24/9/13

"Αμβρόσιος Μπηρς: Συγκεράζοντας την συγγραφική μακαβριότητα με την λογοτεχνική μακροβιότητα* " του Μαραμπού



Όταν έφθασε στα χέρια μου, το μυθιστόρημα του Αμβρόσιου Μπηρς “Ο μοναχός και η κόρη του δημίου”, σκέφτηκα, ωραία, θα γράψω δύο λόγια για αυτό. Εξάλλου όλα τα υπόλοιπα κείμενά του είναι μικρά λογοτεχνικά θραύσματα και αυτό ξεχωρίζει γιατί είναι το εκτενέστερο μέχρι στιγμής αφηγηματικό έργο του Αμβρόσιου Μπηρς. Έλα όμως που η ιστορία του αυτή αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών μου; Άχρωμη και μίζερη; Όχι του γούστου** μου; Έτσι αποφάσισα, μαζί με την αρνητική εντύπωση που μου άφησε το συγκεκριμένο βιβλίο του, να παρουσιάσω και την θετική εντύπωση που μου άφησε η γνωριμία μου με έναν τόσο σπουδαίο συγγραφέα. 

Σύγχρονος του Μαρκ Τουέην, είρωνας και δηκτικός όπως εκείνος, μοιάζει να ακολούθησε παράλληλη πορεία με τον σπουδαίο συγγραφέα του Χακ Φιν. Η γνωστή λογοτεχνική παραφιλολογία που λυμαίνεται τους βίους και τα έργα ετούτων των αγίων – των συγγραφέων! – τους θέλει άσπονδους φίλους και αιώνιους ανταγωνιστές. Ποιος ξέρει τι ήταν αλήθεια; Εξάλλου και η ζωή του Αμβρόσιου Μπηρς κινείται στα όρια του φανταστικού! Ξεκινά ως παραγιός σε τυπογραφείο, κατατάσσεται εθελοντικά στο στρατό με το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, παίρνοντας απανωτές προαγωγές και ανεβαίνοντας στην στρατιωτική ιεραρχία έως ότου ένα χτύπημα στο κεφάλι τον αναγκάζει να αποστρατευτεί, εργάζεται ως τελωνειακός και λίγο αργότερα σε ηλικία 26 ετών βρίσκεται αρχισυντάκτης σε μια εφημερίδα, αναζητά την περιπέτεια ως χρυσοθήρας στους «Μαύρους Λόφους» της Ντακότα, χάνει τους δύο γιούς του, διαλύει τον γάμο του και γνωρίζεται με τον εκδότη William Hearst με τον οποίο «ξεκινά μια εικοσαετή συνεργασία διανθισμένη από διενέξεις και παραιτήσεις». Και τότε που λες ότι δεν έχεις κάτι άλλο να περιμένεις από αυτόν, «το 1913 , διακόπτει τις σχέσεις του με τον Hearst καθώς και με τον αδελφό του Άλμπερτ, τον ύστατο υποστηρικτή του. Εβδομηνταενός ετών πλέον, αλκοολικός και ασθματικός, καταφεύγει στο Μεξικό, βυθισμένο τότε στον εμφύλιο πόλεμο, με την πρόθεση να προσχωρήσει στον στρατό του Πάντσο Βίγια. Εξαφανίζεται, αφού προηγουμένως γράφει ένα τελευταίο γράμμα, στο οποίο επιβεβαιώνει την επιθυμία του να βρει τον θάνατο στο μέτωπο. Το τέλος της ζωής του παραμένει αινιγματικό».

Στο προκείμενο τώρα, το μυθιστόρημά του “Ο μοναχός και η κόρη του δημίου” κατά την πρώτη εκδοσή του έφερε την συγγραφική ένδειξη «Υπό Gustav Adolphe Danziger & Ambrose Bierce». Ο Ντάνσιγκερ έδωσε στον Μπηρς ένα χειρόγραφο σε μετάφραση του ίδιου, μιας ιστορίας που αποδίδεται σε έναν Γερμανό ονόματι Voss, ζητώντας να επιμεληθεί την έκδοση. Ο Μπηρς έκρινε την μετάφραση ατελή – πώς αλλιώς! – και έκανε πολλές αλλαγές στο κείμενο. Παρά τις αντιδικίες για τα πνευματικά δικαιώματα του έργου, που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, η Λογοτεχνία το κατοχύρωσε στον Μπηρς και το θέμα έληξε αμετάκλητα με τον φυσικό θάνατο του αντιδίκου και την εκνευριστική αιωνιότητα του δαιμόνιου Μπηρς!

