30/12/25

"Flesh", David Szalay


       


Σπανίως γράφω για βιβλία που δεν έχουν ακόμα μεταφραστεί στα Ελληνικά, αν και διαβάζω (ή για να ακριβολογούμε ακούω) πολλά από αυτά. Το Flesh— «Σάρκα», θα το μετέφραζα, αν ήταν στο χέρι μου— είναι ένα από αυτά, γιατί κομίζει κάτι διαφορετικό, ξένο και πολύ οικείο ταυτόχρονα. Αν και ο Szalay έχει ως βασικό του θέμα τη σωματικότητα, το πώς το κορμί μας είναι αυτό που μας οδηγεί, και το μυαλό μερικές φορές ακολουθεί κι άλλες όχι, το ίδιο το μυθιστόρημα μοιάζει οστεώδες.

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, ο Ίστβαν, που τον γνωρίζουμε ως έφηβο αγόρι στην Ουγγαρία, και τον ακολουθούμε μέχρι να γίνει μεσήλικας, φαίνεται να παρασύρεται κάθε φορά, να μην παίρνει καμία απόφαση συνειδητά. Έπειτα βέβαια πληρώνει τις συνέπειες όπως όλοι μας. Έχει όμως κάτι το ξεχωριστό το πώς αντιδρά στο τραύμα, με έναν εντελώς "αντρικό" τρόπο, το αγνοεί. Δεν εντρυφεί σε τίποτα, αφήνεται στο κύμα και στον πολλαπλό πόνο, τόσο που αναρωτιόμαστε αν νιώθει πόνο, ή γιατί δεν νιώθει πόνο ή γιατί δεν φαίνεται πως νιώθει πόνο.

Ένα μέρος της τοξικής αρρενωπότητας των καιρών μας περικλείεται στην αγαπημένη απάντηση του Ίστβαν, «Οκ», ακολουθούμενη πολύ συχνά από το «Δεν ξέρω». Ο διάλογος στο βιβλίο, αυτά τα απανωτά μονολεκτικά «οκ», δίνουν τέτοια φρεσκάδα στην αφήγηση και είναι πολύ πιο αποκαλυπτικά από ό,τι πλοκή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Γιατί είπαμε, εδώ βλέπουμε κόκκαλα, τον σκελετό ενός μυθιστορήματος αντί για το ίδιο το μυθιστόρημα, τα κόκκαλα και τη σάρκα, αντί για τη σκέψη.

Ο Ίστβαν είναι τελείως αποστασιοποιημένος από τη ζωή και ταυτόχρονα ζει μια φοβερά γεμάτη ζωή, από την Ουγγαρία στην Αγγλία και ξανά πίσω, από τη φτώχια στα πλούτη, κ.ο.κ. Η ζωή του συμβαίνει. Σε πόσους από εμάς δεν συμβαίνει η ζωή, πόσοι από μας δεν πλοηγούμαστε ως τον θάνατο με τον ίδιο τρόπο; Κι έτσι ο αναγνώστης ταυτίζεται σε ένα βαθύ υπαρξιακό επίπεδο με έναν φαινομενικά εντελώς αδιάφορο κεντρικό ήρωα, ένα ήρωα ούτε κακό, ούτε καλό. Έναν ήρωα που απλά υπάρχει. Και συνεχίζει να υπάρχει ό,τι κι αν συμβαίνει.

Ο Szalay καταφέρνει με αυτό το τόσο ολιγόλογο και λιτό μυθιστόρημα να φτάσει τόσο κοντά στην αποτύπωση της πραγματικότητας, χωρίς να προσφέρει καμία εξήγηση. Γιατί ούτε στην πραγματική ζωή υπάρχει, ούτε καν δικαιολογία. Για μένα αυτή η αποτύπωση, είτε της πραγματικότητας, είτε του τι συμβαίνει μέσα στο ανθρώπινο μυαλό, είναι ο σκοπός όλης της τέχνης, όχι μόνον της λογοτεχνίας. Πιθανολογώ με εντυπωσίασε τόσο πολύ, που κάποιος το κατάφερε.

                           
                                                                               Κατερίνα Μαλακατέ



"Flesh", David Szalay

26/12/25

"Τα ονόματα της Φελίσας", Juan Gabriel Vásquez



                    

«Η εξόριστη στη Γαλλία κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πέθανε από θλίψη στις 10:15 της περασμένης Παρασκευής, 8 Ιανουαρίου, σ’ ένα παρισινό εστιατόριο.

Αυτή η φράση του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, γραμμένη στις 20α Ιανουαρίου του 1982, κόλλησε στο μυαλό του Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκεζ όταν την πρωτοδιάβασε το 1996 κατά τη διάρκεια της πρώτης του επίσκεψης στο Παρίσι. Κοντά τριάντα χρόνια μετά, ο Βάσκεζ έγραψε τα «Ονόματα της Φελίσας», βάζοντας το μυθιστορηματικό του άλτερ ίγκο, να περπατήσει στα βήματά της και να δει τη ζωή της. Φυσικά ο Βάσκεζ δεν ήξερε ποια ήταν η Φελίσα πριν το άρθρο του Μ

άρκες, γιατί αυτή ήταν γνωστή, αλλά όχι πασίγνωστη∙ ούτε καν μέσα στην Κολομβία. Ίσως ειδικά εκεί.

