30/8/14

"Μαύρο χαμόγελο" του Μαραμπού

         

             Μόλις είδα το βιβλίο σκέφτηκα, “Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Ψυχογιό” και αμέσως εκνευρίστηκα με την σκέψη μου. Γιατί δεν περίμενα κάτι καλύτερο; Μήπως έπεσα θύμα μιας μακροχρόνιας κακής εκπαίδευσης; Ο Ψυχογιός συνήθισε να προδίδει τους αναγνώστες του με την επιλογή των κειμένων του και μέσα σε όλα, από κεκτημένη ταχύτητα, πρόδωσε και κάποια βιβλία που δεν το άξιζαν. Κοιτούσα το εξώφυλλο του βιβλίου της Ζέιντι Σμιθ και σκεφτόμουν για ποιο λόγο τόση κακογουστιά, η ομοιομορφία των περισσοτέρων κειμένων παρέσυρε άκριτα σε ομοιομορφία και τα εξώφυλλα, άραγε η Μάργκαρετ Άτγουντ καταναλώνει ηρεμιστικά όταν βλέπει τα εξώφυλλα του Ψυχογιού και ο Μουρακάμι παίρνει τους δρόμους για να ξεφύγει από την έμμονη ιδέα ενός χαρακίρι απελπισίας; Προφανώς όχι! Αλλά ο αναγνώστης που θέλει να διαβάσει τα βιβλία τους, ίσως υποκύπτει σε τέτοιες μαύρες σκέψεις. Μόλις κάποιος διαβάσει τις πρώτες σελίδες, καταλαβαίνει αμέσως ότι το βιβλίο προδόθηκε από το εξώφυλλο και το εξώφυλλο πρόδωσε τους αναγνώστες. 
Ύστερα είναι και ο τίτλος, “Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο”. Λίγο πρόχειρος, λίγο φθηνιάρικος, λίγο κακόγουστος, με μια λέξη, λίγος. Ο τίτλος πρωτοτύπου είναι White teeth – δεν γνωρίζω αν κουβαλάει κάποιο λογοπαίγνιο στην αγγλική γλώσσα, πάντως σύμφωνα και με την ιστορία του βιβλίου στο οποίο πρωταγωνιστούν μετανάστες ποικίλων χρωμάτων, ίσως θέλει να κάνει μια νύξη για την λευκή ομοιότητα που έχουν όλα τα χαμόγελα ανεξαρτήτως χρώματος του δέρματος. Κάτι παρόμοιο υπονοεί και ο ελληνικός τίτλος αλλά με μια προχειρότητα που δε συνάδει με το όμορφο κείμενο της Σμιθ. Το “Μαύρο χαμόγελο” είναι μια προσπάθεια από μέρους μου να αποδοθεί πιο όμορφα ο τίτλος πρωτοτύπου. Μια προσπάθεια! Αν κάθομαι και αραδιάζω όλα αυτά τα παράπονα, είναι γιατί οι σκέψεις αυτές προηγήθηκαν της απόλαυσης που εν τέλει μου πρόσφερε το βιβλίο και ήθελα να ακολουθήσω την ίδια σειρά και στην ανάρτηση. Η φράση “Δεν περίμενα κάτι καλύτερο από τον Ψυχογιό” είναι μια υποτιμητική φράση γεμάτη αγένεια, μια κατάντια από μέρους του υποφαινόμενου, όμως θέλω να καταστεί σαφές ότι είναι και κατάντια από μέρους του εκδοτικού οίκου και λυπάμαι πολύ αλλά δεν μπορώ να επωμιστώ παραπάνω από το μισό μερίδιο της ντροπής!


         Το βιβλίο ξεκινάει δυναμικά με τον Άρτσι Τζόουνς να παίρνει την πρώτη σημαντική απόφαση του νέου χρόνου που μόλις έφθασε, του 1975. Ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει ύστερα από τον χωρισμό του με την επί τριακονταετίας σύζυγό του. Αν δεν επιλέξεις όμως σωστά τον τρόπο και τον τόπο της αυτοκτονίας μπορούν να δημιουργηθούν προβλήματα που θα σε οδηγήσουν στην αποτυχία. Ο Τζόουνς παρκάρει μπροστά από το σταθμό εκφόρτωσης κρεάτων την έκτη πρωινή και ο χασάπης έξαλλος του φωνάζει να τσακιστεί από κει αμέσως. Μετά από άσκοπη περιπλάνηση  καταλήγει σε ένα διαμέρισμα στο παράθυρο του οποίου είναι ένα πανό που γράφει “Πάρτι για το τέλος του κόσμου”. Το πανό είναι ιδέα της Κλάρας, μιας νεαρής Αγγλοτζαμαϊκανής μάρτυρα του Ιεχωβά, που θέλει να διακωμωδήσει την έλευση του οριστικού τέλους του κόσμου, όπου σύμφωνα με κάποιες έγκυρες πηγές, θα λάβαινε χώρα την τελευταία μέρα του 1974.  Η Κλάρα, χειραγωγημένη από την μητέρα της,  προσπαθούσε να προσηλυτίσει όσους περισσότερους μαθητές από το σχολείο της και γείτονες. Διόλου δημοφιλής στο σχολείο, ντροπαλή και απομονωμένη, τυχαίνει μια μέρα να χτυπήσει την πόρτα του Ράιαν, ενός συμμαθητή της, εξίσου περιθωριακού ώστε να κεντρίσει το ενδιαφέρον της και την συμπάθειά της. Γίνεται ζευγάρι μαζί του και προσπαθεί να απολαύσει μια φυσιολογική ζωή μακριά από μάρτυρες του Ιεχωβά και ολικές καταστροφές. Ο Ράιαν όμως τα τακιμιάζει με την μητέρα της Κλάρας και προσηλυτίζεται παραπάνω από το κανονικό, σε σημείο να συμβουλεύει πλέον την Κλάρα να μην ξεστρατίσει από το ίσιο δρόμο. Η Κλάρα ξεκόβει από όλα αυτά και στο τελευταίο πάρτι επί γης, που υπόσχεται άφθονο χόρτο και σεξ, υπόσχεται στον εαυτό της να ακολουθήσει τον πρώτο άντρα που θα βρεθεί μπροστά της, αρκεί να να την πάρει μακριά από ολ' αυτά.  Ο Άρτσι Τζοόυνς είναι 47 και η Κλάρα 19.
Ο Σαμάντ Μία Ικμπάλ, ινδικής καταγωγής, είναι ο καλύτερος και μοναδικός φίλος του Άρτσι. Πολέμησαν μαζί στον πόλεμο, τότε που ο Σαμάντ τού είχε υποσχεθεί πως κάποια μέρα θα του γνωρίσει την γυναίκα του, που δεν είχε γεννηθεί ακόμη εκείνη την εποχή αλλά είχε ήδη συμφωνήσει να τον παντρευτεί. Έτσι και έγινε, ο Σαμάντ και η Αλσάνα Ικμπάλ μένουν μόλις λίγα τετράγωνα μακριά από τους Τζόουνς στο βόρειο Λονδίνο, μεγαλώνοντας όλοι τα παιδιά τους και βιώνοντας τα βάσανα που φέρνει η ζωή. 

(...) ο αιώνας αυτός ήταν ένας αιώνας ξένων, μελαψών, μαυριδερών, κίτρινων και λευκών. Ήταν ο αιώνας του μεγάλου πειράματος των μεταναστών (...) Αλλά ένας μετανάστης γελάει όταν ακούει τους φόβους του εθνικιστή, ο οποίος φοβάται τη μόλυνση, τη διείσδυση, τη διασταύρωση των φυλών, όταν αυτά είναι ασήμαντα, τρίχες, σε σχέση μ' αυτά που φοβάται ο μετανάστης – τη διάλυση, την εξαφάνιση. 

Αυτούς του φόβους βιώνουν οι ήρωες μετανάστες του βιβλίου. Οι γονείς φοβούνται την απομάκρυνση από τις παραδόσεις που ορίζουν οι άτεγκτες θρησκείες τους, την αφομοίωση των παιδιών τους από το πολιτισμικό σφουγγάρι του ανομοιογενούς και χαοτικού Λονδίνου. Τα παιδιά προσπαθούν να βρουν μια ταυτότητα, να μην διαλυθούν κάτω από ασκήσεις πίεσης.