Ο Αμβρόσιος, φραγκισκανός μοναχός που περιμένει να πάρει το χρίσμα του, πηγαίνει μαζί με δυο συντρόφους του σε ένα δυσπρόσιτο μοναστήρι στο βουνό. Καθώς διασχίζουν την κοιλάδα, μια κρεμάλα είναι στημένη στην μέση του πουθενά και ένα κορίτσι χορεύει τριγύρω της για να αποθαρρύνει τα όρνια να γευματίσουν με το σώμα του απαγχονισμένου. Η κόρη του δημίου! Η Βενεδίκτη ζει σε μια καλύβα με τον πατέρα της, απομονωμένη από το υπόλοιπο χωριό και στιγματισμένη. Ο Αμβρόσιος την συμπαθεί αμέσως και προσπαθεί να την βοηθήσει να γίνει αποδεκτή από τους υπόλοιπους. Παράλληλα ο Ρόχιος, ο γιος του άρχοντα του χωριού, του οποίου καμιά γυναίκα δεν μπορεί να του αντισταθεί, καλοβλέπει το αγνό της σώμα ενώ και η Βενεδίκτη, τρέφει μια ανομολόγητη αγάπη προς εκείνον, καθώς καμιά γυναίκα δεν μπορεί να του αντισταθεί! Ο Αμβρόσιος αναλαμβάνει το έργο να σώσει την ψυχή της αλλά στην πορεία την αγαπά και προσπαθεί να την αποτρέψει να δοθεί στον Ρόχιο. 

Όλο το μυθιστόρημα, βασίζεται στην εσωτερική σύγκρουση του ήρωα (να περιμένει να λάβει το χρίσμα του ώστε να βοηθήσει την ψυχή της Βενεδίκτης ή να υποκύψει στην σωματική αγάπη που δημιουργήθηκε σιγά σιγά μέσα του;) και η ψυχική διερεύνηση στην οποία προβαίνει ο συγγραφέας του είναι αξιοθαύμαστη. Ωστόσο, το αμπαλάζ της ιστορίας μού φάνηκε μίζερο και ο γνωστός προβοκάτορας Μπηρς που τόσο αγάπησα, διαφαίνεται μόνο στην ανατροπή της τελευταίας σελίδας και σε αποσπάσματα όπως: 

«Το όρνιο! Το όρνιο!»
Κοίταξα ψηλά και είδα ένα μεγάλο γκρίζο πουλί να ζυγιάζεται πάνω από τις κορυφές των πεύκων και να χιμάει καταπάνω μας. Οι ψαλμουδιές, το σχήμα μας, η παρουσία μας η ίδια δεν φάνηκαν να το τρομάζουν. Οι αδελφοί μου, ωστόσο, ενοχλήθηκαν από την διακοπή κι ετοιμάστηκαν να επιπλήξουν την κοπέλα. Εγώ όμως μπήκα στη μέση.
«Φαίνεται πως είναι συγγενής του νεκρού, αδελφοί,» τους είπα. «Σκεφτείτε το. Αυτό το τρομερό πουλί έρχεται να κομματιάσει τις σάρκες του προσώπου του, να τραφεί με τα χέρια και τα πόδια του, να σπαράξει το κορμί του. Είναι απόλυτα φυσικό να φωνάζει η κοπέλα».

Ο Αμβρόσιος Μπηρς έχει τη φήμη του συγγραφέα του μακάβριου. Και δικαίως! Αν διαβάσετε τα διηγήματα για τον Αμερικανικό Εμφύλιο θα πειστείτε ολοκληρωτικά. Ή μπορείτε να κάνετε μια δοκιμή με την “Λέσχη γονεοκτόνων” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα, κοστίζει λίγο, αξίζει πολλά. Οι περισσότερες εκδόσεις των βιβλίων του τελούν υπό εξαφάνιση. Φυσικό, μιας και οι εκδόσεις Ηλέκτρα (αν δεν κάνω λάθος) έχουν κλείσει, ωστόσο οφείλω να δώσω εύσημα για αυτές τις καλαίσθητες εκδόσεις και αν, σιχαίνεστε τις κουβερτούρες των βιβλίων όπως εγώ, θα ανακαλύψετε από κάτω ένα όμορφο σκληρό μαύρο εξώφυλλο με κατακόκκινη αιμάτινη γραμματοσειρά που ντύνει υπέροχα τις μακάβριες ιστορίες που συνήθως περιέχει. 