Ο Βάσκεζ-αφηγητής γράφει ένα βιβλίο για τις πολλαπλές μεταμορφώσεις, πρόσωπα, ταυτότητες και ονόματα της Φελίσας και στην πορεία γίνεται μια από αυτές τις μεταμορφώσεις, τόσα χρόνια μετά το θάνατό της. Οι αναμνήσεις του από αυτήν— δεν έχει αναμνήσεις, μόνο συνεντεύξεις, και αποκόμματα και γλυπτά και μαρτυρίες— μιλάνε για εκείνον κι όχι για κείνη. Έτσι με αυτό το μυθιστόρημα, μας παραδίδει ένα κείμενο ποιητικής, ένα κείμενο για το πώς φτιάχνεται ένα έργο τέχνης, ποιο είναι το έναυσμα και ποιο τελικά το δεύτερο επίπεδο, που ξεπερνά την ίδια την ιστορία και την πλοκή και δημιουργεί στον καλλιτέχνη την εμμονή με το θέμα και σε μας την ταύτιση.

Αυτός ο αφηγητής είναι το μεγάλο ατού του βιβλίου, το κάνει διαφορετικό και μοναδικό από αντίστοιχες μυθιστορηματικές βιογραφίες, και ο λόγος που ίσως κάποιοι αναγνώστες να νιώσουν στην αρχή απόσταση, σαν να διαβάζουν δημοσιογραφικό κείμενο. Εμένα, μου δημιούργησε το ακριβώς αντίθετο, κι είναι ένας από τους λόγους που θεωρώ το μυθιστόρημα σπουδαίο.

Η Φελίσα Μπουρστίν (Feliza Bursztyn) γεννήθηκε στην Κολομβία από γονείς Εβραίους, που ξέμειναν στην Μποκοτά όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ. Οι γονείς της ήταν εύποροι και αρκετά προοδευτικοί σε ιδέες, κι έτσι δέχτηκαν να σπουδάσει η κόρη τους τέχνη στη Νέα Υόρκη. Εκείνη γύρισε στα 18 της με έναν αμερικανό σύζυγο, με τον οποίο έκανε τρεις κόρες. Ούτε κι εκείνη ήξερε γιατί τον παντρεύτηκε, πιθανώς για το αίσθημα της ασφάλειας, το σίγουρο είναι πως τη δεκαετία του ‘50 ο Λάρι είχες σαφείς ιδέες για τη θέση της γυναίκας: έπρεπε να μεγαλώσει τα τρία της παιδιά και να κρατήσει τις ιδέες της για τέχνη ως χόμπι. Κι όταν είδε πως η Φελίσα δεν συμμορφωνόταν, η λύση ήταν απλή, της έσπασε το χέρι, για να μην ασχοληθεί με την τέχνη πια. Σύντομα, την κάλεσε κι ο έρωτας, με τον επίσης παντρεμένο ποιητή Χόρχε Γαϊτάν. Το σκάνδαλο ήταν τέτοιο που ο Λάρι απήγαγε τα παιδιά τους και τα πήγε στην Αμερική, το «παράνομο» ζευγάρι αναγκάστηκε να καταφύγει στο Παρίσι, ενώ ο πατέρας της την έθαψε, σε ένα κενό φέρετρο, με όλες τις τιμές της εβραϊκής κηδείας.

Η Φελίσα πήρε την γενναία απόφαση να ακούσει την κλίση της, να σπουδάσει στο Παρίσι, να φύγει με τον έρωτα της ζωής της, να παρατήσει τα παιδιά της στην Αμερική. Κι όμως, αυτή γυναίκα, γύρισε στη Μποκοτά, γιατί τέχνη μπορούσε να κάνει μόνον εκεί, στην Πατρίδα.

Η έννοια της Πατρίδας και της εξορίας απασχολεί πολύ τον Βάσκεζ σε αυτό το βιβλίο, ίσως γιατί αναγκάστηκε κι αυτός όπως πολλοί λατινοαμερικάνοι καλλιτέχνες να εγκαταλείψει την πατρίδα του όταν τα πράγματα στρίμωξαν πολιτικά. «Η τέχνη απαιτεί θυσίες» λέει σχεδόν κοροϊδευτικά το κλισέ, αλλά η Φελίσα Μπουρστίν, και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, και ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκεζ το έζησαν στο πετσί τους, μαζί με πολλούς πολλούς άλλους που παρελαύνουν σε αυτό το μυθιστόρημα, έστω και ως ονόματα.

«Εξορία: ποτέ δεν της είχε αρέσει αυτή η λέξη, αλλά κατέληξε πως καμία άλλη δεν ταίριαζε πιο πολύ: η εκπατρισμός δεν της έφτανε, η προσφυγιά της φαινόταν αμήχανη, η άσυλο πρόδιδε μιαν αδυναμία μια τρωτότητα, σαν να υπονοούσε μια αναπηρία.
Η Φελίσα αναγκάστηκε ξανά και ξανά να επανεφεύρει το δυσκολοπρόφερτο όνομά της που οι κριτικοί δεν κατάφεραν ούτε μια φορά να γράψουν σωστά στις εφημερίδες, το πρόσωπο και τον εαυτό της, αναζητώντας πάντα την καλλιτεχνική και την προσωπική ελευθερία. Αν και αυτή, η ελευθερία, δεν υπάρχει παρά μόνον όταν απαλλαγείς από τους άλλους, όταν πεθάνεις, μας το λέει ο Βάσκεζ ρητά. Η γυναίκα αυτή που δεν υπήρξε στρατευμένη φεμινίστρια, ούτε στρατευμένη κομμουνίστρια, τιμωρήθηκε γιατί ήταν γυναίκα και τιμωρήθηκε γιατί πήγε στην Κούβα, και τιμωρήθηκε γιατί θέλησε κάτι πέρα από τη σύμβαση. Και πέθανε μια μέρα, στα 48 της χρόνια, σε ένα καταπαγωμένο Παρίσι, χωρίς φίλους, αυτή που έζησε πάντα μέσα από την αγάπη των άλλων, που δημιούργησε πρωτοποριακά γλυπτά και που δεν μπορούσε να κάνει τέχνη παρά μόνον σπίτι της, στην Μποκοτά.

