26/2/15

"Καναδάς", Richard Ford



Εξαιρετικά λεπτολόγος στην γραφή του ο Ρίτσαρντ Φόρντ, ξεμπερδεύει με τα βασικά της ιστορίας σχεδόν από την αρχή στον «Καναδά». 


"Θα μιλήσω πρώτα για τη ληστεία που διέπραξαν οι γονείς μου. Στην συνέχεια για τους φόνους που έγιναν αργότερα." 


O Ντελ Πάρσονς, ένας 65χρονος πια δάσκαλος Αγγλικών, μας αφηγείται μέσα από τα μάτια του 15χρονου εαυτού του τα γεγονότα που διαμόρφωσαν την μοίρα του, την ζωή και την προσωπικότητά του. Ο Ντελ και η αδελφή του Μπέρνερ ζούσαν με τους γονείς τους στο Γκρέιτ Φολς της Μοντάνα. Είχαν καταλήξει εκεί ως οικογένεια μετά από αρκετή περιπλάνηση, μιας και ο πατέρας τους, Μπεβ, ήταν σμηναγός. Η μητέρα τους, Νίβα, ήταν μια μικροκαμωμένη και κάπως άσχημη Εβραία που ένιωθε συνεχώς πως δεν ανήκει ανάμεσα στους στρατιωτικούς και δεν ήθελε τα παιδιά της να αφομοιωθούν. Ο πατέρας του ήταν ένας γοητευτικός άντρας, όχι εξαιρετικά έξυπνος, που έστηνε μικροκομπίνες στην αεροπορία. Στο Γκρέιτ Φολς βρέθηκαν όταν αποστρατεύτηκε. 

Μια απάτη του πατέρα τους που πήγε στραβά ώθησε τους δύο γονείς, φαινομενικά τους πιο απίθανους ανθρώπους για να αποφασίσουν κάτι τέτοιο, να οργανωσουν την ληστεία μιας τράπεζας. Τους έπιασαν σχεδόν αμέσως, και τα παιδιά για να αποφύγουν το ορφανοτροφείο διάλεξαν διαφορετικούς δρόμους. Η Μπέρνερ το έσκασε ενώ ο Ντελ, ακολουθώντας τις οδηγίες της μητέρας του και μια οικογενειακή φίλη, βρέθηκε στον Καναδά στην εποπτεία ενός πολύ περίεργου ανθρώπου. 

Με ρυθμό κάποτε οδυνηρά αργό, ο «Καναδάς» είναι ένα από κείνα τα βιβλία που μένουν στη μνήμη γιατί έχουν μια μεγάλη ιστορία να πουν, μια πλατιά αφήγηση που αφήνει μέσα σου τα σημάδιά της. Πρώτο και βασικό θέμα, πως μπορεί μια στιγμή όλη κι όλη να καθορίσει τον μετέπειτα βίο σου. Αλλά και το πώς η πραγματικότητα ώρες ώρες μοιάζει εντελώς εξωπραγματική, σα να στήθηκε εκεί για να την παρακολουθήσεις ανήμπορος και αδύναμος να την καθορίσεις. 


«Ωστόσο είναι παράξενο τι σε κάνει να σκέφτεσαι για την αλήθεια. Σπάνια έχει σχέση με τα συμβάντα της ζωής σου. Τότε έπαψα κι εγώ για λίγο να σκέφτομαι την αλήθεια. Φαινόταν αδύνατο να βρεθούν τα πιο λεπτά σημεία της ανάμεσα στα γεγονότα. Κι αν υπήρχε κάποιο κρυφό σχέδιο, η ζωή δεν το φώτιζε σχεδόν ποτέ.»


Τον αφηγητή και πρωταγωνιστή ταλανίζουν απορίες για το τι θα συνέβαινε αν· αν ας πούμε ο πατέρας του υλοποιούσε το αρχικό σχέδιο κι έπαιρνε εκείνον για συνεργό στη ληστεία, αν η αδελφή του δεν το έσκαγε, αν εκείνος δεν βρισκόταν στον Καναδά, αν δεν συνέβαιναν οι φόνοι. Η ειμαρμένη, αν και κάτι τέτοιο ποτέ δεν λέγεται ανοιχτά, είναι συνεχώς στο μυαλό του. Είναι ή δεν είναι η ζωή μας προκαθορισμένη. 


«Μήπως είχε το «δολοφόνος» γραμμένο στο κούτελό σου πριν καν διαπράξεις το έγκλημα;»


Και τελικά, τι είναι ευτυχισμένη ζωή. Τι ορίζει πως μια ζωή που οδεύει προς το τέλος ήταν ή δεν ήταν επιτυχημένη. Ο ώριμος αφηγητής, που διηγείται με τέτοια ενάργεια την ξεχωριστή του εφηβεία, είναι ένας από τους πιο στιβαρούς της λογοτεχνίας. Ο Ντελ Πάρσονς, ανθρωπάκι στην ουσία του, αγγίζει τα φιλοσοφικά και πανανθρώπινα ερωτήματα με ακρίβεια μεθοδική, σχεδόν χειρουργική. Αυτό που καταφέρνει ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι να γράψει μια ιστορία με σφιχτοδεμένη πλοκή, όπου η πλοκή στην τελική δεν έχει καμία σημασία. Γιατί η γλώσσα και ο τρόπος της αφήγησης σπάνε κόκκαλα. 

Ο «Καναδάς» ευτύχησε στην μετάφραση. Δεν ξέρω αν όπως λέει ο Τζον Μπάνβιλ είναι «ένα από τα πρώτα «μεγάλα» βιβλία του 21ου αιώνα». Πάντως βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για τον χαρακτηρισμό- κάπως πολυφορεμένο- αριστούργημα. 




«Καναδάς», Ρίτσαρντ Φορντ. Μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκης, 2014, σελ. 553












23/2/15

«Άγγελος Εσμεράλντα», Don Delillo



Εννέα διηγήματα που γράφτηκαν από το 1979 ως το 2011 περιλαμβάνει το «Άγγελος Εσμεράλντα» του Ντον Ντελίλο. Κι αν μια τέτοια συλλογή μοιάζει- αν μη τι άλλο- χωρίς χρονική συνοχή, ο αναγνώστης δεν το νιώθει καθόλου. Γιατί ο Ντελίλο σε αυτά τα πάνω από τριάντα χρόνια έμεινε πιστός στον υπερβατικό τρόπο γραφής του, στην μοναδική του ικανότητα ενώ μιλά για αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, εσύ να έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις επιστημονική φαντασία.

Από το αριστοτεχνικό «Δημιουργία» όπου ένα ζευγάρι βρίσκεται λόγω των συνθηκών κι έπειτα δεν βρίσκεται πια και τον «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο» με τον αστροναύτη μαχητή στο διάστημα να κατακλύζεται από φιλοσοφικές ανησυχίες και νοσταλγία, ως το «Μπάαντερ Μάινχοφ» και τα πιο πρόσφατα «Σφυρί και δρεπάνι», «Μεσάνυχτα με Ντοστογιέφσκι» και «Η θεονήστικη», ο συγγραφέας εμπνέεται από την πραγματικότητα για να χτίσει πάνω της χαρακτήρες αλλόκοτους, διαφορετικούς, που ψάχνουν να βρουν τι είναι- όχι γιατί δεν χωρούν στο κοστούμι που τους έβαλε η κοινωνία, αλλά γιατί δεν κατανοούν καν ποιο είναι αυτό το κοστούμι.

Είναι εντυπωσιακό πως όλα τα διηγήματα κουβαλούν την ίδια τρέλα και φρεσκάδα. Πολλοί λίγοι συγγραφείς θα τολμούσαν την άμεση σύγκριση των κειμένων τους μέσα στα χρόνια από σελίδα σε σελίδα. Ο Ντελίλο όμως από την αρχή είχε μια διαίσθηση τέτοια που αυτά που στα τέλη του 1970 μοιάζαν ουτοπικά –ή δυστοπικά- λίγα χρόνια αργότερα θα ήταν πραγματικότητα. 

Ο τρόπος αφήγησης αποδεικνύει ξανά και ξανά πως η ανθρώπινη φύση- εκδικητική, κακιά, εξουσιαστική, ποιητική και συμπονετική- παραμένει αυτό, ανθρώπινη.

Σκεφτόμουν το ποδόσφαιρο στην ιστορία, την έμπνευση για πολέμους, συνθηκολογήσεις, όχλους που επελαύνουν καταστρέφοντας.Το παιχνίδι ήταν ένα παγκόσμιο πάθος, σφαιρική μπάλα, χορτάρι ή χλοοτάπητας, ολόκληρα έθνη με σπασμούς ανάτασης ή θρήνου. Αλλά τι σπορ είναι αυτό που δεν επιτρέπει τη χρήση των χεριών στους παίκτες παρά μόνον στον τερματοφύλακα; Τα χέρια είναι ουσιώδη ανθρώπινα εργαλεία, είναι εκείνα που γραπώνουν και κρατούν, που φτιάχνουν, παίρνουν, κουβαλούν, δημιουργούν. Αν το ποδόσφαιρο ήταν Αμερικάνικη εφεύρεση, δεν θα ισχυριζόταν κάποιος Ευρωπαίος διανοούμενος οτι η ιστορικά πουριτανική μας φύση μάς ώθησε να δημιουργήσουμε ένα παιχνίδι δομημένο πάνω σε αντιαυνανιστικές αρχές;

Αυτό είναι ένα από τα πράγματα που σκέφτομαι οτι ποτέ πριν δεν είχε χρειαστεί να σκεφτώ. 

Κι αίσθηση που αφήνει είναι πως ο Ντελίλο θα μείνει κλασικός στις γενιές που θα 'ρθουν. Θρύλος. 

«Άγγελος Εσμεράλντα», Ντον Ντελίλο, μετ. Ελένη Γιαννακάκη, σελ. 285, 2014



17/2/15

«Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί», Νίκος Μάντης,




Συγκλονιστικό, αυτό είναι σε κάποια σημεία του το βιβλίο του Νίκου Α. Μάντη, από κείνα τα κείμενα που σε βουτάνε από το λαιμό, σε βγάζουν από την άμμο από όπου τόσον καιρό έχωνες το κεφάλι σου και σε ταρακουνάνε. Ήταν άσχημος ο ύπνος μου την μέρα που το άρχισα- και το τελείωσα- αλλά άξιζε τον κόπο. Μερικές φορές πρέπει να ξεβολευόμαστε από τις σταθερές μας, να κοιτάμε κι αλλού. 

Κι ύστερα έτρεχες έτρεχες έτρεχες και τα μάτια σου χόρτασαν λύπη σκοτάδι ερημιά κι είδες την πόλη την ώρα που κανείς δεν την βλέπει την ώρα που και τα πιο τελειωμένα πρεζάκια κοιμούνται μες στις καβάτζες του την είδες να αλλάζει πλευρό σαν γυναίκα αρχαία που την γαμάνε κι αυτή το γουστάρει γιατί το συνήθισε τόσους αιώνες να την παραβιάζουν και τώρα δεν μπορεί σαν τις άλλες τις όμορφες, τις παστρικές της Ευρώπης τις πόλεις που τα χουνε όλα νοικοκυρεμένα και ήσυχα αυτή θέλει αρσενικά όλο μίσος ν’ ασελγούν στο κορμί της ξανά και ξανά και να την περπατούν να την τρυπούν να την σκάβουν να της αλλάζουν τα φώτα να της βάζουνε φόκο δυναμίτες και βόμβες γιατί είναι γεροντοκαυλιάρα και πρόστυχη την τρέφει η βρόμα η δυσωδία η φτώχια και τα σκουπίδια σαν τις μουνόψειρες που την τρώνε κι εκείνη τις ξύνει με τις νυχάρες της και ματώνει κι όλο γκρινιάζει μουγγρίζει σαν λιονταρίνα στις μέρες της και γουστάρει να πηδηχτεί να την καρφώσουν γερά να την διεμβολίσουνε όλο κακία να της αργάσουν την μήτρα τη σάπια στρατοί σιχαμένοι απ’ τα παιδιά της τα κακομούτσουνα. 

Έτσι, χωρίς κόμματα και χωρίς ανάσα. Με γλώσσα κάποτε σκληρή αλλά πάντοτε ρέουσα και θέματα εξίσου δύσκολα· πρεζάκια, παιδιά που γεννιούνται παραμορφωμένα και για αυτό ανεπιθύμητα, γιάπηδες που προσπαθούν να χτίσουν την ζωή τους πάνω στα λεφτά τους, μετανάστες δεύτερης γενιάς που γίνονται χρυσαυγίτες, που καταρρέουν κάτω από την πίεση της πραγματικότητας.

Και βία.

Η κοινή συνισταμένη όλων των ιστοριών του Νίκου Μάντη είναι ο πόνος, ανθρώπινος, σχεδόν αποκρουστικά αηδιαστικός. Ο πόνος για αυτό που είσαι, για αυτό που σε ανάγκασαν να είσαι, για αυτό που θα γίνεις. Η Κρίση είναι το φόντο αλλά περισσότερα μετρά η κρίση μέσα μας. Αυτή που μας κλείνει στον φόβο, που μας αποξενώνει από αυτούς που αγαπάμε, από αυτούς που θα θέλαμε να αγαπήσουμε αλλά τελικά δεν.

Το παιδί-πουλί, άκουσα μια μαία να λέει στο διάδρομο – μιλούσε με κάποιον στο κινητό. Είναι ένα σύνδρομο που εμφανίζεται μία στο εκατομμύριο. Μακρόστενο κεφάλι, ραμφοειδής απόληξη αντί για μύτη και στόμα. Ατροφικά μάτια και αυτιά. Το δέρμα καλυμένο όλο με λεπτές φολίδες. Αυτό δεν είναι δικό μου, είναι ένα λάθος, είχε πει ο Αλέξης. Ένα ζωντανό εξάμβλωμα. Δεν θέλω καμία σχέση μαζί του. 

Ρωμαλέα γραφή, έντονη, εντυπωσιακή, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως μόνον έναν χρόνο πριν ο Μάντης μας έδωσε την εξίσου αριστοτεχνική, αλλά πολύ διαφορετική, «Άγρια Ακρόπολη». Κι αν κατά τη γνώμη μου η σύνδεση ανάμεσα στα κομμάτια του βιβλίου είναι πολύ χαλαρή για να χαρακτηριστεί «σπονδυλωτό μυθιστόρημα» κι εγώ θα το έλεγα «συλλογή διηγημάτων», αυτό καθόλου δεν μειώνει την αξία και τη δύναμή του. 

«Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί», Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 262


16/2/15

Η παθογένεια της ελληνικής(;) κριτικής (;) βιβλίου






Σήμερα δεν θα μπω ξανά στην χαρούμενη διένεξη κριτικός ή blogger γιατί έχω καταλήξει πως αυτή είναι άνευ ουσίας, μπορούν κάλλιστα να συνυπάρξουν ο επίσημος- συχνά σπουδαγμένος αλλά μην βάζεις και το χέρι σου στην φωτιά- κριτικός με τον πιο ανέμελο, ρέμπελο και μάλλον αμελή blogger. Θα σας πω τι είναι αυτό που με κουράζει και σπανίως πια μπαίνω στον κόπο να διαβάσω "επίσημη κριτική". [Κάτι για το οποίο δεν είναι και πολύ περήφανη κι αρκετές φορές αυτή που χάνω είμαι εγώ, για να λέμε και τους στραβού το δίκιο].

Όμως η πλειονότητα των «κριτικών» γράφεται κάπως έτσι:

1. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Για τον α, β, γ, δ λόγο πρέπει να γράψω για αυτό. Αν είναι κανένα ελληνικό του σωρού ξεπατικώνω το δελτίο τύπου, το τμήμα μάρκετινγκ του εκδοτικού οίκου το έχει γράψει, κάτι θα ξέρουν περισσότερο από μένα. Που δεν το έχω διαβάσει. [Ο συγγραφέας, οι συγγενείς του και οι αναγνώστες το καταλαβαίνουν γιατί, ε, εντάξει δεν έχω μόνο εγώ την έμπνευση του δελτίου τύπου, την είχαν κι άλλοι].

2. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο. Πρόκειται όμως για παγκόσμιο κλασικό που επανεκδίδεται. Διαβάζω το δελτίο τύπου, μπαίνω στην Guardian, μετά μπαίνω στους NYT. E, αρκεί, καλά δεν είναι; 600 λεξούλες τις έχω στο τσεπάκι. [Βεβαίως ο αναγνώστης που έχει διαβάσει- ή θα- το βιβλίο θα με καταλάβει, αλλά τώρα ποιος μπαίνει στον κόπο να διαβάσει τους κλασικούς στην Ελλάδα;]

3. Έχω διαβάσει το βιβλίο. Το βιβλίο είναι για τα μπάζα. Όμως για τον α, β, γ, δ λόγο πρέπει να γράψω για αυτό. Αρχίζω να θεωρητικολογώ. Εφευρίσκω μια συγγένεια με τον Ντοστογιέφσκι. Έπειτα μου φέρνει και λίγο από Καμύ. Κι από Νταν Μπράουν- αλλά αυτό δεν το λέω. Γράφω λίγη πλοκή. Και όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Ας καταλάβουν από την πλοκή βρε αδελφέ πως είναι μούφα. Όποιος με διαβάζει αρκετά θα καταλάβει. Ε, δεν έγραψα και την λέξη αριστούργημα. Αυτή είναι κομβικής σημασίας. 

4. Έχω διαβάσει το βιβλίο. Το βιβλίο είναι καλό και του γούστου μου. Όμως για τον α, β, γ, δ λόγο δεν έχω κανέναν να με πιέζει να γράψω για αυτό. Έλα μωρέ, ίσως να μην ήταν και τόσο καλό. Τελικά. Ας μην γράψω.

5. Έχω διαβάσει το βιβλίο. Το βιβλίο είναι καλό και του γούστου μου. Για τον α, β, γ, δ λόγο είμαι αναγκασμένος να γράψω για αυτό. Κοιτάω το δελτίο τύπου, κοιτάω και δυο άλλες κριτικές. Εμπνέομαι. Αρχίζω να γράφω. Μου θυμίζει Ντοστογιέφσκι. Α, και λίγο από Καμύ. Αλλά μωρέ έτσι ξερά θα το πω; Ανοίγω το λεξικό, βρίσκω μια εξαιρετική λέξη που δεν την ξέρει η μάνα της. Έπειτα κι άλλη μία. Σκέφτομαι τι μου μάθαν στην Σορβόννη. Οh, wait, μα δεν πήγα στην Σορβόννη. Ε, ποιος την γαμεί την Σορβόννη. Αν γράψω κι αυτήν την λέξη, κάποιος, κάτι θα με θαυμάσει. Η κριτική είναι αυθύπαρκτο κείμενο. Ίσως καν να μην χρειάζεται βιβλίο για να την γράψεις.

6. Έχω διαβάσει το βιβλίο. Είναι καλό, αλλά έχει τα θεματάκια του. Γράφω τα καλά στοιχεία, έπειτα τα κακά. Αναλογίζομαι αν αξίζει τον κόπο. Παίρνω θέση. Η κριτική μου χάνεται στο σωρό.

7. Έχω διαβάσει το βιβλίο, είναι του γούστου μου, είναι αριστούργημα. Θέλω πολύ να προάγω τον πολιτισμό και το συγκεκριμένο βιβλίο. Έχω τα φόντα να το κάνω. Γράφω ένα βαθύ, σημαντικό κείμενο· κατανοητό, απλό αλλά όχι απλοϊκό. Εμβριθές. Χάνεται στο σωρό.

Ομολογώ πως ο παραπάνω οδηγός μοιάζει υπεραπλουστευμένος. Και είναι. Γιατί υπάρχει καλή κριτική στην Ελλάδα. Υπάρχουν άνθρωποι που το αγαπούν βαθιά το βιβλίο. Κι αυτοί έπειτα από λίγο καιρό μπαίνουν στο παιχνίδι βεβαίως, νομίζουν πως γράφουν για το σινάφι, τον συγγραφέα, ξεχνούν πως γράφουν για τον αναγνώστη. 

Εκεί χάνεται για μένα η ουσία. Μόλις ξεχάσεις ποιος είναι ο αποδέκτης του κειμένου σου, μόλις θεωρήσεις πως δεν σε διαβάζει κανείς παρά μια δράκα άνθρωποι της συντεχνιακής φατρίας σου. Κι αποξενώνει τους κριτικούς και το βιβλίο από την πλειονότητα των αναγνωστών. Που θα ήθελαν να ξέρουν, να έχουν έναν άνθρωπο με γνώση που να τον εμπιστεύονται. Και να μην πρέπει κάθε φορά να αποκρυπτογραφήσουν ποιοι είναι οι λόγοι - συνήθως α, β, γ και δ- που πρέπει να γράψει το κείμενο.


15/2/15

Διαβάζοντας@amagi Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015 με καλεσμένη την Ιωάννα Μπουραζοπούλου.



Καλημέρα, καλημέρα. Είναι μεγάλη χαρά και τιμή η εκπομπή Διαβάζοντας @ amagi για την πρώτη ώρα της να φιλοξενεί σήμερα την Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Την δεύτερη ώρα θα μιλήσουμε για δυστοπίες [και θα διαβάσουμε κι ένα διήγημα του Grand Master Philip K. Dick].

Κληρώνουμε 3 αντίτυπα του καινούριου της βιβλίου "Η κοιλάδα της λάσπης", ευγενική προσφορά των εκδόσεων Καστανιώτης. Για να πάρετε μέρος στην κλήρωση αφήστε σχόλιο εδώ ή κάντε λάικ σε κάποια από τις σημερινές αναγγελίες της εκπομπής στο facebook. 

Υ.Γ. 42 Για να ακούσετε την εκπομπή απλά μπείτε στο www.amagiradio.com. Για κινητά, ταμπλέτες και άλλα συναφή κατεβάστε την εφαρμογή TuneIn και βρείτε τον amagi.



13/2/15

«Φάλκονερ», John Cheever



Όταν πριν από περίπου έναν χρόνο* έπεσε στα χέριά μου «Ο Κολυμβητής και άλλες ιστορίες» του Τζον Τσίβερ ενθουσιάστηκα, αναρωτήθηκα γιατί δεν τον είχα ακούσει καν πριν, με έψεξα. Έπειτα βγήκε το «Φάλκονερ». Τώρα σκέφτομαι γιατί ο Τσίβερ θεωρείται καλύτερος διηγηματογράφος από μυθιστοριογράφος∙ αν έπρεπε να τα βάλω σε μια ζυγαριά, η πλάστιγγα θα έγερνε σαφώς υπέρ του «Φάλκονερ». Διότι εδώ μιλάμε για αριστούργημα, βιβλίο από κείνα τα λίγα που σε ανατριχιάζουν και σε βάζουν να σκεφτείς.

Ο καθηγητής Πανεπιστημίου Ιεζεκιήλ Φάραγκατ, βρίσκεται κλεισμένος στην φυλακή Φάλκονερ για τον φόνο του αδελφού του. Είναι ένας άνθρωπος καλλιεργημένος, εθισμένος στην ηρωίνη έπειτα από δυο πολέμους, αφοσιωμένος στη σύζυγό του, μια ρηχή υστερική γυναικούλα, που δεν καταλάβαινε πως την αγαπούν, δημιουργούσε συνέχεια σκηνές, ίσα ίσα γιατί ήταν όμορφη, κι ένιωθε πως δεν είχε τον γάμο που της άξιζε.

Ιδού λοιπόν τι ήταν τότε ο γάμος τους- μήτε η κορυφή της σκάλας μήτε το κελάρυσμα των ιταλικών σιντριβανιών μήτε το θρόισμα του αέρα στα αλλοφερμένα ελαιόδεντρα, παρά ακριβώς αυτό: ένα ολόγυμνο αρσενικό κι ένα ολόγυμνο θηλυκό που κουβεντιάζουν για τα εντερικά τους.

Κατεστραμμένος από την παιδική του ηλικία, οι γονείς του άνθρωποι ανίκανοι να ορίσουν τον εαυτό τους, απαντά μόνος στην ερώτηση γιατί είναι ηρωινομανής. «Του φαινόταν φυσικό που ήταν ναρκομανής. Ανατράφηκε από ανθρώπους χωμένους στο λαθρεμπόριο. Όχι των σκληρών ναρκωτικών, αλλά των ακατάσχετων πνευματικών, διανοητικών και ερωτικών τονωτικών. Ήταν ο πολίτης, το προϊόν ενός μακρινού πριγκιπάτου σαν το Λιχτενστάιν. Από το παρελθόν του έλειπε το ορεινό σκηνικό, μα το διαβατήριο του ξεχείλιζε από βίζες, έκανε πνευματικό λαθρεμπόριο, μιλούσε τέσσερις γλώσσες κουτσά στραβά και ήξερε τα λόγια τεσσάρων εθνικών ύμνων.»

Ο Φάραγκατ, που ποτέ δεν διευκρινίζεται αν είναι αθώος ή ένοχος, στο σκληρό περιβάλλον της φυλακής, γιατί το Φάλκονερ είναι πέρα από τα άλλα ένα από τα πιο απάνθρωπα σωφρονιστικά καταστήματα, θα βρει την ικανότητα να επικοινωνεί. Εκεί, με τους αμόρφωτους και τους κρετίνους θα συνάψει τις πρώτες του ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις. Κι αυτός, ο κυνηγός του ποδόγυρου που ήξερε πως έπρεπε να πληρώσει για κάθε συνουσία, θα συνάψει σχέσεις με έναν άντρα, δίχως περιορισμούς.

Τα ελαττώματα των γυναικών τα έβρισκε συνήθως γοητευτικά. Μαγεύεσαι όταν, ενώ κάνουν δίαιτα και μιλούν ακατάπαυστα για τη δίαιτά τους, τις τσακώνεις να τρώνε μια σοκολάτα στα κρυφά. Δεν έβρισκε τα ελαττώματα του Τζόντι μαγευτικά. Δεν τα έβρισκε.
Η εκθαμβωτική και οδυνηρή ανάγκη του για τον Τζόντι απλωνόταν απ’ τα αχαμνά του σε κάθε σημείο του κορμιού του, ορατό κι αόρατο και αναρωτήθηκε αν θα κατόρθωνε να εκδηλώσει την αγάπη του για τον Τζόντι έξω στους δρόμους. Θα περπατούσε άραγε στο δρόμο με το χέρι του γύρω από τη μέση του Τζόντι, θα φιλούσε τον Τζόντι στο αεροδρόμιο, θα κρατούσε το χέρι του Τζόντι στο ασανσέρ, κι αν απέφευγε κάτι από αυτά, τότε εντέλει δεν θα συμμορφωνόταν με τις σκληρές επιταγές μιας βλάσφημης κοινωνίας;

Γραμμένο μιαν εποχή που ο Τσίβερ μόλις είχε βγει από εγκλεισμό σε κλινική αποτοξίνωσης κι ήταν καθαρός από το ποτό ενώ ταυτόχρονα τον βασάνιζε η ροπή του προς την ομοφυλοφιλία, το μυθιστόρημα αυτό είναι πολύ περισσότερο από ένα βιβλίο για την φυλακή. Ο ήρωας του μέσα στο Φάλκονερ βρίσκει οδυνηρά τον εαυτό του, αντιμετωπίζει με σθένος και ανθρωπιά αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Κι όταν αναπάντεχα ελευθερώνεται, είναι πιο ελεύθερος από ποτέ.

«Φάλκονερ» του Τζον Τσίβερ, μετ:. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 206

* Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Fractal τον Αύγουστο του 2014