Το χαρακτηριστικό του Μπηρς πέρα από το στοιχείο του μακάβριου, είναι η ειρωνεία και ο σαρκασμός προς πάσα (κατεστημένη) κατεύθυνση. Γιατί ποιος ο λόγος του σαρκασμού αν δεν καταφέρεται προς κάθε κατεστημένο; Αν και, με πίκρα όπως διαπιστώνει και ίδιος και την διατυπώνει στο περιώνυμο και χρήσιμο προς όλους “Αλφαβητάρι του Διαβόλου”, σαρκασμός είναι μια αιχμηρή και έξυπνη φράση που μνημονεύεται συχνά, αλλά σπάνια της δίνουμε σημασία. 

Περιδιαβάστε την λογοτεχνική πιάτσα και αναζητήστε τα βιβλία του Αμβρόσιου Μπηρς με κλειστά μάτια... θα σας ανοίξει τα μάτια!

* μακροβιότητα: ασυνήθιστη παράταση του φόβου για τον θάνατο (Το Αλφαβητάρι του Διαβόλου, εκδόσεις Ηλέκτρα, μετάφραση Γιώργος Μπλανάς) 

** «Ε, εσύ!», κραύγασε ένα χοντρό βόδι πίσω από το χώρισμά του στον στάβλο σ' έναν υγιή νεαρό γάιδαρο που γκάριζε έξω. «Αυτά τα πράγματα δεν είναι καλόγουστα».
«Με ποιανού το γούστο, λιπαρέ λογοκριτή μου;» ζήτησε να μάθει ο γάιδαρος, με όχι και πολύ σεβασμό. 
«Μα... χμ... Ε! Εννοώ, εμένα δεν μου πάει. Θα έπρεπε να μουγκανίζεις».
«Μπορώ να μάθω τι σε νοιάζει εσένα αν μουγκανίζω ή αν γκαρίζω, αν κάνω και τα δυο μαζί ή τίποτε από αυτά;»
«Δεν μπορώ να σου πω», απάντησε ο επικριτής, κουνώντας το κεφάλι του αποθαρρυμένος. «Δεν το καταλαβαίνω καθόλου. Μπορώ μόνο να πω πως έχω συνηθίσει ν' αποδοκιμάζω κάθε λαλιά που διαφέρει από την δική μου».
«Ακριβώς», είπε ο γάιδαρος. «Επιδιώκεις να κάνεις επίδειξη αναίδειας συγχέοντας τις προτιμήσεις με τις αρχές. Στο γούστο έχεις επινοήσει μια λέξη που δεν επιδέχεται ορισμό, για να καταδείξεις μιαν ιδέα που είναι αδύνατον να εκφραστεί. Και συνδέοντας τις λέξεις καλό και κακό, υποδεικνύεις απλώς και μόνο μιαν υποκειμενική μέθοδο με όρους μιας αντικειμενικής ποιότητας. Τέτοια αλαζονεία υπερβαίνει τα όρια του απλώς και μόνο απερίσκεπτου και περνά στο χωρίς σύνορα στερέωμα της καθαρής αυθάδειας!»
Με το κλείσιμο αυτής της αξιοσημείωτης δημηγορίας, ο βραδύνους επικριτής δεν έβρισκε λόγια κατάλληλα για να εκφράσει την αποδοκιμασία του. Έτσι, είπε απλώς πως η ομιλία ήταν κακόγουστη. (Ιστορίες για αραχνιασμένα κρανία, εκδόσεις Ηλέκτρα, μετάφραση Σάντυ Παπαϊωάννου)

"Ο μοναχός και η κόρη του δημίου", Αμβρόσιος Μπήρς, μετ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Ηλέκτρα, 2008, σελ.163




                                                                                             Μαραμπού


Υ.Γ. 42 Νομίζω πως αυτό το κείμενο του Μαραμπού είναι από τα πιο ολοκληρωμένα. Παρουσίαση τέτοιου τύπου είναι αδύνατο να κάνω εγώ.... Και ναι, το ομολογώ, δεν έχω διαβάσει Αμβρόσιο. Αλλά τώρα μπήκε στο πρόγραμμα. Τα ως τώρα κείμενα του Μαραμπού στο Διαβάζοντας μπορείτε να τα βρείτε εδώ.