Αγάπησα τη λογοτεχνία του Βάσκεζ, την ιδιοτροπία της, την λογιοσύνη της, την ελευθερία της να μιλά για πράγματα που κοστίζουν, ήδη από τον «Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν» που έγραψε όταν ήταν μόλις 38 χρονών. «Τα ονόματα της Φελίσας» μοιάζει το πιο μεστό μυθιστόρημά του ως τώρα, το έγραψε άλλωστε στα 48, στην ηλικία που οι μυθιστοριογράφοι φτάνουν στην ακμή τους. Α και στην ηλικία που πέθανε η Φελίσα∙ από θλίψη.


"Τα ονόματα της Φελίσας", Juan Gabriel Vásquez, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος















Για τη Φελίσα Μπουρστίν: 



16/12/25

«Je ne parle pas francais», Katherine Mansfield


Μια μπουκιά ανάγνωσης είναι το «Je ne parle pas francais», της Κάθριν Μάνσφιλντ. Το διήγημα εκδόθηκε την τελευταία χρονιά του Α’ Παγκόσμιου, και είναι το πρώτο αμιγώς μοντερνιστικό της. Η Μάνσφιλντ το συνέθεσε μέσα σε δυο μήνες, ενώ ήδη ήξερε πως θα πέθαινε από φυματίωση κι η ίδια το θεωρούσε, όπως έγραψε στον άντρα της John Middleton Murry, «μια κραυγή ενάντια στη διαφθορά». Εκδόθηκε σε μόλις 100 αντίτυπα, σε «μια ιδιωτική έκδοση» όπως δήλωσε ο εκδοτικός οίκος (που ανήκε στον άντρα της), κι αργότερα για να επανεκδοθεί στη συλλογή Bliss από τον εκδοτικό οίκο Constable περικόπηκαν κάποιες από τις πιο πικάντικες στιγμές του.

Ως τότε, η Κάθριν Μάνσφιλντ, που γεννήθηκε το 1888 στο Γουέλινγκτον της Νέας Ζηλανδίας, κι έζησε μια ελεύθερη, παλαβή ζωή, έγραφε μάλλον πιο λυρικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γραφή της στο «Σε μια γερμανική πανσιόν». Μια γραφή που αρκετά συχνά χαρακτηρίστηκε «γυναικεία» για να αποδυναμωθεί.

Κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Ραούλ Ντικέτ, ένας "Παριζιάνος, βέρος Παριζιάνος", ένας "νεαρός συγγραφέας, πολύ σοβαρός, που τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη εγγλέζικη λογοτεχνία". Αυτά μας τα δηλώνει ο ίδιος για τον εαυτό του. Ο Ραούλ κάθεται σε ένα παρακμιακό καφέ και στοχάζεται. Βλέπει τη φράση Je ne parle pas francais και θυμάται έναν «άγγλο νεαρό συγγραφέα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γαλλική λογοτεχνία», τον Ντικ, με τον οποίο είχαν μια γνωριμία, το πώς ο Ντικ έφυγε ξαφνικά, και το πώς γύρισε πίσω με μια γυναίκα, το Ποντικάκι.

Η αφήγηση του Ραούλ είναι συνειρμική, δεν έχουμε πλήρη επίγνωση αν μιλάει στην αρχή μια γυναίκα ή ένας άντρας και η σεξουαλικότητά του αμφίσημη. Η ίδια η Μανσφιλντ εξάλλου είχε ερωτικές σχέσεις και με τα δυο φύλα, παθιασμένες και εξουθενωτικές.

Ο Ραούλ μάς λέει από την αρχή πως δεν πιστεύει στην ανθρώπινη ψυχή, πως οι άνθρωποι είναι σαν τις βαλίτσες, κουβαλάνε κάποια πράγματα. Κι έπειτα μας απαριθμεί ένα ένα τα ωραία πράγματα στην κατοχή του, για τα οποία δεν πλήρωσε ποτέ. Για αυτά πλήρωναν οι μεγαλύτερες γυναίκες με τις οποίες είχε σχέσεις.

Το διήγημα είναι τολμηρό, χειρίζεται το τραύμα με έναν ιδιότυπο τρόπο, σκοτεινό, ξεχωρίζει κυρίως λόγω της αφήγησης από τον Ραούλ της χρησιμοποίησης του όταν ήταν μικρό αγόρι ως σκεύος ηδονής από την Αφρικανή πλύστρα. Οι σκηνές βέβαια είναι αυτές που λογοκρίθηκαν και δεν επανήλθαν παρά 50 χρόνια μετά στο σώμα του κειμένου. 

