ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ
Ένα blog για τα βιβλία, τη γραφή και την ανάγνωση
19/1/26
"Το όνομά μου είναι Εστέλα", Alia Trabucco Zerán
10/1/26
"Brooklyn", Colm Tóibín
Αγαπώ την ηρεμία της γραφής του Κολμ Τομπίν. Δεν βιάζεται να μας πει την ιστορία, ούτε να την τελειώσει, υπνωτιστικά σχεδόν μας οδηγεί σκηνή σκηνή ως το τέλος. Πρόκειται για έναν λεπτολόγο της γραφής που επικεντρώνεται στο ασήμαντο για να μπορέσει τελικά να μας πει το σημαντικό.
Το «Μπρούκλιν» με το οποίο άρχισε αναγνωστικά η χρονιά μου, έγινε
πολύ γρήγορα ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία. Τις μέρες που το διάβαζα
έζησα μέσα του, ανάσαινα στον ρυθμό του.
Κεντρική ηρωίδα η Έιλις, μια Ιρλανδή, νεαρή γυναίκα, που τη
δεκαετία του ’50 μεταναστεύει μόνη στην Αμερική, χωρίς κανέναν να τη βοηθήσει. Η Έιλις είναι η πιο «ήπια» από τις γυναίκες της
οικογένειάς της, η αντίθεση με την εξωστρεφή αδελφή της Ρόουζ είναι εμφανής σε
όλα. Κι όταν της λένε πως θα φύγει για
Αμερική, δεν μπορεί καν να εκφράσει άποψη για το αν θα ήθελε κάτι τέτοιο ή όχι,
τις αποφάσεις τις παίρνουν η μητέρα της και η αδελφή.
Η ηρωίδα όμως βρίσκει
τρόπο και αίρεται πάνω από αυτό, πάνω από την μοίρα. Στο κατάστρωμα του πλοίου
για την Αμερική χάνει όλες τις ψευδαισθήσεις,
καταλαβαίνει πως είναι ολομόναχη. Και παρ’όλο που αρχικά μοιάζει να μην έχει
πυξίδα και έρεισμα, τελικά τα καταφέρνει να επιπλεύσει.
Η Έιλις καταλήγει να αναζητά το ποια είναι, ανάμεσα σε δυο
πατρίδες, το Μπρούκλιν και το Ανεσκόρθι, και σύντομα ανακαλύπτει πως δεν ανήκει
πουθενά, και στα δυο με κάποιον τρόπο είναι ξένη. Νιώθει νοσταλγία για τον κάθε
τόπο όταν είναι μακριά του, και μια βαθιά αίσθηση ξενότητας όταν είναι εκεί.
Το τέλος τους μυθιστορήματος, εντυπωσιακό, σε σχέση με την
πορεία της ιστορίας, καταδεικνύει όλη την υποκρισία των μικρών κοινωνιών, που
είναι έτοιμες να σε κατασπαράξουν και να ορίσουν τη ζωή σου ανά πάσα στιγμή, με
τη ρηχότητα και την κακία του κουτσομπολιού. Η προσωπική ελευθερία είναι
αδύνατη, δίπλα στους άλλους.
Καταβρόχθισα το «Μπρούκλιν», χαίρομαι που η χρονιά μου
άρχισε με αυτό. Ταυτίστηκα με μια ηρωίδα τόσο κοινή και καθημερινή, μια ηρωίδα
που ποτέ δεν ξέρουμε με σιγουριά τις σκέψεις της. Αλλά τις μαντεύουμε, κι αυτό
έχει σημασία στην ψυχογράφησή της. Αυτό οδηγεί τελικά σε ένα τόσο συναρπαστικό
κρεσέντο.
Επόμενος αναγνωστικός σταθμός, η συνέχεια, είκοσι χρόνια
μετά, «Λονγκ Άιλαντ». Ανυπομονώ να δω την Έιλις μεγάλη γυναίκα, στην ηλικία
μου.
Κατερίνα Μαλακατέ
"Brooklyn", Colm Tóibín
30/12/25
"Flesh", David Szalay
26/12/25
"Τα ονόματα της Φελίσας", Juan Gabriel Vásquez
«Η εξόριστη στη Γαλλία κολομβιανή γλύπτρια Φελίσα Μπουρστίν πέθανε από θλίψη στις 10:15 της περασμένης Παρασκευής, 8 Ιανουαρίου, σ’ ένα παρισινό εστιατόριο.
άρκες, γιατί αυτή ήταν γνωστή, αλλά όχι πασίγνωστη∙ ούτε καν μέσα στην Κολομβία. Ίσως ειδικά εκεί.
«Εξορία: ποτέ δεν της είχε αρέσει αυτή η λέξη, αλλά κατέληξε πως καμία άλλη δεν ταίριαζε πιο πολύ: η εκπατρισμός δεν της έφτανε, η προσφυγιά της φαινόταν αμήχανη, η άσυλο πρόδιδε μιαν αδυναμία μια τρωτότητα, σαν να υπονοούσε μια αναπηρία.
16/12/25
«Je ne parle pas francais», Katherine Mansfield
Μια μπουκιά ανάγνωσης είναι το «Je ne parle pas francais», της Κάθριν Μάνσφιλντ. Το διήγημα εκδόθηκε την τελευταία χρονιά του Α’ Παγκόσμιου, και είναι το πρώτο αμιγώς μοντερνιστικό της. Η Μάνσφιλντ το συνέθεσε μέσα σε δυο μήνες, ενώ ήδη ήξερε πως θα πέθαινε από φυματίωση κι η ίδια το θεωρούσε, όπως έγραψε στον άντρα της John Middleton Murry, «μια κραυγή ενάντια στη διαφθορά». Εκδόθηκε σε μόλις 100 αντίτυπα, σε «μια ιδιωτική έκδοση» όπως δήλωσε ο εκδοτικός οίκος (που ανήκε στον άντρα της), κι αργότερα για να επανεκδοθεί στη συλλογή Bliss από τον εκδοτικό οίκο Constable περικόπηκαν κάποιες από τις πιο πικάντικες στιγμές του.
Ως τότε, η Κάθριν Μάνσφιλντ, που γεννήθηκε το 1888 στο
Γουέλινγκτον της Νέας Ζηλανδίας, κι έζησε μια ελεύθερη, παλαβή ζωή, έγραφε
μάλλον πιο λυρικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γραφή της στο «Σε μια γερμανική πανσιόν». Μια γραφή που αρκετά συχνά χαρακτηρίστηκε «γυναικεία» για
να αποδυναμωθεί.
Κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι
ο Ραούλ Ντικέτ, ένας "Παριζιάνος, βέρος Παριζιάνος", ένας "νεαρός
συγγραφέας, πολύ σοβαρός, που τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη σύγχρονη
εγγλέζικη λογοτεχνία". Αυτά μας τα δηλώνει ο ίδιος για τον εαυτό του. Ο Ραούλ
κάθεται σε ένα παρακμιακό καφέ και στοχάζεται. Βλέπει τη φράση Je ne parle pas francais και
θυμάται έναν «άγγλο νεαρό συγγραφέα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γαλλική
λογοτεχνία», τον Ντικ, με τον οποίο είχαν μια γνωριμία, το πώς ο Ντικ έφυγε
ξαφνικά, και το πώς γύρισε πίσω με μια γυναίκα, το Ποντικάκι.
Η αφήγηση του Ραούλ είναι συνειρμική, δεν έχουμε πλήρη
επίγνωση αν μιλάει στην αρχή μια γυναίκα ή ένας άντρας και η σεξουαλικότητά του
αμφίσημη. Η ίδια η Μανσφιλντ εξάλλου είχε ερωτικές σχέσεις και με τα δυο φύλα,
παθιασμένες και εξουθενωτικές.
Ο Ραούλ μάς λέει από την αρχή πως δεν πιστεύει στην
ανθρώπινη ψυχή, πως οι άνθρωποι είναι σαν τις βαλίτσες, κουβαλάνε κάποια
πράγματα. Κι έπειτα μας απαριθμεί ένα ένα τα ωραία πράγματα στην κατοχή του,
για τα οποία δεν πλήρωσε ποτέ. Για αυτά πλήρωναν οι μεγαλύτερες γυναίκες με τις
οποίες είχε σχέσεις.
Το διήγημα είναι τολμηρό, χειρίζεται το τραύμα με έναν ιδιότυπο τρόπο, σκοτεινό, ξεχωρίζει κυρίως λόγω της αφήγησης από τον Ραούλ της χρησιμοποίησης του όταν ήταν μικρό αγόρι ως σκεύος ηδονής από την Αφρικανή πλύστρα. Οι σκηνές βέβαια είναι αυτές που λογοκρίθηκαν και δεν επανήλθαν παρά 50 χρόνια μετά στο σώμα του κειμένου.
Το κείμενο δεν μας λέει ποτέ την αλήθεια, συνέχεια υπονοεί, περισσότερο συσκοτίζει αντί φωτίζει τον Ραούλ και τις καταστάσεις, έχει χιούμορ βαθύ, υποδόριο, κοφτερό σα μαχαίρι. Χαρακτηριστικοί είναι τίτλοι των βιβλίων του νεαρού συγγραφέα: "Ψεύτικα νομίσματα", "Λάθος πόρτες", "Παρατημένες ομπρέλες" αλλά και ο τίτλος του ίδιου του διηγήματος. Μιλάει για το φαίνεσθαι και το είναι, με μια φωνή βαθιά υποκριτική, ενός αφηγητή τελείως αναξιόπιστου και υποβλητικού. Ο Ραούλ δεν είναι τυχαία άντρας— η συγγραφέας συνήθως διάλεγε ένα δικό της άλτερ ίγκο για αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα, κι εδώ κάνει τη διαφορά. Στο τέλος τον «νεαρό συγγραφέα» δεν τον υποψιαζόμαστε απλά για ζιγκολό αλλά και για προαγωγό.
Ογδόντα οκτώ διηγήματα έγραψε η Κάθριν Μανσφιλντ στα τριάντα
πέντε χρόνια που έζησε. Κι έφτασαν για να την καθιερώσουν ως μια από τις πρώτες
πραγματικά επαναστατικές γυναικείες λογοτεχνικές φωνές του 20ου
αιώνα. Δεν ήταν άλλωστε τυχαία η άσπονδη εχθρός της Βιρτζίνια Γουλφ.
10/12/25
"Θλιβερός τίγρης", Neige Sinno
«Μια δημόσια δίκη για βιασμό ανηλίκου μοιάζει με κάτι άσεμνο, σαν να πλένεις την κιλότα σου μπροστά σε όλον τον κόσμο».
«Αυτή τη φράση τη φράση που με στοίχειωνε επί σειρά ετών, όπως τη διατύπωσε ο ιστορικός των παγκόσμιων πολέμων -Βιάζουν διότι το μπορούν- θέλω σήμερα να τη χρησιμοποιήσω για λογαριασμό μου λες και ήταν ανέκαθεν η προσήκουσα απάντηση στην ερώτηση «γιατί». Γιατί γράφω αυτό το βιβλίο: Διότι μπορώ».
«Είμαστε πολλές, πολλοί. Κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες άτομα ξυπνούν ή κοιμούνται μεταμορφωμένοι σε κάποιον ή κάποιαν σαν κι εμάς. Ένας στρατός σκιάς»





%20Jonas%20Matyassy%20crop.jpg)