22/9/13

"Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο", Philip K. Dick




Μακράν το καλύτερο βιβλίο του Ντικ που έχω διαβάσει - κι είναι πολλά -  «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» είναι ένα βιβλίο που μετά βίας μπορεί να χαρακτηριστεί επιστημονική φαντασία κι αν ήταν γραμμένο από κάποιον άλλο ίσως να έχαιρε μεγαλύτερης αναγνώρισης ως μια καθαρόαιμη δυστοπία.

Το βιβλίο ξεκινά με ένα πολύ ενδιαφέρον twist, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει κερδίσει η Γερμανία και η Ιαπωνία, η Αμερική είναι κάπως σαν επαρχία της Ιαπωνίας, ο υπόλοιπος κόσμος της Γερμανίας, αν εξαιρέσεις την Αφρική όπου έχει "συμβεί" ολικό ολοκαύτωμα και δεν έχει σχεδόν απομείνει «νεγροειδής» πληθυσμός εκεί. Α, και τη Μεσόγειο που έχει αποξηραθεί για να καλλιεργηθεί.

Η κατάσταση στις ΗΠΑ είναι τραγελαφική, οι Αμερικάνοι νιώθουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας, η δουλεία έχει επανέλθει, όλοι συμβουλεύονται το βιβλίο με τους μαγικούς αριθμούς των Κινέζων, το Ι Τσινγκ αλλά παρ’ όλα αυτά οι Κινέζοι είναι στην τελευταία κοινωνική υποστάθμη, οι λιγοστοί Εβραίοι καταφεύγουν σε πλαστικές για να κρύψουν την χαρακτηριστική κατατομή τους μπας και ξεγλιστρήσουν. Οι Γιαπωνέζοι παρ’ όλο που καταλαβαίνουν τη θηριωδία των Γερμανών και του ναζιστικού τρόπου σκέψης, βολεύονται με τη συμμαχία. Και μέσα σε όλα αυτά κυκλοφορεί ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται την εικασία «τι θα γινόταν αν είχε χάσει η Γερμανία τον πόλεμο».

Το βιβλίο είναι γεμάτο καυστικό χιούμορ, μια αίσθηση βαθιά του τι σημαίνει ναζισμός, είναι νηφάλιο και θεότρελο μαζί. Ο Ντικ έχει φυσικά ευχέρεια στη γραφή, αλλά σε αυτό πραγματικά κεντά την ιστορία, φτιάχνει έναν κόσμο που μοιάζει εφικτός κι ας μην είναι, που θα μπορούσε να είναι αντανάκλαση του δικού μας σε έναν όχι και τόσο μακρινό καθρέφτη. «Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο» είναι από κείνα τα μυθιστορήματα που αποδεικνύει πως δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών, διαμαντάκια μπορεί να προκύψουν παντού.

"Ο άνθρωπος στο ψηλό κάστρο", Φίλιπ Ντικ, μετ. Χριστόδουλος Λιθάρης, εκδ. Τόπος, 2008, σελ. 381



20/9/13

"Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", Camilo José Cela



Βιβλίο εντυπωσιακά μεστό- ούτε μια λέξη θαρρείς πως δεν περισσεύει- η μικρή νουβέλα του Καμίλο Χοσέ Θέλα «Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε», μας εξηγεί από την πρώτη παράγραφο τι ακριβώς θέλει να μας πει.

«Εγώ κύριε μου δεν είμαι κακός, αν και δε μου λείψαν οι λόγοι για να γίνω. Όλοι οι θνητοί με τον ίδιο τρόπο γεννιόμαστε, αλλά μεγαλώνοντας η μοίρα παίζει μαζί μας, λες και είμαστε καμωμένοι από πλαστελίνη, ενώ μας σπρώχνει από διαφορετικά μονοπάτια προς το ίδιο το τέλος, το θάνατο. Υπάρχουν άνθρωποι που σεργιανούν μες στα λουλούδια κι άνθρωποι που είναι αναγκασμένοι να διαβαίνουν από τα αγκάθια και τις τσουκνίδες»