Το κείμενο δεν μας λέει ποτέ την αλήθεια, συνέχεια υπονοεί, περισσότερο συσκοτίζει αντί φωτίζει τον Ραούλ και τις καταστάσεις, έχει χιούμορ βαθύ, υποδόριο, κοφτερό σα μαχαίρι. Χαρακτηριστικοί είναι τίτλοι των βιβλίων του νεαρού συγγραφέα: "Ψεύτικα νομίσματα", "Λάθος πόρτες", "Παρατημένες ομπρέλες" αλλά και ο τίτλος του ίδιου του διηγήματος. Μιλάει για το φαίνεσθαι και το είναι, με μια φωνή βαθιά υποκριτική, ενός αφηγητή τελείως αναξιόπιστου και υποβλητικού. Ο Ραούλ δεν είναι τυχαία άντρας—  η συγγραφέας συνήθως διάλεγε ένα δικό της άλτερ ίγκο για αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα, κι εδώ κάνει τη διαφορά. Στο τέλος τον «νεαρό συγγραφέα» δεν τον υποψιαζόμαστε απλά για ζιγκολό αλλά και για προαγωγό.

Ογδόντα οκτώ διηγήματα έγραψε η Κάθριν Μανσφιλντ στα τριάντα πέντε χρόνια που έζησε. Κι έφτασαν για να την καθιερώσουν ως μια από τις πρώτες πραγματικά επαναστατικές γυναικείες λογοτεχνικές φωνές του 20ου αιώνα. Δεν ήταν άλλωστε τυχαία η άσπονδη εχθρός της Βιρτζίνια Γουλφ.

 


                                Κατερίνα Μαλακατέ


«Je ne parle pas francais», Katherine Mansfield, μτφ. Σοφία Αυγερινού, εκδ. Μεταίχμιο

10/12/25

"Θλιβερός τίγρης", Neige Sinno







Δυσκολεύτηκα πολύ να τελειώσω τον «Θλιβερό τίγρη». Για την ακρίβεια, για ένα τόσο μικρό σε μέγεθος βιβλίο και ένα βιβλίο που μου άρεσε τόσο πολύ, το δίμηνο που μου πήρε να το τελειώσω μοιάζει αβάσταχτο. Ήταν αβάσταχτο. Ο «Θλιβερός τίγρης» είναι ένα βιβλίο που έχεις συνέχεια την ανάγκη να το κλείνεις, να βρίσκεις ίσως παρηγοριά στις σελίδες ενός άλλου βιβλίου, να απομακρύνεσαι. Κι έπειτα να ξαναχώνεις το μαχαίρι στην πληγή, όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο βαθιά, χωρίς ανάσες, χωρίς εύκολους περισπασμούς, χωρίς έλεος ή σωσμό. Το λέει κι η ίδια η συγγραφέας, περίμενε η λογοτεχνία, η τέχνη, να τη βγάλει νικήτρια από την αχρειότητα. Η λογοτεχνία όμως δεν την έσωσε. Δεν έχει σωθεί.

Πρόκειται για ένα ιδίοτυπο autofiction— ρέπει προς τη μαρτυρία και τα απομνημονεύματα—, όπου η συγγραφέας ξεκινά με την απερίφραστη ομολογία αυτού που της συνέβη όταν ήταν παιδί, για πολλά χρόνια ο πατριός της τη βίαζε. Δεν την ενδιαφέρουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά, το μυαλό της εξάλλου εν πολλοίς την προστατεύει, δεν θυμάται πόσων χρονών ήταν την πρώτη φορά, πέντε ή έξι, τη νοιάζει η ίδια η ψυχολογία ενός τέτοιου τραύματος, η σχέση μεταξύ του θύτη και του θύματος, που έχει λεπτές, λεπτότερες αποχρώσεις όσο σκαλίζεις βαθύτερα.

Για αρχή η συγγραφέας προστρέχει στον Ναμπόκοφ, αυτό θα τη σώσει, η λογοτεχνία, ο Χάμπερτ Χάμπερτ, ο κακοποιητής- πρωτοπρόσωπος αφηγητής. Δεν μπορεί να τη σώσει ένας άντρας, προφανώς. Μετά προστρέχει στις άλλες γυναίκες, στη Βιρτζίνια Γουλφ. Ούτε εκεί υπάρχει πάντα λύτρωση. Και στις αφηγήσεις των άλλων θυμάτων. Εκεί νομίζει πως προσωρινά θα βρει ελπίδα.
Όμως ούτε εκεί κρύβεται η λύση. Γιατί το κακοποιημένο παιδί δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει. Όσο κι αν το ασυνείδητο κρύβει τις λεπτομέρειες μιας πίπας στον πατριό, δεν μπορεί να κρύψει την ζημιά αυτής της πίπας. Η προσωπικότητα της ενήλικης διαμορφώθηκε από το συνεχώς τραυματιζόμενο παιδί, κι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Δεν επουλώνεται η πληγή. Δεν αλλάζει.

