Ντροπή μου, αλλά πριν βγει το Dolce agonia σε
προσφορά κι αναγκαστώ να ρωτήσω φίλους και γνωστούς αν άξιζε ο κόπος του δεν είχα
ακούσει ξανά για τη Nancy Huston.
Δική μου η απώλεια γιατί αν κρίνω από αυτό το βιβλίο πρόκειται για μια
μυθιστοριογράφο ολκής που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, έστω και
αν για 450 σελίδες δεν γίνεται τίποτα άλλο παρά ένα δείπνο ευχαριστιών.
Ο Σων, ένας εστέτ καθηγητής πανεπιστημίου και ποιητής καλεί
εκείνους τους φίλους του που πιστεύει πως θα είναι πιο μοναχικοί εκείνοι τη μέρα
σε ένα δείπνο Ευχαριστιών. Καθώς οι περισσότεροι είναι αγνωστικιστές κι όσοι
δεν είναι, δεν είναι χριστιανοί, το δείπνο δεν έχει καμιά φοβερή θρησκευτική
χροιά. Τότε γιατί στρέφει πάνω του το βλέμμα ο Θεός; Ένας θεός- αφηγητής στα
κομμάτια που παρεμβάλονται, παντογνώστης και εγωιστής, κυνικός και τρυφερός, σύμφυτος
με το θάνατο. Το εύρημα είναι πολύ ενδιαφέρον, κυρίως γιατί μαθαίνουμε για τον
καθένα από τους συνδαιτυμόνες συνοπτικά το πότε και πως θα εγκαταλείψει τον μάταιο
τούτο κόσμο.
Ο Σων έχει διαλέξει προσεκτικά τη συντροφιά του, έντεκα μεσήλικες
φίλοι του, μια νεαρότατη σύζυγος ενός εξ αυτών που δεν την ξέρουν καθόλου κι ένα
μωρό, και η συζήτηση δεν αργεί να ανάψει. Ο καθένας τους κουβαλά το φορτίο του,
μπαγκάζια σκληρά που περιλαμβάνουν αλκοολίκια και χαμούς παιδιών, ναρκωτικά και
πορνεία, διαζύγια και απιστίες, καρκίνους και αρρώστιες του μυαλού, βουλιμία
και ανορεξία, το Τσέρνομπιλ και τον πόλεμο και κυρίως το θάνατο. Οι έντεκα ξέρουν
μέσες άκρες ο ένας τον άλλο, δεν έχουν από πού να κρυφτούν, κυρίως από τη ζωή τους
που τους κοιτά από τη μέση ηλικία κρυφογελώντας. Α, και τον θεό.
Μιλάμε για ένα πολύ καλογραμμένο μυθιστόρημα, που χειρίζεται
ένα σωρό δύσκολα θέματα με χαρακτηριστική άνεση, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον
γύρω από τους 12 χαρακτήρες (και το μωρό) και θα μπορούσε κάλλιστα να διδάσκεται
στα μαθήματα δημιουργικής γραφής ως παράδειγμα προς μίμηση για το πώς πρέπει
κανείς να χειρίζεται μια ιστορία∙ ή πολλές.
"Dolce agonia", Νάνσυ Χιούστον, μετ.Ειρήνη Τσολακέλλη, εκδ.Άγρα, 2005, σελ. 437