Έτσι ξεκινά  να γράφει το γράμμα-ποταμό-εξομολόγηση-βιογραφία ο Πασκουάλ Ντουάρτε μέσα από τη φυλακή που είναι καταδικασμένος σε θάνατο. Δεν έχει σε κανέναν να το στείλει παρά σε έναν μακρινό που ίσως καν να μη θυμηθεί το όνομά του. Μέσα από το γραπτό του συνειδητοποιούμε πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που έχει διαπράξει ξυλοδαρμούς και δολοφονίες χωρίς επαρκή κίνητρο, που είναι στα όρια της λογικής. Το εντυπωσιακό είναι πως παρ’ όλη τη μιζέρια της ζωής του, της μοίρας που δεν τον άφησε να γίνει τίποτα άλλο από αυτό που είναι, το κείμενο του Πασκουάλ Ντουάρτε τον καθιστά συμπαθή, κάποτε έχει κρίσεις διαύγειας που μας δείχνουν πως δεν του άξιζε αυτό που έζησε, απλά στην οικογένεια που γεννήθηκε ήταν αναπότρεπτο να το ζήσει.

Το μεγαλύτερο παιδί μιας απόλυτα φτωχής οικογένειας της Ισπανικής επαρχίας, με έναν πατέρα αδιάφορο μέθυσο και μια μάνα απίστευτη στρίγγλα που ποτέ δεν μπόρεσε να αγαπήσει τα παιδιά της, ζώντας μες στη μιζέρια, βλέποντας την όμορφη αδελφή του να χάνεται στα μονοπάτια της πορνείας, και τον μικρότερο αδελφό του- έναν ανάπηρο που ποτέ δεν κατάφερε να προχωρήσει ή να μιλήσει να κείτεται στο χώμα για τα δέκα βασανισμένα χρόνια της ζωής του, χωρίς αφτιά γιατί του τα φάγαν τα γουρούνια- προσπάθησε δυο φορές να κάνει τη δική του οικογένεια αλλά δεν…

Ο Ντουάρτε είναι ένας τραγικός ήρωας, καταδικασμένος από την ώρα που γεννήθηκε στο ύστατο σκαλοπάτι της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Δεν είναι ξεχωριστός, δεν είναι αντιήρωας, δεν επέλεξε τη μοίρα του, προσπάθησε να ενταχθεί, αλλά αυτό ήταν αδύνατο, τόσα κοινωνικά και πολιτικά άλματα μαζεμένα.

Το βιβλίο όταν γράφτηκε δυσκόλεψε του αναγνώστες με τη σκληρότητα και την ωμότητά του, απαγορεύτηκε από τον Φράνκο, γρήγορα όμως καθιέρωσε τον Θέλα ως εκφραστή ενός ολόκληρου κινήματος που άλλαξε ριζικά την Ισπανική λογοτεχνία. Δείγμα πως, αν κάτι πρέπει να ειπωθεί, δεν χρειάζονται πολλά λόγια, η λιτότητα κρατά τα πράγματα σαφή και νηφάλια. Υποψιάζομαι δε, πως  όσα βιβλία του Θέλα να διαβάσω από δω κι εμπρός, η νουβέλα αυτή, το πρώτο του βιβλίο των 26 χρόνων του, θα είναι αυτό που θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη μου.


"Η οικογένεια του Πασκουάλ Ντουάρτε", Καμίλο Χοσέ Θέλα, μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Καστανιώτη, 2010, σελ.124 

18/9/13

«Χαμένο παιδί», Ian McEwan



To «Χαμένο παιδί» του Ίαν ΜακΓιούαν δεν είναι από τα καλύτερά του. Η γραφή θυμίζει έντονα τα βιβλία που αγάπησα από κείνον, όμως το βιβλίο είναι φλύαρο, σα να αγωνιά ο συγγραφέας να γεμίσει τις σελίδες κι έτσι καταλήγει να αναμασά ξανά και ξανά τα ίδια. Από την άλλη, δε θα μπορούσε να του λείπει το βρετανικό φλέγμα, ο ΜακΓιούαν δεν ξεχνά να γράφει, απλά ίσως αρνείται να τιθασεύσει το υλικό του.

Ήρωας ο Στίβεν Λιούις, ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων που ένα πρωινό που πηγαίνει με την τρίχρονη κόρη του στο σουπερμάρκετ, την χάνει. Η ξαφνική απώλεια του παιδιού βυθίζει όλη του τη ζωή σε ένα τέλμα, αυτός και η γυναίκα του Τζούλι αποξενώνονται και τελικά καταλήγουν να ζουν σε διαφορετικά σπίτια. Αρκετά χρόνια μετά, τον βλέπουμε να συμμετέχει σε μια υποεπιτροπή της κυβέρνησης Θάτσερ για την παιδεία, που σκοπό έχει να βγάλει ένα εγχειρίδιο για την ανατροφή των παιδιών, να μην μπορεί να γράψει ούτε γραμμή από παιδικό βιβλίο, να έχει πέσει στο ποτό και να μην μπορεί ακόμα να ορίσει τη ζωή του. Κάποια πράγματα σιγά σιγά θα τον βγάλουν από αυτή την αίσθηση της μη ύπαρξης.

Ο ΜακΓιούαν ασχολείται στο μυθιστόρημα αυτό πολύ περισσότερο με την πολιτική, την παιδεία, τον θαστερισμό και λιγότερο με την ψυχολογική κατάσταση του πατέρα που του συμβαίνει το αδιανόητο, να χάσει ο ίδιος το παιδί του. Τα αποσπάσματα από το εγχειρίδιο για την αγωγή των παίδων είναι ξεκαρδιστικά- όσο και πολύ πονεμένα για όποιον είναι γονιός- η ιστορία όπως εξελίσσεται από τη μέση και μετά είναι ένα πολιτικό σχόλιο και τίποτε άλλο.

Μου έλειψε η συνοχή, λίγο μου έλειψε κι ο χαρακτήρας, που αν και πανταχού παρόν αρνείται να μας δείξει πως πραγματικά νιώθει. Όμως το βιβλίο είναι ευκολοδιάβαστο, οι 400 σελίδες του μου φάνηκαν πως τελειώσαν σχετικά γρήγορα. Αν θα το συνιστούσα για να γνωρίσει κανείς τον ΜακΓιούαν; Ανεπιφύλακτα όχι. Ίσως απλά για να έχει να λέει πως δεν έχει μείνει βιβλίο δικό του που δεν έχει διαβάσει.

Υ.Γ. 42 Από ό,τι θυμάμαι στα ελληνικά κανείς δε λέει «ήπια ένα τενεκεδάκι μπίρα», άντε να πει «ήπια ένα κουτάκι μπίρα». Επίσης αυτό που χωρίζει την κουζίνα από τον υπόλοιπο χώρο δεν το λέμε πασαμέντο, το λέμε απλά πάσο. Τέτοια μικρά, αλλά επαναλαμβανόμενα, μου δημιουργούσαν πρόβλημα ροής στην ανάγνωση και με έκαναν να μετανιώνω που δεν το πήρα στα Αγγλικά.



«Χαμένο παιδί», Ίαν ΜακΓιούαν, μετ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Πατάκης, 2013, σελ.398



15/9/13

Ο δημιουργός και το έργο του. Δυο ξεχωριστές οντότητες.




Με αφορμή δύο πρόσφατα περιστατικά, ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις που έχουν να κάνουν με τον δημιουργό και το έργο του.

Πρώτο τούτο εδώ: Αναρτώ ανακοίνωση για λογοτεχνικό διαγωνισμό κι ανάμεσα στους κριτές είναι η Σώτη Τριανταφύλλου. Τόσο στα σχόλια όσο και στα mails σχεδόν κανείς δεν ασχολείται με τον διαγωνισμό αυτό καθ’ αυτό, ξεκινά όμως μια κουβέντα που έχει να κάνει με το αν και κατά πόσον το λογοτεχνικό της έργο μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από την πολιτική της θέση όπως εκφράζεται στα πρόσφατα άρθρα της κι ακόμα αν δικαιούται μια γυναίκα που εκφράζει τόσο συντηρητικές πολιτικές θέσεις να κρίνει τα λογοτεχνικά έργα νέων ανθρώπων.

Δεύτερο: Ανεβάζει ο Librofilo μια σχεδόν υμνητική κριτική για "Το Χαστουκόδεντρο" του Άρη Μαραγκόπουλου, όπου ως αναγνώστης εκφράζει και μια δυο ενστάσεις στις λεπτομέρειες. Ο κ. Μαραγκόπουλος μπαίνει στον κόπο να απαντήσει. Στην αρχή αυτό με ξενίζει. Στην χθεσινή εκπομπή του Λιμπ στον amagi με καλεσμένο τον συγγραφέα καταλαβαίνω πως πρόκειται για έναν αξιολογότατο άνθρωπο, που επέλεξε να υπερασπιστεί το έργο του (έναντι όποια κριτικής, όχι μόνο αυτής) από θέμα αρχής.

Είναι λοιπόν το λογοτεχνικό έργο ξέχωρο από το δημιουργό του ή η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του συγγραφέα, το τι λέει για αυτό, πρέπει να μας αφορά, να επηρεάζει την κρίση μας, να διαμορφώνει την άποψή μας και για το κείμενο. Από παλιά η γνώμη μου ήταν πως η καλλιτεχνική δημιουργία είναι παιδί του καλλιτέχνη, αλλά δεν είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Ας εξηγηθώ. Από τη στιγμή που ένα κείμενο φεύγει πια από τα χέρια του δημιουργού, έχει μια πορεία ανθύπαρκτη που αφορά και άλλους ανθρώπους. Η τέχνη, που στοχεύει στο θυμικό όσο και τη λογική μας, είναι προϊόν αλληλεπίδρασης. Άρα, διαβάζοντας τα άρθρα της κας Τριανταφύλλου αλληλεπιδρώ με την δημόσια εικόνα της και επιλέγω να μη μου αρέσει (για να το θέσω κομψά) - όμως τα βιβλία της τι λόγο έχω να τα κρίνω από αυτό, διαβάζοντας κατά το παρελθόν κάποια από αυτά διαμόρφωσα άποψη ως αναγνώστης. Το αντίστοιχο με τον κ. Μαραγκόπουλο, ακούγοντας τον χθες στο ραδιόφωνο σχημάτισα πολύ καλή γνώμη για εκείνον, τα βιβλία του όμως όταν τα διαβάσω θα πρέπει να τα κρίνω ως έργα τέχνης χωρίς να επηρεαστώ από τη δική του εικόνα ή τα λόγια του για αυτά. 

Υπάρχει ο αντίλογος. Πως από τη στιγμή που μιλάμε για σύγχρονο με μας συγγραφέα, τόσο στον τόπο όσο και στην εποχή, αναπότρεπτα δημιουργούμε στο μυαλό μας συνδέσεις που μας προδιαθέτουν θετικά ή αρνητικά για το έργο, χωρίς καν να το θέλουμε. Ή πως έτσι συγχωρούνται στους πάντες τα πάντα. Κι ακόμα πως κάθε γονιός θα υπερασπιζόταν το «παιδί» του με νύχια και με δόντια, ακόμα κι αν ενδόμυχα ήξερε κι ο ίδιος τις αδυναμίες του ∙πόσο μάλλον για να διατρανώσει τα σημαντικά του στοιχεία.

Παρ’ όλες τις ενστάσεις, δεν πείθομαι. Θεωρώ πως το έργο, το κάθε κείμενο ξεχωριστά, πρέπει να κρίνεται για αυτό που είναι. Όταν διαβάζω είμαι εγώ και το μυθιστόρημα, συμμετέχω στην τελική μορφή του, το αλλάζω μέσα μου, πολλές φορές με τρόπους που ο συγγραφέας ούτε φανταζόταν και πιθανότατα ούτε καν θα ήθελε. Το ίδιο κι όταν ακούω μουσική ή βλέπω έναν πίνακα. Δεν μπορώ και δεν θέλω να σκεφτώ τον δημιουργό, δε θα ήθελα να κρίνω "Το ταξίδι στην άκρη της νύχτας" σε σχέση με αυτά που ξέρουμε για τον Σελίν ή τα κάντος του Έζρα Πάουντ με βάση τη φιλοναζιστική του θέση. Αν ένα βιβλίο καταφέρει να εισχωρήσει στο ασυνείδητό μου, να με μάθει δυο τρία πράγματα για τον κόσμο και για μένα, αυτό είναι η μαγεία της ίδιας της τέχνης και δεν μπορεί να περιλαμβάνεται στη συνειδητή πρόθεση του συγγραφέα. Ούτε μπορεί να διορθωθεί με ύστερα λόγια του συγγραφέα- κακά ή καλά, αδιάφορο- η γεύση που μου άφησε το ίδιο το έργο.


Υ.Γ. 42 Όπως καταλαβαίνετε τα πρόσωπα έτυχε να είναι αυτά στη δεδομένη χρονική στιγμή. Δε θέλω να ανοίξει μια κουβέντα για τη Σώτη Τριανταφύλλου ξανά, ούτε φυσικά για τον Άρη Μαραγκόπουλο.


13/9/13

"Οι Αριθμοί και άλλες ιστορίες", Victor Pelevin




Μισώ, μισώ, μισώ τον πρόλογο της μεταφράστριας του βιβλίου του Βίκτορ Πελέβιν «Οι αριθμοί και άλλες ιστορίες». Μα είναι δυνατόν σε κείμενο που προορίζεται για αρχή έκδοσης να μας δίνεις πλήρη περίληψη της ιστορίας, στάδιο προς στάδιο μέχρι και το φινάλε, σπιθαμή προς σπιθαμή;  Στο πρώτο και μεσαίο κομμάτι λοιπόν του βιβλίου διάβαζα ανόρεκτα, ήξερα τι θα γίνει παρακάτω, η γραφή μου φαινόταν κάπως μπερδεμένη και μεταφυσική για τα γούστα μου, είχα και τον εκνευρισμό μου για τον πρόλογο που δεν έλεγε να σταματήσει∙ αν ήθελα να διαβάσω σε 2 σελίδες την ιστορία ποιος ο λόγος να διαβάσω το βιβλίο. Εκεί και τη μέση κατάφερε η γραφή να με συνεπάρει, δεν είχε πια σημασία που ήξερα τι θα γίνει παρακάτω, αν και η πλοκή περιέχει μια έκπληξη που καλό θα ήταν να μην την ήξερα.

Ήρωας του μυθιστορήματος ο Στιόπα Μιχαήλοφ, ένα από αυτά τα τρομερά παιδία που ξεφύτρωσαν στην νεότερη Ρωσία και πλούτισαν χωρίς καν να το καταλάβουν. Από μικρός είχε μανία με τους αριθμούς και κατέληξε πως το 34 ήταν ο δικός του τυχερός φύλακας άγγελος. Βασισμένος σε αυτό – σπούδασε οικονομικά μόνο και μόνο επειδή η πληροφορία για αυτόν τον κλάδο ήταν στη σελίδα 34- έχτισε μια μικρή αυτοκρατορία, το χρήμα έτρεχε άφθονο. Όλα πήγαιναν καλά, ώσπου μια μάγισσα η Μπίνγκα του εξήγησε πως το 43 ήταν αυτό που θα τον κυνηγούσε, πως σε αυτήν την ηλικία θα άλλαζε ζωή, θα ερχόταν σε αντιπαράθεση με καρμικό εχθρό του και μπορεί και να μην επιβίωνε. Τα όσα ακολουθούν όσο το 43 πλησιάζει μόνο τραγελαφικά μπορούν να χαρακτηριστούν, ενδεικτικά μιας Ρωσίας που έχει χάσει κάθε μπούσουλα και προορισμό.

Το βιβλίο εστιάζει αρκετά στο μεταφυσικό, κάτι που προσωπικά με κούρασε και σε σημεία με έβγαλε εκτός ρυθμού. Από την άλλη έχει τα κότσια να πει τα πράγματα με το όνομά τους ως προς την σημερινή κατάσταση με τους Ρώσους «μεγιστάνες» που ξεφύτρωσαν σαν τα μανιτάρια τα τελευταία χρόνια, ο κυνισμός φτάνει σε ένα επίπεδο εξωπραγματικό, εντελώς ασύλληπτο.

Οι μικρές ιστορίες που ακολουθούν το μυθιστόρημα θεωρώ πως είναι άνευ λόγου ύπαρξης για την έκδοση. Δεν το έχω ξαναδεί, ένα μεγάλο μυθιστόρημα να συμπληρώνεται με μικρά διηγήματα, δεν ξέρω αν φταίει για αυτό ο συγγραφέας ή ο Έλληνας επιμελητής, αλλά μου φάνηκε τελείως άτοπο. Από αυτές τις ιστορίες ξεχωρίζει με διαφορά «Η ομάδα Φόκους», όπου μια ομάδα «μεταστάντων» βρίσκεται μπροστά στο Υπέρλαμπρο Ον και συζητά για την κόλαση και τον παράδεισό του.

Παρ’ όλη πάντως την έντασή μου, που αφορά κυρίως την έκδοση- τον πρόλογο, την επιλογή των κειμένων και τα αρκετά ορθογραφικά (μεταφραστικά φυσικά και δεν μπορώ να το κρίνω)- νομίζω πως θα έπρεπε να δώσω στον Πελέβιν μια ακόμα ευκαιρία στο μέλλον.



"Οι Αριθμοί και άλλες ιστορίες", Βίκτορ Πελέβιν, μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 390