Δεν τίθεται θέμα συγχώρεσης, ούτε και λήθης. Πάντα θα υπάρχει αυτή που σαγηνεύεται, οι γυναίκες που του στέλνουν γράμματα στη φυλακή, η κόρη του, που λέει πως της στέρησε τον πατέρα της στην παιδική της ηλικία, πως εκείνη δεν θα τη βίαζε ποτέ. Η νέα οικογένεια μετά τη φυλακή, με μια νέα γυναίκα. Η συνεχής άρρητη θυσία της μάνας της, θυσίασε την καλή ζωή που είχε δίπλα στον κακοποιητή για να τον καταγγείλει για χάρη της. Οι κακοποιητές δεν αυτοκτονούν, τα παιδιά-θύματα αυτοκτονούν ως ενήλικες. Το θύμα μένει για πάντα ο φορέας του τραύματος, κι αυτό πρέπει να το διαχειριστεί.

Νομίζω πως αυτό που ενεργοποίησε την ταύτιση μέσα μου, ήταν η επιταγή για σιωπή. Μην το πεις, μην το πεις, θα χαλάσεις τη ζωή της μαμάς, της αδελφής, του μπαμπά, της μελλοντικής γυναίκας, των μελλοντικών παιδιών. Μην το πεις, εσύ θα φταίξεις για τη δυστυχία τους αν το πεις, εσύ φέρεις μόνο τη δυστυχία σου, αποδέξου του. Λες να έφταιξες;

Κι η μυθοπλασία, η λογοτεχνία, μπορεί να σε σώσει η λογοτεχνία;

Δεν είναι η λύση γιατί δεν υπάρχει καμία λύση. Μόνο να μην είχε γίνει. Αλλά έγινε κι αυτό δεν αλλάζει. 

«Μια δημόσια δίκη για βιασμό ανηλίκου μοιάζει με κάτι άσεμνο, σαν να πλένεις την κιλότα σου μπροστά σε όλον τον κόσμο».

Και τότε γιατί γράφει, γιατί τα λέει, γιατί μιλάει, γιατί μίλησε.

«Αυτή τη φράση τη φράση που με στοίχειωνε επί σειρά ετών, όπως τη διατύπωσε ο ιστορικός των παγκόσμιων πολέμων -Βιάζουν διότι το μπορούν- θέλω σήμερα να τη χρησιμοποιήσω για λογαριασμό μου λες και ήταν ανέκαθεν η προσήκουσα απάντηση στην ερώτηση «γιατί». Γιατί γράφω αυτό το βιβλίο: Διότι μπορώ».

Ήρωας του βιβλίου δεν είναι ο βιαστής, αλλά η ίδια.

«Είμαστε πολλές, πολλοί. Κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες άτομα ξυπνούν ή κοιμούνται μεταμορφωμένοι σε κάποιον ή κάποιαν σαν κι εμάς. Ένας στρατός σκιάς»

Δεν μπορεί να γιατρευτεί, ούτε να το καμουφλάρει με τη λογοτεχνία, ούτε να βρει ένα δίκιο. Μα μπορεί επιτέλους να τα πει. Κι αυτή είναι η νίκη της Σινό με αυτό το βιβλίο, μια νίκη στρατηγική, μια νίκη θριαμβευτική∙ επιτέλους του θύματος.

Δεν ξέρω αν μπορείτε να συνειδητοποιήσετε από αυτό το κείμενο την έκρηξη των συναισθημάτων που μου επέφερε ο «Θλιβερός τίγρης». Δεν θα μπω καν στον κόπο να αναρωτηθώ αν αυτό είναι λογοτεχνία. Είναι τέχνη πέρα από τα όρια και τους ορισμούς. Το θύμα απέκτησε φωνή. Κι εγώ ήμουν η ακροάτρια. Εγώ άκουσα. Αυτό μονάχα έχει σημασία.


                                      Κατερίνα Μαλακατέ


"Θλιβερός τίγρης", Νεζ Σινό μτφ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Εστία


17/11/25

Huckleberry Finn vs James





Παράλληλη ανάγνωση ή αντιπαραβολή, κάποιες στιγμές το πρώτο κι άλλες το δεύτερο, όπως μάλλον θα ήθελε κι ο ίδιος ο Έβερετ, που δήλωσε πως πριν γράψει το «James» διάβασε το «Χωκλιμπέρι Φιν» δεκαπέντε φορές, αλλά θα έφταναν ίσως και μόνον οι δέκα πρώτες.

Το «Χωκλιμπέρι Φιν» είναι ένα πικαρέσκο μυθιστόρημα, γραμμένο στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, στα πρότυπα των υπόλοιπων μυθιστορημάτων του Μαρκ Τουέιν, κυρίως του «Τομ Σώγιερ». Μιλάμε για μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενός ήρωα λαϊκού υπόβαθρου, που μας λέει με τη δική του ιδιόλεκτο την ιστορία του, επεισόδια από τη ζωή του, που έχουν κάπως κι έναν σατιρικό χαρακτήρα, μεταξύ άλλων. Ο ήρωας στο πικαρέσκο δεν έχει πολλές πολλές μεταπτώσεις, ούτε στη γλώσσα, ούτε στον χαρακτήρα.

Τι αλλάζει στο «Χωκλιμπέρι Φιν»; Μα, η παρουσία του Σκλάβου Τζιμ και το κεντρικό θέμα. Το ηθικό δίλημμα δεν είναι, όπως στο «Τομ Σώγιερ», το αίτημα για την προσωπική ελευθερία ενός λευκού αγοριού. Ο Χακ αποφασίζει συνειδητά να βοηθήσει έναν σκλάβο να δραπευτεύσει, παρ’ όλο που ξέρει πως νομικά, θρησκευτικά, κοινωνικά κ.ο.κ. αυτό είναι κολάσιμο. Το κεντρικό θέμα στο «Χωκλιμπέρι Φιν» είναι γνωστό από αρχαιότατων χρόνων, ήδη από την Αντιγόνη, «τι είναι ηθικό και τι νόμιμο». Γιατί ο Χακ στο βάθος της (αμερικάνικης) ψυχής του ξέρει πως ο Τζιμ είναι άνθρωπος, και δεν πρέπει να είναι σκλάβος.

