Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμάτης Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταμάτης Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9/12/11

Βιβλιοπροτάσεις: "Μπαρ Φλωμπέρ", Αλέξης Σταμάτης


Πριν κάποια χρόνια, στα σεμινάρια που έκανε το ΕΚΕΒΙ για δημιουργική γραφή, καλεσμένος για μια μέρα ήταν ο Αλέξης Σταμάτης. Εγώ δεν τον είχα ακουστά, δεν είχα διαβάσει κανένα του βιβλίο, αν και δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενος. Τότε όταν του ζητήσαμε μια συμβουλή, μας είχε δώσει τις εξής αντιοικολογικές τρεις: print, print, print. Εγώ που δεν εκτύπωνα τίποτε παρά μόνο όταν είχε τελειώσει, ακολούθησα τη συμβουλή του και εντυπωσιάστηκα από τη σοφία της. Η δε ιστορία που είχε να μας πει, «χαίρομαι που δεν έγινα συγγραφέας από την αρχή, μα ακόμα περισσότερο που παράτησα τα σχέδια και τις οικοδομές και έγινα αυτό που ήθελα αφού είχα δοκιμάσει και αυτό που δεν μου ταίριαξε», κολάκεψε τότε τα αυτιά μου πως και για μένα υπήρχε χρόνος. Και φυσικά αυτό που έμεινε από εκείνη του την παρουσία είναι η αγάπη για τα βιβλία του. Τον Αλέξη Σταμάτη δεν το έχω ξαναδεί από τότε, παρά ταύτα παραμένω σταθερή αναγνώστρια και μένω κατάπληκτη γιατί δεν τον ξέρουν περισσότεροι. Πιθανώς γιατί τα βιβλία του σπάνια απευθύνονται σε αυτό που ονομάζουμε ευρύ γυναικείο αναγνωστικό κοινό. Ίσως πάλι γιατί δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί επαρκώς τη φήμη της μητέρας του. Από την άλλη τον τελευταίο καιρό είναι σχετικά στην επικαιρότητα αλλά για ένα θέμα εντελώς εξωσυγγραφικό.
             Το «Μπαρ Φλωμπέρ» παραμένει για μένα το καλύτερό του μυθιστόρημα. Ο πρωταγωνιστής Γιάννης Λουκάς είναι ένας επίδοξος συγγραφέας που γράφει την αυτοβιογραφία του λογοτέχνη πατέρα του. Όταν αναλαμβάνει να τακτοποιήσει το υπόγειο του πατρικού του, βρίσκει το χειρόγραφο «Μπαρ Φλωμπέρ» από κάποιον Λουκά Ματθαίου, που θα τον ενθουσιάσει. Θα αρχίσει να ψάχνει για το συγγραφέα του κειμένου που τον συνάρπασε και θα βρεθεί στη Βαρκελώνη, στο Βερολίνο, στην ορεινή Αρκαδία. Ο μύθος είναι αριστοτεχνικά πλασμένος, ο γρίφος που προκύπτει αναπάντεχος,  η πλοκή σφικτή, δουλεμένη εντατικά και οι χαρακτήρες ζωντανοί, έξοχοι. Πρόκειται για μια καταπληκτική δουλειά, που αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. Από κείνα τα μυθιστορήματα που βεβαιώνουν τη ρήση του Τσέχωφ «Αν στην πρώτη σελίδα κάπου στον τοίχο υπάρχει ένα καρφί, στην τελευταία ο ήρωας πρέπει να κρεμαστεί από αυτό».            


8/7/11

"Κυριακή", Αλέξης Σταμάτης


Όταν ξεκίνησα την «Κυριακή» του Αλέξη Σταμάτη οι προσδοκίες μου ήταν μεγάλες. Θέλεις γιατί είχα διαβάσει σε πρόσφατη συνέντευξή του πως το θεωρεί ο ίδιος το καλύτερο του μυθιστόρημα ως τώρα, θες γιατί εντελώς στα κρυφά είναι από του πολύ αγαπημένους μου εν δράσει ακόμα έλληνες συγγραφείς. Και λέω στα κρυφά γιατί θα έπρεπε να διαφημίζω σε φίλους και γνωστούς που δεν τον ξέρουν την «Μητέρα Στάχτη», ένα βιβλίο εξαιρετικό που θα μπορούσε κάτι να πει παραπάνω σε αυτούς που διαβάζουν δυο ευπώλητα το χρόνο.
               Η «Κυριακή» στην αρχή με ξένισε, μου φάνηκε, αν και ηλικιακά δεν είμαι ούτε εγώ ούτε ο συγγραφέας πια εντελώς κοντά στην ομάδα των εικοσάρηδων, πως η γλώσσα του δεκαεννιάχρονου Βασίλη και του φίλου του Αργύρη ήταν ένα κακοχωνεμένο συνοθύλευμα γκρίκλις. Με λίγα λόγια μια γλώσσα την οποία γράφουν μεταξύ τους στο φεισμπουκ οι πιτσιρικάδες αλλά δεν μιλούν. Το μυθιστόρημα ξεκινά όταν δυο άντρες, ο ένας σαραντάρης που η γυναίκα του αυτοκτόνησε πριν επτά χρόνια, ο άλλος εικοσάρης που ο πατέρας του αυτοκτόνησε πριν ένα χρόνο, γνωρίζονται σε ένα νεκροταφείο. Ο μεγαλύτερος άντρας, ο Πέτρος, νιώθει την ανάγκη να μιλήσει στο αγόρι, να τον συντροφέψει κι έτσι τον ψήνει να πάνε για ένα καφέ. Ο μικρός, ο Βασίλης, κουβαλά μαζί του ένα χαρτάκι που δεν έχει αξιοποίησει ένα χρόνο τώρα που πέθανε ο πατέρας του, ένα σημείωμα του αυτόχειρα με ένα κινητό τηλέφωνο που δεν ξεχωρίζει καλά το τελευταίο νούμερο. Πληκτρολογεί και τις δυο εναλλακτικές και οι άγνωστοι μεταξύ τους άντρες, Πέτρος και Βασίλης, θα μπουν σε μια περιπέτεια που θα τους οδηγήσει σε έναν υπόκοσμο ξένο και για τους δυο, σε μια ιστορία κάθαρσης.
                Ομολογώ πως από πλευράς πλοκής περίμενα περισσότερα. «Το Μπαρ Φλωμπερ» είναι ένα τόσο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα παρόμοιου είδους που είχα λόγο να το προσμένω. Από την άλλη οι χαρακτήρες του Α. Σταμάτη όσο περνούν τα βιβλία βαθαίνουν, επικεντρώνεται πιο πολύ ο συγγραφέας στο είναι τους και οι ήρωες κερδίζουν σε ζωή. Απογοητεύτηκα και από την έκπληξη στο τέλος. Αποκλιμάκωση το λένε κι εμένα μου φάνηκε κλισέ και το που οδήγησε τους χαρακτήρες και το που πήγε την πλοκή.

12/1/10

Σκότωσε ό,τι αγαπάς


Στο «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» ο Αλέξης Σταμάτης, συγγραφέας πολύ αγαπημένων μου βιβλίων όπως το «Μπαρ Φλομπέρ» και το «Μητέρα Στάχτη», πειραματίζεται και αλλάζει φόρμα. Τα προηγούμενά του είναι σφιχτοδεμένα από άποψη πλοκής, εξαιρετικά σκηνοθετημένα για να σε οδηγούν σε μια λύση αναπάντεχη μεν, ομαλά εξελισσόμενη δε. Δεν ξέρω αν υπήρχε πρόθεση, μα εδώ μάς δίνεται ένα μυθιστόρημα σχεδόν μεταμοντέρνο. Και δεν μπορώ παρά να χαιρετίσω μια τέτοια προσπάθεια στο βάλτο της ελληνικής λογοτεχνικής πραγματικότητας που αρνείται σθεναρά εδώ και χρόνια να καταλάβει τί γίνεται κάτω από τη μύτη της σε όλο τον κόσμο.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας πετυχημένος σκηνοθέτης και σεναριογράφος που έχει πέσει στην ευκολία της μανιέρας, από τις δύσκολες ταινίες της αρχής του τώρα έχει κάνει εμπορικότερη στροφή χωρίς κατ’ ανάγκη να εκχυδαϊστεί. Έχει μόλις τελειώσει ένα ημιαυτοβιογραφικό σενάριο που αρέσει σε όλους, στον παραγωγό, στους συνεργάτες του, μια σίγουρη επιτυχία, όταν μέσα από ένα τυχαίο γεγονός μπλέκεται με δυο άτομα, μια γοητευτική νεαρή γυναίκα κι έναν «γιατρό» που θα τον οδηγήσουν σε άλλους δρόμους. Θα τον βάλουν στη διαδικασία της αλήθειας.

Το βιβλίο παρουσιάζει εξαιρετικά ευρήματα γραφής, τα οποία θα ήταν καλύτερα ακόμα δοσμένα αν δεν άλλαζαν τα τυπογραφικά στοιχεία για να μας τα επισημάνουν κι ένα αναπάντεχο τέλος για όλους εμάς που αγαπήσαμε τα προηγούμενα μυθιστορήματά του, υποθέτω. Από τα μοναδικά στοιχεία που κάπως με ενόχλησαν ήταν η συνεχής αναφορά σε φράσεις από βιβλία και ταινίες, κάποιες φορές ίσως μόνον για να είναι εκεί. Εξαίρεση η «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι με ουσιαστικό λόγο ύπαρξης στην πορεία της πλοκής.
Εν ολίγοις, το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» χωρίς να μπορέσει να αντικαταστήσει μέσα μου τα προηγούμενα βιβλία του Αλέξη Σταμάτη, με τις αδυναμίες και τις αστοχίες του κάποιες στιγμές, μού έδωσε ελπίδα. Πώς άνθρωποι με φανερό συγγραφικό ταλέντο δεν κάθονται στα αυγά τους και τις ευκολίες τους, τολμούν να βγουν από αυτά και να ανοίξουν πανιά για άλλα.