5/8/15

Τα επαχθή vol4: γράφει η Τσαμπίκα Χατζηνικόλα



Αν με ρωτούσατε ποιος συγγραφέας δε μου αρέσει, θα σας απαντούσα χωρίς κανένα δισταγμό ο Ουμπέρτο Έκο. 

Ήμουν μαθήτρια όταν διάβασα το Όνομα του Ρόδου. Το καλοκαίρι πριν από τη Γ’ Λυκείου, Αύγουστος κατακαλόκαιρο, διάβαζα μόνη μου ιστορία – δεν κάναμε τότε τόσα φροντιστήρια ούτε από τόσο νωρίς. Είχα όμως το στόχο μου και ήθελα όσο τίποτε άλλο να τον φθάσω. Θυμάμαι λοιπόν ότι στα διαλείμματα του στόχου μου διάβαζα στην κουζίνα του πατρικού μου το όνομα του Ρόδου. Όλοι μιλούσαν για το αριστούργημα. Νομίζω ότι μου άρεσε. Αλλά δε μου έχει μείνει τίποτα από εκείνο το… ανάγνωσμα. Ιεροσυλία; Αργότερα, είδα την ταινία και μου άρεσε. 

Μετά το Όνομα του Ρόδου, χρόνια μετά το τέλος των σπουδών μου, ακολούθησε το Εκκρεμές του Φουκώ και δε θα πω τίποτα γι’ αυτό τώρα. Και φθάνουμε αισίως (;) στο Μπαουντολίνο. Είναι η περίοδος που κάνει ο αδελφός μου υποειδικότητα οφθαλμολογίας στην Αγγλία και αποφασίζουμε να τον επισκεφθούμε οικογενειακώς – μαμά, μπαμπάς και η μικρότερη αδελφή (εγώ το ταλαίπωρο παιδί σάντουιτς). Δε θυμάμαι ποτέ να φεύγω διακοπές και να μην έχω μαζί μου ένα βιβλίο. Συνήθως περισσότερα από ένα για δύο λόγους˙ ο ένας είναι η αγωνία μου μήπως ξεμείνω και ο δεύτερος μήπως δε μου αρέσει το ένα, οπότε να καταφύγω στο άλλο. Εκείνη όμως τη φορά έκανα το μοιραίο λάθος να πάρω μαζί μου μόνο τον Έκο. 

Άρχισα να διαβάζω το Μπαουντολίνο στο αεροδρόμιο. Δίπλα μου καθόταν ένας άγγλος, άγνωστος (σε μας), σεξπηρικός ηθοποιός… Όμορφος και νέος. Μου ζήτησε να του διαβάσω ένα απόσπασμα – έτσι «στα καλά καθούμενα» – και σκέφτηκα… «Χμ… Καλά ξεκίνησαν οι διακοπές μου». Δε θυμάμαι καν αν άνοιξα το βιβλίο στο αεροπλάνο. Έχω όμως εικόνες στο διαμέρισμα του αδελφού μου: εμένα ξαπλωμένη στο φουσκωτό στρώμα στο δάπεδο, να προσπαθώ να διαβάσω και τη μαμά να φτιάχνει γιαπράκια με αλάτι χωρίς νάτριο… Και μετά αναρωτιόμασταν γιατί ήταν τόσο άνοστα. 

Επειδή το κείμενο θα έχει τον τίτλο «τα επαχθή (βιβλία)», θα πρέπει να πω δυο λόγια για το Μπαουντολίνο. Είμαι σίγουρη ότι είχε να κάνει με ιππότες, το αγαπημένο θέμα του Έκο. Και πρέπει, αν κρίνω από το εξώφυλλο, να υπήρχε και κάποιος δράκος, καλός ή κακός. Αδυνατώ να θυμηθώ έστω και μία εικόνα από το βιβλίο. Κάποια στιγμή, χρόνια πάλι αργότερα, βρέθηκα σε βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Στην ουρά για το ταμείο έπιασα κουβέντα με άλλο βιβλιόφιλο και η συζήτηση ήρθε στον Έκο, αφού τα βιβλία του ήταν ακριβώς μπροστά μας. Καθώς τότε θυμήθηκα ότι τίποτα δε θυμάμαι από το τελευταίο βιβλίο του Έκο, συνόψισα την άποψή μου στη φράση «πολύ κακό για το τίποτα…». 

Εδώ και καιρό περιφέρεται στο καινούργιο μου σπίτι η βασίλισσα Λοάνα. Προσποιούμαι ότι δεν τη βλέπω. Ξέρω όμως πως κάποια στιγμή θα ασχοληθώ και μαζί της. Είναι η διαστροφή του αναγνώστη να διαβάσει ξανά, μήπως και αλλάξει γνώμη, μήπως τελικά αναθεωρήσει το «πολύ κακό για το τίποτα».