Το μυθιστόρημα ξεκινά με ένα disclaimer του Τουέιν, χρησιμοποιεί σε αυτό επτά διαφορετικές διαλέκτους του Νότου, που όλες σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αληθινές, τις έχει ακούσει ή τις έχει χρησιμοποιήσει. Ήδη από το 1885 που εκδόθηκε στην Αμερική, το μυθιστόρημα λοιδορήθηκε για αυτές τις διαλέκτους, και σκανδάλισε με το αντιρατσιστικό του θέμα. Ας μην ξεχνάμε πως η δράση τοποθετείται ακριβώς πριν τον Αμερικάνικο Εμφύλιο στον Νότο, ενώ γράφεται μόλις 10 χρόνια μετά. Τα πάθη είναι καυτά. Κι ακόμα είναι, 150 χρόνια μετά στην Αμερική, ζεστά.

Σε αυτήν ακριβώς τη γλώσσα πάτησαν οι καλές κυρίες την εποχής αλλά και οι καλοί κύριοι στις κριτικές τους, και θάψαν το «Χωκλιμπέρι Φιν», θεωρώντας πως προωθεί την ανηθικότητα και την ελευθεριότητα στους νέους. Χρειάστηκαν σχεδόν σαράντα χρόνια, και το γύρισμα του αιώνα, για ανακαλύψουν ξανά το μυθιστόρημα του Τουέιν ο Χεμινγκουέι και ο Τ.Σ.Έλιοτ και να το επιβάλλουν στον Κανόνα. Αν και, ακόμα κι οι δυο τους διαφωνούν με το τέλος του. Στο τέλος εμφανίζεται ο Τομ Σώγιερ και βασανίζει τον Τζιμ, βάζοντάς τον σε μια «περιπέτεια», παρόλο που ήδη ξέρει πως ο άλλοτε σκλάβος είναι ελεύθερος, τον ελευθέρωσε η κυρία του στην διαθήκη της όταν πέθανε.

Το «Χώκλιμπέρι Φιν» διδάχτηκε σε όλα τα αμερικάνικα σχολεία σχεδόν για όλον τον 20ο αιώνα, για να καταργηθεί πάλι η διδασκαλία του στον 21ο , γιατί είναι γεμάτο με τη μισητή λέξη από «νι».

Ο Πέρσιβαλ Έβερετ είναι μαύρος συγγραφέας, και το 2022, συλλαμβάνει— εν μέσω μιας παρτίδας τένις— την ιδέα να πει την πασίγνωστη ιστορία του Χακ Φιν, από την πλευρά του σκλάβου, να κάνει δηλαδή τον Τζιμ αφηγητή και κεντρικό ήρωα. Βέβαια, ο Πέρσιβαλ Έβερετ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε μαύρος συγγραφέας, είναι άνω των εξήντα χρονών, έχει γράψει κοντά στα τριάντα βιβλία, διδάσκει δημιουργική γραφή και γλώσσα όλη του τη ζωή, είναι ένας λόγιος με τεράστια αγάπη προς τη γλώσσα και την εκπαίδευση. Θεωρεί πως αν κάτι θα λυτρώσει τη μαύρη κοινότητα είναι ακριβώς αυτό, το βλέπουμε ήδη από τα πιο πρώιμα έργα του, όπως το "Σβήσιμο".

Φτιάχνει έτσι μια αφήγηση από αυτές που ονομάζονται neo-fugitive narratives (μαύροι συγγραφείς, που δεν υπήρξαν οι ίδιοι σκλάβοι, αλλά είναι απόγονοι σκλάβων, γράφουν για τη σκλαβιά και τον μακρύ δρόμο της προσπάθειας απελευθέρωσης) και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα spin-off ενός από τα πιο αγαπημένα και πολυδιαβασμένα αμερικάνικα μυθιστορήματα.

Στο πρώτο μέρος ακολουθεί κατά γράμμα την πλοκή του “Χωκλιμπέρι Φιν”, σε όσα κομμάτιά του δηλαδή υπάρχει ο Τζιμ και θα μπορούσε ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής να μας πει το επεισόδιο. Έτσι, εκμεταλλεύεται τη ροή του πικαρέσκου και το «James» είναι κι αυτό φοβερά ευκολοδιάβαστο∙ ειδικά αν έχεις διαβάσει στην εφηβεία σου τον Τουέιν και δεν θυμάσαι ακριβώς τι γίνεται σε κάθε επεισόδιο.

Στο δεύτερο και το τρίτο μέρος όλα αλλάζουν, γιατί πρέπει να αλλάξουν.

Ο Έβερετ γράφει με πρόθεση. Το κεντρικό του θέμα είναι το αίτημα για ελευθερία, όχι του λευκού αγοριού, αλλά του μαύρου άντρα. Από την πρώτη κιόλας σκηνή, καταρρίπτει το κλισέ του μυθιστορήματος του Τουέιν πως ο Τζιμ είναι καλόκαρδος μεν μα χαζούλης, αμόρφωτος που πιστεύει σε ένα σωρό δεισιδαιμονίες και νοητικές παγίδες που στήνει η θρησκεία. Για την ακρίβεια, ο Τζιμ του Έβερετ αίρεται ακόμα ψηλότερα από αυτό, η διάλεκτος που μιλάει είναι πεποιημένη, φτιαχτή, κι αναγκάζεται να τη διδάσκει στα παιδιά, για να κρατάει τους λευκούς ήσυχους, πως οι μαύροι είναι κατώτεροι τους.

Αυτό το λογοτεχνικό εύρημα— μην ψάχνετε, δεν υπάρχει καμία πραγματολογική μελέτη για να στηρίξει κάτι τέτοιο, είναι εβερετισμός— η γλώσσα που χρησιμοποιείται ως κατευναστικό μέσο του δυνάστη, και ως ένδειξη υποταγής, κι έπειτα η σταδιακή απελευθέρωση του Τζιμ από αυτή όσο απομακρύνεται από την σκλαβιά, για να γίνει τελικά κύριος του εαυτού του, να τον επανεφεύρει και να μπορεί να τον ονοματίσει – James— στηρίζει το δεύτερο επίπεδο της ανάγνωσης. Το «James» είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας και τελικά ενδυνάμωσης. Naming the self, ονομάζοντας τον εαυτό.

Στην πορεία βέβαια κάθε ένα αναδιηγημένο επεισόδιο του «Χώκλιμπέρι Φιν» αποτελεί κι ένα μάθημα αμερικάνικης ιστορίας και αναζήτησης της αμερικάνικης ψυχής, που τι έκπληξη, περιλαμβάνει και τη μαύρη φυλή. Το εξαιρετικό με το «James» είναι πως λειτουργούν όλα, η φτιαχτή γλώσσα των μαύρων, η γλώσσα των αμόρφωτων λευκών, το έντονο χιούμορ (που κι αυτό θυμίζει Τουέιν) ακόμα και οι φαντασιώσεις του Τζιμ με τον Βολταίρο και τον Τζον Λοκ— αποκυήματα της φαντασίας του Έβερετ βεβαίως—, λειτουργούν για να πουν ξανά μια ιστορία που είναι σοκαριστική, πώς άνθρωποι υπήρξαν αντικείμενα, «περιουσιακά στοιχεία», πώς οι σκλάβοι δεν είχαν οικογένεια, πώς τις μαύρες γυναίκες τις βιάζανε χωρίς καν να το σκέφτονται, σαν καθημερινή δραστηριότητα, πώς για ένα κομμάτι μολύβι μπορούσαν να σε βασανίσουν μέχρι θανάτου και να σε κρεμάσουν περήφανα στην πλατεία. Κυρίως όμως για το ότι, όλο αυτό, ήταν νόμιμο. Αυτό είναι το εξωφρενικό, το αδιανόητο. Αυτό πρόσταζε ο νόμος, η κοινωνία, η ηθική, η θρησκεία. Αλλά ο Τζιμ μας το λέει από την αρχή, σε κανέναν Θεό δεν πιστεύει γιατί αυτός είναι ο λευκός θεός.

Από τα αγαπημένα μου επεισόδια, είναι η αναδιήγηση των παραστάσεων Μινιστρέλ, όπου λευκοί, φορώντας μπλακφέις (blackface), προσποιούνταν πως τραγουδούσαν τραγούδια μαύρων. Ο Daniel Decatur Emmett είναι ιστορικό πρόσωπο, υπήρξε και αυτός και το βιβλίο με τα «τραγούδια» του, που επιβίωσε και υπάρχει ως τις μέρες μας (μη ρωτήσετε για τα πραγματικά τραγούδια των μαύρων και αν υπάρχουν αυθεντικά τυπωμένα). Αυτό διαβάζουμε πρώτο πρώτο στο «James», ένα από τα τραγούδια του Έμετ, αυτή την ψευτιά.

Στο επεισόδιο αυτό, συνειδητοποιεί ο Τζιμ πως ακόμα και από φιλελεύθερους λευκούς δεν έχει τίποτα να περιμένει, πως αν περιμένει, πρέπει πάλι να τον ελευθερώσει ένας λευκός άνθρωπος. Και επαναστατεί. Στο δεύτερο και το τρίτο μέρος, που ξεχνάμε τον Μαρκ Τουέιν, ο Τζιμ είναι πια ελεύθερος, κι ας δεν είναι. Σιγά σιγά βρίσκει τον εαυτό του, γίνεται βίαιος εκεί που πρέπει, ξεσηκώνει, ηγείται. Και τελικά γίνεται Just James.

Τώρα αυτή η τελευταία φράση, αμφίσημη στα αγγλικά, και σχεδόν αδύνατον να αποδοθεί στα ελληνικά σε όλο της το μεγαλείο, «Δίκαιος Τζέιμς», «Μόνο Τζέιμς», «Απλά Τζέιμς» κ.ο.κ., είναι ο πυρήνας. Ο Τζιμ πια μπορεί να αυτοπροσδιοριστεί, είναι συνειδητός κύριος του εαυτού του και έχει όνομα.

Έτσι το «James» γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από ένα λογοτεχνικό παιχνίδι αλλαγής αφηγητή και ενός τεχνάσματος της γλώσσας. Διαλέγοντας άλλον αφηγητή για την ίδια ιστορία, ο Έβερετ διαφοροποιεί όχι μόνον το διακύβευμα του αφηγήματος αλλά και το ίδιο το αφήγημα. Σε κάποιο σημείο ο Τζιμ ξεκινώντας να γράφει την ιστορία του με αυτό το απόκομμα μολυβιού, το ποτισμένο με αίμα, λέει «Με το μολύβι μου, γράφοντας δίνω υπόσταση στον εαυτό μου, γράφοντας βρίσκομαι εδώ». Όποιος αποκτά φωνή, αποκτά συνείδηση, και θέση στην Ιστορία.

Ο Πέρσιβαλ Έβερετ με το «James» έζησε στην Αμερική κάτι που δεν του είχε συμβεί πριν, παρόλα τα σπουδαία βιβλία που είχε ήδη γράψει, έγινε διάσημος, βγήκε στην τηλεόραση, απέκτησε βήμα. Σε όλη του τη ζωή ήταν ένας άνθρωπος που στήριξε την μαύρη κοινότητα διακριτικά— αυτό του προσάπτουν πάντα κι αυτό διακωμωδεί και στο «Σβήσιμο», πως δεν ήταν αρκετά «μαύρος συγγραφέας». Όμως εδώ ξεκάθαρα άλλαξε πολιτική στάση, βγήκε μπροστά, όπως ο James. Οι καιροί δυστυχώς το επιτάσσουν. Γιατί 150 χρόνια μετά η φυλετική ισότητα παραμένει ακόμα αίτημα. Στην Αμερική, αλλά κι εδώ.



                                     Κατερίνα Μαλακατε



10/11/25

"Ο Ιωσήφ ήρθε μετά", Φωτεινή Τσαλίκογλου


Ο Ιωσήφ ήρθε μετά, Φωτεινή Τσαλίκογλου, εκδ. Καστανιώτη

Ο Ιωσήφ είναι το Κακό. Γεννήθηκε στη θέση ενός άλλου μωρού και από την αρχή ξέσκισε τη μάνα του. Υπήρξε κακός, βασανιστής για τη μάνα και την αδελφή του, κυρίως για τη μάνα που τον λάτρευε ό,τι κι αν ήταν. Ο πατέρας πότε απών, πότε έστεκε και κοιτούσε, αυτός, ο φορέας του συλλογικού Κακού. Ο Ιωσήφ είναι η ενσάρκωση του κακού. Την ιστορία αφηγείται η αδελφή, η Θάλεια, που βλέπει τη μάνα της να ταλαιπωριέται κάθε μέρα και να καταλήγει σε έναν διπλό θάνατο, και τον πατέρα της, να αφηγείται ιστορίες από το παρελθόν, να τις φορτώνει, να τις στοιβάζει πάνω της. Ένας πατέρας ταυτόχρονα ήρωας και προδότης. Η μάνα του αυτοκτόνησε∙ κι εκείνου.

Το βιβλίο διερευνά ένα τραύμα βαθύ και ανομολόγητο, αυτό της ψυχικής ασθένειας, του φονιά. Η συγγραφέας το κάνει με λεπτότητα, και δεν βάζει το ψυχοθεραπευτικό άλτερ ίγκο της μέσα στις σελίδες, παρά μόνον την ύστατη ώρα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν. Ίσως η μόνη απάντηση να είναι η ίδια η ανθρώπινη φύση και ο τρόπος που διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ μας, μια ισορροπία τρόμου στο πρεβάζι ενός μπαλκονιού και στα κλαδιά ενός δέντρου. Η ζωή και ο θάνατος δεν έχουν σημασία. Ούτε καν η ίδια η επιβίωση. Μόνο μία είναι η έγνοια, να γλιτώσει το παιδί, να μην είναι κακό, να μην είναι θύτης, να μην είναι θύμα, να μην είναι βασανιστής, να μην είναι βασανιζόμενος. Το μικρό μυθιστόρημα αρχίζει με ένα αγέννητο παιδί και τελειώνει με ένα αγέννητο παιδί. Οι συνθήκες δεν μοιάζουν. Μοιάζει όμως ίδια η επιταγή για προστασία και αγάπη, από μια κληρονομιά αβάσταχτη. Κλείνει με ένα άλλο, ξένο παιδί, πάλι δικό μας, να αγκαλιάζει το αρκουδάκι του.

Παρακολουθούσα στην αρχή την πλοκή με χλιαρό ενδιαφέρον, νόμιζα πως τα είχα ξαναδιαβάσει στο «Να μιλήσουμε για τον Κέβιν», ώσπου έφτασε στο κρεσέντο της η αφήγηση, τότε απαίτησε όλη την προσοχή μου, λαχταρούσα για λύτρωση. Και λύτρωση δεν ήρθε. Μόνο η καθημερινότητα, πεζή, ανομολόγητη, να σου λέει κάθε μέρα πόσο απέτυχες. Ο χρόνος, λένε, αμβλύνει τα πάθη. Ακόμα κι αν περιλαμβάνουν τόσους θανάτους; Είχα καιρό να διαβάσω βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου, έφταιξε το αναγνωστικό μου μπλοκ των τελευταίων χρόνων, η περιρρέουσα αίσθηση πως η ελληνική λογοτεχνία δεν έχει βαθύ λόγο; Ό,τι κι αν έφταιξε, δικό μου το λάθος.



                                    Κατερίνα Μαλακατέ