30/12/21

Βαθμολογώντας τα βιβλία που διάβασα το 2021





Τούτη ήταν η χρονιά με τις λιγότερες αναρτήσεις στο blog. Πάρθηκαν αποφάσεις και παραδόξως τηρήθηκαν, θα γράφω πια μόνο όταν έχω κέφι χωρίς καμία υποχρέωση (προς τον εαυτό μου) να καταγράψω όλα μου τα διαβάσματα εδώ. Το ιστολόγιο διανύει την 13η χρονιά του, ίσως από τα μακροβιότερα με σταθερή παρουσία στην ελληνική μπλογκόσφαιρα, μα ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, αργοπεθαίνει. Θα είχε αφεθεί στη λήθη αν δεν το στήριζαν τα social media που χτίστηκαν γύρω από αυτό, η ομάδα και η σελίδα στο facebook. Κι ίσως από καιρό να το είχα βαρεθεί αν δεν υπήρχε το Booktalks.

Φέτος λοιπόν θα βαθμολογήσω τα βιβλία για τα οποία έγραψα έστω και λίγες γραμμές κι όχι όσα διάβασα. Και μοιάζει εντελώς απελευθερωτικό αυτό, που έσπασε η σύμβαση.


"Ηθικές επιστήμες", Martín Kohan         9




"Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", José Saramago          10



"Όλιβ Κίττριτζ", Elizabeth Strout          9


"Το κοριτσάκι στον παγετώνα", Adelaide Bon          7



"Άντρες χωρίς άντρες", Νίκος Δαββέτας          8



"Ένας άνθρωπος που κοιμάται", Georges Perec          8



"Πριν χαθούν τα πουλιά", Charlotte McConaghy          7



"Τρικυμίες παθών", Αργυρώ Μαντόγλου          8



"Το γυάλινο ξενοδοχείο", Emily St.John Mandel          7



"Η Κλάρα και ο Ήλιος", Kazuo Isighuro          8



"Λύκος ανάμεσα σε λύκους", Hans Fallada          8



"Περί φυσικής της μελαγχολίας", Georgi Gospodinov          10



"Η Λόττε στη Βαϊμάρη", Thomas Mann              9



«Δυσφορεί η νύχτα» , Marieke Lucas Rijneveld          6



"Η Ζέλντα έφυγε", Φωτεινή Ναούμ          7



"Να μάθω να μιλώ με τα φυτά", Marta Orriols          9



"Η Ανωμαλία", Hervé Le Tellier          9



"Η θάλασσα δεν είναι μπλε", Πέλα Σουλτάτου          8



"Έτσι αρχίζει το κακό", Javier Marías          7



" Η λίστα του Λεπορέλο", Φώτης Δούσος          8



"Αρκαδία", Emmanuelle Bayamack-Tam          9



"Σάγκι Μπέιν", Douglas Stuart          8



"Οι λέοντες της Σικελίας", Stefania Auci          7



"Το πέρασμα του μακελάρη", John Williams          8



"Εκπνοή", Ted Chiang          10



"Χιλιανός ποητής", Alejandro Zambra          10



"Ο φίλος", Sigrid Nunez          10


"Νοσταλγία", Mircea Cărtărescu          10



"Διομίρα", Σπύρος Γλύκας          7



"Neverhome", Laird Hunt          7



"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος          8



"Utopia Avenue, David Mitchell          9


"Η θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος          9


Συνολικά διάβασα 52 πεζογραφικά βιβλία, καμιά δεκαριά ποιητικά, πέντε graphic novels και άπειρα βιβλία αναφοράς για το μεταπτυχιακό (καλά να πάθω, αφού ήθελα δεύτερο). Δεν μετράω, αλλά ίσως και να μετράω και σιγά μη σας δώσω και λογαριασμό. 




Καλή χρονιά να έχουμε! Με υγεία! Χαρά! Και βιβλία!

27/12/21

Ανασκόπηση: Τα δέκα καλύτερα βιβλία της χρονιάς μας





Κι όπως συνήθως τακτοποιημένα και με τη σειρά τους τα βιβλία του Χριστουγεννιάτικου Διαβάζοντας Live (με την Αγγελική Μποζίκη και την Κατερίνα Μαλακατέ) 



Για αρχή τα βιβλία δώρα, ευγενική προσφορά των Εκδόσεων Μεταίχμιο, Δώμα και Κίχλη: 






Τα βιβλία της χρονιάς μας:

(είμαστε κολλητές τελικά, 7 στα 10 ήταν κοινά, οπότε θα τα γράψω συνολικά)

Η λίστα της Αγγελικής

Η λίστα της Κατερίνας



Νέες κυκλοφορίες

  • "Americana", Ντον ΝτεΛίλο, μετ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Gutenberg 
  • "Η κυρία Τασία και ο Γουλιέλμος καταβάθος", Μαρία Μήτσορα, εκδ. Πατάκη
  • "Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο", Βολφ Βόντρατσεκ, μετ. Ελίζα Παναγιωτάτου, εκδ. Αντίποδες
  • "Apollokalypse", Γκέρχαρντ Φάλκνερ, μετ Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, εκδ. Loggia
  • "Θερμά θαλάσσια λουτρά", Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, εκδ. Κίχλη
  • "Ο γάτος που έσωζε τα βιβλία", Σοσούκε Ματουκάουα, μετ. Αύγουστος Κορτώ, εκδ. Ψυχογιός
  • "Όλα γίνονται¨, Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα
  • "Φοβάμαι ταυρομάχε", Πέδρο Λεμεμπέλ, μετ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη
  • "Ζήτημα θανάτου και ζωής", Ίρβιν και Μαίρυλιν Γιάλομ, μετ. Ευαγγελία Ανδιτσάνου, εκδ. Άγρα
  • "Το χιόνι των αγράφων", Παναγιώτης Χατζημυωσιάδης, εκδ. Κίχλη
  • "Τα άνθη του κακού", Σαρλ Μποντλέρ, μετ. Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Μεταίχμιο
  • "Απόψεις ενός κλόουν", Χάινριχ Μπέλ, μετ. Δημήτρης Δημοκίδης, εκδ. Πόλις
  • "Ένα μυστικό", Αλεχάντρο Παλόμας, μετ. Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου, εκδ. Opera
  • "Αλέξης- Η χαριστική βολή", Μαρκερίτ Γιουρσενάρ, μετ.Ανδρέας Παππάς, εκδ. Πατάκης
  • "Οι γυναίκες που επιβίωσαν", Ρόμπερτ Κόλκερ, μετ. Βαγγέλης Προβιάς, εκδ. Ίκαρος 
  • "Το καπλάνι της βιτρίνας- graphic novel", Άλκη Ζέη, εκδ. Μεταίχμιο
  • "Μια πραγματικά μικρή ιστορία περί σχεδών των πάντων", Μπιλ Μπράισον, μετ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Μεταίχμιο
  • Η ιστορία του κόσμου μέσα από 25 πόλεις", Τρέισι Τέρνερ, Άντριου Ντονκιν, μετ. Ειρήνη Παιδούση, εκδ. Μεταίχμιο



3/12/21

"Η θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος

 




Μοιάζει και δεν μοιάζει με το -εκπληκτικό- Μαύρο νερό, Η Θάλασσα. Πρόκειται πάλι για μια νουβέλα με οικολογικές ανησυχίες και μελλοντολογικό φόντο, όπου ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την αντίφαση της εποχής: η τεχνολογική πρόοδος κοντράρεται με τη φύση και η φύση χάνει, όμως τελικά κερδίζει ο άνθρωπος.

Κεντρική πρωταγωνίστρια μια κοπέλα που επιζεί. Επιζεί όταν λιώνουν οι πάγοι και τα πάντα καλύπτονται από το νερό. Επιζεί χάρη μιας τυχαίας μετάλλαξης στο DNA της που τη γλιτώνει από τον θανατηφόρο ιό που αποκαλύπτουν οι λιωμένοι πάγοι και σκοτώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της γης (μαζί και όλους όσους αγαπά). Και τελικά επιζεί από τη θλίψη και τη νοσταλγία. 

Η νουβέλα είναι γραμμένη σε τρεις διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους. Ο πρώτος όταν το κορίτσι, στα δέκα του, καταλαβαίνει για πρώτη φορά την αλλαγή στο κλίμα και βλέπει μαζί με την οικογένειά της τους πάγους να λιώνουν. Ο δεύτερος όσο η κοπέλα ζει στην Υπόγεια πόλη, εκεί που μαζεύτηκαν όσοι τυχαία έζησαν. Και τέλος όταν μαζί με τη σύντροφό της ξαναγυρνά στην κατεστραμμένη επιφάνεια της γης.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πυκνό κείμενο, γεμάτο εικόνες σχεδόν κινηματογραφικές. Η πρώτη σκηνή, με τη μητέρα που καθαρίζει ροδάκινα προσέχοντας να μη μείνει ούτε κομματάκι από τη σάρκα του φρούτου στη φλούδα, είναι σχεδόν ταρκοφσκική. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει βρει τη φωνή του, συνδυάζει την εξαιρετική πάντοτε χρήση της γλώσσας, με ιστορίες που πηγάζουν από το βίωμα κι από τα διαβάσματά του, από ό,τι του δημιουργεί ατόφιο συναίσθημα. Καταφέρνει έτσι να χρησιμοποιήσει το αγαπημένο του είδος για να φτιάξει κάτι νέο, πέρα από αυτό. Γιατί τόσο το Μαύρο νερό, όσο κι η Θάλασσα, αν και έχουν πατήματα στην επιστημονική φαντασία, δεν ανήκουν εκεί. Για να ακριβολογούμε μοιάζει να επεκτείνουν το genre, να το αποδομούν. Τα δύο βιβλία, μαζί με τον «Άρη», το διαλογικό βιβλίο που έγραψε με την ποιήτρια Ελένη Κοφτερού, φτιάχνουν μια άτυπη δυστοπική τριλογία. Και ταυτόχρονα είναι σαν να ξεχνούν όλους τους πολύ περιοριστικούς κανόνες∙ της δυστοπίας και της τριλογίας.

Αυτή που ξεχωρίζει στο βιβλίο είναι η θάλασσα. Η ηρωίδα δεν την έχει δει ποτέ και την ονειρεύεται. Από τη θάλασσα ήρθε η καταστροφή, αλλά κι από τη θάλασσα συντηρείται η μνήμη. Στην τελευταία σκηνή όλα μοιάζουν σα να βγήκαν από το Στάλκερ. Ο χρόνος και ο τόπος πρωταγωνιστούν. Αυτό ενώνει όλα τα βιβλία του Μακρόπουλου κι όχι μόνο αυτά τα τρία, ο τόπος, ο χρόνος, η αχρονία.

Η Θάλασσα είναι μια μικρή νουβέλα, στα όρια ενός εκτεταμένου διηγήματος ίσως. Πιθανότατα ο αδηφάγος αναγνώστης να τελειώσει το κείμενο χωρίς να σταματήσει, μέσα σε μία δύο ώρες, κι έπειτα να μην το ξαναδιαβάσει. Αυτό χαρίζει στην ανάγνωση ενότητα και δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα ξεχαστεί. Το κύριο όμως είναι πως αν το ξαναδιαβάσεις, κάθε φορά οι εικόνες θα εκρήγνυνται στο μυαλό σου με διαφορετικό τρόπο, δημιουργώντας νέα σύμπαντα.



                             Κατερίνα Μαλακατέ


Υ.Γ. 42 Εγώ πάντως το ξαναδιάβασα καπάκι, μόλις το τελείωσα. 


"Θάλασσα", Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Κίχλη, 2020, σ.73



26/11/21

Utopia Avenue, David Mitchell

 




To Utopia Avenue είναι το όγδοο μυθιστόρημα του David Mitchell (ένατο αν προσμετρήσει κανείς κι εκείνο που μπήκε στο μπαούλο του χρόνου και θα βγει το 2114 και μάλλον δεν θα το διαβάσουμε). Για μένα είναι το τέταρτο, μετά το Cloud Atlas, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ και τα Κοκάλινα Ρολόγια.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα (οι αμερικάνοι συγγραφείς που ασχολούνται με τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 σπανίως δεν έχουν κι από ένα τέτοιο) όμως ταυτόχρονα δεν πρόκειται μόνο για ένα μυθιστόρημα για ένα μουσικό συγκρότημα. Ο Μίτσελ, κατά την προσφιλή του συνήθεια, μετενσαρκώνει τους χαρακτήρες του από βιβλίο σε βιβλίο, σχεδόν όλοι έχουν υπάρξει κι αλλού, είτε με αυτή τη μορφή, είτε με αυτό το φύλο, είτε μόνο με αυτό το όνομα. Έτσι και το Utopia Avenue εντάσσεται σε αυτό το μέτα-μυθιστόρημα που διαρθρώνεται σιγά σιγά αν βάλεις όλα μαζί τα μυθιστορήματά του —κάπως σαν να φτιάχνει την Ανθρώπινη Κωμωδία του Μπαλζάκ, ή τη Γιοναπατόφα του Φώκνερ (όχι δεν συγκρίνω τον Μπαλζάκ ή τον Φώκνερ με τον Μίτσελ, δεν ξεμωράθηκα τώρα στα γεράματα). Μόνο που εδώ έχουμε μια διαφορά από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του Μίτσελ, από τις σελίδες αυτού του βιβλίου παρελαύνουν και τα περισσότερα μουσικά αστέρια της εποχής, τα πραγματικά, με σάρκα και οστά, λέγοντας κοινοτοπίες ή κάνοντας έναν μπάφο.

Το βιβλίο ξεκινά με τη δημιουργία ενός φανταστικού (κυριολεκτικά) μουσικού συγκροτήματος που το συστήνει ο μάνατζερ Λέβον Φράκλαντ (κάτι θα θυμίσει αυτός σε όσους έχουν διαβάσει τα Κοκάλινα Ρολόγια). Ο Λέβον είναι ίσως ο μόνος μάνατζερ μουσικής στην ιστορία που έχει καλές προθέσεις. Μαζεύει τέσσερις ετερόκλητους μα φοβερούς μουσικούς, για να δημιουργήσει μια μπάντα που θα περάσει από την αφραγκιά και την αφάνεια στην κορυφή.

Ο Ντιν είναι μπασίστας, προέρχεται από μια δυσλειτουργική οικογένεια της εργατικής τάξης, κι όταν τον στρατολογεί ο Λέβον κυριολεκτικά δεν έχει να φάει και πού να περάσει την επόμενη νύχτα. Τα τραγούδια του είναι ξεσηκωτικά και γκαζιάρικα. Η Έλφ είναι τραγουδίστρια της φολκ, την έχει μόλις παρατήσει ο έρωτας της ζωής της, με τον οποίο τραγουδούσαν ντουέτο. Είναι φοβερή πληκτρού, ξέρει μουσική όσο όλοι οι άλλοι, και φτιάχνει συναισθηματικά, βιωματικά τραγούδια. Ο Γιάσπερ ντε Ζουτ (αυτός πάλι μήπως σας θυμίζει κάτι;) είναι ένας περίεργος τύπος που ακούει φωνές, νόθος γιος μιας Αγγλίδας κι ενός Ολλανδού μεγιστάνα, ο καλύτερος κιθαρίστας που υπάρχει αν και εμπειρικός.Φτιάχνει ψυχεδελικά έπη διάρκειας δώδεκα λεπτών. Και ο Γκριφ κρατάει τον ρυθμό, και της μπάντας, και του βιβλίου, είναι ένας κουλ ντράμερ.

Οι πέντε τους δεν διαπράττουν ύβρι, όπως συνήθως τα συγκροτήματα αυτά, δεν είναι αδίστακτοι, δεν πατάνε επί πτωμάτων, ούτε έχουν ψευδαισθήσεις για το τι θέλουν. Θέλουν να γράφουν αξιοπρεπώς μουσική, να ξεπεράσουν τα φρικτά καταγώγια στα οποία παίζουν μπροστά σε μεθυσμένους και φτιαγμένους και να μπουν στα τοπ τεν και στην τηλεόραση, να τους ξέρει ο κόσμος. Ο Ντιν χρειάζεται και τα λεφτά, γιατί δεν είναι και το καλύτερο αγόρι. Η Ελφ πρέπει να απαντά συνεχώς στην ερώτηση «γιατί μια μπάντα να έχει στις τάξεις της ένα κορίτσι, που φανερά δεν κάνει για γλάστρα». Ειδικά στις τηλεοπτικές εκπομπές, αυτό που μοιάζει τώρα αυτονόητο στην Αμερική, πως δεν κάνουμε σεξιστικές ερωτήσεις, της συμβαίνει συνέχεια. Ο Γιάσπερ έχει τη δυσκολότερη πίστα από όλους, παλεύει με την ψυχική ασθένεια και τη φαντασία, δίνει έναν αγώνα που μοιάζει εντελώς άνισος. 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αναζήτησης ταυτότητας. Βάζει θέματα σεξισμού, σεξουαλικού προσανατολισμού, ακουμπά το θέμα της τρέλας, που είναι ταμπού, Το βιβλίο όσο προχωρούν οι σελίδες γίνεται ένα απίστευτο κολάζ πραγματικότητας και φαντασίας, μια γιορτή της μουσικής και της λογοτεχνίας αλλά και της ποπ κουλτούρας του ‘60. Κανονικά εγώ δεν είμαι αναγνώστρια που ενθουσιάζεται με αυτή τη θεματολογία, τα διαβάζω και μετά τα ξεχνάω, η μουσική κουλτούρα της εποχής δεν ξυπνάει καμία ευαίσθητη ανάμνηση, ούτε νιώθω καμιά ανατριχίλα που ο Ντέιβιντ Μπόουι ήταν ακόμα άσημος τότε. Όμως κανένας δεν διαβάζει τα βιβλία του Μίτσελ για την αφορμή, δηλαδή ποιο συγκεκριμένο είδος διάλεξε να χρησιμοποιήσει κάθε φορά. Η αιτία που διαβάζουμε Μίτσελ, είναι ο ίδιος ο Μίτσελ.

Αυτή είναι φοβερή συγγραφική κατάκτηση, πολύ λίγοι συγγραφείς γραπώνουν με ανάλογο τρόπο το κοινό τους —και τον τηλεφωνικό κατάλογο να απαριθμούσε, αυτό θα γινόταν με τόση ευχαρίστηση και χαρά και θα το διάβαζες με το ίδιο κέφι. Ο Μίτσελ είναι παραμυθάς, ένας έντεχνος παραμυθάς, ένας διαβασμένος παραμυθάς, ένας παραμυθάς που λατρεύει τις αφηγήσεις. Είναι ένας από μας, τα τζάνκι της λογοτεχνίας, μα ταυτόχρονα έχει το ταλέντο να λέει ιστορίες. Αποσπασματικά; Μεταμοντέρνα; Πηδώντας από genre σε genre; Βάζοντας μια μεταφυσική πινελιά σε κάθε βιβλίο; Ναι, με όλα αυτά, χωρίς κεντρικό θέμα, μπορεί να γράφει για την Ιαπωνία πέντε αιώνες πριν ή το διάστημα και να τον ακολουθείς.

Στην Ελλάδα λίγοι αναγνώστες έχουν κολλήσει τον ιό της Μιτσελίτιδας και για αυτό το εμβληματικό Cloud Atlas παραμένει εξαντλημένο. Έχω μια ελπίδα, να πάει τόσο καλά το Utopia Avenue που η Μαρία Ξυλούρη (η μεταφράστρια από τον Γιάκομπ ντε Ζουτ και δώθε, που τον λατρεύει πιο πολύ από όλους μας και του κεντάει την κάθε λέξη, ακόμα και την πιο βαριά βρισιά), να αναγκαστεί να μεταφράσει τα εξαντλημένα και τα αμετάφραστα. Μετά από κοινή λαϊκή απαίτηση.



                                 Κατερίνα Μαλακατέ



Utopia Avenue, David Mitchell, μετ. Μαρία Ξυλούρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.714 

17/11/21

"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος

 



Το πρώτο που κινεί την περιέργεια στο μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου είναι ο τίτλος, Μπλε Ήλιος. Ο ήλιος δεν είναι μπλε (ούτε και κίτρινος ή πορτοκαλί, μα αυτό είναι μια άλλη ιστορια). Υπάρχει όμως μια στιγμή, περίπου ένα μισάωρο πριν την αυγή κι ένα τέταρτο μετά τη δύση, που η γωνία του φωτός είναι τέτοια που βάφονται τα πάντα μπλε. Είναι η ιδανική ώρα για φωτογραφίες κι ίσως για νέα ξεκινήματα. Μια ώρα μεταιχμιακή.

Σε αυτό το μεταίχμιο βρίσκονται οι ήρωες του μυθιστορήματος. Κεντρική η Μαριάννα, που αναλαμβάνει και βασική αφηγήτρια. Πρόκειται για μια γυναίκα μέσης ηλικίας, που έχει περάσει όλη της τη ζωή με έναν άντρα, τον Γεράσιμο. Τον παντρεύτηκε από προξενιό χωρίς να φέρει πολλές αντιρρήσεις, χωρίς έστω και λίγο να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Έζησαν μια ζωή συμβατική, εκείνος κουβαλητής, με σταθερή δουλειά, πάντα απόμακρος ακόμα κι από τα παιδιά. Αυτή στοργική, περιποιητική, σεμνή σύζυγος και μητέρα. Για το σεξ μάλλον δεν θα συζητήσουμε. Το οικοδόμημα καταρρέει, όταν καταρρεέι κι ο Γεράσιμος, παθαίνει εγκεφαλικό και βρίσκεται στο νοσοκομείο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει στα εξωτερικά ερεθίσματα. Κομβικό ρόλο στην πλοκή παίζει κι ένας νεότερος άντρας, ο Ιάσονας, ο συγγραφέας που βοηθά τον Γεράσιμο την ώρα του εγκεφαλικού και τον πηγαίνει για πρώτες βοήθειες.

Οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές είναι αυτοί οι τρεις, εναλλάσσονται, με προεξάρχουσα τη γυναίκα, που τελικά τους συνδέει. Μιλάνε ξεκάθαρα και ειλικρινά για τη ζωή τους. Η Μαριάννα για μια πικρή σύμβαση που αποδέχτηκε κι έγινε όλος της ο κόσμος, για τις στιγμές που χάνονται δίχως στοργή. Μα κι ο Γεράσιμος, που δεν μπορεί πια να μιλήσει, που δεν μίλησε ποτέ κι άφηνε τα χρόνια να περνούν, τώρα στο νεκροκρέβατο, τώρα που είναι αργά, μιλάει κι αυτός για τη δική του εκδοχή της πραγματικότητα. Τέλος ο Ιάσονας, που είναι πιο ανοιχτό πνεύμα, ούτε κι αυτός όμως καταφέρνει να βρει νόημα στη ζωή ή να παραδοθεί στον έρωτα.

Ο Μπλέ Ήλιος πραγματεύεται τις ζωές όλων μας, τους συμβιβασμούς και τις συνεχείς ήττες, το πόσο απέχει αυτό που ζούμε και αυτό που είμαστε, από τα νεανικά μας όνειρα. Και μιλά για την αγάπη, που παραδόξως δεν λείπει ακόμα κι από τον γάμο των πρωταγωνιστών. Οι ζωές των ηρώων δεν είναι κενές στοργής και συναισθήματος. Αυτό που λείπει είναι η λάμψη της μυθολογίας. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν το κεντρικό ζευγάρι θυμόταν κάποτε πως ήταν ερωτευμένο, κι όχι εγκλωβισμένο σε έναν γάμο που κανόνισαν άλλοι. Το μυθιστόρημα μιλά και για δεύτερες ευκαιρίες. Μπορεί κανείς να τις αρπάξει; Αν αυτά που έζησες χρόνια ολόκληρα, τώρα σε βαραίνουν και δεν ξέρεις πώς να ανασάνεις. Αν έχει πια σημασία να αποδεχτείς τα αισθήματά σου, όταν κανείς δεν μπορεί να σε ακούσει πλέον κι εσύ δεν μπορείς να τα εκφράσεις.

Θεωρώ πως το μεγαλύτερο ρίσκο  ήταν η επιλογή της γυναίκας ως πρωταγωνίστριας. Εκείνης τη φωνή ακούμε ξεκάθαρα, η καταβύθιση αφορά τον δικό της ψυχισμό. Και σε αυτό ο συγγραφέας τα κατάφερε εξαιρετικά. Δύσκολα θα αποφύγει ο αναγνώστης την ταύτιση, το κείμενο σε βουτάει μέσα στην ηρωίδα, γίνεσαι ένα μαζί της. Πολλές φορές, αν και οι λεπτομέρειες αλλάζουν, νιώθει ο αναγνώστης πως ο ίδιος είναι εκεί με τη Μαριάννα στο προσκέφαλο του Γεράσιμου. 

Δεύτερο ρίσκο, ο Ιάσονας, ο συγγραφέας. Μια ιδιότυπη προσωπικότητα, μέσα κι έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις ταυτόχρονα. Λειτουργεί σαν αντιβαρο στη μικροαστική καθημερινότητα των άλλων δύο, όιμως δεν κατόρθώνει να κάνει την υπέρβαση. Μοιάζει να είναι το alter ego του ίδιου του Διονύση Μαρίνου μες στο μυθιστόρημα, αν κι εγώ πιστεύω πως αυτόν τον ρόλο τον επωμίζεται η Μαριάννα.

Η γραφή του Μαρίνου με τα χρόνια μεστώνει, έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στη λυρικότητα (που τον διέκρινε πάντα) και τη λιτότητα. Αν και δεν πρόκειται για ένα βιβλίο δράσης -όλα συμβαίνουν εσωτερικά και υπόγεια, σχεδόν άρρητα-, δεν πλατειάζει ούτε φλυαρεί. Στον Μπλέ Ήλιο δεν περισσεύουν λέξεις, όμως περισσεύουν συναισθήματα - ο ίδιος ο υγγραφέας άλλωστε λέει πως πρόκειται για το πιο αυτοβιογραφικό του βιβλίο· κι αυτό είναι βασικό.


                                                Κατερίνα Μαλακατέ



"Μπλε Ήλιος", Διονύσης Μαρίνος, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σ.261

10/11/21

"Neverhome", Laird Hunt






O αμερικανικός εμφύλιος μας έχει δώσει σπουδαία βιβλία, όπως η Στρατιά του Ντοκτόροου, και το πολύ αγαπημένο μου Μέρες δίχως τέλος του Σεμπάστιαν Μπάρυ. Στην Αμερική κυκλοφορούν δεκάδες μυθιστορήματα που αφορούν στο θέμα κάθε χρόνο. Παρ’ όλα αυτά ελάχιστα ασχολούνται με τις σχεδόν πεντακόσιες γυναίκες που πήγαν στον πόλεμο ντυμένες σαν άντρες και πολέμησαν ως στρατιώτες. Αυτό είναι το κεντρικό θέμα του Neverhome του Λερντ Χαντ και για αυτό το μυθιστόρημα ξεχωρίζει από όλα τα υπόλοιπα του είδους.

Η Κονστάνς πηγαίνει στον πόλεμο μασκαρεμένη ως Ας. Πίσω της αφήνει να φροντίζει τη φάρμα τους ο πολύ πιο ντελικάτος και ευαίσθητος άντρας της, ο Βαρθολομαίος. Στην αρχή είναι γενναία, μέχρι και “Μπαλάντα για τον ατρόμητο Ας” φτιάχνουν οι συμπολεμιστές του. Έπειτα όμως ο παραλογισμός του πολέμου κυριαρχεί. Ο Ας φαίνεται να παραπαίει, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, όχι με τις σκοποβολές και τα όπλα, με αυτά τα πάει καλά, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στη φρίκη.

Η ιδέα του μυθιστορήματος είναι εξαιρετική, το ίδιο και η γλώσσα, το ύφος, είναι χαμηλότονα χωρίς φιοριτούρες και πολλά πολλά στολίδια. Αν από κάτι πάσχει το Neverhome είναι από ρυθμό, στην αρχή όλα γίνονται πολύ αργά και στο τέλος όλα επιταχύνονται, λες και θέλει ο συγγραφέας να μας αποζημιώσει για τις δεκάδες σελίδες με επεισόδια χωρίς πλοκή και ειρμό.

Δεν μαθαίνουμε έτσι καμία από τις απόψεις της Κονστάνς, δεν ξέρουμε τι νιώθει για τον Εμφύλιο, τι αισθάνεται για την πλευρά που πολεμά, ούτε και για τον ίδιο το πόλεμο. Αυτό είναι κατανοητό σε ένα βιβλίο τόσο αντιπολεμικό, δεν έχει σημασία ο σκοπός. Μα λείπουν κι άλλα στοιχεία, για τη σχέση με τον άντρα της, γιατί αποφάσισε να αρματωθεί. Μοιάζει σαν να είναι μόνον η αφορμή για τη γραφή η περιπέτεια της κεντρικής ηρωίδας, χωρίς όμως ο συγγραφέας να έχει απόλυτα ξεκαθαρίσει κι ίδιος την αιτία.

Δεν είναι χάσιμο χρόνου η ανάγνωση του Neverhome, αν και μοιάζει κάπως λειψό, χωρίς δεύτερο ή τρίτο επίπεδο. Σαν να μην μπόρεσε ο Χαντ να ταυτιστεί με την ηρωίδα του και για αυτό χάνουμε κι εμείς τη ροή της ανάγνωσης, δεν μπαίνουμε βαθιά στον κόσμο της. Όμως δεν κρύβω πως όλο αυτό μου κίνησε την περιέργεια, δεν πρόκειται για το πρώτο, μα για το έκτο βιβλίο του συγγραφέα. Τι άραγε να αφηγούνται τα άλλα πέντε; Θα άξιζε να μεταφραστούν στα ελληνικά.





                              Κατερίνα Μαλακατέ


"Neverhome", Λερντ Χαντ, μετ. Χρήστος Οικονόμου, εκδ. Πόλις, 2021, σ.252