνουν αλκοολίκια και χαμούς παιδιών, ναρκωτικά και πορνεία, διαζύγια και απιστίες, καρκίνους και αρρώστιες του μυαλού, βουλιμία και ανορεξία, το Τσέρνομπιλ και τον πόλεμο και κυρίως το θάνατο. Οι έντεκα ξέρουν μέσες άκρες ο ένας τον άλλο, δεν έχουν από πού να κρυφτούν, κυρίως από τη ζωή τους που τους κοιτά από τη μέση ηλικία κρυφογελώντας. Α, και τον θεό.


Μιλάμε για ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα, που χειρίζεται ένα σωρό δύσκολα θέματα με χαρακτηριστική άνεση, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον γύρω από τους 12 χαρακτήρες (και το μωρό) και θα μπορούσε κάλλιστα να διδάσκεται στα μαθήματα δημιουργικής γραφής ως παράδειγμα προς μίμηση για το πώς πρέπει κανείς να χειρίζεται μια ιστορία∙ ή πολλές.   

"Dolce agonia", Νάνσυ Χιούστον, μετ.Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ.Άγρα, 2005, σελ. 437


2/9/13

"Λογοτεχνία βραδείας καύσεως" του Μαραμπού

      

Διαβάζοντας τον Πύντσον αντιδράς όπως εκείνος που μαθαίνει ότι πάσχει από μία σπάνια ανίατη ασθένεια. Νιώθεις οργή, ανημπόρια να κατανοήσεις τι σου συνέβη, άγνοια για το πώς θα είναι η ζωή σου από κει και πέρα, έως ότου καταλήξεις να το αποδεχθείς και να προσπαθήσεις να το αντιμετωπίσεις με όσες δυνάμεις διαθέτεις. 

Δε θα αναφερθώ καθόλου στα διηγήματα της συλλογής, γιατί αν προσπαθήσω να περιγράψω τι συμβαίνει σε καθένα από αυτά, τότε ή θα υποτιμήσω την φαντασία του συγγραφέα τους ή θα υπερτιμήσω (που είναι και το πιθανότερο) τις περιγραφικές δυνατότητες του λόγου μου. Αυτό που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό είναι η 30σέλιδη εισαγωγή του ίδιου του συγγραφέα που, με λίγη καλή θέληση από μέρους σου, πείθεσαι τελικά ότι ο Πύντσον είναι (μάλλον) υπαρκτός και άνθρωπος! Αν απολαμβάνω κάτι πολύ, παράλληλα με την απόλαυση της ανάγνωσης, είναι εκείνες οι μικρές παραξενιές, τα μυστικά των συγγραφέων, που πότε έχουν σχέση με την λογοτεχνία και πότε όχι, όπως ο Φώκνερ που λέγεται πως συνήθιζε να γράφει το καλοκαίρι φορώντας παπούτσια με μάλλινες κάλτσες ή ο Κάφκα που έγραψε το διήγημα “Η κρίση” μέσα σε δέκα ώρες ή ο απίθανος Όσκαρ Ουάιλντ που καυχιόταν ότι χρειάστηκε μόλις 14 μέρες για να “φιλοτεχνήσει” το “Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι”! Στην προκειμένη περίπτωση, το άλαλο φάντασμα, ο Τόμας Πύντσον, εκθέτει όλα τα μυστικά του. Στην ουσία προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τα πρώιμα διηγήματά του και εν πολλοίς το κατορθώνει. Τι είναι τελικά ο λογοτεχνικός κόσμος του Πύντσον; Ένα συνονθύλευμα τόπων και χρόνων, ακατάσχετης νοσταλγίας για το παρελθόν, χιλιάδων αναφορών στην ποπ κουλτούρα κάθε εποχής και δεκάδων κουρασμένων σουρεαλιστικών χαρακτήρων που παρελαύνουν ακούραστα μέσα στις σελίδες του. Πολύ ταπεινά υλικά, νομίζω, για να καταφέρεις να οικοδομήσεις μια λογοτεχνία τόσο υψηλών απαιτήσεων. Ο ίδιος ο Πύντσον παραδέχεται για την επιρροή που του άσκησε τότε το κίνημα του Σουρεαλισμού και δεν εξαλείφθηκε παρά μάλλον εντάθηκε στα κατοπινά του έργα: <<... μην έχοντας ακόμα κυριολεκτικά καμία πρόσβαση στα ονειρικά μου βιώματα, ο βασικός στόχος του κινήματος μου διέφευγε, ενώ με γοήτευσε  τρομερά η απλούστατη ιδέα ότι μπορείς να συνδυάσεις μέσα στο ίδιο πλαίσιο στοιχεία που κανονικά δε θα συνυπήρχαν, δημιουργώντας έτσι παράλογα και εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτό που υποχρεώθηκα να μάθω αργότερα στη ζωή μου ήταν η ανάγκη να χειρίζομαι αυτή τη διαδικασία με κάποιο βαθμό προσοχής και δεξιοτεχνίας: δε σημαίνει ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τον οποιοδήποτε συνδυασμό από τυχαίες λεπτομέρειες όπως λάχει. Ο Σπάικ Τζόουνς Jr., που οι ορχηστρικές ηχογραφήσεις του πατέρα του με είχαν βαθιά και ανεξίτηλα σημαδέψει σαν παιδί, είπε κάποτε σε μια συνέντευξη, “Ένα από τα πράγματα που δεν αντιλαμβάνεται ο κόσμος για το είδος της μουσικής του μπαμπά είναι ότι, όταν αντικαθιστάς ένα Ντο δίεση με ένα πυροβολισμό, πρέπει ο πυροβολισμός να είναι σε Ντο δίεση, γιατί αλλιώς ακούγεται απαίσια”>>. 

Δεν είμαι τόσο φανατικός Πυντσονικός ώστε να αναζητώ στο διαδίκτυο τις χιλιάδες αναφορές που υπάρχουν στα βιβλία του, για μια ίσως καλύτερη κατανόηση του έργου του. Μου αρέσει να υπάρχουν διάσπαρτες φράσεις σε γλώσσες που δεν καταλαβαίνω, τοπία και μέρη που ίσως δεν υπάρχουν στον κόσμο. Η λογοτεχνία είναι μαγεία αλλά εγώ ποτέ δεν ήμουν από τους θεατές που αναρωτιόταν αν το καπέλο από όπου βγήκε το κουνέλι, έχει διπλό πάτο. Αν ωστόσο, είχα λίγη περιέργεια να μάθω μέρος αυτών των αναφορών, ο Πύντσον θα μου πρότεινε να μην μπω στον κόπο γιατί <<παρόλο που μπορεί να μην είναι  εντελώς λάθος να πλάθει κανείς διάφορα με τη φαντασία του, όπως κάνω εγώ ακόμα, για όσα δεν ξέρω ή από υπερβολική τεμπελιά δεν ψάχνω να βρω, τα πλαστά δεδομένα τείνουν με συντριπτική συχνότητα να χρησιμοποιούνται εν πλήρει αναπτύξει σε σημεία τόσο λεπτά που να έχει τελικά σημασία, χάνοντας έτσι αυτή την οριακή γοητεία που ίσως διέθεταν έξω από το συγκείμενο του διηγήματος. Παραθέτω ως μαρτυρία ένα παράδειγμα από την “Εντροπία”. Στο χαρακτήρα του Καλλίστο προσπάθησα να δημιιουργήσω την εντύπωση ενός αποκαμωμένου από την ζωή και τον κόσμο Κεντροευρωπαίου κι έτσι έβαλα τη φράση grippe espagnole, την οποία είχα δει πάνω στην ετικέτα του δίσκου μιας ηχογράφησης του L' Historie du Soldat του Στραβίνσκι. Πρέπει να θεώρησα ότι ήταν κάποιου είδους πνευματική δυσθυμία του μεταπολέμου ή κάτι ανάλογο. Έλα όμως που μετά ανακάλυψα ότι σημαίνει αυτό ακριβώς που λέει, Ισπανική γρίπη... κι έτσι η αναφορά που είχα σφετεριστεί αφορούσε στην πραγματικότητα την παγκόσμια επιδημία της γρίπης που ακολούθησε τον πόλεμο>>. Υποθέτω ότι αργότερα έγινε πιο προσεκτικός με την προέλευση των αναφορών του. Αλλά ποιος νοιάζεται αν δεν έγινε; Εγώ πάντως όχι!

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στα βιβλία του Πύντσον, είναι η επιστημονική χρήση και ανάλυση, όρων, μηχανών, εφευρέσεων.  Επειδή είναι γνωστό(!) ότι είχε σπουδάσει στα νιάτα του μηχανολογία/αεροναυπηγική, πολλοί αναγνώστες τείνουν να πιστεύουν, εγώ τουλάχιστον σίγουρα, ότι όσα αναφέρονται στα έργα του, ας πάρουμε το σημαντικό “Ουράνιο τόξο της βαρύτητας”, όσα λοιπόν αναφέρονται εκεί για τις βόμβες και τα αεροπλάνα είναι αληθή ή έστω έχουν ένα παχύ στρώμα αλήθειας κολλημένο πάνω τους. Όπως όμως συνέβη και παραπάνω με τις αναφορές, και εδώ ο Πύντσον αφήνει με χιούμορ να διαφανεί ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Αναφερόμενος στο διήγημα “Εντροπία” το οποίο καταπιάνεται με τον σχετικά καινούριο (τότε) και άγνωστο (ακόμα και τώρα) όρο “εντροπία” σημειώνει τα εξής: <<... επειδή το διήγημα έχει συμπεριληφθεί σε δυο-τρεις ανθολογίες, ο κόσμος νομίζει ότι ξέρω περισσότερα πράγματα για το θέμα της εντροπίας από όσα στην πραγματικότητα γνωρίζω. Ως και ο υπό κανονικές συνθήκες διαβόλου κάλτσα Donald Barthelme σε μια συνέντευξη που είχε δώσει σε κάποιο περιοδικό υπαινίχθηκε ότι μπορεί και να' χω βάλει το χεράκι μου στην αρχική επινόηση του όρου>>.  Με αφορμή το συγκεκριμένο διήγημα, δεν παραλείπει να δώσει μια συμβουλή προς τους αρχάριους συγγραφείς, εκθέτοντας σε όλους την πρώιμη άγνοιά του, <<για να το πω απλά: είναι λάθος να ξεκινάει κανείς από ένα θέμα ή κάποιον άλλο αφηρημένο ενοποιητικό παράγοντα και μετά να προσπαθεί να στριμώξει τους χαρακτήρες και τα γεγονότα να χωρέσουν σε αυτό το καλούπι. Αντίθετα, οι χαρακτήρες στο “Βαθύπεδα”, ας είναι κατά τα άλλα προβληματικοί, ήταν τουλάχιστον το σημείο εκκίνησής μου, ενώ τις θεωρητικούρες τις πρόσθεσα αργότερα, μόνο και μόνο για να δώσω στο έργο μιαν όψη καλλιεργημένου στυλ>>. 

Δε θα πρότεινα σε κάποιον που δεν έχει ξαναδιαβάσει Πύντσον, να ξεκινήσει από αυτή την συλλογή διηγημάτων, αν δεν υπήρχε αυτή η κατατοπιστική εισαγωγή. Μπορεί τα διηγήματα να είναι λίγο άτεχνα (το παραδέχεται και ο ίδιος εξάλλου!) σε σχέση με τα επόμενα έργα του, και γι' αυτό το λόγο λίγο απωθητικά, ίσως περισσότερο από κάποια αντίστοιχα ενός άλλου άβγαλτου συγγραφέα, καθώς εδώ μιλάμε για Πύντσον, αλλά, αν καταφέρει κανείς και τα διαβάσει και ύστερα διαβάσει την εισαγωγή (που επ' ουδενί λόγω δεν πρέπει να διαβαστεί στην αρχή, είναι παντελώς άχρηστη, παρότι εισαγωγή), θα λύσει αρκετές απορίες σχετικά με το σύμπαν που χτίζει ο Πύντσον στα έργα του και αν αξίζει κατά την γνώμη του, να δοκιμαστεί σε ένα δυσκολότερο έργο του. 

Τέλος, θέλω να αναφερθώ στο πολύ εύστοχο τίτλο της συλλογής. Το βιβλίο τιτλοφορείται “Βραδείας καύσεως” και δε θα μπορούσε να βρεθεί πιο ταιριαστή φράση για να περιγράψει τον τρόπο που επιδρά η λογοτεχνία του Πύντσον πάνω στο μυαλό σου. Πρόκειται για μια λογοτεχνία βραδείας καύσεως, που δεν διαθέτει την φλόγα και την θερμότητα ενός Αλεξανδρινού Κουαρτέτου αλλά ούτε την παγωμάρα ενός Καφκικού κειμένου. Σιγοκαίει στο κεφάλι σου για καιρό, πετώντας φλογίτσες και σπινθήρες και ύστερα, καταλαγιάζοντας την ένταση για μια επόμενη ανύποπτη στιγμή. Ο Τόμας Πύντσον, θαρρώ, είναι (ο) μοναδικός, γιατί κατάφερε τα σκουπίδια της ποπ κουλτούρας να τα ανακυκλώσει σε υψηλής ποιότητας λογοτεχνία. 

                                                                                    Μαραμπού


"Βραδείας καύσεως", Τόμας Πύντσον, μετ.Βίκυ Χατζοπούλου και Προκόπης Προκοπίδης, εκδ. Χατζηνικολή, 2000, σελ.259

Υ.Γ. 42  Το κείμενο για τον μισαγάπητο κύριο Πύντσον μου το έστειλε ο Μαραμπού. Δεν πείστηκα να διαβάσω τα πρώιμα διηγήματα, κυρίως γιατί δεν καταφέρνω ακόμα να διαβάσω τα ώριμα έργα του δημιουργού. Πάντως ο ακριβοθώρητος Τόμας πυροδοτεί πάντα τη φαντασία μας κι είμαι σίγουρη πως δεκάδες τόνοι ( και ηλεκτρονικού) μελανιού έχουν χυθεί για πάρτη του. Ελπίζω πως τα περισσότερα είναι τόσο απολαυστικά όπως αυτό.  

Υ.Γ. 42-2 Δράττομαι της ευκαιρίας με αφορμή το κείμενο του Μαραμπού να δηλώσω πως όποιος θέλει μπορεί να στείλει την κριτική ή το κείμενό του για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση στο kmalakate@gmail.com. Το αν θα το ανεβάσω ή όχι εναπόκειται στην κρίση τριμελούς επιτροπής που αποτελείται από μένα.