                                                                                   Τσαμπίκα Χατζηνικόλα
                                                                 


Υ.Γ. 42 Μπορείτε να μας γράψετε κι εσείς για το βιβλίο εκείνο που δεν συστήνατε ποτέ στους συνανθρώπους σας βιβλιόφιλους και να στείλετε το κείμενο στο kmalakate@gmail.com. Λεπτομέρειες σε τούτο δω το ποστ

Υ.Γ. 42-42 Η άποψη μου για τον Μπαουντολίνο ταυτίζεται με της Τσαμπίκας.

9 σχόλια:

  1. Χαιρετώ την Τσαμπίκα.
    Θα διαφωνήσω για το Ονομα του Ρόδου και το Εκκρεμές του Φουκώ μα για τα άλλα συμφωνώ.

    Όμως το τι δε μας αρέσει εμάς περιγράφει κι όχι το βιβλίο, οπότε διάβασα το άρθρο με ενδιαφέρον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Το ταξίδι με τον Έκο ξεκίνησε για μένα με το όνομα του ρόδου. Ευχάριστο ανάγνωσμα, δε με χάλασε. Ακολούθησαν αρκετά θεωρητικά βιβλία του συγγραφέα, ώσπου έφτασα στο εκκρεμές του Φουκώ. Ήταν η πρώτη προειδοποίηση. Μου πήρε μήνες για να βγάλω τις πρώτες 50 σελίδες. Δεν το είχα ξαναπάθει με βιβλίο αυτό το κάζο, και είχα διαβάσει μάλλον πολλά μέχρι εκείνη τη στιγμή. Όμως το γεγονός ότι από την 51η σελίδα μέχρι το τέλος του ογκώδους τόμου μου πήρε λίγες μόλις μέρες με αποκοίνησε. Μεσολάβησαν πάλι κάποια θεωρητικά βιβλία μέχρι το νησί της προηγούμενης, της επόμενης, κάποιας μέρας τέλος πάντων και φυσικά ο Μπαου(ντο)λίνο. Κάου εκεί κατάλαβα ότι ο Έκο τέλειωσε για μένα ως μυθιστοριογράφος. Μια τελευταία ευκαιρία του δόθηκε με το κοιμητήριο της Πράγας, για την οποία μετάνοιωσα, καθώς ήταν το χειρότερο από όλα ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    2. Όπου "Κάου" διαβάστε "Κάπου". Συγγνώμη για αυτά, αν εντοπίσετε και κάτι άλλο ...

      Διαγραφή
    3. Κάπως έτσι κι εγώ. Κοινή πορεία. Εγώ παρέδωσα στο νησί της προηγούμενης μέρας.

      Διαγραφή
  3. Κι εγώ θα διαφωνήσω για το όνομα του Ρόδου , που το διάβασα φοιτήτρια. Βέβαια δεν θυμάμαι και πολλά μόνο ότι μου άρεσε και είχα συμπαθήσει τον Έκο. Στην πορεία τον εγκατέλειψα ..αλλά ποτέ δεν ξέρεις ! :)))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Διαφωνώ με τις γενικεύσεις. Επί του θέματος όμως, είχα βρει εξαιρετικό "Το όνομα το ρόδου", καθώς και την ομώνυμη ταινία.
    Τα επόμενα του Έκο τα γλυκοκοίταζα καιρό, μα δεν έκατσε να τα διαβάσω (ευτυχώς!) Ώσπου μια μέρα χάρισαν στη φίλη μου το "Μπαουντολίνο" που κυκλοφορούσε για καιρό στα δικά της αδιάβαστα, επειδή δεν μ π ο ρ ο ύ σ ε να το διαβάσει.
    Καλά, σκέφτηκα, μάλλον δεν ξέρει τι εστί Έκο. Και, για κακή μου/του τύχη το δανείστηκα. Το πόση φρίκη έφαγα μέχρι να το τελειώσω, ως γνήσια ψυχανάγκα, δεν περιγράφεται. Έκτοτε, ακούω Έκο και πετάω σπυράκια. Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Κι εγώ αγαπώ και την ταινία και το βιβλίο.

      Διαγραφή
  5. Το Όνομα του Ρόδου το είχα λατρέψει και το ξαναδιάβασα πριν 5 περίπου χρόνια, αλλά με τη Βασίλισσα Λοάνα δεν τα βρήκαμε καθόλου, κι αν έχω κάνει προσπάθειες!
    Μόνο και μόνο όμως για το Όνομα του Ρόδου έγινε ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς ο Έκο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή