29/8/23

"Όλιβ ξανά", Elizabeth Strout

 




Ξεκίνησα να διαβάζω Ελίζαμπεθ Στράουτ σχετικά αργά, όταν βγήκε από τις εκδόσεις Άγρα “Το όνομα μου είναι Λούσυ Μπάρτον”. Εντυπωσιάστηκα όμως πραγματικά όταν διάβασα την "Όλιβ Κίττριτζ" κι από τότε την ακολουθώ πιστά για έναν απλό λόγο, είναι σίγουρο πως θα με βγάλει από το αναγνωστικό μπλοκ όσο βαθιά κι αν είμαι σε αυτό. Για αυτό πήρα το "Όλιβ ξανά" μόλις βγήκε στα Ελληνικά αν και ήμουν κάπως καχύποπτη, τι δουλειά έχει η Στράουτ να γράψει συνέχεια της Κίττριτζ δέκα χρόνια μετά και μάλιστα μετά την επιτυχία της σειράς του HBO;

Ήμουν άδικη. Ξεκάθαρα άδικη. Η «Όλιβ, ξανά» είναι καλύτερο και σπουδαιότερο βιβλίο από το προηγούμενο. Αν και κινείται στο ίδιο μοτίβο, ιστορίες σπονδυλωτές στις οποίες δεν είναι πάντα πρωταγωνίστρια η Όλιβ, σε μερικές δεν είναι καν δευτεραγωνίστρια, εδώ έχουμε μια ηρωίδα που προς το τέλος της ζωής της – την παρακολουθούμε από τα 70 και μετά–, έχει ωριμάσει κι έχει μεστώσει, χωρίς όμως να χάσει τον πυρήνα της ή να λυθούν δια μαγείας όλα της τα προβλήματα.

Η Στράουτ ξέρει την ηρωίδα της πολύ καλά και την οδηγεί με μαεστρία σε έναν δεύτερο γάμο στη δύση της ζωής της. Δεν μπορεί να διορθώσει τι έγινε στον πρώτο γάμο, το πόσο άδικα φέρθηκε στον γιο και τον άντρα της, μπορεί όμως να υπάρξει ξανά. Δεν μπορεί ξαφνικά να γίνει καλή γιαγιά και να ασχοληθεί με τα εγγόνια της, μπορεί όμως σε κάποιον βαθμό να αποκτήσει μια σχέση με τον γιο της.

Αυτό είναι το εντυπωσιακό του βιβλίου, αν στο πρώτο υπήρχε μια υποψία πως πρωταγωνιστούσε η πόλη κι όχι ο χαρακτήρας, εδώ δεν έχουμε καμία αμφιβολία ποια έχει τα ηνία της αφήγησης και την αμέριστη προσοχή μας. Η Όλιβ πια είναι ένας από τους πιο ολοκληρωμένους χαρακτήρες της λογοτεχνίας, είναι σαν να την ξέρουμε καλύτερα κι από τον εαυτό μας. Ταυτιζόμαστε με την ηρωίδα; Φυσικα, όπως σε όλη την καλή λογοτεχνία. Ταυτιζόμαστε κι ας μην είμαστε μια μεγαλόσωμη, αθυρόστομη, εγωίστρια γυναίκα που πεθαίνει από βαθιά γεράματα. Ταυτιζόμαστε γιατί η Όλιβ ποτέ δεν παύει να είναι ο εαυτός της. Γιατί η Όλιβ είναι ηθικά εντάξει.

Η Στράουτ αγαπά να μπλέκει τις ιστορίες της, να βάζει ήρωες από άλλα της βιβλία να φυτρώνουν μέσα σε νέες ιστορίες, γράφει γυναικεία περιπλέκοντας τα πράγματα και ταυτόχρονα απλοποιώντας τα. Κι αν σας τρομάζει αυτό το “γράφει γυναικεία”, να μην. Γράφει από τη βαθιά σκοτεινιά της, όπως πρέπει, χωρίς να ενδύεται τον ανδρικό τρόπο γραφής. Το διαβάζεις και ξέρεις πως αφηγήτρια, πρωταγωνίστρια και συγγραφέας είναι γυναίκες, αλλά απευθύνεται βέβαια και σε αναγνώστες και σε αναγνώστριες. Αυτό είναι το κερδισμένο στοίχημα. Και αυτό θα είναι το διακύβευμα για τη γυναικεία λογοτεχνία στα χρόνια που θα έρθουν.


                     Κατερίνα Μαλακατέ




"Όλιβ ξανά", Ελίζαμπεθ Στράουτ, μετ. Μαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Άγρα, 2021, σ. 342



22/8/23

"Ο Παράδεισος", Mieko Kawakami

 



Διάβασα τον "Παράδεισο" στις διακοπές και με στοίχειωσε για τις δύο μέρες που διήρκησε η ανάγνωση• η σωστή λέξη θα ήταν με σμπαράλιασε. Η ιστορία ακολουθεί δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου που υφίστανται ανελέητο σωματικό και λεκτικό μπούλινγκ από τους συμμαθητές τους. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής έχει “ένα τεμπέλικο” μάτι, ενώ το κορίτσι είναι πάντα βρώμικο και τσαλακωμένο. Οι ισορροπίες τους κάπως αλλάζουν όταν οι δυο τους, τα θύματα, αρχίζουν να επικοινωνούν με σημειώματα.


Το βιβλίο είναι εξαιρετικά ακριβές στο πώς χειρίζεται την διαλυμένη ψυχολογία του θύματος, αλλά και την μπλαζέ αδιαφορία του θύτη, κι έφερε στην επιφάνεια όλες τις μαθητικές μου μνήμες, την απόγνωση, την αδυναμία να βγάλεις την επόμενη μέρα, την ανασφάλεια για κάθε κίνηση που θα μπορούσε “να προκαλέσει” τον θύτη, τον φόβο πως είσαι ένα σίχαμα της κοινωνίας που τα κάνει όλα λάθος (το βασικό λάθος είναι πως υπάρχεις, δηλαδή) και τη σιγουριά πως κανένας δεν θα έδινε δεκάρα ακόμα κι αν αυτοκτονούσα. Γιατί μη γελιόμαστε, οι θύτες ξέρουν καλά ποιον επιλέγουν για θύμα, αυτόν που δεν έχει αποδοχή από κανέναν, αυτόν που συναισθηματικά δεν μπορεί να σταθεί πουθενά.


Οι δυο μαθητές που υφίστανται το μπουλινγκ δεν είναι ίδιοι ούτε έχουν τις ίδιες ιδέες για το πώς να το αντιμετωπίσουν. Τις περισσότερες φορές δεν μιλούν καν για αυτό. Αλλά η βία, το μπούλινγκ, καταλαμβάνει τις ζωές τους, είναι η ομπρέλα από πάνω τους, σε κάθε βήμα και κάθε τους κίνηση. Δεν ισχύει το ίδιο για τους θύτες, αυτοί είναι βίαιοι και δυνατοί γιατί έτσι είναι, σαν να πίνουν ένα ποτήρι νερό, είναι αδιάφορο ποιος είναι το θύμα, απλά πρέπει να υπάρξει θύμα.


Από αυτή την πλευρά το μυθιστόρημα είναι εντελώς επιτυχημένο, εγώ ένα πρώην θύμα σχολικού μπούλινγκ ταυτίστηκα τόσο που ήταν σαν να ξαναζούσα μνήμες βαθιά καταχωνιασμένες, για δυο μέρες δεν μπορούσα πάλι να ανασάνω. Όμως δεν παραμένει εκεί, τα μυθιστορήματα δεν είναι μαρτυρίες, είναι βουτιές στην ανθρώπινη ψυχολογία. Δεν θα είχε νόημα ένα λογοτεχνικό κείμενο να αφορά μονάχα εμένα, που ταυτίζομαι με την περίσταση, δεν έχει λόγο ύπαρξης να θαυμάσω πόσο καλά ξέρει το θύμα, τον θύτη, την παρέα και το κοινό τους. Το θέμα είναι να γίνει αυτό, το βίωμα, έργο τέχνης. Και σε αυτό τα κατάφερε καλα η συγγραφέας. Η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης είναι σοφή. Το ίδιο και ο τρόπος που διεισδύει στην ψυχολογία των ηρώων αλλά και η τρομερή στιγμή της κορύφωσης. Εγώ πονούσα, αλλά δεν μπορούσα να παρά να θαυμάσω το πώς το βιβλίο χειρίζεται το Κακό, το εγγενές κακό που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση και δημιουργεί αναίτια, μαζική, ανελέητη βία. Ξεκινώντας από τον έναν.


Οι Ιάπωνες και οι Γιαπωνέζες έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο να γράφουν λογοτεχνία, κοφτό και λυρικό μαζί. Αν και πουθενά δεν έχουμε ενδείξεις πως μιλάμε για την Ιαπωνική κοινωνία, το ξέρεις καλά πως έχει γραφτεί στα Ιαπωνικά (αν και εδώ έχουμε πάλι μετάφραση της μετάφρασης). Αγαπώ τη γραφή τους, από τον Καβαμπάτα και τον Τανιζάκι, ως την Ογκάουα και τον πρώιμο Μουρακάμι, τους νιώθω “δικούς” μου και ξένους μαζί. Και κάτι μου λέει πως βρήκα κι άλλη μια Γιαπωνέζα συγγραφέα να ακολουθώ.


          Κατερίνα Μαλακατέ 



"Ο Παράδεισος", Mieko Kawakami, μτφ. Κίκα Κραμβουσάνου, εκδ. Gutenberg



11/8/23

"Η πορεία της Μίνα", Yōko Ogawa 小川 洋子

 

Αγοράστε το εδώ


Αγαπώ την Γιόκο Ογκάουα, η γραφή της, ακριβής και μετρημένη, ο τρόπος της να κάνει την απλότητα αισθαντική, η μίξη στις ιστορίες της μιας Ιαπωνίας χιλιάδων χρόνων αλλά ταυτόχρονα και μιας δυτικής Ιαπωνίας, με συναρπάζουν. Νιώθω πως έχουμε κάτι κοινό με τους Ιάπωνες, αν και ταυτόχρονα μοιάζουν όλα τόσο μακρινά και ανοίκεια. Για αυτό έχω διαβάσει (και θα ξαναδιαβάσω) όλα τα βιβλία της που κυκλοφορούν στα ελληνικά, με κορυφαίο για μένα το «Άρωμα πάγου». Μέχρι πριν λίγα χρόνια η αγγλοσαξονική αγορά δεν είχε ανακαλύψει την Ογκάουα, και στα καθ’ ημάς οι εκδόσεις Άγρα μετέφραζαν τη συγγραφέα από τα Ιαπωνικά. Όμως το 2020 η Ογκάουα ήταν υποψήφια για το Διεθνές Booker με τη μετάφραση της «Αστυνομίας της μνήμης» στα Αγγλικά, ενός βιβλίου που είχε πρωτοκυκλοφορήσει στα Ιαπωνικά το 1994. Έτσι άρχισε η ροή των μεταφράσεων της στα Αγγλικά και εδώ αρχίσαμε να τη μεταφράζουμε από τη μετάφραση. Στην «Αστυνομία της μνήμης», αλλά πολύ περισσότερο σε τούτο εδώ το βιβλίο, την «Πορεία της Μίνα» η διαφορά είναι εμφανής. Το κείμενο παραμένει σφιχτό αλλά χάνει τη μελαγχολική λάμψη του και στεγνώνει, σχεδόν απορείς γιατί διαβάζεις αυτή την ιστορία. Ενώ φυσικά ξέρεις γιατί, γιατί παρακολουθείς ένα κορίτσι να μεγαλώνει σε αυτή την ενδιάμεση Ιαπωνία.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια και πρωταγωνίστρια, Τομόκο, είναι 12 χρονών και αναγκάζεται για έναν χρόνο να πάει να μείνει με την οικογένεια της αδελφής της μητέρας της. Και μαγεύεται. Ο θείος της είναι ένας κούκλος που έχει ένα τέταρτο δυτικό αίμα, η μητέρα του είναι μισή Γερμανίδα, το σπίτι είναι δυτικού τύπου κι έχει έναν ζωολογικό κήπο όπου ζει μια ιπποπόταμος- νάνος, η Ποτσίκο, τρώνε ιαπωνικά φαγητά αλλά πού και πού, στις εορταστικές περιπτώσεις τρώνε και δυτικά. Πάνω από όλα όμως η Τομόκο γίνεται κολλητή φίλη με τη Μίνα, την κατά έναν χρόνο μικρότερη ξαδέλφη της, ένα ασθματικό κοριτσάκι που νοσηλεύεται συχνά, που έχει δωμάτιο για φωτόλουτρα μες στο σπίτι, και λατρεύει τα σπίρτα και τα βιβλία. Η φιλία αυτή την καθορίζει και στην ουσία αλλάζει την κατεύθυνση της ζωής της.

Δεν είμαι σίγουρη πως αν διάβαζα πρώτα αυτό το βιβλίο θα πάθαινα την εμμονή που έχω με την Ογκάουα. Μάλλον θα μου φαινόταν μέτριο, σαν να του λείπει κάτι, κάτι βασικό που δυσκολεύομαι να το προσδιορίσω. Φυσικά και δεν γίνεται τίποτα από άποψη πλοκής, μα αυτό δεν είναι το θέμα. Σαν να χάνει λίγη από τη μαγεία της η γραφή της, και δεν ξέρω αν γι’ αυτό ευθύνεται απλά το γεγονός πως δεν είναι μεταφρασμένο από το ιαπωνικό πρωτότυπο.


            Κατερίνα Μαλακατέ


"Η πορεία της Μίνα", Γιόκο Ογκάουα, μτφ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη, 2023, σ. 365


 

3/8/23

"Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους", Μιχάλης Αλμπάτης

 

Αγοράστε το ΕΔΩ


Νιώθω ένα μούδιασμα. Έχω τελειώσει τους Νεκρούς εδώ και μια εβδομάδα και δεν είμαι ακριβώς σίγουρη τι νιώθω για το βιβλίο. Από τη μια έχουμε μια εξαιρετική αρχική ιδέα, και μια ιστορία με αρχή μέση τέλος, που βγάζει νόημα και κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη (όχι πάντα, στην μέση κάνει μια μεγάλη κοιλιά). Από την άλλη έχουμε ένα γράψιμο γραμμικό, που παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον, ενώ η φωνή του αφηγητή είναι πραγματικά παλιακή, διανθισμένη με λυρικές περικοκλάδες. Σε κάποιες στιγμές θυμίζει στο σύνολο Καραγάτση, με όλα τα καλά και τα κακά του όμως, τον σεξισμό και τις «ευκολίες» στις περιγραφές των χαρακτήρων αλλά και το αφηγηματικό χάρισμα.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Φανούρης, ένα 16χρόνο αγόρι που ανακαλύπτει στην κηδεία του μπάρμπα του πως μπορεί να ακούει τους νεκρούς να μιλάνε. Στην αρχή σκιάζεται, αλλά μετά το συνηθίζει. Σύντομα το ανακαλύπτουν κι οι άλλοι, σε μια σκηνή που θυμίζει πολύ έντονα ελληνική ταινία. Ο πονηρός ερημοσπίτης θείος του Φανούρη αποφασίζει να εκμεταλλεύτει οικονομικά την ικανότητά του ανιψιού του για να παίξει τα λεφτά στα χαρτιά, και να τα ξοδέψει στο ποτό και τις γυναίκες. Έτσι, αρχίζουν οι δυο τους να γυρνούν από χωριό σε χωριό και να διαφημίζουν της υπηρεσίες τους, ώσπου τελικά καταλήγουν στη μεγάλη πόλη.

Ο μικρός σε αυτή την πορεία ενηλικιώνεται, κάπως άγαρμπα είναι η αλήθεια. Αρχίζει να έχει σεξουαλικές σχέσεις, τόσο με πρόθυμες χωριατοπούλες όσο και με πουτάνες, αλλά και να συνειδητοποιεί τη βιαιότητα του βίου από αυτά που του λένε οι φρεσκοχωμένοι νεκροί μέσα στο κιβούρι. Οι νεκροί δεν έχουν τίποτα πια να χάσουν και δεν λένε ψέματα, οι ζωντανοί πάλι καμία διάθεση δεν έχουν για αλήθειες ούτε για να λύσουν όλες τις μπερδεψούρες τους.

Το μυθιστόρημα στο πρώτο κομμάτι είναι πολύ καλό, στο δεύτερο όμως διολισθαίνει, τόσο γλωσσικά, όσο και στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων, προς μια ξεπερασμένη πια λογοτεχνία. Ομολογώ πως ένιωσα ετεροντροπή (κοινώς κριντζάρισα) στον μονόλογο της γηραιάς πεθαμένης τσατσάς∙ τόσα κλισέ μαζεμένα για τις γυναίκες, και δη τις πουτάνες, τον βιασμό, τη γυναικεία κακοποίηση, και τη γυναικεία σεξουαλικότητα, είχα χρόνια να διαβάσω.

Το βιβλίο έχει τόλμη γιατί δεν διστάζει να περιγράψει σεξουαλικές στιγμές μα και να πει πολλά πράγματα με το όνομά τους. Από την άλλη τα σεξουαλικά ως έναν βαθμό καταλαμβάνουν την αφήγηση κι αν συνυπολογίσει κάνεις και τις λυρικές περικοκλάδες, το σύνολο καταλήγει κάπως αφελές. Κατανοώ γιατί το μυθιστόρημα έχει τέτοια επιτυχία, και μάλιστα από στόμα σε στόμα. Μας θυμίζει παλιές καλές εποχές της ελληνικής πεζογραφίας, είναι απροσποίητο, έχει πλοκή, δεν υποκρίνεται κάτι που δεν είναι. Από την άλλη, έχω την αίσθηση πως μια τόσο ωραία κεντρική ιδέα είναι κρίμα να μην έχει άψογη εκτέλεση.

              Κατερίνα Μαλακατέ


Μιχάλης Αλμπάτης
" Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους", Μιχάλης Αλμπάτης, εκδ. νήσος, 2022, 468