(...) Δεν υπάρχουν λόγια. Αυτός που στέλνω στην πατρίδα βγαίνει Εγγλέζος Εγγλεζότατος, δικηγόρος με άσπρο κοστούμι κι εκείνη την ηλίθια περούκα. Αυτός που κρατάω εδώ γίνεται ένας φονταμενταλιστής τρομοκράτης με πράσινη γραβάτα. Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί κάνω τον κόπο (...) Σοβαρά μιλάω. Αυτήν την εποχή, μου φαίνεται σαν να υπογράφεις συμφωνία με τον διάβολο όταν έρχεσαι σ' αυτή τη χώρα. Δίνεις το διαβατήριό σου στον έλεγχο, σου το σφραγίζουν, θέλεις να βγάλεις μερικά λεφτά, να ξεκινήσεις... αλλά σκοπεύεις να γυρίσεις! Ποιος θα ήθελε να μείνει; Κάνει κρύο, βρέχει, άθλιος καιρός, απαίσιο φαγητό, σιχαμένες εφημερίδες... Ποιος θα ήθελε να μείνει; Σ' ένα μέρος όπου ποτέ δεν είσαι ευπρόσδεκτος, απλώς σε ανέχονται. Λες και είσαι ένα ζώο που επιτέλους το μάθανε να μην κατουράει μέσα στο σπίτι. Ποιος θα ήθελε να μείνει; Αλλά έκλεισες συμφωνία με τον διάβολο... σε τραβάει μέσα και ξαφνικά δεν είσαι κατάλληλος για να γυρίσεις, τα παιδιά σου είναι αγνώριστα, δεν ανήκεις πουθενά. 


Το βιβλίο αποδεικνύεται εξαιρετικά απολαυστικό, με σύγχρονη ματιά για τα προβλήματα των μεταναστών, μακριά από μελοδραματισμούς και φθηνή ρητορική. Ταυτίζεσαι με την πληθώρα των ηρώων του και όχι μόνο μία φορά, η συγγραφέας του ποτέ δε θα σε αφήσει “έξω” από το κείμενο, δε θα νιώσεις μετανάστης σε αφιλόξενο τόπο. Ο τόπος εδώ είναι το πολύβουο Λονδίνο και οι ζωές των μεταναστών έχουν κάποιες διαφοροποιήσεις σε σύγκριση με άλλους τόπους, όμως η Ζέιντι Σμιθ με εκπληκτική ικανότητα καταφέρνει να υπενθυμίζει στους αναγνώστες της ότι η ζωή των μεταναστών εν γένει, είναι “κοινός τόπος” και δεν πρέπει να στεκόμαστε απαθείς και αδιάφοροι απέναντι στις ζωές τους. 
Πρόκειται για ένα από τα πιο εντυπωσιακά πρωτόλεια που έχω διαβάσει. Γεμάτο διακριτικό και έξυπνο χιούμορ, στιβαρό χωρίς να πλατειάζει αναίτια, μιλάει για σύγχρονα πράγματα με σύγχρονη γλώσσα. Η μετάφραση της Ρένας Χατχούτ είναι άψογη, με μοναδικό μελανό σημείο και δυστυχώς πολύ δύσκολα συγχωρητέο, τον τίτλο (αν και εφ' όσον η επιλογή είναι δική της).
Δυστυχώς γι' αυτό το βιβλίο, το ανοιγόκλεισα πολλές φορές. Κάθε φορά που πήγαινα να το ξανανοίξω, το εξώφυλλο μού έκοβε την όρεξη, αδυνατούσα να πιστέψω ότι θα μπορούσα να ξαναβρώ το υπέροχο κείμενο που είχα αφήσει πριν λίγες ώρες. Αντιθέτως, όταν το έκλεινα ένιωθα μια αναγούλα και υπέκυπτα σε έναν στρυφνό μορφασμό, λες και η τελευταία πατάτα ενός γευστικού πιάτου ήταν χαλασμένη! Ο συνθέτης εξωφύλλου δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει πρώτα το βιβλίο; Και αν μπήκε, το πλέον κατάλληλο που κατάφερε να σκεφτεί ήταν αυτό το εξώφυλλο; Αδιαφορώ για τους αναγνώστες που επέλεξαν το βιβλίο από το εξώφυλλο και απογοητεύτηκαν από τις πρώτες λέξεις. Τέτοιοι είναι χιλιάδες και η ασθένειά τους είναι ανίατη. Σκέφτομαι μόνο εκείνους που το απέρριψαν λόγω του εξωφύλλου και έχασαν την ευκαιρία να διαβάσουν ένα τέλειο βιβλίο. Υπό κανονικές συνθήκες, ένας από αυτούς θα ήμουν και εγώ. Το πώς έφθασε τελικά, στα χέρια μου, είναι ένα μικρό θαύμα. 

                                                                                            Μαραμπού

"Λευκό χαμόγελο σε μαύρο φόντο", Ζέιντι Σμιθ, μετ. Ρένα Χατχουτ, εκδ. Ψυχογιός 2001, σελ. 542

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος6/9/14, 9:34 μ.μ.

    Δεν μπορω να φανταστω οτι καποιος απορριπτει ενα βιβλιο λογω εξωφυλλου...Εξαλλου και του αγγλικου αντιτυπου που εχω (penguin fiction) ,ειναι τελειως αδιαφορο...Το βασικο ειναι οτι προκειται για ενα υπεροχο βιβλιο, το οποιο, αν και εχουν περασει πολλα χρονια απο τοτε που το διαβασα,εχει παραμεινει στο μυαλο μου ως ιδιαιτερα απολαυστικο και με φοβερο χιουμορ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα προσεγμένο εξώφυλλο (όπως και κάθε τι προσεγμένο σε μια έκδοση) προσθέτει ομορφιά και διατηρεί περισσότερο την απόλαυση των εύγευστων λέξεων του κειμένου! Ωστόσο, πάντα κάποια μικρολεπτομέρεια θα ξεπετάγεται που δε θα ικανοποιεί τον αναγνώστη. Το ζητούμενο είναι, οι επιμελητές μιας έκδοσης, να έχουν συναίσθηση της μοναδικότητας του βιβλίου που ετοιμάζουν. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι, το εξώφυλλο υποβιβάζει πάρα πολύ το βιβλίο, κλάσεις κατώτερο του κειμένου. Γενικά, τα εξώφυλλα του Ψυχογιού τα θεωρώ κακά, αλλοιώνουν την όποια ποικιλομορφία των κείμενων που εκδίδει. Αν το κείμενο της Σμιθ δε θυμίζει ούτε στο ελάχιστο κείμενα της Δημουλίδου, γιατί επιμένεις να εκβιάζεις την ομοιότητα με ένα κακόγουστο εξώφυλλο;

    Επίτρεψέ μου να σου φέρω και ένα άλλο παράδειγμα. Το Μεταίχμιο είχε εκδώσει την Πάπισσα Ιωάννα
    (http://www.politeianet.gr/books/9789603759010-roidis-emmanouil-metaichmio-i-papissa-ioanna-71112) με ένα εξώφυλλο ανάλογα κακόγουστο με αυτό που συζητάμε. Ίσως, το έκανε για να τσιμπήσει μερικούς αδαείς αναγνώστες και να τους στρέψει με "καλοπροαίρετο" δόλο προς ένα κλασικό και σπουδαίο βιβλίο. Όμως, η έκδοση ήταν με το αυθεντικό κείμενο του Ροίδη του 1866, με τα τυπογραφικά στοιχεία κτλ. Αν ο αναγνώστης δελεαστεί από το εξώφυλλο, είναι σχεδόν σίγουρο ότι μόλις ανοίξει το βιβλίο και διαβάσει μερικά κομμάτια, θα το αφήσει στην άκρη. Από την άλλη, ο υποψιασμένος αναγνώστης δε θα έχει πρόβλημα ούτε με το κείμενο ούτε με το εξώφυλλο, αν και ίσως θα προτιμούσε κάτι περισσότερο Ροϊδικό! Το εξώφυλλο είναι η βιτρίνα του βιβλίου και αν δεν γνωρίζεις ήδη το μαγαζί και την ποιότητα των υπηρεσιών του, τότε μπορεί να το προσπεράσεις. Το μόνο που ζητάω από τα εξώφυλλα είναι να μου επιτρέπουν μια βόλτα από το μαγαζί τους!

    Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιό σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή